← Κύπρος

THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. AGISILAOY & NEOPHYTOY CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 872/17, 31/7/2024

THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. AGISILAOY & NEOPHYTOY CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 872/17, 31/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 872/17 Μεταξύ: THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Εναγόντων Και

  1. AGISILAOY & NEOPHYTOY CONSTRUCTIONS LTD
  2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ
  3. ΛΟΥΚΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ Εναγόμενων ----------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Α. Φασιανού και κ. Θ. Σέας για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κ. Χρ. Πουτζιούρης ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 20/06/17 με αναφερόμενη ενάγουσα την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εφ΄ εξής Τράπεζα), η οποία αξίωνε, (α) από την εναγόμενη 1 υπό την ιδιότητα της πρωτοφειλέτιδας τραπεζικών και πιστωτικών διευκολύνσεων και από τους εναγόμενους 2 και 3 υπό την ιδιότητα των εγγυητών της τελευταίας, ποσό €125.941,16 πλέον τόκο 8,70% από 22/02/17 με κεφαλαιοποίηση των τόκων δυο φορές το χρόνο μέχρι εξοφλήσεως, (β) διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η εναγόμενη 1 έχει επιβαρύνει προς όφελος της Τράπεζας ολόκληρη την επιχείρηση και την περιουσία της για το ποσό των €100.000 δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 26/01/11 και (γ) διάταγμα που να διατάττει την εκποίηση της υποθήκης Υ317/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας η οποία είχε εγγραφεί επί ενός ακινήτου του εναγόμενου 3 στην Επαρχία Λάρνακας ως εξασφάλιση των διευκολύνσεων που δόθηκαν στην εναγόμενη
  4. Σημειώνω εδώ ότι μετά την καταχώριση της αγωγής και συγκεκριμένα στις 08/06/2021, η Τράπεζα πώλησε και μεταβίβασε στους νυν ενάγοντες δυνάμει του αρ.18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου Ν.169(Ι)/15 όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες και έκτοτε οι τελευταίοι θεωρούνται ως τα πρόσωπα που έχουν υποκαταστήσει και αντικαταστήσει την αρχική ενάγουσα, δηλαδή την τράπεζα, στην προώθηση της παρούσας αγωγής και στα επίδικα δικαιώματα και υποχρεώσεις (βλ. σχ. ειδοποίηση ημερ. 29/07/21 που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης και αρ.18 Ν.169(Ι)/15[i]). Εν συντομία, η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων, η οποία κατά την ακρόαση προωθήθηκε με τη μαρτυρία ενός εκ των λειτουργών τους (ΜΕ1 - Έγγραφο Α), ήταν η εξής. Στις 26/01/11, το τότε τραπεζικό ίδρυμα Marfin Popular Bank Public Co Ltd (εφ΄ εξής η Λαϊκή), σύναψε με την εναγόμενη 1, κατόπιν αίτησης της τελευταίας, γραπτή συμφωνία για να της παρέχει τραπεζικές - πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους €90.
  5. Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε μεταξύ άλλων ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός θα επιβαρύνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο κατά το χρόνο της συμφωνίας είχε αναφερθεί ότι αποτελείτο από βασικό επιτόκιο 5% πλέον περιθώριο 2%, (σύνολο 7%), καθώς επίσης και με τόκο υπερημερίας σε περίπτωση που θα υπήρχε οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο που θα υπερέβαινε το συμφωνηθέν όριο (βλ. Τεκ. Β1 και Β2). Οι διευκολύνσεις αυτές που συμφωνήθηκε να παρασχεθούν στην εναγόμενη 1, είχαν τότε εξασφαλιστεί, (α) με προσωπική εγγύηση που έδωσαν γραπτώς στις 26/01/11 οι εναγόμενοι 2 και 3, οι οποίοι ήταν αξιωματούχοι της εναγομένης 1 (Τεκ.Β3), (β) με εγγραφή υποθήκης επί ενός ακινήτου του εναγόμενου 3 για το ποσό των €90.000 πλέον τόκους (Τεκ. Β4) και (γ) με υπογραφή στις 26/01/11 και εγγραφή στον Έφορο Εταιρειών στις 31/01/11 ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί ολόκληρης της επιχείρησης και περιουσίας της εναγόμενης 1 για το ποσό των €100.000 (βλ. Τεκ.3). Αφού λοιπόν ανοίχτηκε και λειτούργησε στη βάση των συμφωνηθέντων σχετικός τρεχούμενος λογαριασμός προς όφελος και επ' ονόματι της εναγόμενης 1, η οποία και τον χρησιμοποίησε, επήλθε νέα συμφωνία μεταξύ της τελευταίας και της Λαϊκής, δυνάμει της οποίας ανανεώθηκε το όριο του λογαριασμού και αυξήθηκε το περιθώριο του επιτοκίου από 2% σε 2,70%. Στη συμφωνία αυτή, η οποία είχε λάβει τότε τη μορφή γραπτής επιστολής της Λαϊκής ημερ. 17/02/12, αναφερόταν μεταξύ άλλων και ότι το βασικό επιτόκιο της Λαϊκής τη δεδομένη στιγμή ανερχόταν σε 5,75%. Το σύνολο δηλαδή του τόκου που αναφερόταν στη συμφωνία της 17/02/12 ότι ίσχυε κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία ανερχόταν σε 8,45% (Τεκ.2). Περί τις 29/03/13, δυνάμει Διατάγματος που εκδόθηκε στη βάση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17(Ι)/2013, όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, και δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής, περιλαμβανομένων και των επίδικων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα (Κ.Δ.Π.104/13), η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι και τις 8/06/21 που ανέλαβαν οι νυν ενάγοντες, ήταν αδειοδοτημένος τραπεζικός οργανισμός. Από τις 29/03/13 και μετά, ο επίδικος λογαριασμός τηρείτο και λειτουργούσε από την Τράπεζα, η οποία στις 14/07/15 έστειλε στους εναγόμενους επιστολή με την οποία τους ενημέρωνε αφ' ενός ότι ο επίδικος λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση του συμβατικού ορίου κατά €20.173,81 και ότι το ποσό αυτό της υπέρβασης επιβαρύνετο με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας 2% και τους καλούσε αφ' ετέρου όπως διευθετήσουν την επαναφορά του λογαριασμού στα συμβατικά του όρια (Τεκ.4). Επειδή δεν υπήρξε οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση από πλευράς εναγομένων, η Τράπεζα τους έστειλε νέα επιστολή στις 18/01/16 ενημερώνοντας τους τόσο για την απόφαση της να τερματίσει τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού όσο και για την απαίτηση της να της πληρωθεί άμεσα το ποσό των €114.152,13 που παρουσιαζόταν τότε να οφείλεται. Με την ίδια επιστολή, η Τράπεζα ενημέρωσε τους εναγόμενους και για το ότι θα χρεώνονταν πλέον με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας 2% επί του ποσού της υπέρβασης (Τεκ.5). Σημειώνεται εδώ ότι αμφότερες οι εν λόγω επιστολές της Τράπεζας συνοδεύονταν και από την ειδοποίηση τύπου Θ που προβλέπει ο Ν.9/65 να αποστέλλεται σε ενυπόθηκους οφειλέτες όταν ενδέχεται να ενεργοποιηθεί η διαδικασία πώλησης των υποθηκευμένων ακινήτων τους λόγω παράλειψης τους να διευθετήσουν τις οφειλές τους. Ένεκα του ότι και πάλι δεν υπήρξε οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση από πλευράς εναγομένων, η Τράπεζα καταχώρισε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας τα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Όσον αφορά τώρα το πώς είναι που κατά τους ενάγοντες προκύπτει το ποσό που αξιώθηκε με την παρούσα αγωγή, ο ΜΕ1 κατάθεσε κατά την ακρόαση ως Τεκ.6 τις αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού που τηρούνταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο και που αποστέλλονταν ανελλιπώς στους εναγόμενους. Οι εν λόγω καταστάσεις «ξεκινούν» από τις 26/01/11 με μηδενικό υπόλοιπο, στη συνέχεια και κατόπιν διαφόρων χρεοπιστώσεων που καταγράφονται να έγιναν «φτάνουν», στις 18/01/16 που τερματίστηκε ο λογαριασμός στο ποσό των €114.152,13 και κατά την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή το 2017, στο ποσό των €125.941,16, και καταλήγουν στις 30/06/23, κατόπιν περαιτέρω χρεοπιστώσεων που καταγράφονται να έγιναν, περιλαμβανομένης και μιας πίστωσης €4.033,17 που έγινε στις 04/10/21 συνεπεία πληρωμής στην οποία προέβηκαν οι εναγόμενοι, στο συνολικό ποσό των €218.056,
  6. Οι πιο πάνω καταστάσεις σημειώνω, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο συνοδευόμενες από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 Κεφ. 9, ήτοι ως αποτελούσες μέρος του αρχείου που οι ενάγοντες παρέλαβαν από την τράπεζα και συνέχισαν να τηρούν οι ίδιοι (σ.Δ. το πιστοποιητικό υπογράφεται από το ΜΕ1 όμως οι καταστάσεις που αυτό συνοδεύει φέρουν την τράπεζα ως συντάκτη τους μέχρι και τον Οκτώβριο του 2021). Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά τη μαρτυρία του ο ΜΕ1 κατέθεσε και μια αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκ.7) την οποία ισχυρίστηκε ότι ετοίμασε ο ίδιος χρησιμοποιώντας τις καταγραφείσες στις αναλυτικές καταστάσεις συναλλαγές, με τη μόνη διαφορά να είναι ότι στην αναδομημένη αυτή κατάσταση, ο μάρτυρας, ως ισχυρίστηκε, δεν περιέλαβε οποιεσδήποτε χρεώσεις εξόδων ή προμηθειών ενώ τον τόκο με τον οποίο χρεώνονταν τα εκάστοτε οφειλόμενα ποσά τον υπολόγισε στη βάση έτους που αποτελείται από 365 και 366 μέρες και στη βάση των διαφόρων διακυμάνσεων του επιτοκίου για τις οποίες είχαν γίνει σχετικές δημοσιεύσεις, συν το συμφωνημένο περιθώριο του 2% (7% από 26/01/11 μέχρι 16/05/11, 7,50% από 17/05/11 μέχρι 12/09/11, 7,75% από 13/09/11 μέχρι 30/04/13, 7,25% από 01/05/13 μέχρι 03/08/14, 7% από 04/08/14 μέχρι 28/02/15, και 6% από 01/03/15 μέχρι 17/01/16). Από την ημερομηνία τερματισμού (18/01/16) και εντεύθεν δε, όταν και το επιτόκιο ανερχόταν στο 6%, ο ΜΕ1 περιέλαβε στο χρεωθέντα τόκο και επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας 2% (8% σύνολο). Σημειώνω εδώ ότι ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι μέχρι τον τερματισμό του λογαριασμού οι εναγόμενοι ενημερώνονταν πάντα για τις διάφορες μεταβολές που λάμβαναν χώρα σε σχέση με το βασικό επιτόκιο μέσω δημοσιεύσεων που γίνονταν στον ημερήσιο τύπο και προς επίρρωση τις θέσεις του αυτής, κατέθεσε ως Τεκ.8 διάφορες δημοσιεύσεις που έγιναν μεταξύ 2011 και
  7. Με βάση λοιπόν τους υπολογισμούς που γίνονται στην πιο πάνω αναδομημένη κατάσταση, το οφειλόμενο υπόλοιπο των εναγομένων στις 18/01/16 που τερματίστηκε η επίδικη σύμβαση ανέρχεται στις €109.467,73, την 20/06/17 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή ανέρχεται στις €117.940,26 και στις 30/06/23 που «καταλήγει» η κατάσταση, στις €191.770,
  8. Το τελευταίο αυτό ποσό δε, σύμφωνα με το ΜΕ1, είναι και το ποσό που αξιώνουν πλέον οι ενάγοντες να τους καταβληθεί με την παρούσα αγωγή, πλέον τόκο 8% από 01/07/23 μέχρι εξόφλησης. Αν και ειδικότερη αναφορά στην αναδομημένη κατάσταση κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, σημειώνω εδώ ότι κατά την κατάθεση της ο ΜΕ1 δήλωσε ότι αν και από τις 08/06/21 που τα επίδικα δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταβιβάστηκαν στους ενάγοντες, παρεχόταν στους τελευταίους δικαίωμα για χρέωση τόκου μόνο όμως μέχρι το επιτόκιο αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. αρ.314Α Κεφ.154[1]), και αυτό διότι οι τελευταίοι δεν συνιστούν πιστωτικό ίδρυμα, εντούτοις, επειδή το εκάστοτε επιτόκιο αναφοράς ήταν ψηλότερο από το ποσοστό του τόκου με τον οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός από την ημερομηνία τερματισμού του (συνολικά 8%), αποφασίστηκε όπως διατηρηθεί το χαμηλότερο επιτόκιο και όπως μην εφαρμοστεί το επιτόκιο αναφοράς που ήταν ψηλότερο (Τεκ.9). Η αντεξέταση του μάρτυρα περιστράφηκε κυρίως γύρω από το θέμα των χρεωθέντων και αξιούμενων τόκων και του υποβλήθηκαν μεταξύ άλλων οι εξής θέσεις τις οποίες αυτός απέρριψε: «.Είναι θέση των Εναγόντων ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα η Τράπεζα Κύπρου να επιβάλλει το δικό της επιτόκιο σε μια συμφωνία που δεν ήταν συμβαλλόμενη... Είναι η θέση των Εναγομένων ότι έστω και αν μεταφερθήκαν με την ΚΔΠ 104/13, οι Εναγόμενοι δεν είχαν συμφωνία με την Τράπεζα Κύπρου να επιβάλλει το δικό της επιτόκιο. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι δεν μπορούν οι σημερινοί Ενάγοντες να επιβάλλουν οποιονδήποτε τόκο υπερημερίας γιατί οι Eναγόμενοι δεν είναι συμβαλλόμενοι μαζί τους. Σου υποβάλλω ότι (οι νυν ενάγοντες) δεν δικαιούνται να επιβάλλουν επιτόκιο αναφοράς. Είναι σε περίπτωση που παρέχουν νέες δανειοδοτήσεις, όχι με υφιστάμενους πελάτες. Σου υποβάλλω ότι δεν μπορείτε να εισπράξετε τόκο υπερημερίας επειδή δεν έχετε δώσει λεπτομέρειες στην έκθεση απαίτησής σας. Η θέση της Υπεράσπισης είναι ότι σύμφωνα με τον Νόμο 160/99 όπως τροποποιήθηκε ότι δεν έχετε δικαίωμα να επιβάλλετε βασικό επιτόκιο. Σας υποβάλλω ότι είναι λανθασμένη η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού επειδή δεν έπρεπε να χρεώσετε τόκο υπερημερίας.» Στην αντιπέρα όχθη, οι εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν εγείρει με το δικόγραφο τους σωρεία πραγματικών και νομικών ισχυρισμών ως υπεράσπιση, επέλεξαν κατά την ακρόαση να προωθήσουν μέσω της μαρτυρίας του εναγόμενου 3 (Έγγραφο Β) μόνο τις εξής θέσεις: «..Είμαι ο εναγόμενος 3 στην παρούσα αγωγή και είμαι . εγγυητής του δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό που πήρε η εναγόμενη 1 από την MARFIN POPULAR ΒΑΝΚ PUBLIC CO LIMITED την 26/01/
  9. Το δάνειο ήταν για το ποσό των €90,000.- με βασικό επιτόκιο 5,00% και περιθώριο 2,00%. Η πιο πάνω τράπεζα που μας έδωσε το δάνειο και που ονομαζόταν Λαϊκή Τράπεζα χρεοκόπησε τον Μάρτιο του 2013 και τα δάνεια της πωλήθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου και η Λαϊκή Τράπεζα έπαψε να λειτουργεί ως αδειοδοτημένη τράπεζα που διεξάγει τραπεζικές εργασίες από τον πιο πάνω μήνα. Η κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας είχε ως αποτέλεσμα να επηρεαστούν και οι εργασίες της εναγόμενης 1 με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποπληρώνει τα δάνεια της. Η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 26/01/2011 δεν έχει καμία σχέση με την Τράπεζα Κύπρου ή με τους σημερινούς ενάγοντες. εφόσον εμείς δεν κάναμε συμφωνίες με αυτές αλλά μόνο με την Λαϊκή Τράπεζα και ούτε συμφωνήσαμε μαζί τους να μας επιβάλλουν δικά τους επιτόκια. Από την στιγμή που η Λαϊκή Τράπεζα σταμάτησε να λειτουργεί ως Τράπεζα και να επιβάλει επιτόκια πράγμα για το οποίο εμείς δεν ευθυνόμαστε τότε δεν μπορεί να μας επιβάλλουν επιτόκια οι σημερινοί ενάγοντες ή η Τράπεζα Κύπρου με τους οποίους δεν έχουμε καμία συμφωνία μαζί τους. Η Λαϊκή Τράπεζα ουδέποτε μας πληροφόρησε πως υπολογίζει τα επιτόκια της όπως είχε υποχρέωση από τον νόμο και όπως έχω πάρει συμβουλή από τον δικηγόρο μας έχει παραβεί το άρθρο 3.1 του N. 160(Ι)/
  10. Ζητώ από τον Δικαστήριο να μας προστατεύσει και να μην αφήσει τους σημερινούς ενάγοντες να κερδοσκοπήσουν εις βάρος μας εφόσον τα ποσά που ζητούν είναι λανθασμένα και θα έπρεπε να σταματήσουν να μας χρεώνουν επιτόκια από την ημέρα που σταμάτησε τις τραπεζικές εργασίες της η Λαϊκή Τράπεζα και δεν καθόριζε επιτόκια.» Αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος 3 δέχτηκε ότι στις επίδικες συμφωνίες που υπέγραψαν οι εναγόμενοι γίνεται υπό τύπο ενημέρωσης ρητή και αναλυτική περιγραφή του είδους και του τρόπου χρέωσης του επιτοκίου του επίδικου λογαριασμού όπως δέχτηκε και ότι οι τελευταίοι λάμβαναν τις καταστάσεις λογαριασμού που τους αποστέλλονταν κατά καιρούς και παρά ταύτα ουδέποτε πρόβαλαν οποιοδήποτε παράπονο ή διαμαρτυρία για τα όσα εκεί καταγράφονταν. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Επί του παρόντος όμως κρίνω σκόπιμο, και αυτό για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των εγειρόμενων επίδικων θεμάτων, να παραθέσω αυτούσια την καταληκτική θέση των εναγομένων: «Είναι η θέση μας ότι για την συμφωνία δανείου δεν πρέπει να επιβληθούν τόκοι στο δάνειο για τους λόγους που αναφέρουμε πιο πάνω δηλαδή ότι το ΑΠΙ που έδωσε το επίδικο δάνειο δεν υπήρχε ως δρώσα μονάδα ΑΠΙ από το 2013 και ένεκα της παράβασης εκ μέρους των εναγόντων των νομίμων καθηκόντων τους σε σχέση με το άρθρο 3 του νόμου Ν.160(Ι)/
  11. Είναι η θέση μας ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της Δικαστικής του κρίσης της παρούσας υπόθεσης μπορεί να επιδικάσει στους ενάγοντες το ποσό του υπολοίπου του δανείου την ημερομηνία της μεταβίβασης του δανείου στην Τράπεζα Κύπρου χωρίς τόκους και ή με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της καταχώρησης της αγωγής. Αν το Δικαστήριο συμφωνήσει με τα όσα αναφέρουμε πιο πάνω αναφορικά με την λανθασμένη χρέωση τόκων στον επίδικο λογαριασμό τότε είναι η θέση μας ότι και σε περίπτωση που κρίνει το Δικαστήριο ότι πρέπει να επιβληθεί τόκος τότε ο μόνος τόκος που μπορεί να επιβληθεί είναι ο νόμιμος τόκος. Επίσης σε περίπτωση που το Δικαστήριο συμφωνήσει μαζί μας ότι επιβάλλονταν λανθασμένοι τόκοι τότε δεν μπορεί το Δικαστήριο να κάνει τον εμπειρογνώμονα και να αναδομήσει το ίδιο τις Καταστάσεις Λογαριασμού εφόσον αν το υπόλοιπο δανείου που μεταφερόταν σε κάθε επόμενο χρόνο ή εξάμηνο ήταν λανθασμένο τότε δεν μπορεί να καθοριστεί από το Δικαστήριο ποιο ήταν το ορθό υπόλοιπο και γι' αυτό θα πρέπει να αποδώσει στους ενάγοντες το ποσό της εκταμίευσης του δανείου μείον τις πληρωμές που έκαναν οι εναγόμενοι. Είναι επίσης η θέση μας ότι επειδή η υπεράσπιση των εναγομένων έχει επιτύχει σε όλα τα θέματα που επέλεξαν να προωθήσουν κατά την ακροαματική διαδικασία οι εναγόμενοι και επομένως το Δικαστήριο μπορεί στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας να μην επιδικάσει τα έξοδα της απαίτησης στους ενάγοντες.» Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου παρακολουθώντας παράλληλα με την ίδια προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν κατά την ακρόαση, έχοντας κατά νου και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω κατ' αρχή ότι αν και από την ανταλλαχθείσα δικογραφία προέκυπταν αρκετά θέματα να τελούν υπό αμφισβήτηση και να συνιστούν επίδικα θέματα στην υπόθεση, εντούτοις, υπό το φως του περιορισμού της αξίωσης των εναγόντων τα θέματα αυτά περιορίστηκαν σημαντικά κατά την ακρόαση. Αριθμός δε γεγονότων δηλώθηκε επίσης να συνιστούν παραδεκτά γεγονότα στην υπόθεση (Τεκ.Α). Τα παραθέτω: Η εναγόμενη 1, η οποία ήταν και είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών σύμφωνα με το σχετικό νόμο και της οποίας το αρχικό όνομα ήταν «ANADOMISIS CONSTRUCTION LIMITED» αλλά την 13/03/2014 μετονομάστηκε σε «AGISILAOU & NEOPHYTOU CONSTRUCTIONS LTD, ήταν πελάτες της Λαϊκής (Τεκ.1), η οποία ήταν αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα (ΑΠΙ) μέχρι το Μάρτιο του 2013 και ήταν εγγεγραμμένη σύμφωνα με το σχετικό νόμο στον Έφορο Εταιρειών και ασκούσε τραπεζικές εργασίες σε όλες τις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εναγόμενη 1 υπέγραψε την επίδικη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού με όριο ημερομηνίας 26/01/2011 ύψους €90.000 με την Λαϊκή (Τεκ.Β1 και Β2) και ανοίχθηκε επ' ονόματι και προς όφελος της ο τρεχούμενος λογαριασμός με αριθμό [ ], ο οποίος στις 06/06/2014, κατά την μεταφορά του λογαριασμού από τα ηλεκτρονικά συστήματα του δικτύου της πρώην Λαϊκής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ στα ηλεκτρονικά συστήματα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, μεταφέρθηκε στον λογαριασμό αρ. [ ], στον οποίο γίνονταν όλες οι χρεοπιστώσεις. Οι εναγόμενοι 2 και 3 υπόγραψαν συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 26/01/2011 με την οποία εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 αναφορικά με τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με όριο ύψους €90.000 πλέον τόκους και έξοδα (Τεκ.Β3). Ο εναγόμενος 3, για σκοπούς εξασφάλισης του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού με όριο, ενέγραψε επί του ακινήτου του που περιγράφεται στην αγωγή και προς όφελος της Λαϊκής την υποθήκη με αριθμό Υ317/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας στις 26/01/2011 (Τεκ.Β4). Προς περαιτέρω εξασφάλιση του επίδικου λογαριασμού, η εναγόμενη 1 υπέγραψε στις 26/01/2011 συμφωνία ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί του συνόλου της επιχείρησης και περιουσίας της όπως υπέγραψε και το συγκεκριμένο ομόλογο (Τεκ.3). Σημειώνεται εδώ ότι δεν αμφισβητείται ότι το συγκεκριμένο ομόλογο έχει δεόντως κατατεθεί στον Έφορο Εταιρειών κατ' εφαρμογή του αρ. 90 Κεφ.113 Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρέλαβαν τις επιστολές τερματισμού του επίδικου λογαριασμού ημερομηνίας 18/01/16 (Τεκ.4 και 5) . Με βάση το Διάταγμα ΚΔΠ 104/13, ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός έχει από την 29 Μαρτίου 2013 πωληθεί και μεταβιβασθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια εταιρεία ΛΤΔ, η οποία είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και την 08/06/21, ο επίδικος λογαριασμός μεταβιβάσθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στους σημερινούς ενάγοντες. Όλες δε οι ειδοποιήσεις μετονομασίας που βρίσκονται στο φάκελο της διαδικασίας είναι παραδεκτές όπως είναι παραδεκτό και ότι οι ειδοποιήσεις αυτές έχουν καταχωρηθεί δεόντως και σύμφωνα με το σχετικό νόμο. Πρόσθετα των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων του Τεκ.Α, από τις δηλώσεις που έγιναν κατά την ακρόαση από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγομένων αλλά και από τη μαρτυρία του εναγόμενου 3, προκύπτουν να συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα και το ότι στις 17/02/12 επήλθε συμφωνία μεταξύ Λαϊκής και εναγόμενης 1 για ανανέωση του ορίου του επίδικου λογαριασμού και αύξηση του περιθωρίου του επιτοκίου (Τεκ.2), ότι οι εναγόμενοι λάμβαναν τις καταστάσεις λογαριασμού που τους αποστέλλονταν κατά καιρούς σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό (Τεκ. 6) και παρά ταύτα δεν πρόβαλαν ποτέ οποιοδήποτε παράπονο ή διαμαρτυρία για τα όσα εκεί καταγράφονταν και το ότι οι τελευταίοι είχαν λάβει και τις προβλεπόμενες από το Ν.169(Ι)/15 ενημερωτικές επιστολές αναφορικά με τη μεταφορά του επίδικου λογαριασμού και εξασφαλίσεων από την Τράπεζα Κύπρου στους νυν ενάγοντες. Για όλα τα πιο πάνω παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα συνεπώς κάμνω ανάλογα ευρήματα. Με γνώμονα τον περιορισμό που επήλθε από τα παραδεκτά γεγονότα και τις προβληθείσες θέσεις που αναφέρονται ανωτέρω, προχωρώ να εξετάσω τα θέματα που παρέμειναν να συνιστούν επίδικα θέματα στην υπόθεση. Επισημαίνω κατ' αρχή ότι συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν όλα τα έγγραφα που φέρονται να έχουν υπογραφτεί από εκείνους, ήτοι τις αρχικές αιτήσεις της εναγόμενης 1 για άνοιγμα λογαριασμού στο όνομα της και για την παροχή των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων υπό την εξασφάλιση επιβάρυνσης της περιουσίας της τελευταίας με το επίδικο ομόλογο, την επίδικη συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων και την μεταγενέστερη ανανέωση των διευκολύνσεων αυτών, την επίδικη συμφωνία εγγύησης των εναγομένων 2 και 3, την επίδικη συμφωνία υποθήκης με τον εναγόμενο 3 και τέλος την επίδικη συμφωνία εγγραφής ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης όπως και το ίδιο το ομόλογο. Υπενθυμίζω συναφώς τη νομολογιακή αρχή ότι «..Η γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει (Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou
(1989)1 AAΔ 96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1240). Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. Κατ΄αρχάς θα πρέπει εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που κανονικά επιφέρει η υπογραφή του, να καταδείξει. ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω . λόγω παραπλάνησης ή δόλου,»[2]. Επισημαίνω επίσης ότι σε όλα σχεδόν τα έγγραφα των επίδικων συμφωνιών (Τεκ. Β1, Β2 και Β3 και Τεκ.3) περιέχεται δήλωση την οποία έκαμε ενυπογράφως ο κάθε εναγόμενος που υπέγραψε, είτε υπό την προσωπική του ιδιότητα είτε ως εκπρόσωπος της εναγόμενης 1, ότι όχι μόνο το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων γίνεται αποδεκτό στο σύνολο του αλλά και ότι το περιεχόμενο αυτό έχει δεόντως διαβαστεί από τα πρόσωπα που το αποδέχονται ενυπογράφως, ήτοι τον κάθε εναγόμενο που υπογράφει, ότι έχει δεόντως εξηγηθεί στους τελευταίους και ότι η ενυπόγραφη αποδοχή του γίνεται ελεύθερα, εγνωσμένα και εθελούσια και με πλήρη επίγνωση τόσο των δικαιωμάτων που την περιβάλλουν όσο και των συνεπειών που αυτή συνεπάγεται. Τυγχάνουν επομένως θεωρώ, πλήρους εφαρμογής οι νομολογιακές αρχές ότι «σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούσει»[3] καθώς και ότι «.Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του»[4]». Των πιο πάνω λεχθέντων και λαμβανομένου υπόψη ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι γνώριζαν επακριβώς τη φύση των εγγράφων και των συμφωνιών που υπέγραφαν, σημειώνω τα ακόλουθα σε σχέση με τον ισχυρισμό της υπεράσπισης περί μη πληροφόρησης των εναγομένων για το θέμα του τόκου του επίδικου λογαριασμού καθώς και για τα καθήκοντα που επέβαλλε στα τραπεζικά ιδρύματα το αρ. 3
(1)(α) και (γ) του Ν.160(Ι)/99: «3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη·. (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή» Τόσο στην γραπτή ενημέρωση που έστειλε στους εναγόμενους η Λαϊκή για να τους ενημερώσει ότι είχε γίνει αποδεκτή η αίτηση της εναγόμενης 1 για παροχή των επίδικων διευκολύνσεων (Τεκ.Β1) όσο και στην ίδια τη σχετική συμφωνία που συνάφθηκε στη συνέχεια (Τεκ. Β2), εξηγείται ρητά και αναλυτικά ότι ο επίδικος λογαριασμός θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο θα αποτελείτο από βασικό επιτόκιο και περιθώριο, καθώς επίσης και το πώς ήταν δυνατό το επιτόκιο αυτό να άλλαζε κατά τη λειτουργία του λογαριασμού, ήτοι «μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος.και η μεταβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον οφειλέτη στον οποίο θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν κατά την κρίση της Τράπεζας και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση...», τρόπος ο οποίος συνάδει με τις πρόνοιες του αρ.3
(1)(γ) ανωτέρω. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι πριν τον τροποποιητικό Ν.141(Ι)/2014 που θεσπίστηκε στις 09/09/14, ο Ν.160(Ι)/99 που επικαλείται η υπεράσπιση δεν επέβαλλε στα πιστωτικά ιδρύματα την υποχρέωση να παρέχουν ειδικές λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού και μεταβολής του βασικού επιτοκίου - η συγκεκριμένη υποχρέωση αφορούσε στο επιτόκιο γενικά - ούτε όμως και απαγόρευε την ύπαρξη συμβατικής ρήτρας που παρείχε το δικαίωμα μονομερούς αύξησης του περιθωρίου του επιτοκίου. Αντιθέτως, ο συγκεκριμένο Νόμος αντιθέτως επέβαλλε τότε απλά την υποχρέωση κοινοποίηση τέτοιας αλλαγής, μεταξύ άλλων με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο (βλ. αρ.2Α και 3Α που εισήχθηκαν στο Νόμο το 2014 με τον τροποποιητικό Ν.141(Ι)/2014). Στα πιο πάνω τώρα θα πρέπει να συνυπολογιστεί και το ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι υπενθυμίζω ότι είχαν δηλώσει ενυπογράφως ότι είχαν αναγνώσει προσεκτικά και κατανοήσει πλήρως όλες τις πρόνοιες των επίδικων εγγράφων που υπέγραφαν, δεν εξέφρασαν ποτέ πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ότι τελούσαν υπό σύγχυση ή αμφιβολία για το συγκεκριμένο θέμα αλλά ούτε και παρουσιάστηκαν ποτέ να νιώθουν ότι χρειαζόταν να λάβουν περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με το θέμα του τόκου και δη εξειδικευμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο καθορισμού/υπολογισμού του βασικού επιτοκίου ως ισχυρίζονται σήμερα ότι έπρεπε να λάβουν. Και αυτό ενώ είχαν κάθε ευκαιρία να το πράξουν αφού είναι παραδεκτό, υπενθυμίζω, ότι λάμβαναν τακτικά καταστάσεις λογαριασμού καθώς και ότι έλαβαν και τις επιστολές τις Τράπεζα Κύπρου αναφορικά με τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού αλλά και τις επιστολές για την μεταφορά του στους νυν ενάγοντες. Ούτε όμως και εξήγησε κατά την ακρόαση ο εναγόμενος 3 το πώς ακριβώς είναι που η κατ' ισχυρισμό μη επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο καθοριζόταν το βασικό επιτόκιο επηρέασε ή παρέσυρε τους εναγόμενους στο να προχωρήσουν με την αποδοχή των συμφωνηθεισών πιστωτικών διευκολύνσεων, τις οποίες υπενθυμίζω ότι ήταν οι ίδιοι που αιτήθηκαν να τις λάβουν για τους δικούς τους αποκλειστικά σκοπούς. Στη βάση των πιο πάνω και λαμβανομένου υπόψη ότι όποτε αποφασιζόταν η μεταβολή του επιτοκίου του επίδικου λογαριασμού υπήρχε ταυτόχρονα και συμμόρφωση με το αρ.3
(1)(γ) του Ν.160(Ι)/99, ήτοι μέσω των μη αμφισβητούμενων δημοσιεύσεων των αλλαγών στον ημερήσιο τύπο (Τεκ. 8) καθώς και μέσω γραπτών ειδοποιήσεων προς τους εναγόμενους (βλ. επιστολές Τεκ.4 και 5) καμία παρανομία δεν διαπιστώνεται να είχε μολύνει την επίδικη σύμβαση ως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται. Οι θέσεις λοιπόν του εναγόμενου 3 και της υπεράσπισης γενικότερα για μη επαρκή πληροφόρηση των εναγομένων για το θέμα του τόκου του επίδικου δανείου και για παράβαση των προνοιών του Ν.160(Ι)/99 απορρίπτονται ως αβάσιμες. Στρέφομαι τώρα στην άλλη πτυχή των θέσεων που πρόβαλε η πλευρά των εναγομένων σε σχέση με τις καταλυτικές κατ' εκείνους συνέπειες της διάλυσης της Λαϊκής και της μεταφοράς του επίδικου λογαριασμού στην Τράπεζα Κύπρου το 2013 και ακολούθως στους νυν ενάγοντες. Υπενθυμίζω ότι η επί του προκειμένου θέση της υπεράσπισης είναι ότι «.από τη στιγμή που η πιο πάνω Λαϊκή Τράπεζα δεν καθορίζει επιτόκια τότε δεν μπορούσε η Τράπεζα Κύπρου ή οι σημερινοί ενάγοντες να επιβάλλουν βασικό επιτόκιο και περιθώριο εφόσον δεν έχει καμία συμβατική σχέση μαζί τους η εναγόμενη 1 και ειδικά οι σημερινοί ενάγοντες που δεν είναι καν ΑΠΙ αλλά μια ιδιωτική εταιρεία.». Ως προς αυτή τη θέση λοιπόν σημειώνω τα εξής. Κατά πρώτο, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η επίδικη συμφωνία που υπεγράφη με τη Λαϊκή παρείχε στην τελευταία, κατά νόμιμο τρόπο ως εξηγήθηκε ανωτέρω, δικαίωμα να χρεώνει τον επίδικο λογαριασμό με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο αποτελείτο από το εκάστοτε καθοριζόμενο από τη Λαϊκή βασικό επιτόκιο συν το περιθώριο της τελευταίας, καθώς επίσης και με τόκο υπερημερίας επί οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού ήθελε βρεθεί καθ' υπέρβαση του συμφωνηθέντος ορίου. Όταν τώρα το Μάρτιο του 2013 ο επίδικος λογαριασμός και οι συμφωνίες που τον περιέβαλλαν μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου κατ' εφαρμογή νομοθετικών προνοιών, δηλαδή της ΚΔΠ140/13 που εκδόθηκε δυνάμει του Ν.17(Ι)/2013, οι συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες ανέφερναν ρητά τα εξής (έμφαση του Δικαστηρίου: ΚΔΠ 104/2013 «5.
(1)Η Λαϊκή Τράπεζα μεταβιβάζει στο Αποκτών πρόσωπο (Τράπεζα Κύπρου Δημοσια Εταιρεία Λτδ όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας και δικαιώματα.(αναφέρονται εξαιρέσεις που δεν αφορούν την παρούσα).
(3)Η μεταβίβαση δυνάμει του παρόντος διατάγματος.τίθεται σε ισχύ, παράγει αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων από την ημερομηνία μεταβίβασης (29/03/13 0610π.μ.). 7.
(1)Από την ημερομηνία μεταβίβασης και εκτός όπου προνοείται διαφορετικά στο παρόν Διάταγμα και στο Νόμο, η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει του παρόντος θεωρείται έγκυρη, παράγει τα δι' προς σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων ανεξαρτήτως (α) των προνοιών οποιουδήποτε άλλου Νόμου.(β) - (γ).
(2)Χωρίς επηρεασμό προς υποπαραγράφου
(1)το Αποκτών πρόσωπο αντιμετωπίζεται ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με τη Λαϊκή Τράπεζα σε σχέση με περιουσιακά δικαιώματα και υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. .
  1. Κατά την ημερομηνία μεταβίβασης - (α) το Αποκτών πρόσωπο αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τα οποία είναι συναφή προς τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία ή τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις (β) το Αποκτών πρόσωπο υποκαθιστά τη Λαϊκή Τράπεζα αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία, η οποία σχετίζεται με τίτλους περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται.
  2. Από την Ημερομηνία Μεταβίβασης, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν Διάταγμα ή στο Νόμο, συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί από ή σε σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα και οι οποίες αφορούν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις λογίζονται ως αν να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με το Αποκτών πρόσωπο.» Εφόσον λοιπόν από τις 29/03/13 η Τράπεζα Κύπρου, το «αποκτών πρόσωπο» δηλαδή», έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με τη Λαϊκή Τράπεζα σε σχέση με περιουσιακά δικαιώματα και υποχρεώσεις που μεταβιβάζονταν, ήτοι σε σχέση και με τις επίδικες υποχρεώσεις και δικαιώματα, και εφόσον έπρεπε από εκείνη την ημερομηνία οι συμφωνίες οι οποίες είχαν ήδη συναφθεί από ή σε σχέση με τη Λαϊκή και αφορούσαν τα μεταβιβαζόμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, να «λογίζονται ως αν να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με το Αποκτών πρόσωπο, είναι έκδηλο ότι κανένα νομικό έρεισμα δεν έχει η θέση της υπεράσπισης ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν μπορούσε μετά το Μάρτιο 2013 να ασκεί όλα και όσα δικαιώματα είχε αποκτήσει η Λαϊκή δυνάμει των επίδικων συμφωνιών, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος για χρέωση τόκων με τον τρόπο που καθορίζεται στις επίδικες συμφωνίες, και δη ωσάν να και οι συμφωνίες αυτές είχαν συναφθεί μαζί της. Και υπενθυμίζω εδώ ότι σύμφωνα με τις ίδιες νομοθετικές πρόνοιες, η μεταβίβαση των επίδικων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων «.θεωρείται έγκυρη παράγει τα δι' προς σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων.». Η Τράπεζα Κύπρου συνεπώς, από το Μάρτιο 2013 και μετά, μπορούσε να προβαίνει η ίδια και κατά τη δική της κρίση σε όλες τις ενέργειες στον επίδικο λογαριασμό που προηγουμένως δικαιούτο να πράξει η Λαϊκή σύμφωνα με τους όρους της επίδικης σύμβασης και την εφαρμοστέα νομοθεσία, ήτοι να χρεώνει το δικό της επιτόκιο και το δικό της τόκο υπερημερίας - εντός των συμβατικών και των νομοθετικών ορίων βέβαια - και κατ' αναλογία δεσμευόταν, είτε προς όφελος είτε προς ζημιά της, με όλες τις πράξεις και παραλείψεις στις οποίες είχε μέχρι τότε προβεί η Λαϊκή. Η πιο πάνω νομική κατάσταση πραγμάτων ουδόλως άλλαξε μέχρι και τις 18/01/16 που ο επίδικος λογαριασμός τερματίστηκε από την Τράπεζα Κύπρου, κατ' ενάσκηση πλέον του σχετικού δικαιώματος που της παρείχε εκείνης η επίδικη συμφωνία, και ήταν κατ' εκείνη την ημερομηνία που, συνεπεία του τερματισμού που επήλθε, είχαν ουσιαστικά αποκρυσταλλωθεί τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις σε σχέση τουλάχιστο με το θέμα του τόκου (βλ. Evelthon Developments Ltd και άλλος ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και άλλος
(2012)1 ΑΑΔ 2486). Τα εν λόγω δικαιώματα και υποχρεώσεις δε, τα οποία μέχρι τις 20/06/17 ουδόλως μεταβλήθηκαν, η Τράπεζα Κύπρου τελικά τα αξίωσε καταχωρώντας την παρούσα αγωγή στις 20/06/17 και η μόνη αλλαγή που επήλθε έκτοτε ήταν απλά η αλλαγή στα πρόσωπα που συνέχιζαν να προωθούν την αγωγή ως ενάγοντες σε αντικατάσταση της Τράπεζας. Η αξίωση συνεπώς των νυν εναγόντων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, είτε για το ποσό του δανείου είτε για τους τόκους του, δεν προβάλλεται να γίνεται στα πλαίσια κάποιας αναβίωσης ή συνέχισης της τερματισθείσας επίδικης σύμβασης αλλά καθαρά στη βάση του δικαιώματος τους να συνεχίζουν εκείνοι να προωθούν την αγωγή της Τράπεζας Κύπρου. Από «δικογραφικής σκοπιάς» άλλωστε, η επίδικη αξίωση αφορά αποκλειστικά στο ποσό και στους τόκους που η Τράπεζα Κύπρου ισχυρίστηκε ότι κατέληξε να της οφείλεται εκείνης κατά την 22/02/07 και το γεγονός ότι οι νυν ενάγοντες παρουσίασαν κατά την ακρόαση τη σημερινή κατάσταση του συγκεκριμένου ποσού, ως αυτό διαμορφώθηκε υπό το φως των αξιούμενων τόκων, αλλά περιορισμένων κατά τρόπο που είναι προς όφελος των εναγομένων, ουδόλως δύναται να θεωρηθεί ως μεταβολή των αρχικά προβαλλόμενων και προωθούμενων από την Τράπεζα Κύπρου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Σε κάθε περίπτωση όμως, τόσο μέσω της ανταλλαγείσας δικογραφίας όσο και κατά την ακρόαση, η πλευρά των εναγομένων αντιμετώπισε τους εκάστοτε ενάγοντες ως τα πρόσωπα που είχαν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τη Λαϊκή. Δεν μπορεί επομένως τώρα να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Τράπεζα Κύπρου ή οι νυν ενάγοντες έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε η Λαϊκή σε σχέση με τα αξιούμενα ποσά και ότι είναι δεσμευμένοι από τις πράξεις και παραλείψεις της τελευταίας αλλά και ότι δεν έχουν και τα ίδια δικαιώματα. Αν και τα πιο πάνω σφραγίζουν την τύχη όλων των θέσεων που προβάλλει η υπεράσπιση σε σχέση τουλάχιστο με το θέμα του κατά πόσο υπήρχε μετά το 2013 δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο να χρεώνει τόκο στον επίδικο λογαριασμό, για σκοπούς πληρότητας θα αναφέρω και τα εξής. Οι νυν ενάγοντες «έλαβαν» την παρούσα αγωγή και τα επίδικα δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει εξαγοράς και μεταβίβασης τους από την Τράπεζα Κύπρου κατ' εφαρμογή των προνοιών του αρ.18 Ν.169(Ι)/15. Οι πρόνοιες της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης[5] είναι στην ουσία όμοιας φύσης με αυτές που περιέχονταν στην ΚΔΠ 104/13 ανωτέρω, υπό την έννοια ότι: «Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται..θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο της μεταβίβασης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από την πιστωτική διευκόλυνση, μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο αυτών μερών.Από το χρόνο μεταβίβασης ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων υποκαθιστά τον εκχωρητή ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του.Ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων έχει τα ίδια δικαιώματα, την ίδια σειρά προτεραιότητας και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και τις εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται σε αυτόν, όπως ο εκχωρητής.(και).Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής.και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. που κατά το χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται, δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία ή στο αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση, κατά το χρόνο της μεταβίβασης.» Αν και λοιπόν δεν θα με απασχολήσει στην παρούσα υπόθεση το κατά πόσο οι νυν ενάγοντες θα μπορούσαν, σε περίπτωση που αποκτούσαν τον επίδικο λογαριασμό πριν αυτός τερματιστεί και πριν να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή - που δεν είναι η εδώ περίπτωση - να συνέχιζαν να χρεώνουν τόκο ως χρέωνε η Λαϊκή και η Τράπεζα Κύπρου δυνάμει της επίδικης σύμβασης, ήτοι ως πρόσωπα που έχουν δια ειδικού Νόμου αποκτήσει το εν λόγω δικαίωμα λόγω υποκατάστασης του εκχωρητή ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, εντούτοις φαίνεται από τις πιο πάνω πρόνοιες ότι είναι απόλυτα νόμιμο για αυτούς να συνεχίζουν εκείνοι να προωθούν και την αγωγή που ήδη καταχώρησε η Τράπεζα Κύπρου αλλά και τα προβαλλόμενα με αυτή αγώγιμα δικαιώματα της τελευταίας, ήτοι και σε σχέση με το θέμα του τόκου, και αυτό χωρίς να επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων. Ούτε όμως και είναι παράνομο για κάποιο πρόσωπο, άλλο από πιστωτικό ίδρυμα, να εισπράττει ή να χρεώνει τόκο στη βάση κάποιας συμφωνίας δανείου ή πιστωτικών διευκολύνσεων, νοουμένου όμως ότι ο τόκος αυτός δεν θα υπερβαίνει το εκάστοτε επιτόκιο αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. αρ. 314Α Κεφ.154 και Τεκ.9). Το αναφέρω αυτό υπενθυμίζω και επισημαίνω όμως ταυτόχρονα ότι στην προκειμένη περίπτωση οι νυν ενάγοντες είναι μια αγωγή που έχει ήδη καταχωρηθεί από τράπεζα που συνεχίζουν να προωθούν και όχι μια ισχύουσα και ενεργή συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήξεων μου προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν όντως καταφέρει με τις καταστάσεις που παρουσίασαν να αποδείξουν ότι τους οφείλονται τα ποσά που παρέμειναν να αξιώνονται. Η πλευρά των εναγόντων υπενθυμίζω, παρουσίασε κατά την ακρόαση την αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού (Τεκ.6) καθώς και μία αναδομημένη κατάσταση (Τεκ.7), οι οποία, σύμφωνα με το ΜΕ1, είχε δημιουργηθεί στη βάση των συναλλαγών που καταγράφηκαν στις αναλυτικές καταστάσεις και περιλάμβανε αφ' ενός μόνο τις παραδεκτές πιστώσεις και χρεώσεις που έγιναν συνεπεία συναλλαγών που έκαμνε η εναγόμενη 1 και αφ' ετέρου χρεώσεις τόκου που υπολογίστηκαν στη βάση έτους 365 και 366 ημερών και στη βάση των διαφόρων διακυμάνσεων του επιτοκίου για τις οποίες είχαν γίνει σχετικές δημοσιεύσεις, συν το συμφωνημένο περιθώριο του 2% (7% από 26/01/11 μέχρι 16/05/11, 7,50% από 17/05/11 μέχρι 12/09/11, 7,75% από 13/09/11 μέχρι 30/04/13, 7,25% από 01/05/13 μέχρι 03/08/14, 7% από 04/08/14 μέχρι 28/02/15, 6% από 01/03/15 μέχρι 17/01/16 και 8% από την ημερομηνία τερματισμού (18/01/16)). Με βάση την κατάσταση αυτή, οι νυν ενάγοντες περιόρισαν την αξίωση τους στο «καταληκτικό» στις 30/06/23 ποσό των €191.770,81, το οποίο αξιώνουν με συνολικό τόκο 8% από 01/07/23 μέχρι εξόφλησης (4% βασικό, 2% περιθώριο και 2% τόκο υπερημερίας). Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι οι αναλυτικές καταστάσεις Τεκ.6 είχαν κατατεθεί, όχι δυνάμει του αρ.22 Κεφ.9, ήτοι ως μέρος τραπεζικού βιβλίου - ούτε και το πιστοποιητικό που τις συνόδευε έκαμνε οποιαδήποτε αναφορά στη συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια - αλλά με πιστοποιητικό που εξέδωσαν δυνάμει του αρ.35 οι νυν ενάγοντες, οι οποίοι δεν είναι τραπεζικό ίδρυμα. Κατατέθηκαν δηλαδή ως καταστάσεις που αποτελούν μέρος του αρχείου των νυν εναγόντων και το οποίο αρχείο αποτελείται και από το αρχείο που μεταβιβάστηκε αυτούσιο σε αυτούς από την Τράπεζα Κύπρου η οποία παρουσιάζεται να είναι και η συντάκτης τους - υπενθυμίζω εδώ τις πρόνοιες της ΚΔΠ 104/2013 σε σχέση με την περίοδο που ο επίδικος λογαριασμός διατηρείτο στη Λαϊκή. Βεβαίως, ενόψει του γεγονότος ότι οι εν λόγω καταστάσεις δεν κατατέθηκαν δυνάμει του αρ.22 Κεφ.9 αλλά δυνάμει του αρ.35 Κεφ.9, τα όσα λέχθηκαν στην Μιχάλης Χατζήγαβριηλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 668 και υιοθετήθηκαν αργότερα με επιδοκιμασία στην ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ν. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ 390/2011, 6/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A389, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής: «Το επίδικο χρέος, κρίνεται, έχει δεόντως αποδειχθεί. Προς τούτο κατατέθηκε ο σχετικός λογαριασμός, Τεκμ. 12, αλλά και δέσμη πινακιδίων συναλλαγής, Τεκμ.
  1. Ως προς το τελευταίο δεν υπήρξε ένσταση για την κατάθεση τους. Ως προς τον λογαριασμό υπό μορφή «Cash Statement (Valuation)», υπήρξε ένσταση βασισθείσα στο ανυπόγραφο του και στην μη συνοδεία του από πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  2. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε την κατάθεση του λογαριασμού ως έγγραφο που αναφερόταν στη γραπτή δήλωση του Α. Έλληνα, Τεκμ. «Α», παρ. 22, και ήσαν στην κατοχή του υπό την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου των εφεσιβλήτων..Κρίνεται υπό το φως των ανωτέρω, ότι ορθά το Δικαστήριο δέχθηκε ως μαρτυρία το λογαριασμό, Τεκμ.
  3. Αυτός θα μπορούσε να υποστηριζόταν από πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35
(1)του Κεφ. 9, αλλά η απουσία του δεν το αποδυνάμωνε ως αποδεικτικό υλικό. Το Άρθρο 35
(2)σχετίζεται με την τήρηση αρχείου επιχείρησης, έγγραφο δε που καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος τέτοιου αρχείου, προσάγεται ως αποδεικτικό στοιχείο, με την αξία του να αποτιμάται από το Δικαστήριο. Εδώ το Τεκμ. 12 κατατέθηκε ως έγγραφο στην κατοχή του μάρτυρα και δεν αποκλειόταν η κατάθεση του ως εξ ακοής και μόνο, δυνάμει του Άρθρου 24
(1)του Κεφ. 9, εφόσον ο μάρτυρας δέχθηκε στην αντεξέταση του ότι δεν ήταν ο ίδιος που περνούσε τα επί μέρους στοιχεία στο λογαριασμό. Όμως, δεν αποκλειόταν το Δικαστήριο να αποδώσει σ' αυτό το λογαριασμό τη βαρύτητα που άρμοζε, έχοντας υπόψη και τα πινακίδια συναλλαγών, Τεκμ. 4, αλλά και τη θέση του ιδίου του εφεσείοντος κατά τη δική του μαρτυρία ότι είχε όντως δώσει εντολές για αγοραπωλησία μετοχών στο λογαριασμό του (παρ. 5 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμ. Β), και ότι έδινε εντολές στον χρηματιστή του για πώληση μετοχών και ότι μέσω αυτού ενημερωνόταν κάθε 2-3 ημέρες για το τι πωλήθηκε και τι αγοράστηκε (σελ. 65-66 των πρακτικών). Να παρατηρηθεί εδώ ότι η θέση του εφεσείοντος στη μαρτυρία του ότι ουδέποτε λάμβανε είτε τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού, (Τεκμ. 5), οι οποίες επίσης κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, ή, τα πινακίδια συναλλαγής, ευλόγως κρίθηκε, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ως μη αληθής εφόσον ο ίδιος δέχθηκε ότι κάποιες επιστολές που του αποστέλλονταν στην ίδια διεύθυνση, τις λάμβανε, ενώ δέχθηκε ότι είχε ζητήσει και κατάσταση λογαριασμού σε κάποιο στάδιο γύρω στο 2000, αλλά δεν του εστάλη οτιδήποτε, ενώ αντιφατικά κατέθεσε ότι γνώριζε για τις συναλλαγές και ότι θεωρούσε, στη βάση των δικών του υπολογισμών, ότι ήταν υπερκαλυμμένος με το όριο. Άλλωστε, είναι ανακόλουθη η θέση που προβλήθηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμ. 12, δεν ήταν έγκυρη, με την χωρίς ένσταση αποδοχή των μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμ. 5.» Σε ανάλογες δε γραμμές κινήθηκε και η ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΟΥ κ.α. v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 325/2014, 7/4/2023, ECLI:CY:AD:2023:A135: «.η ικανοποίηση (ή όχι) των προαπαιτούμενων προς αποδοχή μαρτυρίας τού είδους που εννοείται στο Άρθρο 22, Κεφ.9 - και εν προκειμένω της Κατάστασης Λογαριασμού/Τεκμήριο 15 - δεν αποκλείει, στη συνήθη πορεία του πράγματος, την κατ' επιλογή του διαδίκου, παράλληλη ή και επάλληλη παρουσίαση άλλης παρόμοιας ή όμοιας αξιόπιστης (προφορικής ή και έγγραφης) μαρτυρίας προς απόδειξη (εν όλω ή εν μέρει), της αφορώσας απαίτησης, πέραν ή και εναλλακτικώς του Άρθρου 22, Κεφ.9 (βλ. κατ' αναλογίαν, Κόκκινου και Άλλης ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Π.Ε. 386/14, ημ. 20.3.23), ECLI:CY:AD:2023:A124. Στη βάση τούτης της αρχής λοιπόν (αλλά και κατά δικαιική λογική) - και πολύ σωστά - είναι που ενήργησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αντλώντας από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ (και όσα αποδεκτώς την επικούρησαν). Αυτό, επειδή, ο ΜΕ στη γραπτή του κατάθεση/Έγγραφο Α (έκτασης πέντε τόσων πυκνογραμμένων σελίδων), παρουσίασε μέσω και της (άνευ ενστάσεως των Εφεσειόντων) κατάθεσης αντίστοιχων τεκμηρίων (βλ. Τεκμήρια 1-16Β), όσα έπρεπε για στοιχειοθέτηση των συστατικών γνωμόνων τής διεκδίκησης των Εφεσίβλητων και τελεσφόρηση της Αγωγής.» Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν, ο ΜΕ1, επικαλούμενος την πρόσβαση που έχει στο ηλεκτρονικό αρχείο που αποκτήθηκε αυτούσιο από την Τράπεζα Κύπρου στα πλαίσια της μεταβίβασης που έγινε δυνάμει του αρ.18 Ν.169(Ι)/15, ισχυρίστηκε ότι οι καταστάσεις Τεκ.6, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν ως βάση για την ετοιμασία της κατάστασης Τεκ. 7, αποτυπώνουν πιστά το περιεχόμενο του τραπεζικού βιβλίου που τηρείτο από τη Τράπεζα Κύπρου σε σχέση με όλες τις συναλλαγές που γίνονταν κατά καιρούς στον συγκεκριμένο λογαριασμό και οι οποίες περιλαμβάνονταν στις καταστάσεις που είναι παραδεκτό ότι αποστέλλονταν στους εναγόμενους στη δηλωθείσα από αυτούς διεύθυνση. Η υπεράσπιση επέλεξε να μην προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία προς αμφισβήτηση του περιεχομένου των εν λόγω καταστάσεων και περιορίστηκε μόνο σε αντεξέταση του ΜΕ1 σε σχέση με το νόμιμο των χρεώσεων του τόκου που εκεί καταγράφονται να είχαν γίνει. Καθόλου όμως δεν αμφισβητήθηκε ότι είχαν όντως γίνει ως γεγονός οι χρεοπιστώσεις που οι εν λόγω καταστάσεις καταγράφουν να είχαν γίνει, ούτε και αμφισβητήθηκε το ότι οι χρεοπιστώσεις αυτές «εξηγούν», μαθηματικά τουλάχιστο, το πώς είναι που προκύπτουν τα ποσά που αξιώθηκαν με την αγωγή. Οι εξηγήσεις δε που έδωσε ο ΜΕ1 τόσο σε σχέση με το περιεχόμενο της αναλυτικής κατάστασης όσο και της αναδομημένης ήταν και σαφείς αλλά και λεπτομερείς. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι με την τελική της αγόρευση η πλευρά των εναγομένων επιχείρησε να υποδείξει διάφορα «προβλήματα» στα όσα περιέχονταν στις καταστάσεις που παρουσίασαν οι ενάγοντες, προβαίνοντας για το σκοπό αυτό σε διάφορες μαθηματικές και λογιστικές πράξεις. Με κάθε σεβασμό όμως προς την υπεράσπιση, οι πράξεις αυτές δεν τέθηκαν ποτέ ενώπιον του ΜΕ1 ή του Δικαστηρίου με τον ενδεδειγμένο επιστημονικό τρόπο, και ως εκ τούτου δεν μπορούν παρά να αγνοηθούν. Σε κάθε περίπτωση όμως, στο βαθμό που η υπεράσπιση επικαλείται τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ της αναλυτικής και της αναδομημένης κατάστασης για να υποστηρίξει τις επί του προκειμένου θέσεις της, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι είναι αυτονόητο και αναμενόμενο ότι θα υπάρχουν τέτοιες διαφορές μεταξύ μιας αναλυτικής και μιας αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού αφού «.η παρουσίαση αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού αποτελεί μια συνήθη πρακτική., ώστε να αφαιρούνται κάποιες χρεώσεις ή επιβολή επιτοκίων, προς ικανοποίηση του πελάτη και ενθάρρυνση για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης.» (βλ. ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΙΑΚΟΥΡΤΗ v. B2KAPITAL CYPRUS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 174/2015, 10/4/2024). Άλλωστε, αυτού του είδους οι αναδομήσεις αποτελούν συνήθη πρακτική σε τέτοιες υποθέσεις, η οποία έχει εγκριθεί από τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων GEOPET ALUMINIUM LTD κ.α. v. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 306/2014, 13/3/2024 και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ALIREZA SHARAFI κ.α., Αρ.αγωγής 510/2011, 9/11/2015 «.είναι έγγραφα βοηθητικά που καταρτίζονται για σκοπούς του δικαστικού αγώνα προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου και περιορισμό, στην προκειμένη περίπτωση, των επιδίκων θεμάτων. (βλ. Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, 1246-48)») Αποδέχομαι συνεπώς τη θέση του ΜΕ1 ότι η κατάσταση Τεκ.6 αντικατοπτρίζει πλήρως το τι έλαβε χώρα ως γεγονός κατά τη διάρκεια λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού καθώς επίσης και τη θέση ότι η αναδομημένη κατάσταση Τεκ.7 περιέχει τις ίδιες συναλλαγές πλην των όσων χρεώσεων τόκων και εξόδων έχουν αφαιρεθεί για τους λόγους που ο μάρτυς ανέφερε. Λαμβανομένης λοιπόν της ανωτέρω κατάληξης μου καθώς και των όσων έχω ήδη αναφέρει σε σχέση με νόμιμο της χρέωσης τόκων στον επίδικο λογαριασμό και δη των τόκων που ο ΜΕ1 ανέφερε και που περιέλαβε στην κατάσταση Τεκ.7, κρίνω τις συναλλαγές που καταγράφονται στο εν λόγω τεκμήριο, στη βάση του οποίου έχει περιοριστεί η επίδικη αξίωση, ως ορθές και νόμιμες και αποδέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ1 ενώ την περί του αντιθέτου μαρτυρία του εναγόμενου 3 την απορρίπτω. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, βρίσκω ότι οι εναγόμενοι ενσυνείδητα και με πλήρη επίγνωση και αντίληψη των πράξεων τους αποφάσισαν να συνάψουν τις επίδικες συμφωνίες υπό τους όρους που εκεί αναφέρονται και ότι στη βάση των συμφωνιών αυτών έλαβαν το όφελος που ήθελαν. Για λόγους όμως που αφορούν αποκλειστικά τους ίδιους τους εναγόμενους, αυτοί δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα και δεν ανταποκρίθηκαν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να λάβουν πρώτα σχετική προειδοποίηση και όταν δεν ανταποκρίθηκαν θετικά, η επίδικη σύμβαση νόμιμα και δικαιωματικά τερματίστηκε οπόταν και απαιτήθηκε από αυτούς όπως καταβάλουν άμεσα όλα τα οφειλόμενα ποσά. Σύμφωνα δε με την αναδομημένη κατάσταση Τεκ.7 επί της οποίας οι ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους και η οποία περιέχει τα ποσά που κρίνονται από το Δικαστήριο ότι ορθά και δικαιωματικά αξιώνονται από τους εναγόμενους, οι τελευταίοι όφειλαν κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής €117.940,26 πλέον τόκους, και στις 30/06/23 που «καταλήγει» η κατάσταση Τεκ.7, το ποσό των €191.770,81 πλέον τόκο 8% από 01/07/23 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο. Κρίνω συνεπώς ότι με την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσίασαν, οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό όλες τις πτυχές της υπόθεσης τους εναντίον των εναγομένων. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ως οι παρ. 20 Α, Β και Γ της οπισθογράφησης της Ε/Α με τη διαφορά όμως ότι ποσό που επιδικάζεται με την παράγραφο Γ θα είναι το ποσό των €191.770,81 πλέον τόκο 8% από 01/07/23 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι την 30/6 και την 31/12. Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ενάγοντες συνιστούν τους επιτυχόντες διαδίκους, αυτοί δικαιούνται ως είναι ο γενικός κανόνας τα έξοδα της διαδικασίας. Παρά ταύτα όμως δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι για 7 χρόνια προωθούνταν με την αγωγή αξιώσεις οι οποίες αποτελούσαν την ουσιαστικότερη ίσως βάση για την προβολή υπεράσπισης από πλευράς εναγομένων και μόνο όταν άρχισε η ακρόαση αποφασίστηκε να μην προωθηθούν οι αξιώσεις αυτές οπόταν και οι πλείστες θέσεις της άλλης πλευράς κατέστησαν άνευ αντικειμένου. Αν όμως ήταν από την αρχή ξεκάθαρες οι θέσεις και οι αξιώσεις που θα προωθούνταν κατά την ακρόαση- κάτι που όπως διαφάνηκε μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει με τον έγκαιρο καταρτισμό αναδομημένων καταστάσεων τουλάχιστο κατά το στάδιο της προδικασίας ( Καλλικάς Γιαννάκης ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238) - τότε πολύ πιθανόν να μην χρειαζόταν καν να γίνει ακρόαση, ή, αν χρειαζόταν, θα αφορούσε σε πολύ περιορισμένα θέματα. Η επιλογή επομένως των εναγόντων να περιμένουν μέχρι την ημέρα της ακρόασης για να ξεκαθαρίσουν τις προθέσεις τους και δη για να βοηθήσουν, όχι μόνο το δικαστικό αγώνα αλλά και την όλη διαδικασία, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως συμβολή από μέρος τους στη δημιουργία αχρείαστων εξόδων και ταλαιπωρίας, η οποία δεν μπορεί παρά να επηρεάσει το θέμα των εξόδων. Θα μπορούσε άλλωστε υπό διαφορετικές συνθήκες να λεχθεί ότι στο βαθμό που περιορίστηκαν οι συγκεκριμένες αξιώσεις, η επί του προκειμένου υπεράσπιση των εναγομένων ήταν βάσιμη. Για τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται μεν στα έξοδα της αγωγή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, όμως τα έξοδα αυτά θα είναι μειωμένα κατά το ½ και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 314Α.
(1)Πρόσωπο το οποίο κατά την παροχή οποιουδήποτε δανείου, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, λαμβάνει, εισπράττει, χρεώνει, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον οικονομικό όφελος ή περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το επιτόκιο αναφοράς, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου «επιτόκιο αναφοράς» σημαίνει το μέσο όρο των ετήσιων επιτοκίων, συμπεριλαμβανομένων προμηθειών, επιβαρύνσεων ή οποιωνδήποτε εξόδων χρεώνουν τα πιστωτικά ιδρύματα για καταναλωτικά δάνεια, αυξανόμενο κατά το ήμισυ, με ελάχιστη αύξηση πέντε ποσοστιαίες μονάδες και μέγιστη αύξηση μέχρι δέκα ποσοστιαίες μονάδες. Το επιτόκιο αναφοράς υπολογίζεται ανά τριμηνία από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία το δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. [2] Βλ. κατ' αναλογία τα λεχθέντα στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018, ECLI:CY:AD:2018:A67 [3] Διονά ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A250, Π.Ε. 182/2011, 24/5/2016 [4] Χατζηστυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β ΑΑΔ 989, ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ v. AQUA MASTERS LTD, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 340/2013, 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:A65 και ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ ν. UNIVERSAL LIFE INSURANCE CO LTD κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 144/2013, 16/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:A145, ECLI:CY:AD:2019:A145 [5] Παρατίθενται στο τέλος της απόφασης [i] Αρ.18.-
(2)(α) Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται από νομικό πρόσωπο που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 (εφεξής «ο εκχωρητής») προς οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 αγοραστές, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο της μεταβίβασης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από την πιστωτική διευκόλυνση, μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο αυτών μερών..
(3)(α) Από το χρόνο μεαβίβασης ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων υποκαθιστά τον εκχωρητή ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σε σχέση με και κατά τρόπο ώστε οποιαδήποτε εξασφάλιση λαμβάνεται από τον εκχωρητή, για σκοπούς διασφάλισης της αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης, να μεταβιβάζεται στον αγοραστή, να κρατείται και να είναι στη διάθεση του αγοραστή ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή της πιστωτικής διευκόλυνσης που μεταβιβάστηκε: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 19, οι εξασφαλίσεις περιλαμβάνουν και οποιεσδήποτε συμβάσεις εγγυήσεων και οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος. (β) Ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων έχει τα ίδια δικαιώματα, την ίδια σειρά προτεραιότητας και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και τις εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται σε αυτόν, όπως ο εκχωρητής. (γ) Η κατοχή οποιωνδήποτε εγγράφων, βιβλίων, αγαθών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του εκχωρητή σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο μεταβίβασης μαζί με όλα τα συναφή δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκχωρητή σε σχέση με τα εν λόγω έγγραφα, βιβλία, αγαθά ή άλλα περιουσιακά στοιχεία και, εν αναμονή οποιασδήποτε τέτοιας μεταβίβασης στην πράξη, ο εκχωρητής θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, βιβλίο, αγαθό ή άλλο περιουσιακό στοιχείο σε καταπίστευμα ή ως θεματοφύλακας (bailee), ανάλογα με την περίπτωση, αποκλειστικά προς όφελος του αγοραστή. (δ) Όλα τα έγγραφα, βιβλία, αρχεία και παραδοχές τα οποία αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία βάσει νόμου ή άλλως πως υπέρ ή εναντίον του εκχωρητή σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται, αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ ή εναντίον του αγοραστή κατά και μετά το χρόνο μεταβίβασης.
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής.και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται, δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία ή στο αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση, κατά το χρόνο της μεταβίβασης.
(5)Όπου σε οποιοδήποτε έγγραφο, οποτεδήποτε και αν έγινε ή εκτελέστηκε, περιέχεται ή εξυπακούεται οποιαδήποτε αναφορά στον εκχωρητή, τότε, στο βαθμό που τέτοιο έγγραφο αφορά οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση μεταβιβάζεται στον αγοραστή των πιστωτικών διευκολύνσεων, τέτοια αναφορά διαβάζεται, ερμηνεύεται και ισχύει ως αναφορά στον αγοραστή κατά και μετά το χρόνο μεταβίβασης, εκτός όπου το σχετικό κείμενο απαιτεί διαφορετικά.
(6)Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία, κατά τον χρόνο μεταβίβασης, καταχωρισθεί ή εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου.η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, γνωστοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος και στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της αναφερόμενης στο εδάφιο
(5)του άρθρου 19 γνωστοποίησης και η εν λόγω ειδοποίηση, γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.