← Κύπρος

ΦΑΡΜΑ Α/ΦΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΛΤΔ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΚΕΔΙΠΕΣ), Αρ. Αγωγής: 584/24, 11/11/2024

ΦΑΡΜΑ Α/ΦΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΛΤΔ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΚΕΔΙΠΕΣ), Αρ. Αγωγής: 584/24, 11/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 584/24(ι) Μεταξύ: ΦΑΡΜΑ Α/ΦΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΛΤΔ Ενάγοντες - Αιτητές Και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΚΕΔΙΠΕΣ) Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η αίτηση ------------- (Αίτηση Ημερ. 18/10/2024 για προσωρινά διατάγματα) ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Νοεμβρίου, 2024 Για ενάγοντες - αιτητές: κ. Λ. Λουκά Για εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: : κα Ρ. Καραμανή για Χριστόφορος Ιωάννου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, κυπριακή εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της κτηνοτροφίας, καταχώρησαν την πιο πάνω απαίτηση στις 18/10/24 δυνάμει του Μ.7Κ.1

(1)(α) αξιώνοντας τις πιο κάτω θεραπείες (το λεκτικό παρατίθεται αυτούσιο): «Α. Διάταγμα τού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ από τη Λευκωσία ή/και στους αντιπροσώπους ή/και εντολοδόχους ή/και προστηθέντες ή/και στο κάθε πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό αυτών από το να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, ανταλλάξει, δωρίσει, διαθέσει, εκχωρήσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει και/ή επιβαρύνει τα ακίνητα με τα εξής κτηματικά χαρακτηριστικά: Αρ. εγγραφής 21/307, 21/53, 21/54, 21/28 και 21/213 (αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία), εντός του Δήμου Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας, που πρόκειται να πλειστηριαστεί στις 29/10/2024 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του σεβαστού Δικαστηρίου Β. Διάταγμα τού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ από τη Λευκωσία ή/και στους αντιπροσώπους ή/και εντολοδόχους ή/και προστηθέντες ή/και στο κάθε πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό αυτών από το να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, ανταλλάξει, δωρίσει, διαθέσει, εκχωρήσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει και/ή επιβαρύνει τα ακίνητα με τα εξής κτηματικά χαρακτηριστικά: Αρ. εγγραφής 20/277 (αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία), εντός του Δήμου Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας, που πρόκειται να πλειστηριαστεί στις 11/11/2024 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του σεβαστού Δικαστηρίου Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ από τη Λευκωσία ή/και στους αντιπροσώπους ή/και εντολοδόχους ή/και προστηθέντες ή/και στο κάθε πρόσωπο πού ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό τους από το να εκποιήσει τα ενυπόθηκα τα οποία περιλαμβάνονται στην 4/Υ/5473/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει τους εναγόμενους όπως προβούν στην άμεση εξάλειψη της υποθήκης με αριθμό 4/Υ/5473/2008 επί των ακινήτων των εναγόντων με τα εξής κτηματικά χαρακτηριστικά: Αρ. εγγραφής 21/37, 21/53, 21/54, 21/28 και 21/13 και 20/277 (αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία), εντός του Δήμου Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας.»[1] Στο έντυπο απαίτησης δεν περιέχεται οποιαδήποτε έκθεση απαίτησης (βλ. Μ7Κ.4
(1)(β). Την ίδια μέρα, 18/10/24, οι ενάγοντες καταχώρησαν και την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση χωρίς ειδοποίηση (Μ.23Κ.6), με την οποία ζήτησαν, στη βάση των προνοιών του Μ.23, των αρ.29 - 32 Ν.14/60, των αρ. 4, 5, 7 και 9 Κεφ.6, των αρ. 80 και 81 του Κεφ.224, του Κεφ.149 και των αρ 23, 26 και 28 του Συντάγματος, όπως εκδοθούν επί επείγουσας βάσης προσωρινά διατάγματα με πανομοιότυπο λεκτικό με αυτά που αναφέρονται στο έντυπο απαίτησης. Οι ίδιες δηλαδή θεραπείες που αξιώνονται με το έντυπο απαίτησης ως τελικές θεραπείες, ήτοι να απαγορευτεί αφ' ενός η διενέργεια του πλειστηριασμού των 6 ακινήτων των εναγόντων που προγραμματίστηκε να γίνει στις 29/10/24 και 11/11/24 καθώς και οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εκποίησης και αφ' ετέρου να διαγραφεί/ακυρωθεί/εξαλειφθεί η υποθήκη Υ/5473/08 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, ζητήθηκαν να δοθούν και με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση. Η αίτηση αρχικά συνοδεύτηκε από 2 Ε/Δ, μία από έναν εκ των διευθυντών των εναγόντων η οποία αφορούσε στην ουσία της αίτησης (Ε/Δ ΧΚ - Παράρτημα Β) και μία από μία εκ των δικηγόρων των εναγόντων προς υποστήριξη του αιτήματος για εκδίκαση της αίτησης επί επείγουσας βάσης (Παράρτημα Β)[2], ενώ όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους θεωρήθηκε ορθό και αναγκαίο να ζητηθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά, αναφέρθηκαν τα εξής επί της αίτησης: «Η εν λόγω αίτηση υποβάλλεται χωρίς να επιδοθεί αντίγραφο στους καθ' ων η Αίτηση για τους εξής λόγους: Επείγον κίνδυνος απώλειας ακινήτων: Οι ενάγοντες αντιμετωπίζουν άμεσο και σοβαρό κίνδυνο να χάσουν τα ακίνητα τους μέσω πλειστηριασμού, παρά το γεγονός ότι το δάνειο που είχαν λάβει έχει πλήρως διευθετηθεί σύμφωνα με τη συμφωνία της 27/11/
  1. Η διαδικασία πλειστηριασμού έχει προγραμματιστεί άμεσα, με ημερομηνίες στις 29/10/2024 και 11/11/2024, γεγονός που καθιστά επείγουσα την ανάγκη παρέμβασης του Δικαστηρίου. Παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά των καθ' ων η Αίτηση: Οι καθ' ων η Αίτηση επιχειρούν να πουλήσουν τα ακίνητα των αιτητών/εναγόντων, παρόλο που η οποιαδήποτε οικονομική τους υποχρέωση έχει ήδη διευθετηθεί. Η συμπεριφορά τους αυτή είναι προφανώς παράνομη και αντισυμβατική, καθώς δεν υπάρχει καμία εκκρεμότητα στο δάνειο. Άμεση ανάγκη για προστασία των επιχειρηματικών εγκαταστάσεων: Τα ακίνητα που πρόκειται να πλειστηριαστούν περιλαμβάνουν τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης των εναγόντων. Η πώληση αυτών των ακινήτων θα οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες για τη λειτουργία της επιχείρησης τους, προκαλώντας ανεπανόρθωτη ζημιά. Αναγκαιότητα προσωρινών διαταγμάτων: Για να διασφαλιστεί ότι τα ακίνητα δεν θα πλειστηριαστούν πριν εκδοθεί οριστική απόφαση, είναι απαραίτητο να ληφθούν προσωρινά διατάγματα. Η επιβολή αυτών των μέτρων είναι κρίσιμη, καθώς οποιαδήποτε καθυστέρηση στην επίδοση της αίτησης θα μπορούσε να καταστήσει αδύνατη την αποτροπή του πλειστηριασμού και της συνακόλουθης ζημιάς. Οι ενάγοντες/αιτητές μέσω της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης ζητούν την άμεση δικαστική προστασία του σεβαστού Δικαστηρίου καθώς δεν υπάρχει άλλος τρόπος για την αναστολή του πλειστηριασμού. Δεδομένου ότι η διαδικασία πώλησης των ακινήτων είναι ήδη προγραμματισμένη, η υποβολή της αίτησης χωρίς ειδοποίηση εξυπηρετεί την προστασία των δικαιωμάτων τους πριν να είναι πολύ αργά. Για αυτούς τους λόγους, η αίτηση υποβάλλεται χωρίς ειδοποίηση στους καθ' ων η Αίτηση, προκειμένου να διασφαλιστεί η ταχεία και αποτελεσματική παρέμβαση του Δικαστηρίου.» Σύμφωνα λοιπόν με την Ε/Δ του διευθυντή των εναγόντων την οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια, η ουσία της επίδικης αίτησης αλλά και της υπόθεσης που προβάλλουν οι ενάγοντες, έγκειται στα εξής: «Κατά την 01/08/2008 οι ενάγοντες, δυνάμει συμφωνίας ίδιας ημερομηνίας συμφώνησαν να λάβουν δάνειο από την τότε Συνεργατική Εταιρεία Αραδίππου.Τεκμήριο
  2. Μεταξύ των εξασφαλίσεων που παραχώρησαν οι ενάγοντες προς τους εναγόμενους για την χορήγηση του δανείου ήταν η υποθήκευση των ακινήτων των εναγόντων με τα εξής κτηματικά χαρακτηριστικά: αρ. εγγραφής 21/37, 21/53, 21/54, 21/28 και 21/13 και 20/277 (αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία).Τεκμήριο
  3. Οι ενάγοντες κατέβαλλαν την συμφωνηθείσα δόση έναντι του πιο πάνω αναφερόμενου δανείου πλην όμως στην πορεία υπήρξε διαφωνία ως προς το ύψος των χρεώσεων του δανείου καθώς και άλλων εξόδων. Μετά από διαπραγματεύσεις με την εταιρεία που ανέλαβε το δάνειο για λογαριασμό των εναγομένων δηλαδή της εταιρείας ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT (CYPRUS) LIMITED (HE376434) συμφωνήθηκε όπως υπάρξει διακανονισμός για την διευθέτηση του εν λόγω δανείου. Έτσι στις 27/11/2020 υπογράφθηκε συμφωνία ίδιας ημερομηνίας μεταξύ των εναγόντων και της ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT (CYPRUS) LIMITED (HE376434).δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκαν τα πιο κάτω: Α. Οι ενάγοντες να καταβάλουν το ποσό των €18.400 ευρώ έναντι του δανείου. Β. Θα παρέμενε υπόλοιπο €27.600, ήτοι το ποσό που θα ελάμβαναν οι εναγόμενοι από τον πλειστηριασμό του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 15/
  4. Είχε δε περαιτέρω συμφωνηθεί ότι οποιοιδήποτε τόκοι θα προέκυπταν μέχρι την καταβολή του ποσού του εκπλειστηριάσματος του πιο πάνω ακινήτου θα διαγράφονταν και το δάνειο θα εξοφλείτο πλήρως. Γ. Το ποσό ύψους €156.260,50 πλέον τόκο θα διαγραφόταν αμέσως με την λήψη του ποσού των €18400... συμφωνία ημερομηνίας 27/11/2020 Τεκμήριο 3 Κατά ή περί τα μέσα του 2021, οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή 696/2021.εναντίον της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Οι ενάγοντες έλαβαν από τους εναγόμενους δάνειο και ως εξασφάλιση οι ενάγοντες παραχώρησαν την Υποθήκη με αριθμό Υ4573/2008.ήτοι το ακίνητο με.αριθμό εγγραφής: 15/144.Σκοπός των εναγόντων ήταν η έκδοση διαταγμάτων που να απαγορεύουν στους εναγόμενους την εκποίηση της εν λόγω υποθήκης καθώς θα επρόκειτο να πλειστηριαστεί μεγαλύτερη έκταση από την αρχικά υποθηκευμένη ακίνητη περιουσία των εναγόντων εξαιτίας του αναδασμού που είχε μεσολαβήσει. Για αυτόν τον λόγο, οι ενάγοντες καταχώρησαν και την μονομερής ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 02/05/2021.τεκμήριο
  5. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση ημερομηνίας 17/11/2021 η οποία συνοδευόταν από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 17/11/2021 της κ. ΜΓ.τεκμήριο
  6. Εξ' όσων κάλλιο γνωρίζω και πιστεύτω το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 15/144 το οποίο αναφέρω πιο πάνω ότι θα επωλείτο στον πλειστηριασμό, ήταν ήδη πωλημένο στον πλειστηριασμό για το ποσό των €27.600 κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνία ημερομηνίας 27/11/
  7. Συγκεκριμένα το εν λόγω ακίνητο είχε πλειστηριαστεί στις 12/11/2020 για το ποσό των €27.
  8. .τεκμήριο 6 (στην) ένορκη δήλωση ημερομηνίας 17/11/2021 της κ. ΜΓ. αναφέρει ότι πράγματι υπογράφθηκε η συμφωνία ημερομηνίας 27/11/2020 ως επίσης ότι το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 15/144 είχε πωληθεί για το ποσό των €27.600 (είδατε σελίδα 9 ένορκης δήλωσης.). Επίσης στην σελίδα 15 της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως, η εν λόγω ομνύουσα αναφέρει επί λέξη τα εξής: «κατά την 29/12/2020 οι αιτητές και οι εγγυητές τους (οι ενάγοντες) προχώρησαν στην κατάθεση του ποσού των €18400.- με αποτέλεσμα την 30/12/2020 οι Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν σε πίστωση για διαγραφή χρέους για το ποσό των €156.260,50» Παρά τα πιο πάνω αναφερόμενα και παρά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 27/11/2020, οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση απέστειλαν προς τους ενάγοντες δυο ειδοποιήσεις τύπου «ΙΓ» για την πώληση των ακινήτων. Ο μεν πρώτος πλειστηριασμός θα διεξαχθεί στις 29/10/2024, o δε δεύτερος πλειστηριασμός θα διεξαχθεί στις 11/11/2024.τεκμήριο 7 και τεκμήριο
  9. Είναι ξεκάθαρο από τα πιο πάνω αναφερόμενα ότι παρά την συμφωνία ημερομηνίας 27/11/2020 για την πλήρη διευθέτηση του δανείου που είχαν λάβει οι ενάγοντες από τους εναγόμενους, οι εναγόμενοι εντελώς παράνομα και αντισυμβατικά επιχειρούν την πώληση των ακινήτων μας χωρίς να έχουν κανένα δικαίωμα. Στα εν λόγω ακίνητα βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της επιχείρησης μας και η πώληση τους θα μας στερήσει την διεξαγωγή των εργασιών μας, Πραγματικά μου είναι αδιανόητο να αντιληφθώ για ποιο λόγο οι εναγόμενοι επιχειρούν να πωλήσουν τα εν λόγω ακινητα μας την στιγμή που η οποιαδήποτε υποχρέωση των εναγόντων έναντι των εναγόμενων έχει πλήρως διευθετηθεί.θεωρούμε εξαιρετικά επείγον την άμεση παρέμβαση του σεβαστού Δικαστηρίου.η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι τα ακίνητα μας δεν θα πλειστηριαστούν.είναι δίκαιο και επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αναστολής των επικείμενων πλειστηριασμών ώστε να αποφευχθεί η άδικη αποξένωση τους.οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά.» Όσον αφορά το αίτημα για εκδίκαση της αίτησης επί επείγουσας βάσης, η ομνύουσα της σχετικής Ε/Δ επαναλαμβάνει τους ανωτέρω ισχυρισμούς των εναγόντων περί πλήρους διευθέτησης του χρέους που εξασφάλιζε η υποθήκη Υ/5473/08 από τις 27/11/20 δυνάμει της σχετικής συμφωνίας και, προκειμένου να δικαιολογήσει το στοιχείο του κατεπείγοντος, επικαλείται τις δύο ειδοποιήσεις τύπου ΙΓ που οι εναγόμενοι φέρεται να έστειλαν προς τους ενάγοντες ειδοποιώντας τους ότι θα προχωρούσαν με τον προαναφερόμενο πλειστηριασμό των 6 ακινήτων τους στις 29/10/24 (5 ακίνητα) και 11/11/24 (1 ακίνητο) - βλ. Τεκ.1 και 2 Ε/Δ ΣΧ (Παράρτημα Α). Στις 22/10/24, όταν και η αίτηση ορίστηκε για ΑΔΟ για πρώτη φορά, το Δικαστήριο που επιλήφθηκε τότε της αίτησης (υπό άλλη σύνθεση) εξέφρασε προβληματισμό ως προς το κατά πόσο όντως συνέτρεχε το προβαλλόμενο στοιχείο του κατεπείγοντος και αυτό ενόψει και του ότι δεν φαινόταν πουθενά στη μαρτυρία των εναγόντων το πότε ήταν που «ανακάλυψαν» ότι οι εναγόμενοι επεδίωκαν να εκποιήσουν την επίδικη υποθήκη σε σχέση με τα 6 ακίνητα τους. Προς «απάντηση» στον συγκεκριμένο προβληματισμό του Δικαστηρίου η πλευρά των εναγόντων καταχώρισε στις 23/10/24 συμπληρωματική Ε/Δ μέσω της οποίας ο διευθυντής των εναγόντων ισχυρίστηκε ότι: «Εκ παραδρομής ή καλόπιστου λάθους στην ένορκη μου δήλωση ημερομηνίας 18/10/24 δεν ανέφερα την ημερομηνία παραλαβής των επιστολών Τύπου «ΙΓ» που επισυνάπτονται στην αρχική μου ένορκη δήλωση ως τεκμήρια 7 και
  10. Τις εν λόγω επιστολές τις έχει παραλάβει ο αδερφός μου κ. ΠΚ στις 15/10/2024 με διπλοσυστημένη επιστολή. Αμέσως επικοινωνήσαμε με τους δικηγόρους μας, με τους οποίους είχαμε συνάντηση στα γραφεία τους στις 16/10/2024 το απόγευμα. Όλα τα πιο πάνω ορκίζομαι και λέγω ότι είναι ορθά και αληθινά» Στη βάση των πιο πάνω λοιπόν, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι συνέτρεχαν και οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αλλά και οι προϋποθέσεις για την έκδοση τους στην απουσία της άλλης πλευράς και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση της, ήτοι ότι καταδεικνύετο το στοιχείο του κατεπείγοντος, και ως εκ τούτου εξέδωσε στις 24/10/24 προσωρινά διατάγματα ως το Α και Β της αίτησης, δηλαδή διατάγματα με τα οποία απαγορεύτηκε η διενέργεια των πλειστηριασμών στις 29/10/24 και 01/11/
  11. Ενόψει όμως του ότι κατά τις αμέσως επόμενες μέρες και μέχρι τις 29/10/24 που ήταν ορισμένος ο πρώτος πλειστηριασμός μεσολαβούσε Σαββατοκυρίακο και δημόσια αργία (26, 27 και 28 Οκτωβρίου), αναπόφευκτα τα μονομερώς εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 31/10/24, ήτοι μετά την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού, και κατά την ίδια ημερομηνία ορίστηκαν για επίδοση και τα υπόλοιπα αιτητικά της αίτησης (Γ και Δ) . Ως αποτέλεσμα, ο πρώτος πλειστηριασμός που προγραμμάτισαν οι ενάγοντες κατ' ενάσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχει ο Ν.9/65 ανακόπηκε πλήρως και τελεσίδικα, αφού για να διενεργηθεί νέος πλειστηριασμός θα πρέπει να σταλεί νέα ειδοποίηση ΙΓ η οποία προφανώς θα καθορίζει νέα ημερομηνία. Οι καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο μετά που τους επιδόθηκε η αίτηση και τα προσωρινά διατάγματα, καταχώρισαν ένσταση τόσο εναντίον της απολυτοποίησης των μονομερώς εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων όσο και εναντίον της έκδοσης των μη εκδοθέντων διαταγμάτων, προβάλλοντας για το σκοπό αυτό 22 λόγους ένστασης, οι οποίοι, ως επί το πλείστο, διαχωρίζονται σε διάφορες υποπαραγράφους. Επί του παρόντος περιορίζομαι να αναφέρω ότι οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν οι εναγόμενοι καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα το οποίο εκτείνεται και στις προϋποθέσεις του αρ.32 Ν.14/60 - περιλαμβανομένου και του στοιχείου του κατεπείγοντος, και σε θέματα κατάχρησης της διαδικασίας, και σε θέματα απόκρυψης και μη ειλικρινούς αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων, και σε κατ' ισχυρισμό σφάλματα της αίτησης - τα προσωρινά διατάγματα παρουσιάζονται να στρέφονται εναντίον της ΣΕΔΙΠΕΣ και όχι της ΚΕΔΙΠΕΣ, αλλά και στα πραγματικά κατά τους εναγόμενους γεγονότα της υπόθεσης. Όσον αφορά το τελευταίο προαναφερόμενο στοιχείο, ήτοι τα γεγονότα της υπόθεσης, οι εναγόμενοι έχουν συνοδεύσει την ένσταση τους με Ε/Δ μίας εκ των λειτουργών της εταιρείας που διαχειρίζεται τα συμφέροντα που αυτοί έχουν αποκτήσει κατόπιν διαφόρων μεταβιβάσεων και αγοραπωλησιών σε σχέση με δάνεια που, όπως την εδώ περίπτωση, είχαν δοθεί από τους προκατόχους τους σε διάφορους οφειλέτες υπό την εξασφάλιση εγγραφής υποθήκης επί των ακινήτων των εν λόγω οφειλετών. Η συγκεκριμένη Ε/Δ είναι ιδιαίτερα εκτενής και αν και παρουσιάζεται να αποτελείται από 27 παραγράφους εντούτοις στην πραγματικότητα, υπό το φως των πολυάριθμων υποπαραγράφων που καταγράφονται εκεί, αποτελείται από 130 παραγράφους. Μάλιστα δε διαπιστώνεται να υπάρχει σε μεγάλο βαθμό αχρείαστη επανάληψη των ίδιων ισχυρισμών (βλ. π.χ παρ.27 (1-24)). Τούτου λεχθέντος όμως, στην αγόρευση που καταχώρησε στο τέλος η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων γίνεται μία πιο συνοπτική καταγραφή των γεγονότων που οι εναγόμενοι θεωρούν ως τα ουσιώδη γεγονότα και η οποία αντικατοπτρίζει πλήρως θεωρώ τη συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης που προβάλλουν οι τελευταίοι. Παραθέτω λοιπόν αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την αγόρευση της κας Καραμανή σε σχέση με τα γεγονότα που επικαλούνται οι εναγόμενοι, προσθέτοντας μόνο σε μαύρο φόντο σημείωση εκεί όπου έγινε σχετική παραπομπή σε έγγραφα - Τεκμήρια: « 1.Το 2008 οι Ενάγοντες λαμβάνουν δάνειο από τους Εναγόμενους. Εγγράφουν την υποθήκη Υ5473/2008 επί 7 ακινήτων τους. (Γίνεται αποδοχή των Τεκ.1 και 2 της Ε/Δ του διευθυντή των εναγόντων και κατατίθενται επίσης τα Τεκ. 2, 3, 4 και 5)
  12. Αποστέλλονται ειδοποιήσεις Τύπος «Ι», «ΙΒ», «ΙΑ» και Δελτίο Πλειστηριασμού για πλειστηριασμό στις 12/11/
  13. (Κατατίθενται τα Τεκ. 6, 7, 8 και 9)
  14. Την 02/11/2020 (10 ημέρες πριν τον πλειστηριασμό) υπογράφεται συμφωνία αναδιάρθρωσης που δεν υλοποιείται. Οι Αιτητές δεν αμφισβητούν την διαδικασία πλειστηριασμού ο οποίος λαμβάνει κανονικά χώρα. (Κατατίθεται το Τεκ.10)
  15. Στις 12/11/2020 γίνεται πλειστηριασμός και προσφοροδότης υπάρχει μόνο για το ακίνητο 15/144
  16. Την 27/11/2020 οι Ενάγοντες υποβάλλουν νέο αίτημα αναδιάρθρωσης. Σύμφωνα με αυτό θα καταβάλουν συγκεκριμένο ποσό, θα διαγραφεί μεγάλο ποσό, και το ποσό της πώλησης του ακινήτου 15/144 θα κατατεθεί έναντι με σκοπό την εξόφληση. Είναι αποδεκτό ότι η πληρωμή ποσού από τους Ενάγοντες και η διαγραφή από τους Εναγόμενους έγιναν. (Γίνεται αποδοχή του Τεκ.3 της Ε/Δ του διευθυντή των εναγόντων και ότι το ποσό της πώλησης του 15/144 είναι €27.600 και κατατίθεται επίσης το Τεκκ. 11)
  17. Οι Εναγόμενοι προβαίνουν σε όλα τα διαβήματα και καταβάλουν όλους τους φόρους και τέλη για να καταστεί εφικτή η μεταβίβαση του ακινήτου 15/
  18. Το Κτηματολόγιο αρνείται την μεταβίβαση του ακινήτου 15/144 λόγω αναδασμού (Κατατίθεται το Τεκ.12) 7 Οι Ενάγοντες την 02/06/2021 καταχωρούν την αγωγή 696/2021 Ε.Δ. Λάρνακας και αιτούνται διάταγμα απαγόρευσης μεταβίβασης του ακινήτου 15/
  19. Αν και η αίτηση αποσύρεται, η αγωγή συνεχίζει να εκκρεμεί. Με την αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν απαγόρευση μεταβίβασης του ακινήτου 15/144 προς οποιοδήποτε τρίτο και ουσιαστικά εξάλειψή της υποθήκης. (Γίνεται αποδοχή των Τεκ.4, 5 και 6 της Ε/Δ του διευθυντή των εναγόντων και κατατίθεται επίσης το Τεκ.15) 8.Στα πλαίσια της αγωγής γίνεται έρευνα για τον αναδασμό από τους Εναγόμενους. Το Κτηματολόγιο ενημερώνει τους Εναγόμενους ότι ουσιαστικά το ακίνητο 15/144 δεν υφίσταται. Οι Ενάγοντες είχαν 3 ακίνητα στην περιοχή αναδασμού, με το ένα να είναι το 15/
  20. Αιτήθηκαν όπως τα 3 ακίνητα γίνουν 2 όπως και έγινε. Αποτέλεσμα η υποθήκη που επιβάρυνε το όλο του 15/144, σήμερα επιβαρύνει το όλο του ενός και το 1/5 μερίδιο του 2ου. (Κατατίθενται τα Τεκ. 13 και 14)
  21. Ο αγοραστής του 15/144 ενημερώνεται και αρνείται την μεταβίβαση. Καταχωρεί την αγωγή 225/2022 Ε.Δ Λάρνακας για αποζημιώσεις.
  22. Η συμφωνία 27/11/2020 καθίσταται ανίσχυρη Το ποσό από την πώληση ουδέποτε κατατέθηκε στον λογαριασμό των Εναγόντων. Σημειώνουμε ότι το ακίνητο 15/144 ως έχει μεταβληθεί είναι ακόμα εγγεγραμμένο επ' ονόματι των Εναγόντων και επιβαρύνεται με την επίδικη υποθήκη
  23. Την 02/09/2024 και 11/09/2024 αποστέλλονται οι επίδικες ειδοποιήσεις τύπος «ΙΓ». Αφορούν τα άλλα 6 ακίνητα της επίδικης υποθήκης Υ5473/2008 δηλαδή εκτός του 15/
  24. Παραλήφθηκαν δε στις 11/09/2024, 13/09/2024 και 27/09/2024 από τους Αιτητές και τα λοιπά ενδιαφερόμενα πρόσωπα. (Κατατίθεται το Τεκ.16 - αποδεικτικά ταχυδρομικής αποστολής και ενυπόγραφης παραλαβής στις 11/09/24 από ΧΚ, στις 13/09/24 από ΜΘ και ΠΚ και στις 27/09/24 από ΜΘ και ΠΚ - Σύμφωνα με τους αιτητές και το Τεκ. 5 των εναγομένων, ο ΧΚ είναι ο ομνύοντας στην αίτηση, ο ΠΚ ο αδελφός του και ο ΜΘ ο άλλος διευθυντής των εναγόντων)
  25. Την 07/10/2024 οι Αιτητές έχουν συνάντηση με λειτουργούς των Εναγομένων σε μια προσπάθεια διευθέτησης. Οι Αιτητές ήδη γνωρίζουν ότι η συμφωνία 27/11/2020 δεν έχει υλοποιηθεί και η υποθήκη παραμένει ως ήταν. Αναμένεται δε η πρόταση εξόφλησης από τους Αιτητές
  26. Ενόσω αναμένεται η πρόταση, οι Αιτητές καταχωρούν την παρούσα απαίτηση και αίτηση και εξασφαλίζουν προσωρινό διάταγμα.» Στη βάση των πιο πάνω, οι εναγόμενοι, οι οποίοι είναι κοινώς αποδεκτό ότι κατόπιν διαφόρων συγχωνεύσεων, αλλαγών και αγοραπωλησιών περιουσιακών στοιχείων έχουν, μετά την ΣΕΔΙΠΕΣ, υποκαταστήσει και αντικαταστήσει εκείνοι την ΣΠΕ Αραδίππου στα επίδικα δικαιώματα και υποχρεώσεις[3], υποστηρίζουν ότι η παρούσα αίτηση και τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να απορριφθούν, όχι μόνο διότι η ταυτόχρονη προώθηση της παρούσας διαδικασίας και της αγωγής 696/21 συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, αλλά και διότι οι εναγόμενοι καμία προϋπόθεση του αρ.32 δεν πληρούν, ούτε ειλικρινείς ήταν κατά το στάδιο εκδίκασης της αίτησης τους μονομερώς και ούτε συνέτρεχε στην πραγματικότητα το στοιχείο του κατεπείγοντος. Εφόσον καμία πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση του ομνύοντα της αντίδικης πλευράς και εφόσον δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική Ε/Δ από πλευράς εναγόντων προς απάντηση στους ισχυρισμούς της εναγομένων η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής. Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του αρ.32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και έχουν πολύ εύστοχα συνοψισθεί σε πληθώρα αποφάσεων όπως είναι οι ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.
  27. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στη Κοζάκου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις.... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» (βλ. μεταξύ άλλων και MERIDIAN GAMING LTD κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E179/2017, 2/5/2024, SERGIY MARFUT v. ZAFORPO VENTURES LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε144/2020, Ε145/2020, 29/3/2024, LAXIFLORA HOLDINGS LTD κ.α. v. ΚΩΣΤΑ ΖΕΡΒΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε38/2021, Ε42/2021, 12/2/2024 και PROQUASERV ACCOUNTANTS LTD κ.α. v. ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε49/2018, 17/11/2023) Αναφέρω εδώ ότι οι πιο πάνω αρχές, στο βαθμό που άπτονται και του πώς είναι που διενεργείται η δικαστική εξέταση ενδιάμεσων αιτήσεων της παρούσας φύσης, συνάδουν με τον τρόπο με τον οποίο τέτοιες αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται με βάση τους «νέους» Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας στη βάση των οποίων και εγείρεται η παρούσα. Προς τούτο παραπέμπω ενδεικτικά στο εγνωσμένου κύρους νομικό σύγγραμμα BLACKSTONE'S CIVIL PRACTICE 2019, όπου σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής των αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι είναι όμοιοι με τους κυπριακούς Κανονισμούς, αναφέρεται στις σελ. 585 - 588 ότι κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων δεν είναι ορθό να επιβάλλεται το επίπεδο απόδειξης που επιβάλλεται στα πλαίσια κανονικής δίκης (ισοζύγιο των πιθανοτήτων) αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ουσιαστικά είτε τη διεξαγωγή πρόωρης δίκης είτε όπως το Δικαστήριο προκαταβάλει στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης διαδικασίας την ενδεχόμενη τελική του κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Παρόμοια είναι δε και η αρχή που διατυπώθηκε προ πολλού στην Κύπρο σε σχέση με το επίπεδο απόδειξης σε ενδιάμεσες διαδικασίες για προσωρινά διατάγματα, αφού όπως λέχθηκε και στην Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 ότι «The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J.S. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.) "A probability", in the context of the proviso to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.» Ως εκ τούτου, το σύνηθες επίπεδο απόδειξης σε ενδιάμεσες διαδικασίες με βάση τους νέους Κανονισμούς είναι, όπως αναφέρεται στο Blackstone's, το κατά πόσο το οποιοδήποτε αμφισβητούμενο γεγονός έχει καταδειχθεί μέσω μιας «καλής συζητήσιμης υπόθεσης», κριτήριο το οποίο «.εμπερικλείει το σημαντικό κανόνα ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι όσο ικανοποιημένο μπορεί να είναι, δεδομένων των περιορισμών που έχει μια ενδιάμεση διαδικασία, για το ότι υπάρχουν παράγοντες που του δίδουν δικαιοδοσία ή που δικαιολογούν την άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής.». Για το λόγο αυτό, συνεχίζει το BLACKSTONE'S, «.οι περισσότερες αιτήσεις εξετάζονται στη βάση των γεγονότων που δεν αμφισβητούνται από τον καθ' ου η αίτηση, μαζί με την εκδοχή του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα.(εφόσον).η επιλογή μεταξύ μαρτύρων συνιστά λειτουργία του Δικαστή που εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης και σε μια ενδιάμεση αίτηση είναι επιτρεπτό για ένα Δικαστή να «κοιτάξει πίσω» από μια Ε/Δ μόνο αν προβάλλεται κάποιος ισχυρισμός που παρουσιάζει εγγενή απιθανότητα ή όταν υπάρχει εξωγενής μαρτυρία που τον αντικρούει.» (βλ.σελ. 587 και την αναφορά που εκεί γίνεται στις HRH Prince of Wales v Associated Newspapers Ltd [2006] EWCA Civ 1776 (21 December 2006), National Westminster Bank Plc v Daniel [1993] 1 WLR 1453 και Shyam Jewellers Ltd v Cheeseman | [2001] EWCA Civ 1818). Επιπρόσθετα όμως των πιο πάνω, επισημαίνω ότι εφόσον στην υπό κρίση περίπτωση κάποια από τα επίδικα αιτούμενα διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς συνεπεία επίκλησης του δικαιοδοτικού παράγοντα του κατεπείγοντος, ο οποίος παράγοντας, αν διαπιστωθεί ότι υφίσταται, συνιστά θεμιτή εξαίρεση στον θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (βλ. μεταξύ άλλων ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΠΠΑ ν. ΠΟΥΛΛΑΣ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, 17/7/2014, ΑSPIS LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD ν. ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΑΛΛΩΣ ΝΟΡΑΣ ΣΙΑΚΑΤΙΔΟΥ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 52/2010, 19/3/2014, Αμβροσιάδου κ.ά. ν. Coward κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 78, Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 καθώς επίσης και Μ.23 Κ.6), και εφόσον το δικαιοδοτικό στοιχείο του «κατεπείγοντος» θίγεται ρητά με την ένσταση των εναγομένων, το Δικαστήριο όχι μόνο μπορεί αλλά και επιβάλλεται όπως επανεξετάσει το στοιχείο αυτό ώστε να καταλήξει να επικυρώσει ή να ακυρώσει ένα διάταγμα υπό το φως πλέον του συνόλου των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του. Και βεβαίως, αν κατά την εν λόγω επανεξέταση κριθεί ότι για κάποιο λόγο τελικά η εν λόγω δικαιοδοτικής φύσεως προϋπόθεση δεν ικανοποιείτο τότε το εκδοθέν διάταγμα καθίσταται άκυρο εξ' υπαρχής και η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος σε σχέση με αυτό παρέλκει (βλ. ΠΕΤΡΟΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ν. ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε90/2016, 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A106, Αμβροσιάδου και Τσαδιώτη ανωτέρω). Ένας τέτοιος λόγος είναι και η παράλειψη του αιτητή να συμμορφωθεί με την ιδιαίτερα αυξημένη υποχρέωση του να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία του ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως να μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου (βλ. Commerzbank Auslandsbanken Holding AG και Άλλοι ν. Adeona Holdings Ltd
(2015)1 ΑΑΔ 386). Σύμφωνα με την τελευταία αυτή απόφαση, η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ του αιτητή του διατάγματος, και η μη αποκάλυψη, είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες όπως την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Το βάρος απόδειξης βέβαια ότι όντως υφίστατο το «κατεπείγον» κατά την έκδοση διαταγμάτων μονομερώς το φέρει μέχρι τέλους ο αιτητής ο οποίος βαρύνεται κατά την ακρόαση να τεκμηριώσει πλήρως το αίτημα του για την παροχή θεραπείας, περιλαμβανομένης και της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος εκεί όπου η θεραπεία δόθηκε μονομερώς (βλ. μεταξύ άλλων Δερμοσάκ ανωτέρω). Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το στοιχείο του «κατεπείγοντος» έχει πλέον καταστεί και δικονομική προϋπόθεση για την επιτυχία μιας αίτησης που καταχωρήθηκε ως «αίτηση χωρίς ειδοποίηση» εφόσον τέτοιες αιτήσεις έχουν πλέον αποκτήσει τη δική τους ξεχωριστή υπόσταση η οποία είναι ανεξάρτητη από τις αιτήσεις για τις οποίες δίνεται εξ' αρχής ειδοποίηση, ήτοι τις γνωστές «δια κλήσεως αιτήσεις» (βλ. Μ.23 Κ.6). Με άλλα λόγια, οι «νυν» αιτήσεις χωρίς ειδοποίηση δεν συνιστούν αιτήσεις οι οποίες κανονικά είναι δια κλήσεως και ζητείται από το Δικαστήριο όπως «κατ' εξαίρεση» εκδικαστούν μονομερώς αλλά συνιστούν εξ αρχής μονομερείς αιτήσεις οι οποίες διέπονται από τις δικές τους δικονομικές προϋποθέσεις[4]. Όπως όμως και πριν τη θέσπιση των νέων Κανονισμών έτσι και τώρα, ο αιτητής δεν θα πρέπει μόνο να δώσει ικανοποιητικούς λόγους στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσει το γιατί έχει καταχωρήσει αίτηση χωρίς ειδοποίηση αλλά και τυχόν αποτυχία του να καταδείξει μέχρι τέλους ότι η επιλογή του αυτή ήταν δικαιολογημένη στη βάση του κατεπείγοντος συνιστά λόγο για απόρριψη της αίτησης και ακύρωσης οποιουδήποτε εκδοθέντος διατάγματος (βλ. σελ. 575-578 και 658 - 661 Blackstone's ανωτέρω όπου γίνεται αναφορά στο τι συνιστά έγκυρη αίτηση χωρίς ειδοποίηση). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cinpres Gas Injection Ltd v Melea Ltd [2005] EWHC 3180 (Pat) (14 December 2005) στην οποία παραπέμπει το Blackstone's ανωτέρω ως περίπτωση που η εκ των υστέρων διαπιστωθείσα αδικαιολόγητη καταχώρηση αίτησης χωρίς ειδοποίηση οδήγησε στην ακύρωση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος είναι άκρως διαφωτιστικό: «Before turning to these particular matters I should make a number of general observations. The grant of an injunction is a serious matter. Our familiarity with injunctive relief tends to blunt our appreciation of the significance of an injunction to lay parties.The second important consideration is the court's need to protect its own proceedings against interference. This is an extremely serious matter.The more serious an application the more desirable it is for notice to be given to the respondent. Applications without notice are only for genuinely urgent cases and cases where notice would frustrate the purpose of the order. There are also cases where giving notice, although desirable, is simply not practicable in the time available and in all cases in which notice is not given the failure must be justified to the judge. No regard was had to this basic principle in this case and no explanation was given to the judge either at the time or now. It is not as if this was a recondite area of legal learning. These basic requirements, . are clearly set out in the notes to CPR 25 and in the practice direction thereunder. In this case a very serious allegation was being made ... As I have indicated the gravity of the allegation made the giving of notice even more desirable than perhaps it might otherwise be. Notice could plainly have been given in this case and was not. There is no question that notice was possible since when it came to service of the order the address of the solicitors was proffered as an address for alternative service. I regard this is a grave procedural fault and as I have indicated no attempt has been made to explain it.In obtaining the order from Patten J, therefore, it seems to me that there was a disregard for procedural safeguards, safeguards which were intended.to ensure that the case was dealt with efficiently and proportionately. These are matters which do not require the intervention of the judge who hears the application. They should be automatic and it is the duty of the parties to inform the judge who is hearing the application that they have not been done.» Στις ίδιες όμως γραμμές κινείται και η κυπριακή νομολογία που αφορούσε στους «παλαιούς» Θεσμούς - βλ. CMK METAL CONSTRACTION LIMITED κ.α., Πολιτική Aίτηση Αρ. 138/2018, 7/11/2018: «Εν προκειμένω οι αιτητές είχαν κάθε δικαίωμα να καταχωρίσουν την έφεση μέχρι και το τελευταίο λεπτό της προβλεπόμενης προθεσμίας. Εφόσον όμως είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν και ενδιάμεση αίτηση για αναστολή του πλειστηριασμού, θα έπρεπε να ενεργήσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μη δημιουργήσουν συνθήκες πίεσης για το Δικαστήριο αλλά, κυρίως, για την άλλη πλευρά. Θα έπρεπε να καταχωρίσουν την έφεση και την ενδιάμεση αίτηση ενωρίτερα, οπότε και δεν θα υπήρχε ανάγκη για κατεπείγουσα αίτηση χωρίς ειδοποίηση. Η δέουσα, υπ΄αυτή την έννοια, δικονομική συμπεριφορά των αιτητών, θα έδιδε την ευκαιρία στο Δικαστήριο να προγραμματίσει και να χειριστεί την υπόθεση ακούγοντας προηγουμένως και τις δύο πλευρές, εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τους κινδύνους κάθε πλευράς, θέματα στα οποία αναφέρθηκε αγορεύοντας σήμερα ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών. Θα μπορούσε σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο να εκδικάσει την ενδιάμεση αίτηση με την απαιτούμενη ταχύτητα ή να κατέληγαν τα μέρη σε εκ συμφώνου αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού με μια πρακτική μεταξύ τους διευθέτηση μέσα από συναινετικές προσεγγίσεις. Αυτές όμως οι ορθές και δίκαιες δυνατότητες εξουδετερώθηκαν από τον χειρισμό των αιτητών να καταχωρίσουν την αίτησή τους στον ύστατο χρόνο που επέλεξαν να την καταχωρίσουν. Η αντιμετώπιση του θέματος από το Επαρχιακό Δικαστήριο ήταν ορθή. Ορθά θεώρησε πως το κατεπείγον της αίτησης προέκυπτε από τους χειρισμούς των ίδιων των αιτητών και συνεπώς δεν μπορούσαν να το επικαλούνται ως δικαιοδοτική προϋπόθεση της αίτησης τους. Αντίθετη προσέγγιση θα επιβράβευε τέτοιες πρακτικές προς ζημία της απονομής της δικαιοσύνης και των ταλαιπωρημένων δικαστικών διαδικασιών. Η αναγκαία και πολύτιμη στις κατάλληλες περιπτώσεις εξαίρεση απόδοσης θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά δεν μπορεί να λειτουργεί προς απόκτηση τακτικού δικονομικού πλεονεκτήματος ή εν πάση περιπτώσει για πρόκληση πίεσης στο Δικαστήριο και τους αντιδίκους.» Με γνώμονα όλες τις πιο πάνω αρχές λοιπόν και λαμβάνοντας υπόψη την ρητή αμφισβήτηση που εγείρουν οι εναγόμενοι σε σχέση με τη δικαιοδοτική και δικονομική προϋπόθεση του κατεπείγοντος αλλά και με το συναφές καθήκον για ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, και χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται και το ότι «.όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς»[5], σημειώνω τα ακόλουθα. Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες, προβάλλοντας ένα σοβαρό ισχυρισμό εναντίον των εναγομένων, ήτοι ότι «.επιχειρούν να πουλήσουν τα ακίνητα των αιτητών/εναγόντων, παρόλο που η οποιαδήποτε οικονομική τους υποχρέωση έχει ήδη διευθετηθεί. Η συμπεριφορά τους αυτή είναι προφανώς παράνομη και αντισυμβατική.», επεδίωξαν στις 18/10/24 να εξασφαλίσουν εναντίον των τελευταίων και στην απουσία τους, προσωρινά διατάγματα δραστικής φύσης και δη διατάγματα με τα οποία θα εμποδίζονταν οι εναγόμενοι να ολοκληρώσουν την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχει ο Ν.9/65. Ο λόγος που αναφέρομαι σε «ολοκλήρωση δικαιωμάτων» είναι διότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 44Η του Ν.9/65, οι οποίες είναι οι πρόνοιες που διέπουν τις ειδοποιήσεις τύπου «ΙΓ», η αποστολή τέτοιων ειδοποιήσεων συνεπάγεται ότι όχι μόνο έχει ήδη ενεργοποιηθεί επιτυχώς από τον ενυπόθηκο δανειστή η διαδικασία εκποίησης αλλά και ότι έχει ήδη λάβει χώρα πλειστηριασμός χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε επιτυχής αμφισβήτηση της νομιμότητας του[6]. Για να πετύχουν λοιπόν το συγκεκριμένο σκοπό τους, οι ενάγοντες επικαλέστηκαν ρητά το στοιχείο του κατεπείγοντος και προς επίρρωση του στοιχείου αυτού παρουσίασαν δύο ειδοποιήσεις τύπου ΙΓ με τις οποίες οι εναγόμενοι παρουσιάζονταν να τους ειδοποιούν ότι θα προχωρούσαν σε μερικές μέρες με πλειστηριασμό των 6 ακινήτων τους, ήτοι στις 29/10/24 και 11/11/24. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε τότε της αίτησης των εναγόντων είχε προβληματιστεί σοβαρά για το κατά πόσο όντως υπήρχε υπό τις περιστάσεις το στοιχείο του κατεπείγοντος που προβαλλόταν να υπάρχει ώστε να δικαιολογήσει την επιλογή για καταχώριση αίτησης στην απουσία των εναγομένων και τον προβληματισμό αυτό τον έθεσε ρητά προς στην πλευρά των εναγόντων. Μάλιστα δε, το Δικαστήριο φαίνεται να έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο «πότε» ήταν που φέρονταν να παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους οι συγκεκριμένες ειδοποιήσεις και υπενθυμίζω εδώ παρενθετικά ότι σύμφωνα με το αρ.44Η του Ν.9/65, οι ειδοποιήσεις αυτές έπρεπε να είχαν σταλεί «εντός χρονικής περιόδου όχι μικρότερης των είκοσι
(20)ημερών από την ημερομηνία πώλησης». Για να διασκεδάσουν τον συγκεκριμένο προβληματισμό του Δικαστηρίου αλλά και για να ικανοποιήσουν τις δικαιοδοτικές και δικονομικές προϋποθέσεις της επιλογής τους, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ενόρκως ότι τις επιστολές τις είχαν παραλάβει μόλις 3 μέρες πριν την καταχώριση της αίτησης τους και συγκεκριμένα ότι «τις εν λόγω επιστολές τις έχει παραλάβει ο αδερφός μου κ. ΠΚ στις 15/10/2024 με διπλοσυστημένη επιστολή. Αμέσως επικοινωνήσαμε με τους δικηγόρους μας, με τους οποίους είχαμε συνάντηση στα γραφεία τους στις 16/10/2024 το απόγευμα». Υπό το φως αυτού του ένορκου ισχυρισμού των εναγόντων, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος και παρά τις αναπόφευκτες δραστικές συνέπειες και πίεση που θα προκαλείτο στην άλλη πλευρά, η οποία στην ουσία δεν θα είχε χρόνο ν' αντιδράσει σε σχέση με τον 1ο πλειστηριασμό, εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα. Με την ένσταση όμως που καταχώρησαν οι εναγόμενοι αποκαλύφθηκε ότι στην πραγματικότητα τα γεγονότα που προηγήθηκαν της αίτησης ήταν πολύ διαφορετικά και αυτό όχι μόνο γιατί οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί των εναγομένων υποστηρίχθηκαν από ανεξάρτητη γραπτή μαρτυρία και δη τις βεβαιώσεις των Κυπριακών Ταχυδρομείων αλλά και γιατί οι ενάγοντες ουδόλως επιχείρησαν να αμφισβητήσουν τους ουσιώδεις αυτούς ισχυρισμούς τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «15.7 Οι επίδικες ειδοποιήσεις τύπος «ΙΓ» αποστάληκαν στις 02/09/2024 και 11/09/
  1. Παραλήφθηκαν δε στις 11/09/2024, 13/09/2024 και 27/09/
  2. Επισυνάπτω μετά της παρούσης ως δέσμη Τεκμήριο 16 τα αποδεικτικά αποστολής των εν λόγω ειδοποιήσεων καθώς και τα αποτελέσματα του «track and trace» δηλαδή της ανίχνευσης παραλαβής, από την επίσημη ιστοσελίδα των Κυπριακών Ταχυδρομείων. Εμφαίνεται ότι οι επίδικες ειδοποιήσεις τύπος «ΙΓ» παραλήφθηκαν από τους Αιτητές και τα λοιπά ενδιαφερόμενα πρόσωπα στις 11/09/2024, 13/09/2024, και 27/09/2024 όπως προαναφέρω. 15.
  3. Οι Αιτητές συναντήθηκαν με λειτουργό των Καθ' ων η Αίτηση κατά την 07/10/2024 και συζητήθηκε το ενδεχόμενο διευθέτησης τόσο του επίδικου λογαριασμού όσο και άλλων λογαριασμών των Αιτητών ή που σχετίζονται με τους Αιτητές. Κατά την συνάντηση οι Αιτητές γνώριζαν για την ημερομηνία πώλησης ως οι ειδοποιήσεις τύπος «ΙΓ» και γνώριζαν για το ότι τα επίδικα ακίνητα δεν απαλλάχθηκαν από την επίδικη υποθήκη ένεκα της μη μεταβίβασης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 15/
  4. Ενώ αναμενόταν από τους Αιτητές να επανέλθουν για διευθέτηση, οι Αιτητές προχώρησαν με την καταχώρηση της παρούσας απαίτησης και αίτησης, με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με μοναδικό σκοπό να «δημιουργήσουν» το κατ' επείγον και να τους αποδοθεί μονομερώς θεραπεία.» Είναι θεωρώ περιττό να επεκταθώ στο πόσο διαφορετικά θα ασκούσε την κρίση του το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις αν είχε υπόψη του ότι στην πραγματικότητα οι ενάγοντες, όχι μόνο είχαν πληροφορηθεί για τον πλειστηριασμό 1 μήνα πριν να καταχωρήσουν την αίτηση τους - αντί 3 μέρες που εκείνοι ισχυριστήκαν ενόρκως - αλλά και ότι εν τω μεταξύ αυτοί είχαν προβεί σε συνάντηση με τους εναγόμενους ώστε να συζητήσουν τις συνέπειες των ειδοποιήσεων αλλά και να εξεύρουν κάποιο τρόπο διευθέτησης των οφειλών τους. Άλλωστε, ο προβληματισμός που έθεσε ρητά το Δικαστήριο στους ενάγοντες σε σχέση με το θέμα του κατεπείγοντος αφορούσε ακριβώς στο πότε είχαν παραληφθεί οι συγκεκριμένες ειδοποιήσεις και τι μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Αυτό λοιπόν που διαπιστώνεται στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι κατά το στάδιο που το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης των εναγόντων στην παρουσία μόνο των τελευταίων, αυτοί παρουσίασαν μια εσφαλμένη εικόνα της πραγματικότητας και δη σε σχέση με ουσιώδεις πτυχές για τις οποίες το Δικαστήριο καθηκόντως ζήτησε να ενημερωθεί, με αποτέλεσμα όχι μόνο να στερήσουν από το Δικαστήριο την ευκαιρία να χειριστεί την υπόθεση ακούγοντας προηγουμένως και τις δύο πλευρές, εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τους κινδύνους κάθε πλευράς, αλλά και να το οδηγήσουν στο τέλος να εκδώσει αφ' ενός δραστικά διατάγματα τα οποία επηρέασαν δυσμενώς τους αντιδίκους τους και να δημιουργήσει αφ' ετέρου συνθήκες πίεσης για το ίδιο αλλά, κυρίως, για την άλλη πλευρά. Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, φαίνεται ότι οι ενάγοντες είχαν αρκετό χρόνο στη διάθεση τους για να καταχωρήσουν την αίτηση τους και να δώσουν τη δέουσα και δικαιωματική ειδοποίηση στην αντίδικη πλευρά όμως εν τέλει προτίμησαν να περιμένουν μέχρι την τελευταία στιγμή και αν και ήταν συνεπεία των δικών τους επιλογών που τελικά «δημιουργήθηκε» το στοιχείο του κατεπείγοντος εντούτοις απέκρυψαν το γεγονός αυτό. Η πιο πάνω διαπίστωση, λαμβανομένης υπόψη της αρχής ότι ιδιαίτερα σε σχέση με το θέμα του κατεπείγοντος «.η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης», κρίνεται να είναι από μόνη της αρκετή για να σφραγίσει την τύχη των εκδοθέντων διαταγμάτων υπό στοιχεία Α και Β ως εξ' υπαρχής άκυρα, καθιστώντας έτσι περιττή την ενασχόληση με το κατά πόσο πληρούνταν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης τους. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τα αιτούμενα διατάγματα που δεν εκδόθηκαν μονομερώς, ήτοι τα αιτητικά υπό στοιχεία Γ και Δ. Σημειώνω τα εξής. Όσον αφορά το αιτητικό υπό στοιχείο Δ, ήτοι για έκδοση προσωρινού διατάγματος «που να διατάσσει τους εναγόμενους όπως προβούν στην άμεση εξάλειψη της υποθήκης με αριθμό 4/Υ/5473/2008», περιορίζομαι να αναφέρω ότι η σημαντική δραστικότητα της φύσης του συγκεκριμένου αιτούμενου διατάγματος, σε συνδυασμό με την απόλυτη ταυτοσημία του με την αντίστοιχη θεραπεία που αξιώνεται να επιδικαστεί ως τελική θεραπεία με την κυρίως απαίτηση, δεν αφήνει κανένα περιθώριο να θεωρηθεί ότι θα μπορούσε ένα τέτοιο διάταγμα να εκδοθεί ως προσωρινό διάταγμα στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Αντιθέτως, η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος από αυτό το στάδιο θα ξέφευγε των επιτρεπτών ορίων της νομολογίας και θα ισοδυναμούσε με επιτυχία των εναγόντων στο πρώιμο στάδιο της ενδιάμεσης αίτησης αφού με την εξάλειψη της επίδικης υποθήκης θα καθίστατο άνευ αντικειμένου και ουσίας ολόκληρη η υπόθεση και τίποτε άλλο δεν θα παρέμενε να συνιστά επίδικο θέμα[7]. Όσον αφορά το αιτητικό υπό στοιχείο Γ, ήτοι για έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων που περιλαμβάνονται στην επίδικη υποθήκη, κρίνω ότι θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να λεχθεί ότι οι ενάγοντες παρουσιάζουν μια καλή συζητήσιμη υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτό αφ' ενός ενόψει των όσων αναφέρθηκαν ενόρκως από πλευράς εναγομένων στα πλαίσια της αγωγής 696/2, ήτοι ότι «.μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε όπως το ποσό των €27.600 το οποίο λήφθηκε από τον πλειστηριασμό του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 15/144, κατατεθεί προς εξόφληση.»[8] και αφ' ετέρου γιατί ότι τα όσα προβάλλουν οι εναγόμενοι για να υποστηρίξουν ότι η συμφωνία διευθέτησης δεν υλοποιήθηκε στην ουσία αφορούν αποκλειστικά στη διαφωνία που προέκυψε μεταξύ εκείνων και του προσώπου που «κέρδισε» τον πλειστηριασμό και όχι σε κάποια παράλειψη των εναγόντων να εκτελέσουν τις δικές τους υποχρεώσεις με βάση τη συμφωνία διευθέτησης της 27/11/
  5. Πουθενά άλλωστε στην Ε/Δ των εναγομένων δεν φαίνεται να προβάλλεται η θέση ότι έχουν αποδεχτεί ως ορθή και νόμιμη την υπαναχώρηση του προσφοροδότη ή ότι δεν διεκδικούν ακόμη να εισπράξουν από εκείνον το ποσό των €27.600 αν όντως δεν το έχουν εισπράξει και το αναφέρω αυτό επισημαίνοντας ότι καμία κατάσταση λογαριασμού δεν έχουν παρουσιάσει οι εναγόμενοι αλλά και ότι με βάση τον Κ.7(β) των Περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Κανονισμών του 2015 (ΚΔΠ 185/2015), ο επιτυχών προσφοροδότης «.υποχρεώνεται όπως προβεί - (i) σε άμεση πληρωμή ποσού όχι μικρότερου του είκοσι τοις εκατόν (20%)της αποδεχόμενης τιμής προσφοράς, το οποίο καταβάλλεται αμέσως με την αποδοχή της προσφοράς.(ii) το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται.εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις είκοσι
(20)ημέρεςαπό την ημερομηνία αποδοχής της προσφοράς του στον ενυπόθηκο δανειστή». Των πιο πάνω λεχθέντων όμως κρίνω ότι οι ενάγοντες δεν ικανοποιούν την τρίτη προϋπόθεση του αρ.32 και ούτε και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ τους. Εξηγώ. Όπως είναι κοινώς αποδεκτό, οι ενάγοντες παραχώρησαν τα ακίνητα τους ως εξασφάλιση υπό τη μορφή της επίδικης υποθήκης και «...με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι. έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.»[9]. Επιπρόσθετα αυτού, ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ο ενυπόθηκος δανειστής των εναγόντων, ήτοι οι εναγόμενοι, έχουν ήδη ενεργοποιήσει επιτυχώς τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης και έχει ήδη λάβει χώρα πλειστηριασμός των συγκεκριμένων 6 ακινήτων χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε επιτυχής αμφισβήτηση της νομιμότητας της διαδικασίας από πλευράς εναγόντων. Μάλιστα δε οι εναγόμενοι έχουν διαγράψει και το μεγαλύτερο μέρος του χρέους των εναγόντων προκειμένου να συμμορφωθούν με τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις απέναντι τους και ποσώς δεν έχει αμφισβητηθεί η φερεγγυότητα τους ή ικανότητα τους να αποζημιώσουν χρηματικά τους ενάγοντες σε περίπτωση που χρειαστεί στο μέλλον. Υπό αυτά τα δεδομένα λοιπόν κρίνεται αφ' ενός ότι καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν θα προκληθεί στους ενάγοντες αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και δη ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί και να αποζημιωθεί με χρήμα και αφ' ετέρου ότι με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα που να εμποδίζει τους εναγόμενους από του να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους παρέχει ο Ν.9/65 και η επίδικη συμφωνία υποθήκης και τα οποία ήδη ασκούν από το 2020 χωρίς να αμφισβητηθούν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται ούτε η οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων της 24/10/24 (έστω και αν το Α έχει καταστεί πλέον ακαδημαϊκής σημασίας) αλλά ούτε και η έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Ως εκ τούτου, τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν στις 24/10/24 ακυρώνονται ενώ η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά, ως είναι και ο γενικός κανόνας, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων. Προτού όμως προχωρήσω να ακούσω τους συνηγόρους των συγκεκριμένων διαδίκων σε σχέση με το ύψος των εξόδων αυτών στα πλαίσια της σχετικής διαδικασίας που προνοούν οι Κανονισμοί, θα δώσω στους τελευταίους την ευκαιρία να συμφωνήσουν και να δηλώσουν το ύψος τους, το οποίο, από μια πρώτη θεώρηση των σχετικών Πινάκων και υπό την επιφύλαξη βέβαια των όσων ενδεχομένως να επιχειρηματολογήσουν οι συνήγοροι, φαίνεται να κυμαίνεται μεταξύ €2500 - €3000 πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. Αν λοιπόν μέχρι τις 15/11/24 οι διάδικοι δεν καταλήξουν σε συμφωνία ως προς το ύψος των εξόδων τότε να καταχωρήσουν εκατέρωθεν σχετικούς καταλόγους μέχρι τις 19/11/24 και το Δικαστήριο θα επιληφθεί του θέματος στις 21/11/24 και ώρα 09:30 στη φυσική παρουσία τους. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ως έχει τροποποιηθεί στις 24/10/24 - Οι αναφορές «μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του σεβαστού Δικαστηρίου» αποτελούν μέρος του λεκτικού στο έντυπο απαίτησης [2] (Μ.23.8) [3] Βλ. Τεκ.1 Ε/Δ εναγομένων [4] Μ.23Κ.6
(1)Αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς να επιδοθεί αντίγραφο αυτής στον καθ' ου η αίτηση σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:(α) όταν υπάρχει κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις· (β) όταν όλοι οι διάδικοι συγκατατίθενται·(γ) όταν το δικαστήριο απαλλάσσει τον αιτητή από την υποχρέωση επίδοσης·(δ) όταν ο πρωταρχικός σκοπός προάγεται καλύτερα με τον τρόπο αυτό·(ε) όταν αυτό επιτρέπεται από Νόμο, κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.
(2)Αιτητής ο οποίος υποβάλλει αίτηση χωρίς ειδοποίηση καταχωρίζει, μαζί με την αίτηση ή το συντομότερο δυνατό μετά την καταχώρισή της και, σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον δύο μέρες πριν από την ΑΔΟ, γραπτή αγόρευση. Η γραπτή αγόρευση πρέπει να είναι σύμφωνη με τον κανονισμό 23.11
(4). [5] Βλ. Commerzbank ανωτέρω [6] 44Η.-
(1)Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιείται πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου κατά τον πρώτο πλειστηριασμό, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προβεί στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου είτε με πλειστηριασμό είτε απ' ευθείας με πώληση και προς το σκοπό αυτό επιδίδει ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΓ» του Δεύτερου Παραρτήματος στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, εντός χρονικής περιόδου όχι μικρότερης των είκοσι
(20)ημερών από την ημερομηνία πώλησης, περιλαμβανομένης της προτιθέμενης μεθόδου πώλησης. [7] βλ. Σταυράκης Χάρης και Άλλος ν. Δήμου Λευκωσίας
(2015)1 ΑΑΔ 731 και κατ' αντίθεση Zena Company Ltd ν. Demenian Catering Ltd ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848 και Κυρισάββα v. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245 [8] Βλ. παρ.6.9 Τεκ.6 Ε/Δ εναγόντων [9] Βλ. Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερομηνίας 11.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A360 καθώς επίσης ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΤΙΝΙΟΖΟΥ (ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. v. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: E202/2018, 17/10/2023 και NIKOΛΑ ΚΑΤΣΕΛΛΗ κ.α. v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡ. ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E66/2022, 17/11/2023 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.