← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΤΑΦΥΛΑΡΗ, άλλως ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ δια του Διαχειριστή αυτής ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. K. AND Y. THEODOROU INVESTMENTS LIMITED δια του

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΤΑΦΥΛΑΡΗ, άλλως ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ δια του Διαχειριστή αυτής ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. K. AND Y. THEODOROU INVESTMENTS LIMITED δια του εκκαθαριστή αυτής ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΠΕΤΡΟΥΣ και της ως Διαχειρίστριας/Παραλήπτριας αυτής ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ ΜΟΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 463/24, 31/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 463/24 (ι) Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΤΑΦΥΛΑΡΗ, άλλως ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ δια του Διαχειριστή αυτής ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Ενάγουσα Και

  1. K. AND Y. THEODOROU INVESTMENTS LIMITED δια του εκκαθαριστή αυτής ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΠΕΤΡΟΥΣ και της ως Διαχειρίστριας/Παραλήπτριας αυτής ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ ΜΟΝΟΥ
  2. GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εναγόμενοι --------------- (Αίτηση ημερ. 09/08/24 για προσωρινά διατάγματα) Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2024 Για ενάγοντα αιτητή: κα Ρ. Στυλιανού για Γιώργο Α. Βασιλείου ΔΕΠΕ Για εναγόμενους 2 - καθ' ων η αίτηση 2: κ. Κ. Στυλιανού για Τάσσο Παπαδόπουλο & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για εναγόμενη 1 - καθ' ων η αίτηση 1: Δικηγορικός Οίκος ΠΑΝΑΓΟΣ & ΠΑΝΑΓΟΣ Δ.Ε.Π.Ε (Δεν καταχωρήθηκε ένσταση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο διαχειριστής της περιουσίας της πιο πάνω αναφερόμενης αποβιώσασας ΠΣ/ΠΧΑ (εφ' εξής ο διαχειριστής) καταχώρισε την πιο πάνω απαίτηση δυνάμει του Μ.7 Κ.1

(1)(α) στις 07/08/24[1] αξιώνοντας εναντίον των δυο εναγομένων τις εξής θεραπείες: Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι οι Εναγόμενοι 1 έχουν παραβεί ουσιώδεις και/ή ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους των πωλητηρίων εγγράφων ημερ. 25.5.2007 και 1.06.2007 υπό μορφή αντιπαροχής για σκοπούς αγοράς και/ή αντιπαροχής που αφορούν τα δύο διαμερίσματα με αρ. εγγραφής 0/14746 και 0/14747 που αντιστοιχούν σε δυο διαμερίσματα. στον 2ο όροφο του κτηριακού συγκροτήματος με την ονομασία [ ] CORT 38 . επί του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 6/[ ] . που αφορά την έκδοση τίτλων και εγγραφή των εν λόγω ακινήτων επ΄ ονόματι της αποβιώσασας.η οποία αποτελούσε και ή αποτελεί την νόμιμη ιδιοκτήτρια και ή δικαιούχο και ή το μόνο δικαιούμενο προς εγγραφή πρόσωπο των εν λόγω ακινήτων. Β. Τιμωρητικές αποζημιώσεις και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή αθέτηση και/ή διάρρηξη ουσιώδη και/ή εξυπακουομένων όρων των μεταξύ των μερών συμφωνιών και πωλητηρίων εγγράφων και/ή συμφωνίας αντιπαροχής και/ή άλλως πως. Γ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι η (αποβιώσασα) αποτελούσε και/ή αποτελεί την νόμιμη ιδιοκτήτρια και/ή δικαιούχο και/ή το μόνο δικαιούμενο προς εγγραφή πρόσωπο των ακινήτων με αρ.εγγραφής (αναφέρονται τα στοιχεία που αναφέρονται και πιο πάνω). Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι τα Πωλητήρια Έγγραφα ημερ. 25.05.2007 και 1.06.2007 που έλαβαν χώρα μεταξύ της εταιρείας (εναγόμενη1 ) και της (αποβιώσασας) αποτελούν πωλητήρια έγγραφα υπό μορφή αντιπαροχής για σκοπούς αγοράς και/ή αντιπαροχής των δύο διαμερισμάτων (αναφέρονται τα στοιχεία) και ως τέτοια δύναται να εγγραφούν στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας και/ή μητρώα του Κτηματολογίου Λάρνακας προς όφελος της (αποβιώσασας) ως την νόμιμη ιδιοκτήτρια αυτών και/ή ως το δικαιούμενο πρόσωπο προς εγγραφή των εν λόγω διαμερισμάτων επ' ονόματί της, μερίδιο το ΟΛΟΝ. Ε. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι τα Πωλητήρια Έγγραφα ημερ, 25.05.2007 και 1.06.2007.είναι προγενέστερα και/ή προηγούνται χρονικά και/ή καταρτίσθηκαν πριν από την υποθήκη με αρ. Υ6209/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας ημερ.04.09.07. Στ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που διατάττει τον Αρμόδιο Κτηματολογικό Λειτουργό όπως αποδεχθεί την κατάθεση των Πωλητηρίων Εγγράφων ημερ, 25.05.2007 και 1.06.2007 συνοδευόμενα από τα έντυπα παραλαβής ημερ. 17.12.2008 ως Πωλητήρια για σκοπούς συμφωνίας αντιπαροχής για την αγορά των διαμερισμάτων (αναφέρονται τα στοιχεία) προς όφελος της (αποβιώσασας) για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Ζ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να επιτρέπει και διατάττει την κατάθεση των Πωλητηρίων Εγγράφων ημερ. 25.05.2007 και 1.06.2007 τα οποία αμφότερα συνοδεύονται με τα έντυπα παραλαβής ημερ. 17.12.2008 των πιο κάτω αναφερόμενων διαμερισμάτων κατάθεση των οποίων αποτελεί και/ή φέρει μορφή συμφωνίας αντιπαροχής για την αγορά των διαμερισμάτων (αναφέρονται τα στοιχεία) προς όφελος της (αποβιώσασας) για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Η. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάττει τον.εκκαθαριστή της (εναγόμενης 1) όπως υπογράψει παν και/ή οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο με το οποίο να αποδέχεται και/ή να αναγνωρίζει την (αποβιώσασα) ως την νόμιμη ιδιοκτήτρια και/ή ως το μόνο δικαιούμενο πρόσωπο προς εγγραφή των ακινήτων (αναφέρονται τα στοιχεία) για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και/ή εγγραφής αυτών επ' ονόματι του πιο πάνω προσώπου. Θ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάττει τον εκκαθαριστή της (εναγόμενης 1) όπως υπογράψει παν και/ή οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο με το οποίο να αποδέχεται και/ή να αναγνωρίζει την (αποβιώσασα) ως την νόμιμη ιδιοκτήτρια και/ή ως το μόνο δικαιούμενο πρόσωπο προς εγγραφή των ακινήτων (αναφέρονται τα στοιχεία) και/ή οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο που να αποσκοπεί στην εγγραφή των εν λόγω περιγραφόμενων ακινήτων επ' ονόματι της (αποβιώσασας) και/ή παν αναγκαίο έγγραφο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και/ή εγγραφής αυτών επ' ονόματι του πιο πάνω αναφερόμενου προσώπου. Ι. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 2 να διαγράψουν ή/και αποσύρουν ή/και εξαλείψουν την υποθήκη υπ.αρ. Υ6209/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας από τα ακίνητα (αναφέρονται τα στοιχεία).» Σημειώνω εδώ ότι στο έντυπο της πιο πάνω απαίτησης περιέχεται και η Έκθεση Απαίτησης του διαχειριστή όμως αναφορά στο περιεχόμενο αυτής θα κάνω σε κατοπινό στάδιο. Την ίδια ουσιαστικά μέρα που καταχωρήθηκε η απαίτηση, ήτοι στις 07/08/24, ο διαχειριστής καταχώρησε στις 10:57π.μ και μια ενδιάμεση αίτηση χωρίς ειδοποίηση (Μ.23Κ.6), με την οποία ζητούσε, στη βάση των προνοιών του Μ.23, του αρ.32 Ν.14/60, των αρ. 4, 5 και 9 Κεφ.6, του αρ. 43 Κεφ.148 και του Ν.9/65, όπως εκδοθούν διάφορα προσωρινά διατάγματα με τα οποία να ανακόπτεται και/ή να ακυρώνεται η διαδικασία που φαινόταν να είχαν ενεργοποιήσει στη βάση του Ν.9/65 οι εναγόμενοι 2 για την πώληση των επίδικων διαμερισμάτων και του ακινήτου που αναφέρονται ανωτέρω μέσω δημόσιου πλειστηριασμού, προφανώς προς ανάκτηση του ποσού που κάλυπτε η υποθήκη Υ6209/07 που αναφέρεται ανωτέρω. Η συγκεκριμένη αίτηση της 07/08/24 έφερε χειρόγραφη υπογραφή της ίδιας ημερομηνίας (07/08/24) και συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του διαχειριστή, η οποία παρουσιαζόταν να είχε καταχωρηθεί στον ηλεκτρονικό φάκελο που τηρεί το σύστημα i-justice ως «ένορκη δήλωση με επικολλημένα χαρτόσημα», δηλαδή ως Ε/Δ για την οποία τα αναλογούντα τέλη καταχώρησης είχαν καταβληθεί με «φυσικό» τρόπο πριν από την ηλεκτρονική καταχώριση, ήτοι με επικόλληση χαρτοσήμων επί της Ε/Δ και με ακύρωση τους από τον Πρωτοκολλητή κατά τη λήψη του όρκου. Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη Ε/Δ καταχωρίστηκε υπό τη μορφή ενός ηλεκτρονικά σαρωμένου (scanned) αντιγράφου Ε/Δ που είχε ήδη καταρτιστεί ενώπιον Πρωτοκολλητή με επικολλημένα χαρτόσημα, με τα νενομισμένα τέλη καταχώρησης της να είχαν ήδη εισπραχθεί κατά την όρκιση της στις «07/08/24 και ώρα 09:53πμ στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας» με την «φυσική» ακύρωση των επικολλημένων σε αυτήν χαρτοσήμων. Σημειώνω εδώ ότι η δυνατότητα για τέτοιου είδους καταχωρήσεις πηγάζει από τις πρόνοιες του Κ.27 του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης Διαδικαστικού Κανονισμού 1/2024[2]. Όπως λοιπόν επιβεβαιώνεται και από το μέρος «Αποδείξεις» του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης, ενώ για την ηλεκτρονική καταχώριση της αίτησης απαιτήθηκαν να καταβληθούν ηλεκτρονικά και καταβλήθηκαν τέλη καταχώρησης €24 (βλ. Καταχώριση 11183/2024 - 07/08/24 - €17 χαρτόσημα, €4 δικηγορόσημα και €3 εφάπαξ), για την υποστηρικτική Ε/Δ δεν χρειάστηκε να γίνει το ίδιο εξ' ου και δεν ζητήθηκαν και ούτε καταβλήθηκαν ηλεκτρονικά οποιαδήποτε άλλα επιπλέον τέλη καταχώρισης (βλ. Καταχώριση 11183/2024 - 07/08/24 - €0). Επειδή κατά την καταχώριση της συγκεκριμένης αίτησης η πλευρά του διαχειριστή δεν είχε ζητήσει να οριστεί σε «επείγουσα βάση» και ούτε καταχώρησε οποιαδήποτε ξεχωριστή Ε/Δ ως το Μ.23Κ.8
(2)επιβάλλει[3], το Πρωτοκολλητείο όρισε την αίτηση για ΑΔΟ στις 02/10/
  1. Δυο μέρες μετά την καταχώριση της πιο πάνω αίτησης, δηλαδή στις 09/08/24, ο διαχειριστής καταχώρισε ηλεκτρονικά στις 09:02πμ την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση χωρίς ειδοποίηση καθώς επίσης και μία Ε/Δ του ιδίου. Σημειώνω από τώρα ότι από μελέτη του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι η συγκεκριμένη αίτηση και Ε/Δ συνιστούν τα ίδια ακριβώς έγγραφα που είχαν καταχωριστεί από τον διαχειριστή στις 07/08/
  2. Πρόκειται δηλαδή για την ίδια ενδιάμεση αίτηση χωρίς ειδοποίηση που φέρει την ίδια με ανωτέρω χειρόγραφη υπογραφή με ημερομηνία 07/08/24, η οποία συνοδεύεται από το ίδιο σαρωμένο αντίγραφο της Ε/Δ που είχε καταρτιστεί ενώπιον του Πρωτοκολλητή στις «07/08/24 και ώρα 09:53πμ στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας» και το οποίο σαρωμένο (scanned) αντίγραφο είχε καταχωρηθεί στις 07/08/24 ως «ένορκη δήλωση με επικολλημένα χαρτόσημα», δηλαδή ως Ε/Δ για την οποία τα νενομισμένα τέλη είχαν εισπραχθεί από τον Πρωτοκολλητή με την «φυσική» ακύρωση των επικολλημένων σε αυτήν χαρτοσήμων κατά την όρκιση της στις 07/08/
  3. Από το μέρος «Αποδείξεις» του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης φαίνεται ότι για την καταχώριση της συγκεκριμένης αίτησης και Ε/Δ στις 09/08/24, ενώ σε σχέση με την ηλεκτρονική καταχώριση της αίτησης καταβλήθηκαν τέλη καταχώρισης €24 (βλ. Καταχώριση 11259/2024 - 09/08/24 - €17 χαρτόσημα, €4 δικηγορόσημα και €3 εφάπαξ), για την Ε/Δ δεν καταβλήθηκαν ηλεκτρονικά οποιαδήποτε άλλα τέλη καταχώρισης εφόσον αυτή παρουσιάστηκε και τότε να συνιστά «ένορκη δήλωση με επικολλημένα χαρτόσημα» (βλ. Καταχώριση 11259/2024 - 09/08/24 - €0). Αν και περαιτέρω αναφορά στα συγκεκριμένα θέματα θα κάνω σε κατοπινό στάδιο, επί του παρόντος αναφέρω ότι επειδή το αίτημα τότε του διαχειριστή ήταν όπως η αίτηση της 09/08/24 οριστεί σε επείγουσα βάση, ο τελευταίος καταχώρισε ταυτόχρονα και μία ξεχωριστή Ε/Δ προς απόδειξη του στοιχείου του «κατεπείγοντος» (Μ.23 Κ.8), για την όμως οποία δεν κατέβαλε ηλεκτρονικά οποιαδήποτε τέλη καταχώρησης εφόσον και αυτή η Ε/Δ παρουσιάζονταν ως «ένορκη δήλωση με επικολλημένα χαρτόσημα», ήτοι ως Ε/Δ που είχε καταρτιστεί στις 08/08/24 και ώρα 12:25μ.μ. στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και για την οποία τα τέλη καταχώρισης είχαν εισπραχθεί με την «φυσική» ακύρωση των επικολλημένων σε αυτήν χαρτοσήμων κατά την όρκιση της στις 08/08/24 (βλ. Καταχώρηση 11259/24 €0). Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια και σε κάποιο εκτενή βαθμό τα όσα παρουσιάζονται να αναφέρονται από το διαχειριστή μέσω της Ε/Δ ημερ. 07/08/24 σε σχέση με τα κατ' εκείνον πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης: «Κατά το άνοιγμα διαχείρισης έλαβα γνώση από το τέκνο της αποβιώσασας (θυγατέρα), ότι η μητέρα της αποτελούσε και αποτελεί την ιδιοκτήτρια δυο διαμερισμάτων στην Λάρνακα που φέρουν σήμερα Αρ. Εγγραφής 0/[ ] και 0/[ ].(στο).[ ] COURT 38.στην Λάρνακα. Κατά την έρευνά μου στα κτηματολογικά μητρώα με σκοπό να προβώ στα κατάλληλα διαβήματα ούτως ώστε να εντάξω στην διαχείριση τα εν λόγω διαμερίσματα, παρατήρησα ότι αυτά βρίσκονται στο όνομα της.Καθ' ης η αίτηση 1 (εφεξής καλούμενη η «ΕΤΑΙΡΕΙΑ») η οποία βρίσκεται υπό εκκαθάριση δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου, με εκκαθαριστή της να ορίζεται ο κ IΠ.. Ως ενημερώθηκα και επιβεβαίωσε μάλιστα και η θυγατέρα της αποβιώσασας, η τελευταία αποτελούσε μέχρι και περίπου το έτος 2007 την ιδιοκτήτρια του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 6/[ ].στην Λάρνακα από το έτος 1976 δια δωρεάς από τον πατέρα της. Εν συνέχεια, η αποβιώσασα συμφώνησε όπως πωλήσει στην εν λόγω εταιρεία το ακίνητο με την εν λόγω εταιρεία να ενδιαφέρεται να αναπτύξει αυτό και να ανεγείρει σε αυτήν κτιριακό συγκρότημα. Μάλιστα όλες οι αιτήσεις και εν συνεχεία εκδοθείσες άδειες από τις Αρμόδιες Αρχές εκδίδονταν στο όνομα της αποβιώσασας. Ως εκ των πιο πάνω η αποβιώσασα υπέγραψε με την εν λόγω εταιρεία 2 (δύο) Πωλητήρια Έγγραφα που αφορούσαν την πώληση του ακινήτου έναντι χρηματικών ποσών 60.000 λίρες Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 24.05.2007 για το 68% μερίδιο του όλου, και το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 01.06.2007 για το ποσό των 80.000 λιρών πληρωτέο μέχρι την 31.12.
  4. Η αποβιώσασα δεν εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό αφού η συμφωνία που είχε με την εταιρεία ήτο να της παραδοθούν υπό μορφή αντιπαροχής δύο διαμερίσματα από την πολυκατοικία που θα ανεγείρονταν εντός του ακινήτου, ωστόσο δηλώθηκαν τα χρηματικά ποσά ούτως ώστε σε περίπτωση που δεν ανεγείρονταν η πολυκατοικία, και η αποβιώσασα μεταβίβαζε την γη στην εταιρεία, να μπορούσε να αξιώσει από την εν λόγω εταιρεία τα αντίστοιχα και/ή τα ποσά που αντιστοιχούσαν στο τίμημα πώλησης της γης της, ποσά που αναγράφονταν στα εν λόγω Πωλητήρια Έγγραφα, Ως με διαβεβαιώνει και λαμβάνω γνώση από την ίδια τη θυγατέρα της αποβιώσασας, αυτό που επιθυμούσαν και συμφώνησε η αποβιώσασα ήτο η αντιπαροχή και με την διάθεση της περιουσίας της αποβιώσασας η τελευταία να ελάμβανε 2 (δυο) διαμερίσματα στην προτιθέμενη κοινόκτητη οικοδομή στο οποίο θα διέμενε στο ένα η αποβιώσασα και στο άλλο η θυγατέρα της. Εν τέλει έτσι και έγινε, αφού η αποβιώσασα ως με διαβεβαιώνει και η θυγατέρα της παρέλαβε με την ολοκλήρωση του κτιριακού συγκροτήματος τα δύο διαμερίσματα ως η συμφωνία αντιπαροχής που είχε με την εν λόγω εταιρεία ως πηγάζει και προκύπτει από τα Πωλητήρια έγγραφα 24.05.2007 και 01.06.2007 που αφορούν το εν λόγω ακίνητο. Ειδικότερα η αποβιώσασα παρέλαβε από την εταιρεία με 2 (δύο) σχετικά υπογεγραμμένα έντυπα παραλαβής 17.12.2008 τα δύο διαμερίσματα. Έκτοτε τα εν λόγω ακίνητα — διαμερίσματα κατείχε ως η νόμιμη ιδιοκτήτριά τους η αποβιώσασα και διέμενε σε αυτά μέχρι και το έτος 2022 με την θυγατέρα της. Τα εν λόγω διαμερίσματα κατείχε η αποβιώσασα και ζούσε σε αυτά χωρίς την παραμικρή ενόχληση από οποιονδήποτε πρόσωπο ειρηνικά και χωρίς οποιοσδήποτε να αμφισβητήσει την κυριότητα της από την αποβιώσασα το ότι κατέχει αυτά νόμιμα και το ότι αποτελεί την ιδιοκτήτριά τους ή και το μόνο νόμιμο και δικαιούχο πρόσωπο προς εγγραφή αυτών των διαμερισμάτων επ' ονόματι της. Ως με ενημερώνει η θυγατέρα της αποβιώσασας η τελευταία ως πρόσωπο μη γραμματιζούμενο ένεκα του ότι έλαβε την κατοχή των διαμερισμάτων ως της είχε υποσχεθεί ο διευθυντής της εταιρείας Κ. ΑΝD Y. THEODOROU INVESTMENTS LIMITED ότι θα ελάμβανε αυτά έναντι της πώλησης του ακινήτου της βάση της συμφωνίας αντιπαροχής, με τον ίδιο τρόπο εμπιστεύτηκε αυτόν ότι θα προέβαινε σε όλες τις ενέργειες και διαβήματα για να εκδώσει τίτλους στη συνέχεια και να μεταβιβάσει ή και εγγράψει τα εν λόγω διαμερίσματα. επ' ονόματι της αποβιώσασας. Εντούτοις όμως, μέσα από τα χρόνια και παρά τις υποσχέσεις που της δίδονταν κάτι τέτοιο δεν κατέστη εφικτό. Μάλιστα η θυγατέρα της αποβιώσασας ως με πληροφορεί και λαμβάνω γνώση από τον ίδια μέσα από τα χρόνια είχε την εντύπωση ότι το ζήτημα έχει διευθετηθεί. ωστόσο προ εκπλήξεώς της ενημερώθηκε από εμένα ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε αφού επιβεβαίωσα κατά την έρευνά και την .ιδιότητά μου, ότι ούτε πωλητήρια κατατέθηκαν, ούτε επίσης εγγράφθηκαν επ' ονόματι της αποβιώσασας τα εν λόγω διαμερίσματα. Να αναφέρω ότι, κατόπιν τηλεφωνιών και συνεχόμενων προσπαθειών μου για εξεύρεση λύσης επί του θέματος με σκοπό να διαφυλάξω την περιουσία που αδιαμφισβήτητα έπρεπε να βρίσκεται εγγεγραμμένη στο όνομα της αποβιώσασας σήμερα, δεν έχω λάβει την ουσιαστική και πραγματική ανταπόκριση του εκκαθαριστή της εταιρείας επί του θέματος, ενώ παράλληλα για του λόγου το αληθές να σημειώσω πως η ίδια η Διαχειρίστρια της εταιρείας αναγνώρισε τα όσα πιο πάνω αναφέρονται επιβεβαιώνοντας ότι η αποβιώσασα θα έπρεπε να ήτο η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των εν λόγω διαμερισμάτων εδώ χρόνια και όχι σήμερα να τρέχει δικαστικές διαδικασίες (δια μέσω εμού οι νόμιμοι κληρονόμοι της) να διαφυλάξουν τα όσα νομίμως δικαιούται ως πιο κάτω περιγράφεται Περαιτέρω ως έλαβα γνώση, ότι επί των ακινήτων υπάρχει εγγεγραμμένη υποθήκη προς όφελος των Εναγόμενων (εννοεί εναγομενων 2). Συγκεκριμένα, κατόπιν επικοινωνίας που είχα με την Διαχειρίστρια της Καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας. ενημερώθηκα από την τελευταία ότι της επιδίδονταν ειδοποιήσεις - επιστολές σύμφωνα με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο αναφορικά με την Υποθήκη υπ' αριθμό Υ6209/2007 η οποία εξασφαλίζεται με τα Διαμερίσματα της αποβιώσασας. Να σημειώσω ότι στα κτηματολογικά μητρώα εμφαίνεται ότι η Υποθήκη υπ' αριθμό Υ6209/2007 ενεγράφη την 04.09.2007, ήτοι αργότερα από την υπογραφή - σύναψη των Πωλητηρίων εγγράφων ημερ. 24.05.2007 και 01.06.2007 αντίστοιχα. Περαιτέρω, ενώ η αποβιώσασα αποτελούσε την κάτοχο και την αδιαμφισβήτητη ιδιοκτήτρια των εν λόγω διαμερισμάτων τόσα χρόνια, οι Εναγόμενοι τεχνηέντως και δόλια δεν είχαν επιδώσει ή και τουλάχιστον κοινοποιήσει οποιαδήποτε έγγραφα στην αποβιώσασα που να έδειχναν την πρόθεση τους για εκποίηση των επίδικων διαμερισμάτων. Σε κάθε περίπτωση, απέστειλα επιστολή ημερ. 25.4.24 η οποία επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία την 29.4.24 με την οποία της γνωστοποιούσα ότι ήρθε στη γνώση μου ότι τα εν λόγω διαμερίσματα βρίσκονταν σε διαδικασία επικείμενου πλειστηριασμού ενώ σε καμία περίπτωση δεν ανήκαν στην κυριότητα και/ή ιδιοκτησία της .Καθ' ης η αίτηση 1, αλλά βρίσκονταν από το 2008 στην κατοχή της αποβιώσασας κοινοποιώντας τους τα εν λόγω πωλητήρια έγγραφα συνοδευόμενα από τις σχετικές δηλώσεις παραλαβής αυτών. Περαιτέρω, διά της επιστολής καλούσα την Καθ' ης η αίτηση 1, όπως τερματίσει υπό τις περιστάσεις οποιεσδήποτε διαδικασίες πλειστηριασμού των εν λόγω διαμερισμάτων ιδιοκτησίας και/ή κατοχής της αποβιώσασας. Η Καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία, δια μέσω των δικηγόρων tους με επιστολή ημερ. 13/05/2024 απέρριπταν την επιστολή μας και ουσιαστικά κατέστησαν σαφές ότι δεν επρόκειτο να τερματίσουν τις διαδικασίες πλειστηριασμού αγνοώντας πλήρως τα δικαιώματα της αποβιώσασας και το πραγματικό καθεστώς ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων. Για την προστασία των δικαιωμάτων της αποβιωσάσης και μη έχοντας άλλη επιλογή, την 06.06.24 καταχώρησα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας Γενική Αίτηση για έκδοση διαταγμάτων που να επιτρέπουν την εκπρόθεσμη κατάθεση των εν λόγω πωλητηρίων εγγράφων στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, η οποία έλαβε αριθμό 137/2024 και είναι ορισμένη για οδηγίες την 18/9/
  5. Σημειώνεται ότι η αίτηση επιδόθηκε τόσο στον εκκαθαριστή της εταιρείας όσο και στην διαχειρίστρια. Από τότε, δεν είχα καμία περαιτέρω ενημέρωση ούτε από τον εκκαθαριστή, ούτε από την διαχειρίστρια αλλά ούτε και από την Καθ' ης η αίτηση 2 σχετικά με τις προθέσεις της για τα όσα πλέον αξιώνουμε με την Γενική Αίτηση 137/
  6. Ωστόσο, προ λίγο ημερών, είχα ενημερωθεί από την διαχειρίστρια ότι της είχε επιδοθεί Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» από την Καθ' ης η αίτηση 2 αναφορικά με επικείμενο πλειστηριασμό των δύο διαμερισμάτων τα οποία βαρύνονται με την Υποθήκη υπ' αριθμό Υ6209/
  7. Με την εν λόγω ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» η Διαχειρίστρια ενημερωνόταν ότι η Καθ' ης η αίτηση 2 θα προχωρούσε σε πώληση των ενυπόθηκων διαμερισμάτων στις 17.09.2024 ώρα 10:00 πμ..1 (μία) ημέρα πριν την εξέταση της αίτησης μας για εκπρόθεσμη κατάθεση των πωλητήριων εγγράφων αναφορικά με τα εν λόγω διαμερισμάτων. Είναι η θέση μου και ειλικρινά πιστεύω ότι η Καθ' ης η αίτηση 2 δεν δικαιούται να προχωρήσει με την εκποίηση των δύο διαμερισμάτων και ότι έχει τεχνηέντως και δόλια ορίσει την 17/09/24 ως την ημερομηνία εκποίησης καθότι γνώριζαν ότι την 18/09/24 ήταν ορισμένη η Γεν. Αίτηση 137/24 με την οποία αξιώναμε την κατάθεση των πωλητηρίων. Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση 2 σε καμία προσπάθεια για εξακρίβωση του πραγματικού ιδιοκτησιακού καθεστώτος δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα, κάτι που κάλλιστα θα μπορούσε να πράξει αφού όπως έχω αναφέρει ανωτέρω αλλά και με τα τεκμήρια που έχουμε παρουσιάσει, γίνεται ξεκάθαρο ότι η αποβιώσασα όχι μόνο είχε την κατοχή των διαμερισμάτων από το 2008 όπου ολοκληρώθηκε η ανέγερση της πολυκατοικίας, αλλά επίσης είχε και ιδιοκτησιακό συμφέρον επί του ακινήτου αφού με την εκτέλεση των πωλητηρίων εγγράφων, ουσιαστικά εκτελέστηκε και η συμφωνία αντιπαροχής δια την οποία καθίστατο ως η μοναδική ιδιοκτήτης και το μοναδικό πρόσωπο δικαιούμενο προς εγγραφή των δύο διαμερισμάτων. Απεναντίας η Καθ' ης η αίτηση 2 αγνοώντας πλήρως τα πιο πάνω προχωρεί με την εκποίηση των διαμερισμάτων και παράλληλα επηρεάζει δυσμενώς τα συνταγματικά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα της θυγατέρας της αποβιώσασας αφού και ενώ είναι η αποβιώσασα η ιδιοκτήτρια αυτών, θα πραγματοποιηθεί η εκποίηση των διαμερισμάτων χωρίς να έχει δικαίωμα όχι μόνο να προστατεύσει τα δικαιώματα της αλλά και να ακουστεί προηγουμένως. Σε κάθε περίπτωση, κρίνω κρίσιμο και πολύ σημαντικό να αναφέρω και να φέρω εις γνώση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι τα πωλητήρια έγγραφα προηγούνται μάλιστα χρονικά της Υποθήκης υπ΄ αριθμό Υ6209/2007 με αποτέλεσμα τα εν λόγω πωλητήρια να έχουν σειρά προτεραιότητας έναντι της εν λόγω υποθήκης. Η αποβιωσάσα έχει καταστεί από το 2008 ιδιοκτήτρια των δυο εν λόγω διαμερισμάτων αφού τα πωλητήρια έγγραφα εκτελέσθηκαν και το ακίνητο μεταβιβάσθηκε στην εταιρεία για σκοπούς ανέγερσης ή και οικοδόμησης της πολυκατοικίας.» Σημειώνω εδώ ότι στην συγκεκριμένη Ε/Δ επισυνάπτονται ως τεκμήρια - τα οποία καταχωρήθηκαν χωρίς να καταβληθούν ηλεκτρονικά οποιαδήποτε σχετικά τέλη εφόσον παρουσιάζονταν να συνιστούν τεκμήρια επί «ένορκης δήλωσης με επικολλημένα χαρτόσημα» - το διάταγμα διορισμού του διαχειριστή (Τεκ.1), το διάταγμα εκκαθάρισης της εναγόμενης 1 (Τεκ.2), ο τίτλος ιδιοκτησίας που είχε η αποβιώσασα από το 1976 (Τεκ. 3), διάφορες αιτήσεις και άδειες που είχαν εκδοθεί στο όνομα της αποβιώσασας μετά το 2007 σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα (Τεκ. 4), τα φερόμενα πωλητήρια έγγραφα του Μάη και του Ιούνη 2007 καθώς επίσης και τα φερόμενα έντυπα παραλαβής των επίδικων διαμερισμάτων (Τεκ. 5), διάφοροι λογαριασμοί κοινής ωφέλειας (Τεκ. 6), αντίγραφο της Γενικής Αίτησης 137/2024 που καταχωρήθηκε από τον διαχειριστή στις 06/06/24 προκειμένου να εξασφαλίσει διάταγμα που να επιτρέπει την εκπρόθεσμη κατάθεση των πωλητηρίων εγγράφων στο Κτηματολόγιο (Τεκ. 9), η ειδοποίηση τύπου ΙΑ που έστειλαν οι εναγόμενοι 2 (Τεκ. 10) και αλληλογραφία που φέρεται να ανταλλάχθηκε μεταξύ των διαδίκων (Τεκ. 7 και 8). Το αίτημα που υπέβαλε με την υπό κρίση αίτηση ο διαχειριστής, το οποίο είναι το ίδιο με αυτό που υπέβαλε και με την αίτηση της 07/08/24, είναι όπως εκδοθούν προσωρινά διατάγματα χωρίς ειδοποίηση προς την άλλην πλευρά, με τα όποια να τερματίζεται και/ή να ανατρέπεται και/ή να αναστέλλεται και/ή να ακυρώνεται τόσο η ειδοποίηση τύπου ΙΑ που επέδωσαν οι εναγόμενοι 2 όσο και η όλη διαδικασία πλειστηριασμού των επίδικων ακινήτων μέχρι πλήρους εκδίκασης της απαίτησης. Επιπλέον αυτού, ο διαχειριστής ζήτησε και προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η κατ' εφαρμογή των προνοιών του Ν/1965 μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στο όνομα των εναγομένων 2 ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Επειδή η συγκεκριμένη αίτηση είχε ζητηθεί να εκδικαστεί επί επείγουσας βάσης αυτή ορίστηκε για ΑΔΟ, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, στις 12/08/24, ημερομηνία κατά την οποία η πλευρά του διαχειριστή ζήτησε άδεια να αποσύρει άνευ βλάβης την πανομοιότυπη αίτηση που είχε καταχωρίσει στις 07/08/24 και η οποία ήταν ορισμένη στις 02/10/24 ώστε να προωθήσει την υπό κρίση αίτηση της 09/08/
  8. Σύμφωνα με τα όσα δηλώθηκαν τότε από πλευράς διαχειριστή, ο λόγος για τον όποιο ζητείτο η άδεια για απόσυρση της αίτησης της 07/08/24 ήταν διότι κατά την καταχώριση εκείνης της αίτησης δεν είχε ζητηθεί ο ορισμός της επί επείγουσας βάσης οπόταν κρίθηκε ορθότερο όπως καταχωριστεί νέα αίτηση, ήτοι αυτή της 09/08/24, ώστε να υποβληθεί εξ' αρχής το ορθό αίτημα. Αφού λοιπόν δόθηκε η αιτούμενη άδεια και η αίτηση της 07/08/24 απορρίφθηκε άνευ βλάβης, το Δικαστήριο μελέτησε τα όσα τέθηκαν ενώπιον του σε σχέση με την αίτηση της 09/08/24, περιλαμβανόμενων και των όσων αναφέρονταν στην Ε/Δ που είχε γίνει σε σχέση με το στοιχείο του κατεπείγοντος, οπόταν και έκρινε ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορούσε να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση στην αντίδικη πλευρά. Αναφέρω εδώ ότι είχε τότε επισημανθεί προς την πλευρά του διαχειριστή και το γεγονός ότι ενώ η κυρίως απαίτηση φερόταν να στρέφεται εναντίον μιας υπό εκκαθάριση εταιρείας, δηλαδή της εναγόμενης 1, η οποία συνιστούσε και πρόσωπο που επηρεαζόταν άμεσα από την υπό κρίση ενδιάμεση διαδικασία, εντούτοις δεν φαινόταν να είχε εξασφαλιστεί προηγουμένως η απαιτούμενη άδεια από το Δικαστήριο της εκκαθάρισης κατ' εφαρμογή του αρ. 220 Κεφ. 113[4]. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση αίτηση της 9/08/24 ορίστηκε για σκοπούς επίδοσης στις 27/08/
  9. Κατά την επόμενη ημερομηνία που ορίστηκε η αίτηση η πλευρά του διαχειριστή ανέφερε ότι δεν είχε προχωρήσει με την επίδοση της σε οποιοδήποτε εκ των εναγομένων λόγω του ότι είχε πρόθεση να υποβάλει πρώτα αίτηση στο αρμόδιο Δικαστήριο προκειμένου να εξασφαλίσει άδεια για συνέχιση της υπόθεσης σε σχέση με την εναγομένη
  10. Ένεκα τούτου η αίτηση αναβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες προκειμένου να γίνουν οι ενέργειες που η πλευρά του διαχειριστή ανέφερε ότι προτίθετο να κάμει και όταν τελικά εξασφαλίστηκε στις 04/10/24 η σχετική άδεια από το Δικαστήριο της εκκαθάρισης, η παρούσα αίτηση επιδόθηκε και στις δύο εναγόμενες εταιρείες στις 11/10/
  11. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν από πλευράς διαχειριστή στο Δικαστήριο στις 27/09/24 και τα οποία στην πορεία επιβεβαιώθηκαν και από τους εναγόμενους, ο πλειστηριασμός των επίδικων ακίνητων έχει επαναπρογραμματιστεί για να γίνει σήμερα 31/10/24 στις 1000π.μ. Αν και λοιπόν είχε εκδηλωθεί αρχικά πρόθεση να καταχωρηθεί ένσταση και από τις δύο εναγόμενες εταιρείες εντούτοις στο τέλος μόνο οι εναγόμενοι 2 καταχώρησαν ένσταση εφόσον οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της εναγόμενης 1 δηλώσαν ότι ο εκκαθαριστής της τελευταίας, αν και δεν αποδέχεται το περιεχόμενο της αίτησης εντούτοις δεν θα προβεί στην καταχώριση ένστασης και θα αφήσει ουσιαστικά το θέμα στην κρίση του Δικαστηρίου. Με την ένσταση λοιπόν που καταχώρισε στις 24/10/24 η πλευρά των εναγομένων 2 προβάλλονται 12 συνολικά λόγοι για απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι περιστρέφονται τόσο γύρω από τα πραγματικά κατ' εκείνους γεγονότα της υπόθεσης όσο και γύρω από τις προϋποθέσεις του αρ.
  12. Εν συντομία, σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση, η εναγόμενη 1 είχε λάβει στο παρελθόν διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις από την τότε Λαϊκή Τράπεζα τις οποίες είχε εξασφαλίσει στις 04/09/07 με την εγγραφή υποθήκης επί ολόκληρου του επίδικου ακινήτου για το ποσό των ΛΚ300.000, ήτοι με την υποθήκη Υ6209/
  13. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, κατά την υπογραφή και εγγραφή της υποθήκης στις 04/09/07, η εναγόμενη 1, η οποία είχε ανεγείρει εντός του επίδικου ακινήτου κτηριακό συγκρότημα στο οποίο περιλαμβάνονται και τα δύο επίδικα διαμερίσματα, παρουσιαζόταν στα επίσημα μητρώα του Κτηματολογίου να είναι η απόλυτη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου και επειδή μέχρι σήμερα εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη ως τέτοια ιδιοκτήτρια, όταν εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας σε σχέση με τα επίδικα διαμερίσματα στις 11/11/14, ο τίτλος αυτός εκδόθηκε στο όνομα της (Τεκ. 1, 2, και 3). Εν τω μεταξύ όμως, επειδή η εναγόμενη 1 παρέλειπε να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει απέναντι στην Λαϊκή και επειδή όλα τα συμβατικά δικαιώματα που είχε η τελευταία είχαν μεταβιβαστεί στην Τράπεζα Κύπρου περί το 2013 δυνάμει σχετικής νομοθεσίας, η εν λόγω τράπεζα αποφάσισε το 2014 να κινηθεί δικαστικά εναντίον της εναγόμενης 1 οπόταν και καταχώρισε την αγωγή 1814/2014 στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε στις 23/04/18 απόφαση για ποσό πέραν των €20εκ (Τεκ. 4 και Τεκ.5). Στην πορεία όμως, κατ' εφαρμογή νέων συμφωνιών που έγιναν στη βάση άλλης συγκεκριμένης νομοθεσίας, όλα τα συμβατικά και εξ' αποφάσεως δικαιώματά που είχε αποκτήσει η Τράπεζα Κύπρου μεταφέρθηκαν στους νυν εναγόμενους 2 οι οποίοι αποφάσισαν όπως ανακτήσουν το εξ' αποφάσεως χρέος μέσω της διαδικασίας που προνοεί ο Ν.9/65 για εκποίηση της υποθήκης Υ6209/07 και για το σκοπό αυτό επέδωσαν στην εναγόμενη 1 τις σχετικές προβλεπόμενες ειδοποιήσεις. Είναι λοιπόν η θέση των εναγομένων 2 ότι υπό τις περιστάσεις ουδόλως δικαιολογείται η έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων που ζητά ο διαχειριστής αφού τα πωλητήρια έγγραφα που επικαλείται ο τελευταίος, όχι μόνο δεν περιέχουν οποιαδήποτε συμφωνία περί αντιπαροχής αλλά τουναντίον αναφέρουν ρητά και ξεκάθαρα ότι το αντάλλαγμα που θα λάμβανε η αποβιώσασα θα ήταν καθαρά χρηματικό και θα καταβαλλόταν στην τελευταία, στη μία περίπτωση ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του ακινήτου στην εναγόμενη 1 το Μάιο 2007 και στην άλλη περίπτωση 2½ χρόνια μετά τη μεταβίβαση που θα γινόταν τον Ιούνη
  14. Με άλλα λόγια, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, όχι μόνο δεν φαίνεται να υπάρχει καμία συμφωνία περί αντιπαροχής που να δίνει στην πλευρά της αποβιώσασας οποιοδήποτε δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου και δη δικαίωμα που να χρήζει ειδικής εκτέλεσης ως ισχυρίζεται ο διαχειριστής της τελευταίας, αλλά και με δεδομένο ότι το Σεπτέμβριο 2007 η εναγόμενη 1 παρουσιαζόταν στα επίσημα μητρώα του Κτηματολογίου να είχε ήδη καταστεί η απόλυτη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, συνεπάγεται ότι τα όσα φέρονταν να είχαν συμφωνηθεί μεταξύ εκείνης και της αποβιώσασας το Μάιο και Ιούνιο 2007 για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, αυτά είχαν από τότε πλήρως εκτελεστεί. Ως εκ τούτου, καταλήγει ο ομνύοντας, κανένα δικαίωμα που προβάλλει ο διαχειριστής ως βάση για την αγωγή εναντίον των εναγόμενων 2 δεν φαίνεται να υφίσταται με βάση τα έγγραφα που έχουν παρουσιαστεί, ούτε όμως και φαίνεται να υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί όπως εμποδιστούν οι εναγόμενοι 2 από του να ασκήσουν τα δικά τους συμβατικά και θέσμια δικαιώματα. Ούτε όμως και φαίνεται να μπορεί σήμερα να εξυπηρετηθεί κάποιος ουσιαστικός σκοπός με την εκπρόθεσμη κατάθεση των συγκεκριμένων πωλητηρίων εγγράφων αφού αν όντως η εναγόμενη 1 δεν έχει τηρήσει τις εκεί αναφερόμενες συμβατικές της υποχρεώσεις, το μόνο δικαίωμα που φαίνεται να παρέχεται στην πλευρά της αποβιώσασας από τις συμφωνίες αυτές είναι για να διεκδικήσει από την εναγόμενη 1 το ποσό που συμφωνήθηκε να πληρωθεί ως αντάλλαγμα για την πώληση του ακινήτου της. Σε κάθε περίπτωση όμως, προχωρεί ο ομνύοντας, ακόμη και να επιτρεπόταν σήμερα να κατατεθούν τα συγκεκριμένα πωλητήρια ως εμπράγματα βάρη επί του επίδικου ακινήτου, τα βάρη αυτά δεν θα μπορούσαν δια Νόμου να λάβουν προτεραιότητα έναντι της υποθήκης που ενεγράφη το
  15. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω, προχωρεί ο ομνύοντας, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ούτε το γεγονός ότι η πλευρά του διαχειριστή ήδη επιδιώκει μέσω μιας άλλης δικαστικής διαδικασίας, ήτοι της Γενικής Αίτησης 137/24, να εξασφαλίσει τις ίδιες θεραπείες που επιδιώκει να εξασφαλίσει και με την παρούσα απαίτηση και στο γεγονός αυτό θα πρέπει να συνυπολογιστεί και το ότι για άγνωστο λόγο εκείνη η διαδικασία δεν έχει μέχρι σήμερα επιδοθεί στους εναγόμενους 2 οι οποίοι σαφέστατα συνιστούν πρόσωπα που επηρεάζονται άμεσα από αυτή. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλονται και διάφορες άλλες θέσεις σε σχέση με τις προϋποθέσεις του αρ. 32 Ν.14/60 στις οποίες κάνω αναφορά πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε στις 29/10/24 με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων οι οποίες ως επί το πλείστον περιστράφηκαν γύρω από τη νομική πτυχή που περιβάλλει αιτήσεις αυτής της φύσης. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία και περιορίζομαι να αναφέρω ότι αμφότερες οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί προσεκτικά από το Δικαστήριο και έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη. Το πρώτο θέμα που θεωρώ ότι θα πρέπει εκ της σοβαρής φύσης του να εξεταστεί πριν απ' οτιδήποτε άλλο αφορά στα όσα αναφέρονται πιο πάνω ότι περιβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο καταχωρήθηκαν η υπό κρίση αίτηση και η Ε/Δ που φέρεται να την υποστηρίζει. Υπενθυμίζω συναφώς ότι αντίθετα με την αίτηση που καταχωρήθηκε στις 09/08/24 και για την οποία είχαν τότε καταβληθεί ηλεκτρονικά τα νενομισμένα τέλη καταχώρησης της, για την φερόμενη υποστηρικτική Ε/Δ δεν καταβλήθηκαν οποιαδήποτε τέλη καταχώρησης και αυτό διότι κατ' επίκληση του Κ.27 ανωτέρω, η εν λόγω Ε/Δ και τα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια είχαν παρουσιαστεί στον Πρωτοκολλητή ως «ένορκη δήλωση με επικολλημένα χαρτόσημα», δηλαδή ως Ε/Δ για την οποία τα νενομισμένα τέλη καταχώρησης φαίνονταν να είχαν εισπραχθεί από τον Πρωτοκολλητή κατά την «φυσική» ακύρωση των επικολλημένων σε αυτήν χαρτοσήμων όταν λήφθηκε ο όρκος στις 07/08/
  16. Όπως όμως έχω επισημάνει πιο πάνω, η συγκεκριμένη Ε/Δ που καταχωρήθηκε ηλεκτρονικά στις 09/08/24 και για την οποία δεν καταβλήθηκαν τότε ηλεκτρονικά οποιαδήποτε τέλη καταχώρησης ένεκα του είχε παρουσιαστεί ως «ένορκη δήλωση με επικολλημένα χαρτόσημα», στην πραγματικότητα ήταν το ίδιο σαρωμένο έγγραφο που είχε καταχωρηθεί ηλεκτρονικά και στις 07/08/24 και για το οποίο, επειδή και τότε είχε παρουσιαστεί ως «ένορκη δήλωση με επικολλημένα χαρτόσημα», δεν καταβλήθηκαν τότε ηλεκτρονικά οποιαδήποτε τέλη καταχώρησης. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι το σαρωμένο αντίγραφο της ένορκης δήλωσης που καταρτίστηκε με επικολλημένα χαρτόσημα στις 07/08/24 και ώρα 09:53πμ στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, «χρησιμοποιήθηκε» για δύο ξεχωριστές ηλεκτρονικές καταχωρήσεις, μία στις 07/08/24 και μία στις 09/08/24, παρουσιαζόμενο όμως κάθε φορά ως ξεχωριστό έγγραφο για το οποίο δεν απαιτείτο η ηλεκτρονική πληρωμή των νενομισμένων τελών καταχώρησης του εφόσον τα τέλη αυτά φαίνονταν, από τη σαρωμένη όψη του εγγράφου, να είχαν ήδη καταβληθεί με την ακύρωση των επικολλημένων σε αυτό χαρτοσήμων. Με το ίδιο δηλαδή σετ επικολλημένων και ακυρωμένων χαρτοσήμων - τελών καταχώρησης επιτεύχθηκαν δύο ξεχωριστές καταχωρήσεις πράγμα το οποίο δεν ήταν ούτε επιτρεπτό αλλά ούτε και νόμιμο. Μία φορά μόνο μπορούσαν να «χρησιμοποιηθούν» τα ακυρωμένα χαρτόσημα για να εξασφαλιστεί απαλλαγή από την υποχρέωση ηλεκτρονικής πληρωμής τελών καταχώρησης και επειδή στην προκειμένη περίπτωση αυτό είχε ήδη γίνει κατά την καταχώρηση της 07/08/24, επιβάλλετο όπως για τη μεταγενέστερη καταχώρηση της 09/08/24 πληρωθούν νέα τέλη ώστε το σχετικό έγγραφο να μπορεί να θεωρείται ως νομότυπα καταχωρηθέν (βλ.Κ.16 Κανονισμών 1/24 ανωτέρω)[5]. Στο σημείο αυτό τονίζω ότι δεν θα πρέπει καθόλου να θεωρηθεί ότι τα όσα αναφέρονται πιο πάνω συνιστούν με οποιοδήποτε τρόπο διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η πλευρά του διαχειριστή ενήργησε εσκεμμένα και με στόχο να αποφύγει να πληρώσει τα τέλη καταχώρησης της Ε/Δ που φέρεται να υποστηρίζει την αίτηση της 09/08/
  17. Άλλωστε δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιτρέπουν στο παρόν στάδιο όπως εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Παρά ταύτα όμως, ως αποτέλεσμα της διαπίστωσης ότι δεν καταβλήθηκαν τα νενομισμένα τέλη καταχώρησης που έπρεπε να καταβληθούν προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί ως ορθά και νομότυπα καταχωρηθείσα η ένορκη δήλωση που φέρεται να υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, συνεπάγεται ότι το εν λόγω έγγραφο ουδέποτε καταχωρίστηκε (βλ. Κ.16 και Κ.27) και επομένως το περιεχόμενο του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Σημειώνω εδώ ότι σε παρόμοια κατάληξη είχε οδηγηθεί και ο έντιμος Μαλαχτός Δικαστής στην IMPERIAL TRADING COMPANY LTD κ.α. ν. Λουκά Π. Έλληνα κ.α., Αρ. Αγωγής 2045/2016, 16/3/2017, όπου ως Π.Ε.Δ. που ήταν τότε, είχε διαπιστώσει μεταξύ άλλων ότι τα τέλη καταχώρησης του εγγράφου που εξέταζε σ' εκείνη την υπόθεση δεν είχαν καταβληθεί με τον νενομισμένο τρόπο, ήτοι τα επικολλημένα χαρτόσημα δεν είχαν ακυρωθεί από τον Πρωτοκολλητή (υπήρχε φυσικός φάκελος) - «.το περιεχόμενο. δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.» Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι η συγκεκριμένη ένορκος δήλωση, η οποία εκ των πραγμάτων δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί, παρουσιάζεται από την πλευρά του διαχειριστή να περιέχει το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει το βάσιμο και δικαιολογημένο της υπό κρίση αίτησης, κρίνεται ότι ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να υποστηριχτεί και να στοιχειοθετηθεί η έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων και η κρίση αυτή είναι από μόνη της αρκετή για να σφραγίσει την τύχη της υπό κρίση αίτησης χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί οποιοδήποτε άλλο θέμα εγείρεται. (βλ. κατ' αναλογία GANNA MAKOVETSKA-GRYNEVYCH v. SERGII GRYNEVYCH, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε57/2017, 4/10/2023, Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos
(2003)1 Α.Α.Δ. 782 και VALENTINA STOEVA ν. KYΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υποθ. αρ.1405/2009, 10 Noεμβρίου, 2009). Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου όμως, προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη η εικόνα των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου σε περίπτωση που το ανωτέρω συμπέρασμα ήθελε ανατραπεί κατ' έφεση, κρίνω ορθό όπως προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης ωσάν να και η φερόμενη υποστηρικτική Ε/Δ είχε ορθά και νόμιμα καταχωρηθεί. Σημειώνω λοιπόν τα ακόλουθα. Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του αρ.32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και έχουν πολύ εύστοχα συνοψισθεί σε πληθώρα αποφάσεων όπως είναι οι ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.2019. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στη Κοζάκου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις.... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» (βλ. μεταξύ άλλων και MERIDIAN GAMING LTD κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E179/2017, 2/5/2024, SERGIY MARFUT v. ZAFORPO VENTURES LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε144/2020, Ε145/2020, 29/3/2024, LAXIFLORA HOLDINGS LTD κ.α. v. ΚΩΣΤΑ ΖΕΡΒΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε38/2021, Ε42/2021, 12/2/2024 και PROQUASERV ACCOUNTANTS LTD κ.α. v. ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε49/2018, 17/11/2023) Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι οι πιο πάνω αρχές, στο βαθμό που άπτονται και του πώς είναι που διενεργείται η δικαστική εξέταση ενδιάμεσων αιτήσεων της παρούσας φύσης, συνάδουν με τον τρόπο με τον οποίο τέτοιες αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται με βάση τους «νέους» Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας στη βάση των οποίων και εγείρεται η παρούσα. Προς τούτο παραπέμπω ενδεικτικά στο εγνωσμένου κύρους νομικό σύγγραμμα BLACKSTONE'S CIVIL PRACTICE 2019, όπου σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής των αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι είναι όμοιοι με τους κυπριακούς Κανονισμούς, αναφέρεται στις σελ. 585 - 588 ότι κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων δεν είναι ορθό να επιβάλλεται το επίπεδο απόδειξης που επιβάλλεται στα πλαίσια κανονικής δίκης (ισοζύγιο των πιθανοτήτων) αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ουσιαστικά είτε τη διεξαγωγή πρόωρης δίκης είτε όπως το Δικαστήριο προκαταβάλει στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης διαδικασίας την ενδεχόμενη τελική του κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Παρόμοια είναι δε και η αρχή που διατυπώθηκε προ πολλού στην Κύπρο σε σχέση με το επίπεδο απόδειξης σε ενδιάμεσες διαδικασίες για προσωρινά διατάγματα, αφού όπως λέχθηκε και στην Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 ότι «The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J.S. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.) "A probability", in the context of the proviso to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.» Ως εκ τούτου, το σύνηθες επίπεδο απόδειξης σε ενδιάμεσες διαδικασίες με βάση τους νέους Κανονισμούς είναι, όπως αναφέρεται στο Blackstone's, το κατά πόσο το οποιοδήποτε αμφισβητούμενο γεγονός έχει καταδειχθεί μέσω μιας «καλής συζητήσιμης υπόθεσης», κριτήριο το οποίο «.εμπερικλείει το σημαντικό κανόνα ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι όσο ικανοποιημένο μπορεί να είναι, δεδομένων των περιορισμών που έχει μια ενδιάμεση διαδικασία, για το ότι υπάρχουν παράγοντες που του δίδουν δικαιοδοσία ή που δικαιολογούν την άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής.». Για το λόγο αυτό, συνεχίζει το BLACKSTONE'S, «.οι περισσότερες αιτήσεις εξετάζονται στη βάση των γεγονότων που δεν αμφισβητούνται από τον καθ' ου η αίτηση, μαζί με την εκδοχή του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα.(εφόσον).η επιλογή μεταξύ μαρτύρων συνιστά λειτουργία του Δικαστή που εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης και σε μια ενδιάμεση αίτηση είναι επιτρεπτό για ένα Δικαστή να «κοιτάξει πίσω» από μια Ε/Δ μόνο αν προβάλλεται κάποιος ισχυρισμός που παρουσιάζει εγγενή απιθανότητα ή όταν υπάρχει εξωγενής μαρτυρία που τον αντικρούει.» (βλ.σελ. 587 και την αναφορά που εκεί γίνεται στις HRH Prince of Wales v Associated Newspapers Ltd [2006] EWCA Civ 1776 (21 December 2006), National Westminster Bank Plc v Daniel [1993] 1 WLR 1453 και Shyam Jewellers Ltd v Cheeseman | [2001] EWCA Civ 1818). Με γνώμονα τα πιο πάνω επομένως επισημαίνω τα εξής σχετικά με την υπό συζήτηση περίπτωση: Κατά πρώτο, έχοντας κατά νου τη φύση των τελικών θεραπειών που αξιώνονται με την κυρίως απαίτηση[6], οι οποίες θεραπείες θα μπορούσαν να εκληφθούν και ως ο «πυρήνας» της απαίτησης[7], καθίσταται θεωρώ έκδηλο ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν επιδιώκεται να εξασφαλιστεί οποιοδήποτε «απευθείας» διάταγμα ειδικής εκτέλεσης των επιδίκων πωλητηρίων εγγράφων, ήτοι χωρίς να πρέπει πρώτα αυτά να κατατεθούν στο Κτηματολόγιο, ως ήταν η περίπτωση στην ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ κ.α. v. ΕΛΕΝΗΣ ΠΙΕΡΕΤΤΗ, Πολιτική Έφεση αρ. 146/21, 16/4/2024. Τουναντίον, αυτό που παρουσιάζεται ρητά να επιδιώκει ο διαχειριστής με την πλειοψηφία των αιτούμενων τελικών θεραπειών είναι όπως εκδοθούν τέτοιας μορφής διατάγματα από το Δικαστήριο ώστε να δημιουργηθούν στη συνέχεια εκείνες οι συνθήκες που θα επιτρέψουν να ζητηθεί από πλευράς αποβιώσασας η ειδική εκτέλεση των συγκεκριμένων πωλητηρίων (βλ. θεραπείες υπό στοιχεία Γ, Δ, Στ, Ζ, Η και Θ και τις αναφορές «για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης» που εκεί γίνονται). Από απλή όμως αντιπαραβολή του εντύπου απαίτησης της παρούσας υπόθεσης με το περιεχόμενο της Γενικής Αίτησης 137/24 που ο διαχειριστής καταχώρησε στις 06/06/24, και η οποία διαδικασία, σύμφωνα με τον ίδιο το διαχειριστή, δεν έχει ακόμη εκδικαστεί και εξακολουθεί να προωθείται από αυτόν, διαπιστώνεται ότι οι θεραπείες υπό στοιχεία Γ, Δ, Στ, Ζ, Η και Θ της εδώ υπόθεσης είναι πανομοιότυπες με τις θεραπείες υπό στοιχεία Α Β, Γ, Δ, Στ. και Ζ που αξιώνονται με την Γ.Α. 137/24. Ως όμως είναι πάγια νομολογημένο, «Συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας δικαστικών διαδικασιών για επίτευξη στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν με μια. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών επίτευξης του ίδιου στόχου» (βλ. Διευθυντή των Φυλακών v. In Re Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217) και δεν θα πρέπει εδώ να μας διαφεύγει ότι σύμφωνα με την πλευρά του ίδιου του αιτητή - διαχειριστή, όταν καταχωρήθηκε και εκδικάστηκε η παρούσα αίτηση, η Γενική Αίτηση 137/2024 δεν είχε ακόμη αποπερατωθεί (βλ. Περέλλα (Αρ. 2)
(1996)1 ΑΑΔ 1009). Παρενθετικά αναφέρω εδώ ότι για το συγκεκριμένο θέμα είναι άκρως σχετικές και οι σχετικά πρόσφατες αποφάσεις στις ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΣΙΟΥΡΤΙΔΗΣ κ.α. v. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. E95/2021, 8/2/2024 και Αντώνης Ζαχαρίου Ιωάννου v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δια και εκ μέρους του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Πολιτική Έφεση αρ. 26/2021, 28/2/2024). Υπό το φως των πιο πάνω λοιπόν, ήτοι της διαπίστωσης ότι αν όχι στο σύνολο της τουλάχιστον στο μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο της μέρος, η κυρίως απαίτηση φαίνεται εκ πρώτης όψεως να συνιστά, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, κρίνεται ότι δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί ότι στο παρόν στάδιο προβάλλεται από πλευράς διαχειριστή μια καλή συζητήσιμη υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Κατά δεύτερο και όσον αφορά την πτυχή της απαίτησης που περιστρέφεται γύρω από τις τελικές θεραπείες υπό στοιχεία Β και Ε, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στις θεραπείες που αξιώνονται και με την Γ.Α.137/24, περιορίζομαι να αναφέρω αφ' ενός ότι σύμφωνα με τη σχετική νομολογία οι τιμωρητικές αποζημιώσεις δεν συνιστούν αποδεκτή και ενδεδειγμένη θεραπεία σε σχέση με κατ' ισχυρισμό συμβατικές παραβάσεις (βλ. Ερωτοκρίτου ν. Ειρήναρχου Θεοδώρου κ.ά.
(1997)1(Γ) A.A.Δ. 1800, Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65 και Constantinides v. Pitsillou and Another
(1980)J.S.C. 279) και αφ' ετέρου ότι καμία διακριτική εξουσία δεν έχει το Δικαστήριο σε σχέση με την προτεραιότητα που λαμβάνουν τα εμπράγματα βάρη που εγγράφονται επί ενός ακινήτου, έστω και εκπρόθεσμα, αφού το θέμα αυτό διέπεται από ρητές και ξεκάθαρες νομοθετικές διατάξεις που ορίζουν ότι η προτεραιότητα καθορίζεται με βάση την ημερομηνία κατάθεσης/εγγραφής του βάρους και όχι με βάση την ημερομηνία που το βάρος αυτό συμφωνήθηκε να δημιουργηθεί (βλ. αρ.5
(1)Ν.81(Ι)/11[8] καθώς επίσης και Ν.9/65 και Κεφ. 224). Σε κάθε περίπτωση όμως, αλλά και όσον αφορά την πτυχή της απαίτησης που περιστρέφεται γύρω από τις θεραπείες υπό στοιχεία Α και Β, επισημαίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι τα πωλητήρια έγγραφα που προβάλλει η πλευρά του διαχειριστή είχαν καταρτιστεί πριν τη σύναψη και εγγραφή της υποθήκης Υ6209/
  1. Αντιθέτως, αυτό που υποστηρίζουν οι εναγόμενοι 2 και το οποίο κρίνεται εύλογο με βάση τα όσα έχουν προς το παρόν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι υπό το φως των όσων φαίνονται να συμφωνούνται με τα επίδικα πωλητήρια μεταξύ της αποβιώσασας και της εναγομένης 1, η τελευταία είχε ήδη αποκτήσει απόλυτη και ελεύθερη κυριότητα του επίδικου ακινήτου όταν συμφωνούσε για την υποθήκευση του στις 04/09/
  2. Και επισημαίνω εδώ, όπως εύστοχα επεσήμανε και ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων 2, ότι στα πωλητήρια έγγραφα που επικαλείται η πλευρά του διαχειριστή δεν φαίνεται να γίνεται καμία αναφορά για παροχή στην αποβιώσασα οποιουδήποτε ανταλλάγματος άλλου από χρηματικού ή υπό τη μορφή αντιπαροχής. Φαίνεται δηλαδή, εκ πρώτης όψεως πάντοτε, ότι κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου δεν είχε δοθεί στη αποβιώσασα με τα συγκεκριμένα πωλητήρια έγγραφα ώστε να μπορεί να θωρηθεί σήμερα ότι κάποια εξισορρόπηση θα πρέπει να γίνει μεταξύ ενός τέτοιου δικαιώματος από τη μια και του δικαιώματος που έχουν οι εναγόμενοι 2 συνεπεία της υποθήκης Υ6209/07 από την άλλη. Το ότι η αποβιώσασα έλαβε την κατοχή των δύο επίδικων διαμερισμάτων είναι μεν παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όμως ο παράγοντας αυτός δεν μπορεί από μόνος του να δημιουργήσει τα ισχυρά ιδιοκτησιακά δικαιώματα που προβάλλει ο διαχειριστής ως βάση για την απαίτηση του (βλ. κατ' αντίθεση την περίπτωση στην ODYSSEOS ν. PIERIS ESTATES AND OTHERS
(1982)1 CLR 557 όπου κρίθηκε ότι εκεί ο αιτητής είχε αγοράσει το ακίνητο που κατείχε καθώς επίσης και την περίπτωση στην ΑΝΝΑΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ v. ΓΡΗΓΟΡΗ ΣΠΑΝΟΥ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε76/2018, 16/11/2023 όπου η βάσιμη αμφισβήτηση του προβαλλόμενου ιδιοκτησιακού δικαιώματος θεωρήθηκε αρκετή για να «νικήσει» το γεγονός ότι είχε αποκτηθεί κατοχή). Με άλλα λόγια, ούτε στο βαθμό που η απαίτηση του διαχειριστή περιστρέφεται γύρω από τις θεραπείες Α, Β, Ε και Ι προβάλλει στο παρόν στάδιο να συνιστά μία καλή συζητήσιμη υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ακόμη όμως και να μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο διαχειριστής ικανοποιεί τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του αρ.32 σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι κάποια συμφωνία υπήρξε μεταξύ της αποβιώσασας και της εναγομένης 1 στη βάση της οποίας η πρώτη έλαβε την κατοχή των διαμερισμάτων, συμφωνία βεβαίως η οποία ούτε στα πωλητήρια έγγραφα περιέχεται αλλά ούτε και αντικατοπτρίζεται στις τελικές θεραπείες που αξιώνονται με την απαίτηση (βλ. αναφορά σε παράβαση των όρων των πωλητηρίων εγγράφων που γίνεται στη θεραπεία υπό στοιχείο Α), η παρούσα αίτηση και πάλι δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Αυτό αφ' ενός γιατί η προσδοκία της αποβιώσασας ότι η εναγόμενη 1 θα τηρούσε τις συγκεκριμένες συμβατικές τις υποχρεώσεις με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εξισωθεί με κατοχή εμπράγματου συμφέροντος επί του ακινήτου και κατ' επέκταση επί των επίδικων διαμερισμάτων ώστε να «νικήσει» την ήδη εγγεγραμμένη υποθήκη των εναγομένων 2 (βλ. Τσαρμαντίδης Νοντάρ και Άλλη ν. Ανδρέα Δημητρίου
(2010)1 ΑΑΔ 239) και αφ' ετέρου διότι μέσω του διαχειριστή, η ίδια η πλευρά της αποβιώσασας ισχυρίζεται ότι η θεραπεία που η τελευταία συμφώνησε να λάβει σε περίπτωση που εναγόμενη 1 παράβαινε την κατ' ισχυρισμό συμφωνία αντιπαροχής ήταν η οικονομική αποζημίωση - «.δηλώθηκαν τα χρηματικά ποσά ούτως ώστε σε περίπτωση που δεν ανεγείρονταν η πολυκατοικία, και η αποβιώσασα μεταβίβαζε την γη στην εταιρεία, να μπορούσε να αξιώσει από την εν λόγω εταιρεία τα αντίστοιχα και/ή τα ποσά που αντιστοιχούσαν στο τίμημα πώλησης της γης της, ποσά που αναγράφονταν στα εν λόγω Πωλητήρια Έγγραφα.». Διαπιστώνεται λοιπόν αφ' ενός ότι καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν θα προκληθεί στην περιουσία της αποβιώσασας αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και δη ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί και να αποζημιωθεί με χρήμα - ως άλλωστε προβάλλεται και από πλευράς της τελευταίας ότι προνοούσε η κατ' ισχυρισμό συμφωνία των μερών - και αφ' ετέρου ότι με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα που να εμποδίζει τους εναγόμενους 2 από του να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους παρέχει και ο Ν.9/65 αλλά και η συμφωνία υποθήκης που εγγράφηκε στο Κτηματολόγιο από το
  1. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς αυτή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά, ως είναι και ο γενικός κανόνας, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 2 και εναντίον της ενάγουσας. Προτού όμως προχωρήσω να ακούσω τους συνηγόρους των συγκεκριμένων διαδίκων σε σχέση με το ύψος των εξόδων αυτών στα πλαίσια της σχετικής διαδικασίας που προνοούν οι Κανονισμοί, θα δώσω στους τελευταίους την ευκαιρία να συμφωνήσουν και να δηλώσουν το ύψος τους, το οποίο, από μια πρώτη θεώρηση των σχετικών Πινάκων και υπό την επιφύλαξη βέβαια των όσων ενδεχομένως να επιχειρηματολογήσουν οι συνήγοροι, φαίνεται να κυμαίνεται μεταξύ €2500 - €3000 πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. Αν λοιπόν μέχρι τις 08/11/24 οι διάδικοι δεν καταλήξουν σε συμφωνία ως προς το ύψος των εξόδων τότε να καταχωρήσουν εκατέρωθεν σχετικούς καταλόγους μέχρι τις 12/11/24 και το Δικαστήριο θα επιληφθεί του θέματος στις 14/11/24 και ώρα 09:30 στη φυσική παρουσία τους. Όσον αφορά την εναγόμενη 1 δεν εκδίδεται καμία διαταγή σε σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας. (Υπ.) .......... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καταχωρήθηκε στο σύστημα στις 06/08/24) στις 13:22 μμ [2]
  2. Ένορκη δήλωση η οποία καταχωρίζεται ηλεκτρονικά, θα γίνεται δεκτή από τον Πρωτοκολλητή εφόσον ικανοποιηθεί ότι έχουν καταβληθεί ηλεκτρονικά τα νενομισμένα τέλη σε σχέση με αυτή. Τα τέλη ενόρκου δηλώσεως καταβάλλονται κατά την καταχώρισή της στο σύστημα και όχι κατά την όρκιση. Νοείται ότι ο ανωτέρω Κανονισμός αφορά ένορκη δήλωση η οποία δεν έχει χαρτοσημανθεί πριν από την ηλεκτρονική καταχώρισή της. Σε περίπτωση που η ένορκη δήλωση έχει χαρτοσημανθεί, η ηλεκτρονική καταχώρισή της γίνεται άνευ πληρωμής επιπλέον τελών στο σύστημα. [3] 28
(2)Διάδικος ο οποίος αιτείται τον ορισμό της ΑΔΟ σε επείγουσα βάση υποχρεούται να καταχωρίσει ξεχωριστή δήλωση μάρτυρα ή ένορκη δήλωση παραθέτοντας τους λόγους του επείγοντος ή τυχόν εξαιρετικές περιστάσεις που υποστηρίζουν τούτο. Ο Πρωτοκολλητής δύναται να ορίσει την ΑΔΟ ως επείγουσα ή να παραπέμψει το αίτημα για απόφαση επί τούτου από τον δικαστή. [4]
  1. Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει. [5]
  2. Έγγραφο δεν θεωρείται ως καταχωρηθέν, μέχρις ότου η ηλεκτρονική καταχώρισή του ολοκληρωθεί και σημειωθεί ως επιτυχής από το σύστημα, καταβάλλοντας παράλληλα τα νενομισμένα τέλη. Για σκοπούς προθεσμιών ισχύει ο Κανονισμός
  3. [6] Βλ.Poltava Petroleum Company ν. Mexana Oil Ltd και Άλλων
(2001)1 ΑΑΔ 1301 αναφορικά με τη συσχέτιση που πρέπει να γίνεται «με την αιτία ή βάση αγωγής») [7] (βλ. κατ' αναλογία Vasilico Cement Works Limited and Others ν. World Tide Shipping Corporation and Others
(1996)1 ΑΑΔ 389 [8] 5.
(1)Τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων του παρόντος Νόμου, η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της: cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.