Έλενα Ταπακούδη ν. Μιχαήλ Ταπακούδη κ.α., Αρ. Απαίτησης : 24/2024, 30/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Απαίτησης (Μέρος 8): 24/2024 I-Justice Μεταξύ: Έλενα Ταπακούδη, Α.Δ.Τ. χχχ, χχχ, Πάφος Ενάγουσας και
- Μιχαήλ Ταπακούδη, Α.Δ.Τ. χχχ), Διαχειριστής της περιουσίας της Αποβιωσάσης Αντωνίας Θεοδούλου Ταπακούδη, Α.Δ.Τ. χχχ, τέως από την Πάφο στην Αίτηση Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε.Δ. Πάφου ημερ. 05.04.12, χχχ, Πάφος
- Αλέξανδρου Ταπακούδη, Α.Δ.Τ. χχχ, xxx, Πάφος
- Χριστίνας Ταπακούδη, Α.Δ.Τ. χχχ, χχχ, Πάφος Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 22.02.24 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων Ημερομηνία: 30.09.24 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Α. Κορακίδου για Aristi Korakidou-Makridou L.L.C. Για Ενάγοντες 1-3/Καθ' ων η αίτηση 1-3: κα Ε. Αντωνίου μαζί με κα Χ. Αργυρού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.02.11 απεβίωσε στην Πάφο η «Αντωνία Θεοδούλου Ταπακούδη» (στο εξής η 'αποβιώσασα'), η οποία είχε τη μόνιμη κατοικία της στην Επαρχία Πάφου. Κατά το χρόνο θανάτου της δεν υπήρχε διαθήκη. Νόμιμοι κληρονόμοι της περιουσίας της αποβιώσασας είναι ο σύζυγος της (Καθ' ου η αίτηση 1) και τα τρία τέκνα της (Αιτήτρια και Καθ' ων η αίτηση 1 & 2). Με σχετική αίτηση στον Πρωτοκολλητή Διαχείρισης Κληρονομιών του Ε.Δ. Πάφου ζητήθηκε η χορήγηση εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας στον Καθ' ου η αίτηση 1 (Διαχειριστής/Προσωπικός Αντιπρόσωπος). Με δεδομένο ότι στην πιο πάνω αίτηση δεν καταχωρήθηκε ένσταση από οποιονδήποτε και αφού λήφθηκε υπόψη ότι η αποβιώσασα είχε τη μόνιμη κατοικία της στην Επαρχία Πάφου κατά το χρόνο του θανάτου της και κατ' επέκταση στη δικαιοδοσία του Ε.Δ. Πάφου, στις 05.04.12 ο Πρωτοκολλητής, δυνάμει των σχετικών προνοιών του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ.189), προχώρησε στην έκδοση παραχωρητηρίου εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας στον Καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος διορίστηκε διαχειριστής στην Αίτηση Διαχείρισης αρ. 76/2012 δίδοντας τις απαιτούμενες ένορκες εγγυήσεις μαζί με την Αιτήτρια. Η διαφωνία της Αιτήτριας με τον τρόπο που ο Καθ' ου η αίτηση χειρίζεται θέματα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων της αποβιώσασας οδήγησε στην έγερση της παρούσας υπόθεσης. Η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε στις 22.02.24 με βάση τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας
- Συγκεκριμένα υπεβλήθηκε Έντυπο Απαίτησης δυνάμει του Μέρους 8 από την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια στρέφεται εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 1 υπό την ιδιότητα του διαχειριστή/προσωπικού αντιπροσώπου της περιουσίας της αποβιώσασας αλλά και των Καθ' ων η αίτηση 2 & 3 ως νόμιμοι κληρονόμοι που είναι. Μέσα από την κυρίως υπόθεση αυτή η Αιτήτρια επιδιώκει την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων, το λεκτικό των οποίων παρέχω αυτούσιο: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την αντικατάσταση του Μιχαήλ Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ], Διαχειριστή στην Αίτηση Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε. Δ. Πάφου, με άτομο ικανό να επιτελέσει το ρόλο του Διαχειριστή στην ειρημένη Διαχείριση. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον το διορισμό της Έλενας Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ], ως επιπρόσθετου Διαχειριστή με τον νυν Διαχειριστή Μιχαήλ Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ] στην Αίτηση Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε. Δ. Πάφου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον νυν Διαχειριστή στην Αίτηση Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε. Δ Πάφου Μιχαήλ Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ], να παράσχει λογαριασμούς διαχείρισης στον Πρωτοκολλητή του Ε. Δ. Πάφου στον φάκελο της Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε. Δ Πάφου εντός 3 μηνών από την έκδοση του Διατάγματος με χρονολογική σειρά της διαχείρισης που έκανε από το διορισμό του μέχρι σήμερα με αποδεικτικά στοιχεία τι χρήματα εισέπραξε, από ποια αιτία, πότε, σε ποιους λογαριασμούς τα κατέθεσε, τι ενοίκια εμβάζονται ή κατατίθενται στους κοινούς λογαριασμούς από κάθε συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία, σε ποιον πληρώθηκαν ενοίκια, πού κατατετέθη η προκαταβολή από το πωλητήριο ημερ, 27.11.2Ο23, τι πληρώθηκε από τους λογαριασμούς που έχουν σχέση με τη Διαχείριση, πότε, σε ποιον, τι αφορούν οι εγγραφές στους λογαριασμούς που δεν έχουν συγκεκριμένη ένδειξη αναφοράς, πόσα δαπανήθηκαν από την περιουσία της Αποβιώσασας Αντωνίας Θεοδούλου Ταπακούδη, ΑΔΤ 509483, για την ανέγερση της οικίας του Αλέξανδρου Ταπακούδη, για την αγορά των αυτοκινήτων του, ποιοι λογαριασμοί ανοίχθηκαν και έχουν σχέση με τη Διαχείριση. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Μιχαήλ Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ], Διαχειριστή στην Αίτηση Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε. Δ. Πάφου, να υποβάλει στον Πρωτοκολλητή του Ε. Δ. Πάφου στον φάκελο της Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε. Δ. Πάφου εντός ενός μηνός από την επίδοση του Διατάγματος πλήρη Απογραφή της περιουσίας της Αποβιώσασας Αντωνίας Θεοδούλου Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ]. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον Μιχαήλ Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ], Διαχειριστή στην Αίτηση Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε. Δ. Πάφο, και σε οιοδήποτε αντιπρόσωπο του, να αφαιρούν, μεταφέρουν, αποσύρουν χρήματα από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς επ' ονόματι των κληρονόμων ποσά εκτός από τα ποσά που κατατίθενται ως η σύνταξη του Μιχαήλ Ταπακούδη στον λογαριασμό αρ. [ ] στην Τράπεζα Κύπρου, εκτός μετά τη γραπτή συγκατάθεση της Αιτήτριας, μέχρι το διορισμό νέου Διαχειριστή ή τον διορισμό επιπρόσθετου Διαχειριστή. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον Μιχαήλ Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ], Διαχειριστή στην Αίτηση Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε. Δ. Πάφου, και σε οιοδήποτε αντιπρόσωπο του, να προβούν σε περαιτέρω πωλήσεις, μεταβιβάσεις, αποξενώσεις, επιβαρύνσεις, δωρεές της περιουσίας της Αποβιώσασας Αντωνίας Θεοδούλου Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ], εκτός μετά τη γραπτή συγκατάθεση της Αιτήτριας, μέχρι το διορισμό νέου Διαχειριστή ή τον διορισμό επιπρόσθετου Διαχειριστή. Η. Διάτάγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Μιχαήλ Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ], Διαχειριστή στην Αίτηση Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε. Δ. Πάφου, και οιοδήποτε αντιπρόσωπο του, να απέχουν από ενέργειες που αφορούν την ειρημένη Διαχείριση εκτός μετά από γραπτή συγκατάθεση της Έλενας Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ], και/ή Διάταγμα Δικαστηρίου, μέχρι το διορισμό νέου Διαχειριστή ή τον διορισμό επιπρόσθετου Διαχειριστή. Θ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Ι. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης από την περιουσία.» Ακολούθως καταχωρίστηκε Έντυπο Ένσταση δυνάμει του Μέρους 8 από μέρους των Καθ' ων η αίτηση 1, 2 &
- Την ίδια ημέρα που καταχωρίστηκε η παρούσα υπόθεση, η Αιτήτρια προώθησε μονομερώς ενδιάμεση αίτηση στην οποίαν ζήτησε και πέτυχε την έκδοση των πιο κάτω προσωρινών διαταγμάτων, το λεκτικό των οποίων καταγράφω αυτούσιο: «B. Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο απαγορεύει στον Διαχειριστή Μιχαήλ Ταπακούδη, ΑΔΤ 104517, στην Αίτηση Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε. Δ. Πάφου και οιοδήποτε αντιπρόσωπο του, να προβούν σε περαιτέρω πωλήσεις, μεταβιβάσεις, επιβαρύνσεις, αποξενώσεις, δωρεές, ενοικιάσεις και διαθέσεις της κινητής και ακίνητης περιουσίας της περιουσίας της Αποβιώσασας Αντωνίας Θεοδούλου Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ] με εξαίρεση η απαγόρευση να μην αφορά την εγγραφή 1/76 στο Δήμο Λεμεσού, Άγιος Γεώργιος, Φύλλο Σχέδιο (Φ/Σχ) [ ], Τεμάχιο [ ] μέχρι την εκδίκαση της άνω Γενικής Αίτησης και/ή μέχρι νεοτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο απαγορεύει στον Διαχειριστή Μιχαήλ Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ], στην Αίτηση Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε. Δ. Πάφου και οιοδήποτε αντιπρόσωπο του, να αφαιρούν από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς επ' ονόματι των κληρονόμων ποσά εκτός από τα ποσά που κατατίθενται ως η σύνταξη του Μιχαήλ Ταπακούδη στον λογαριασμό αρ. [ ] στην Τράπεζα Κύπρου μέχρι την εκδίκαση της άνω Γενικής Αίτησης και/ή μέχρι νεοτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο διατάσσει τον Διαχειριστή Μιχαήλ Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ], στην Αίτηση Διαχείρισης αρ. 76/2012 Ε. Δ. Πάφου, όπως αποκαλύψει ενόρκως και προσκομίσει στην Αιτήτρια όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους διαχειρίζεται και στους οποίους έχουν κατατεθεί χρήματα προερχόμενα από την περιουσία της Αποβιώσασας Αντωνίας Θεοδούλου Ταπακούδη, ΑΔΤ [ ], εντός 7 ημερών από της εκδόσεως του Διατάγματος.» Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ' άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5 & 9 του Κεφ.6, τα Μέρη 23 & 25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, τα άρθρα 52 & 53 του Κεφ.189, κανονισμοί 30-33 του περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού 1955, διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογούν τη συνέχιση της ισχύος των εκδομένων ενδιάμεσων διαταγμάτων, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη της. Στην ένορκη δήλωση η Αιτήτρια αναφέρει τους λόγους που σύμφωνα με την ίδιαν πληρούν τις προϋποθέσεις για τη συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Επικαλείται γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και τα οποία η ίδια θεωρεί ότι δικαιολογούν τους ισχυρισμούς της περί διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της αποβιωσάσης παράνομα, αλόγιστα, ζημιογόνα για την περιουσία και κατά παράβαση των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας. Το σύνολο των γεγονότων που προβάλλονται προδιαγράφουν την εκδοχή της Αιτήτριας. Οι Καθ' ων η αίτηση 1, 2 & 3 αντέδρασαν στις 27.03.24 με την καταχώρηση εντύπου ένστασης στην υπό κρίση αίτηση επί 29 λόγων. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ' αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της συνέχισης ισχύος των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η νομική βάση της ένστασης των Εναγομένων είναι παρόμοια μ' αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπλέον αναφορά στη Δ.48 Θ1-Θ.8 και στις αρχές επιείκειας. Η ένσταση συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση (συνολικής έκτασης 23 σελίδες) του Καθ' ου η αίτηση 1 καθώς επίσης από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση
- Στις ένορκες δηλώσεις επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη των Καθ' ων η αίτηση τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν ακύρωση των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Παράλληλα περιγράφεται ο τρόπος διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της αποβιώσασας από τον Καθ' ου η αίτηση 1 και ο χειρισμός θεμάτων που αφορούν τη διαδικασία διαχείρισης. Παράλληλα προβάλλονται γεγονότα που παραπέμπουν στην παρούσα υπόθεση από την γωνία αντίληψης των Καθ' ων η αίτηση, στη βάση των οποίων θεωρούν ότι η διαδικασία διεξάγεται ορθά, νόμιμα και προς το συμφέρον των νόμιμων κληρονόμων. Τα επικαλούμενα γεγονότα σκιαγραφούν την εκδοχή των Καθ' ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση. Ακολούθως αμφότερες πλευρές καταχώρησαν πολυσέλιδες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (20 σελίδες για την Αιτήτρια και 17 σελίδες για τους Καθ' ων η αίτηση). Ομνύοντες ήταν πάλι η Αιτήτρια και ο Καθ' ου η αίτηση
- Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων αίτησης και ένστασης. Γι' αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω εκείνα που αναφέρονται σ' αυτές. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα από το περιεχόμενο τους. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Ωστόσο δεν μπορεί να παραμείνει ασχολίαστο το γεγονός ότι η πλευρά της Αιτήτριας δεν συμμορφώθηκε με τον Κανονισμό 23.11
(4), ο οποίος τονίζει με σαφήνεια ότι «Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, οι γραπτές αγορεύσεις των διαδίκων δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 25 σελίδες .» Σε αντίθεση με την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση που η γραπτή αγόρευση τους είναι 23 σελίδες, η γραπτή νομική επιχειρηματολογία της Αιτήτριας ανέρχεται συνολικά σε 42 σελίδες. Σίγουρα η έκταση του εγγράφου μπορούσε να ήταν εντός του ορίου που θέτει ο πιο πάνω κανονισμός και συνάμα το περιεχόμενο του να ήταν περιεκτικό. Η παραβίαση του κανονισμού θα ληφθεί υπόψη. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου με το παράπονο των Καθ' ων η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Πρόκειται για μέρος του 2ου λόγου ένστασης και για τον 13ο λόγο ένστασης. Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους η εν λόγω τοποθέτηση τους συνιστά συμπέρασμα και όχι λόγο ένστασης με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, ο λόγος ένστασης αυτός δεν έχει έρεισμα. Οι Καθ' ων η αίτηση ακόμη επικαλούνται ότι η νομική βάση της παρούσας αίτησης δεν είναι ορθή αλλά ελαττωματική, ότι πάσχει, ότι στερείται δικαιοδοτικού υποβάθρου και ότι είναι αντίθετη με τη σχετική νομοθεσία και τους συναφείς κανονισμούς. Τα σημεία αυτά έχουν κοινό πυρήνα και περιλαμβάνονται στο υπόλοιπο μέρος του 2ου λόγου ένστασης, σε μέρος του 3ου λόγου ένστασης, στον 4ο και 14ο λόγους ένστασης. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση δεν πραγματεύεται θέμα ελαττωματικότητας της νομικής βάσης, ούτε εξηγεί που αυτή υστερεί, ούτε πως και με ποιες συγκεκριμένες πρόνοιες της νομοθεσίας και/ή κανονισμούς συγκρούεται. Ο δε υπαινιγμός των Καθ' ων η αίτηση ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της αίτησης επειδή εκλείπει το δικαιοδοτικό υπόβαθρο από τη νομική βάση ουδέποτε αναλύθηκε. Αυτά είναι δεδομένα που καταδεικνύουν πρόθεση των Καθ' ων η αίτηση να μην προωθήσουν τη συγκεκριμένη θέση τους, η οποία έκδηλα έχει εγκαταλειφθεί. Εφόσον στερείται θεμελίωσης, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται. Τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω ισχύουν και για τον 8ο λόγο ένστασης. Η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν εφάρμοσε ορθά τους νέους θεσμούς πολιτικής δικονομίας επειδή προτού καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση δεν τους απέστειλε επιστολή με την οποίαν να εκφράζει τη διαφωνία της με τον τρόπο που διεξάγεται η διαχείριση και ότι ενδέχεται να προβεί σε διαδικασίες, δεν έχει προωθηθεί. Η ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 1 δεν αγγίζει το θέμα αυτό ενώ κανένας νομικός σχολιασμός γίνεται στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο Κανονισμός 3.11.
(1)(α) των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 υποδεικνύει ότι όταν η απαίτηση εγείρεται κάτω από επείγουσες συνθήκες δεν απαιτείται συμμόρφωση με τις πρόνοιες των προδικαστηριακών πρωτοκόλλων. Εδώ η Αιτήτρια θεώρησε, ορθά ή εσφαλμένα δεν έχει σημασία, ότι η απαίτηση που επιθυμεί να εγείρει εμπίπτει στις επείγουσες περιπτώσεις όπου για προφανή λόγο δεν χρειάζεται να επιδείξει προδικαστηριακή συμπεριφορά. Εξ' ου και την ίδια ημέρα προχώρησε στην καταχώρηση μονομερούς αίτησης επικαλούμενη ότι χαρακτηρίζεται από το στοιχείο του «κατεπείγοντος». Με γνώμονα αυτά τα δεδομένα η εν λόγω θέση των Καθ' ων η αίτηση στερείται βάσης και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ένα άλλο ζήτημα που οι Καθ' ων η αίτηση εγείρουν μέσα από την ένσταση τους είναι το «κατεπείγον». Με τον 29ο λόγο ένστασης τους οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει το στοιχείο του «κατεπείγοντος». Οι Καθ' ων η αίτηση συνδέουν την απουσία «κατεπείγοντος» με τον χρόνο των 12 ετών που παρήλθε από τότε που ο Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Πάφου προχώρησε στην έκδοση παραχωρητηρίου εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας στον Καθ' ου η αίτηση 1 μέχρι το χρονικό σημείο που η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι μονομερώς εκδόθηκαν, με κάποιες τροποποιήσεις, τα αιτούμενα ενδιάμεσα διατάγματα υπό τα σημεία (Β) - (Δ) από το σώμα της αίτησης. Αυτό είναι το κομμάτι που ελέγχεται κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η συνέχιση της ισχύς των ενδιάμεσων διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς. Παράλληλα τονίζω ότι το σημείο (Α) της αίτησης έχει εγκαταλειφθεί. Εφόσον στην παρούσα υπόθεση ισχύουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας 2023, η υπό κρίση αίτηση διέπεται από το Μέρος 23. Με βάση τον Κανονισμό 23.6
(1)μια αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που καταγράφονται. Από το περιεχόμενο της η υπό εξέταση αίτηση προωθείται μονομερώς επειδή θεωρείται κατ' επείγουσας φύσεως. Το λεκτικό του Κανονισμού 6 του Μέρους 23 των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία δεν αναιρεί και την πλούσια νομολογία επί του θέματος που έχει δημιουργηθεί στη βάση του παλαιού δικονομικού καθεστώτος. Το στοιχείο του «κατεπείγοντος» αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο για την παροχή θεραπείας μονομερώς. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο που κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτηση, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει. Μπορεί να λεχθεί ότι μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του καθ' ου η αίτηση. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης που είναι να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κούππα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ Πολιτική Έφεση Αρ. 351/2011 ημερ. 17.07.14, το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ' όλης της ύλης. Υπάρχει βέβαια μέσα από την ίδια υπόθεση και η διατυπωθείσα άποψη ότι από τη στιγμή που ένα διάταγμα επιδίδεται και η πλευρά του εναγομένου ακούγεται εφ' όλης της ύλης, τότε μόνο αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε απόκρυψη ή μη αποκάλυψη στοιχείων ή άλλος σοβαρός παράγοντας που οδήγησε σε παραπλάνηση το Δικαστήριο στο να αναλάβει δικαιοδοσία, μπορεί να τεθεί θέμα «κατεπείγοντος». Στην προκειμένη περίπτωση τόσο το στοιχείο «κατεπείγοντος» όσο και το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό «απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων» εγείρονται ως ξεχωριστοί λόγοι με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται χωρίς ενδοιασμό το σκεπτικό στην υπόθεση Κούππα (πιο πάνω). Στην υπόθεση Αίτηση C.M.K. Metal Constraction Limited και άλλος Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 07.11.18 λέχθηκε ότι η απόδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά αποτελεί σοβαρή εκτροπή από θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. Γι' αυτό η εφαρμογή της θεραπείας αυτής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις μόνο που στοιχειοθετείται κατεπείγουσα ανάγκη. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' επανάληψη τόνισε την ανάγκη όπως η μονομερής δικαιοδοσία του δικαστηρίου αναλαμβάνεται με φειδώ. Για να εκδοθεί ένα διάταγμα μονομερώς τα πράγματα πρέπει να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή παρά να εκδώσει το διάταγμα (Έλενα Κυριάκου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1332 και Βαλεντίνα Θεοφάνους
(2010)1Α Α.Α.Δ. 234). Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598 στη σελ. 604, κατ' ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αναφέρεται πως: "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 - 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD - (Αίτηση Αρ. 143/96 - 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6." Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2015 ημερομηνίας 13.01.16 υποδείχτηκε ότι το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Η ύπαρξη του κατεπείγοντος δικαιολογείται μέσα από την προβολή συγκεκριμένων και σαφών ισχυρισμών. Σχετική ακόμη με το θέμα είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρέου v Olympic Insurance Company Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. E396/2016 ημερ. 12.10.23. Βασικό επιχείρημα της Αιτήτριας είναι ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 αδυνατεί να διεκπεραιώσει αποτελεσματικά, νόμιμα και ορθά τη διαχείριση της περιουσίας της αποβιώσασας. Επικαλείται σωρεία ενεργειών και παραλείψεων από μέρους του Διαχειριστή που παραβιάζουν πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και παράλληλα συγκρούονται με τους σχετικούς κανονισμούς. Η Αιτήτρια καταλογίζει στον Διαχειριστή αξιόμεμπτη συμπεριφορά μέσα από την οποίαν ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος παραβιάζει συστηματικά τη νομοθεσία μη εκπληρώνοντας υποχρεώσεις που πηγάζουν από το νόμο και αρνούμενος να εκτελέσει καθήκοντα με τον τρόπο που υποδεικνύονται μέσα από τις διατάξεις της νομοθεσίας. Η Αιτήτρια αποδίδει κατ' εξακολούθηση παράνομη συμπεριφορά στον Καθ' ου η αίτηση 1, η οποία, κατά την ίδια, συνεχίζεται μέχρι σήμερα με συστηματική περιφρόνηση της νομοθεσίας και με μη συμμόρφωση με συναφείς κανονισμούς μέσω πράξεων και παραλείψεων του, τις οποίες περιγράφει στη βάση λεπτομερειών που παρέχει. Όταν υπάρχει ισχυρισμός για επαναλαμβανόμενη επιλήψιμη συμπεριφορά, όπως είναι εδώ η παρούσα περίπτωση, η νομολογία υποδεικνύει ότι δεν θα πρέπει τυχόν αμέλεια ή ολιγωρία που επιδεικνύεται στην καταχώρηση αγωγής και προώθηση αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία ακόμη και πάνω σε μονομερή βάση, να αποβαίνει μοιραία ή έστω να επενεργεί ως εμπόδιο για την απόδοση προσωρινής θεραπείας προς αποτροπή άλλων περαιτέρω κατ' ισχυρισμό παράνομων πράξεων τιμωρώντας έτσι τον αιτητή για προηγούμενη αδράνεια του. Χρήσιμη αναφορά αντλείται από την υπόθεση Πλακίδη δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου αυτής Χαράλαμπου Ιωαννίδη v. Nomisko Developers Ltd
(2010)1Α Α.Α.Δ. 577 όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: «Το γεγονός ότι ένας διάδικος είτε συνειδητά κατόπιν δικής του επιλογής, είτε κατόπιν αμέλειας ή ολιγωρίας παραλείπει να προσφύγει στο Δικαστήριο προσβάλλοντας μια κατά τον ισχυρισμό του παράνομη ή δόλια πράξη, αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να εκληφθεί εναντίον του ως εμπόδιο στην απόδοση προσωρινής θεραπείας όταν μεσολαβήσει μια δεύτερη κατ' ισχυρισμό παρανομία προς όφελος τρίτου προσώπου η οποία δημιουργεί νέα αρνητικά τετελεσμένα και ενώ αποδεικνύει ο αιτητής ότι επαπειλείται και συνέχεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, ένας αιτητής θα υποστεί τις συνέπειες της όποιας τυχόν αδράνειάς του σε σχέση με τις περιπλοκές οι οποίες δημιουργούνται λόγω απόκτησης δικαιωμάτων από τρίτα πρόσωπα και των γενικότερων δυσκολιών που δυνατόν να δημιουργηθούν. Δεν δικαιολογείται όμως το Δικαστήριο υπό τέτοιες συνθήκες να αρνηθεί να αποδώσει θεραπεία αποτροπής άλλων, περαιτέρω και διαφορετικών κατ' ισχυρισμό, παράνομων ή δόλιων πράξεων, ουσιαστικά ως τιμωρία για τυχόν προηγούμενη αδράνεια του αιτητή.» Παρόλο ότι το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης συγχωρεί την επίδειξη ολιγωρίας ή αμέλειας στην προώθηση υπόθεσης και αίτησης όπως εδώ, εντούτοις η παρούσα δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου θα μπορούσε κάποιος να διαπιστώσει κάτι τέτοιο. Έχοντας υπόψη μου την σκιαγράφηση της εκδοχής της Αιτήτριας που έχω αναφέρει προηγουμένως και με γνώμονα τον ισχυρισμό της ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 συνέχιζε να επιδεικνύει τέτοια επιλήψιμη στάση μέχρι τις 12.02.24 αλλά και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση μαζί με την υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκαν στις 22.02.24, καταλήγω ότι το στοιχείο του «κατεπείγοντος» υφίσταται και δικαιολογείται. Σε κάθε περίπτωση και ολιγωρία κάποιος να εντοπίσει, για χάριν συζήτησης, είναι περίπτωση όπου αυτό δεν είναι ικανό να σταθεί εμπόδιο στην προώθηση της παρούσας αίτησης για εξέταση. Τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής σε σχέση με τον 15ο λόγο ένστασης. Εδώ οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η «Αίτηση καταχωρήθηκε σε υπερβολικά καθυστερημένο στάδιο ήτοι 12 και πλέον έτη». Το γεγονός αυτό δεν θα πρέπει να επενεργεί ως εμπόδιο για την απόδοση προσωρινής θεραπείας προς αποτροπή άλλων περαιτέρω και συνεχιζόμενων κατ' ισχυρισμό παράνομων πράξεων. Παραπέμπω στα όσα έχω αναφέρει αμέσως προηγουμένως χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω. Συνεπώς η θέση αυτή των Καθ' ων η αίτηση κρίνεται αβάσιμη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επίσης οι Καθ' ων η αίτηση παραπονιούνται ότι η Αιτήτρια δεν προέβηκε σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση (6ος και 16ος λόγοι ένστασης). Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία, εδώ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως, αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι' αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ' ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν είναι ξεκάθαρο ποια είναι αυτά τα ουσιώδη γεγονότα που ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο. Η ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 1 (Διαχειριστή) δεν εστιάζει κατά τρόπο σαφή και εξειδικευμένο στα συγκεκριμένα γεγονότα που σύμφωνα με τον ίδιο έχουν αποκρυβεί ή έστω δεν έχουν αποκαλυφθεί. Το εν λόγω έγγραφο καταγράφει γεγονότα που ο Καθ' ου η αίτηση 1 επικαλείται τα οποία συνθέτουν την εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή του, πλην όμως δεν σημαίνει ότι επειδή είναι εντελώς διαφορετική από αυτή της Αιτήτριας η τελευταία επέδειξε συμπεριφορά που την καθιστά υπόλογη για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η γραπτή αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Διαχειριστή (ομνύοντα) και των Καθ' ων η αίτηση 2 & 3 δεν πραγματεύεται το θέμα αυτό και συνεπώς ουδεμία αναφορά περιέχεται σ' αυτήν. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, εκλαμβάνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση εγκατέλειψαν τη συγκεκριμένη θέση τους. Εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω επιχείρημα του Καθ' ου η αίτηση 1 στερείται θεμελίωσης και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ακόμη οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν το επιχείρημα ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε χωρίς την συναίνεση των υπολοίπων νομίμων κληρονόμων (20ος λόγος ένστασης). Με κάθε σεβασμό στους Καθ' ων η αίτηση το πιο πάνω επιχείρημα τους δεν έχει βάση. Η απαίτηση δυνάμει του Μέρους 8 αλλά και η παρούσα αίτηση στρέφεται εναντίον του Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας για τους λόγους που η Αιτήτρια επικαλείται, ο οποίος προσωπικός αντιπρόσωπος τυγχάνει να είναι ένας από τους νόμιμους κληρονόμους. Αν η θέση των Καθ' ων η αίτηση ευσταθούσε δεν θα ήταν δυνατή η υποβολή τέτοιας αίτησης όταν ο διαχειριστής είναι ένας από τους νόμιμους κληρονόμους. Το άρθρο 52
(1)του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ.189) παρέχει δυνατότητα σε οποιοδήποτε νόμιμο κληρονόμο να υποβάλει αίτηση για αντικατάσταση προσωπικού αντιπροσώπου. Αν κάποιος αναγνώσει τις πρόνοιες του άρθρου αυτού θα αντιληφθεί ότι για την καταχώρηση τέτοιας αίτησης δεν απαιτείται η συναίνεση άλλων προσώπων που έχουν συμφέρον στην κληρονομιά αλλά οποιοσδήποτε από μόνος του μπορεί να προβεί σε τέτοιο νομικό διάβημα. Οι λόγοι που οδηγούν στην επιτυχία της αίτησης προσδιορίζονται μέσα από το πιο πάνω άρθρο. Αν ο νομοθέτης ήθελε την εξασφάλιση συγκατάθεσης όλων των νομίμων κληρονόμων για την υποβολή τέτοιας αίτησης, θα το διατύπωνε ρητά μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου
- Κάτι τέτοιο όμως δεν υφίσταται. Κατά λογική προέκταση η καταχώριση αίτησης για έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 δύναται να γίνει από οποιοδήποτε διάδικο. Εφόσον η Αιτήτρια, ως νόμιμος κληρονόμος, είναι διάδικος στην υπόθεση αυτή, μπορεί να υποβάλει μονομερώς την υπό κρίση αίτηση, χωρίς έτσι να απαιτείται η εξασφάλιση συναίνεσης από οποιονδήποτε άλλο διάδικο που τυγχάνει να είναι και αυτός να έχει συμφέρον από την περιουσία της αποβιώσασας. Σε κάθε περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση δεν φαίνεται να προωθούν τη θέση τους αυτή εφόσον δεν αναλύεται μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου τους. Εκλαμβάνω ότι έχει εγκαταλειφθεί. Στη βάση των πιο πάνω, ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Έπεται η εξέταση του 18ου λόγου ένστασης με τον οποίον οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η «Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή εκδικητική ως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της επισυνημμένης ενόρκου δηλώσεως του διαχειριστή-Καθ' ου η αίτηση 1, καθώς επίσης ως αποδεικνύεται και από το καθυστερημένο χρονικό σημείο κατά το οποίο η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε.» Όπως γίνεται αντιληπτό, οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται ότι η υπό κρίση αίτηση χαρακτηρίζεται από στοιχεία κατάχρησης και εκδίκησης, τα οποία συνδέουν με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας και το χρονικό σημείο καταχώρησης της αίτησης. Ειδικότερα οι Καθ' ων η αίτηση θεωρούν ότι η Αιτήτρια όταν είδε ότι δεν μπορούσε να επωφεληθεί από τη διαχείριση στο βαθμό που επιθυμούσε λόγω του τρόπου που ο Καθ' ου η αίτηση 1 χειριζόταν ζητήματα περιουσιακής φύσεως, προχώρησε στην καταχώρηση της υπόθεσης αυτής ζητώντας παγοποίηση της διαδικασίας μέσω της ενδιάμεσης αίτησης και τελικά παύση του Διαχειριστή στην κυρίως υπόθεση. Σύμφωνα με του ιδίους, η προβαλλόμενη θέση τους ενισχύεται από το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έναρξη της διαχείρισης μέχρι τη στιγμή της καταχώρησης της υπόθεσης, το οποίο συνδέουν με τον τρόπο που εξελίχτηκε η επιλήψιμη συμπεριφορά που αποδίδουν στην Αιτήτρια. Εκείνο που αβίαστα φαίνεται είναι ότι η εκδοχή του Καθ' ων η αίτηση 1, με την οποίαν συμφωνούν οι Καθ' ων η αίτηση 2 & 3, διαφέρει από αυτήν της Αιτήτριας. Δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να ασχοληθεί στο στάδιο αυτό με την αξιολόγηση των εκδοχών των διαδίκων. Το ποια εκδοχή αληθεύει θα διαπιστωθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της κυρίως υπόθεσης όταν το Δικαστήριο θα κληθεί να αξιολογήσει το μαρτυρικό υλικό που θα τεθεί συνολικά και ολοκληρωμένα ενώπιον του και ακολούθως καταλήξει σε ευρήματα και συμπεράσματα. Το ότι η εκδοχή της Αιτήτριας είναι διαφορετική από αυτή του Καθ' ου η αίτηση 1 δεν την καθιστά εκ προοιμίου καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας και/ή εκδικητική. Αυτό που έχει σημασία και παραμένει είναι ότι η Αιτήτρια, ως νόμιμη κληρονόμος που είναι, ασκεί το δικαίωμα που της παρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 52 του Κεφ.189 καθώς επίσης οι διατάξεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Αν δικαιολογείται ή όχι η αίτηση της, αυτό είναι άλλο θέμα που δεν μπορεί να συσχετιστεί με το περιεχόμενο του ισχυρισμού του Καθ' ου η αίτηση
- Σε ότι αφορά την πτυχή της «εκδίκησης», δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου πειστικά στοιχεία που να την καθιστούν βάσιμη. Οι Καθ' ων η αίτηση είχαν το βάρος να παρουσιάσουν επαρκή μαρτυρία, ως η πλευρά που το επικαλέστηκε, αλλά δεν το έπραξαν (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Κατά συνέπεια ο λόγος ένστασης αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος. Ολοκληρώνω την ενασχόληση μου με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, οι οποίοι θα εξεταστούν μαζί επειδή άπτονται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων (Dolego Estates Ltd κ.α. v. Φιλίππου και άλλη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217). Είναι βασικά η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα η Αιτήτρια θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται. Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό εξετάστηκε σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Μετά την σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, καλείται να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει/συνεχίσει να ισχύει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Εδώ που υπάρχει συμπληρωμένη δικογραφία σχετικά έγγραφα θεωρούνται αυτά της κυρίως υπόθεσης και οι ένορκες δηλώσεις της ενδιάμεσης αίτησης και της ένστασης σ' αυτήν. Στο σημείο αυτό οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν τελεί υπό εξέταση ζήτημα αν η υπόθεση αυτή διέπεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023 ή από το παλαιό δικονομικό καθεστώς. Δεν έχει τεθεί ξεκάθαρα και εξειδικευμένα κάτι τέτοιο και ούτε υπήρξε νομική ενασχόληση με τέτοιο θέμα από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους μέσα από τις αγορεύσεις τους. Η Αιτήτρια υπέβαλε απαίτηση δια του Εντύπου 7 βάση του Μέρους 8 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023. Οι εν λόγω θεσμοί προνοούν έναρξη διαδικασίας απαίτησης με δύο τρόπους. Συγκεκριμένου είναι η καταχώρηση του Εντύπου 4 δυνάμει Μέρους 7 (Κανονισμός 7.1(α)) και εναλλακτικά η καταχώρηση του Εντύπου 7 δυνάμει του Μέρους 8 (Κανονισμός 7.1(β)). Η εναλλακτική διαδικασία υποβολής απαίτησης δυνάμει του Μέρους 8 βασικά εφαρμόζεται όταν ζητείται η απόφαση Δικαστηρίου αναφορικά με θέμα όπου πιθανό να μην υπάρχει ουσιώδης αμφισβήτηση γεγονότων ή όταν ειδικά απαιτείται από κανονισμό. Βέβαια υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις στις οποίες το Μέρος 8 τυγχάνει εφαρμογής, πλην όμως ο κατάλογος που παρέχεται δεν είναι εξαντλητικός (Κανονισμός 8.1
(3),
(4)&
(5)). Η πλευρά του εναγομένου δύναται να εγείρει ένσταση για την καταλληλότητα χρήσης της διαδικασίας δυνάμει του Μέρους 8 και το Δικαστήριο αποφασίζει δίδοντας σχετικές οδηγίες ως προς τη διαχείριση της υπόθεσης (Κανονισμός 8.5). Σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη συνέχιση της απαίτησης μέσω της διαδικασίας του Μέρους 7 δίδοντας προς τούτο οδηγίες που θεωρεί κατάλληλες για την επίτευξη του σκοπού αυτού (Κανονισμός 8.1
(6)). Στο αρχικό στάδιο αυτό δεν έχω εξετάσει θέμα καταλληλότητας χρήσης του Μέρους 8 επειδή δεν έχει εγερθεί κάτι τέτοιο. Εκείνο που μπορεί τώρα να λεχθεί είναι ότι προς το παρόν δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί η καταλληλότητα χρήσης της διαδικασίας του Μέρους 8 για τον επιδιωκόμενο σκοπό. Εκ πρώτης όψεως, η έγερση υπόθεσης όπως την παρούσα που εγείρεται με εναρκτήρια διαδικασία σε συνδυασμό με το ότι υπάρχουν ουσιώδη γεγονότα που αφορούν τη βάση αγωγής και κατ' επέκταση τις αξιούμενες θεραπείες τα οποία δεν αμφισβητούνται, είναι παράμετροι που ενισχύουν το σκεπτικό ότι στο στάδιο αυτό, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, το ενδεχόμενο της καταλληλότητα χρήσης της διαδικασίας του Μέρους 8 στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν μπορεί να αποκλειστεί. Για παράδειγμα η παροχή λογαριασμών και η απόδοση αποδεικτικών στοιχείων γι' αυτούς, εκ των αξιούμενων θεραπειών στην παρούσα υπόθεση, είναι ζητήματα που η επίλυση τους μπορεί να ζητηθεί με εναρκτήρια κλήση (κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο', 3η έκδοση, σελίδες 222-223). Για τα γεγονότα αυτά που δεν αμφισβητούνται θα αναφερθώ στη συνέχεια. Όπως ήδη λέχθηκε, η παρούσα υπόθεση εγέρθηκε από ένα εκ των νόμιμων κληρονόμων της αποβιώσασας και στρέφεται κυρίως εναντίον του Διαχειριστή της περιουσίας, ο οποίος και αυτός είναι ένας από τους νόμιμους κληρονόμους. Στον τίτλο της υπόθεσης περιλαμβάνονται και τα ονόματα των υπολοίπων κληρονόμων αφού πρόκειται για ενδιαφερόμενα πρόσωπα που επίσης διαθέτουν έννομο συμφέρον στην κληρονομιά. Αξιούμενες θεραπείες είναι βασικά η παύση του Διαχειριστή και η αντικατάσταση του με άλλο πρόσωπο που να είναι σε θέση να επιτελέσει το ρόλο του διαχειριστή στην αίτηση διαχείρισης που εκκρεμεί καθώς επίσης η προσταγή του υφιστάμενου Διαχειριστή να παράσχει εξηγήσεις, λεπτομέρειες, απόδοση λογαριασμών και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη διαχείριση της περιουσίας της αποβιώσασας από τον διορισμό του μέχρι σήμερα. Με βάση τη δικογραφημένη εκδοχή της, η Αιτήτρια αποδίδει επιλήψιμη συμπεριφορά στον Διαχειριστή, του οποίου καταλογίζει τη διενέργεια σκόπιμων ενεργειών και παραλείψεων που σύμφωνα με την ίδια προκαλούν κατασπατάληση της περιουσίας της αποβιώσασας και σε άδικο διαμοιρασμό της. Επίσης η Αιτήτρια επικαλείται τη χρήση μεθόδων και τακτικών από μέρους του Καθ' ου η αίτηση 1 που δεν αρμόζουν στο ρόλο ενός Διαχειριστή. Είναι ακόμη η θέση της Αιτήτριας ότι η διαδικασία που ο Διαχειριστής ακολουθεί δεν χαρακτηρίζεται από διαφάνεια ενώ οι πράξεις και οι παραλείψεις του, εκτός από ανορθόδοξες, συνιστούν παραβίαση των νομοθετικών καθηκόντων και υποχρεώσεων του. Τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του Διαχειριστή καθορίζονται από τον Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος. Κεφ.189 που μαζί με τους συναφείς περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικούς Κανονισμούς 1955 (1/1955) αποτελούν το κατ' εξοχήν νομοθετικό πλαίσιο για την ανάληψη και διεκπεραίωση μιας διαχείρισης περιουσίας ενός προσώπου που απεβίωσε. Γενικά ο Διαχειριστής είναι υπόλογος για τον τρόπο που διαχειρίζεται την περιουσία. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου αποδόθηκε στον Διαχειριστή προσωπική ευθύνη σε ότι αφορά τις ενέργειες του (Λάκη Βασιλείου προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας του Περικλή Δημητρίου v. Αρέστη Βρόντη κ.α. Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 12/11, 13/11 & 14/11 ημερ. 20.11.15). Δεν πρέπει να γίνεται διασπάθιση ή οικειοποίηση περιουσιακών στοιχείων αλλά ορθή διαχείριση και δίκαιη κατανομή της περιουσίας στους νόμιμους κληρονόμους. Ο Διαχειριστής δεν πρέπει να ενεργεί κατά το δοκούν αλλά σύμφωνα με το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο. Εκτίμηση και απογραφή της περιουσίας, ετοιμασία ενδιάμεσων λογαριασμών σε τακτά χρονικά διαστήματα, ενημέρωση Πρωτοκολλητή και Δικαστηρίου, εξασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων για την ύπαρξη, διάθεση και κατανομή της, τελικοί λογαριασμοί είναι μερικά από τα καθήκοντα του Διαχειριστή. Η τήρηση τους διασφαλίζει μία διαφανής διαδικασία όπου η πορεία της είναι γνωστή στους νόμιμους κληρονόμους, στους οποίους εγγυάται τη δίκαιη κατανομή της με τους ιδίους να μην μπορούν παρά μόνο να συμφωνήσουν στην υλοποίηση της. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας διαχείρισης επιτυγχάνεται με τις εξουσίες που ο Διαχειριστής διαθέτει δυνάμει του νομοθετικού πλαισίου τις οποίες εφαρμόζει καλόπιστα. Το άρθρο 52 του Κεφ.189 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, για λόγους που εξειδικεύει, να παύει διαχειριστή και να διορίζει άλλο στη θέση του (Ευστρατίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 751). Το εν λόγω άρθρο, το οποίο περιέχεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, είναι αυτό που δίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να «παύσει οποιοδήποτε εκτελεστή ή διαχειριστή για εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιά» και ακολούθως «να χορηγήσει έγγραφο διαχείρισης σε κάποιο πρόσωπο για να διεξαγάγει τη δέουσα διαχείριση της κληρονομιάς στη θέση εκτελεστή ή διαχειριστή που παύθηκε, απεβίωσε ή κατέστη ανίκανος να ενεργεί.» Στην υπόθεση Μιχαηλίδη κ.α. v. Λεώνης Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα και άλλου Πολιτική Έφεση Αρ. Ε34/2016 ημερ. 07.07.17, ECLI:CY:AD:2017:A254 εξηγήθηκε η έννοια της «εσκεμμένης παράλειψης ή παραπτώματος» που αναφέρεται στο άρθρο 52 του Κεφ.189 με αναφορά σε αγγλική υπόθεση. Ειδικότερα λέχθηκαν τα εξής: «Η έννοια της εσκεμμένης παράλειψης ή παραπτώματος σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομίας, κυρίαρχο προαπαιτούμενο που θέτει το άρθρο 52
(1)(α), προϋποθέτει γνώση και αντίληψη του εσφαλμένου της συμπεριφοράς και, παρά ταύτα, εκ προθέσεως διενέργεια της πράξης ή τέλεση της παράλειψης, με αδιαφορία για τις συνέπειες. Η έννοια της εσκεμμένης παράλειψης σε σχέση με τη διαχείριση καταπιστεύματος έχει εξηγηθεί από τον Warrington L.J. στην υπόθεση In re Trusts of Leeds City Brewery [1925] 1 Ch. 532, 544, ως εξής: ". then it becomes important to consider what is meant by a wilful breach of trust or wilful negligence or wilful failure to perform his duty. I think it means this. I think it means deliberately and purposely doing something which he knows, when he does it, is a breach of trust, consisting in a failure to perform his duty as trustee".» Στην παρούσα υπόθεση η Αιτήτρια επικαλείται συγκεκριμένες λεπτομέρειες με τις οποίες παραπέμπει σε εσκεμμένες ενέργειες και παραλείψεις του Διαχειριστή. Αποδίδει στον Διαχειριστή σκοπιμότητα και πρόθεση στις πράξεις και παραλείψεις του και ισχυρίζεται ότι παρόλο που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ότι ο τρόπος που διαχειρίζεται την περιουσία της αποβιώσασας δεν είναι ο ορθός και ενδεδειγμένος εντούτοις χρησιμοποιεί μεθόδους που δεν συνάδουν με το ρόλο του αδιαφορώντας για τις συνέπειες της συμπεριφοράς του. Για σκοπούς του σταδίου αυτού κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω αναφερθεί σ' αυτά πιο πάνω. Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει το νομικό καθεστώς και ούτε αξιολογεί πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής (Junitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Είναι αρκετό για την Αιτήτρια (Ενάγουσα) να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, πέραν της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015), είναι ότι η Αιτήτρια έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Με βάση το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων τα πιο κάτω: (α) η διαδικασία διαχείρισης βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και 12 χρόνια, (β) ουδέποτε ανοίχτηκε λογαριασμός διαχείρισης, (γ) από την αρχή χρήματα της διαχείρισης καταθέτονται σε προσωπικό λογαριασμό του Διαχειριστή και αναμιγνύονται με δικά του χρήματα, (δ) από τους προσωπικούς λογαριασμούς του Διαχειριστή στους οποίους περιλαμβάνονται χρήματα της διαχείρισης αποσύρονται και μεταφέρονται λεφτά κατά την κρίση του διαχειριστή, (ε) ουδέποτε έγινε εκτίμηση της περιουσίας της αποβιώσασας από εκτιμητή ακινήτων, (στ) ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια εκτίμηση τιμαλφή/κοσμημάτων από ειδικό, (ζ) από την αρχική απογραφή ημερ. 17.05.12 της περιουσίας της αποβιώσασας υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία που απουσιάζουν, όπως για παράδειγμα τιμαλφή/κοσμήματα, (η) δεν έγινε συμπληρωματική απογραφή στην οποίαν να σημειωθούν τα προαναφερόμενα τιμαλφή/κοσμήματα αλλά και ορισμένα ακίνητα όπως για παράδειγμα τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 8111 & 8112, έστω αν γίνει αποδεκτή η θέση του Καθ' ου η αίτηση 1 ότι η αποβιώσασα κατέστη συνιδιοκτήτρια μετά το θάνατο της, για τα οποία βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία καταναγκαστικής πώλησης τους, (θ) δεν υπεβλήθηκαν ενδιάμεσοι λογαριασμοί στους οποίους να καταγράφονται οι κατά καιρούς πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων της αποβιώσασας καθώς και των εξόδων διαχείρισης με λεπτομέρειες και αποδεικτικά στοιχεία, (ι) πέραν των πιο πάνω, η Αιτήτρια δεν ήταν ενήμερη για τη μέχρι σήμερα διάθεση μέρους περιουσίας της αποβιώσασας, όπως για παράδειγμα για την πληρωμή του ποσού €769.714 σε δύο επιταγές που κατατέθηκαν στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση 1 και αφορούν την επιδίκαση οφειλομένων χρημάτων από την ενοικίαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 43647 μερίδιο 3/7 στη Λεμεσό μετά την απόσυρση της αγωγής αρ. 2742/14 στο Ε.Δ. Λεμεσού. Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα πιο πάνω είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως εμβολιάζουν την εκδοχή της Αιτήτριας με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής της και/ή της εκδοχής των Καθ' ων η αίτηση. Επομένως καταλήγω ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας (εδώ η Αιτήτρια) δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Η παρούσα υπόθεση είναι από τις περιπτώσεις όπου εκ πρώτης όψεως παρατηρείται διαχείριση περιουσιακών στοιχείων χωρίς να εφαρμόζονται πρόνοιες του νομοθετικού πλαισίου. Από ότι φαίνεται χρησιμοποιούνται μέθοδοι και ακολουθούνται πρακτικές και ασκούνται εξουσίες κατά τρόπο που όχι μόνο δεν συνάδουν με το ρόλο του Διαχειριστή αλλά τείνουν να δώσουν την εντύπωση ότι παραβιάζουν νομοθετικά καθήκοντα και υποχρεώσεις του. Εκ πρώτης όψεως τίθεται θέμα διαφύλαξης της περιουσίας της διαχείρισης και προστασίας των συμφερόντων των κληρονόμων που τους παρέχει η νομοθεσία μέσω της ορθής και δίκαιης κατανομής της περιουσίας της αποβιώσασας. Η προστασία των δικαιωμάτων των κληρονόμων περιλαμβανομένης της Αιτήτριας, η διαφύλαξη της περιουσίας της αποβιώσασας και η ανάγκη συμμόρφωσης με το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την διεκπεραίωση διαχείρισης είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την σημασία της δικαιοσύνης. Σε τελευταία ανάλυση θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την συνέχιση της ισχύς των προσωρινών διαταγμάτων. Συνεπώς κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται εδώ. Το Δικαστήριο εξετάζει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Ωστόσο στις περιπτώσεις όπου παραβιάζονται δικαιώματα και/ή δεν τηρούνται πρόνοιες νομοθεσίας η συνέχιση της ισχύος προσωρινού διατάγματος που διατηρεί το status quo ante είναι αναγνωρισμένη διαδικασία. Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει προηγουμένως, θεωρώ ότι η συνέχιση της ισχύος των εκδομένων ενδιάμεσων διαταγμάτων διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παρά η μη έκδοση τους επειδή, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται, χωρίς αυτά ενδέχεται να συνεχίσει η παραβίαση νομοθετικών υποχρεώσεων εις βάρος της περιουσίας της διαχείρισης και των νομοθετικών συμφερόντων των κληρονόμων. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα τα ενδιάμεσα διατάγματα που είχαν εκδοθεί στις 22.02.24 καθίσταται απόλυτα και κατ' επέκταση οριστικοποιούνται με ισχύ μέχρι το τέλος εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2, 39.4
(1)(α) και 39.7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης μειωμένα κατά ¼ ένεκα της μη συμμόρφωσης της πλευράς της Αιτήτριας με τον Κανονισμό 23.11
(4), τα οποία με την μείωση έχουν υπολογιστεί στην κλίμακα €500.000 - €2.000.000 σε €1.278,75 πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει) επί ποσού €1.253,25, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων 1-3/Καθ' ων η αίτηση 1-3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 10 ημερών από σήμερα και δεν θα βαρύνουν την περιουσία της διαχείρισης. Η πληρωμή των εξόδων για τους Καθ' ων η αίτηση 1-3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα αποτελεί προϋπόθεση για την προώθηση της υπεράσπισης τους και/ή οποιασδήποτε συναφούς διαδικασίας σε σχέση με την υπόθεση τους και προς τούτο απαιτείται από μέρους τους η κατάθεση στο Πρωτοκολλητείο μέσω I-Justice σχετικής απόδειξης πληρωμής στην Ενάγουσα/είσπραξης από την Ενάγουσα των πιο πάνω δικηγορικών εξόδων. Η υπόθεση ορίζεται για ΑΔΟ στις 15.10.24 και ώρα 08:45. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο