← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΣΠΑΡΗΣ ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αγωγή αρ. 1912/2015, 19/8/2024

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΣΠΑΡΗΣ ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αγωγή αρ. 1912/2015, 19/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Απο

§ 1

, η αρχική επίδοση της ειδοποίησης προς τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο για λήψη συγκατάθεσης, εάν ο ιδιοκτήτης είναι άγνωστος, μπορεί να γίνει και με ανάρτηση στη γη. Η προθεσμία για εξασφάλιση τυχόν έγκρισης είναι σύντομη. Εντός 14 ημερών από την επίδοση ή ανάρτηση, ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος μπορούν να συγκατατεθούν. Εάν συγκατατεθούν στην πρόθεση αυτή, που μπορεί να περιλαμβάνει ή να μην περιλαμβάνει προσφορά ή μηχανισμό απαίτησης αποζημίωσης, το θέμα τελειώνει εκεί, η Εναγόμενη μπορεί να παρέμβει με νομική βάση τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή κατόχου και τη μεταξύ τους συμφωνία (contractual/voluntary wayleave), η οποία αποτελεί και τη βάση τυχόν διαφορών τους. Εάν με το έντυπο συγκατάθεσης ή άλλως πώς ο ιδιοκτήτης ενστεί σε συγκεκριμένους όρους ή θέσει όρους και προϋποθέσεις (π.χ. πληρωμή αποζημίωσης) και δεν επέλθει συμφωνία σε σχέση με αυτούς, ή εάν παραλείψει να συγκατατεθεί γενικότερα, άρα δεν έχει επέλθει συμφωνία (γιατί δεν υπήρξε ανταπόκριση για συγκατάθεση ή διαβούλευση, κατ' επέκταση υπάρχει διαφωνία), κατά κανόνα, δεν παρεμβαίνει η Εναγόμενη, η οποία φυσικά έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να επιδιώκει τη σύναψη κάποιας συμφωνίας. Στον βαθμό που η εγκατάσταση είναι αναγκαίο να γίνει, για τους σκοπούς της δημόσιας ωφέλειας, και δεν υπάρχει συμφωνία, αποτείνεται στον Έπαρχο. Ούτε η διαδικασία με την οποία η Εναγόμενη υποβάλλει στον Έπαρχο αίτημα για τη συγκατάθεσή του είναι ρυθμισμένη. Ο Έπαρχος διαβουλεύεται με την αρμόδια αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης, και μπορεί να δώσει τη συγκατάθεσή του, με ή χωρίς όρους ή προϋποθέσεις, αν κρίνει δίκαιο. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο λόγος είναι για αναγκαστική δίοδο (compulsory wayleave). Δεν προβλέπεται διαδικασία υποχρεωτικής ακρόασης του ιδιοκτήτη ή κατόχου γης από τον Έπαρχο. Αυτή η έλλειψη είναι πιο αισθητή

§ 2

. Η απόφαση αναγκαστικής επιβολής, που περατώνεται με τη λήψη της συγκατάθεσης του Έπαρχου, είναι της Εναγόμενη (που εκείνη είναι και η εκτελεστή διοικητική πράξη)[4]. Το να μην προσβληθεί με προσφυγή, και να αφεθεί να επιβληθεί ο περιορισμός, δεν επηρεάζει το δικαίωμα αποζημίωσης, εάν ο περιορισμός, που πλέον επιβάλλεται και δεν συμφωνείται, μειώνει ουσιωδώς την αξία του ακινήτου. Σύμφωνα με την § 2, όταν η ανάγκη είναι να τοποθετηθεί όχι απλώς γραμμή σε γη χωρίς οικοδομές (§ 1), αλλά γραμμή ή άλλη εγκατάσταση σε οικοδομή ή σε γη με οικοδομές, χρειάζεται οπωσδήποτε η συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή του κατόχου. Εάν δεν υπάρχει τέτοια συγκατάθεση, δεν υπάρχει δυνατότητα επέμβασης, ούτε η συγκατάθεση του Έπαρχου μπορεί να υποκαταστήσει την απουσία της. Όταν, όμως, πρόκειται για επίτονο ή στήριγμα υπέργειας γραμμής ή υποστήριγμα ή ορθοστάτης για τον αποκλειστικό σκοπό της εξασφάλισης της υποστήριξης υπέργειας γραμμής, σε γη ή σε οικοδομή (on any land or building), τότε, ο Έπαρχος, μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης, εάν ο ιδιοκτήτης και ο κάτοχος παράλογα αρνούνται τη συγκατάθεσή τους, να παρέχει τη δική του συγκατάθεση, και τότε (εφόσον πρόκειται περισσότερο για δέσμευση με στοιχεία τύπου "easement") καθορίζει υποχρεωτικά (shall fix) ποσό αποζημίωσης ή ετήσιου ενοικίου ή και τα δύο, που πληρώνονται από τους ανάδοχους στον ιδιοκτήτη ή και κάτοχο, αναλόγως. Εδώ, είναι πιο αισθητή η απουσία ακρόασης του ιδιοκτήτη ή κατόχου, γιατί, ενώ ο Έπαρχος μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη συγκατάθεσης εάν υπάρχει από μέρους του ιδιοκτήτη ή κατόχου «παραλογισμός» ως προς την μη συγκατάθεσή του, δεν προβλέπεται υποχρεωτική διαδικασία ακρόασης του ιδιοκτήτη ή κατόχου από τον Έπαρχο, όπως, για παράδειγμα, προβλέπεται σχετική διαδικασία ακρόασης στους αγγλικούς The Electricity (Compulsory Wayleaves) (Hearings Procedure) Rules 1967.

§ 2

, υποχρεωτικά ο Έπαρχος, όταν παρέχει τη συγκατάθεσή του για την εγκατάσταση, σε ιδιωτική γη ή σε οικοδομή, αναγκαίου επίτονου ή στηρίγματος υπέργειας γραμμής ή υποστηρίγματος ή ορθοστάτη, για τον αποκλειστικό σκοπό της εξασφάλισης της υποστήριξης υπέργειας γραμμής, καθορίζει ο ίδιος την αποζημίωση, που πρέπει να καταβάλει η Εναγόμενη.

§ 1

, και ως εκ της δυνατότητάς του

§ 2

, δεν αποκλείεται (δυνητικά) να καθορίζει αποζημίωση στο πλαίσιο της συγκατάθεσής του υπό μορφή όρου ή προϋπόθεσης. Ωστόσο, δεν είναι υποχρεωμένος να μπει σε τέτοια διαδικασία. Στους αγγλικούς Κανονισμούς, που διέπουν το ίδιο θέμα, η αποζημίωση καθορίζεται πάντοτε από το Land Tribunal, εάν δεν επέλθει συμφωνία γι' αυτήν, την οποία μπορεί να επιδιώξει οποιοδήποτε μέρος[5], και δεν υπάρχει δυνατότητα διοικητικού οργάνου να μπει στη διαδικασία να καθορίσει αποζημίωση. Από την ίδια παράγραφο § 2, στην εγχώρια νομοθεσία, που εκείνη προβλέπει υποχρέωση του Έπαρχου να καθορίζει αποζημίωση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, προκύπτει και ο τρόπος αποζημίωσης που μπορεί να δοθεί για την επιβολή περιορισμού που μειώνει ουσιωδώς την αξία του ακινήτου. Μπορεί να αφορά ένα ποσό εφάπαξ, ετήσιο ενοίκιο, ή και τα δύο. 13.

  1. Στο στάδιο που ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος λαμβάνει έντυπο συγκατάθεσης για επιβολή περιορισμού με βάση το άρθρο 31 Κεφ.170, εάν παραλείψει να συγκατατεθεί πλήρως ή να ανταποκριθεί, δεν μπορεί να τεκμαίρεται είτε (σιωπηρή) συμφωνία του είτε μη αξίωση για αποζημίωση. Δεν επέρχεται συμφωνία. Υπάρχει διαφωνία. Εάν η Εναγόμενη επιλέξει να μην εστιάσει στην επίλυσή της, αλλά να αποταθεί στον Έπαρχο για να εξαναγκαστεί η δίοδος, και ούτε σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας επέλθει κάποια συμφωνία για το θέμα της αποζημίωσης, για οποιονδήποτε λόγο (π.χ. γιατί δεν υπήρξε ακρόαση του ιδιοκτήτη ή κατόχου ή γιατί δεν απασχόλησε τον Έπαρχο το ζήτημα), μπορεί να αποφασίσει το Δικαστήριο, εάν υπάρχει ουσιαστικό δικαίωμα σ' αυτήν, με πηγή και βάση του ουσιαστικού δικαιώματος να είναι το άρθρο 23 § 3 Σ. Εάν, σε οποιαδήποτε διαδικασία των §§ 1, 2, ο Έπαρχος καθορίσει συγκεκριμένο ποσό ως αποζημίωση που θα πρέπει να καταβάλει η Εναγόμενη και το ύψος της αποζημίωσης δεν είναι αποδεκτό, υπάρχει διαφωνία ως προς το ύψος του ποσού, για την οποία μπορεί να αποφασίσει το Δικαστήριο. Εάν, σε οποιαδήποτε διαδικασία των §§ 1, 2, ο Έπαρχος δεν καθορίσει συγκεκριμένο ποσό ως αποζημίωση που θα πρέπει να καταβάλει η Εναγόμενη, και υπάρχει διαφωνία ως προς το εάν υπάρχει ουσιώδης μείωση της αξίας του ακινήτου για την οποία να οφείλεται αποζημίωση, και πάλι, μπορεί να αποφασίσει το Δικαστήριο. 13.
  2. Όταν η εγκατάσταση της γραμμής δεν έχει χρονικά καθορισμένη διάρκεια, κατά πόσον υπάρχει επηρεασμός ή όχι, μπορεί να διαπιστωθεί μετά από την υλοποίηση της επιβολής του περιορισμού, η οποία μπορεί να απέχει χρονικά από την κοινοποίηση της πρόθεσης της Εναγόμενης να εγκαταστήσει γραμμή στην περιοχή ή από τη συγκατάθεση του Έπαρχου. Το ζήτημα, εάν θα πρέπει να καταβληθεί αποζημίωση ή όχι, είναι συνεχώς συναρτώμενο με την ουσιώδη μείωση της αξίας του ακινήτου, που μπορεί να μην προκαλεί η γραμμή σε μια χρονική στιγμή, αλλά να προκαλεί σε κάποιαν άλλη χρονική στιγμή, όταν, για παράδειγμα, θα χρειαστεί να αναπτυχθεί το ακίνητο. Συναφώς, και με βάση τις §§ 3, 4, μπορεί, μετά την τοποθέτηση της γραμμής, ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος να επιθυμεί να αφαιρεθεί, ενώ έχει λάβει ήδη αποζημίωση για την εγκατάστασή της (είτε κατόπιν συμφωνίας, είτε κατόπιν καθορισμού όπου δεν υπήρξε συμφωνία). Σε τέτοια περίπτωση, ενδεχομένως να πρέπει να καταβάλει τα έξοδα μετακίνησης, εάν τελικά αποφασιστεί, και εκεί αποκλείεται κάποια περαιτέρω αποζημίωση. Εξ αντιδιαστολής, δεν αποκλείεται, εάν δεν υπάρχει η δυνατότητα μετακίνησης, να πρέπει να καταβληθεί τότε αποζημίωση. Ούτε για κάποια διαδικασία υποβολής αιτήματος μετακίνησης ή υποβολής αιτήματος αποζημίωσης λόγω μη μετακίνησης υπάρχουν ειδικότερες ρυθμίσεις. Εάν το θέμα της αποζημίωσης συμφωνήθηκε κατά την αρχική εγκατάσταση, ευλόγως, μόνο δια αιτήματος μετακίνησης μπορεί να απασχολήσει ξανά. Οι περιπτώσεις που απασχόλησαν ήταν για αποζημίωση για την αρχική εγκατάσταση. 13.
  3. Η πολεοδομική άδεια που εξασφαλίστηκε από την Εναγόμενη για την εγκατάσταση της γραμμής δεν αμφισβητήθηκε από τους επηρεαζόμενους ιδιώτες, εφόσον δεν συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στην έκδοσή της και δεν τους είχε κοινοποιηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 68 Ν.90/72, εάν με οποιονδήποτε τρόπο προκύψει ουσιώδης ζημία εις βάρος ιδιοκτησίας, συνεπεία της εφαρμογής των προνοιών του Ν.90/72, δέον να καταβάλλεται δίκαιη αποζημίωση. Αποζημίωση καταβάλλεται δυνάμει και τηρουμένων των διατάξεων του Όγδοου Μέρους του Ν.90/72, μόνον εφόσον αποδειχθεί από αυτόν που την απαιτεί ότι, συνεπεία πολεοδομικής απόφασης επηρεάζουσας την ακίνητη ιδιοκτησία σε σχέση προς την οποία υποβάλλεται η απαίτηση, επήλθε ουσιώδης μείωση της οικονομικής αξίας της ιδιοκτησίας ταύτης. Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης για ουσιώδη μείωση της οικονομικής αξίας ακίνητης ιδιοκτησίας που επηρεάστηκε από πολεοδομική απόφαση, λαμβάνονται υπόψη οι κανόνες που εκτίθενται στο άρθρο 10 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου 15/62, στο μέτρο που οι κανόνες αυτοί είναι εφαρμόσιμοι, όπως και όλα τα άλλα κατά περίπτωση περιστατικά. Οι διατάξεις του ίδιου νόμου εφαρμόζονται επίσης σε ό,τι αφορά την καταβολή της αποζημίωσης, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν προσκρούουν σε ρητή διάταξη του Ν.90/
  4. Το άρθρο 68 Ν.90/72 εφαρμόζεται εάν με οποιονδήποτε τρόπο προκύψει ουσιώδης ζημιά σε βάρος ιδιοκτησίας συνεπεία της εφαρμογής του Ν.90/
  5. Η μεσολάβηση, στην προκειμένη περίπτωση, πολεοδομικής απόφασης, με βάση τον Ν.90/72 για την εγκατάσταση της γραμμής σε ακίνητη ιδιοκτησία, προς την Εναγόμενη, και για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 31 Κεφ.170, ως νόμιμου περιορισμού με βάση το άρθρο 23 § 3 Σ, δεν μετατρέπει τον περιορισμό στο δικαίωμα της Ενάγουσας από την Εναγόμενη σε πολεοδομικό περιορισμό έναντι στον ιδιώτη. Έναντι σ' αυτόν, η Εναγόμενη έχει υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης που τυχόν συμφωνείται ή καθορίζεται από τον Έπαρχο στη συγκατάθεσή του με βάση το άρθρο 31 Κεφ.
  6. Η Συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ημερομηνίας 31.01.2008 δεν συνιστά καν εκχώρηση εκ του νόμου απορρέουσας υποχρέωσης της πολεοδομικής αρχής για καταβολή αποζημίωσης σε επηρεαζόμενους ιδιοκτήτες ακίνητης ιδιοκτησίας προς την Εναγόμενη. Συνιστά διασφάλιση της πολεοδομικής αρχής ότι, εάν απαιτηθεί εναντίον της πολεοδομικής αρχής αποζημίωση με βάση το άρθρο 68 Ν.90/72 για ουσιώδη ζημιά, ως αποτέλεσμα της πολεοδομικής απόφασής της επί της αίτησης της Εναγόμενης, τότε, η Εναγόμενη θα αναλάβει (ως η συμβατική υποχρέωσή της έναντι στην πολεοδομική αρχή) την πληρωμή της τυχόν καθορισθείσας αποζημίωσης (την κάλυψη της πολεοδομικής αρχής). Έναντι στον ιδιώτη, η Εναγόμενη έχει ούτως ή άλλως υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης που τυχόν συμφωνείται ή καθορίζεται από τον Έπαρχο στη συγκατάθεσή του με βάση το άρθρο 31 Κεφ.170, ώστε να μην χρειάζεται κάποια συμφωνία με την πολεοδομική αρχή για τη ρύθμιση της σχετικής υποχρέωσής της. Όπως ρητά αναφέρεται στην § 2 του άρθρο 31 Κεφ.170, τα ποσά που καθορίζει ο Έπαρχος ως αποζημίωση πληρώνονται από τον ανάδοχο στον ιδιοκτήτη. Κατά τα λοιπά, η αποζημίωση δεν είθισται να συνιστά το αποκλειστικό αντικείμενο συμφωνιών που συνάπτονται με βάση το άρθρο 43 Ν.90/72 για τη ρύθμιση της ανάπτυξης ή της χρήσης του ακινήτου, αν και μπορούν να περιληφθούν παρεμπίπτουσες ή επακόλουθες διατάξεις οικονομικής φύσης, όπως εξάλλου ρητά αναφέρεται στη νομοθετική διάταξη. Η συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως δεν παύει να είναι μια αναμεταξύ τους συμφωνία, που, με βάση τις αρχές που διαχρονικά διέπουν το δίκαιο των συμβάσεων, δεν δεσμεύει οποιονδήποτε τρίτο, μη συμβαλλόμενο, ακόμα κι αν περιλήφθηκε στη σχετική πολεοδομική γνωστοποίηση και συνιστά μέρος της πολεοδομικής απόφασης που η Εναγόμενη χρησιμοποιεί για τους σκοπούς της εγκατάστασης της γραμμής. 13.
  7. Στον βαθμό που οι ενάγοντες σ' αυτής της φύσης τις υποθέσεις δεν έχουν απαιτήσει από την πολεοδομική αρχή αποζημίωση για την πολεοδομική της απόφαση με βάση το άρθρο 68 Ν.90/72 και δεν έχει καθοριστεί αποζημίωση πληρωτέα από την πολεοδομική αρχή προς αυτούς για την πολεοδομική της απόφαση, η συμφωνία αναμεταξύ της Εναγόμενης και της πολεοδομικής αρχής, για την ανάληψη της πληρωμής της από την Εναγόμενη, είχε λεχθεί από το Δικαστήριο, δεν έχει σημασία για τα γεγονότα των υποθέσεων. Επίσης, δεν μπορεί να εκληφθεί, εξ αυτής, πως εφαρμόζεται το άρθρο 68 Ν.90/72 ή άλλο άρθρο του Όγδοου Μέρους του Ν.90/72 ως η νομοθετική διάταξη που έπρεπε να εφαρμόσει ο ιδιώτης για να αποζημιωθεί από την Εναγόμενη, για τον περιορισμό του άρθρου 31 Κεφ.
  8. Ακόμα και εάν με διαφορετική νομική θεώρηση η κατάληξη ήταν πως η Εναγόμενη είχε τη δυνατότητα να καθορίσει η ίδια και καθόρισε τη διαδικασία του άρθρου 68 Ν.90/72 ως εφαρμοστέα και για την περίπτωση του περιορισμού με βάση το άρθρο 31 Κεφ.170, και τότε, μόνον αναλογική εφαρμογή mutatis mutandis θα μπορούσε να λογίζεται η θέση της πολεοδομικής νομοθετικής διάταξης (με τις ανάλογες αλλαγές που χρειάζονται). Τέτοια είναι και η εφαρμογή του άρθρου 10 Ν.15/62 σε σχέση με τους κανόνες υπολογισμού της αποζημίωσης σε περίπτωση ουσιώδους μείωσης της αξίας του ακινήτου. Γιατί και το άρθρο 10 Ν.15/62 δεν θέτει κανόνες υπολογισμού της ουσιώδους μείωσης της αξίας του ακινήτου, ούτε και στην περίπτωση (δ) αυτού, ούτε και στην περίπτωση (η) αυτού, που η τελευταία μάλιστα παραπέμπει πίσω, στη βάση, στο άρθρο 23 Σ. Ουδεμία αναλογία είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, εάν δεν το βοηθά να καθορίσει την καταβλητέα αποζημίωση για μείωση της αξίας του ακινήτου. Επιπλέον, τέτοια αναλογία του άρθρου 68 Ν. Ν.90/72 θα ήταν (αχρείαστα) μόνον ως προς τον καθορισμό της αποζημίωσης στη βάση της απόδειξης ουσιώδους μείωσης, όχι ως προς οποιαδήποτε άλλη διάταξη του Όγδοου Μέρους του Ν.90/72, περιλαμβανομένης της (μη αναφερθείσας οπουδήποτε) διαδικασίας και της προθεσμίας για πληρωμή αποζημίωσης από την πολεοδομική αρχή βάσει του άρθρου 67 Ν.90/72, ή των περιορισμών των επόμενων άρθρων. Η ειδοποίηση για λήψη συγκατάθεσης είναι με βάση το άρθρο 31 Κεφ.
  9. Σε περίπτωση μη συγκατάθεσης (άρα διαφωνίας), θα εφαρμόζονταν η διαδικασία του άρθρου 31 Κεφ.170, δηλαδή η υπόθεση θα παραπέμπονταν στον Έπαρχο που θα αποφάσιζε εάν μπορεί να δοθεί η δική του συγκατάθεση ή όχι, και θα καθόριζε εάν πρέπει η Εναγόμενη να καταβάλει αποζημίωση ή όχι, κατόπιν διαβούλευσής του με την πολεοδομική αρχή. Θα έπονταν η απόφαση της Εναγόμενης να επιβάλει τον περιορισμό με βάση τη συγκατάθεση του Έπαρχου ή όχι, ή να τον υλοποιήσει. Το άρθρο 31 Κεφ.170 δεν παραπέμπει το ίδιο στην πολεοδομική νομοθεσία. Εφόσον τέτοια διαδικασία και προθεσμία υποβολής απαίτησης για αποζημίωση δεν προβλέπονται στον νόμο που διέπει την αναγκαστική διέλευση γραμμών μεταφοράς ηλεκτρισμού (Κεφ.170) ή σε οποιονδήποτε κανονισμό που να έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του σχετικού νόμου· και εφόσον η συνταγματική επιταγή του άρθρου 23 § 3 Σ είναι, στην περίπτωση επιβολής περιορισμού στην ιδιοκτησία που προκαλεί ουσιώδη μείωση της αξίας του ακινήτου, να καταβάλλεται αποζημίωση, και δεν υπάρχει απόκλιση από αυτήν· και εφόσον η θέση είναι πως, ενώ επιβλήθηκε περιορισμός στην ιδιοκτησία της που προκαλεί ουσιώδη μείωση της αξίας του ακινήτου, δεν καταβλήθηκε αποζημίωση· και εφόσον υπάρχει προφανής διαφωνία ως προς το εάν θα πρέπει να καταβληθεί ή όχι αποζημίωση στην περίπτωση, η διαδικασία της αγωγής δεν μπορεί να θεωρηθεί είτε λανθασμένη είτε εκπρόθεσμη. 13.
  10. Παρεμπιπτόντως, όσον αφορά την αναφορά σε «απαίτηση αποζημίωσης», στη διαδικασία με βάση το άρθρο 67 Ν.90/72, λέχθηκε, επίσης, πως δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι υπάρχει και στο άρθρο 61 Ν.90/72 που αφορά αποζημίωση απορρέουσα από αναγκαστική απαλλοτρίωση, χωρίς να σημαίνει πως εκείνο το άρθρο καθιστά αναγκαία την υποβολή «απαίτησης για αποζημίωση» προς την απαλλοτριούσα αρχή, που, εάν δεν υποβληθεί, αναιρεί τη συνταγματική πρόνοια ή ειδικότερες νομοθετικές ρυθμίσεις περί υποχρέωσης καταβολής της. Το γεγονός ότι στην αναγκαστική δίοδο με βάση το άρθρο 31 Κεφ.170 δεν χρειάζεται προκαταβολή της αποζημίωσης, και η υποχρέωση είναι για καταβολή τέτοιας αποζημίωσης το ταχύτερο δυνατόν, δεν επιτρέπει μετάθεση της υποχρέωσης (που αφορά την καταβολή αποζημίωσης εάν υπάρχει ουσιώδης μείωση) στον επηρεαζόμενο ιδιοκτήτη, ως υποχρέωση δική του να υποβάλει απαίτηση, που εάν δεν υποβάλει, να αναιρεί τη συνταγματική υποχρέωση καταβολής της, ώστε, ακόμα κι αν υπάρχει ουσιώδης μείωση, να μην καταβάλλεται οποιαδήποτε αποζημίωση. 13.
  11. Ως προς το είδος του ένδικου μέσου, ακόμα κι αν εκλαμβάνονταν, με κάποια διαφορετική θεώρηση, πως, παρόλο που δεν υπάρχουν ειδικότεροι κανονισμοί, θα έπρεπε η προσφυγή στο Δικαστήριο να είναι με παραπομπή μαζί με έκθεση εκτίμησης, ως στους Κανονισμούς που διέπουν την απαλλοτρίωση ή την επίταξη ή άλλες διαδικασίες, και πάλι, το ζήτημα θα ήταν διαδικαστικό. Το Δικαστήριο δεν θα απέρριπτε την απαίτηση λόγω λανθασμένου ένδικου μέσου και δεν θα προέβαινε σε χειρισμό που, στο σύνολό του (λαμβανομένης υπόψη της ασάφειας του νομικού πλαισίου της απόκτησης αναγκαστικής διόδου, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν λήφθηκε οποιαδήποτε αποζημίωση, αλλά υπάρχει ουσιώδης επηρεασμός από τον περιορισμό, και δεν φαίνεται να τηρήθηκε σε άλλο επίπεδο μια δίκαιη ισορροπία), δεν θα απέκλειε ξεκάθαρα ενδεχόμενη παράβαση, μεμονωμένα ή σε συνεφαρμογή, του άρθρου 23 § 3 Σ, ακόμα και σε αυτό το στάδιο. 13.
  12. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το Δικαστήριο είχε θεωρήσει, στις αγωγές αυτού του είδους που τέθηκαν ενώπιον του, πως θα έπρεπε να εξετάσει στις απαιτήσεις επί της ουσίας τους, βάσει του ισχυρισμού για ουσιώδη μείωση της αξίας του ακινήτου λόγω της εφαρμογής του άρθρου 31 Κεφ.170 από την Εναγόμενη, που ενώ κατά τη θέση των εναγόντων υπάρχει, δεν καταβλήθηκε οποιαδήποτε αποζημίωση, και ότι δεν θεωρείται πως τίθεται θέμα είτε απώλειας κάποιας ανύπαρκτης προθεσμίας δανεικής από άλλο νομικό κεφάλαιο είτε παραγραφής. Έπειτα, ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει, όπως και το γεγονός μη αναζήτησης μετακίνησης της γραμμής μετά από την πάροδο της πενταετίας, εάν υφίσταται δυσανάλογη ταλαιπωρία ή παρεμποδίζεται αναγκαία ανάπτυξη του ακινήτου, ή οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά, θα μπορούσαν να υπολογιστούν στο πλαίσιο εξέτασης τυχόν αναγκαίας αποζημίωσης. Προωρότητα, όμως, με την έννοια της παράλειψης ακολούθησης υποχρεωτικής προβλεπόμενης διαδικασίας πριν από την αγωγή, δεν υφίσταται. Ούτε από μόνα τους τα δεδομένα υποδηλούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ήταν η προσέγγιση πως η προϋπόθεση της παρέμβασης του Δικαστηρίου για καθορισμό της αποζημίωσης μόνο σε περίπτωση ύπαρξης διαφωνίας πληρείται, εκ του γεγονότος ότι ουδέποτε υπήρξε συγκατάθεση και δεν προσφέρθηκε αποζημίωση για την υποχρεωτική εγκατάσταση της ηλεκτρικής γραμμής, και οι ενάγοντες θεωρούσαν πως υπάρχει ουσιώδης μείωση της αξίας των ακινήτων τους, συνεπεία της εγκατάστασης της γραμμής, για την οποία θα έπρεπε να προσφερθεί (για να συμφωνηθεί ή όχι) και να καταβληθεί αποζημίωση.
  13. Στη βάση της προαναφερόμενης προσέγγιση τους Δικαστηρίου, και της επακόλουθης εξέτασης της ουσίας των υποθέσεων των εναγόντων ιδιοκτητών, εκεί όπου είχε αποδειχθεί, με τη μαρτυρία τους, ουσιώδης επηρεασμός του δικαιώματός τους να κατέχουν και να χρησιμοποιούν το ακίνητο, λόγω της εγκατάστασης και διέλευσης της γραμμής, είχαν υπολογιστεί και επιδικαστεί αποζημιώσεις, με τη μέθοδο που εξηγήθηκε γιατί ήταν προτιμητέα, για να οδηγήσει σ' ένα δίκαιο αποτέλεσμα.
  14. Στην πρόσφατη Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Χατζηχριστοδούλου, Πολιτική Έφεση 333/2018, ημερομηνίας 05.07.2024, είχαν εξεταστεί κατ' έφεση όμοιες προδικαστικές ενστάσεις, μ' εκείνες που απασχόλησαν το Δικαστήριο αυτό σε άλλες υποθέσεις· όμοιες που απασχολούν και στην υπόθεση αυτή, του Ενάγοντος. 15.
  15. Στην εν λόγω υπόθεση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφασίσει πως, αν και δεν μπορεί να εξετάσει τέτοια αγωγή στη βάση της παράνομης επέμβασης και της οχληρίας, δεν είναι απορριπτέα η αγωγή, γιατί μπορεί να την εξετάσει στη βάση των ισχυρισμών των εναγουσών ότι περιορίζεται το δικαίωμά τους στην ιδιοκτησία τους, συνδεόμενο με την απαίτηση για καταβολή αποζημίωσης, δηλαδή στη βάση του άρθρου 23 Σ. Ήταν λόγοι έφεσης πως δεν ήταν ορθό που, ενώ το Πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε και άρθρο 68 Ν.90/72 και βασίστηκε σ' αυτό, να μην λάβει υπόψη του τον συσχετισμό του με το άρθρο 67 του ιδίου νόμου που καθορίζει τη διαδικασία διεκδίκησης αποζημίωσης, παραγνωρίζοντας, έτσι, ότι οι απαιτήσεις για μείωση αξίας επηρεαζόμενης περιουσίας διεκδικούνται μέσω άλλων διαδικασιών, κι αν τέτοιες διαδικασίες δεν τελεσφορήσουν ή προκύψει διαφορά και ασυμφωνία, τότε μόνον η διαφορά παραπέμπεται σε Δικαστήριο. Έπειτα, δεν ήταν ορθό που το Πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ως βάση του αγώγιμου δικαιώματος γενικά το άρθρο 23 Σ, έτσι, παραγνωρίζοντας τον Ν.90/
  16. Ενώ προϋποτίθετο η ύπαρξη διαφωνίας, τέτοια διαφωνία, όπως λέχθηκε στην Έφεση, δεν είχε προβληθεί, είτε στην έκθεση απαίτησης είτε στη μαρτυρία, ούτε προέκυπτε υποβολή αίτησης για αποζημίωση. 15.
  17. Ειδικότερα, το σκεπτικό του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ότι η Συμφωνία ημερομηνίας 31.01.2008 με βάση το άρθρο 43 § 1 Ν.90/72 δεσμεύει τα μέρη που την υπέγραψαν και μεταξύ άλλων ρυθμίζει την υποχρέωση της εναγόμενης για την καταβολή αποζημίωσης που θα καθοριστεί με βάση το άρθρο 68 του ιδίου νόμου. Το άρθρο 23 Σ παρέχει δικαίωμα αποζημίωσης στις ενάγουσες. Ο Ν.90/72 καθορίζει πως και πότε ασκείται το δικαίωμα αυτό. Είχε παρατεθεί το άρθρο 68 και το άρθρο 67, αλλά το Δικαστήριο διαφώνησε με τη θέση ότι οι ενάγουσες εμποδίζονταν να προσφύγουν στο Δικαστήριο, λόγω των προθεσμιών που τάσσονται στο άρθρο 67, αλλά και γιατί δεν υπέβαλαν τη νενομισμένη ειδοποίηση απαίτησης. Υπογράμμισε, στο κείμενο του άρθρου 67 τη φράση «εντός προθεσμίας έξι μηνών, αρχομένης κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης της πολεοδομικής αποφάσεως στην οποίαν αναφέρεται» και παρέθεσε την έννοια της «πολεοδομικής απόφασης» με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου νόμου (ως η απόφαση που έχει ληφθεί προς χορήγηση ή άρνηση χορήγησης αδείας για ανάπτυξη δυνάμει του Πέμπτου Μέρους ή προς χορήγηση αδείας για ανάπτυξη υπό όρους ή άνευ όρων, που περιλαμβάνει και απόφαση που έχει ληφθεί προς χορήγηση προσωρινής πολεοδομικής αδείας ή προς καθορισμό ή προς επίδοση ειδοποιήσεως δυνάμει του άρθρου 28), λέγοντας πως οι ενάγουσες δεν είχαν να κάνουν κάτι σε σχέση με πολεοδομική άδεια ΠΑΦ/0407/2004 και την πολεοδομική έγκριση ΠΑΦ/0407/2004/Α για την εγκατάσταση της εναέριας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία αναφέρεται στην Συμφωνία ημερομηνίας 31.01.2008 δυνάμει του άρθρου 43 § 1 Ν.90/
  18. Η έκδοση της ΠΑΦ/0407/2004 ήταν ένα εσωτερικό θέμα της εναγόμενης χωρίς οποιαδήποτε δημοσιοποίηση ή κοινοποίηση της προς τις ενάγουσες. Η διέλευση των γραμμών φαίνεται ότι αποτέλεσε μια σύνθετη ενέργεια, εφόσον προϋπόθεση ήταν η έκδοση πολεοδομικής άδειας, η έγκριση διαφόρων κυβερνητικών τμημάτων, η έγκριση επηρεαζόμενων ιδιοκτητών και σε περίπτωση άρνησης τους, έγκριση του αρμόδιου Έπαρχου. Όλες οι πιο πάνω ενδιάμεσες πράξεις και ενέργειες, όπως λέχθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, έχουν χαρακτήρα προπαρασκευαστικό της τελικής όδευσης η οποία οριστικοποιείται μόνο με την απόφαση της Αρχής η οποία κοινοποιείται στους επηρεαζόμενους ιδιοκτήτες, εφόσον θίγει άμεσα και οριστικά πλέον τα ιδιοκτησιακά συμφέροντά τους. Ενόψει όλων των πιο πάνω, είχε αποφασιστεί, από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, πως δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 67, που αναφέρεται σε πολεοδομική απόφαση και πως ορθά οι ενάγουσες στράφηκαν εναντίον της εναγόμενης για την καταβολή αποζημιώσεων με την καταχώρηση αγωγής εναντίον της. 15.
  19. Το σκεπτικό του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ήταν ουσιωδώς διαφορετικό από εκείνο που είναι εκφραστεί και από το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση, στις αντίστοιχες υποθέσεις, στη βάση των ίδιων γεγονότων, περιλαμβανομένων των ίδιων ακριβώς πολεοδομικών πράξεων και της Συμφωνίας 31.01.
  20. 15.
  21. Το Εφετείο, όμως, στην υπό αναφορά απόφασή του, διαφώνησε με αυτό το σκεπτικό, λέγοντας πως, εφόσον η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε είχε κοινοποιηθεί δεόντως στις ενάγουσες, και έλαβαν γνώση των διαδικασιών που αφορούσαν το ακίνητό τους, αλλά και των δικαιωμάτων τους, μπορούσαν να ασκήσουν προσφυγή. Η Συμφωνία ημερομηνίας 30.01.2008 μεταξύ της εναγόμενης και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως όπως τυχόν αποζημίωση δυσμενώς επηρεαζόμενου ιδιοκτήτη, με βάση το άρθρο 68 του νόμου, καταβληθεί από την εναγόμενη, φανερώνει, κατά το Εφετείο, και την εφαρμογή του άρθρου 67 του νόμου, εφόσον οι διαδικασίες που προβλέπονται απευθύνονται στην Πολεοδομική Αρχή. Κατά λογική συνέπεια, λέχθηκε, τίθεται η ανάληψη υποχρέωσης από μέρους της εναγόμενης να καταβάλει τυχόν τέτοια αποζημίωση. Δεν θα υπήρχε λόγος για τέτοια συμφωνία, αν η πρόθεση ήταν ο δυσμενώς επηρεαζόμενος ιδιοκτήτης να στρέφεται με αγωγή απευθείας εναντίον της εναγόμενης. Άλλωστε, όπως επίσης λέχθηκε, η εφαρμογή του άρθρου 67 προκύπτει να είναι σαφής με βάση το ρητό λεκτικό της νομοθετικής πρόνοιας, ενώ, σε πρακτικό επίπεδο, η μη τήρηση των προνοιών του αντικατοπτρίζεται, στην προκειμένη περίπτωση, από την παντελή απουσία απαίτησης για αποζημίωση και την απουσία άρνησης για αποζημίωση ή διαφωνίας επί του ποσού της αποζημίωσης, ώστε οι ενάγουσες να αναγκάζονταν να κινηθούν δικαστικά, αναζητώντας τα δικαιώματά τους. Το Εφετείο επεκτάθηκε και ανέφερε πως το άρθρο 23 § 3 Σ δεν εξαντλεί το θέμα, αποτελώντας βάση αγωγής, ως τέθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως το ίδιο το Πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε, είναι ο Ν. 90/72 που καθορίζει πως και πότε ασκείται το δικαίωμα αποζημίωσης το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 23 § 3 Σ. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε, θα ήταν «παράδοξη» η αντίθετη θεώρηση, αφού θα καθιστούσε χωρίς νόημα τις όποιες νομοθετικές διατάξεις, όπως τις επί του προκειμένου ή, επί παραδείγματι, εκείνες σε σχέση με απαλλοτριώσεις. Περαιτέρω όπως αναφέρθηκε, είναι στη βάση του άρθρου 68 του νόμου που υπολογίστηκαν και αποδόθηκαν οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Δεν θα μπορούσε να τύγχανε εφαρμογής το άρθρο 68 χωρίς εφαρμογή του άρθρου
  22. Σημειωτέον, λέχθηκε, ότι και στο άρθρο 68, η πρόνοια αφορά ουσιώδη μείωση της οικονομικής αξίας ιδιοκτησίας η οποία επηρεάζεται από πολεοδομική απόφαση και για την οποία υποβάλλεται απαίτηση, που και πάλι φανερώνει την αναγκαιότητα υποβολής απαίτησης αλλά και ύπαρξης πολεοδομικής απόφασης, παραπέμποντας στις πρόνοιες του άρθρου
  23. Δεν αναφέρθηκε η νομολογία από την οποία υπήρξε διαφοροποίηση. 15.
  24. Θεωρώντας, το Εφετείο, πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε, ως προς την απόφασή του ότι δεν εφαρμόζονταν το άρθρο 67, και ότι, με δεδομένη την απουσία ισχυρισμού και μαρτυρίας για την υποβολή απαίτησης για αποζημίωση και τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας από τις ενάγουσες, ώστε να καθίστατο αναγκαία η προσφυγή σε Δικαστήριο για καθορισμό αποζημίωσης, αλλά και άρνησης ή διαφωνίας για αποζημίωση, οι ενάγουσες εκεί δεν είχαν αγώγιμο δικαίωμα και η αγωγή τους ήταν πρόωρη και χωρίς έρεισμα. Με την επιτυχία των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με οποιαδήποτε άλλα ζητήματα, και παραμέρισε την Πρωτόδικη Απόφαση. Όπως είναι κατανοητό, απορρίπτοντας και την αγωγή των εναγουσών και καταδικάζοντάς τες και στα έξοδα της διαδικασίας στο Πρωτόδικο Δικαστήριο.
  25. H απόφαση στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Χατζηχριστοδούλου (ανωτέρω) είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο, ασχέτως της όποιας δικής του νομικής προσέγγισης είχε προηγηθεί πριν από την έκδοσή της.
  26. Είναι τα ίδια γεγονότα που απασχόλησαν την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Χατζηχριστοδούλου (ανωτέρω), αλλά κι οι ίδιες πολεοδομικές πράξεις με αυτές των Τ12 και Τ13, κι η ίδια Συμφωνία ημερομηνίας 31.01.2008 με αυτήν του Τ
  27. Και σ' αυτή την υπόθεση, ο Ενάγων, αναμφίβολα, έλαβε γνώση της διαδικασίας που ακολουθείτο σε σχέση με το ακίνητό του, αρχικά μέσω της επιστολής της Εναγόμενης ημερομηνίας 04.11.2008 (Τ3). Ενώ διαφώνησε με την εγκατάσταση (Τ7), δεν προσέφυγε εναντίον της νομιμότητάς της, περιλαμβανομένης της νομιμότητας της παράλειψης προσφοράς αποζημίωσης, ούτε όταν η ένστασή του απαντήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 04.12.2008 (Τ8), δια της οποίας, επίσης, υπήρχε ενημέρωση για τη δυνατότητα υποβολής απαίτησης αποζημίωσης με βάση το άρθρο 68 Ν.90/
  28. Η Εναγόμενη ενημέρωσε τον Ενάγοντα για την αναγκαστική επιβολή (Τ6) όπου, και πάλι, ο Ενάγων δεν άσκησε κάποια προσφυγή ή άλλη διαδικασία.
  29. Κατά την εφετειακή απόφαση, θα έπρεπε και εδώ, ο Ενάγων, ν' ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 67, υποβάλλοντας απαίτηση για αποζημίωση, κατ' εφαρμογή της εν λόγω νομοθετικής διάταξης. Η απαντητική επιστολή της Εναγόμενης ημερομηνίας 03.10.2011 (Τ9), κατά τον χρόνο εγκατάστασης της γραμμής, που προσκομίστηκε, δια της οποίας προκύπτει πως η Εναγόμενη είχε διαφωνήσει με τις θέσεις του Ενάγοντος σχετικά με την ύπαρξη ζημιάς, αποφασίζοντας να συνεχίσει τις εργασίες εγκατάστασης, δεν αναφέρεται ούτε μαρτυρείται ως μέρος της διαδικασίας του άρθρου 67, που να δικαιολογεί απόκλιση από την Εφετειακή απόφαση, ενώ, σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει, βάσει αυτής της απαντητικής επιστολής, πως υπήρξε διαφωνία, κι ότι το ίδιο μπορεί να ενεργήσει ως Δικαστήριο με βάση το άρθρο 67, εκτός των λοιπών προϋποθέσεων εφαρμογής της νομοθετικής διάταξης, περιλαμβανομένων των χρονικών περιορισμών.
  30. Δεν μπορεί, επίσης, να ενεργήσει μόνο με βάση το άρθρο 23 Σ, για να εξετάσει την ουσία της απαίτησης του Ενάγοντος, εφόσον ήταν η απόφαση του Εφετείου πως το άρθρο 23 Σ δεν εξαντλεί το θέμα, κι ότι δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή βάση διεκδίκησης αποζημίωσης, χωρίς (τον) σχετικό εκτελεστικό νόμο, που, για τα δεδομένα της υπόθεσης, θεωρήθηκε πως αυτός καθορίστηκε δεόντως, με τις ενέργειες της Εναγόμενης και της πολεοδομικής αρχής, να είναι, και ήταν, ο Ν.90/72, ακόμα κι αν το άρθρο 31 Κεφ.170 δεν παραπέμπει στον πολεοδομικό νόμο.
  31. Δεσμευόμενο από τη συγκεκριμένη Εφετειακή απόφαση, το Δικαστήριο, θα πρέπει να θεωρήσει, και εδώ, πως ο Ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης, κι ότι η αγωγή του δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα, βάσει των προδικαστικών ενστάσεων που η Εναγόμενη έχει προβάλει και που προώθησε μέχρι τέλους.
  32. Με δεδομένη την επιτυχία των προδικαστικών ενστάσεων της Εναγόμενης, υπό τις περιστάσεις, δεν προκύπτει ως αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέσει και να αξιολογήσει τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΥ1, που σχετίζεται με τη ζημιά, και να υπολογίσει αποζημιώσεις. Κατάληξη
  33. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η αγωγή του Ενάγοντος εναντίον της Εναγόμενης δεν μπορεί να επιτύχει και γι' αυτό απορρίπτεται.
  34. Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνεται υπόψη το αποτέλεσμα της αγωγής του Ενάγοντος που ακολουθήθηκε και στην Εφετειακή απόφαση, χωρίς απόκλιση. Λαμβάνεται υπόψη ότι το αποτέλεσμα αυτό είναι εκ της ανατροπής στη νομική προσέγγιση που επέφερε το Εφετείο, μετά από την εκδίκαση της υπόθεσης, χωρίς, μέχρι τότε, να υπήρχε γνωστό κι ασφαλές δίκαιο για τον Ενάγοντα· λόγος για τον οποίο είχαν προηγηθεί διαφορετικές δικαστικές αποφάσεις, από Δικαστήρια της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας. Λαμβάνεται υπόψη και το γεγονός πως τα ζητήματα αυτά αφέθηκαν να εκδικαστούν τελικά μαζί με την αγωγή, ώστε η αγωγή να έχει επιβαρυνθεί με τα έξοδα όλης της διαδικασίας, περιλαμβανομένης της παρουσίασης της μαρτυρίας. Οι παράγοντες αυτοί, όμως, δεν δικαιολογούν απόκλιση των εξόδων απ' το αποτέλεσμα της αγωγής και από τον κανόνα πως τα έξοδα μιας διαδικασίας επιβαρύνεται ο διάδικος που δεν επιτυγχάνει σ' αυτήν. Η ανασφάλεια του δικαίου δεν είχε επενεργήσει σ' άλλες αποφάσεις, επί του ιδίου αντικειμένου, προς όφελος του μη επιτυχόντος διαδίκου. Υπήρχαν διαδικαστικές επιλογές, σε κάθε περίπτωση, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τουλάχιστον στον περιορισμό των εξόδων της διαδικασίας, προς όφελος και των δύο πλευρών. Τα έξοδα μπορούν να συμφωνηθούν μεταξύ των δύο πλευρών, ασχέτως της κατάληξης του Δικαστηρίου. Αυτή είναι πως τα έξοδα θα πρέπει να επιδικαστούν προς όφελος της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντος. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντος, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Mallouros v. The Electricity Authority of Cyprus

(1974)3 C.L.R. 220, Ramadan v. Electricity Authority of Cyprus, 1 R.S.C.C. 49. [2] Για την οποία παρέπεμψε στις Colquhoun v Brooks
(1889)14 A.C. 493, p. 504), Curtis v Stovin
(1889)22 Q.B.D. 513, p. 518, Swan v Pure Ice Co.
(1935)2 KB 265, pp. 274,
  1. [3] Βλ. και Newcastle-under-Lyme Corporation v. Woolstanton Ltd [1947] Ch.
  2. [4] Συμεού ν. ΑΗΚ, Υπόθεση 18/2000, ημερομηνίας 08.06.2001, Ιωαννίδης ν. ΑΗΚ
(2007)3 ΑΑΔ 233, Ζάκου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Υπόθεση 1419/06, ημερομηνίας 19.12.2008. [5] Βλ. και West Midlands Joint Electricity Authority v Pitt
(1932)All ER Rep 861. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.