ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΟΛΩΜΟΥ, Έντυπο 33: Αρ. 10/24, 28/2/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Έντυπο 33: Αρ. 10/24 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΙΧΑΗΛ Αιτήτρια Και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΟΛΩΜΟΥ Καθ' ου η αίτηση ---------- (Αίτηση από αιτήτρια ημερ. 17/09/24 για χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας πριν από την έγερση απαίτησης) Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Αιτήτρια: Δρ. Α. Π. Ποιητής για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια ΔΕΠΕ Για Καθ' ου η αίτηση: κα Μ Πανταζή - Σταυρινού για Κούσιο, Κορφιώτη, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία, η οποία αφορά σε αίτηση που καταχωρήθηκε πριν από την έγερση απαίτησης (Μ.23 Κ.2
(2)και Μ.25 Κ.2 - Έντυπο 33), αιτήθηκε στις 16/9/24 όπως εκδοθεί, χωρίς ειδοποίηση προς τον καθ΄ ου η αίτηση πατέρα της, προσωρινό διάταγμα στη βάση του άρθρου 32 Ν.14/60 και των σχετικών προνοιών των Κανονισμών, με το οποίο να απαγορεύεται στον τελευταίο « . να αποξενώσει ή πωλήσει ή μεταβιβάσει ή επιβαρύνει το ακίνητο (αναφέρονται τα στοιχεία του ακινήτου - εφ΄ εξής το επίδικο ακίνητο) . μέχρι εκδικάσεως της αγωγής την οποία προτίθεται να καταχωρήσει η αιτήτρια.». Ο λόγος για τον οποίο η αιτήτρια επέλεξε να υποβάλει την εν λόγω αίτηση, είναι, ως αναφέρεται στο κυρίως σώμα της αίτησης, διότι «.το θέμα είναι εξαιρετικά επείγον ενόψει της προσπάθειας του καθ΄ ου η αίτηση να απελευθερώσει το ως άνω ακίνητο από την υποθήκη υπ΄ αρ. Υ3/2007 του Επ. Κτηματολογίου Λάρνακας προφανώς για να μπορέσει να το μεταβιβάσει ή και να το αποξενώσει.». Όσον αφορά τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται το αίτημα της αιτήτριας κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια τη λιτή Ε/Δ της τελευταίας.
- Είμαι η Αιτήτρια στην ως άνω υπόθεση και θυγατέρα του Καθ΄ ου η Αίτηση.
- Ο καθ΄ ου η Αίτηση μου είχε μεταβιβάσει κατά ή περί το 2004 μερίδιο στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/[ ], τεμάχιο [ ], τμήμα 5 ή και υπό παλαιά στοιχεία με αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 50/23, τεμάχιο [ ] στην τοποθεσία Καμάρες στο Μενεού της επαρχίας Λάρνακας. Στο ακίνητο αυτό εγώ είχα ήδη το ½ μερίδιο.
- Για λόγους διευκολυντικούς και λόγω των προβλημάτων, τα οποία αντιμετώπιζα με τον πρώην σύζυγο μου, ο οποίος παρουσιάσθηκε ότι πιθανό να απαιτούσε μερίδιο στο σπίτι, κατήρτισα έγγραφο μαζί με τον Καθ΄ ου η Αίτηση ημερ. 08.03.2012, σύμφωνα με το οποίο: (α) Του μεταβίβασα το πιο πάνω ακίνητο. (β) Η μεταβίβαση ήταν διευκολυντική. (γ) Το πιο πάνω ακίνητο συμφωνήθηκε ότι ανήκει σε εμένα. (δ) Ο Καθ΄ ου η αίτηση ήταν υποχρεωμένος να μεταβιβάσει το ακίνητο οποτεδήποτε του το ζητούσα είτε σε εμένα, είτε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο θα του υπεδείκνυα.
- Την πιο πάνω συμφωνία ο Καθ΄ ου η αίτηση την υπέγραψε, αναλαμβάνοντας την πιο πάνω υποχρέωση ανεπιφύλακτα.
- Επανειλημμένα ζήτησα από τον Καθ΄ η Αίτηση την μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου στο όνομα μου, αλλά αυτός παρέλειψε να το πράξει.
- Στο ακίνητο αυτό έχω επικαρπία εφόρου ζωής.
- Το ακίνητο βαρύνεται με υποθήκη υπ΄ αρ. Υ3/2007 και την δόση την πληρώνω εγώ.
- Παρουσιάζω σχετικά: (α) 2 Τίτλους Ιδιοκτησίας - Τεκμήριο
- (β) Συμφωνία δανείου ημερ. 02/01/2007 - Τεκμήριο
- (γ) Έγγραφο υποθήκης μαζί με την σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου - Τεκμήριο
- (δ) Συμφωνητικό Έγγραφο ημερομηνίας 08/03/2012 - Τεκμήριο
- Δυστυχώς με τον καθ΄ ου η αίτηση οι σχέσεις μας έχουν οξυνθεί και επανειλημμένα με απείλησε ότι δεν θα επιστρέψει το σπίτι μου. Τελικά, οι σχέσεις μας είναι ανύπαρκτες διότι ούτε καν μιλούμε μεταξύ μας.
- Την 12/09/2024 πληροφορήθηκε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση ζήτησε από τον ενυπόθηκο δανειστή, που είναι η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, την απαλλαγή του ακινήτου από την ως άνω υποθήκη, προφανώς με σκοπό να το αποξενώσει ή και επιβαρύνει ή και πωλήσει ή και μεταβιβάσει το ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο, παρά το ότι ο ίδιος δεν επλήρωσε οποιοδήποτε ποσό έναντι του δανείου.
- Αμέσως ενημέρωσα τον δικηγόρο μου και μου ανέφερε ότι πρέπει να καταχωρήσω αμέσως την παρούσα αίτηση.
- Έχω πολύ καλή υπόθεση, υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πολύ μεγάλη πιθανότητα να κερδίσω την αγωγή. Αυτή είναι και η άποψη των δικηγόρων μου, οι οποίοι με συμβουλεύουν σχετικά.
- Ταυτόχρονα, το θέμα είναι εξαιρετικά επείγον, διότι αν δεν εκδοθεί το διάταγμα και ο Καθ΄ ου η αίτηση μεταβιβάσει το ακίνητο, δεν θα μπορώ να ικανοποιηθώ διότι ο ίδιος δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία για να με καλύψει.
- Εν πάση περιπτώσει, το ακίνητο αυτό, όπως φαίνεται και από την συμφωνία ημερομηνίας 08/03/2012 είναι διό μου και δεν είναι ένα οποιοδήποτε ακίνητο.
- Δυστυχώς, το πρόβλημα απεδείχθη με την πιο πάνω ενέργεια του Καθ΄ ου η αίτηση ότι είναι κατεπείγον και γι΄ αυτό δεν προλάβαινα να προχωρήσω με την επίδοση επιστολής απαίτησης/προδικαστηριακό πρωτόκολλο τύπου Ι και με έντυπο απαίτησης του Μέρους
- Ως εκ τούτου, η μόνη λύση που μου απέμενε ήταν να προχωρήσω με την παρούσα αίτηση.
- Γι΄ αυτό ζητώ την βοήθεια του Δικαστηρίου.» Αφού το Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεση διεξήλθε της αίτησης και έκρινε το αίτημα ως είχε υποβληθεί τότε δικαιολογημένο, εξέδωσε στις 17/09/24 το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες όπως η αιτήτρια καταχωρήσει την προτιθέμενη απαίτηση της εντός 10 ημερών. Η οδηγία αυτή του Δικαστηρίου επιβλήθηκε και ως επιπρόσθετος όρος για την συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Συμμορφούμενη λοιπόν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, η πλευρά της αιτήτριας καταχώρισε στις 19/09/24, δηλαδή δυο μέρες αργότερα, την απαίτηση υπ΄ αριθμό 537/24 εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Στην Ε/Α που επισυνάπτεται στην εν λόγω απαίτηση προβάλλονται από πλευράς αιτήτριας ισχυρισμοί με πανομοιότυπο λεκτικό με αυτό της Ε/Δ της τελευταίας που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Μάλιστα δε, η μόνη διαφορά στα δυο κείμενα είναι ότι στην Ε/Δ που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση γίνεται αναφορά και στις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων στις παρ. 11 - 15 ενώ στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά και στο γεγονός της έκδοσης και επίδοσης του εδώ επίδικου προσωρινού διατάγματος (βλ. παρ. 10 και 11). Η πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε στις 04/11/24 ένσταση στην διατήρηση του προσωρινού διατάγματος προβάλλοντας για τον σκοπό αυτό έξι λόγους ένστασης οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τις νομικές πτυχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και δη μονομερώς. Σύμφωνα με την υποστηρικτική Ε/Δ του καθ΄ ου η αίτηση, ο τελευταίος είχε αγοράσει το 1993 ολόκληρο το επίδικο ακίνητο το οποίο, περί το 1998, μεταβίβασε δια δωρεάς ανά ½ μερίδιο στις δυο του θυγατέρες, δηλαδή στην αιτήτρια και στην αδελφή της. Επί του εν λόγω ακινήτου αυτός είχε ανεγείρει μια κατοικία για την μία του θυγατέρα ενώ μια δεύτερη κατοικία βρισκόταν ήδη υπό ανέγερση για την άλλη θυγατέρα. Περί το 2004 ο καθ' ου η αίτηση συμφώνησε με τις θυγατέρες του όπως αγοράσει άλλο ακίνητο για την αδελφή της αιτήτριας με αντάλλαγμα η εν λόγω αδελφή να μεταβιβάσει στην αιτήτρια το ½ μερίδιο που κατείχε στο επίδικο ακίνητο όπως και έγινε. Κατέστη δηλαδή τότε η αιτήτρια απόλυτη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου. Η τελευταία, αφού εξασφάλισε δάνειο από τραπεζικό ίδρυμα (σήμερα η Ελληνική Τράπεζα), προχώρησε και ολοκλήρωσε την δεύτερη κατοικία που ανεγειρόταν εκεί. Στη συνέχεια όμως: «Γύρω στο τέλος του 2010 επήλθε διάσταση μεταξύ της αιτήτριας και του συζύγου της. Γύρω στο 2011-2012, η αιτήτρια ζήτησε να μου μεταβιβάσει το ακίνητο.για να μην διεκδικήσει ο σύζυγος της έστω και μικρό μερίδιο από το ποσό που χρησιμοποιήθηκε για την ολοκλήρωση του δεύτερου σπιτιού και για να δικαιούται να λαμβάνει επίδομα μονογονιού. Γι΄ αυτό και υπογράφτηκε το έγγραφο το οποίο κατέθεσε η αιτήτρια ως τεκμήριο 4 στην γραπτή δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση. Η αιτήτρια με την μεταβίβαση σε εμένα του ακινήτου κράτησε την επικαρπία για να συνεχίσει να παίρνει το ενοίκιο από το δεύτερο σπίτι το οποίο ενοικιαζόταν ενώ στο πρώτο σπίτι έμενε η ίδια. Στη συνέχεια για να μην χάσει το επίδομα μονογονιού δεν ήθελε να μεταβιβαστεί πίσω στο όνομα της το ακίνητο και ούτε δήλωνε το ενοίκιο που έπαιρνε.εγώ εν τω μεταξύ γύρω στο 2017 ξεκίνησα την διαδικασία διαχωρισμού του ακινήτου στο Μενεού ώστε τα δυο σπίτια να αποκτήσουν το καθένα ξεχωριστό τίτλο.Το 2020 αποφάσισα με τα τελευταία μου χρήματα.να αγοράσω από κοινού με τη σύζυγο μου το ½ μερίδιο του ακινήτου.στην περιοχή Σωτήρος στη Λάρνακα στο οποίο βρίσκεται μια διώροφη κατοικία. Το ½ μερίδιο του ακινήτου το οποίο αγόρασα γράφτηκε από ¼ μερίδιο σε εμένα και ¼ στη σύζυγο μου.Η αιτήτρια τον Απρίλιο του 2021 μου ζήτησε να της μεταβιβάσουμε με τη σύζυγο μου το σπίτι.στην περιοχή Σωτήρος στη Λάρνακα.και να κρατήσω το ½ του ακινήτου στο Μενεού ώστε μετά το διαχωρισμό του ακινήτου να κρατήσω εγώ το ένα από τα δυο σπίτια και συγκεκριμένα το δεύτερο σπίτι.Συμφωνήσαμε όπως μεταβιβάσουμε και στις δυο θυγατέρες μας από ½ μερίδιο του μεριδίου μας στο σπίτι στην περιοχή Σωτήρος στη Λάρνακα στην κάθεμια ώστε να έχουν και οι δυο θυγατέρες μας εξίσου από ένα σπίτι και από ½ μερίδιο στο σπίτι στη Σωτήρα. Πράγματι. το Μάϊο του 2021 μεταβιβάσαμε δυνάμει δωρεάς με τη σύζυγο μου τα μερίδια μας στις δυο θυγατέρες μας αφού η συμφωνία ήταν ότι θα μου μεταβίβαζε το ένα από τα δυο σπίτια στο Μενεού (Τεκ.5).Με αυτή την συμφωνία η οποία έγινε μεταβιβάστηκαν αργότερα επίσης από κοινού στις δύο θυγατέρες μας από τη σύζυγι μου δύο ακίνητο στο κατεχόμενο χωριό Μηλιά Αμμοχώστο.(Τεκ.6).Εγώ, δεν ζήτησα να γίνει γραπτώς η πάνω συμφωνία ούτε ζήτησα να σκίσουμε την παλιά συμφωνία την οποία παρουσίασε ως Τεκμήριο 4 η αιτήτρια και η οποία ακυρώθηκε με την νέα συμφωνία η οποία έγινε μεταξύ μας. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι δεν θα μπορούσα να εμπιστευτώ την θυγατέρα μου. Εγώ και η σύζυγός μου τηρήσαμε την συμφωνία την οποία κάναμε και τους μεταβιβάσαμε όλα όσα συμφωνήθηκαν. Παράλληλα προχωρούσε και η διαδικασία διαχωρισμού του ακινήτου στο Μενεού η οποία είχε ήδη ξεκινήσει από το 2017 για να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι, ώστε το ένα σπίτι να μεταβιβαστεί στην αιτήτρια και το άλλο πάνω μου. Για αυτό η αιτήτρια άφηνε εμένα να τρέχω όλη τη διαδικασία και περίμενε να εκδοθούν οι ξεχωριστοί τίτλοι για να της μεταβιβάσω το ένα σπίτι.» Κατά τον καθ' ου η αίτηση συνεπώς, τον οποίο εξέπληξε η καταχώριση της αγωγής και της παρούσας αίτησης αφού αναμενόταν από όλους να εκδοθούν οι ξεχωριστοί τίτλοι ώστε να υλοποιηθεί η τελευταία συμφωνία της οικογένειας, το δικαστήριο δεν θα πρέπει να διατηρήσει το επίμαχο διάταγμα αφού η αιτήτρια δεν απεκάλυψε την πλήρη αλήθεια στο Δικαστήριο και ούτε ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου
- Στην βάση των οδηγιών που δόθηκαν με το χρονοδιάγραμμα του Δικαστηρίου, τόσο η αιτήτρια όσο και ο καθ' ου η αίτηση καταχώρισαν περαιτέρω Ε/Δ προς απάντηση ο ένας στις θέσεις του άλλου. Ειδικότερα: Α. Αιτήτρια «.το οικόπεδο (επίδικο) . δεν αγοράστηκε μόνο με τα χρήματα του καθ΄ ου η αίτηση αλλά τα μισά χρήματα προέρχονταν από εμένα και ήταν δώρα αρραβώνων τα οποία είχαμε λάβει μαζί με τον κατοπινότερο σύζυγο μου .για να ολοκληρωθεί η ανέγερση του σπιτιού εγώ είχα συνεισφέρει όλα τα ποσά τα οποία είχαμε εισπράξει μαζί με το σύζυγο μου ως δώρα γάμου και από την προσφυγική βοήθεια. Στην πραγματικότητα ο καθ΄ ου η αίτηση δεν μεταβίβασε τίποτα περισσότερο σε εμένα απ΄ ότι στην αδελφή μου . το ακίνητο το οποίο αγοράστηκε στην (αδελφή μου) . η αξία του ήταν πολύ μεγαλύτερη από την αξία . του ½ του οικοπέδου που είχα λάβει και εγώ . ο ίδιος (καθ' ου η αίτηση) έσπευσε να προσπαθήσει δόλια να κρατήσει το σπίτι επ΄ ονόματι του αφού ζήτησε να απαλλαγεί από την υποθήκη από την οποία το σπίτι εβαρύνετο . Ουδέποτε υπήρξε πιθανότητα να χάσω το επίδομα μονογονιού εφόσον τα έσοδα μου ήταν πολύ καλά . Ο καθ΄ ου η αίτηση αγόρασε το 2015 καινούργιο αυτοκίνητο jaguar και το 2024 καινούργιο αυτοκίνητο skoda . ουδέποτε ζήτησα να μου μεταβιβαστεί το σπίτι στην περιοχή Σωτήρος. Πράγματι μου το μεταβίβασε ½ σε εμένα και ½ στην (αδελφή μου)) αλλά ήδη η (αδελφή μου) είχε ένα σπίτι στην . Λάρνακα το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερης αξίας από τα δυο δικά μου . τα αναφερόμενα ακίνητα στο χωριό Μηλιά Αμμοχώστου είναι μηδενικής αξίας.μεταβίβασε στον αδελφό μας σπίτι στα κατεχόμενα. Στον εγγονό του (υιό του αδελφού μου) μεταβίβασε ένα σπίτι προσφυγικό.Ο ίδιος ο καθ΄ ου η αίτηση δεν αναφέρει ότι η μεταβίβαση του ½ σπιτιού στη Σωτήρα είχε οποιαδήποτε σχέση με το επίδικο σπίτι που είναι δικό μου.». Β. Καθ' ου η αίτηση « . Το (επίδικο) ακίνητο αγοράστηκε αποκλειστικά με δικά μου χρήματα το
- Η αιτήτρια . ήταν μόλις 16 ετών . η αιτήτρια κανένα ποσό δεν συνεισέφερε πλην του ½ περίπου του ποσού που έλαβε από το δάνειο . δεν δόθηκε κανένα ποσό από το γάμο ή αρραβώνες γι΄ αυτό ο πρώην σύζυγος της αιτήτριας δεν διεκδίκησε κανένα περιουσιακό στοιχείο . το 1/2 μερίδιο του ακινήτου στην περιοχή Σωτήρος το μεταβίβασα επειδή μου το ζήτησε. Γι΄ αυτό και συμφωνήθηκε όπως παραμείνει στην ιδιοκτησία μου το ένα από τα δυο σπίτια στο Μενεού ...» Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, ειδική αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του αρ.32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και έχουν πολύ εύστοχα συνοψισθεί σε πληθώρα αποφάσεων όπως είναι οι ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στη Κοζάκου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις.... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» (βλ. μεταξύ άλλων και MERIDIAN GAMING LTD κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E179/2017, 2/5/2024, SERGIY MARFUT v. ZAFORPO VENTURES LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε144/2020, Ε145/2020, 29/3/2024, LAXIFLORA HOLDINGS LTD κ.α. v. ΚΩΣΤΑ ΖΕΡΒΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε38/2021, Ε42/2021, 12/2/2024 και PROQUASERV ACCOUNTANTS LTD κ.α. v. ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε49/2018, 17/11/2023) Αναφέρω εδώ ότι οι πιο πάνω αρχές, στο βαθμό που άπτονται και του πώς είναι που διενεργείται η δικαστική εξέταση ενδιάμεσων αιτήσεων της παρούσας φύσης, συνάδουν με τον τρόπο με τον οποίο τέτοιες αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται με βάση τους «νέους» Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας στη βάση των οποίων και εγείρεται η παρούσα. Προς τούτο παραπέμπω ενδεικτικά στο εγνωσμένου κύρους νομικό σύγγραμμα BLACKSTONE'S CIVIL PRACTICE 2019, όπου σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής των αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι είναι όμοιοι με τους κυπριακούς Κανονισμούς, αναφέρεται στις σελ. 585 - 588 ότι κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων δεν είναι ορθό να επιβάλλεται το επίπεδο απόδειξης που επιβάλλεται στα πλαίσια κανονικής δίκης (ισοζύγιο των πιθανοτήτων) αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ουσιαστικά είτε τη διεξαγωγή πρόωρης δίκης είτε όπως το Δικαστήριο προκαταβάλει στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης διαδικασίας την ενδεχόμενη τελική του κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Παρόμοια είναι δε και η αρχή που διατυπώθηκε προ πολλού στην Κύπρο σε σχέση με το επίπεδο απόδειξης σε ενδιάμεσες διαδικασίες για προσωρινά διατάγματα, αφού όπως λέχθηκε και στην Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 ότι «The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J.S. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.) "A probability", in the context of the proviso to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.» Ως εκ τούτου, το σύνηθες επίπεδο απόδειξης σε ενδιάμεσες διαδικασίες με βάση τους νέους Κανονισμούς είναι, όπως αναφέρεται στο Blackstone's, το κατά πόσο το οποιοδήποτε αμφισβητούμενο γεγονός έχει καταδειχθεί μέσω μιας «καλής συζητήσιμης υπόθεσης», κριτήριο το οποίο «.εμπερικλείει το σημαντικό κανόνα ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι όσο ικανοποιημένο μπορεί να είναι, δεδομένων των περιορισμών που έχει μια ενδιάμεση διαδικασία, για το ότι υπάρχουν παράγοντες που του δίδουν δικαιοδοσία ή που δικαιολογούν την άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής.». Για το λόγο αυτό, συνεχίζει το BLACKSTONE'S, «.οι περισσότερες αιτήσεις εξετάζονται στη βάση των γεγονότων που δεν αμφισβητούνται από τον καθ' ου η αίτηση, μαζί με την εκδοχή του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα.(εφόσον).η επιλογή μεταξύ μαρτύρων συνιστά λειτουργία του Δικαστή που εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης και σε μια ενδιάμεση αίτηση είναι επιτρεπτό για ένα Δικαστή να «κοιτάξει πίσω» από μια Ε/Δ μόνο αν προβάλλεται κάποιος ισχυρισμός που παρουσιάζει εγγενή απιθανότητα ή όταν υπάρχει εξωγενής μαρτυρία που τον αντικρούει.» (βλ.σελ. 587 και την αναφορά που εκεί γίνεται στις HRH Prince of Wales v Associated Newspapers Ltd [2006] EWCA Civ 1776 (21 December 2006), National Westminster Bank Plc v Daniel [1993] 1 WLR 1453 και Shyam Jewellers Ltd v Cheeseman | [2001] EWCA Civ 1818). Επιπρόσθετα όμως των πιο πάνω επισημαίνω ότι εφόσον στην υπό κρίση περίπτωση ένα από τα επίδικα αιτούμενα διατάγματα εκδόθηκε μονομερώς συνεπεία επίκλησης του δικαιοδοτικού παράγοντα του κατεπείγοντος, ο οποίος παράγοντας, αν διαπιστωθεί ότι υφίσταται, συνιστά θεμιτή εξαίρεση στον θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (βλ. μεταξύ άλλων ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΠΠΑ ν. ΠΟΥΛΛΑΣ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, 17/7/2014, ΑSPIS LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD ν. ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΑΛΛΩΣ ΝΟΡΑΣ ΣΙΑΚΑΤΙΔΟΥ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 52/2010, 19/3/2014, Αμβροσιάδου κ.ά. ν. Coward κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 78, Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 καθώς επίσης και Μ.23 Κ.6), και εφόσον το δικαιοδοτικό στοιχείο του «κατεπείγοντος» θίγεται ρητά με την ένσταση του καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο όχι μόνο μπορεί αλλά και επιβάλλεται όπως επανεξετάσει το στοιχείο αυτό ώστε να καταλήξει να επικυρώσει ή να ακυρώσει ένα διάταγμα υπό το φως πλέον του συνόλου των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του. Και βεβαίως, αν κατά την εν λόγω επανεξέταση κριθεί ότι για κάποιο λόγο τελικά η εν λόγω δικαιοδοτικής φύσεως προϋπόθεση δεν ικανοποιείτο τότε το εκδοθέν διάταγμα καθίσταται άκυρο εξ' υπαρχής και η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος σε σχέση με αυτό παρέλκει (βλ. ΠΕΤΡΟΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ν. ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε90/2016, 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A106, Αμβροσιάδου και Τσαδιώτη ανωτέρω). Ένας τέτοιος λόγος είναι και η παράλειψη του αιτητή να συμμορφωθεί με την ιδιαίτερα αυξημένη υποχρέωση του να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία του ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως να μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου (βλ. Commerzbank Auslandsbanken Holding AG και Άλλοι ν. Adeona Holdings Ltd
(2015)1 ΑΑΔ 386). Σύμφωνα με την τελευταία αυτή απόφαση, η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ του αιτητή του διατάγματος, και η μη αποκάλυψη, είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες όπως την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Το βάρος απόδειξης βέβαια ότι όντως υφίστατο το «κατεπείγον» κατά την έκδοση διαταγμάτων μονομερώς το φέρει μέχρι τέλους ο αιτητής ο οποίος βαρύνεται κατά την ακρόαση να τεκμηριώσει πλήρως το αίτημα του για την παροχή θεραπείας, περιλαμβανομένης και της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος εκεί όπου η θεραπεία δόθηκε μονομερώς (βλ. μεταξύ άλλων Δερμοσάκ ανωτέρω). Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το στοιχείο του «κατεπείγοντος» έχει πλέον καταστεί και δικονομική προϋπόθεση για την επιτυχία μιας αίτησης που καταχωρήθηκε ως «αίτηση χωρίς ειδοποίηση» εφόσον τέτοιες αιτήσεις έχουν πλέον αποκτήσει τη δική τους ξεχωριστή υπόσταση η οποία είναι ανεξάρτητη από τις αιτήσεις για τις οποίες δίνεται εξ' αρχής ειδοποίηση, ήτοι τις γνωστές «δια κλήσεως αιτήσεις» (βλ. Μ.23 Κ.6). Με άλλα λόγια, οι «νυν» αιτήσεις χωρίς ειδοποίηση δεν συνιστούν αιτήσεις οι οποίες κανονικά γίνονται δια κλήσεως και ζητείται από το Δικαστήριο όπως «κατ' εξαίρεση» εκδικαστούν μονομερώς, αλλά συνιστούν εξ αρχής μονομερείς αιτήσεις οι οποίες διέπονται από τις δικές τους δικονομικές προϋποθέσεις[1]. Όπως όμως και πριν τη θέσπιση των νέων Κανονισμών έτσι και τώρα, ο αιτητής δεν θα πρέπει μόνο να δώσει ικανοποιητικούς λόγους στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσει το γιατί έχει καταχωρήσει αίτηση χωρίς ειδοποίηση, είτε πριν είτε μετά την καταχώριση απαίτησης, αλλά και τυχόν αποτυχία του να καταδείξει μέχρι τέλους ότι η επιλογή του αυτή ήταν δικαιολογημένη στη βάση του κατεπείγοντος συνιστά λόγο για απόρριψη της αίτησης και ακύρωσης οποιουδήποτε εκδοθέντος διατάγματος (βλ. σελ. 575-578 και 658 - 661 Blackstone's ανωτέρω όπου γίνεται αναφορά στο τι συνιστά έγκυρη αίτηση χωρίς ειδοποίηση καθώς επίσης και Bates v Lord Hailsham of St Marylebone [1972] 1 WLR 1373 - "delay by the applicant cannot make an application urgent"). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cinpres Gas Injection Ltd v Melea Ltd [2005] EWHC 3180 (Pat) (14 December 2005) στην οποία παραπέμπει το Blackstone's ανωτέρω ως περίπτωση που η εκ των υστέρων διαπιστωθείσα αδικαιολόγητη καταχώρηση αίτησης χωρίς ειδοποίηση οδήγησε στην ακύρωση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος είναι άκρως διαφωτιστικό: «Before turning to these particular matters I should make a number of general observations. The grant of an injunction is a serious matter. Our familiarity with injunctive relief tends to blunt our appreciation of the significance of an injunction to lay parties.The second important consideration is the court's need to protect its own proceedings against interference. This is an extremely serious matter.The more serious an application the more desirable it is for notice to be given to the respondent. Applications without notice are only for genuinely urgent cases and cases where notice would frustrate the purpose of the order. There are also cases where giving notice, although desirable, is simply not practicable in the time available and in all cases in which notice is not given the failure must be justified to the judge. No regard was had to this basic principle in this case and no explanation was given to the judge either at the time or now. It is not as if this was a recondite area of legal learning. These basic requirements, . are clearly set out in the notes to CPR 25 and in the practice direction thereunder. In this case a very serious allegation was being made ... As I have indicated the gravity of the allegation made the giving of notice even more desirable than perhaps it might otherwise be. Notice could plainly have been given in this case and was not. There is no question that notice was possible since when it came to service of the order the address of the solicitors was proffered as an address for alternative service. I regard this is a grave procedural fault and as I have indicated no attempt has been made to explain it.In obtaining the order from Patten J, therefore, it seems to me that there was a disregard for procedural safeguards, safeguards which were intended.to ensure that the case was dealt with efficiently and proportionately. These are matters which do not require the intervention of the judge who hears the application. They should be automatic and it is the duty of the parties to inform the judge who is hearing the application that they have not been done.» Στις ίδιες όμως γραμμές κινείται και η κυπριακή νομολογία που περιέβαλλε τους «παλαιούς» Θεσμούς - βλ. μεταξύ άλλων CMK METAL CONSTRACTION LIMITED κ.α., Πολιτική Aίτηση Αρ. 138/2018, 7/11/2018: «Εν προκειμένω οι αιτητές είχαν κάθε δικαίωμα να καταχωρίσουν την έφεση μέχρι και το τελευταίο λεπτό της προβλεπόμενης προθεσμίας. Εφόσον όμως είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν και ενδιάμεση αίτηση για αναστολή του πλειστηριασμού, θα έπρεπε να ενεργήσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μη δημιουργήσουν συνθήκες πίεσης για το Δικαστήριο αλλά, κυρίως, για την άλλη πλευρά. Θα έπρεπε να καταχωρίσουν την έφεση και την ενδιάμεση αίτηση ενωρίτερα, οπότε και δεν θα υπήρχε ανάγκη για κατεπείγουσα αίτηση χωρίς ειδοποίηση. Η δέουσα, υπ΄αυτή την έννοια, δικονομική συμπεριφορά των αιτητών, θα έδιδε την ευκαιρία στο Δικαστήριο να προγραμματίσει και να χειριστεί την υπόθεση ακούγοντας προηγουμένως και τις δύο πλευρές, εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τους κινδύνους κάθε πλευράς, θέματα στα οποία αναφέρθηκε αγορεύοντας σήμερα ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών. Θα μπορούσε σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο να εκδικάσει την ενδιάμεση αίτηση με την απαιτούμενη ταχύτητα ή να κατέληγαν τα μέρη σε εκ συμφώνου αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού με μια πρακτική μεταξύ τους διευθέτηση μέσα από συναινετικές προσεγγίσεις. Αυτές όμως οι ορθές και δίκαιες δυνατότητες εξουδετερώθηκαν από τον χειρισμό των αιτητών να καταχωρίσουν την αίτησή τους στον ύστατο χρόνο που επέλεξαν να την καταχωρίσουν. Η αντιμετώπιση του θέματος από το Επαρχιακό Δικαστήριο ήταν ορθή. Ορθά θεώρησε πως το κατεπείγον της αίτησης προέκυπτε από τους χειρισμούς των ίδιων των αιτητών και συνεπώς δεν μπορούσαν να το επικαλούνται ως δικαιοδοτική προϋπόθεση της αίτησης τους. Αντίθετη προσέγγιση θα επιβράβευε τέτοιες πρακτικές προς ζημία της απονομής της δικαιοσύνης και των ταλαιπωρημένων δικαστικών διαδικασιών. Η αναγκαία και πολύτιμη στις κατάλληλες περιπτώσεις εξαίρεση απόδοσης θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά δεν μπορεί να λειτουργεί προς απόκτηση τακτικού δικονομικού πλεονεκτήματος ή εν πάση περιπτώσει για πρόκληση πίεσης στο Δικαστήριο και τους αντιδίκους.» Θα πρέπει τέλος να επισημανθεί και το ότι στην προκειμένη περίπτωση η διαδικασία δεν αφορά μόνο σε αίτηση χωρίς ειδοποίηση αλλά και σε αίτηση για χορήγηση θεραπείας πριν από την καταχώριση απαίτησης η οποία διέπεται από ειδικότερες προϋποθέσεις εφόσον θεραπεία σε τέτοιες περιπτώσεις χορηγείται «.μόνο αν (i) το θέμα είναι επείγον· ή (ii) υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις.» (βλ. Μ25 Κ.2
(2)(β)). Όσον αφορά αυτού του είδους τις αιτήσεις, στην σελ. 660 του Blackstone's ανωτέρω αναφέρεται ότι ένα θέμα θεωρείται «επείγον» για σκοπούς του σχετικού Κανονισμού όταν «.υπάρχει πραγματική αδυναμία στο να δοθεί η απαιτούμενη προειδοποίηση ή στο να διευθετηθεί η έκδοση απαίτησης. Πρέπει να υπάρχει ένα στοιχείο απειλούμενης ζημιάς η οποία μπορεί να επέλθει κατά το χρόνο μεταξύ της ακρόασης χωρίς ειδοποίηση και της ακρόασης με ειδοποίηση και (λόγω τούτου) χρειάζεται η άμεση επέμβαση του Δικαστηρίου.αδυναμία που προκύπτει από καθυστέρηση εκ μέρους του αιτητή δεν αρκεί. Στο Δικαστή θα πρέπει να δοθούν λόγοι για τον λόγο που υπεβλήθη αίτηση χωρίς ειδοποίηση. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δοθεί ειδοποίηση όπου πρόκειται να προβληθούν σοβαροί (grave) ισχυρισμοί στην αίτηση.η θεραπεία που ζητείται με μια αίτηση χωρίς ειδοποίηση θα πρέπει να είναι αναγκαία και ανάλογη σε σχέση με τους λόγους που οδηγούν στην καταχώριση αίτησης χωρίς ειδοποίηση.όπου η υπόθεση είναι επείγουσα οι συνήθεις δικονομικές υποχρεώσεις χαλαρώνουν στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων..» (σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά). Με γνώμονα όλες τις πιο πάνω αρχές λοιπόν και λαμβάνοντας κατ' αρχήν υπόψη την ρητή αμφισβήτηση που εγείρει ο καθ' ου η αίτηση σε σχέση με τη δικαιοδοτική και δικονομική προϋπόθεση του κατεπείγοντος αλλά και με το συναφές καθήκον για ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, και χωρίς να παραγνωρίζεται το ότι «.όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς»[2], σημειώνω τα ακόλουθα. Όταν η αίτηση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά, η εικόνα της υπόθεσης που παρουσίασε η αιτήτρια ήταν ουσιαστικά ότι ο καθ' ου η αίτηση πατέρας της, λόγω της όξυνσης των μεταξύ τους σχέσεων και εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι αυτή του είχε μεταβιβάσει προσωρινά το επίδικο ακίνητο της στις 08/03/12 για «λόγους διευκολυντικούς», ήτοι γιατί ανησυχούσε τότε ότι ο πρώην σύζυγος της «παρουσιάσθηκε ότι πιθανό να απαιτούσε μερίδιο στο σπίτι», υπαναχώρησε κατ' αθέμιτο και άδικο τρόπο από τα όσα είχαν συμφωνηθεί στις 08/03/12 γραπτώς, ήτοι ότι «το πιο πάνω ακίνητο συμφωνήθηκε ότι ανήκει σε εμένα» και ότι «ήταν υποχρεωμένος να μεταβιβάσει το ακίνητο οποτεδήποτε του το ζητούσα είτε σε εμένα, είτε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο θα του υπεδείκνυα», και έδειξε ότι προτίθετο να μεταχειριστεί το ακίνητο ωσάν να και ήταν όντως δικό του. Με την ένσταση και Ε/Δ του καθ' ου η αίτηση όμως παρουσιάστηκε μια διαφορετική εικόνα της υπόθεσης και συγκεκριμένα ότι ναι μεν είχε γίνει μεταξύ των διαδίκων η συμφωνία της 08/03/12 για μεταβίβαση του ακινήτου στον καθ' ου η αίτηση για τους λόγους που ανέφερε και η αιτήτρια, αλλά στη συνέχεια, ένεκα του ότι το επίδικο ακίνητο είχε αρχικά δωρισθεί στην αιτήτρια από τον καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια του διαμοιρασμού της περιουσίας των γονέων στα παιδιά τους, δηλαδή από τον καθ' ου η αίτηση και τη σύζυγο του στην αιτήτρια και στα αδέλφια της, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και των υπόλοιπων μελών της οικογένειας όπως το συγκεκριμένο ακίνητο τύχει διαφορετικού χειρισμού από αυτόν που προνοούσε η συμφωνία της 08/03/12 και δη κατά τρόπο που θα ήταν και δίκαιος προς όλους αλλά και που θα σύμφερε και την αιτήτρια. Είναι γι' αυτό το λόγο, ισχυρίζεται ο καθ' ου η αίτηση, που από το 2017 μέχρι και το 2024 η αιτήτρια έλαβε από εκείνον και τη σύζυγο του δυνάμει δωρεάς ακόμη ένα μερίδιο σε ακίνητη ιδιοκτησία στην Σωτήρα της Λάρνακας, ακόμη ένα μερίδιο σε ακίνητη ιδιοκτησία στις κατεχόμενες περιοχές ενώ παράλληλα είχε τροχιοδρομηθεί και διαχωρισμός του επίδικου ακινήτου ώστε η αιτήτρια να λάβει και ξεχωριστό τίτλο για το ένα από τα δύο σπίτια που βρίσκονταν εκεί. Με άλλα λόγια σύμφωνα με τον καθ' ου η αίτηση η αιτήτρια, αντί να καταλήξει δυνάμει της συμφωνίας της 08/03/12 να λαμβάνει από τους γονείς της μόνο ένα ακίνητο με δύο σπίτια, ήτοι το επίδικο ακίνητο, τελικά συμφωνήθηκε να λάβει από αυτούς ξεχωριστό τίτλο για το ήμισυ του επίδικου ακινήτου καθώς και το 1 από τα 2 σπίτια που βρίσκονταν εκεί, ένα ½ μερίδιο σε ένα άλλο ακίνητο με σπίτι και ένα ½ μερίδιο σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία στις κατεχόμενες περιοχές. Κατά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης είχε ήδη υλοποιηθεί το ένα μέρος της εν λόγω συμφωνίας, ήτοι η αιτήτρια είχε ήδη λάβει την επιπρόσθετη ακίνητη ιδιοκτησία στη Σωτήρα και στις κατεχόμενες περιοχές και αναμενόταν να ολοκληρωθεί και το άλλο μέρος, ήτοι ο διαχωρισμός του επίδικου ακινήτου ώστε η τελευταία να λάβει το ακίνητο που της αναλογούσε. Και είναι βεβαίως ευνόητο ότι προκειμένου να επιτευχθεί ο διαχωρισμός του επίδικου ακινήτου, ο καθ' ου η αίτηση, ως ο τότε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του, θα έπρεπε να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες ώστε το ακίνητο να απαλλαχτεί από την υποθήκη που είχε εγγράψει επί αυτού η Ελληνική Τράπεζα ως εξασφάλιση του χρέους της αιτήτριας. Την εικόνα τώρα αυτή που παρουσίασε ο καθ' ου η αίτηση αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης, η οποία εικόνα από μια πραγματική (factual) τουλάχιστο σκοπιά φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τα σχετικά πιστοποιητικά του κτηματολογίου που παρουσίασε ο τελευταίος, η αιτήτρια στην ουσία δεν την αμφισβήτησε. Αντιθέτως, ενώ με τη συμπληρωματική της Ε/Δ η αιτήτρια δέχτηκε ότι όντως κατέληξε μετά την συμφωνία της 08/03/12 να λαμβάνει από τον καθ' ου η αίτηση και τη μητέρα της την επιπρόσθετη ακίνητη ιδιοκτησία στη Σωτήρα και στις κατεχόμενες περιοχές, εντούτοις, προβάλλοντας τη θέση ότι τα αδέλφια της έλαβαν περισσότερη περιουσία από εκείνη, περιορίστηκε στο να αρνηθεί απλά την ύπαρξη της μεταγενέστερης συμφωνίας που ισχυρίστηκε ο καθ' ου η αίτηση ότι υπήρξε χωρίς όμως η ίδια να δίνει την οποιαδήποτε δική της εξήγηση για τις εν λόγω μεταβιβάσεις. Ούτε όμως και πρόβαλε η αιτήτρια οποιαδήποτε αντίθετη θέση σε σχέση με τον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση περί ενεργοποίησης διαδικασίας διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου από το 2017 με τη σύμφωνο γνώμη και συγκατάθεση της. Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς, είναι θεωρώ περιττό να επεκταθώ στο πόσο διαφορετικά θα ασκούσε την κρίση του το Δικαστήριο κατά το στάδιο που τέθηκε ενώπιον του η αίτηση μονομερώς αν είχε υπόψη του και τα γεγονότα που ισχυρίστηκε ο καθ' ου η αίτηση και τα οποία η αιτήτρια δεν έχει αμφισβητήσει. Ότι δηλαδή μετά τη συμφωνία της 08/03/12 ο καθ' ου η αίτηση, ο οποίος κατά την αιτήτρια υποτίθεται ότι λόγω της όξυνσης των μεταξύ τους σχέσεων «με απείλησε ότι δεν θα επιστρέψει το σπίτι μου.(και). ζήτησε από τον ενυπόθηκο δανειστή, που είναι η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, την απαλλαγή του ακινήτου από την ως άνω υποθήκη, προφανώς με σκοπό να το αποξενώσει ή και επιβαρύνει ή και πωλήσει ή και μεταβιβάσει το ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο», στην πραγματικότητα είχε προχωρήσει και μεταβιβάσει στην αιτήτρια σε μια περίοδο 10 χρόνων αριθμό άλλων ακινήτων του ενώ παράλληλα εκκρεμούσε για 7 χρόνια και διαδικασία διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου για την οποία αναπόφευκτα αυτός έπρεπε να επικοινωνεί με τον ενυπόθηκο δανειστή της αιτήτριας, ήτοι την Ελληνική Τράπεζα. Επισημαίνω εδώ ότι αναφέρω τα πιο πάνω όχι διότι θεωρώ ότι η εκδοχή του καθ' ου η αίτηση περί σύναψης μεταγενέστερης συμφωνίας είναι πιο πιστευτή από την εκδοχή της αιτήτριας - άλλωστε στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα - αλλά για να καταδείξω ότι αν τα γεγονότα που αποκάλυψε ο καθ' ου η αίτηση και τα οποία η αιτήτρια δεν έχει αμφισβητήσει ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου εξ' αρχής, τότε σίγουρα θα δημιουργούνταν σε τέτοιο βαθμό προβληματισμοί σε σχέση με τα όσα αποδίδονται στον καθ' ου η αίτηση από την αιτήτρια που δεν θα δικαιολογείτο να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα εναντίον του χωρίς πρώτα να ακουστούν και οι δικές του θέσεις. Αυτό λοιπόν που διαπιστώνεται στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι κατά το στάδιο που το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης της αιτήτριας στην παρουσία μόνο της τελευταίας, αυτή παρουσίασε μια ελλιπή και εσφαλμένη εικόνα της πραγματικότητας σε σχέση με ουσιώδεις πτυχές της με αποτέλεσμα όχι μόνο να στερήσει από το Δικαστήριο την ευκαιρία να προγραμματίσει και να χειριστεί την υπόθεση ακούγοντας προηγουμένως και τις δύο πλευρές, εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τους κινδύνους κάθε πλευράς, αλλά και να το οδηγήσει στο τέλος να εκδώσει ένα διάταγμα το οποίο και επηρέασε δυσμενώς τον αντίδικο της αλλά και δημιούργησε συνθήκες πίεσης για το ίδιο αλλά, κυρίως, για την άλλη πλευρά (βλ. CMK ανωτέρω). Η πιο πάνω διαπίστωση, λαμβανομένης υπόψη της αρχής ότι ιδιαίτερα σε σχέση με το θέμα του κατεπείγοντος «.η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης», κρίνεται να είναι από μόνη της αρκετή για να σφραγίσει την τύχη του εκδοθέντος διατάγματος ως εξ' υπαρχής άκυρο, καθιστώντας έτσι περιττή την ενασχόληση με το κατά πόσο πληρούνταν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης του. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω κρίνω ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και για ακόμη δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος αφορά στην επιλογή της πλευράς της αιτήτριας να αιτηθεί με την υπό κρίση αίτηση την χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας πριν την καταχώρηση απαίτησης δυνάμει του Μ.23 Κ.2
(2)και του Μ.25 Κ.2
(2)(β). Υπενθυμίζω εδώ ότι η ιδιομορφία μιας τέτοιας αίτησης έγκειται στο γεγονός ότι αυτή περιβάλλεται από επιπρόσθετους ειδικούς δικονομικούς κανόνες εφόσον θεραπεία σε τέτοιες περιπτώσεις χορηγείται «.μόνο αν (i) το θέμα είναι επείγον· ή (ii) υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις.» (βλ. Μ25 Κ.2
(2)(β)), ή με άλλα λόγια, όπως εξηγείται στο Blackstone's ανωτέρω, όταν «. υπάρχει πραγματική αδυναμία στο να δοθεί η απαιτούμενη προειδοποίηση ή στο να διευθετηθεί η έκδοση απαίτησης.». Το στοιχείο δηλαδή του «επείγοντος» σε τέτοιες περιπτώσεις, οι οποίες μπορεί να αφορούν και σε αιτήσεις χωρίς ειδοποίηση αλλά και σε αιτήσεις με ειδοποίηση[3], είναι μεν στοιχείο που προσομοιάζει με το στοιχείο του «κατεπείγοντος» που απαιτείται να υπάρχει προκειμένου να δικαιολογηθεί η υποβολή αίτησης χωρίς ειδοποίηση - αν επιλεγεί να μην δοθεί ειδοποίηση[4] - είναι όμως ταυτόχρονα και ανεξάρτητο στοιχείο που σχετίζεται με το λόγο για τον οποίο δεν μπορούσε πρώτα να καταχωρηθεί κανονική απαίτηση με την οποία όχι μόνο θα καθίσταντο ξεκάθαρες οι πραγματικές προθέσεις και θέσεις του αιτητή[5] αλλά και θα ενεργοποιούνταν πλέον και όλες οι δικονομικές δικλείδες που αφορούν στη διασφάλιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων- «.safeguards which were intended.to ensure that the case was dealt with efficiently and proportionately.» (βλ. Cinpres Gas Injection Ltd ανωτέρω). Αν λοιπόν διαπιστωθεί ότι δεν δικαιολογείτο η καταχώρηση αίτησης πριν από την απαίτηση τότε η αίτηση και το οποιοδήποτε διάταγμα είχε εκδοθεί στα πλαίσια της θα πρέπει να απορριφθούν λόγω «σοβαρού δικονομικού σφάλματος» («grave procedural fault»), ό,τι δηλαδή συνεπάγεται και η διαπίστωση περί απουσίας του στοιχείου του κατεπείγοντος (βλ. Cinpres Gas Injection Ltd ανωτέρω) Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν, όπως ανέφερα και πιο πάνω, το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε στις 17/09/24, η επίδοση του στον καθ' ου η αίτηση έγινε την αμέσως επόμενη μέρα, ήτοι στις 18/09/24 (βλ. σχετική Ε/Δ επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο) και την επόμενη μέρα (19/09/24), δηλαδή δύο μέρες μετά που εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα, η αιτήτρια καταχώρησε την απαίτηση της προβάλλοντας με αυτή τους ίδιους ισχυρισμούς που πρόβαλε στην Ε/Δ της παρούσας διαδικασίας με πανομοιότυπο μάλιστα λεκτικό. Με άλλα λόγια, όπως λέχθηκε και στη Cinpres Gas Injection Ltd ανωτέρω, αντίθετα με την «επείγουσα» εικόνα που παρουσίασε αρχικά η αιτήτρια με την αίτηση και Ε/Δ της, στην πραγματικότητα καμία πραγματική αδυναμία δεν διαπιστώνεται να υπήρχε για καταχώριση της απαίτησης πριν την καταχώριση της παρούσας αίτησης ή στο να δοθεί υπό τις περιστάσεις η απαιτούμενη προειδοποίηση στον καθ' ου η αίτηση. Αντιθέτως, αυτό που διαπιστώνεται σήμερα είναι ότι η αιτήτρια ήταν πάντοτε πλήρως έτοιμη και ικανή να καταχωρίσει την απαίτηση της και γνώριζε ακριβώς και για το πού αλλά και για το πώς θα μπορούσε να εντοπίσει τον καθ' ου η αίτηση. Το ότι μπορεί η αιτήτρια να θεώρησε ότι η περίπτωση της ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις για την καταχώρηση αίτησης χωρίς ειδοποίηση δυνάμει του Μ.23 Κ.6 δεν σημαίνει και ότι αυτόματα πληρούνταν και οι προϋποθέσεις για χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας πριν από την καταχώριση απαίτησης δυνάμει του Μ.25 Κ.2
(2)(β). Η διαπίστωση συνεπώς περί διάπραξης του ανωτέρω σοβαρού δικονομικού σφάλματος από πλευράς αιτήτριας συνιστά πρόσθετο και ανεξάρτητο λόγο για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος της 17/09/24. Ο δεύτερος επιπρόσθετος λόγος για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος της 17/09/24 αφορά στις αρχές της επιείκειας (equity) απ' όπου ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του (βλ. Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Αristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377). Εξηγώ. Μεταξύ των πιο σημαντικών δογμάτων της επιείκειας (maxims) είναι ότι οι αρχές της (επιείκειας) δεν θα επιτρέψουν σε κάποιο πρόσωπο να επωφεληθεί από πράξεις οι οποίες είναι αντινομικές προς τις αρχές αυτές, είτε διότι οι συγκεκριμένες πράξεις είναι παράνομες (βλ. π.χ. Χριστοδούλου ν. Antonius H.F.M. Vraets
(2009)1 ΑΑΔ 802) είτε διότι είναι ανήθικες ή παραβιάζουν το περί δικαίου κοινό αίσθημα («public conscience») (βλ. π.χ. Ιερά Μητρόπολη Πάφου ανωτέρω) - one who comes into equity must come with clean hands or alternatively, equity will not permit a party to profit by his own wrong (βλ. Tinsley v. Milligan [1994] 1 A.C. 340 και Jehon v Vivian
(1876)Law Rep. 6 Ch. App. 742). Στην παρούσα περίπτωση η αιτήτρια υποστήριξε με την αρχική της Ε/Δ ότι η επίδικη συμφωνία της 08/03/12, η οποία αποτελεί τη βάση για την υπόθεση της εναντίον του καθ' ου η αίτηση εφόσον ήταν δυνάμει εκείνης της συμφωνίας που το επίδικο ακίνητο μεταβιβάσθηκε στον τελευταίο, είχε γίνει «.Για λόγους διευκολυντικούς και λόγω των προβλημάτων, τα οποία αντιμετώπιζα με τον πρώην σύζυγο μου, ο οποίος παρουσιάσθηκε ότι πιθανό να απαιτούσε μερίδιο στο σπίτι.». Η αρχική αυτή αναφορά της αιτήτριας, με τον τρόπο που είχε εκφραστεί τότε, έδινε την εντύπωση ότι ο σκοπός της συμφωνίας της 08/03/12 δεν ήταν να εξαπατηθεί οποιοδήποτε πρόσωπο αλλά απλά να προστατευτεί η περιουσία που είχε αποκτήσει η αιτήτρια από μόνη της αλλά και από την οικογένεια της, ήτοι από τον καθ' ου η αίτηση, από οποιαδήποτε τυχόν αξίωση ήθελε προβάλει σε σχέση με αυτή ο πρώην σύζυγος της, προφανώς αβάσιμα. Με τους ισχυρισμούς όμως που πρόβαλε με τη συμπληρωματική της Ε/Δ, η αιτήτρια έδειξε ότι τα κίνητρα που την οδήγησαν εκείνη και τον καθ' ου η αίτηση να συνάψουν τη συμφωνία της 08/03/12 μάλλον δεν ήταν τόσο γνήσια όσο αυτή άφησε να νοηθεί με την αρχική της Ε/Δ. Αυτό γιατί σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ίδια της αιτήτριας, ο πρώην σύζυγος της ουσιαστικά δικαιολογείτο τότε να απαιτεί μερίδιο στο επίδικο ακίνητο αφού είχε συνεισφέρει οικονομικά στην απόκτηση του - «.το οικόπεδο (επίδικο) . δεν αγοράστηκε μόνο με τα χρήματα του καθ΄ ου η αίτηση αλλά τα μισά χρήματα προέρχονταν από εμένα και ήταν δώρα αρραβώνων τα οποία είχαμε λάβει μαζί με τον κατοπινότερο σύζυγο μου .για να ολοκληρωθεί η ανέγερση του σπιτιού εγώ είχα συνεισφέρει όλα τα ποσά τα οποία είχαμε εισπράξει μαζί με το σύζυγο μου ως δώρα γάμου και από την προσφυγική βοήθεια.» Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, η εκδοχή που παρουσιάζεται να προωθεί η αιτήτρια, ως η εκδοχή αυτή αποκρυσταλλώθηκε στο παρόν στάδιο με τη συμπληρωματική της Ε/Δ, είναι ότι επειδή ο πρώην σύζυγος της θα δικαιούτο να λάβει μερίδιο του επίδικου ακινήτου και του σπιτιού που είχε ανεγερθεί εκεί λόγω του ότι είχε και ο ίδιος συνεισφέρει οικονομικά στην απόκτηση του επίδικου ακινήτου αλλά και στην ανέγερση της κατοικίας, αυτή και ο καθ' ου η αίτηση πατέρας της είχαν συμφωνήσει στις 08/03/12 όπως προσωρινά «αφαιρέσουν στα χαρτιά» το ακίνητο από τα περιουσιακά στοιχεία της αιτήτριας προκειμένου να μην μπορεί ο πρώην σύζυγος της να το εντοπίσει και να το διεκδικήσει και να το «επαναφέρουν» αργότερα όταν «το πεδίο θα ήταν πλέον ασφαλές». Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά της αιτήτριας όμως, τέτοια συμπεριφορά δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως πλήρως αντινομική προς τις αρχές τις επιείκειας και ως τέτοια θα πρέπει αναπόφευκτα να οδηγήσει σε ακύρωση του διατάγματος της 17/09/24 αφού όπως έχει νομολογηθεί, «.κανένα Δικαστήριο δεν θα βοηθήσει κάποιον που εδράζει το σκοπό του στη βάση μιας παράνομης ή ανήθικης πράξης.» - «.no court will lend its aid to a man who founds his cause of action upon an immoral or illegal act.» Παραθέτω συνεπώς αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Χριστοδούλου ανωτέρω το οποίο θεωρώ είναι πλήρως κατατοπιστικό: «Εδώ, υπό οποιαδήποτε θεώρηση είτε δηλαδή υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, είτε υπήρξε πρόθεση εξαπάτησης του εφεσίβλητου, το γεγονός παρέμενε με βάση τη διαπίστωση του πρωτοδίκου Δικαστήριο ότι ο εφεσίβλητος γνώριζε το παράνομο της όλης επιχείρησης, συμμετείχε σ' αυτή θεληματικά και ήταν συνεπώς in pari delicto με τον εφεσείοντα και τον εναγόμενο 2.Πρόκειται για περίπτωση εφαρμογής του Λατινικού αξιώματος ex turpi causa non oritur actio, δηλαδή, όπως το έθεσε από πολύ παλιά, ο Lord Mansfield CJ στην Holman v. Johnson [1775] 1 Cowp 341: «no court will lend its aid to a man who founds his cause of action upon an immoral or illegal act.» Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν την επανάκτηση μεταβιβασθέντων οφελημάτων που προέρχονται από παράνομα συμβόλαια. Αυτή η αρχή υπερίσχυσε στην προσπάθεια να εξισορροπηθούν δύο αντικρουόμενες τάσεις, δηλαδή, να εμποδίζεται από τη μια ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και από την άλλη να απαγορεύεται η συνομολόγηση παρανόμων συμβάσεων. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Street on Torts 11η έκδ. σελ. 106-109, παρόλο που η αρχική εφαρμογή του δόγματος του ex turpi causa σχετιζόταν με το δίκαιο των συμβάσεων και όχι το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, κανένα Δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει μια συμφωνία που προέρχεται από παράνομη συναλλαγή, αυτό δε επεκτείνεται σ' όλο το φάσμα του δικαίου. Όπως, επί λέξει, αναφέρεται: «.. if the claimant must rely on an illegal contract to succeed in tort, his action in tort must also fail. So, in Taylor v. Chester the claimant deposited a £50 note with the defendant as security for his agreement to pay her for the 'rent' of her brothel for an orgy. His claim in detinue for return of the pledge failed because he could only deny the validity of the pledge by showing its illegal and immoral purpose.» Σε μεταγενέστερες αποφάσεις όπως τις Euro-Diam Ltd v. Bathurst [1990] 1 Q.B. 1 και Howard v. Shirlstar Container Transport Ltd [1990] 1 W.L.R. 1292, θεωρήθηκε ότι το δόγμα θα μπορούσε να τυγχάνει μιας πιο ελαστικής αντιμετώπισης κατά την οποία μικρές παρανομίες θα μπορούσαν να μην αποτελούν εμπόδιο στην επιδίωξη θεραπείας, άν κατά τα άλλα δεν θα ήταν αντίθετες με το περί δικαίου κοινό αίσθημα («public conscience»). Η προσπάθεια αυτή όμως αποδοκιμάστηκε στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στη Tinsley v. Milligan [1994] 1 A.C. 340, με αναφορά στη διαχρονική νομολογία, αρχής γενομένης από την Holman v. Johnson.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος της 17/09/24 το οποίο και ακυρώνεται. Η αίτηση δε της 17/09/24 (έντυπο 33) απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά, ως είναι και ο γενικός κανόνας, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Προτού όμως προχωρήσω να ακούσω τους συνηγόρους των διαδίκων σε σχέση με το ύψος των εξόδων αυτών στα πλαίσια της σχετικής διαδικασίας που προνοούν οι Κανονισμοί, θα δώσω στους τελευταίους την ευκαιρία να συμφωνήσουν και να δηλώσουν το ύψος τους, το οποίο, από μια πρώτη θεώρηση των σχετικών Πινάκων και υπό την επιφύλαξη βέβαια των όσων ενδεχομένως να επιχειρηματολογήσουν οι συνήγοροι, φαίνεται να κυμαίνεται μεταξύ €3000 - €3500 πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. Αν λοιπόν μέχρι τις 05/03/25 οι διάδικοι δεν καταλήξουν σε συμφωνία ως προς το ύψος των εξόδων τότε να καταχωρήσουν εκατέρωθεν σχετικούς καταλόγους μέχρι τις 07/03/25 και το Δικαστήριο θα επιληφθεί του θέματος στις 10/03/24 και ώρα 09:30 στη φυσική παρουσία τους. (Υπ.)......... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μ.23Κ.6
(1)Αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς να επιδοθεί αντίγραφο αυτής στον καθ' ου η αίτηση σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:(α) όταν υπάρχει κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις· (β) όταν όλοι οι διάδικοι συγκατατίθενται·(γ) όταν το δικαστήριο απαλλάσσει τον αιτητή από την υποχρέωση επίδοσης·(δ) όταν ο πρωταρχικός σκοπός προάγεται καλύτερα με τον τρόπο αυτό·(ε) όταν αυτό επιτρέπεται από Νόμο, κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.
(2)Αιτητής ο οποίος υποβάλλει αίτηση χωρίς ειδοποίηση καταχωρίζει, μαζί με την αίτηση ή το συντομότερο δυνατό μετά την καταχώρισή της και, σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον δύο μέρες πριν από την ΑΔΟ, γραπτή αγόρευση. Η γραπτή αγόρευση πρέπει να είναι σύμφωνη με τον κανονισμό 23.11
(4). [2] Βλ. Commerzbank ανωτέρω [3] βλ. π.χ. Μ.25 Κ.5
(3)και σημείωση προς Καθ' ου η αίτηση στο Έντυπο 33 [4] βλ. Μ.23 Κ.6 [5] π.χ. ότι δεν επιδιώκεται να εξασφαλιστεί προσωρινό διάταγμα ως αυτοσκοπός - βλ. Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Eξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 149 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο