ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΓΚΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2118/20, 18/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2118/20 Μεταξύ: ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΓΚΟΥ Ενάγοντα και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Εναγόμενου Αίτηση ημερ. 18.10.2021 για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 3.3.2021 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Δεκεμβρίου, 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Ε. Μάνουλος για Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα-Καθ΄ού η αίτηση: κ. Σ. Βασιλείου για Σ. Βασιλείου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος - Αιτητής επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στις 3.3.
- Ας σημειωθεί πως η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 27.11.2020 δια Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και η αξίωση του Ενάγοντα αφορούσε στο ποσό των €2.145.332,00 δυνάμει παράβασης σύμβασης και/ή γραπτής συμφωνίας και/ή δυνάμει τιμολογίου και/ή ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην Έκθεση Απαίτησης, o Ενάγων είναι δικηγόρος και κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ο Εναγόμενος ήταν πελάτης του, ο οποίος και στις 14.10.2020 τον διόρισε ώστε να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον της εταιρείας Despar Limited (στο εξής η «Despar») για το ποσό των €11.116.
- Κατά την ίδια ημερομηνία, οι διάδικοι συμφώνησαν τόσο γραπτώς όσο και προφορικά πως σε περίπτωση που επιδικαζόταν οποιοδήποτε ποσό στον Εναγόμενο, ο Ενάγων θα λάμβανε αμοιβή με βάση τις καθορισμένες κλίμακες πλέον το 18% οποιουδήποτε ποσού επιδικαζόταν, η δε αμοιβή θα ήταν πληρωτέα εντός 10 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, ανεξαρτήτως του κατά πόσον ο Εναγόμενος εισέπραττε οποιοδήποτε ποσό ή όχι. Κατά την 15.10.2020 ο Ενάγων καταχώρησε την αγωγή με αρ. 2914/2020 εκ μέρους του Εναγόμενου και στις 4.11.2020 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της εταιρείας Despar. Ακολούθως, την ίδια ημέρα ο Ενάγων εξέδωσε τιμολόγιο σε σχέση με την αμοιβή του ύψους €2.145.332,00 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. και παρόλο που ο Εναγόμενος αποδέχθηκε την οφειλή του, δεν κατέβαλε στον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό, εξ΄ ου και η καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Στο πλαίσιο αίτησης ημερομηνίας 14.12.2020 για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης, την 3.3.2021 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου για το αξιούμενο ποσό πλέον τόκους και έξοδα. Η παρούσα αίτηση Στις 18.10.2021 ο Εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 3.3.2021 (στο εξής η «Απόφαση»). Με την αίτηση επιδιώκεται και η αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης, θεραπεία, η οποία έχει πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου ενόψει της εκδίκασης της αίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από μία εκτενή ένορκη δήλωση του Εναγόμενου. Συνοψίζοντας, στο βαθμό που είναι δυνατό, μπορεί να λεχθεί πως οι ισχυρισμοί του Αιτητή έχουν ως εξής: Είναι μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας P.E. Froster Ltd (στο εξής η «Froster») η οποία ασχολείται με ψυκτικά. Είναι απόφοιτος τεχνικής σχολής και σπούδασε ψυκτικός σε Ινστιτούτο Επαγγελματικής Κατάρτισης στην Ελληνική Δημοκρατία (αντίγραφα των σχετικών βεβαιώσεων αναφορικά με την εκπαίδευση του επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1). Πάσχει από αγχώδη διαταραχή και προς τούτο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και είναι αρκετά ευάλωτος σε ψυχοπιεστικές καταστάσεις (βλ. Ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 23.6.2021 - Τεκμήριο 2). Με την οικογένεια του Ενάγοντα υπήρχαν στενές σχέσεις και εδώ και δεκαετίες διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις και είχαν καθημερινή επαφή, ενώ ο Ενάγων τον επισκεπτόταν στο σπίτι του τουλάχιστον 3-4 φορές την βδομάδα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό ο Εναγόμενος του εκμυστηρευόταν τα πάντα τόσο προσωπικά, όσο και επαγγελματικά. Περί την 13.7.2020, επικοινώνησε με τον Εναγόμενο τηλεφωνικώς κάποιος με το όνομα Μιλτιάδης Λοϊζίδης ο οποίος του ανέφερε πως επικοινωνούσε μαζί του από την Αγγλία, αν και χρησιμοποιούσε κυπριακό αριθμό τηλεφώνου. Τον ρώτησε κατά πόσον επιθυμούσε να υποβάλει προσφορά για την μετατροπή εμπορευματοκιβωτίων σε εμπορευματοκιβώτια για κατάψυξη και συντήρηση και ο Εναγόμενος του ζήτησε περισσότερες πληροφορίες. Την ίδια ημέρα έλαβε μια επιστολή από μια αγγλική εταιρεία με την επωνυμία Despar η οποία του ζητούσε να υποβάλει προσφορά για την μετατροπή εμπορευματοκιβωτίων σε εμπορευματοκιβώτια για κατάψυξη και συντήρηση (βλ. Τεκμήριο 4). Ο Εναγόμενος προβληματιζόταν κατά πόσον θα επεδείκνυε ενδιαφέρον αφού ο ίδιος εργοδοτεί μόνο δυο υπαλλήλους και θα μπορούσε να μετατρέπει μόνο 5-6 εμπορευματοκιβώτια το μήνα. O Μιλτιάδης Λοϊζίδης, όμως, τον καθησύχασε και έτσι ο Εναγόμενος υπέβαλε δυο προσφορές ημερ. 28.7.2020 (βλ. Τεκμήριο 5). Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με τον Μιλτιάδη Λοϊζίδη προκειμένου να διευθετήσουν συνάντηση και να συζητήσουν τις λεπτομέρειες, αλλά είτε το τηλέφωνό του ήταν απενεργοποιημένο είτε απέφευγε να συναντηθεί μαζί του. Περί τον Σεπτέμβριο του 2020 ο Λοϊζίδης του τηλεφώνησε λέγοντας πως η συνεργασία τους δεν μπορούσε να προχωρήσει αφού η εταιρεία του Εναγόμενου δεν ήταν εγγεγραμμένη στο Σύνδεσμο Ψυκτικών και ο ίδιος δεν ήταν ψυκτικός, κάτι, το οποίο, δεν ίσχυε. Γι΄ αυτό, ο Εναγόμενος απέστειλε επιστολή στον Λοϊζίδη με όλα τα σχετικά έγγραφα (δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6) και εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση, θεώρησε πως το όλο θέμα ναυάγησε. Περί τον Μάιο του 2020 και πριν από τις συζητήσεις με τον Μιλτιάδη Λοϊζίδη, είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο μια αγωγή η οποία είχε κινηθεί εναντίον του για εργατικό ατύχημα το οποίο είχε υποτίθεται λάβει χώρα σε εργοτάξιο της εταιρείας του, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβηκε ποτέ. Έτσι, ανέθεσε στον Ενάγοντα την εν λόγω υπόθεση, ο οποίος του ανάφερε ότι η αγωγή κινήθηκε εκ παραδρομής εναντίον της Froster και του ζήτησε το ποσό των €4,000 σε μετρητά ώστε να διευθετηθεί η απόσυρση της αγωγής. Περαιτέρω, ο Ενάγων είχε ενημερώσει τον Εναγόμενο πως η εν λόγω ενάγουσα εταιρεία είχε προβεί σε δυσφήμηση της εταιρείας του και πως θα έπρεπε να κινηθεί αγωγή, από την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει δεκάδες χιλιάδες ευρώ ως αποζημίωση. Λόγω της απόλυτης εμπιστοσύνης που είχε στον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος κατέβαλε στον Ενάγοντα το επιπλέον ποσό των €7,000-8,000 σε μετρητά ώστε να προχωρήσει με αγωγή δυσφήμησης, ως οι συστάσεις του Ενάγοντα. Μετά από μερικές μέρες, ο Ενάγων τον ενημέρωσε πως καταχωρήθηκε η αγωγή εναντίον της αγγλικής εταιρείας DSPR LTD LANDON, εγγυήτριας της κυπριακής εταιρείας, που είχε καταχωρήσει την αγωγή για το εργατικό ατύχημα, αξιώνοντας το ποσό των €100,
- Σε κατοπινό στάδιο, ενημερώθηκε από τον Ενάγοντα ότι είχε γίνει πρόταση για διευθέτηση της αγωγής με την έκδοση απόφασης για το ποσό των €50,
- Του ανέφερε, επίσης, πως για να εκδοθεί απόφαση ως η πρόταση συμβιβασμού, ήταν αναγκαία η παρουσία του ενώπιον του Πρωτοκολλητείου του Δικαστηρίου ώστε να υπογράψει κάποια έγγραφα. Στο πλαίσιο αυτό επισκέφθηκε το Ε.Δ. Λευκωσίας τουλάχιστον 5 φορές. Σε σχέση με την υπογραφή των διαφόρων εγγράφων, η πρακτική που ακολουθούσε ο Ενάγων ήταν να επισκέπτεται τον Εναγόμενο στο σπίτι του την προηγούμενη μέρα με τον υπολογιστή του και αφού του υποδείκνυε διάφορα έγγραφα, τον ρωτούσε εάν επιθυμούσε να προβεί σε αλλαγές. Στη συνέχεια του ανέφερε πως επρόκειτο να τα εκτυπώσει και να τα μεταφέρει στο Δικαστήριο για υπογραφή. Η συνάντηση τους γινόταν στην καφετέρια του Δικαστηρίου και κάθε φορά ο Ενάγων έφερνε μαζί του διάφορα έγγραφα τα οποία ο Εναγόμενος υπέγραφε χωρίς να διαβάσει, αφού ο Ενάγων του έλεγε πως δεν ήταν αναγκαίο εφόσον τα είχε διαβάσει την προηγούμενη μέρα και πως αν υπήρχε καθυστέρηση ο δικαστής θα απέρριπτε την υπόθεση. Δεδομένης της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος απλά υπέγραφε στο σημείο όπου του υποδείκνυε ο Ενάγων. Στις διάφορες δε παρακλήσεις του Εναγόμενου να παρευρεθεί στο Δικαστήριο, ο Ενάγων του έλεγε πως αυτό δεν ήταν επιτρεπτό λόγω των μέτρων που λαμβάνονταν για την πανδημία. Κατόπιν τούτου, ο Εναγόμενος επικοινώνησε αρκετές φορές με τον Ενάγοντα ώστε να ενημερωθεί για την πληρωμή του ποσού της απόφασης, με τον τελευταίο να τον παραπέμπει σε διάφορα πρόσωπα τα οποία είτε δεν ανταποκρίνονταν είτε τον διαβεβαίωναν για την πληρωμή του ποσού, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Επιπρόσθετα, ο Ενάγων του εισηγήθηκε να καταχωρήσει αγωγή και εναντίον της κυπριακής εταιρείας για δυσφήμηση. Έτσι, υπέγραψε εκ νέου διάφορα έγγραφα τα οποία του παρουσίασε ο Ενάγων με τον ίδιο τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Αφότου προχώρησαν με την καταχώρηση της αγωγής, ο Ενάγων τον ενημέρωσε για την πρόταση για έκδοση απόφασης για το ποσό των €40,000, με την οποία και συμφώνησε. Μετά την πάροδο μερικών ημερών, ο Εναγόμενος επικοινώνησε με τον Ενάγοντα και του εξέφρασε τις ανησυχίες του για την μη είσπραξη οποιουδήποτε ποσού παρά την έκδοση των δύο αποφάσεων. Αφού ακολούθησαν διάφορες ενέργειες του ώστε να διευθετηθεί το θέμα της είσπραξης, τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο, ο Εναγόμενος υποψιάστηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Τότε, επικοινώνησε με τη μητέρα του Ενάγοντα ώστε να την παρακαλέσει να μεσολαβήσει να λάβει τα χρήματα του, η οποία του ανέφερε πως στο παρελθόν ο Ενάγων είχε εμπλακεί σε διάφορες απάτες και τον προέτρεψε να προβεί σε έρευνα στο κτηματολόγιο γιατί πιθανόν να έγινε κάποια «κομπίνα» με την περιουσία του. Επίσης, τον ενημέρωσε πως τυχαία είχε δεί κάποια έγγραφα που ανέγραφαν το όνομά του και λόγω του ότι ήθελε να τον προφυλάξει, ζήτησε από τον Ενάγοντα να υπογράψει δυο υπεύθυνες δηλώσεις ενώπιον πιστοποιώντος υπαλλήλου δηλώνοντας πως δεν είχε οποιαδήποτε απαίτηση, ούτε εκκρεμούσε οποιαδήποτε αμοιβή για τις υποθέσεις που είχε αναλάβει εκ μέρους του. Οι εν λόγω δηλώσεις ημερ. 11.2.2021 και 30.4.2021 στην οποία υπέγραψε με μελάνι που ξεβάφει επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα. Σχετικά μηνύματα που, επίσης, απέστειλε στον Εναγόμενο η μητέρα του Ενάγοντα επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Μετά από έρευνα που διενήργησε στο Κτηματολόγιο, ο Εναγόμενος διαπίστωσε ότι ο Ενάγων είχε εγγράψει ΜΕΜΟ στην περιουσία του για ποσό περί τα €2.150.000 (το πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 4.6.2021 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10). Στη συνέχεια, επισκέφθηκε διάφορα δικηγορικά γραφεία ώστε να λάβει νομική συμβουλή αλλά, λόγω του ότι ένιωθε ανασφάλεια εξαιτίας του τι είχε προηγηθεί με τον Ενάγοντα, ανέθεσε την υπόθεση αρχικά σε ένα δικηγορικό γραφείο και ακολούθως στους δικηγόρους που τον εκπροσωπούν στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Επιπρόσθετα, από έρευνα που διενήργησε στον φάκελο της υπόθεσης με αρ. 2914/2020 διαπίστωσε προς έκπληξή του πως εκδόθηκε απόφαση υπέρ του και εναντίον της εταιρείας Despar για το ποσό των €10.000.
- Σε σχέση με την έκδοση της απόφασης υπάρχει μια ένορκη δήλωση που φαίνεται να φέρει την υπογραφή του Εναγόμενου, την ύπαρξη της οποίας αγνοούσε, το δε περιεχόμενο της είναι ψευδές. Αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι η αγωγή με αρ. 2914/2020 αποτελεί κατασκεύασμα του Ενάγοντα προκειμένου με την κατ' ισχυρισμό συμφωνία δικηγορικής αμοιβής ημερ. 14.10.2020 να του αποσπάσει χρήματα με δόλιο τρόπο, επισημαίνοντας πως η αγωγή κινήθηκε από τον ίδιο προσωπικά και αφορούσε παράβαση σύμβασης με την Despar, η οποία, όμως, δεν συνομολογήθηκε ποτέ. Σημειώνεται, μάλιστα, πως στην εν λόγω ένορκη δήλωση επισυνάπτεται και επιστολή κοινοποίησης αποδοχής της εν λόγω υποτιθέμενης προφορικής συμφωνίας μεταξύ του ίδιου και της Despar, την οποία δεν έλαβε ποτέ (βλ. Τεκμήρια 15 και 16). Ο Εναγόμενος υποδεικνύει, περαιτέρω, πως αν και η επιστολή που είχε στείλει στον Μιλτιάδη Λοϊζίδη αναφορικά με την εγγραφή της εταιρείας στο σύνδεσμο ψυκτικών έχει ημερομηνία 21.9.2020, η επιστολή κοινοποίησης αποδοχής φέρει ημερομηνία 20.9.2020, με τρόπο ώστε να προκύπτει παραδοξότητα. Κατόπιν έρευνας που διενήργησε δικηγόρος στην Αγγλία εκ μέρους του Εναγόμενου, διαφάνηκε ότι η Despar ιδρύθηκε την 7.2.2020 με μοναδικό μέτοχο τον Μιλτιάδη Λοϊζίδη, με μια μετοχή ονομαστικής αξίας GBP
- Έχοντας τούτο υπόψη, ο Εναγόμενος στη συνέχεια επικοινώνησε με τον δικηγόρο Γεώργιο Κυπριανίδη, ο οποίος εμφανίστηκε εκ μέρους του Μιλτιάδη Λοϊζίδη στην πιο πάνω αγωγή και του ανέφερε πως η μοναδική συνάντηση που είχε σχετικά με την υπόθεση ήταν με μια κοπέλα σε ένα περίπτερο, την οποία συνάντησε κατόπιν υπόδειξης του Ενάγοντα που τον είχε ενημερώσει πως του έστελλε ένα πελάτη επ' ονόματι Μιλτιάδη Λοϊζίδη. Η εν λόγω κοπέλα του παρέδωσε διοριστήριο υπογραμμένο ώστε να εκπροσωπήσει την εναγόμενη εταιρεία με οδηγίες να αποδεχθεί την έκδοση απόφασης για το ποσό των €10.000.
- Επιπρόσθετα, στο πλαίσιο επικοινωνίας με τον επιδότη ο οποίος επέδωσε την αγωγή στην εταιρεία Despar, ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε ότι ο Ενάγων του είχε δώσει ένα κυπριακό τηλέφωνο το οποίο ανήκει στον Μιλτιάδη Λοϊζίδη και αυτός του επέδωσε το Κλητήριο Ένταλμα την 21.10.
- Σε σχέση με την Απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα που κατατέθηκε είναι ψευδές αφού ο Εναγόμενος ουδέποτε υπέγραψε εις γνώση του τα έγγραφα αυτά και ουδέποτε θα υπέγραφε έγγραφο το οποίο προνοεί υποχρέωση πληρωμής τέτοιου ποσού για δικηγορική αμοιβή. Επίσης, στη συμφωνία που επικαλείται ο Ενάγων, ένας από τους μάρτυρες υπογραφής είναι η αδελφή του Ενάγοντα, η οποία ανέφερε στον Εναγόμενο ότι την είχε ξεγελάσει ο Ενάγων να υπογράψει, αναφέροντάς της πως επρόκειτο για άλλη συμφωνία. Επιπρόσθετα, περιήλθε στη γνώση του Εναγόμενου και μια άλλη ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 21) που φαίνεται να φέρει την υπογραφή του, την ύπαρξη της οποίας αγνοούσε προτού διεξάγει έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκη δήλωση, η παρούσα αγωγή τού είχε επιδοθεί προσωπικά και είχε παραιτηθεί του δικαιώματος διορισμού δικηγόρου και καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Αναφέρεται, επίσης, πως ο Εναγόμενος συμφωνεί πως οφείλει στον Ενάγοντα το ποσό που προβλέπει η Απόφαση. Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης είναι ψευδές και ο Εναγόμενος ουδέποτε την υπέγραψε εν γνώση του. Αποτελεί θέση του Εναγόμενου πως ουδέποτε έλαβε επίδοση σε σχέση με την παρούσα αγωγή. Σε επικοινωνία που είχε με τον επιδότη αργότερα, τον ενημέρωσε πως επέδωσε την αγωγή σε κάποιο πρόσωπο που είχε συναντήσει στο Δικαστήριο Λευκωσίας μαζί με τον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος δεν γνωρίζει εάν η αγωγή επιδόθηκε σε κάποιο πρόσωπο που υπέδειξε ο Ενάγων και πλαστογράφησε την υπογραφή του ή εάν η υπογραφή του εξασφαλίστηκε με δόλιο τρόπο όπως και στα διάφορα άλλα έγγραφα. Όπως, όμως, και να έχουν τα πράγματα, ο ίδιος ουδέποτε ενημερώθηκε για την εν λόγω αγωγή και παρόλο που είχε καλή υπεράσπιση, δεν κατέστη δυνατόν να καταχωρήσει εμφάνιση και να υπερασπιστεί σε αυτήν. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση επισημαίνεται πως η αγωγή με αρ. 2914/2020 και ακολούθως η παρούσα, έχουν ως διάδικο μέρος τον Εναγόμενο προσωπικά και όχι την Froster, η οποία υπέβαλε την προσφορά και είχε όλη την αλληλογραφία. Και τούτο γιατί πρόκειται για κατασκευασμένη αγωγή, η δε εταιρεία έχει διάφορες οφειλές στο Φ.Π.Α. και άλλες υποχρεώσεις, ενώ ο Εναγόμενος προσωπικά έχει περιουσία αξίας περί τα €2.000.
- Λόγω της αδελφικής του σχέσης με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος του έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη, και εν τέλει εξαπατήθηκε από αυτόν. Από τα πιο πάνω προκύπτει πως ο Ενάγων εισηγήθηκε την καταχώρηση αγωγών για δυσφήμηση, οι οποίες ουδέποτε κινήθηκαν, ώστε να εξασφαλίζει την μετάβαση του στο Δικαστήριο και την υπογραφή διάφορων εγγράφων, τα οποία εν τέλει χρησιμοποιήθηκαν για την αγωγή με αρ. 2914/2020 και την παρούσα. Σε σχέση με όλα τα πιο πάνω, ο Εναγόμενος προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία, αιτείται δε από το Δικαστήριο τον παραμερισμό της Απόφασης. Την 1.3.2022 ο Εναγόμενος καταχώρησε, με την άδεια του Δικαστηρίου, συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς περαιτέρω υποστήριξη της αίτησης στην οποία αναφέρει πως στο πλαίσιο της έρευνας της αστυνομίας, ενημερώθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης πως η εταιρεία Despar είχε εγγραφεί με την πιστωτική κάρτα του αδελφού του Ενάγοντα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο εγγραφής της εταιρείας είχε δανείσει την εν λόγω πιστωτική κάρτα στον Ενάγοντα. Επίσης, οι αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου ενημέρωσαν στην αστυνομία πως η διεύθυνση της εν λόγω εταιρείας είναι ψευδής και πρόκειται για οικία, που δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με την εταιρεία. Την 6.2.2023 καταχωρήθηκε δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την πλευρά του Εναγόμενου στην οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 26 επιστολή του Αναπληρωτή Αστυνόμου Α' προς τους δικηγόρους του Εναγόμενου, σχετικά με τα όσα αναφέρονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 1.3.2022 αναφορικά με την εγγραφή της Despar, προς υποστήριξη της θέσης του Εναγόμενου για τον τρόπο δράσης του Ενάγοντα σε σχέση με την έκδοση απόφασης στην αγωγή με αρ. 2914/
- Η ένσταση του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση Ο Ενάγων - Καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία και/ή οι Κανονισμοί για να επιτύχει η υπό κρίση Αίτηση.
- Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
- Παρόλο που η υπό κρίση αίτηση δεν προωθήθηκε μονομερώς αλλά διά κλήσεως, η παραποίηση των πραγματικών γεγονότων και/ή της αλήθειας από τον Αιτητή είναι τέτοιας μορφής που αποτελεί στην ουσία καταφρόνηση του Δικαστηρίου και γενικότερα της Δικαιοσύνης και/ή της διαδικασίας.
- Ο Αιτητής κωλύεται να προωθεί την υπό κρίση αίτηση καθότι την στηρίζει σε γεγονότα τα οποία γνώριζε πλήρως και/ή για τα οποία είχε πλήρη επίγνωση όταν συμβλήθηκε με τον Ενάγοντα/Καθ΄ου η αίτηση.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η νομολογία για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και ειδικότερα: (α) Η αίτηση δεν φανερώνει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση, ειδικότερα, αλλά όχι περιοριστικά, για τους ακόλουθους λόγους: (Ι) Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί, (ΙΙ) Ο Εναγόμενος-Αιτητής είχε πλήρη επίγνωση για την πορεία που λάμβανε η επίδικη υπόθεση μέχρι και την πλήρη και τελική αποπεράτωσή της, αλλά και για τη συμφωνία η οποία αφορούσε την αμοιβή του Ενάγοντα/Καθ΄ου η αίτηση. (β) Άνευ επηρεασμού του πιο πάνω, ο Αιτητής δεν έχει παρουσιάσει επαρκή στοιχεία για να αποδείξει ορατή προοπτική και πιθανότητα επιτυχίας της υπό κρίση αίτησης, ούτε συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και/ή η παρούσα αγωγή επιδόθηκε ορθά και/ή νομότυπα και/ή ο Αιτητής δεν έχει καθόλου Υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. (γ) Οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι έκδηλα ανυπόστατοι. 7.Το αιτούμενο διάταγμα υπό (Β) της αίτησης δεν έχει αντικείμενο, καθότι εάν εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση, η Απόφαση θα παραμεριστεί ενώ εάν αποτύχει, τότε θα παραμείνει σε ισχύ. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα στην οποία απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου που προβάλλονται προς υποστήριξη της αίτησης και υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Αναφορικά με την ιατρική βεβαίωση σε σχέση με την αγχώδη διαταραχή από την οποία ισχυρίζεται ότι πάσχει ο Εναγόμενος, ο Ενάγων ισχυρίζεται πως ο Εναγόμενος είναι άτομο ικανό προς το συμβάλλεσθαι και δεν στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας. Τα προβλήματα υγείας που επικαλείται προωθούνται στο πλαίσιο μιας προσπάθειας ώστε να δημιουργηθεί βάση για την εξέταση της παρούσας αίτησης. Ο Εναγόμενος έχει συμβληθεί και συμβάλλεται με διάφορες εταιρείες, εργοδοτεί υπαλλήλους και υπάρχει δικαστικό διάταγμα επικοινωνίας με την ανήλικη κόρη του. Ο Ενάγων παραδέχεται πως οι σχέσεις του με τον Εναγόμενο ήταν όντως άριστες, πλην, όμως δεν αποδέχεται πως ο Εναγόμενος του εκμυστηρευόταν τα πάντα που αφορούσαν την υγεία και/ή την επιχείρηση του. Τα μοναδικά θέματα που συζητούσαν αφορούσαν την οικογένεια και τους στενούς συγγενείς. Τα γεγονότα τα οποία επικαλείται ο Εναγόμενος σε σχέση με την Despar δεν είναι αληθή αφού ο ίδιος τού είχε αναφέρει πως είχε συναντηθεί με ανθρώπους της εν λόγω εταιρείας και είχαν καταλήξει σε συμφωνία. Μάλιστα, έδωσε στον Ενάγοντα τον αριθμό τηλεφώνου κάποιου κατοίκου Ελλάδας ώστε να επικοινωνήσει μαζί του για σκοπούς κατάρτισης σύμβασης μεταξύ τους. Τελικά, κάλεσε τον Ενάγοντα κάποιος Μιχάλης Λουιζίδης ο οποίος του ανέφερε πως επρόκειτο να συνεργαστεί με τον Εναγόμενο και θα επικοινωνούσε εκ νέου μαζί του για την ετοιμασία της συμφωνίας. Το ότι ο Εναγόμενος είχε αυτές τις συναντήσεις το παραδέχεται και ο ίδιος σε τέσσερις ένορκες δηλώσεις του (βλ. Τεκμήριο 2). Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος τον ενημέρωσε πως έλαβε επιστολή με τίτλο «Κοινοποίηση Αποδοχής» που του απέστειλε η εταιρεία Despar, γεγονός που επίσης παραδέχεται στο Τεκμήριο
- Λόγω του ότι η εν λόγω εταιρεία δεν κατέβαλε στον Εναγόμενο το οφειλόμενο ποσό, ο τελευταίος του ζήτησε να αποστείλει σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα, όπως και έπραξε (βλέπε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 9.10.2020, μέρος του Τεκμηρίου 2) χωρίς να λάβει ποτέ απάντηση σε αυτό. Επίσης, περί τον Αύγουστο του 2020 και πριν την καταχώρηση της αγωγής με αρ. 2914/2020, ο Εναγόμενος του ζήτησε να ελέγξει τα στοιχεία της Despar, πράγμα το οποίο έπραξε ο Ενάγων, όπως έκανε και ο Εναγόμενος. Παρενθετικά σημειώνεται πως όπως ο Εναγόμενος αναφέρει σε ένορκη δήλωση του ημερ. 3.11.2020 (βλ. Τεκμήριο 4), εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Despar υπέστηκε τεράστιες ζημιές και έχασε πελάτες. Σε σχέση με την αγωγή με αρ. 2914/2020, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει πως καταχωρήθηκε κατόπιν οδηγιών του Εναγόμενου, ο οποίος είχε προηγουμένως διαβάσει και εγκρίνει το περιεχόμενο της, ως παραδέχεται και σε ένορκη δήλωση του ημερ. 23.10.2020 (Τεκμήριο 2). Όσον αφορά τον διορισμό του Ενάγοντα ως δικηγόρου, ο Εναγόμενος υπέγραψε και μονόγραψε έξι διοριστήρια προς το σκοπό λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον της Despar και προέβηκε σε τέσσερις ένορκες δηλώσεις παραδεχόμενος πως τον διόρισε ως δικηγόρο του. Το μοναδικό ποσό που έλαβε ο Ενάγων από τον Εναγόμενο για την καταχώρηση της αγωγής ήταν περί τα €1,
- Η συμφωνία ημερ. 14.10.2020 αναφορικά με την αμοιβή του Ενάγοντα υπογράφθηκε ενώπιον δυο μαρτύρων, ο δε Εναγόμενος προέβηκε σε τρεις ένορκες δηλώσεις όπου παραδέχεται ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία συμφωνήθηκε η εν λόγω αμοιβή του Ενάγοντα τόσο γραπτώς όσο και προφορικά. Η μια εκ των μαρτύρων είναι η αδελφή του, η οποία στις 21.4.2022 προέβηκε σε ένορκη δήλωση από την οποία προκύπτει ότι γνώριζε τη φύση του εγγράφου στο οποίο υπέγραψε ως μάρτυρας (βλ. Τεκμήριο 16). Ο δεύτερος μάρτυρας είναι ο Μάριος Ευθυμίου ο οποίος σε ένορκη δήλωση του (βλ. Τεκμήριο 17) αναφέρει πως ο Αιτητής του είχε ζητήσει να υπογράψει ως μάρτυρας λόγω του ότι γνωρίζονταν από το 2000, πλην, όμως, οι σχέσεις τους διασαλεύτηκαν όταν ο Αιτητής του ζήτησε να μεταβεί στην αστυνομία και να δηλώσει πως ουδέποτε υπέγραψε ως μάρτυρας στη συμφωνία του με τον Καθ' ου η αίτηση. Όλες οι ένορκες δηλώσεις του Εναγόμενου, υπογράφονταν ενώπιον του Ενάγοντα και του Πρωτοκολλητή, αφού προηγουμένως ο Εναγόμενος είχε διαβάσει και κατανοήσει το περιεχόμενο τους. Τα όσα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος για την εμπλοκή της μητέρας του Ενάγοντα είναι ψευδή, προς υποστήριξη δε τούτου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 μήνυμα που έλαβε ο Καθ' ου η αίτηση από αυτήν. Ο δε Ενάγων αρνείται πως υπέγραψε τις δηλώσεις που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 7 και 8 στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου και δηλώνει πως ουδέποτε θα υπέγραφε κάτι τέτοιο με το οποίο θα έχανε το δικαίωμα του να διεκδικήσει €2.150.
- Ο Ενάγων παραδέχεται ότι ενέγραψε ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του Εναγόμενου και τούτο ως απόρροια της Απόφασης που εξασφάλισε προς όφελος του. Αναφορικά με την αγωγή με αρ. 2914/2020, σημειώνεται πως μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, o Eνάγων είχε συζητήσεις με τον διευθυντή της εταιρείας Despar σε σχέση με την αξίωση και κατέληξαν στην έκδοση εκ συμφώνου απόφασης για το ποσό των €10.000.
- Σχετικά με το θέμα υπήρξε επικοινωνία με τον δικηγόρο της εταιρείας (βλ. Τεκμήριο 10) και κατόπιν σχετικών οδηγιών του Αιτητή, οι οποίες δόθηκαν γραπτώς (βλ. Τεκμήριο 11), εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Σημειωτέον πως ο διευθυντής της Despar είχε ζητήσει από τον Ενάγοντα να του συστήσει κάποιο δικηγόρο ώστε να εμφανιστεί εκ μέρους της, χωρίς να υπάρξουν πολλές δαπάνες, και κατόπιν επικοινωνίας του τελευταίου με τον κ. Κυπριανίδη, αυτός εκπροσώπησε την Despar. Η έκδοση της απόφασης στην αγωγή με αρ. 2914/2020 έγινε με τις προφορικές και γραπτές οδηγίες του Εναγόμενου, ως, άλλωστε, αποδέχεται σε ένορκες δηλώσεις του ημερ. 20.11.2020 (Τεκμήριο 5). Ο δε Εναγόμενος ενημερώθηκε για την έκδοση της απόφασης στην εν λόγω αγωγή τόσο τηλεφωνικώς όσο και σε συνάντηση που είχε με τον Ενάγοντα, κατά την οποία ο τελευταίος του παρέδωσε το σχετικό τιμολόγιο (βλ. Τεκμήριο 13) αναφορικά με τις υπηρεσίες του, το οποίο ο Εναγόμενος αποδέχθηκε, δηλώνοντας πλήρως ικανοποιημένος και πως επρόκειτο να το αποπληρώσει. Κατόπιν της έκδοσης της απόφασης στην αγωγή με αρ. 2914/2020, την 13.11.2020 ο Ενάγων παρέδωσε στον Εναγόμενο αντίγραφο της εν λόγω απόφασης και ο τελευταίος του ανέφερε πως δεν επιθυμεί να λάβει μέτρα εκτέλεσης εναντίον της εταιρείας καθότι είχε επικοινωνήσει με την εταιρεία και είχε προβεί σε διευθέτηση (σχετική ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερ. 20.11.2020 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5). Συναφώς σημειώνεται πως ο Εναγόμενος γνώριζε πλήρως το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής με αρ. 2914/2020 αφού είχε προβεί σε έρευνα του εν λόγω φακέλου κατόπιν συμπλήρωσης αίτησης στο σχετικό βιβλιάριο (certification) ιδιοχειρώς (Τεκμήριο 14). Σε επικοινωνία που είχε ο Ενάγων με τον δικηγόρο της Despar, ενημερώθηκε πως μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021 ο Εναγόμενος είχε εισπράξει από την εταιρεία το ποσό των €200,000 - €220,000, ενώ τον Ιούνιο του 2021 τον ενημέρωσε πως είχε εξοφληθεί. Σε σχέση με την επίδοση της αγωγής με αρ. 2914/2020 στην Despar, ο Ενάγων αναφέρει πως λόγω του ότι ο διευθυντής της επισκεπτόταν συχνά την Κύπρο και γνώριζε το τηλέφωνό του, εφόσον τού είχε δοθεί από τον Εναγόμενο και στο οποίο είχε επικοινωνήσει με αυτόν, ενημέρωσε σχετικά τον επιδότη και η επίδοση έγινε με αυτό τον τρόπο ώστε να αποφευχθεί η διαδικασία επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, μιας και η εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στη Βρετανία. Ως προς την επίδοση της παρούσας αγωγής, ο ενόρκως δηλών αρνείται τις θέσεις του Εναγόμενου και υποδεικνύει πως η παρούσα αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή στην παρουσία του στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Αυτό προκύπτει από την ένορκη δήλωση του επιδότη (βλ. Τεκμήριο 18), ενώ σημειώνεται πως κατά την επίδοση της αγωγής ο Εναγόμενος του ανέφερε πως δεν επιθυμούσε να διορίσει δικηγόρο καθώς το θεωρούσε «ρεζίλεμα» και πως σε κάθε περίπτωση θα πλήρωνε το οφειλόμενο ποσό. Τούτο, άλλωστε, προκύπτει και από ένορκη δήλωση του Εναγομένου ημερ. 7.12.2020 (βλ. Τεκμήριο 19). Παρομοίως, σε έτερη ένορκη δήλωση του ημερ. 16.3.2021 ο Εναγόμενος παραδέχεται εκ νέου πως η αγωγή του επιδόθηκε προσωπικά και δεν επιθυμεί να διορίσει δικηγόρο (βλ. Τεκμήριο 20). Ο Εναγόμενος ενημερώθηκε για την έκδοση της Απόφασης από τον Ενάγοντα στις 4.3.2021 τόσο τηλεφωνικώς όσο και σε κατ' ιδίαν συνάντηση. Τούτο είναι παραδεκτό και στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου ημερ. 16.3.2021 (Τεκμήριο 19). Επίσης, στις 10.3.2021 ο Ενάγων παρέδωσε αντίγραφο της Απόφασης στον Αιτητή, γεγονός που και πάλι επιβεβαιώνεται στην ένορκη δήλωση ημερ. 16.3.2021, όπως επίσης επιβεβαιώνεται πως ο Ενάγων υπέδειξε στον Εναγόμενο το ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβε από το Δικαστήριο σχετικά με την έκδοση της Απόφασης. Είναι, επομένως, η θέση του Ενάγοντα πως ο Εναγόμενος δεν έχει ουσιώδη υπεράσπιση στην αγωγή, για την οποία ήταν πάντοτε ενήμερος και πως όλοι οι ισχυρισμοί του στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Επιπρόσθετα, ο Ενάγων αρνείται τα όσα προβάλλει ο Εναγόμενος στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερ. 1.3.2022 υποδεικνύοντας πως ο τελευταίος παραλείπει να αναφέρει πως ο ίδιος του είχε δώσει την εν λόγω πιστωτική κάρτα στις 6.7.2020 με την κοινή αντίληψη πως δεν θα την χρησιμοποιούσε για παράνομους σκοπούς. Ως δε του είχε εκμυστηρευθεί ο Εναγόμενος τον Ιανουάριο του 2020, βρισκόταν σε συζητήσεις με κάποια άτομα για συνεργασία στην Κύπρο και στο εξωτερικό και πως επρόκειτο να δημιουργήσουν εταιρεία. Αποτελεί θέση του Ενάγοντα πως όλα τα αναφερόμενα έγγραφα φέρουν την υπογραφή του Εναγόμενου και σε καμία περίπτωση δεν διαπιστώνεται πλαστογράφηση της υπογραφής του. Σύμφωνα δε με τα όσα καταγράφονται στην έκθεση του γραφολόγου Μάριου Μαρκίδη ημερομηνίας 8.5.2022 (βλ. Τεκμήριο 23), διενεργήθηκε γραφολογική εξέταση σε αριθμό εγγράφων στα οποία βρίσκεται η αμφισβητούμενη υπογραφή του Εναγόμενου και από αυτή προέκυψε ότι 39 αμφισβητούμενες υπογραφές (μεταξύ των οποίων και η υπογραφή στη συμφωνία δικηγορικής αμοιβής, στα διοριστήρια δικηγόρου και στο Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής) αποτελούν, κατά τη γνώμη του γραφολόγου, γνήσιες υπογραφές του Αιτητή. Σε σχέση με την εκ μέρους του Εναγόμενου υπογραφή αριθμού ενόρκων δηλώσεων και/ή γραπτών βεβαιώσεων οι οποίες επισυνάπτονται ως τεκμήρια, εξηγείται πως αυτές ετοιμάζονταν προς αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων ή αμφιβολία ως προς τις οδηγίες του, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη την κλίμακα της αγωγής και τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Στις 16.3.2023 ο Ενάγων καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία γίνεται, κυρίως, αναφορά στην απαγγελία κατηγοριών από την Αστυνομία σε σχέση με ποινικά αδικήματα κατά του Εναγομένου και τη διαδικασία που ακολούθησε η Αστυνομία κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Επίσης, κάνει αναφορά σε επιστολή ημερ. 24.9.2021 η οποία φαίνεται να αποστάληκε από τον Εναγόμενο στην Despar στην οποία περιγράφει τη σκευωρία που έστησε εναντίον του Ενάγοντα και από την οποία προκύπτει ότι έλαβε από την Despar το ποσό των €3.000.000 σε μετρητά (βλ. Τεκμήριο 1). Η συγκεκριμένη επιστολή είχε κοινοποιηθεί στον Ενάγοντα από συνεργάτες-συνεταίρους του Εναγόμενου οι οποίοι απευθύνθηκαν σε αυτόν λόγω του ότι δεν είχαν επικοινωνία με τον δικηγόρο που τους εκπροσώπησε στην Κύπρο. Ζητήθηκε, μάλιστα, από τον Ενάγοντα, να τους αποστείλει αντίγραφο της απόφασης που είχε εκδοθεί στην υπόθεση αρ. 2914/2020, πράγμα το οποίο και έπραξε. Μετά τη λήψη της επιστολής/Τεκμήριο 1, ο Ενάγων ζήτησε από τον γραφολόγο να εξετάσει την υπογραφή του Εναγόμενου σε αυτήν και κατόπιν σχετικής εξέτασης επιβεβαιώθηκε ότι πρόκειται για υπογραφή του Εναγόμενου (βλ. Τεκμήριο 4). Στο πλαίσιο της επικοινωνίας του με την Despar, κοινοποιήθηκε στον Ενάγοντα και έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι ο Μιλτιάδης Λουιζίδης εκπροσωπείται από δικηγόρο στη Ρουμανία, ο οποίος αποστέλλει επιστολή στον Εναγόμενο για μεταξύ τους διαφορές (Τεκμήριο 5). Αποτελεί, λοιπόν, θέση του Ενάγοντα πως τα όσα υποστηρίζει ο Εναγόμενος δεν ευσταθούν. Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους και δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η επιχειρηματολογία των δυο πλευρών είναι καταγεγραμμένη στις γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων, το οποίο και έλαβα υπόψη μου για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει την εξουσία του για παραμερισμό της Απόφασης δυνάμει των προνοιών της Δ.17 Θ.10 που προβλέπει πως «where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Όπως φαίνεται και από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην του αιτητή εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Πιττοκοπίτης ν. Φοίβος Πελίδης ως Διαχειριστής της περιουσίας του Αποβιώσαντος Καλουστ Σεκερτεμιαν, Πολιτική Έφεση αρ. Ε23/2018, απόφαση ημερ. 28.5.2024 και Λοίζου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε419/2016, απόφαση ημερ. 7.2.2024). Οι πρόνοιες της Δ.17 Θ.10 και οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες του έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι, ζητώντας τον παραμερισμό απόφασης, ένας αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση και μια επαρκή δικαιολογία για την μη εμφάνιση του στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Evans v. Bartlam
(1957)2 All ER 646, Kotsapas & Sons v. Titan Construction & Engineering Company
(1961)1 Α.Α.Δ. 317, Takis Phylactou v. Evagoras Michael
(1982)1 ΑΑΔ 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941). Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα λάβει σοβαρά υπόψη από την μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη, την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη, αλλά και γενικότερα στην κοινωνία. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό είναι ασυγχώρητη και ισοδυναμεί με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν αναμένεται να ικανοποιήσει το αίτημα του, όπως επίσης δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα του σε περίπτωση κατά την οποία αυτός επιδεικνύει υπέρμετρη ολιγωρία λήψης οποιωνδήποτε μέτρων αφότου πληροφορήθηκε για την εκδοθείσα απόφαση (βλ. Phylactou v. Michael (πιο πάνω)). Το βάρος για τον παραμερισμό απόφασης εκδοθείσας ερήμην βρίσκεται στους ώμους του αιτητή, ο οποίος θα πρέπει να καταδείξει και όχι να αποδείξει μια καλή υπεράσπιση, αλλά και να θεμελιώσει ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία ή καταφρονητική συμπεριφορά προς τη δικαστική διαδικασία (βλ. Wakeham v. Bhatti κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. 49/2011, απόφαση ημερ. 25.5.2016). Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Κατ' ακολουθία των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα, καθίσταται απαραίτητη πρωτίστως η εξέταση του ζητήματος της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος αφού στη βάση των όσων έχουν υποδειχθεί στην Ηλία Μανώλη ν. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 413/2011, απόφαση ημερ. 3.2.2017, ECLI:CY:AD:2017:A37, κακή επίδοση συνιστά θεμελιακό ελάττωμα (fundamental vice) που δημιουργεί υποχρέωση για ex debito justitiae παραμερισμό μιας ερήμην απόφασης. Και τούτο γιατί η δέουσα επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο και τη δυνατότητα του, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, να προβάλει την υπεράσπιση του. Υπενθυμίζεται πως στην ένορκη δήλωσή του προς υποστήριξη της αίτησης, σε σχέση με το θέμα της επίδοσης ο Αιτητής ισχυρίζεται πως είτε η υπογραφή του πλαστογραφήθηκε και η επίδοση έγινε σε πρόσωπο άλλο από τον ίδιο, είτε η υπογραφή του επί του Κλητηρίου Εντάλματος εξασφαλίστηκε υπό συνθήκες παρόμοιες όπως και οι υπογραφές του επί των λοιπών εγγράφων, ως η θέση του. Η δε πλευρά του Καθ' ου η αίτηση επικαλείται την ένορκη δήλωση επίδοσης. Έχοντας υπόψη αφενός πως ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει η ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, στη βάση της οποίας η επίδοση έγινε προσωπικά στον Εναγόμενο την 1.12.2024, ο οποίος δεν έχει αντεξεταστεί και επομένως το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης υποδηλώνει πως η επίδοση έγινε κατ' αυτό τον τρόπο (βλ. Νέμιτσας ν. Salwa Chaparian, Πολιτική Έφεση αρ. 284/2008, απόφαση ημερ. 10.5.2011), αφετέρου ότι από την πλευρά του Αιτητή αφήνεται, στην ουσία, ανοικτό το ενδεχόμενο το Κλητήριο Ένταλμα να έχει πράγματι επιδοθεί σε αυτόν και ο ίδιος να έθεσε την υπογραφή του επί αυτού υπό τις συνθήκες που περιγράφει, και συνυπολογίζοντας ότι στη βάση της γραφολογικής εξέτασης που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Καθ' ου η αίτηση (βλ. Τεκμήριο 23 στην ένσταση), η υπογραφή επί του αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής που έχει επιδοθεί ανήκει στον Αιτητή, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα περί μη νομότυπης επίδοσης και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα παραμερισμού της Απόφασης δικαιωματικά. Με δεδομένη την πιο πάνω κρίση, προχωρώ στην εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Όπως εξάγεται και από την απόφαση Phylactou v. Michael (πιο πάνω), το έργο του Δικαστή όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να προβεί σε ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσον αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πάνω στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης. Γενικότερα μπορεί να λεχθεί ότι η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή. Έπεται ότι απλοί ισχυρισμοί και αόριστες και μη τεκμηριωμένες θέσεις δεν είναι αρκετές ώστε να καταδειχθεί η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης (βλ. Βύρων Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 A.A.Δ. 1761, Ξενοφών Κάλλης ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 και Γιώργος Ανδρέου ν. Severis & Athienitis Securities Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 1694). Όπως έχει προσφάτως υποδειχθεί από το Εφετείο στην υπόθεση Μητσόπουλου ν. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. Ε60/2018, απόφαση ημερομηνίας 9.2.2024, όπου υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές, το Δικστήριο, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας θα πρέπει στο βαθμό του δυνατού να αποφεύγει να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας έχοντας, όμως, κατά νού ότι είναι ο αιτητής που φέρει το βάρος απόδειξης (βλ. Irena Knitting Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 816). Στο πλαίσιο εξέτασης του κατά πόσον ο Αιτητής έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο αναφορικά με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, θεωρώ ότι στο σημείο αυτό είναι αρκετό να αναφέρω ότι από τα ενώπιον μου στοιχεία έχω ικανοποιηθεί ότι εγείρεται κάποια εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης από μέρους του, την οποία θα μπορούσε να προβάλει στο πλαίσιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής, χωρίς να εισηγούμαι ή να καταλήγω ότι η εν λόγω υπεράσπιση θα ευσταθήσει. Εχοντας αναφερθεί σε λεπτομέρεια στους ισχυρισμούς και την εκδοχή του Eναγομένου προς απόδειξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης λόγω της έκτασης των ισχυρισμών και των λεπτομερειών που προβλήθηκαν από αυτόν και της σωρείας των τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν στις ένορκες δηλώσεις του που υποστηρίζουν την αίτηση, διαπιστώνω ότι ο Εναγόμενος έχει προωθήσει τη δική του εκδοχή σε όλα τα ζητήματα που ηγέρθησαν στην παρούσα αγωγή και μάλιστα έχει αναφερθεί και επισυνάψει σχετικά έγγραφα όπου φαίνεται, πάντοτε εκ πρώτης όψεως, ότι δίδουν μια άλλη εξήγηση στα όσα η πλευρά του Ενάγοντα διατείνεται με βάση την αγωγή του. Το ότι, βέβαια, ο Ενάγων τα απορρίπτει με βάση τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση συνυπολογίζεται, πλην όμως, δεν είναι αρκετό ώστε να καταδειχθεί η μη διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. Στο παρόν στάδιο εκείνο που αναζητείται είναι η παράθεση στοιχείων και γεγονότων που εγείρουν συζητήσιμη υπεράσπιση. Και αυτό έχει πράξει, κατά την κρίση μου, ο Εναγόμενος. Ούτε, βέβαια, το Δικαστήριο υπεισέρχεται στο στάδιο αυτό σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρέθεσε ο Εναγόμενος με την ένορκη δήλωσή του στο πλαίσιο προώθησης της δικής του εκδοχής. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξή μου αναφορικά με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ακολούθως θα πρέπει να εξεταστεί και η δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι το κατά πόσον ο Αιτητής έχει κάποια καλή δικαιολογία για τη μη εμφάνισή τους στην αγωγή και εάν έχει επιδείξει καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης η οποία να ισοδυναμεί με περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Όσο και εάν το ζήτημα της μη εμφάνισης εξετάζεται ανεξάρτητα από τα άλλα θέματα που εγείρονται σε μια αίτηση για παραμερισμό απόφασης, φαίνεται να είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως εάν η δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης προβάλλει λογική και η απραξία του αιτητή δεν συνιστά περιφρόνηση του συστήματος της απονομής της δικαιοσύνης και εφόσον έχει προβάλει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, η απόφαση να παραμερίζεται. Έτσι, βλέπουμε πως είναι σε καθαρές περιπτώσεις έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση του αιτητή κρίθηκε ως αφ' εαυτής τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 ΑΑΔ 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι το κατά πόσον ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε ο αιτητής μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, ήτοι την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης (σχετική είναι επίσης η απόφαση David Charles Orams κ.ά. v. Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1402). Στην υπόθεση Ανδρούλλα Ευγενίου ν. Ανδρούλλα Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 852 όπου η εφεσείουσα για επτά μήνες και πλέον δεν είχε ενδιαφερθεί να εξακριβώσει κατά πόσον ο γιος της είχε παραδώσει το κλητήριο στον δικηγόρο της, ούτε είχε επικοινωνήσει με το δικηγόρο της, και ούτε είχε εξηγήσει γιατί δεν είχε προβεί στις ενέργειες που εύλογα αναμένονταν από αυτήν, κρίθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε η εφεσείουσα ισοδυναμούσε με παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος. Επίσης, στην Χριστοφόρου και άλλος ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 18, κρίθηκε ότι η συμπεριφορά της εφεσείουσας - αιτήτριας αποτελούσε κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας αφού η αίτηση είχε καταχωρηθεί δύο χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής, δεκαέξι μήνες μετά την απόφαση και πέντε μήνες μετά την επίδοση της αίτησης παρακοής. Τέλος, στην Πανίκος Λοίζου κ.ά. ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 778, η συμπεριφορά των αιτητών οι οποίοι καταχώρησαν αίτηση παραμερισμού δυόμιση χρόνια αφού έλαβαν γνώση της απόφασης χαρακτηρίστηκε ως κλασσική περίπτωση περιφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών. Από μία αναδρομή στο ιστορικό της αγωγής όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου τον οποίο έχω διεξέλθει, καθώς τούτο είναι επιτρεπτό (βλέπε Κύπρος Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (αρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938) προκύπτει ότι το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 27.11.2020 και επιδόθηκε στον Εναγόμενο την 1.12.
- Ακολούθως, στις 14.12.2020 καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης, η οποία ορίστηκε στις 27.1.2021 και εν τέλει στις 3.3.2021 εκδόθηκε η Απόφαση εναντίον του Εναγόμενου. Σύμφωνα με τον Αιτητή, περί τον Μάιο του 2021, συναντήθηκε με την μητέρα του Καθ' ου η αίτηση η οποία τον προέτρεψε να προβεί σε έρευνα στο Κτηματολόγιο καθότι υποψιαζόταν πως ενδέχετο να έγινε κάποια απάτη εις βάρος του. Έτσι, την 4.6.2021 ο Αιτητής προέβηκε σε έρευνα στο Κτηματολόγιο και διαπίστωσε την ύπαρξη ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του. Ακολούθως, προέβηκε σε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου της παρούσας αγωγής και διαπίστωσε την έκδοση της Απόφασης εναντίον του. Στην πορεία, επισκέφθηκε διάφορα δικηγορικά γραφεία και εν τέλει κατέληξε να εκπροσωπηθεί από το δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπεί στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, η οποία καταχωρήθηκε την 18.10.
- Από το πιο πάνω ιστορικό δεν εντοπίζονται, κατά την κρίση μου, στοιχεία που να καταδεικνύουν πως η συμπεριφορά του Αιτητή συνιστά περιφρόνηση του συστήματος της απονομής της δικαιοσύνης ώστε το αίτημα του να μην μπορεί να επιτύχει. Στο πλαίσιο αυτό παρατηρώ πως δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου και η εκδοχή του Ενάγοντα σύμφωνα με την οποία, η αγωγή επιδόθηκε στην Αιτητή την 1.12.2020 και ήταν ενήμερος για την έκδοση της Απόφασης από την 4.3.
- Το ζήτημα, όμως, εντάσσεται και πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο των ισχυρισμών του Αιτητή περί υπογραφής διαφόρων εγγράφων καθ' υπόδειξη του Καθ' ου η αίτηση και χωρίς, προηγουμένως, να αναγνώσει το περιεχόμενο τους. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, και εάν ακόμα ευσταθούν οι θέσεις του Καθ' ου η αίτηση περί ενημέρωσης του Αιτητή τόσο σε σχέση με την καταχώρηση και επίδοση της αγωγής όσο και σε σχέση με την έκδοση της Απόφασης, η περίοδος που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού δεν είναι τέτοιας έκτασης που να δικαιολογεί τον αποκλεισμό του Αιτητή από την προβολή της υπεράσπισης του στην παρούσα αγωγή, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη την κατάληξη του Δικαστηρίου περί ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που, με βάση τη νομολογία αποτελεί το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης. Συνακόλουθα, κρίνεται ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της Απόφασης ημερ. 3.3.2021 υπό τον όρο ότι ο Εναγόμενος θα καταβάλει στον Ενάγοντα το ποσό των εξόδων που είχαν επιδικαστεί κατά την έκδοση της Απόφασης καθώς επίσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης τα οποία επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό, ο Ενάγων διατάζεται να υποβάλει στον Πρωτοκολλητή κατάλογο εξόδων εντός 21 ημερών από σήμερα. Με τον υπολογισμό των εξόδων από τον Πρωτοκολλητή και την έγκρισή τους από το Δικαστήριο, οι δικηγόροι του Ενάγοντα υποχρεούνται εντός 15 ημερών από την έγκριση των εξόδων να ενημερώσουν γραπτώς, με ηλεκτρονικό μήνυμα, τους δικηγόρους του Εναγόμενου αναφορικά με το ποσό που οφείλεται να πληρωθεί. Ακολούθως, ο Εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει το ποσό των εξόδων εντός 21 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έτυχε ενημέρωσης. Η αίτηση απορρίπτεται αναφορικά με το αίτημα υπό (Β) της αίτησης που αφορά την αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης. (Υπ.) ................... Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο