← Κύπρος

ΜΙΧΑΛΗ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΤΟΟΥΛΟΥ ν. ISMAEL MEHMET SIAKIR, Αρ. Αγωγής: 1204/07, 14/10/2024

ΜΙΧΑΛΗ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΤΟΟΥΛΟΥ ν. ISMAEL MEHMET SIAKIR, Αρ. Αγωγής: 1204/07, 14/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1204/07 Μεταξύ: ΜΙΧΑΛΗ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΤΟΟΥΛΟΥ Ενάγοντας Και ISMAEL MEHMET SIAKIR Εναγόμενος (Αίτηση ημερ. 7/10/24 για παράταση εγγραφής ΜΕΜΟ) Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου, 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές: κ. Κ. Κότροφος για ΔΡ.ΑΝΔΡΕΑΣ Π.ΠΟΙΗΤΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση εκδόθηκε στις 13/06/07 απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για ποσό πέραν των 15.000ΛΚ πλέον τόκοι και έξοδα. Την απόφαση αυτή ο ενάγοντας προχώρησε να την εκτελέσει, εγγράφοντας την, μεταξύ άλλων, στις 29/10/14 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας ως επιβάρυνση (ΜΕΜΟ) επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του εναγόμενου κατ' εφαρμογή των αρ. 53, 54 και 55 Κεφ.

  1. Ως είναι αποδεκτό, το ΜΕΜΟ αυτό που ενέγραψε το 2014 ο ενάγοντας με αρ. ΕΒ 2266/14 ισχύει, σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 55 Κεφ.6, για 10 χρόνια, δηλαδή μέχρι και τις 29/10/
  2. Στις 07/10/24, δηλαδή σε περίοδο λιγότερη από έναν μήνα πριν την λήξη της ισχύος του προαναφερόμενου ΜΕΜΟ, η πλευρά του ενάγοντα καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση ζητώντας, στη βάση των αρ. 55 ‑ 56 Κεφ. 6, της Δ.64, της Δ.48 ΘΘ1 ‑ 4, 8, 9, της Δ.57 Θ.2 και της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, όπως εκδοθεί, αφ' ενός διάταγμα που να παρατείνει την προθεσμία για καταχώριση της παρούσας αίτησης και αφ' ετέρου διάταγμα με το οποίο να παρατείνεται η ισχύς της εγγραφής του ΜΕΜΟ για 10 χρόνια από την ημερομηνία λήξης του, δηλαδή από τις 29/10/
  3. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η οποία Ε/Δ γίνεται από μια δικηγόρο που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί σήμερα τον ενάγοντα: «.εκ παραδρομής η παρούσα αίτηση δεν καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας που επιτάσσει η σχετική νομοθεσία. Ο λόγος που ο Ενάγων καθυστέρησε να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση ήταν επειδή την υπόθεση χειριζόταν άλλο δικηγορικό γραφείο και αποτάθηκε κοντά μας μόλις στις
  4. 2024 και μαζί μας ζήτησε να προβούμε στην ανανέωση του ως Μέμο. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι του Ενάγοντος το Δικαστήριο στη βάση της συμφυής του δικαιοδοσίας και εξουσίας, δύναται να παρατείνει τον χρόνο κατά τον οποίο θα πρέπει να υποβληθεί μια τέτοια αίτηση. Εάν δοθεί τέτοια παράταση ουδείς θα βλαβεί. Όμως είναι ο Ενάγων που θα υποστεί ανεπανόρθωτη αποστέρηση των δικαιωμάτων του που απορρέουν από την εμπράγματη εξασφάλιση που του παρέχει το Μέμο.». Όταν η αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά, έθεσα στον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα τον προβληματισμό κατά πόσο το Δικαστήριο έχει, με βάση τις πρόνοιες του αρ.56 Κεφ. 6, την εξουσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, και ιδιαίτερα το διάταγμα για παράταση της ισχύος του ΜΕΜΟ, από τη στιγμή που η αίτηση δεν καταχωρήθηκε «έναν τουλάχιστον μήνα πριν από τη λήξη» του ΜΕΜΟ ως το Άρθρο 56

(2)(α) φαίνεται να επιβάλλει[1]. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι το Κτηματολόγιο, στο οποίο η αίτηση είχε επιδοθεί, έθεσε το συγκεκριμένο ζήτημα ως λόγο για να μην δοθεί η αιτούμενη παράταση και δη υπό τύπο ένστασης που καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα παρέδωσε στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση με την οποία υποστηρίζει ουσιαστικά ότι, λαμβάνοντας υπόψη ότι το εκπρόθεσμο της παρούσας αίτησης συνίσταται μόνο σε 7 μέρες, ότι στο Νόμο δεν αναφέρεται οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι απαγορεύεται να χορηγηθεί παράταση της συγκεκριμένης προθεσμίας ή έστω ότι απαγορεύεται να θεραπευτεί η οποιαδήποτε τυχόν εκπρόθεσμη καταχώρηση, καθώς και ότι σε περίπτωση μη παράτασης της εγγραφής του ΜΕΜΟ οι συνέπειες θα είναι δραστικές και άδικες για τον ενάγοντα στον οποίο εξακολουθεί να οφείλεται το εξ αποφάσεως χρέος, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τις σύμφυτες εξουσίες και τη δικαιοδοσία που έχει ώστε, λειτουργώντας ως Δικαστήριο δικαίου, να εγκρίνει την αίτηση και να αποτρέψει την αδικία που θα προκληθεί αν η ισχύς του ΜΕΜΟ δεν παραταθεί. Προς υποστήριξη των θέσεων του αυτών, ο κ. Κότροφος έκαμε αναφορά σε διάφορες κυπριακές και αγγλικές αποφάσεις ενώ αγόρευσε και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου με τον ίδιο εμπεριστατωμένο τρόπο απαντώντας σε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις που του έγιναν. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά την προφορική αγόρευση του συνηγόρου τέθηκε στον τελευταίο από το Δικαστήριο μεταξύ άλλων και προβληματισμός ως προς το κατά πόσο ήταν ορθή στην προκειμένη περίπτωση η επίκληση των προνοιών της Δ.57 Θ.2 και αυτό λόγω των όσων σχετικών λέχθηκαν σε υποθέσεις όπως η Γεωργίου Γεώργιος ν. Θέμη Θεμιστοκλέους και Άλλων
(2002)1 ΑΑΔ 1498, Τουβλ. Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ 109 και SOFOCLI ν. LEONIDOU
(1988)1 CLR 583, ήτοι ότι «οι πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν δυνατότητα παράτασης του χρόνου για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων, όπως η Δ.57· έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο την παράταση του χρόνου ο οποίος καθορίζεται από τους ίδιους τους θεσμούς. Δεν παρέχουν τη δυνατότητα παράτασης προθεσμιών, οι οποίες τάσσονται από το νόμο ως καθοριστικές». Υποδείχθηκε μάλιστα απότ το Δικαστήριο ότι οι εν λόγω αποφάσεις συνιστούσαν μέρος της νομολογίας που και ο ίδιος ο συνήγορος επικαλείτο στην αγόρευσή του προκειμένου να υποστηρίξει τις θέσεις του. Διευκρίνισε τότε ο συνήγορος, και ορθά κατά την άποψη μου, ότι υπό το φως της συγκεκριμένης νομολογίας δεν θα επιμένει στην προώθηση της αίτησης στη βάση των προνοιών της Δ.57 Θ2, αλλά μόνο στη βάση των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου για τους λόγους που έχει εξηγήσει. Εξέτασα λοιπόν με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής Είχα την ευκαιρία στο παρελθόν να εξετάσω παρόμοιας φύσης αίτημα αναφορικά με μια άλλη πτυχή των επίμαχων άρθρων του Κεφ. 6, ήτοι των προνοιών του Άρθρου 56
(3), οι οποίες επίσης τάσσουν ρητά συγκεκριμένη προθεσμία για εκτέλεση συγκεκριμένης ενέργειας προκειμένου να επιτευχθεί η συνέχιση της ισχύος ενός ΜΕΜΟ[2] και για τις οποίες ενέργειες είχε τεθεί, όπως και στην εδώ περίπτωση, προβληματισμός ως προς το κατά πόσο θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου προκειμένου να παραταθεί η προθεσμία που καθορίζεται από το Νόμο όταν ο εν λόγω Νόμος δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια που να υποδηλοί ότι παρέχεται τέτοια εξουσία. Παραθέτω λοιπόν αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση που εξέδωσα και το οποίο θεωρώ εφαρμόζεται κατ' αναλογία και στην προκειμένη περίπτωση: «.Το ερώτημα τώρα που τίθεται, το οποίο συνιστούσε και τον προβληματισμό του Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να παρατείνει τον χρόνο εντός του οποίου το αρ.56
(3)επιβάλλει να επιδειχθεί συμμόρφωση με τις εκεί αναφερόμενες υποχρεώσεις σε περίπτωση που ο πιστωτής δεν συμμορφωθεί εγκαίρως με αυτές, όπως έγινε και στην εδώ περίπτωση. Επί του ερωτήματος αυτού σημειώνω τα ακόλουθα. Όπως αναγνωρίζουν και οι αιτητές.το αρ.56
(3)δεν κάμνει καμία αναφορά σε ύπαρξη εξουσίας του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που εκεί αναφέρονται και δεν θεωρώ ότι αυτό συνιστά ένα τυχαίο γεγονός ή αβλεψία του Νομοθέτη. Αυτό γιατί η εγγραφή μίας επιβάρυνσης επί ακίνητης ιδιοκτησίας δημιουργεί δραστικά δικαιώματα επί της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας, τα οποία για όσο καιρό ισχύουν επηρεάζουν και αντιμάχονται και των δικαιωμάτων που έχει ο ιδιοκτήτης του ακινήτου αλλά και των δικαιωμάτων που ενδεχομένως να έχουν εγγραφεί επί του ακινήτου από τρίτα πρόσωπα και δη από πιστωτές του ιδιοκτήτη, και είναι θεωρώ περιττό να υπενθυμίσω ότι σε περίπτωση πώλησης ή εκποίησης ενός τέτοιου ακινήτου, τα όποια δικαιώματα τυχόν έχουν εγγράψει επί αυτού οι πιστωτές του ιδιοκτήτη και τα οποία εξακολουθούν να ισχύουν κατά το χρόνο της πώλησης, αυτά ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα με αυστηρή βάση τον χρόνο εγγραφής τους (βλ. π.χ αρ.62 Κεφ.6). Σε κάθε περίπτωση όμως, θεωρώ ότι αν ο Νομοθέτης ήθελε να δώσει την εξουσία στο Δικαστήριο να παρατείνει για οποιοδήποτε λόγο το χρόνο συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Άρθρου 56
(3)θα περιλάμβανε και σχετική προς τούτο πρόνοια στο Νόμο. Στη βάση των πιο πάνω επομένως, η θέση των αιτητών ότι το αρ.56
(3)δύναται να ερμηνευθεί δικαστικά κατά τρόπο που να παρέχει ευχέρεια και διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να παρατείνει τον χρόνο συμμόρφωσης με τα όσα εκεί επιβάλλονται να γίνουν, κρίνεται αβάσιμη. Η τασσόμενη στο αρ.56
(3)προθεσμία είναι ρητή, όπως ρητές είναι και οι συνέπειες που θα επιφέρει η μη συμμόρφωση του κατόχου του ΜΕΜΟ εντός της προθεσμίας του Νόμου και κανένα περιθώριο δεν άφησε ο Νομοθέτης προς άσκηση οποιασδήποτέ διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου συμμόρφωσης. Θεωρούν βεβαίως οι αιτητές ότι το Δικαστήριο μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να ασκήσει, είτε την εξουσία παράτασης του χρόνου που του παρέχει η Δ.57 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είτε τις σύμφυτες εξουσίες του. Όσον αφορά τη Δ.57 και το κατά πόσο η εν λόγω Διαταγή μπορεί να ασκηθεί στην προκειμένη περίπτωση όπου η επίδικη προθεσμία τάσσεται από συγκεκριμένο Νόμο και όχι από τους Θεσμούς, περιορίζομαι να παραπέμψω στα όσα λέχθηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεωργίου Γεώργιος ν. Θέμη Θεμιστοκλέους και Άλλων
(2002)1 ΑΑΔ 1498: «.Οι πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν δυνατότητα παράτασης του χρόνου για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων, όπως η Δ.57· έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο την παράταση του χρόνου ο οποίος καθορίζεται από τους ίδιους τους θεσμούς. Δεν παρέχουν τη δυνατότητα παράτασης προθεσμιών, οι οποίες τάσσονται από το νόμο ως καθοριστικές.» Όσον αφορά τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, όπως εύστοχα αναφέρουν στις αγορεύσεις τους οι αιτητές με παραπομπή στην υπόθεση SOFOCLI ν. LEONIDOU
(1988)1 CLR 583, «Όπως προκύπτει, σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς». Το εν λόγω απόσπασμα να σημειωθεί προέρχεται από την υπόθεση Τουβλ. Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ 109 στην οποία επιδοκιμάστηκε ο λόγος της Sofocli. Όπως όμως έχω εξηγήσει πιο πάνω, στην προκειμένη περίπτωση ούτε ο Νόμος παρέχει εξουσία να εκδοθούν τα διατάγματα που ζητούν οι αιτητές αλλά ούτε και μπορεί να τύχει εφαρμογής η οποιαδήποτε εξουσία παράτασης του χρόνου που παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Η χρήση επομένως των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου ώστε να εγκριθεί η παρούσα αίτηση θα συνιστούσε υπό τις περιστάσεις άσκηση των εν λόγω εξουσιών ουσιαστικά ως «πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς», πράγμα ανεπίτρεπτο (βλ. Τουβλ. Γιγας ανωτέρω). Ούτε όμως μπορεί να «χρησιμοποιηθεί» ως λόγος για να θεραπευτεί η παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του αρ.56
(3)η θέση ότι αν δεν δοθεί η αιτούμενη παράταση τότε θα χαθούν τα δικαιώματα και το όφελος που παρέχει το ΜΕΜΟ και το διάταγμα παράτασης της ισχύος του, αφού η συγκεκριμένη συνέπεια της απώλειας των δικαιωμάτων και του οφέλους που το ΜΕΜΟ και το διάταγμα «ανανέωσης» του παρέχουν στον κάτοχο του, είναι ακριβώς αυτό που ρητά ο Νόμος προνοεί ότι θα επισυμβεί σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τα όσα επιβάλλονται να γίνουν με το αρ.56
(3). Πρόκειται δηλαδή για συνέπεια που επιφέρει ο Νόμος και όχι για παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς άσκησης κάποιας διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, εξουσία η οποία ούτως η άλλως δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση.» Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω όμως, κατά την έρευνα του Δικαστηρίου εντοπίστηκε μεταξύ άλλων και η απόφαση που είχε εκδώσει ο έντιμος Ιωαννίδης Δικαστής, ως Α.Ε.Δ τότε, στην Τράπεζας Μπάρκλεϋς PLC ν. Λουκή Θεοδώρου Λουκή κ.α., Αρ. Αγωγής: 1627/96., 2 Απριλίου, 2007, όπου είχε τεθεί πανομοιότυπο αίτημα και όπου απασχόλησαν μεταξύ άλλων και οι αποφάσεις στις οποίες ο εδώ συνήγορος κάνει αναφορά προς υποστήριξη των θέσεων του (βλ. π.χ. R. v. Bloomsbury CC
(1976)1 All E.R. 897) . Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το άρθρο 56
(1)
(2)(α) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6: «56.-
(1)Η εγγραφή δύναται, από καιρό σε καιρό, να παρατείνεται με διάταγμα του Δικαστηρίου για χρονικό διάστημα ή διαστήματα που δεν υπερβαίνουν κάθε φορά τα δύο χρόνια.
(2)Δεν εκδίδεται διάταγμα παράτασης της εγγραφής, εκτός αν:- (α) η αίτηση γι αυτό υποβληθεί έναν τουλάχιστο μήνα πριν από τη λήξη της υφιστάμενης χρονικής περιόδου, για την οποία είναι εγγεγραμμένη η δικαστική απόφαση.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) Ο κ. Κουκούνης αγορεύοντας, αρχικά εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να παρατείνει τον χρόνο υποβολής της εν λόγω αίτησης, βάσει της Δ.57 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ωστόσο, στη συνέχεια είχε το θάρρος να δεχθεί ότι η πιο πάνω διάταξη, επί της οποίας βασίζεται η υπό εκδίκαση αίτηση, δεν παρέχει τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γεωργίου ν. Θεμιστοκλέους κ.ά. 2002
(1)(Γ) Α.Α.Δ. 1498, στην οποία παρέπεμψε η κα. Κορφιώτη (σελ.1502), «... Οι πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν δυνατότητα παράτασης του χρόνου για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων, όπως η Δ.57∙ έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο την παράταση του χρόνου ο οποίος καθορίζεται από τους ίδιους τους θεσμούς. Δεν παρέχουν τη δυνατότητα παράτασης προθεσμιών, οι οποίες τάσσονται από το νόμο ως καθοριστικές για την άσκηση δικαιώματος προσφυγής στο δικαστήριο.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) Παρόλο που ουσιαστικά ο κ. Κουκούνης δέχθηκε ότι η νομική βάση της υπό εκδίκαση αίτησης δεν επιτρέπει την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να παρατείνει προθεσμίες που τάσσονται από Νόμους, και προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του παρέπεμψε σε τρεις αποφάσεις. Πρόκειται για τις Eletheriades & Another v. Mavrellis & Another
(1985)1 C.L.R. 436, Kολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 895 και R. v. Bloomsbury CC
(1976)1 All E.R. 897. Εχω μελετήσει πολύ προσεκτικά και τις τρεις αποφάσεις στις οποίες έκανε αναφορά ο κ. Κουκούνης, αλλά δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω εισήγηση του. Στην Κολλάτου (πιο πάνω) η Εφεσείουσα ζήτησε με αίτηση της, η οποία υποβλήθηκε πριν από την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας, την παράταση του χρόνου για την υποβολή του περιγράμματος της. Το Ανώτατο Δικαστήριο εγκρίνοντας την αίτηση ανέφερε ότι «Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί το γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να εγκρίνει την παράταση των προθεσμιών που τίθενται είτε από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είτε από διαταγή του δικαστηρίου για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων.» Στη Mavrellis (πιο πάνω) εξετάστηκε η εφαρμογή της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Γίνεται επίσης αναφορά στις ευρείες εξουσίες του Δικαστηρίου να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ένα μικρό απόσπασμα από τη σελ.445 της απόφασης: «In matters of procedure and practice, the Court has wide discretion in exercise of its powers to regulate proceedings before it. It is perfectly legitimate for the Court, both under the rules and in exercise of inherent powers, to regulate proceedings before it, for the Court to issue all necessary directions in order to make possible adjudication upon the substance of the case. The trial should centre on the substantive dispute of the parties, if justice is to be done. Procedural irregularities should, so far as possible, be remedied before the trial so that adjudication on the merits is not deflected by procedural side issues. Ord.30 specifically aims to institutionalize the exercise of this jurisdiction of the Court; r.2(g) in particular confers power to make any order with respect to the proceedings that seems necessary or desirable with a view to saving time and expense." (H υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) Στην Bloomsbury (πιο πάνω), στην οποία παραπέμπει η Mavrellis, αναφέρεται στη σελ.900 ότι «Every court has inherent power to control its own procedure, even though there is nothing in the rules about it.» Ουσιαστικά επαναλαμβάνονται τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Mavrellis. Σε καμιά από τις πιο πάνω αποφάσεις δεν αναφέρεται ότι τα Δικαστήρια μπορούν να παρατείνουν τις προθεσμίες που τάσσονται από Νόμους και στους οποίους (Νόμους) δεν γίνεται αναφορά σε τέτοια παράταση. Υιοθέτηση των θέσεων του κ. Κουκούνη θα ισοδυναμούσε με εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί τους Νόμους. Τα Δικαστήρια όμως έχουν καθήκον να εφαρμόζουν τους Νόμους και όχι να τους τροποποιούν. Ως εκ τούτου η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.» Παρόμοια όμως ήταν και η προσέγγιση της έντιμης Λ.Δημητριάδου Δικαστή, Π.Ε.Δ ως ήταν τότε, στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. GJ Metaxas Jewellery Gallery Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 8221/2004, 6/4/2020 όπου επίσης εξετάστηκε ο λόγος των αποφάσεων στις οποίες με παρέπμεψε ο κ. Κότροφος: «Το ζητούμενο στην υπό κρίση Αίτηση είναι κατά πόσο το Δικαστήριο έχει την εξουσία να παρατείνει το χρόνο εντός του οποίου επιτρέπεται η καταχώρηση αίτησης για ανανέωση της εγγραφής δικαστικής απόφασης. Η Δ.57, θ.2 προνοεί τα εξής. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από το ίδιο το λεχτικό της εν λόγω Διάταξης, παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να επεκτείνει το χρόνο, πλην όμως αυτή η εξουσία περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο χρόνος καθορίζεται από τους ίδιους τους διαδικαστικούς Κανονισμούς ("the time appointed by these Rules"). Είναι επομένως φανερό ότι η Δ.57, θ.2 αφορά και αναφέρεται σε προθεσμίες διαδικαστικής φύσης και όχι προθεσμίες ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι η υπό εξέταση περίπτωση όπου ο χρόνος καθορίζεται αποκλειστικά από το Νόμο. Αυτό έχει αποφασισθεί στις υποθέσεις Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.ά
(1989)1 Α.Α.Δ. 193 και Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (Αρ.2)
(1990)1 Α.Α.Δ.
  1. Και στις αυτές υποθέσεις τονίσθηκε ότι η Δ.57, θ.2 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, να παρατείνει τις χρονικές προθεσμίες που καθορίζονται από τους ίδιους τους Θεσμούς. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (Αρ.2) (πιο πάνω) όπου με αναφορά στους Κανονισμούς του Ειδικού Δικαστηρίου Καθορισμού Αποζημιώσεων λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνεπώς, αφού γι' αυτά τα θέματα υπάρχει πρόνοια στους Κανονισμούς αυτούς, το Διάταγμα 57, Θεσμός 2, των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν εφαρμόζεται αν και μπορεί να ειπωθεί πως και στην περίπτωση αυτή η παράταση χρόνου αφορά και πάλι τον χρόνο που προσδιορίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και δεν έχει να κάμει τίποτε με οποιοδήποτε χρόνο που προσδιορίζεται ή καθορίζεται από το Νόμο». Ο αντίστοιχος στη Δ.57, θ.2 Αγγλικός δικονομικός Κανονισμός ήταν το Order 64, rule
  2. Στο Annual Practice του 1952 αναφέρονται στη σελίδα 1371 τα ακόλουθα σχετικά με το Order 64, rule 7: "It applies, by virtue of J.A., 1925, s.99
(1), Pt. IX, Div. I, to the time fixed by previously existing statutes, where the time for doing any act has been fixed by a Rule of Court. Such a Rule is not ultra vires, as it deals with a matter of procedure, and the power to enlarge applies to any time fixed by Rule. With that exception the Court has no power to extend time fixed by statute (Re Oliver and Scott's Arbitration, 43 Ch. D. 310)." Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αυξεντίου ν. Σάββα
(2003)1 Α.Α.Δ.1963 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία ο πιο πάνω Αγγλικός Κανονισμός έχει εφαρμογή μόνο όπου ο χρόνος καθορίζεται από νομοθετική ρύθμιση, όπως οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε άλλες περιπτώσεις. Έπεται ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών για εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των προνοιών της Δ.57, θ.2 δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ήταν, περαιτέρω, η εισήγηση του δικηγόρου της Αιτήτριας πως το Δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τον χρόνο ασκώντας τη σύμφυτη του εξουσία. Στην υπόθεση Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 στη σελ. 112 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου: «Η φύση και τα όρια της σύμφυτης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου εξετάστηκαν στη Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 584. Όπως προκύπτει, σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου Στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία Evand Promotions Ltd κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. 736 τονίσθηκε ότι η σύμφυτη εξουσία (inherent power) του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Όπως δε υπογραμμίστηκε, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκλησή της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ΄ εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Απόλυτα κατατοπιστική αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής αλλά και τα όρια της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου αποτελεί η υπόθεση Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (Αρ.2)
(2012)1 Α.Α.Δ. 158 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Περιγραφή της φύσης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και της ενάσκησής της έγινε, μεταξύ άλλων, και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην JSC BTA Bank v. Paul Kythreotis
(2011)1 Α.Α.Δ. 779, ως ακολούθως: "Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και οι προεκτάσεις της εξετάστηκαν σε σωρεία υποθέσεων. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Ενδεικτικό της επί του προκειμένου θέσης της νομολογίας μας, συνιστά το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, στο οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η Ολομέλεια στην απόφαση της στην υπόθεση Ευάγγελος Εμπεδοκλής και άλλοι (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 (πιο πάνω): "Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122)."" Όπως είχε τονισθεί και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου είναι "το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς." Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151, η Ολομέλεια, στη σελίδα 155, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: "Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1997)113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: «These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will.»" Υποστηρίχθηκε συναφώς ότι τυχόν ενάσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου θα συμπλήρωνε με εύλογο τρόπο το όλο πλαίσιο που αφορά στην εφαρμογή της Νομοθεσίας έτσι ώστε να μπορέσει η Τράπεζα να προχωρήσει στην καταχώρηση της Αίτησης ανανέωσης του ΜΕΜΟ προς εκτέλεση της προς όφελος της δικαστικής Απόφασης προς διασφάλιση των δικαιωμάτων της και προς είσπραξη του λαβείν της «λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη το γεγονός ότι απουσιάζει οιαδήποτε ρητή πρόνοια στον Νόμο ότι η περίοδος του 1 μηνός για καταχώρηση αίτησης ανανέωσης δεν παρατείνεται.» Επιπλέον προβλήθηκε ότι θα πρέπει να προσμετρήσει υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων Διαταγμάτων «η κυπριακή πραγματικότητα με τις δυσχέρειες εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις». Με δεδομένο ότι στη σχετική νομοθετική πρόνοια καθορίζεται ρητώς το χρονικό στάδιο εντός του οποίου μία αίτηση για καταχώρηση ανανέωσης θα πρέπει να υποβάλλεται, συνιστώντας με αυτό τον τρόπο μία από τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να μπορεί το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα παράτασης της εγγραφής, το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν μπορεί να επικαλεστεί τη σύμφυτη εξουσία του και, ουσιαστικά, να παρατείνει αυτή την προθεσμία. Ούτε η επίκληση της ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων από πλευράς των Αιτητών μπορεί να βοηθήσει στην προκειμένη περίπτωση. Όπως προέκυψε από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο μέσω της αρχικής ένορκης δήλωσης όσο και της συμπληρωματικής, η μη καταχώρηση εγκαίρως της αίτησης για ανανέωση του ΜΕΜΟ οφείλετο σε λάθος και παραδρομή των δικηγόρων των Αιτητών και λόγω ασθένειας της υπαλλήλου που χειρίζετο την υπόθεση αυτή στο γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών.Η ουσία του ζητήματος παραμένει ότι η Αίτηση θα έπρεπε να είχε υποβληθεί το αργότερο μέχρι τις 19/3/
  1. Η επίκληση είτε λάθους, είτε παραδρομής, είτε ασθένειας υπαλλήλου των δικηγόρων των Αιτητών, γιατί αυτοί φαίνεται να είναι τελικά οι λόγοι που οδήγησαν στην μη έγκαιρη καταχώρηση της Αίτησης, δεν αποτελούν, κατά την κρίση μου, λόγους για ενάσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και μη εφαρμογής των ρητών προνοιών της σχετικής νομοθεσίας.» Τέλος και όσον αφορά τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα στην παρούσα περίπτωση επιχειρηματολόγησε σε σχέση με το θέμα της φερόμενης αδικίας και των συνεπειών που συνεπάγεται για ένα εξ αποφάσεως πιστωτή η εγγραφή και παράταση της ισχύος ενός ΜΕΜΟ, θα παραπέμψω, πρόσθετα των όσων σχετικών αναφέρονται ανωτέρω και στα όσα λέχθηκαν στην παλιά υπόθεση HASSAN TASHIN ν. PANAYI CALOHORITI AND THEOHARI KYRIAKIDES (V15) 1 CLR
  2. Σ' εκείνη την υπόθεση, όπου εξετάζονταν μεταξύ άλλων και θέματα συναφή με τα εδώ επίδικα, επισημάνθηκε το γεγονός ότι η συμμόρφωση με τις επίμαχες πρόνοιες και προθεσμίες είναι επιβεβλημένη προκειμένου να μπορούν να εξισορροπούνται κατά τρόπο ακριβοδίκαιο όλα τα δικαιώματα και συμφέροντα που περιβάλλουν τόσο την επιβαρυμένη ακίνητη ιδιοκτησία όσο και τα πρόσωπα που έχουν τα συγκεκριμένα δικαιώματα και συμφέροντα, ήτοι όχι μόνο ο συγκεκριμένος εξ αποφάσεως πιστωτής αλλά και ο ίδιος ο χρεώστης και τυχόν άλλοι πιστωτές του. Και σίγουρα, στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι αυτό που ουσιαστικά ζητά με την υπό κρίση αίτηση η πλευρά του ενάγοντα είναι όπως Δικαστήριο ασκήσει τις σύμφυτες εξουσίες που έχει ως Δικαστήριο δικαίου προκειμένου να μην αδικηθεί ο ενάγοντας από την αποκλειστικά δική του παράλειψη να συμμορφωθεί με την υποχρέωση που ο Νόμος του επέβαλλε εξ΄ αρχής να τηρήσει αν ήθελε να διασφαλίσει τα δικαιώματα που έχει αποκτήσει με το ΜΕΜΟ έναντι τρίτων. Ο λόγος που το αναφέρω αυτό εδώ είναι μεταξύ άλλων και διότι ακόμη και αν θα μπορούσαν να ασκηθούν οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου προς «βοήθεια» του ενάγοντα αιτητή, ως ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου, τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδηλοί ότι στον ενάγοντα προακαλείται αδικία συνεπεία λόγων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο, είτε του δικού του ελέγχου είτε των δικών του ευθυνών και υποχρεώσεων, ή έστω συνεπεία λόγων οι οποίοι, από μια αντικειμενική θεώρηση, θα μπορούσαν ίσως να δικαιολογήσουν την παράλειψη του να ενεργήσει ως ο Νόμος επιβάλλει. Στη βάση όλων των πιο πάνω επομένως κρίνω ότι η παράλειψη του ενάγοντα να ζητήσει παράταση της ισχύος του ΜΕΜΟ ΕΒ 2266/14 εντός της συγκεκριμένης και ρητής προθεσμίας που επιτάσσει το αρ.56 Κεφ. 6 σφραγίζει την τύχη της παρούσας αίτησης και υπό τις περιστάσεις, οι όποιες σύμφυτες εξουσίες έχει το Δικαστήριο δεν μπορούν να ασκηθούν προς διάσωση της αίτησης ή προς έγκριση των αιτημάτων του ενάγοντα. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ)................................... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 56.-
(2)Δεν εκδίδεται διάταγμα παράτασης της εγγραφής, εκτός αν:- (α) η αίτηση γι αυτό υποβληθεί έναν τουλάχιστο μήνα πριν από τη λήξη της υφιστάμενης χρονικής περιόδου, για την οποία είναι εγγεγραμμένη η δικαστική απόφαση και (β) το Δικαστήριο είναι σε θέση, αφού ακούσει και εξετάσει την αίτηση και όλη τη μαρτυρία που προσάχθηκε προς υποστήριξη της, να εκδώσει το διάταγμα πριν από τη λήξη της υφιστάμενης χρονικής περιόδου και (γ) έχει δοθεί στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό της Επαρχίας όπου βρίσκεται η ιδιοκτησία ειδοποίηση για την αίτηση και το χρόνο που ορίστηκε για ακρόαση της και (δ) το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η δικαστική απόφαση δεν προήλθε από συμπαιγνία ή εξασφαλίστηκε με σκοπό να παραγκωνίσει άλλους πιστωτές και επίσης ότι η παράταση της χρονικής περιόδου της εγγραφής δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους ή οποιοδήποτε άλλον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή πιστωτές. [2] Βλ. NIKIPHOR NOMINEE LIMITED ν. FALEKA DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 3409/13, 18/12/2023 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.