← Κύπρος

SAAD HUSSEIN ν. V.K.C.A. QUALITY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 522/2024, 28/2/2024

SAAD HUSSEIN ν. V.K.C.A. QUALITY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 522/2024, 28/2/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 522/2024(
  2. i)Μεταξύ: SAAD HUSSEIN Ενάγοντας -και- 1. V.K.C.A. QUALITY LTD 2. M.C.S. QUALITY HOLDINGS LTD Εναγόμενοι Αίτηση για αντεξέταση ημερ. 24/1/25 28 Φεβρουαρίου, 2025 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Γ. Ιωάννου μαζί με τον κ. Ν. Βιλτάκη Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης αίτηση: κ. Π. Χ»Πέτρος για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας στις 3/10/24 καταχώρησε αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης. Οι Εναγόμενοι στις 26/11/14 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (ΣΕΔ) εκ μέρους των διαδίκων δεν καταχωρήθηκαν. Καταχωρήθηκε μόνο η παρούσα αίτηση για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση στην ένσταση, με την οποία ο αιτητής ζητά τα πιο κάτω: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια αντεξέτασης του Σάββα Κάκου στην βάση της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 26/11/2024 και συγκεκριμένα αναφορικά με την μαρτυρία του εν λόγω Σάββα Κάκου στις παραγράφους 6, 8, 10, 11, 13, 16 και 17 της ένορκης δήλωσης. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Σάββας Κάκος από την Λάρνακα όπως παρουσιαστεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κατά την 10/3/2025 και ώρα 09.30 π.μ. για να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 26/11/2024 και συγκεκριμένα επί των ισχυρισμών του στις παραγράφους 6, 8. 10, 11, 13, 16 και 17 της ένορκης δήλωσης. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Μέρος 2, 4, 23, 28.2, 32.6

(1)και
(2), 37 και 39 και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Νάγι Βιλτάκη, δικηγόρου, ο οποίος είναι, ως αναφέρει, πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του κ. Saad Hussein, αιτητή στην αίτηση (εφεξής ο αιτητής) και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτόν όπως προβεί στην ένορκη δήλωση. Δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν αίτηση, τόσο από προσωπική ενημέρωση που είχε από τον αιτητή αλλά και από προσωπική του γνώση ως δικηγόρος του τελευταίου. Η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση βασίζεται σε ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Κάκου στην οποία δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Καθ' ης η αίτηση και περαιτέρω ότι ο αιτητής συνεργάστηκε κατά την περίοδο 2019 με 2021 με εταιρείες του ομίλου εταιρειών Quality στον τομέα ανάπτυξης και αγοράς ακινήτων. Στην ένορκη του δήλωση ο κ. Σάββας Κάκος δηλώνει ενόρκως ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν υπέγραψε καμιά από τις συμφωνίες-τεκμήρια Α, Β και Γ στην ένορκη δήλωση στην αίτηση, χωρίς όμως να αρνείται πουθενά ότι ο ίδιος υπέγραψε τις εν λόγω συμφωνίες. Γι' αυτό και η πλευρά του αιτητή θεωρεί ότι ο Σάββας Κάκος πρέπει να αντεξεταστεί όσον αφορά την ιδιότητα με την οποία υπέγραψε τις εν λόγω συμφωνίες ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ξεκάθαρη εικόνα αναφορικά με το ποιος υπέγραψε τις εν λόγω συμφωνίες και ποια ή ποιες εταιρείες του ομίλου Quality δεσμεύονται από τις εν λόγω συμφωνίες. Ο ίδιος ο Σάββας Κάκος ισχυρίζεται ότι ο όμιλος εταιρειών Quality είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη θέση του, ο ενόρκως δηλών στην αίτηση πρέπει να αντεξεταστεί αναφορικά με το ποιος συνέταξε τις εν λόγω συμφωνίες, υπό ποιαν ιδιότητα υπέγραψε τις εν λόγω συμφωνίες και ποιους δεσμεύουν οι εν λόγω συμφωνίες, αφού όπως τον ενημερώνει ο Ενάγοντας, οι συμφωνίες συντάχθηκαν από τον όμιλο εταιρειών Quality και υπογράφτηκαν από τον Σάββα Κάκο ο οποίος έβαλε και την σφαγίδα του ομίλου εταιρείων Quality επί αυτών. Αναφορικά με τα πιο πάνω σχετικές είναι οι παράγραφοι 6, 10, 11, 13 και 17 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 26/11/
  1. Πρόσθετα, ο κ. Σάββας Κάκος στην ένορκη του δήλωση, συγκεκριμένα στις παραγράφους 8 και 16 ισχυρίζεται ότι ο αιτητής δεν παρουσιάζει στοιχεία για καταβολή €7.000.000 και αναφέρει ότι ο όμιλος Quality Group είναι πρόσωπο ουσιαστικά ανύπαρκτο και ότι ο αιτητής δεν προσδιορίζει ευκρινώς ποιος είναι ο χρεώστης του οφειλόμενου ποσού. Είναι η θέση του αιτητή ότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει στην αίτηση του αιτητή ημερομηνίας 3/10/2024 πρέπει ο ίδιος ο κ. Σάββας Κάκος να αντεξεταστεί επί των παραγράφων 8 και 16 της ένορκης του δήλωσης και να πει στο Δικαστήριο ποια εταιρεία ή εταιρείες εκπροσωπούσε όταν υπέγραψε τις εν λόγω συμφωνίες. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα εάν είναι η θέση του κ. Σάββα Κάκου ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε τις συμφωνίες-τεκμήρια Α, Β και Γ (αφού στην ένορκη του δήλωση ούτε το αρνείται ρητά αλλά ούτε το επιβεβαιώνει), πρέπει επίσης να απαντήσει και να αναφέρει στο Δικαστήριο εάν αυτός είναι που υπέγραψε τις εν λόγω συμφωνίες. Η Καθ' ης η αίτηση, Εναγόμενη 2, καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι, αυτούσιοι οι ακόλουθοι : Η αίτηση δέον όπως απορριφθεί, καθότι η επιδιωκόμενη αντεξέταση άπτεται θεμάτων τα οποία θα αποφασιστούν κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής και όχι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Η αίτηση δέον όπως απορριφθεί, καθότι το Δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο δεν αξιολογεί και/ή δεν υπεισέρχεται επί θεμάτων ουσίας και αξιοπιστίας. Η αίτηση είναι αχρείαστη και/ή καταχρηστική καθότι η ενώπιον του Δικαστηρίου παρατεθειμένη μαρτυρία είναι επαρκής για εξέταση της δικαστικής θεραπείας που επιδιώκεται, καθότι όλα τα γεγονότα εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και όλα τα στοιχεία είναι επισυνημμένα στις ένορκες δηλώσεις, στο βαθμό που απαιτείται για την εξέταση της αίτησης ημ. 03/10/
  2. Η επίδικη Αίτηση είναι αχρείαστη ή/και δεν είναι καλόπιστη ή/και συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Δεν πληρούνται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και δεν εξυπηρετείται καμία ανάγκη με την αιτούμενη αντεξέταση. Δεν χρήζουν αντεξέτασης οι παράγραφοι για τις οποίες ζητείται αντεξέταση. Η αίτηση είναι αχρείαστη και/ή άνευ ουσίας και/ή καταχρηστική καθότι οι o Αιτητής είχε την ευκαιρία να απαντήσει και να αντικρούσει στους ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση δια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και δεν το έπραξε. Δεν δίνεται ο οποιοσδήποτε καλός λόγος για αντεξέταση. Η παρούσα αίτηση θέτει τη διαδικασία σε κίνδυνο εκτροπής από το σκοπό τον οποίο αποβλέπει να εξυπηρετήσει. Η αίτηση στηρίζεται στα Μέρη 3, 23, 23.7, 23.13, 23.13
(2), 32, 32.6, 32.10, των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στο κοινοδίκαιο και στις αρχές της επιείκειας. Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Σάββα Κάκου ο οποίος αναφέρει ότι η αίτηση αντεξέτασης ημ. 24/01/2025 είναι κακόπιστη και καταχρηστική, αφού ο αιτητής επιδιώκει να μετατρέψει την ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 03/10/2024 που αφορά έκδοση απαγορευτικού διατάγματος («κυρίως αίτηση») σε δίκη επί της ουσίας της διαφοράς, κατά παράβαση των οικείων επί του θέματος αρχών και δεν εξυπηρετούνται οι άμεσες ανάγκες της κυρίως αίτησης δια της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Ως ο ενόρκως δηλών αναφέρει, σε συνέχεια της ένορκης του δήλωσης ο αιτητής δεν έχει καταχωρήσει την οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς αμφισβήτηση των οποιωνδήποτε ουσιαστικών θέσεων της Καθ' ης η αίτηση, ουσιαστικά απεμπολώντας το δικαίωμα του να αντικρούσει θέματα που εγείρονται στην ένσταση. Ως εκ τούτου, είναι έκδηλο ότι ο αιτητής έχει εξαντλήσει το δικαίωμα του σε αμφισβήτηση των θέσεων της Καθ' ης η Αίτηση με την παράλειψη του να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εις απάντηση της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η Αίτηση. Πέραν τούτου είναι η θέση τους ότι η αίτηση αντεξέτασης, καταχρηστικά σκοπεί στην εξέταση θεμάτων ουσίας της αγωγής, πράγμα ανεπίτρεπτο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Ουσιαστικά αυτό που αξιώνει ο αιτητής δια της παρούσης αίτησης είναι να μετατρέψει την εκδίκαση της κυρίως αίτησης σε δίκη επί της ουσίας της διαφοράς, πράγμα ανεπίτρεπτο, αφού η διαδικασία της κυρίως αίτησης δεν απαιτεί την επίλυση ή ακόμα και την τελική κρίση του Δικαστηρίου επί ζητημάτων ουσίας της κύριας δίκης. Επίσης, ως αναφέρει, ο αιτητής ζητά να αντεξεταστεί ως προς το κατά πόσο ο ίδιος υπέγραψε τα τεκμήρια Α, Β και Γ, ενώ ο ίδιος, δεν αμφισβήτησε μέσω συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ότι η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία, ως νομική ξεχωριστή οντότητα πουθενά δεν παρουσιάζεται στα εν λόγω τεκμήρια, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ίδια την όψη των εγγράφων. Στη συνέχεια, σχολιάζοντας μία προς μία τις παραγράφους σε σχέση με τις οποίες επιδιώκεται η αντεξέταση του ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι τα ερωτήματα που θέτουν οι Αιτητές δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογημένη βάση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αντεξέτασης. Με τις τελικές τους εμπεριστατωμένες αγορεύσεις οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές και τα επιχειρήματα των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης, προβλέπεται από τον Κανονισμό 23.13 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα : «23.13. Ακρόαση της αίτησης
(1)Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση.
(2)Το δικαστήριο δύναται για καλό λόγο να επιτρέψει την αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου δίδει γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου η αντεξέταση του οποίου επιτρέπεται από οποιοδήποτε κανονισμό ή νόμο. » Περαιτέρω, ο Κανονισμός 32.6
(1)αναφέρει τα εξής: «
(1)Όταν σε ακρόαση άλλη από δίκη δίδεται γραπτή μαρτυρία, οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο άδεια αντεξέτασης του προσώπου το οποίο δίδει τη μαρτυρία.» Ο Κανονισμός 23.13 είναι πανομοιότυπος με τη Δ.39 Θ.1 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα δε τόσο με τους νέους όσο και τους παλαιούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας μόνο για καλό λόγο το Δικαστήριο θα επιτρέψει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, η δε έγκριση αιτήματος αντεξέτασης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Annual Practice 1958 p.865, Halsbury's Laws of England 3rd ed. Vol 21 p 418,419 par. 878 και Μήλου κα.
(2008)1 ΑΑΔ 280). Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (ανωτέρω), κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: «The Court has a discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Στο Annual Practice 1958 (ανωτέρω), όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας Δ.39, επεξηγείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου με έμφαση στο γεγονός ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Στην υπόθεση Μήλου (ανωτέρω), όπου εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση τη Δ.39, Θ.1, λέχθηκαν τα εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ου η στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται αφού εξεταστούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης. Βασικό κριτήριο, είναι οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση που θα πρέπει να σχετίζονται, με τις ανάγκες της υπό κρίση διαδικασίας. Με αυτή την έννοια δεν παρέχεται ευχέρεια για έγκριση αιτήματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα, το οποίο δεν σχετίζεται αυστηρά με τις προϋποθέσεις εξέτασης του αιτήματος στην κυρίως ενδιάμεση διαδικασία. Στην υπόθεση Rana Wahed Ali (αρ.1)
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1660, τονίστηκε ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για άδεια αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα, ασκείται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση των κριτηρίων για τα οποία χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τα κρατούντα στην Αγγλία. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η αίτηση για αντεξέταση ομνύσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων.» Τα θέματα επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και προκαθορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ή προς το σκοπό της αποδυνάμωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Η αντεξέταση θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε ζητήματα τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η υπό κρίση αίτηση. Δεν θα πρέπει να επεκτείνεται σε επουσιώδη αδιάφορα για την εξέταση της αίτησης ζητήματα. Ούτε είναι επιτρεπτή η αντεξέταση επί θεμάτων που εκφεύγουν της ενδιάμεσης αίτησης και επεκτείνονται σε ζητήματα που αφορούν την ουσία της διαφοράς. Στις δε περιπτώσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης ισχύος προσωρινού διατάγματος, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Ως εκ τούτου δεν είναι επιτρεπτή αντεξέταση σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα, η οποία δεν σχετίζεται αποκλειστικά με τις προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος, αλλά αποσκοπεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων για την ουσία της αγωγής. Στην υπόθεση Κούππα ν Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α.
(2014)1(Β) Α.Α.Δ.1665 η οποία αφορούσε αίτηση για προσωρινό διάταγμα λέχθηκε ότι σπάνια σε αιτήσεις για προσωρινό διάταγμα δίδεται άδεια για αντεξέταση εφόσον στις διαδικασίες αυτές, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων και κρίση αξιοπιστίας των διαδίκων. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Θεωρούμε την πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου Δικαστή λανθασμένη. Αφενός γιατί σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισμός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου και, αφετέρου, η αναφορά που γίνεται για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της εφεσίβλητης 1 για τεκμηρίωση του κατεπείγοντος είναι τουλάχιστο ατυχής. Το κατεπείγον, πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIRA
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220) είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων.» ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Καθοδηγούμενη από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση σε συνδυασμό με τους λόγους ένστασης. Ως γενικό προκαταρκτικό σχόλιο, μέσα από το περιεχόμενο της αίτησης δεν γίνεται αναφορά στο λόγο για τον οποίο η αιτήτρια επιθυμεί να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα στην ένσταση, Σάββα Κάκο ώστε να καταδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την αντεξέταση. Ούτε και δίνεται λόγος για την αναγκαιότητα της αντεξέτασης σε σχέση με την επίλυση του θέματος που αφορά η κυρίως αίτηση. Προχωρώντας στις συγκεκριμένες παραγράφους σε σχέση με τις οποίες ο αιτητής επιθυμεί να αντεξετάσει αναφέρω τα ακόλουθα: Η αντεξέταση που ζητείται σε σχέση με την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του Σάββα Κάκου είναι αχρείαστη και αδικαιολόγητη. Στην εν λόγω παράγραφο ο ενόρκως δηλών, αναφερόμενος στην ένορκη δήλωση στην αίτηση, παράγραφο 4, αναφέρει ότι ο ενόρκως δηλών στην αίτηση προσδιορίζει ως οφειλέτη του, τον Όμιλο Εταιρειών Quality Group. Αδυνατώ, συνεπώς, να δω τι χρήσιμο θα μπορούσε να προσφέρει η επιχειρούμενη αντεξέταση σε σχέση με την παράγραφο αυτή η οποία συνιστά επανάληψη των λεχθέντων του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση. Η αντεξέταση που ζητείται σε σχέση με την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης του Σάββα Κάκου επίσης δεν δικαιολογείται. Στην εν λόγω παράγραφο ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, σε συνέχεια των λεχθέντων στην παράγραφο 7, όπου γίνεται αναφορά στη μη τηρηθείσα συμφωνία διευθέτησης, αναφέρει ότι ο αιτητής δεν παρουσιάζει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του ότι έχει καταβάλει ποσό €7.000.
  1. Ο σκοπός της αντεξέτασης ως προς το πιο πάνω σημείο δεν έχει επεξηγηθεί και δεν είναι χρήσιμος ή κατανοητός. Αν ο αιτητής επιθυμούσε να απαντήσει στον πιο πάνω ισχυρισμό, να τον αντικρούσει ή να συμπληρώσει την ένορκη δήλωση του με αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη τέτοιας καταβολής, θα μπορούσε να το είχε πράξει με την υποβολή ΣΕΔ. Δεν είναι όμως αντιληπτή η σκοπιμότητα της προτεινόμενης αντεξέτασης σε σχέση με την παράλειψη που αποδίδεται στον αιτητή. Δέον να προστεθεί στο σημείο αυτό πως το κατά πόσο έχουν προσκομισθεί αποδεικτικά στοιχεία για την οφειλή των €7.000.000 είναι θέμα το οποίο άπτεται της ουσίας της αγωγής και εκφεύγει των σκοπών της ενδιάμεσης αίτησης. Ερχόμενη στην αντεξέταση που επιζητείται σε σχέση με την παράγραφο 10, της ένορκης δήλωσης του Σάββα Κάκου η οποία αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση 2 δεν υπογράφει τη συμφωνία 31.3.21, θα πρέπει να αναφερθεί ότι αφ' ης στιγμής η εν λόγω συμφωνία έχει τεθεί ως Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση στην αίτηση, αδυνατώ να δω τι χρήσιμο θα μπορούσε να προσφέρει η αντεξέταση σε σχέση με δεδομένο το οποίο έχει ήδη τεθεί στη μαρτυρία. Ισχύει το ίδιο και σε σχέση με την παράγραφο 11, στην οποία επίσης αναφέρεται ότι ούτε από τις συμφωνίες Τεκμήριο Β και Γ προκύπτει ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι συμβαλλόμενο μέρος στις εν λόγω συμφωνίες, οι οποίες έχουν κατατεθεί ως μαρτυρία στην ένορκη δήλωση στην αίτηση, αλλά και σε σχέση με τις παραγράφους 13 και 17 στις οποίες επαναλαμβάνεται ότι και στις τρείς συμφωνίες που έχει προσκομίσει ο αιτητής η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι μέρος και δεν υπογράφει. Επαναλαμβάνεται ότι το κατά πόσο η Καθ' ης η αίτηση κατονομάζεται στις συμφωνίες είναι θέμα που μπορεί να διαπιστωθεί από την ανάγνωση των σχετικών Τεκμηρίων. Η παράγραφος 16 της της ένορκης δήλωσης του Σάββα Κάκου αναφέρει ότι στη βάση των δικογράφων του αιτητή δεν προσδιορίζεται ποιος είναι ο χρεώστης του ποσού των €7.000.
  2. Δεν καταδεικνύεται κατά την άποψη μου βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα ούτε σε σχέση με αυτό το σημείο. Τα δικόγραφα είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν διαφαίνεται η χρησιμότητα της όποιας αντεξέτασης επι τούτων. Καταληκτικά θα ήθελα να αναφέρω ότι θαρρώ με την επιχειρούμενη αντεξέταση ο αιτητής προσπαθεί να επεκτείνει την μαρτυρία που έχει ήδη παρουσιάσει στην κυρίως αίτηση. Όπως αναφέρεται στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή, η πλευρά τους επιθυμεί «να διευκρινιστεί στο Σεβαστό Δικαστήριο με ποιες εταιρείες του ομίλου εταιρειών Quality συνεργάστηκε ο Ενάγοντας - αιτητής ως αναφέρει ο κ. Κάκος και ποιες εταιρείες δέσμευε με την υπογραφή του ο κ. Σάββας Κάκος υπογράφοντας τις συμφωνίες-Τεκμήρια». Ο ίδιος όμως ο αιτητής στην ένορκη δήλωση του στην αίτηση ήδη καθορίζει ότι είναι ο όμιλος εταιρειών Quality και κατ' επέκταση η Εναγόμενη 1 που δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της στη βάση της συμφωνίας διευθέτησης. Συνεπώς το εγχείρημα του αιτητή δεν είναι επιτρεπτό. Σύμφωνα με τη νομολογία (Βλ. υπόθεση Κούππα (πιο πάνω) δεν μπορεί να μεταβληθεί μεταγενέστερα η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει διαπιστωθεί καλός λόγος, ώστε να δικαιολογείται έγκριση του αιτήματος. Ενόψει των πιο πάνω που αφορούν την ουσία της αίτησης κρίνω ότι παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Λόγω της άρρηκτης σχέσης της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης με την κυρίως αίτηση, τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης θα συνιστούν έξοδα στην πορεία της κυρίως αίτησης, σε καμία περίπτωση εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. (Υπ.): ........... Μ. Παπαϊωάννου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΉΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.