ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΗΛΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΤΖΟΥΛΙΑΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑ, Αρ. Αγωγής: 442/24, 25/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 442/24(ι) Μεταξύ: ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Ενάγουσα και ΗΛΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΤΖΟΥΛΙΑΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑ Εναγόμενος ------------- (Αίτηση Ημερ. 31/07/2024 για προσωρινά διατάγματα) ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25 Νοεμβρίου, 2024 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Μαρκιτανής για ΝΙΚΗ ΚΛΗΡΙΔΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε Για εναγόμενο- Καθ' ου η αίτηση: : κα Α. Τοφαρή για ΗΛΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα απαίτηση που καταχώρισε στις 30/07/2024 δυνάμει του Μ7Κ.1
(1)(α), η ενάγουσα ζητά όπως εκδοθεί αφ' ενός διάταγμα προς όφελος της για ειδική εκτέλεση συμφωνίας δωρεάς που ισχυρίζεται ότι σύναψε στις 24/01/2024 και 30/01/2024 με την θεία της μ.Τζουλιάνα Έλληνα (ΤΕ) για το ½ μερίδιο ενός ακινήτου στην ενορία Χρυσοπολίτισσα στη Λάρνακα ιδιοκτησίας της τελευταίας και αφ' ετέρου διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται όπως ο εναγόμενος, ως διαχειριστής της περιουσίας της ΤΕ, της καταβάλει το ποσό των €237,70 το οποίο ισχυρίζεται ότι κατέβαλε εκ μέρους της αποβιώσασας για την εξόφληση διαφόρων τελών του ΣΑΛ που βάραιναν το επίδικο ακίνητο. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης που επισυνάπτεται στο έντυπο απαίτησης, η ΤΕ, προτού αποβιώσει, είχε ζητήσει να συναντηθεί με συγκεκριμένη δικηγόρο από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί σήμερα την ενάγουσα, δηλαδή τη ΝΚ, στην οποία είχε αναφέρει όταν τη συνάντησε στο γραφείο της στις 31/10/2023, ότι επιθυμούσε να δωρίσει στις αδελφότεκνες της, δηλαδή στην ενάγουσα και σε κάποια Α.Δ, από ½ μερίδιο στο επίδικο ακίνητο. Στη βάση λοιπόν των οδηγιών της ΤΕ η ΝΚ ετοίμασε σχετικές συμφωνίες δωρεάς προς όφελος της ενάγουσας και της ΑΔ, όμως η υπογραφή των συμφωνιών αυτών καθυστέρησε, αφ' ενός διότι η αποβιώσασα ήθελε πρώτα να συζητήσει με τις αδελφότεκνες της την επιθυμία της να εγγραφεί επί των μεταβιβαζόμενων μεριδίων δικαίωμα επικαρπίας του ακινήτου προς όφελος της ίδιας και του συζύγου της (Ν.Ε) και αφ' ετέρου διότι σε σχέση με την ενάγουσα η σχετική συμφωνία έπρεπε να σταλεί για υπογραφή στην Αγγλία όπου αυτή διαμένει. Η αποβιώσασα τελικά υπέγραψε τις σχετικές συμφωνίες δωρεάς στις 24/01/2024 και την ίδια μέρα υπέγραψε και πληρεξούσιο έγγραφο προς συγκεκριμένο συνεργάτη των δικηγόρων της ούτως ώστε να την εκπροσωπήσει στο Κτηματολόγιο για σκοπούς εκτέλεσης των μεταβιβάσεων. Όσον αφορά τη συμφωνία που αφορούσε στην ενάγουσα, ήτοι την επίδικη συμφωνία, η τελευταία την υπέγραψε στις 30/01/2024 στην Αγγλία. Αφού λοιπόν η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε από την ΤΕ και την ενάγουσα ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της πρώτης προχώρησε άμεσα να διεκπεραιώσει όλες τις σχετικές διαδικασίες στο Κτηματολόγιο οπόταν και εξασφαλίστηκαν οι απαιτούμενες φορολογικές απαλλαγές από το Τμήμα Φορολογίας και με χρήματα της ενάγουσας εξοφλήθηκαν και τα τέλη του ΣΑΛ που βάραιναν το ακίνητο ύψους €237,
- Προτού όμως προλάβει να «ολοκληρωθεί η πράξη» στο Κτηματολόγιο η ΤΕ απεβίωσε (07/02/24) με αποτέλεσμα η επίδικη συμφωνία δωρεάς να μην καταστεί δυνατό να εκτελεστεί. Η ενάγουσα τότε, επειδή θεωρούσε και θεωρεί την επίδικη συμφωνία δωρεάς ως μια νόμιμη και έγκυρη συμφωνία που έγινε λόγω φυσικής αγάπης και στοργής μεταξύ δύο προσώπων με στενή συγγένεια, αποτάθηκε στους κληρονόμους της ΤΕ, ήτοι στο σύζυγο της τελευταίας (ΝΕ) και στη βιολογική του θυγατέρα (ΓΕ) την οποία η ΤΕ είχε υιοθετήσει, και τους ζήτησε όπως προχωρήσουν εκείνοι να εκπληρώσουν τις συμβατικές υποχρεώσεις της αποβιώσασας. Οι εν λόγω κληρονόμοι όμως, υποστηρίζοντας ότι η επίδικη συμφωνία ήταν άκυρη και ανίσχυρη αρνήθηκαν να συνεργαστούν και λόγω της απροθυμίας τους αυτής η ενάγουσα αναγκάστηκε να καταχωρίσει αίτηση στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσει το διορισμό διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας για τον περιορισμένο σκοπό εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας (limited grant). Με το που ενημερώθηκαν όμως για την εξέλιξη αυτή, οι κληρονόμοι της αποβιώσασας έσπευσαν και πέτυχαν στις 18/07/2024 το διορισμό του δικηγόρου ΗΧ ως γενικού διαχειριστή της περιουσίας της τελευταίας, ο οποίος, ενεργώντας κατόπιν οδηγιών των κληρονόμων ως ο επίσημα πλέον διορισμένος εκπρόσωπος της περιουσίας της αποβιώσασας, αμφισβήτησε την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας και αρνήθηκε να την εκτελέσει. Μη έχοντας λοιπόν άλλη επιλογή η ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα απαίτηση με την οποία διεκδικεί τις θεραπείες που αναφέρονται ανωτέρω. Την ίδια μέρα που καταχώρισε την πιο πάνω απαίτηση της, η ενάγουσα, επικαλούμενη το στοιχείο του κατεπείγοντος, καταχώρισε και την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση χωρίς ειδοποίηση με την οποία ζητά, στη βάση του αρ. 23 του Συντάγματος, των αρ. 4, 5 και 9 του Κεφ. 6, των αρ.31 και 32 του N.14/60, των αρ.25 και 76 του Κεφ. 149 και των M.23, 25 και 39 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως εκδοθεί προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο διαχειριστή να πωλήσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει ή μεταβιβάσει και/ή με οποιονδήποτε τρόπο να διαθέσει ή αποξενώσει το επίδικο ακίνητο μέχρι την εκδίκαση και ολοκλήρωση της απαίτησής. Το πραγματικό (factual) υπόβαθρο της αίτησης - όπως και του αιτήματος για εκδίκαση της αίτησης επί επείγουσας βάσης (βλ. Μ.23 Κ.8) - παρουσιάζεται να παρέχεται από δύο Ε/Δ της δικηγόρου ΝΚ, η οποία αναφέρει ότι είναι η διευθύντρια του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την ενάγουσα καθώς και η δικηγόρος που είχε προσωπική εμπλοκή τόσο στα επίδικα γεγονότα, ήτοι κατά την κατάρτιση και υπογραφή της επίδικης συμφωνίας από την αποβιώσασα, όσο και στο παρελθόν κατά τις διαδικασίες υιοθεσίας της ΓΕ. Σύμφωνα λοιπόν με τις Ε/Δ της ΝΚ, η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ότι περιέχονται στην έκθεση απαίτησης, ο λόγος που κρίθηκε αναγκαίο να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση είναι αφ' ενός διότι ο εναγόμενος, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας, ενδέχεται να προχωρήσει στα πλαίσια της διαχείρισης στην αποξένωση του ακινήτου κατά τρόπο άλλο από αυτό που προνοεί η επίδικη συμφωνία και αφ' ετέρου διότι έχει ήδη διαπιστωθεί ότι το ακίνητο, το οποίο εκτιμάται από το Κτηματολόγιο ν' αξίζει €156.400 (Τεκ.9), διαφημίζεται από τους κληρονόμους ότι προσφέρεται προς πώληση (Τεκ. 8). Κατά την ομνύουσα λοιπόν, η οποία στην Ε/Δ της επισυνάπτει ως Τεκμήρια και την επίδικη συμφωνία δωρεάς (Τεκ.5) - η οποία φέρεται να περιέχει πιστοποιημένες υπογραφές από την ενάγουσα (30/01/24) και την αποβιώσασα (24/01/24) και να είναι χαρτοσημασμένη από τον Έφορο Τελών Χαρτοσήμων στις 27/05/24 - και το πληρεξούσιο έγγραφο που η αποβιώσασα φέρεται, και φαίνεται να πιστοποιείται ότι υπέγραψε στις 24/01/24 (Τεκ.4), αλλά και τις φοροαπαλλαγές και εξοφλητικές αποδείξεις που παρουσιάζονται να εξασφαλίστηκαν κατά τις διαδικασίες στο Κτηματολόγιο (Τεκ. 6 και 7), αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η ενάγουσα δεν θα μπορεί να δικαιωθεί αν στο τέλος επιτύχει την αγωγή της εφόσον το επίδικο ακίνητο αποτελεί κατά πόσα πιθανότητα το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της περιουσίας της αποβιώσασας. Αν από την άλλη εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα, καταλήγει η ομνύουσα, οι κληρονόμοι της αποβιώσασας δεν θα υποστούν καμία ζημιά ή τουλάχιστον ζημιά που δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, εφόσον το ακίνητο θα συνεχίσει να παραμένει καθ' όλη τη διάρκεια της υπόθεσης ως μέρος της υπό διαχείριση περιουσίας της αποβιώσασας. Όταν λοιπόν η αίτηση της ενάγουσας τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά στα πλαίσια της προβλεπόμενης ΑΔΟ κρίθηκε τότε ότι δεν θα ήταν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις ορθό ή δίκαιο να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα της αιτούμενης φύσης χωρίς πρώτα να ακουστεί και η αντίδικη πλευρά. Δόθηκαν συνεπώς οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στον εναγόμενο, ο οποίος, αφού εμφανίστηκε μέσω του δικηγορικού γραφείου που διευθύνει και στο οποίο εργάζεται και ο ίδιος ως δικηγόρος, καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας 23 συνολικά λόγους για τους όποιους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθείοι οποίοι περιστρέφονται τόσο γύρω από τα επίδικα γεγονότα όσο και γύρο από τις προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης. Σημειώνω εδώ ότι η ένσταση του εναγόμενου υποστηρίζεται από Ε/Δ του τελευταίου καθώς επίσης και από Ε/Δ του συζύγου της αποβιώσασας ο οποίος όμως περιορίζεται στο να δηλώσει ότι τα όσα δηλώνει ο εναγόμενος διαχειριστής στη δική του Ε/Δ είναι ακριβή και αληθή. Σύμφωνα λοιπόν με την Ε/Δ του εναγόμενου, οι ΝΕ και ΓΕ είχαν εκπλαγεί όταν πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά περί το Φεβρουάριο του 2024 περί της ύπαρξης των δύο φερόμενων συμφωνιών δωρεάς του επίδικου ακινήτου διότι γνώριζαν ότι η επιθυμία της αποβιώσασας, η οποία όταν ήταν εν ζωή έμενε μαζί τους στο επίδικο ακίνητο το οποίο ήταν το πατρικό της και το οποίο ανακαινίστηκε με χρήματα κυρίως του ΝΕ (Τεκ.6, 7, 8, 9 και 10), ήταν πάντοτε όπως η περιουσία της μεταβιβαστεί αποκλειστικά σ' εκείνους μετά το θάνατο της εξ' ου και είχε αποφασίσει το 2008 να υιοθετήσει τη ΓΕ η οποία τότε ήταν σχεδόν ενήλικας (Τεκ.2). Ο μεγαλύτερος όμως λόγος για την έκπληξη του ΝΕ και της ΓΕ οφειλόταν στο γεγονός ότι κατά το χρόνο που φέρονταν να είχαν καταρτιστεί οι συγκεκριμένες συμφωνίες με την αποβιώσασα, η σωματική και πνευματική υγεία της τελευταίας ήταν ιδιαίτερα άσχημη αφού από το 2022 υπέφερε από καρκίνο, πρώτα του μαστού και στη συνέχεια των πνευμόνων κατόπιν μετάστασης, και υποβαλλόταν σε χημειοθεραπείες οι οποίες της προκαλούσαν, μέχρι και τον θάνατο της σωματική κούραση, εξασθένηση, ατονία, πονοκεφάλους, πόνους στις αρθρώσεις, νευρικότητα, σύγχυση και αλλαγές στη διάθεση και συμπεριφορά. Λόγω δε του βαθμού στον οποίο είχαν επηρεαστεί οι πνεύμονες της αποβιώσασας, η τελευταία υπέφερε από αναπνευστική ανεπάρκεια και χρειαζόταν επί εικοσιτετράωρου βάσεως οξυγονοθεραπεία με μεγάλες φιάλες οξυγόνου που διατηρούνταν στην κατοικία ενώ όταν τύχαινε να πρέπει να φύγει από το σπίτι, πράγμα σπάνιο λόγω της κατάστασής της, αναγκαζόταν να παίρνει μαζί της φορητό οξυγόνο (Τεκ.12 και 13). Είναι συνεπώς η θέση του ομνύοντα, ο οποίος επικαλείται διάφορες έρευνες που εντόπισε σε σχέση με τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε η αποβιώσασα (Τεκ.14, 15, 16 και 17) ότι δημιουργούνται σοβαρά ερωτηματικά σε σχέση με την εκδοχή της ενάγουσας αφού η αποβιώσασα: «.λόγω της βαριάς ασθενείας, της συνεχής οξυγονοθεραπείας και των παρενεργειών από τα φάρμακα σπάνια έβγαινε από την κατοικία της. Περαιτέρω δε στα προγραμματισμένα ραντεβού στο Ογκολογικό Κέντρο της Λευκωσίας η αποβιωσάσα συνοδευόταν πάντα από τον (σύζυγό της) ο οποίος οδηγούσε καθώς ήταν δύσκολο γι' αυτήν να οδηγεί σε τόσο μεγάλες αποστάσεις...στις δύο συναντήσεις τους στην Λευκωσία (με τη ΝΚ) αναφορικά με την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας.ήταν αδύνατο λόγω της κατάστασης της υγείας της και των συνεπειών αυτής να οδηγήσει μόνη της την διαδρομή Λάρνακα - Λευκωσία.η επίδικη συμφωνία δωρεάς υπογράφτηκε από την αποβιώσασα ενόσω η τελευταία ασθενούσε σοβαρά και βρισκόταν υπό την επήρεια φαρμάκων και θεραπειών. Περαιτέρω δε, η αποβιώσασα κατά τον επίδικο χρόνο είχε πληροφορηθεί από τους θεράποντες ιατρούς της ότι ο καρκίνος έγινε επιθετικός και ότι τα φάρμακα και η θεραπεία που οι ιατροί χορηγούσαν δεν ανταποκρινόταν και συνεπώς δεν υπήρχε άλλη θεραπεία για την ασθένεια της και ότι θα πρέπει να αφεθεί στη φροντίδα των οικείων της... η πνευματική της ικανότητα ήταν επηρεασμένη λόγω της ασθένειας και της σωματικής της κατάπτωσης... η συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας έγινε υπό σκιώδεις συνθήκες καθότι...η δικηγόρος ΝΚ ενώ είχε αντιληφθεί ότι η αποβιώσασα ήταν καρκινοπαθής και ήταν καταπονημένη και συγχυσμένη από την ασθένεια και τα φάρμακα που λάμβανε και την αναπνευστική ανεπάρκεια που την ταλαιπωρούσε εντούτοις προχώρησε στη σύνταξη και υπογραφή της συμφωνίας δωρεάς χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει τους κληρονόμους για την πρόθεση της να δωρίσει το ακίνητο καθώς και να τους ειδοποιήσει να δώσουν την τυχόν συγκατάθεσή τους...». Κατά τον ομνύοντα λοιπόν, η επίδικη συμφωνία που επικαλείται η ενάγουσα είναι άκυρη όχι μόνο διότι κατά τον χρόνο της φερόμενης υπογραφής της η αποβιωσάσα βρισκόταν υπό καθεστώς ψυχικής πίεσης ένεκα της πνευματικής και σωματικής της κατάστασης - αφού ποτέ προηγουμένως δεν είχε δείξει ότι είχε πρόθεση να μεταβιβάσει το ακίνητο σε οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός των νόμιμων κληρονόμων της με τους οποίους είχε συμφωνήσει και συνεννοηθεί προφορικά ότι θα τους ανήκε εξ' ημισείας - αλλά και διότι με τη συγκεκριμένη συμφωνία έχουν ουσιαστικά παρακαμφθεί οι πρόνοιες της νομοθεσίας που διέπουν την κληρονομική διαδοχή ενός αποβιώσαντος προσώπου που αφήνει σύζυγο και τέκνο, όπως η αποβιώσασα, και οποίες πρόνοιες επιτρέπουν τη διάθεση με διαθήκη μόνο του ¼ της καθαρής αξίας της περιουσίας. Φαίνεται συνεπώς, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, ότι η αποβιώσασα είχε λάβει τότε νομική συμβουλή να μην ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπει ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος και επειδή βρισκόταν στην άσχημη κατάσταση που βρισκόταν δεν μπόρεσε να αξιολογήσει ορθά την εν λόγω συμβουλή. Σε κάθε περίπτωση όμως, καταλήγει ο ομνύοντας, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και διότι η πλευρά της ενάγουσας δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ποια ήταν η κατάσταση της αποβιώσασας κατά τον επίδικο χρόνο αλλά και διότι καμία ανάγκη δεν προκύπτει να υπάρχει για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα εφόσον η διαφήμιση της πώλησης του επίδικου ακινήτου που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας για να δικαιολογήσει το κατεπείγον της παρούσας αίτησης είχε αναρτηθεί από την ίδια την αποβιώσασα στο παρελθόν και εκ παραδρομής δεν αποσύρθηκε όταν «η ιδέα πώλησης του ακινήτου είχε εγκαταλειφθεί τόσο από την αποβιώσασα όσο και από τον σύζυγό της μόλις πληροφορήθηκαν την ασθένεια της». Αντιθέτως, με γνώμονα το ότι ο διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας έχει θέσμια υποχρέωση και καθήκον να προχωρήσει να κατανέμει την περιουσία της τελευταίας στους κληρονόμους της - άρα το ακίνητο θα πρέπει να τύχει και θα τύχει διαχείρισης ως ο Νόμος επιβάλλει - «.στην περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι άδικο για τους κληρονόμους της αποβιωσάσας και ειδικότερα προς τον σύζυγό της, ο οποίος έχει καταβάλλει ένα μεγάλο ποσό αναφορικά με την ανακαίνιση του...». Εφόσον καμία πλευρά δεν επεδίωξε να αντεξετάσει τον ομνύοντα της άλλης πλευράς και εφόσον η πλευρά της Ενάγουσας δεν επεδίωξε να καταχωρίσει οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς απάντηση των όσων ισχυρίστηκε η πλευρά του εναγόμενου, αν και τέτοια δικαιώματα δόθηκαν στα πλαίσια της προβλεπόμενης ΑΔΟ, η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του αρ.32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και έχουν πολύ εύστοχα συνοψισθεί σε πληθώρα αποφάσεων όπως είναι οι ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στη Κοζάκου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις.... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» (βλ. μεταξύ άλλων και MERIDIAN GAMING LTD κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E179/2017, 2/5/2024, SERGIY MARFUT v. ZAFORPO VENTURES LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε144/2020, Ε145/2020, 29/3/2024, LAXIFLORA HOLDINGS LTD κ.α. v. ΚΩΣΤΑ ΖΕΡΒΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε38/2021, Ε42/2021, 12/2/2024 και PROQUASERV ACCOUNTANTS LTD κ.α. v. ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε49/2018, 17/11/2023) Αναφέρω εδώ ότι οι πιο πάνω αρχές, στο βαθμό που άπτονται και του πώς είναι που διενεργείται η δικαστική εξέταση ενδιάμεσων αιτήσεων της παρούσας φύσης, συνάδουν με τον τρόπο με τον οποίο τέτοιες αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται με βάση τους «νέους» Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας στη βάση των οποίων και εγείρεται η παρούσα. Προς τούτο παραπέμπω ενδεικτικά στο εγνωσμένου κύρους νομικό σύγγραμμα BLACKSTONE'S CIVIL PRACTICE 2019, όπου σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής των αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι είναι όμοιοι με τους κυπριακούς Κανονισμούς, αναφέρεται στις σελ. 585 - 588 ότι κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων δεν είναι ορθό να επιβάλλεται το επίπεδο απόδειξης που επιβάλλεται στα πλαίσια κανονικής δίκης (ισοζύγιο των πιθανοτήτων) αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ουσιαστικά είτε τη διεξαγωγή πρόωρης δίκης είτε όπως το Δικαστήριο προκαταβάλει στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης διαδικασίας την ενδεχόμενη τελική του κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Παρόμοια είναι δε και η αρχή που διατυπώθηκε προ πολλού στην Κύπρο σε σχέση με το επίπεδο απόδειξης σε ενδιάμεσες διαδικασίες για προσωρινά διατάγματα, αφού όπως λέχθηκε και στην Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 ότι «The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J.S. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.) "A probability", in the context of the proviso to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.» Ως εκ τούτου, το σύνηθες επίπεδο απόδειξης σε ενδιάμεσες διαδικασίες με βάση τους νέους Κανονισμούς είναι, όπως αναφέρεται στο Blackstone's, το κατά πόσο το οποιοδήποτε αμφισβητούμενο γεγονός έχει καταδειχθεί μέσω μιας «καλής συζητήσιμης υπόθεσης», κριτήριο το οποίο «.εμπερικλείει το σημαντικό κανόνα ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι όσο ικανοποιημένο μπορεί να είναι, δεδομένων των περιορισμών που έχει μια ενδιάμεση διαδικασία, για το ότι υπάρχουν παράγοντες που του δίδουν δικαιοδοσία ή που δικαιολογούν την άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής.». Για το λόγο αυτό, συνεχίζει το BLACKSTONE'S, «.οι περισσότερες αιτήσεις εξετάζονται στη βάση των γεγονότων που δεν αμφισβητούνται από τον καθ' ου η αίτηση, μαζί με την εκδοχή του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα.(εφόσον).η επιλογή μεταξύ μαρτύρων συνιστά λειτουργία του Δικαστή που εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης και σε μια ενδιάμεση αίτηση είναι επιτρεπτό για ένα Δικαστή να «κοιτάξει πίσω» από μια Ε/Δ μόνο αν προβάλλεται κάποιος ισχυρισμός που παρουσιάζει εγγενή απιθανότητα ή όταν υπάρχει εξωγενής μαρτυρία που τον αντικρούει.» (βλ.σελ. 587 και την αναφορά που εκεί γίνεται στις HRH Prince of Wales v Associated Newspapers Ltd [2006] EWCA Civ 1776 (21 December 2006), National Westminster Bank Plc v Daniel [1993] 1 WLR 1453 και Shyam Jewellers Ltd v Cheeseman | [2001] EWCA Civ 1818). Με γνώμονα όλες τις πιο πάνω αρχές λοιπόν, και υπενθυμίζοντας ότι η ουσιαστική απαίτηση της ενάγουσας είναι όπως διαταχθεί η ειδική εκτέλεση μιας γραπτής συμφωνίας δωρεάς ακίνητης ιδιοκτησίας που φέρεται να υπογράφτηκε στη βάση φυσικής αγάπης και στοργής μεταξύ εκείνης και της αποβιώσασας προτού η τελευταία αποβιώσει, σημειώνω τα ακόλουθα: Κατά πρώτο, η συγκεκριμένη συμφωνία που επικαλείται η ενάγουσα έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και από μια εκ πρώτης όψεως και καθαρά αντικειμενική θεώρηση της φαίνεται να ανταποκρίνεται και στις προϋποθέσεις των προνοιών του αρ. 25 του Κεφ. 149 που διέπουν την εγκυρότητα τέτοιων συμφωνιών[1] αλλά και στα όσα η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι περιέβαλλαν τη συνομολόγηση της. Παρουσιάζεται δηλαδή η επίδικη συμφωνία να φέρει όλα τα στοιχεία που εκ πρώτης όψεως υποδηλούν ότι πρόκειται για μια έγκυρη και νομότυπα καταρτισμένη συμφωνία, ήτοι μια γραπτή συμφωνία με την οποία η αποβιωσάσα παρουσιάζεται να δηλώνει ενυπογράφως στις 24/1/2024 την επιθυμία της να προβεί στην επίδικη μεταβίβαση για λόγους φυσικής αγάπης και στοργής λόγω της στενής συγγένειας της με την ενάγουσα, στην οποία συμφωνία η ενάγουσα παρουσιάζεται να δηλώνει ενυπογράφως στις 30/1/2024 ότι αποδέχεται την εν λόγω μεταβίβαση αλλά και τον όρο για εγγραφή δικαιώματος επικαρπίας προς όφελος της αποβιωσάσας και του συζύγου της, και η οποία συμφωνία έχει χαρτοσημανθεί στις 27/5/2024 από τον αρμόδιο Έφορο. Επιπρόσθετα αυτών, οι υπογραφές τόσο της αποβιωσάσας όσο και της ενάγουσας παρουσιάζονται να είχαν τεθεί, κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες που τέθηκαν, ενώπιον συγκεκριμένων προσώπων που είχαν εξουσία να τις πιστοποιήσουν και τα οποία πρόσωπα παρουσιάζονται να πιστοποίησαν τις εν λόγω υπογραφές τόσο με την υπογραφή τους όσο και με σχετική σφραγίδα. Παρόμοια δε είναι και η εικόνα που παρουσιάζει το πληρεξούσιο έγγραφο που η αποβιώσασα φέρεται να υπέγραψε την ίδια μέρα που υπέγραψε την επίδικη συμφωνία και με το οποίο πληρεξούσιο έγγραφο αυτή φέρεται να εξουσιοδοτούσε μεταξύ άλλων και τη διενέργεια όλων των πράξεων που απαιτούνταν να γίνουν για την εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας. Κατά δεύτερο, η συγκεκριμένη συμφωνία φαίνεται να είναι εκ της φερόμενης φύσης της δεκτική ειδικής εκτέλεσης και το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη κατατεθεί στο κτηματολόγιο - και αντιπαρέρχομαι εδώ του κατά πόσο θα πρέπει όντως τέτοιες συμφωνίες να κατατίθενται στο κτηματολόγιο - δεν έχει καμία ουσιαστική σημασία υπό το φως των προνοιών του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου Ν.81(Ι)/2011 (βλ. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ κ.α. v. ΕΛΕΝΗΣ ΠΙΕΡΕΤΤΗ, Πολιτική Έφεση αρ. 146/21, 16/4/2024). Σε κάθε περίπτωση όμως, από τις αδιαμφισβήτητες αποδείξεις που παρουσιάστηκαν από πλευράς ενάγουσας ως Τεκ.6 και 7 φαίνεται ότι το κτηματολόγιο είχε αποδεχτεί την επίδικη σύμβαση για σκοπούς εκτέλεσης της εκεί αναφερόμενης μεταβίβασης. Κατά τρίτο, τα όσα προβάλει η πλευρά του εναγόμενου και των κληρονόμων της αποβιωσάσας προκειμένου να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας, αυτά στην ουσία συνιστούν θέματα που μόνο κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης δύναται να εξακριβωθούν και δη μετά και την παρουσίαση της ανάλογης μαρτυρίας, πιθανότατα επιστημονικής φύσης. Υπενθυμίζω και επισημαίνω συναφώς ότι οι επί του προκειμένου θέσεις της πλευράς του εναγόμενου, εκείνες τουλάχιστον που δεν συνιστούν αμιγώς νομικά ζητήματα τα οποία δεν είναι στο παρόν στάδιο που θα επιλυθούν, στην ουσία βασίζονται αποκλειστικά στα όσα συμπεράσματα έχουν καταλήξει οι κληρονόμοι της αποβιωσάσας με γνώμονα το πώς εκείνοι αντιλαμβάνονται να ήταν η κατάσταση της υγείας της τελευταίας κατά τον ουσιώδη χρόνο με δεδομένη την ασθένεια της αλλά και τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε. Με άλλα λόγια δεν είναι στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει την εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία και δη την φερόμενη επιστημονική μαρτυρία που επικαλείται η πλευρά του εναγόμενου προκειμένου να καταλήξει είτε σε εύρημα είτε σε συμπέρασμα αναφορικά με την ψυχική και σωματική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η αποβιώσασα κατά το χρόνο που φέρεται να σύναψε την επίδικη συμφωνία και ιδιαίτερα προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο στην πραγματικότητα δεν ευσταθούν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ότι εκ πρώτης όψεως διαπιστώνονται από την εικόνα που παρουσιάζει η επίδικη συμφωνία. Αν μη τι άλλο, αυτό που συνάγεται από τα όσα προβάλλει η πλευρά του εναγόμενου σε σχέση με τα συγκεκριμένα ζητήματα είναι ότι, ως υποστηρίζει και η πλευρά της ενάγουσας, όντως εγείρεται στη συγκεκριμένη υπόθεση σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Κρίνεται συνεπώς ότι τα όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η ενάγουσα πληρούν τις πρώτες δυο προϋποθέσεις του άρθρου 32 Ν.14/60. Κατά τέταρτο όπως αναδύεται και από την Ε/Δ του ίδιου του εναγόμενου, πρόθεση του τελευταίου είναι όντως να αποξενώσει το ακίνητο δια της μεταβίβασης του σε πρόσωπα άλλα από την ενάγουσα και αυτό βεβαίως όχι στη βάση κάποιου δόλου ή αλλότριου σκοπού αλλά πολύ απλά διότι ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να το πράξει συνεπεία της ιδιότητας του διαχειριστή που έχει. Ο κίνδυνος δηλαδή να αποξενωθεί το επίδικο ακίνητο πριν την τελική αποπεράτωση της απαίτησης της ενάγουσας και δη κατά τρόπο που θα καταστήσει πλέον αδύνατη την εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας, που είναι και η μόνη ουσιαστική αξίωση που προβάλλει η ενάγουσα, είναι και ορατός αλλά και πέραν από πιθανός. Πληρείται συνεπώς και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Τέλος και όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας περιορίζομαι να αναφέρω ότι με την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, ούτε η περιουσία της αποβιωσάσας αλλά ούτε και οι κληρονόμοι της θα υποστούν οποιαδήποτε ουσιαστική ζημιά αφού οποιοδήποτε δικαίωμα τυχόν έχουν αυτοί επί του επίδικου ακινήτου, το δικαίωμα αυτό θα διατηρηθεί εφόσον το ακίνητο θα παραμείνει στην υπό διαχείριση περιουσία μέχρι να ξεκαθαρίσει το κατά πόσο όντως αποτελεί μέρος της. Την ίδια στιγμή, ούτε ο εναγόμενος διαχειριστής θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά αφού όντας δεσμευμένος με δικαστικό διάταγμα σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο δεν θα διατρέχει κανένα κίνδυνο να θεωρηθεί ότι παραλείπει να εκτελέσει τα καθήκοντα του. Αντιθέτως, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος το επίδικο ακίνητο πολύ πιθανόν να αποξενωθεί και δη κατά τρόπο που, όπως ανέφερα και ανωτέρω, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα, και το αναφέρω αυτό επισημαίνοντας και ότι τίποτα δεν έχει παρουσιαστεί από πλευράς εναγόμενου που να υποδηλοί ότι δεν ευσταθεί η θέση της ενάγουσας ότι το επίδικο ακίνητο είναι και το μόνο περιουσιακό στοιχείο της αποβιωσάσας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος το οποίο και εκδίδεται ως η παράγραφος Α της αίτησης. Η σύνταξη και η ισχύς του εν λόγω διατάγματος θα τελεί υπό τον όρο ότι η ενάγουσα θα υπογράψει, είτε η ίδια είτε μέσω εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου της, εγγύηση ύψους €30.000. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά, ως είναι και ο γενικός κανόνας, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης περιουσίας. Προτού όμως προχωρήσω να ακούσω τους συνηγόρους των διαδίκων σε σχέση με το ύψος των εξόδων αυτών στα πλαίσια της σχετικής διαδικασίας που προνοούν οι Κανονισμοί, θα δώσω στους τελευταίους την ευκαιρία να συμφωνήσουν και να δηλώσουν το ύψος τους, το οποίο, από μια πρώτη θεώρηση των σχετικών Πινάκων και υπό την επιφύλαξη βέβαια των όσων ενδεχομένως να επιχειρηματολογήσουν οι συνήγοροι, φαίνεται να κυμαίνεται μεταξύ €2500 - €3000 πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. Αν λοιπόν μέχρι τις 27/11/24 οι διάδικοι δεν καταλήξουν σε συμφωνία ως προς το ύψος των επιδικασθέντων εξόδων τότε να καταχωρήσουν εκατέρωθεν σχετικούς καταλόγους μέχρι τις 29/11/24 και το Δικαστήριο θα επιληφθεί του θέματος στις 3/12/24 και ώρα 09:30 στη φυσική παρουσία τους. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 25.-
(1)Συμφωνία που συνάφθηκε χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη, εκτός αν - (α) καταρτιστεί γραπτώς και υπογραφτεί από το μέρος που φέρει το βάρος αυτής και συνάπτεται λόγω φυσικής αγάπης και στοργής μεταξύ των μερών, οι οποίοι έχουν στενή συγγένεια μεταξύ τους.Σε κάθε τέτοια περίπτωση η συμφωνία συνιστά σύμβαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο