ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 60/21, 29/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 60/21 Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγοντες Και ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ Εναγόμενος ------------ (Αίτηση εναγόντων ημερ. 4/7/2024 για τροποποίηση της Ε/Α) Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Ενάγοντες- Αιτητές: κα Π. Θεοχάρη για Α. Κ. Καράς ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση : κ. Χ. Πουτζιουρής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 09/02/21 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα από την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΣΕΔΙΠΕΣ) και με αυτή αξιώνεται εναντίον του εναγόμενου το ποσό των €192.339,48 πλέον τόκους, ως ποσό που κατ' ισχυρισμό προέκυψε να οφείλεται συνεπεία πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί στον τελευταίο περί τον Νοέμβριο 2007 υπό την εξασφάλιση εγγραφής υποθήκης επί δυο ακινήτων του για τα οποία ζητείται διάταγμα πώλησης μέσω δημόσιου πλειστηριασμού (εκποίηση υποθήκης). Είναι ειδικότερα η δικογραφημένη θέση στην έκθεση απαίτησης ότι στα πλαίσια γραπτής συμφωνίας που έγινε μεταξύ του εναγόμενου και της ΣΠΕ Αραδίππου στις 23/11/07, παραχωρήθηκε από την τελευταία στον εναγόμενο, υπό την εξασφάλιση εγγραφής υποθήκης επί δυο ακινήτων του στη Λάρνακα, δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ.75.000, με κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο τότε από βασικό επιτόκιο (4,5%) και περιθώριο (1%), με δικαίωμα μεταβολής του κατά την κρίση της Συνεργατικής. Στην πορεία όμως διαφάνηκε ότι ο εναγόμενος δεν τηρούσε τα όσα είχαν συμφωνηθεί σε σχέση με την αποπληρωμή του δανείου/διευκολύνσεων οπόταν και έγιναν σχετικές εκκλήσεις προς εκείνον τόσο προφορικά όσο και γραπτώς. Ένεκα όμως του ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να ανταποκριθεί θετικά στις εκκλήσεις αυτές, το επίδικο δάνειο/διευκολύνσεις τερματίστηκαν γραπτώς στις 25/10/20 οπόταν και απαιτήθηκε από τον εναγόμενο όπως καταβάλει άμεσα το τότε οφειλόμενο υπόλοιπο των €192.339,48 πλέον τόκο 6% πλέον τόκο υπερημερίας 1% και έξοδα. Επειδή ο εναγόμενος παρέλειψε και πάλι να συμμορφωθεί, καταχωρήθηκε εναντίον του η παρούσα αγωγή από την ΣΕΔΙΠΕΣ, η οποία εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις επίδικες συμφωνίες συνεπεία διαδοχικών μεταβιβάσεων που έγιναν στη βάση διάφορων νομοθετικών προνοιών από το 2008 μέχρι και το
- Σημειώνεται εδώ ότι σε κατοπινό στάδιο η ΣΕΔΙΠΕΣ αντικαταστάθηκε και υποκαταστάθηκε στα επίδικα δικαιώματα και υποχρεώσεις από τους νυν ενάγοντες κατ΄ εφαρμογή σχετικής συμφωνίας αγοραπωλησίας και μεταβίβασης που έγινε δυνάμει του Ν.169(Ι)/15 (βλ. Ειδοποίηση ημερ. 17/3/23 που βρίσκεται στο φάκελο). Η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 10/02/21 πλην όμως ο τελευταίος παρέλειψε να καταχωρήσει εμπρόθεσμα σημείωμα εμφάνισης. Λόγω τούτου, οι τότε ενάγοντες αιτήθηκαν και εξασφάλισαν στις 23/4/21 απόφαση εναντίον του εναγόμενου ως η απαίτηση τους στη βάση των προνοιών της Δ.
- Τελικά όμως, κατόπιν αίτησης που καταχώρισε ο εναγόμενος στις 24/11/21, η απόφαση παραμερίστηκε στις 24/6/22 με τη σύμφωνο γνώμη των εναγόντων και ακολούθως, αφού καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσω των νυν δικηγορων του ο εναγόμενος καταχώρισε και υπεράσπιση αλλά και ανταπαίτηση στην αγωγή. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι οι δικογραφημένες θέσεις που προβάλλει ο εναγόμενος περιστρέφονται γύρω από διάφορους άξονες τόσο νομικούς όσο και πραγματικούς. Μεταξύ άλλων, ο εναγόμενος δεν παραδέχεται την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας της 23/11/07 όμως ταυτόχρονα προβάλλει και τον ισχυρισμό ότι τόσο το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας όσο και ο τρόπος με τον οποίο οι ενάγοντες ενήργησαν στη βάση της συμφωνίας αυτής, είναι παράνομα και καταχρηστικά και έχουν οδηγήσει στην χρέωση του επίδικου λογαριασμού με διάφορες παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων και εξόδων. Σημειώνεται εδώ ότι μια από τις θέσεις που προβάλει ο εναγόμενος με το δικόγραφο του είναι και το ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκε ή ενημερώθηκε για το ποιο ήταν το υπόλοιπο του λογαριασμού του, είτε πριν είτε μετά τον κατ΄ ισχυρισμό τερματισμό του λογαριασμού, καθώς επίσης και ότι το οποιοδήποτε φερόμενο υπόλοιπο δεν είναι ορθό και νόμιμο. Είναι δε στη βάση αυτών του των ισχυρισμών που ο εναγόμενος προβάλει και ανταπαίτηση με την οποία ζητά, μεταξύ άλλων, δικαστική αναγνώριση ως προς το παράνομο και αντισυμβατικό του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, κήρυξη των όρων της επίδικης συμφωνίας ως καταχρηστικών, αναδόμηση των χρεοπιστώσεων που φέρονται να έλαβαν χώρα και διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι ενάγοντες όπως «αποκαλύψουν τον τρόπο και την μέθοδο καθορισμού του βασικού επιτοκίου τους και τι παράγοντες λαμβάνουν υπόψη και σε ποιο ποσοστό». Αφού λοιπόν οι ενάγοντες καταχώρισαν στις 12/09/22 την Απάντηση τους στην Υπεράσπιση και την Υπεράσπιση τους στην Ανταπαίτηση, και αφού εκδόθηκαν στις 12/09/22 και 15/09/22 οι προβλεπόμενες από την Δ.30 κλήσεις σε σχέση με την απαίτηση και την ανταπαίτηση αντίστοιχα, το Δικαστήριο, στη βάση των τότε αιτημάτων των μερών, έδωσε τις σχετικές προδικαστικές οδηγίες και όρισε την υπόθεση στις 15/3/23 για σκοπούς ελέγχου συμμόρφωσης. Όταν λοιπόν κατ' εκείνη την ημερομηνία διαπιστώθηκε ότι υπήρξε συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 15/01/24, όμως κατόπιν αιτήματος που υπέβαλε εκείνη την ημέρα η πλευρά του εναγόμενου, η υπόθεση αναβλήθηκε. Κρίθηκε όμως τότε ορθό όπως για σκοπούς ορθού προγραμματισμού της ακρόασης, ενόψει της σωρείας διαζευκτικών ισχυρισμών επί γεγονότων που προβάλλονταν κυρίως με το δικόγραφο του εναγόμενου, ζητηθεί από αμφότερες τις πλευρές όπως καθοριστούν επ' ακριβώς τα επίδικα ζητήματα που θα απασχολούσαν κατά την ακρόαση[1]. Για το σκοπό αυτό η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες κατά τις οποίες οι δυο πλευρές προσπαθούσαν να καθορίσουν και να περιορίσουν τα επίδικα θέματα. Εν τέλει όμως η συζήτηση τους κατέληξε να περιστρέφεται γύρω από το ενδεχόμενο διευθέτησης στη βάση αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού που θα ετοίμαζαν οι ενάγοντες και επειδή φάνηκε να ήταν κοινή η αντίληψη ότι η υπόθεση ενδέχετο να διευθετηθεί πριν τις θερινές διακοπές του 2023, ορίστηκε για οδηγίες στις 08/07/
- Μερικές μέρες πριν την εν λόγω ημερομηνία όμως, δηλαδή στις 04/07/24 οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν, στη βάση κυρίως της Δ.25, όπως τους επιτραπεί να τροποποιήσουν την έκθεση απαίτησης τους. Ειδικότερα, αυτό που οι ενάγοντες ζητούν είναι όπως τους επιτραπεί να προσθέσουν στην Ε/Α τον ισχυρισμό ότι στις 30/11/15, κατόπιν αιτήματος του εναγόμενου είχε συναφθεί γραπτή συμφωνία τροποποίησης του τρόπου αποπληρωμής του επίδικου δανείου στα πλαίσια της οποίας ο τελευταίος, ο εναγόμενος δηλαδή, δήλωνε ενυπογράφως ότι αναγνώριζε και ότι το ποσό που όφειλε τότε ανερχόταν σε €158.860,38 αλλά και ότι το επιτόκιο που θα χρεωνόταν ο λογαριασμός ανερχόταν τότε στο 6,25%. Σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, ο λόγος για τον οποίο έχει υποβληθεί τώρα το συγκεκριμένο αίτημα είναι διότι η ύπαρξη της συγκεκριμένης τροποποιητικής συμφωνίας της 30/11/15 έγινε αντιληπτή κατά το στάδιο των συζητήσεων των μερών για σκοπούς διευθέτησης της υπόθεσης και συγκεκριμένα κατά την ετοιμασία των ζητηθεισών αναδομημένων καταστάσεων όταν και διαπιστώθηκε ότι από τις 30/11/15 και εντεύθεν ο επίδικος λογαριασμός χρεωνόταν στη βάση της τροποποιητικής συμφωνίας, η οποία και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος των επίδικων συμφωνιών. Ο λόγος που κατά τους ενάγοντες αυτή η συμφωνία δεν είχε αναφερθεί εξ΄ αρχής στην αγωγή ήταν διότι δεν είχε καταχωρηθεί στο ηλεκτρονικό αρχείο των εναγόντων ώστε αντίγραφο της να σταλεί στους δικηγόρους κατά την ετοιμασία της αγωγής, αλλά παρέμεινε σε φυσική μορφή αποθηκευμένη σε αποθήκες ιδιωτικής εταιρείας όπου φυλάσσονταν διάφορα άλλα έγγραφα των εναγόντων, και τα οποία, ως είχε ενόρκως αναφερθεί κατά την διαδικασία έκδοσης απόφασης εναντίον του εναγόμενου το 2021, δεν εντοπίζονταν και θεωρούνταν ότι είχαν απωλεσθεί. Είναι συνεπώς ορθό και δίκαιο, υποστηρίζουν οι ενάγοντες, όπως στο παρόν στάδιο επιτραπεί να συμπεριληφθεί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός και αυτό όχι μόνο διότι με τον ισχυρισμό αυτό θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρως και ολοκληρωμένα τα γεγονότα της υπόθεσης - πρόκειται για συμφωνία η οποία ήταν αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας αλλά και για γραπτή παραδοχή του εναγόμενου σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού και του τρόπου υπολογισμού του - αλλά και διότι κανένας δυσμενής επηρεασμός δεν θα προκληθεί στον εναγόμενο εφόσον ο τελευταίος όχι μόνο δύναται να αποζημιωθεί με χρήμα για την όποια ταλαιπωρία τυχόν υποστεί αλλά και θα έχει κάθε δικαίωμα να τοποθετηθεί επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η αίτηση των εναγόντων προσέκρουσε στην ένσταση του εναγόμενου, ο οποίος, με 15 συνολικά λόγους, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τις πρόνοιες της Δ.25 και τις σχετικές νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης, υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Είναι ειδικότερα η θέση του εναγόμενου ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες δεν προέβηκαν σε οποιοδήποτε καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και ούτε πρόκειται για τροποποίηση που αφορά σε γεγονότα που δεν ήταν γνωστά κατά την καταχώρηση της αγωγής. Αντιθέτως, εφόσον τα γεγονότα που περιβάλλουν τον προτιθέμενο ισχυρισμό ήταν εξ΄ αρχής γνωστά στους ενάγοντες, οι τελευταίοι όφειλαν να τα είχαν συμπεριλάβει εξ' αρχής στο δικόγραφο τους και δεν δικαιολογούνται να ισχυρίζονται μετά πάροδο τόσου χρόνου ότι τα «ξέχασαν» και δη χωρίς να προβάλουν οποιαδήποτε επαρκή ή ικανοποιητική δικαιολογία γι' αυτή την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών την ανέπτυξαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω λοιπόν τα εξής. Όπως δέχονται και οι δύο πλευρές, εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε την 09/02/21, η παρούσα αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες της Δ.25 που ίσχυαν από την 01/01/15 μέχρι την 01/09/23 και ειδικότερα στις πρόνοιες της Δ.25 Θ
(1)
(3)και
(5), τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «Δ.25 - Θ1
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.
(5). Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.» Για να επιτραπεί συνεπώς η αιτούμενη τροποποίηση, εφόσον έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες, ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει είτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας είτε ότι η τροποποίηση αφορά, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, σε νέα δεδομένα που δεν ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της δικογραφίας που επιχειρείται να τροποποιηθεί. Από τις εν λόγω πρόνοιες προκύπτει ξεκάθαρα ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου γενικότερα, αλλά και η φιλελεύθερη τάση να επιτρέπεται τέτοια τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ως ήταν η νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25, έχει πλέον περιοριστεί και αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Την ίδια στιγμή όμως, οι νομολογιακές αρχές που αφορούσαν στον τρόπο εφαρμογής της «παλιάς» Δ.25 μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν ως προς τον γενικότερο σκοπό για τον οποίο δύναται να δοθεί άδεια για τροποποίηση - εξουσία που ακόμη άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά - ο οποίος σκοπός δεν είναι άλλος από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης με γνώμονα τα εκατέρωθεν συμφέροντα των διαδίκων (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543), Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Τα πιο πάνω μπορούν εύκολα να διαπιστωθούν και από το λεκτικό της γενικότερης πρόνοιας της Δ.25 Θ.1
(5), για την οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και αναφέρεται σε τροποποίηση «ελαττώματος ή λάθους», το πεδίο εμβέλειας της δεν φαίνεται να περιορίζεται μόνο στα «ειδικά λάθη» που αναφέρονται στο Θ.1
(3)ή στο Θ1
(6). Αυτό βεβαίως δεν συνεπάγεται κατά τη γνώμη μου και ότι η Δ.25 Θ1
(5)συνιστά κάποιο «ξεχωριστό καταφύγιο» για εκείνες τις περιπτώσεις όπου η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα ήταν επιτρεπτή συνεπεία των περιορισμών του Θ1
(3)ή του Θ.1
(6), αλλά μόνο ότι κατά την εξέταση του προβαλλόμενου «λάθους» το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει το ζήτημα με γνώμονα το τι είναι πραγματικά ορθό, δίκαιο και αναγκαίο να γίνει ώστε να «καθοριστεί το πραγματικό ζήτημα ή επίδικο θέμα, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία» ή, με άλλα λόγια, τα συμφέροντα των διαδίκων και της δικαιοσύνης γενικότερα. Άλλωστε, ακόμη και καλόπιστο να είναι ένα λάθος αυτό δύναται να μην επιτραπεί να διορθωθεί αν στο τέλος της ημέρας η διόρθωση δεν θα έχει καμία σημασία για την υπόθεση και μόνο αχρείαστη ταλαιπωρία και πολυπλοκότητα θα προκαλέσει. Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν, σημειώνω κατά πρώτο ότι κατά το χρόνο υποβολής του υπό κρίση αιτήματος η αγωγή βρισκόταν σε στάδιο οδηγιών και δη με σκοπό τον εκατέρωθεν καθορισμό και περιορισμό των θεμάτων που θα απασχολούσαν κατά την ακρόαση ένεκα κυρίως των όσων διαζευκτικών ισχυρισμών επί γεγονότων προβάλλονταν στα δικόγραφα. Υπενθυμίζω ότι με το δικόγραφο του ο εναγόμενος ισχυριζόταν και ότι δεν υπέγραψε ποτέ την επίδικη συμφωνία, και ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας (αν τελικά την υπέγραψε) ήταν επαχθείς και καταχρηστικοί προς εκείνον αλλά και ότι οι ενάγοντες χρέωσαν το λογαριασμό του κατά τρόπο που δεν επιτρεπόταν από τους όρους της επίδικης σύμβασης με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα υπόλοιπο το οποίο ο ίδιος ούτε δέχεται αλλά ούτε και αναγνωρίζει ως νόμιμο και συμβατικό. Μάλιστα δε, με την ανταπαίτηση του ο εναγόμενος ζητά μεταξύ άλλων και όπως του αποκαλυφθεί ο τρόπος με τον οποίο οι ενάγοντες υπολόγιζαν και χρέωναν το επιτόκιο του λογαριασμού αλλά και όπως προβούν σε αναδόμηση των καταστάσεων στη βάση και των όσων ισχυρίζεται εκείνος. Κατά δεύτερο, με βάση τα υφιστάμενα δικόγραφα, ήτοι ενόψει και των δικογραφημένων ισχυρισμών του εναγόμενου, επίδικο θέμα στην υπόθεση, τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής πλευράς, παρουσιάζεται να είναι και το κατά πόσο υπογράφτηκαν από τον εναγόμενο οι επίδικες συμφωνίες, και το τι ακριβώς προνοούσαν οι εν λόγω συμφωνίες, και το πως κατέληξε να δημιουργείται το υπόλοιπο που αξιώνεται με την αγωγή αλλά και το κατά πόσο ο εναγόμενος ενημερωνόταν κατά καιρούς για το εκάστοτε υπόλοιπο. Με την προτιθέμενη τροποποίηση τώρα, αυτό που επιδιώκεται να δικογραφηθεί είναι το περιεχόμενο μιας μεταγενέστερης συμφωνίας που φέρεται να υπέγραψε ο εναγόμενος πριν να τερματιστεί η επίδικη συμφωνία προκειμένου να αλλάξει τον τρόπο αποπληρωμής των υποχρεώσεων που είχαν ως τότε δημιουργηθεί στη βάση της επίδικης συμφωνίας, οι οποίες παρέμειναν οι ίδιες, και δη κατά τρόπο που του σύμφερε και εκείνου. Αυτή τη φερόμενη τροποποιητική συμφωνία οι ενάγοντες την έχουν επισυνάψει στην αίτηση τους ως Τεκμήριο και από μια εκ πρώτης όψεως ανάγνωση της, αυτή φαίνεται όντως να αφορά στους διαδίκους και στις επίδικες συμφωνίες της 23/11/07 αλλά και να φέρει και υπογραφές που παρουσιάζονται να είναι των διαδίκων. Πρόκειται δηλαδή όχι μόνο για κάποιο υπαρκτό έγγραφο το οποίο μπορεί, πριν από την ακρόαση, να αποκαλυφθεί, να επιθεωρηθεί και να τύχει του οποιουδήποτε σχολιασμού ήθελε κριθεί αναγκαίο να γίνει για σκοπούς της υπεράσπισης του εναγόμενου αλλά και για έγγραφο το οποίο εκ πρώτης όψεως φαίνεται να είναι άμεσα συνδεδεμένο και σχετικό με τα επίδικα θέματα που θα απασχολήσουν κατά την ακρόαση και για τα οποία ο εναγόμενος έχει καλέσει τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη τους. Δεν διαπιστώνεται δηλαδή ότι αν στο παρόν στάδιο εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά είτε στα συμφέροντα του εναγόμενου είτε της δικαιοσύνης γενικότερα. Αντιθέτως, η ζημιά αυτή πολύ πιθανόν να προκληθεί αν δεν εγκριθεί η αίτηση εφόσον σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα έχει ενώπιον του ολοκληρωμένο το πραγματικό και νομικό πλαίσιο που περιβάλλει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και που απαιτείται να υπάρχει ώστε να μπορέσουν να καθοριστούν και να εξεταστούν με ακρίβεια τα πραγματικά επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς κρίνω ότι αν και ήταν όντως λάθος των εναγόντων να μην αναφερθούν σε αυτή την φερόμενη τροποποιητική συμφωνία της 30/11/15 από την αρχή ή έστω το συντομότερο μετά την καταχώρηση της αγωγής, εντούτοις, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης - και προς τούτο λαμβάνω υπόψη και την Ε/Δ που έκαναν το 2021 οι ενάγοντες ότι δεν μπορούσαν τότε να εντοπίσουν όλα τα έγγραφα της υπόθεσης - δεν θεωρώ ότι το λάθος αυτό ήταν κακόπιστο ή ότι δεν είναι ανάγκη να διορθωθεί με τροποποίηση, έστω και στο στάδιο αυτό. Εκκρεμεί ακόμη άλλωστε ο προγραμματισμός της ακρόασης στη βάση του αναμενόμενου από τους διαδίκους καθορισμού/περιορισμού των επιδίκων θεμάτων. Αντιθέτως, για τους λόγους που έχω εξηγήσει κρίνω ότι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των διαδίκων αλλά και της δικαιοσύνης γενικότερα επιβάλλουν όπως η παρούσα αίτηση εγκριθεί ούτως ώστε να μπορέσει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των γεγονότων και κατ' επέκταση η ορθή βάση για την επίλυση όλων των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης. Η όποια δε ταλαιπωρία προκλήθηκε ή θα προκληθεί στον εναγόμενο συνεπεία της έγκρισης της αίτησης δεν θεωρώ ότι ανάγεται σε παραβίαση των δικαιωμάτων του τελευταίου αλλά δύναται, όπως ήταν και το νομικό πλαίσιο πριν την τροποποίηση της Δ.25, να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.25 και συνεπώς η αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί μέχρι τις 15/11/24 και να παραδοθεί αυθημερόν στην πλευρά του εναγόμενου ο οποίος στη συνέχεια να καταχωρήσει το τροποποιημένο δικόγραφο του εντός 15 ημερών. Ακολούθως, τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες και με σκοπό να ελεγχθεί η συμμόρφωση με τα πιο πάνω στις 18/12/24 η ώρα 09:00πμ. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως και τα τυχόν σπαταληθέντα έξοδα, αυτά επιδικάζονται προς όφελος του εναγόμενου και εναντίον των εναγόντων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ)................................... Πιστόν αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Ιωάννου Ευάνθη ν. Royal International Insurance Holdings Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 952 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο