ΚΩΣΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΚΕΔΙΠΕΣ), Αρ. Απαίτησης: 84/2024, 10/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 84/2024 I-Justice Μεταξύ:
- ΚΩΣΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Α.Δ.Τ. χχχ), χχχ, Πάφος
- ΦΩΣΤΗΡΑΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Α.Δ.Τ. χχχ), xxx, Πάφος
- ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Α.Δ.Τ. χχχ), χχχ, Πάφος
- ΝΙΚΟΛΕΤΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Α.Δ.Τ. χχχ), χχχ, Πάφος Εναγόντων και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΗΕ χχχ), χχχ Λευκωσία Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 13.03.24 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων Ημερομηνία: 10.10.24 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1-4/Αιτητές 1-4: κος Α. Μαθηκολώνης μαζί με κ. Α. Χατζηκωνσταντή για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κος Δ. Καλλής για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 13.03.24 οι Ενάγοντες υπέβαλαν Έντυπο Απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7 με το οποίο ζητούν την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει διαδικασίες εκποίησης των υποθηκών Υ1734/2017 και Υ1738/2017 που διεξήχθηκαν και προωθούνται, αμφότερες οι οποίες περιλαμβάνουν από δύο ενυπόθηκα, των οποίων λεπτομέρειες παρέχονται υπό το σημείο (Α) του εγγράφου. Η έκδοση του διατάγματος ζητείται στη βάση της θέσης τους ότι οι υποθήκες αλλά και τα συμφωνητικά έγγραφα που έχουν συνομολογηθεί σε σχέση μ' αυτές είναι, δυνάμει των άρθρων 23 & 24 του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149), παράνομα και χωρίς νομική ισχύ επειδή παραβιάζουν τα άρθρα 4, 5, 7, 8, 21
(1)(γ) και 21
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί. Αναφορικά με τη θέση τους αυτή οι Ενάγοντες επίσης διεκδικούν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Ακολούθησε η υποβολή Έκθεσης Απαίτησης στις 11.07.24 και της Υπεράσπισης στις 05.08.
- Στο σημείο αυτό οφείλω να σημειώσω ότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα. Ωστόσο δεν θα ασχοληθώ με το θέμα αυτό στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας και για σκοπούς εξέτασης του αντικειμένου της θα εκλάβω ότι το δικόγραφο αυτό υπεβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης χρονικής προθεσμίας. Την ίδια ημέρα που καταχωρίστηκε η παρούσα υπόθεση, οι Ενάγοντες προώθησαν δια κλήσεως ενδιάμεση αίτηση στην οποίαν αιτούνται την έκδοση των πιο κάτω προσωρινών διαταγμάτων, το λεκτικό των οποίων καταγράφω αυτούσιο: «
- Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει την συνέχιση ή/και διατάττει την αναστολή της διαδικασίας πώλησης ή/και ανάκτησης των ακινήτων από τους Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενους όπως αυτή προβλέπεται από τις διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ VΙΑ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965) ως έχει τροποποιηθεί αναφορικά με τα Ακίνητα με αρ. εγγραφής 4/260, Φύλλο/Σχέδιο 44/24W2, Τμήμα 4, Τεμάχιο 260, Είδος Ακινήτου: Χωράφι, στον Δήμο Πέγειας της Επαρχίας Πάφου, Εγγεγραμμένο Μερίδιο: ½, Υποθηκευμένο Μερίδιο: 1/2, ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 2 - ΦΩΣΤΗΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ - και αναφορικά με το Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/41208, Φύλλο/Σχέδιο 45/590404, Τμήμα 1, Τεμάχιο 666, Είδος Ακινήτου: Οικόπεδο, Εγγεγραμμένο Μερίδιο: όλο, Υποθηκευμένο Μερίδιο: το όλο, ιδιοκτησίας του Αιτητή - 1 Κώστα Κωνσταντίνου - μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και/ή
- Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει την συνέχιση ή/και διατάττει την αναστολή της διαδικασίας πώλησης ή/και ανάκτησης των ακινήτων από τους Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενους όπως αυτή προβλέπεται από τις διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965) ως έχει τροποποιηθεί αναφορικά με τα Ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/46195, Φύλλο/Σχέδιο 45/6133V01, Τμήμα 1, Τεμάχιο ΕΠΙ 1212, Είδος Ακινήτου: ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ αρ. 1 ΧΩΡΟΣ αρ. 2 στο υπόγειο, εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, υποθηκευμένο μερίδιο το όλο, ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 2 - ΦΩΣΤΗΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ - και αναφορικά με το Ακίνητο με αρ. εγγραφής 2/220, Φύλλο/Σχέδιο 45/17W2, Τμήμα 2, Τεμάχιο 220, Είδος Ακινήτου Αμπέλι, εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, υποθηκευμένο μερίδιο το όλο ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 2 - ΦΩΣΤΗΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ - μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και/ή
- Οποιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια και πρέπουσα υπό τας περιστάσεις.
- Τα έξοδα της παρούσας Αιτήσεως.» Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ' άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4 & 9 του Κεφ.6, τα Μέρη 23 & 25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, τα άρθρα 23 & 24 του Κεφ.149, τα άρθρα 4, 5, 7, 8, 21
(1)(γ),
(2)και 44Β
(3)του Ν.9/1965, το άρθρο 42 του Περί Ερμηνείας Νόμου (Κεφ. 1), οι αρχές επιείκειας περιλαμβανομένης της αρχής «equity of redemption» και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Ενάγοντες δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς υποστήριξη της. Στην ένορκη δήλωση η ομνύουσα αναφέρει τους λόγους που σύμφωνα με την ίδιαν πληρούν τις προϋποθέσεις για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων που αξιώνονται. Επικαλείται γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και τα οποία η ίδια θεωρεί ότι δικαιολογούν τους ισχυρισμούς της περί παράνομων και άκυρων εγγράφων που αφορούν τα επίμαχα ενυπόθηκα ακίνητα. Το σύνολο των γεγονότων που προβάλλονται προδιαγράφουν την εκδοχή των Εναγόντων. Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι η υπόθεση αφορά δύο υποθήκες με αρ. Υ1734/2017 (στο εξής η «1η υποθήκη») και Υ1738/2017 (στο εξής η «2η υποθήκη) του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. Η 1η υποθήκη περιλαμβάνει δύο ακίνητα. Το πρώτο με εγγεγραμμένο μερίδιο ½ στο όνομα της ομνύουσας είναι υποθηκευμένο το όλο ενώ το δεύτερο ανήκει αποκλειστικά στον σύζυγο της, Εναγόμενο 2 που είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του με υποθηκευμένο μερίδιο το όλο. Η 2η υποθήκη περιλαμβάνει επίσης δύο ακίνητα. Μοναδικός εγγραμμένος ιδιοκτήτης τους είναι η ενόρκως δηλούσα με υποθηκευμένο μερίδιο το όλο και στα δύο. Στο δε ένα από τα δύο και συγκεκριμένα στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 2/220 βρίσκεται η κύρια κατοικία της οικογένειας της ομνύουσας με την ίδια, τον σύζυγο της (Ενάγοντα 2), τον υιό της, τις δύο θυγατέρες της (Ενάγουσες 3 & 4), τον σύζυγος και το παιδί μίας εκ των θυγατέρων της να διαμένουν όλοι σ' αυτήν. Σύμφωνα με την ομνύουσα, στο ένα ακίνητο της 1ης υποθήκης στο οποίο είναι εγγραμμένη ιδιοκτήτρια με μερίδιο ½ ουδέποτε έθεσε την υπογραφή της στη σχετική σύμβαση και δήλωση υποθήκης για να υποθηκευτεί. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως αυτού, είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι τα έγγραφα υποθηκών τόσο σε σχέση τόσο με το πιο πάνω ακίνητο όσο και με τα υπόλοιπα τρία υποθηκευμένα ακίνητα περιέχουν όρους μέσα από τους οποίους δύναται να απαιτηθούν ποσά πέραν από αυτά των υποθηκών πλέον τόκο και έξοδα για την είσπραξη των ποσών των υποθηκών, όπως για παράδειγμα δικαιώματα, προμήθειες, έξοδα ασφάλειας ζωής, διοικητικά έξοδα κ.λ.π., πράγμα που παραβιάζει πρόνοιες των άρθρων 8, 21
(1)(γ) &
(2)του Ν.9/
- Σύμφωνα με την ομνύουσα, το περιεχόμενο των επίμαχων συμβάσεων και δηλώσεων υποθήκης ακινήτων δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που επιτακτικά απαιτούνται από το Δεύτερο Παράρτημα του Ν.9/1965 (Τύπος Β), το οποίο, όπως είπε, θα πρέπει να εφαρμόζεται και ερμηνεύεται ως νόμος σύμφωνα με το άρθρο 42 του Κεφ.
- Επιπλέον σε ότι αφορά τον τόκο, η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι ο τόκος που αναφέρεται στα έγγραφα υποθήκης δεν είναι ξεκάθαρος ως νομοθετικά προνοείται αλλά περιλαμβάνει μεταβλητά στοιχεία που δύναται να μεταβάλουν το ποσοστό του οποτεδήποτε και ανά πάσα στιγμή στην απόλυτη κρίση της Εναγομένης. Προς ενίσχυση της θέση της η ομνύουσα παραπέμπει σε διάφορους όρους από τα έγγραφα υποθήκης. Κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 5 του Ν.9/1965 σε συνδυασμό με τα άρθρα 23 & 24 του Κεφ.149, είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι οι επίδικες υποθήκες και τα έγγραφα τους είναι παράνομα και άκυρα εξ' υπαρχής επειδή περιέχουν όρους που απαγορεύονται από την ισχύουσα νομοθεσία και επειδή παραβιάζουν το δόγμα του «equitable right of redemption» αφού οι Ενάγοντες δεν γνωρίζουν ποιο είναι το ανώτατο ποσό που δικαιούνται να πληρώσουν για να εξαλειφθούν οι υποθήκες και να αποφευχθεί η εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Επιπρόσθετα η ομνύουσα προβάλλει τη θέση ότι οι πλειστηριασμοί ημερ. 14.11.23 των εν λόγω ενυπόθηκων ακινήτων και γενικά οι διαδικασίες εκποίησης τους είναι παράνομες και/ή άκυρες επειδή η Εναγόμενη ουδέποτε απέστειλε Ειδοποίηση Τύπου «Θ». Εκτός από την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες προώθησαν την αίτηση ημερ. 17.04.24 στην οποίαν ζήτησαν και στις 22.04.24 πέτυχαν την έκδοση των πιο κάτω προσωρινών διαταγμάτων με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης: «
- ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο απαγορεύει την συνέχιση ή/και διατάττει την αναστολή της διαδικασίας πώλησης ή/και ανάκτησης των ακινήτων από τους Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενους όπως αυτή προβλέπεται από τις διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ VΙΑ του Περί και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965) ως έχει τροποποιηθεί αναφορικά με τα Ακίνητα με αρ. εγγραφής 4/260, Φύλλο/Σχέδιο 44/24W2, Τμήμα 4, Τεμάχιο 260, Είδος Ακινήτου: Χωράφι, στον Δήμο Πέγειας της Επαρχίας Πάφου, Εγγεγραμμένο Μερίδιο: ½, Υποθηκευμένο Μερίδιο: 1/2, ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 2 - ΦΩΣΤΗΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ - και αναφορικά με το Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/41208, Φύλλο/Σχέδιο 45/590404, Τμήμα 1, Τεμάχιο 666, Είδος Ακινήτου: Οικόπεδο, Εγγεγραμμένο Μερίδιο: όλο, Υποθηκευμένο Μερίδιο: το όλο, ιδιοκτησίας του Αιτητή - 1 Κώστα Κωνσταντίνου, μέχρι εκδικάσεως και αποπερατώσεως της ενδιάμεσης Αίτησης ημερομηνίας 13/03/2024 και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο απαγορεύει την συνέχιση ή/και διατάττει την αναστολή της διαδικασίας πώλησης ή/και ανάκτησης των ακινήτων από τους Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενους όπως αυτή προβλέπεται από τις διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965) ως έχει τροποποιηθεί αναφορικά με τα Ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/46195, Φύλλο/Σχέδιο 45/6133V01, Τμήμα 1, Τεμάχιο ΕΠΙ 1212, Είδος Ακινήτου: ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ αρ. 1, ΧΩΡΟΣ αρ.2 στο υπόγειο, Εγγεγραμμένο Μερίδιο το όλο, υποθηκευμένο Μερίδιο το όλο, ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 2 - ΦΩΣΤΗΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ - και αναφορικά με το Ακίνητο με αρ. εγγραφής 2/220, Φύλλο/Σχέδιο 45/17W2, Τμήμα 2, Τεμάχιο 220, Είδος Ακινήτου Αμπέλι, Εγγεγραμμένο Μερίδιο το όλο, Υποθηκευμένο Μερίδιο το όλο ιδιοκτησία της Αιτήτριας 2 - ΦΩΣΤΗΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ - μέχρι εκδικάσεως και αποπερατώσεως της ενδιάμεσης Αίτησης ημερομηνίας 13/03/2024 και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η Εναγόμενη αντέδρασε στις 16.04.24 με την καταχώρηση εντύπου ένστασης στην υπό κρίση αίτηση επί 25 λόγων. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ' αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η νομική βάση της ένστασης της Εναγομένης είναι παρόμοια μ' αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπλέον αναφορά στα άρθρα 80 & 81 του Κεφ. 224, στα άρθρα 23, 26, 28 & 30 του Συντάγματος και στην αρχή του «delegate non potest delegare». Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Ανδρέα Ανδρέου, ο οποίος από την 01.02.18 εργάζεται στην εταιρεία Dovalue Cyprus Limited (πρώην Altamira Asset Management (Cyprus) Limited). Η εταιρεία Dovalue Cyprus Limited ενεργεί, δυνάμει σχετικής συμφωνίας, για λογαριασμό της Εναγομένης και της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λίμιτεδ) αναλαμβάνοντας τη διαχείριση αριθμού πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων, μία από τις οποίες είναι η παρούσα περίπτωση χορήγησης δανείου που σχετίζεται με την υπόθεση αυτή. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη της Εναγομένης τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Παράλληλα προβάλλονται γεγονότα που παραπέμπουν στην παρούσα υπόθεση από την γωνία αντίληψης της Εναγομένης, στη βάση των οποίων θεωρεί ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους της. Τα επικαλούμενα γεγονότα σκιαγραφούν την εκδοχή της Εναγομένης στην παρούσα υπόθεση. Οι §22 & §23 της ΕΔ Ανδρέου συνοψίζουν τις θέσεις της Εναγομένης και θεωρώ χρήσιμο να τις αναφέρω. Συγκεκριμένα η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τα αιτούμενα ενδιάμεσα διατάγματα δεν πρέπει να εκδοθούν για τους εξής λόγους: (α) η Ενάγουσα 1 στην ένορκη δήλωση της δεν αναφέρει ρητά ότι είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα ενδιάμεσα διατάγματα, (β) οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει κατεπείγον θέμα, (γ) η υπό κρίση αίτηση δεν πληροί καμία από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς επίσης δεν δικαιολογείται η παράμετρος του 'ισοζυγίου της ευχέρειας', (δ) η αίτηση και τα προσωρινά διατάγματα που επιδιώκονται έχουν προληπτικό σκοπό αφού οι Ενάγοντες δεν έχουν αποφασίσει εάν θα ακολουθήσουν τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 44ΙΑ που επικαλούνται ή εάν θα προχωρήσουν όπως προβλέπεται στα άρθρα 44Ζ ή 44Η του Ν.9/1965, (ε) η αίτηση υποβάλλεται καταχρηστικά, κακόπιστα και για εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού (δηλαδή για προστατευτικό και/ή προληπτικό σκοπό) αφού οι Ενάγοντες, ενώ επικαλούνται ως λόγο ακυρότητας των υποθηκών την έλλειψη γνώσης για το συγκεκριμένο ποσό που η υποθήκη καλύπτει ώστε αν το πληρώσουν να εξαλειφθούν οι εν λόγω υποθήκες και να αποφευχθεί η εκποίηση των υποθηκευμένων ακινήτων, δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια προς την Εναγόμενη ώστε να πληροφορηθούν για το ύψος του οφειλομένου ποσού ή για να διευθετήσουν ή για να αναδιαρθρώσουν τα δάνεια τους παρά μόνο προχώρησαν στην έγερση της παρούσας αγωγής και προώθησαν την υπό κρίση αίτηση με σκοπό να ανακόψουν τη διαδικασία εκποίησης τους προκειμένου να αποφύγουν συμμόρφωση με συμβατικές υποχρεώσεις τους σχετικά με τα δάνεια και έτσι να αποφύγουν και/ή καθυστερήσουν την πληρωμή οφειλομένων ποσών στην Εναγόμενη. Είναι ακόμη η θέση της Εναγομένης ότι οι Ενάγοντες επικαλέστηκαν τα ίδια γεγονότα και προέβαλαν τους ίδιους ισχυρισμούς και νομικά σημεία στα πλαίσια των Αιτήσεων/Εφέσεων αρ. 244-247/23 του Ε.Δ. Πάφου στην προσπάθεια τους να ακυρώσουν τον πλειστηριασμό ημερ. 14.11.23, τα οποία όμως απορρίφθηκαν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την Εναγόμενη, αυτά είναι δεδομένα που δημιουργούν δεδικασμένο στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών σημειώνει ότι το περιεχόμενο των συμβάσεων και δηλώσεων υποθήκευσης προσδιορίζουν τα χρηματικά ποσά που έχει υποχρέωση ο ενυπόθηκος οφειλέτης να πληρώσει καθώς επίσης καθορίζουν το χρόνο καταβολής τους. Κατά τη γνώμη του τα έγγραφα υποθήκης καταρτίστηκαν νόμιμα και νομότυπα. Το δε περιεχόμενο των εγγράφων αυτών δεν παραβιάζει πρόνοιες του Ν.9/
- Η αναφορά σε προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των υποθηκών, οι οποίες σε τελευταία ανάλυση περιέχουν νόμιμους όρους και εγγράφηκαν νόμιμα. Η δε νομιμότητα και εγκυρότητα των υποθηκών δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας επειδή πρόκειται για απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί στην παρούσα αγωγή. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές και προφορικές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι αμφότερες πλευρές διαδραμάτισαν εποικοδομητικό ρόλο ώστε να ολοκληρωθεί απρόσκοπτα η εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Στο βαθμό που μπορούσαν όχι μόνο δεν δυσκόλεψαν το έργο του Δικαστηρίου αλλά αντίθετα το υποβοήθησαν, πράγμα που τους πιστώνεται. Ο τρόπος που αμφότερες πλευρές, δια των συνηγόρων τους, αντιμετώπισαν το Δικαστήριο αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση. Δεν υπήρξε αχρείαστη αντιπαράθεση ενώ οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν τις νομικές θέσεις τους με σαφήνεια και συγκροτημένα. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Στη βάση προσεκτικής ανάγνωσης των εγγράφων που έχουν τεθεί ενώπιον μου, παρατηρώ ότι ο 25ος λόγος ένστασης δεν προωθείται. Η ένορκη δήλωση του κυρίους Ανδρέου δεν αγγίζει το θέμα που εγείρεται μέσα από το λόγο ένστασης αυτό ενώ κανένας νομικός σχολιασμός γίνεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του. Εκλαμβάνω ότι η θέση αυτή έχει εγκαταλειφθεί. Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω θέση της Εναγομένης στερείται θεμελίωσης και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Προχωρώ με το παράπονο της Εναγομένης ότι η «αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα». Πρόκειται για τον 13ο λόγο ένστασης. Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία, εδώ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως, αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι' αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ' ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος. Επομένως η πιο πάνω αναφορά των Εναγομένων θα είχε βαρύνουσα έως καταλυτική σημασία αν στα πλαίσια της αίτησης αυτής εξεταζόταν κατά πόσο δικαιολογείται η συνέχιση ή όχι ενδιάμεσου διατάγματος που είχε εκδοθεί μονομερώς. Ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλω να υπενθυμίσω ότι από την αρχή η παρούσα αίτηση προωθήθηκε δια κλήσεως. Αυτό σημαίνει ότι η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε στην Εναγόμενη, οι οποίοι από την αρχή έλαβαν γνώση της αίτησης αυτής και του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που τη συνοδεύουν. Μ' αυτόν τον τρόπο η Εναγόμενη αμέσως συμμετείχε στην παρούσα διαδικασία και προωθώντας την ένσταση της παρουσίασε τις δικές της θέσεις προτού το Δικαστήριο αποφασίσει για την τύχη της παρούσας αίτηση. Με βάση το δεδομένο αυτό δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης υποχρέωσης για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και κατ' επέκταση απόκρυψης στοιχείων επειδή η Εναγόμενη προστατεύεται από τέτοια τυχόν παραπλάνηση με την ευκαιρία που έχει από την αρχή να παραθέσει τις δικές της θέσεις, γεγονότα και στοιχεία στο Δικαστήριο προτού κριθεί κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, πράγμα που έχει πράξει. Εν πάση όμως περιπτώσει, η Ενάγουσα αποδίδει απόκρυψη γεγονότων στους Ενάγοντες για το ότι «παρόλο ότι παραδέχονται την σύναψη του Δανείου και των υποθηκών δεν έχουν αναφέρει εάν είναι οι ίδιοι διατεθειμένοι στο μέλλον να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έναντι του αντιδίκου τους .» [γραπτή αγόρευση συνηγόρου Εναγομένης σελίδες 29-30]. Με κάθε σεβασμό στην πλευρά της Εναγομένης, η πιο πάνω τοποθέτηση τους δεν συνιστά γεγονός. Πρόκειται για θέση η οποία εκφράζει μία υποκειμενική αντίληψη. Η αναφορά για εκδήλωση πρόθεσης ουδεμία σχέση έχει με τη νομική αρχή της υποχρέωσης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Η ύπαρξη της δεν θα προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου όταν θα εξετάζει το πραγματικό και νομικό πλαίσιο για να καταλήξει αν δικαιολογείται ή όχι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, πάντοτε για σκοπούς και μόνο του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Κατά συνέπεια ο λόγος ένστασης αυτός δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επίσης η Εναγόμενη επικαλείται ότι «Η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη» (14ος λόγος ένστασης). Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης πραγματεύεται το θέμα αυτό μέσα από τη γραπτή αγόρευση του (σελίδες 30-36). Ο εν λόγω συνήγορος αναπτύσσει με επιμέλεια και ικανότητα τα νομικά επιχειρήματα του παραπέμποντας το Δικαστήριο σε νομολογία που κατά τη γνώμη του υποστηρίζει τη θέση της Εναγομένης. Η πλευρά της Εναγομένης επικαλείται ολιγωρία από μέρους των Εναγομένων να προβάλουν τους ισχυρισμούς που προβάλουν σήμερα και καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Μάλιστα η Εναγόμενη θεωρεί ότι η καθυστέρηση αυτή συνιστά κατάχρηση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Είναι γεγονός ότι όταν κάποιος επιθυμεί την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, είτε μέσω μονομερούς αίτησης είτε δια κλήσεως αίτηση, θα πρέπει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση και δίχως να ολιγωρήσει. Πράγματι η εγγραφή των δύο επίμαχων υποθηκών το έτος 2017, ως εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγήθηκαν στους Ενάγοντες εκείνη την περίοδο, καθιστά αντιληπτό ότι η υπό κρίση αίτηση θα μπορούσε να είχε καταχωριστεί ενωρίτερα. Βέβαια εδώ οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι συγκεκριμένοι όροι από τα έγγραφα υποθήκης στους οποίους κάνουν αναφορά παραβιάζουν πρόνοιες των άρθρων 8, 21
(1)(γ) &
(2)του Ν.9/1965. Οι Ενάγοντες περιγράφουν μία κατάσταση που σύμφωνα μ' αυτούς δημιουργήθηκε από την Εναγόμενη και είναι παράνομη, η οποία συνεχίζει να διατηρεί το ίδιο, κατά τους ιδίους, παράνομο καθεστώς που παραβιάζει τη νομοθεσία. Σε τελευταία ανάλυση, οι Ενάγοντες επικαλούνται επιλήψιμη συμπεριφορά από μέρους της Εναγομένης στα πλαίσια διαφόρων διαδικασιών εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων και αφορά παραβίαση νομοθετικών προνοιών που υφίσταται μέχρι σήμερα. Όταν υπάρχει ισχυρισμός για επαναλαμβανόμενη επιλήψιμη συμπεριφορά, όπως είναι εδώ η παρούσα περίπτωση, η νομολογία υποδεικνύει ότι δεν θα πρέπει τυχόν αμέλεια ή ολιγωρία που επιδεικνύεται στην καταχώρηση αγωγής και προώθηση αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία ακόμη και πάνω σε μονομερή βάση, να αποβαίνει μοιραία ή έστω να επενεργεί ως εμπόδιο για την απόδοση προσωρινής θεραπείας προς αποτροπή άλλων περαιτέρω κατ' ισχυρισμό παράνομων πράξεων τιμωρώντας έτσι τον αιτητή για προηγούμενη αδράνεια του. Χρήσιμη αναφορά αντλείται από την υπόθεση Πλακίδη δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου αυτής Χαράλαμπου Ιωαννίδη v. Nomisko Developers Ltd
(2010)1Α Α.Α.Δ. 577 όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: «Το γεγονός ότι ένας διάδικος είτε συνειδητά κατόπιν δικής του επιλογής, είτε κατόπιν αμέλειας ή ολιγωρίας παραλείπει να προσφύγει στο Δικαστήριο προσβάλλοντας μια κατά τον ισχυρισμό του παράνομη ή δόλια πράξη, αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να εκληφθεί εναντίον του ως εμπόδιο στην απόδοση προσωρινής θεραπείας όταν μεσολαβήσει μια δεύτερη κατ' ισχυρισμό παρανομία προς όφελος τρίτου προσώπου η οποία δημιουργεί νέα αρνητικά τετελεσμένα και ενώ αποδεικνύει ο αιτητής ότι επαπειλείται και συνέχεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, ένας αιτητής θα υποστεί τις συνέπειες της όποιας τυχόν αδράνειάς του σε σχέση με τις περιπλοκές οι οποίες δημιουργούνται λόγω απόκτησης δικαιωμάτων από τρίτα πρόσωπα και των γενικότερων δυσκολιών που δυνατόν να δημιουργηθούν. Δεν δικαιολογείται όμως το Δικαστήριο υπό τέτοιες συνθήκες να αρνηθεί να αποδώσει θεραπεία αποτροπής άλλων, περαιτέρω και διαφορετικών κατ' ισχυρισμό, παράνομων ή δόλιων πράξεων, ουσιαστικά ως τιμωρία για τυχόν προηγούμενη αδράνεια του αιτητή.» Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις όπου η παρατηρούμενη ολιγωρία εκδήλωσης αντίδρασης και κατ' επέκταση η καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης δεν είναι ικανά από μόνα τους να σταθούν εμπόδιο στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης για εξέταση. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ζητήματα, να σημειωθεί πως σε ότι αφορά τη θέση των Εναγόντων ότι στο ένα ακίνητο της 1ης υποθήκης στο οποίο η Ενάγουσα 1 είναι εγγραμμένη ιδιοκτήτρια με μερίδιο ½ ουδέποτε έθεσε την υπογραφή της στη σχετική σύμβαση και δήλωση υποθήκης για να υποθηκευτεί, ισχύει το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 14.11.23 στα πλαίσια της αγωγής 996/20 Ε.Δ. Πάφου αναφορικά με το ζήτημα της ολιγωρίας και καθυστέρησης. Συνεπώς η θέση αυτή των Καθ' ων η αίτηση, στο βαθμό και την έκταση που δεν αφορά το ακίνητο της 1ης υποθήκης, κρίνεται αβάσιμη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Περαιτέρω η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η προώθηση της υπό κρίση αίτησης συνιστά κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Εξ όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό το ζήτημα της κατάχρησης εμπεριέχεται σε μέρος του 6ου λόγου ένστασης, στον 22ο λόγο ένστασης, σε μέρος του 23ου λόγου ένστασης και στον 24ο λόγο ένστασης. Η κατάχρηση συνδέεται με το ζήτημα της καθυστέρησης αλλά και με τη θέση ότι τα ζητήματα αυτά εγέρθηκαν προηγουμένως στις Αιτήσεις/Εφέσεις Αρ. 244-247 του Ε.Δ. Πάφου και στην ενδιάμεση αίτηση ημερ. 09.11.23 στα πλαίσια της αγωγής αρ. 996/20 του Ε.Δ. Πάφου. Ανασκόπηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας δύναται να λάβει διάφορες μορφές και το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων. Η εξέταση της πραγματοποιείται στη βάση συμφυών εξουσιών που το δικαστήριο διαθέτει (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα (πιο πάνω) σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» (βλ. επίσης Αίτηση της Beograska ΔΔ
(1996)1 Α.Α.Δ. 911).» Επίσης στην David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142 λέχθηκε ότι «Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». Στην υπόθεση Εμπεδοκλή κ.α. v. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε τη γενική εποπτεία και έλεγχο όλων των διαδικασιών ενώπιον του με αποτέλεσμα την καταστολή καταχρηστικών διαδικασιών. Ο έλεγχος της διαδικασίας επιβάλλει όπως διασφαλίζεται απρόσκοπτη δικονομική και ουσιαστική τάξη στην όλη διαδικασία με ενιαία προσέγγιση. Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φώς των συγκεκριμένων γεγονότων. (δέστε Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 A.A.Δ. 217).» [Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]. Το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή ανακοπής και απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Επειδή πρόκειται για εξουσία που συνιστά κατ' εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3) (πιο πάνω)). Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η θέση της Εναγομένης περί κατάχρησης εδράζεται σε δύο πτυχές. Σε ότι αφορά το σκέλος που συνδέεται με το ζήτημα καθυστέρησης και ολιγωρίας, ισχύει το σκεπτικό μου που εξηγήθηκε πιο πάνω για τον 14ο λόγο ένστασης. Παραπέμπω σ' αυτό χωρίς να χρειάζεται να αναφέρω οτιδήποτε περισσότερο. Σε σχέση με την πτυχή που σχετίζεται με προαναφερόμενες υποθέσεις, μπορεί να λεχθεί ότι τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση είναι εντελώς διαφορετικά με τα θέματα που εξετάστηκαν στις Αιτήσεις/Εφέσεις Αρ. 244-247 του Ε.Δ. Πάφου. Αρκεί να αναφέρω ότι στις εν λόγω αιτήσεις/εφέσεις τα θέματα που κρίθηκαν αφορούσαν προσβολή της επίδοσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και ότι το έγγραφο αυτό δεν πληρούσε τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις, λόγοι που εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)του Μέρους VIA του Ν.9/1965, όπως ίσχυε τότε, στις οποίες εξαντλητικά καταγράφονται οι λόγοι που δύναται να εξεταστούν με το συγκεκριμένο ένδικο μέσο (Αίτηση της χχχ Παπακόκκινου, Πολιτική Έφεση Αρ. 110/2019 ημερομηνίας 18.02.20). Αντίθετα στην παρούσα υπόθεση εγείρονται διαφορετικά θέματα, στα οποία έχω κάνει αναφορά κατά την ενασχόληση μου με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας 1 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Ωστόσο τα πράγματα διαφοροποιούνται στην περίπτωση της αγωγής αρ. 996/20 που εγέρθηκε από την Εναγόμενη (ως ενάγουσα) εναντίον των Εναγόντων (ως εναγομένων) και εκκρεμεί προς εκδίκαση στο Ε.Δ. Πάφου. Η αγωγή αυτή (αγωγή αρ. 996/20) αφορά τόσο τις συμφωνίες πιστωτικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη όσο και τις εξασφαλίσεις αυτών, περιλαμβανομένου των επίμαχων υποθηκών και τα έγγραφα αυτών. Με λίγα λόγια, η παρούσα υπόθεση περιορίζεται στις δύο επίμαχες υποθήκες που πηγάζουν από τις ίδιες πιστωτικές διευκολύνσεις μ' αυτές στην αγωγή αρ. 996/20 ενώ η τελευταία καλύπτει τα έγγραφα πιστωτικών διευκολύνσεων και εκτός από τα έγγραφα των δύο επίμαχων υποθηκών ασχολείται και με τα έγγραφα άλλης επιπρόσθετης υποθήκης. Στην αγωγή αρ. 996/20 οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν ακύρωση των συμφωνητικών εγγράφων πιστωτικής διευκόλυνσης καθώς και των εγγράφων υποθήκης, περιλαμβανομένου των δύο επίμαχων υποθηκών και εξάλειψης τους λόγω, μεταξύ άλλων, παρανομίας, Στη δε παρούσα υπόθεση οι Εναγόμενοι απαιτούν ακύρωση των εγγράφων των επίμαχων υποθηκών και εξάλειψη τους λόγω παρανομίας για άλλους όμως λόγους που επικαλούνται. Ένα από τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση είναι η θέση των Εναγόντων ότι στο ένα ακίνητο της 1ης υποθήκης στο οποίο η Ενάγουσα 1 είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια με μερίδιο ½ ουδέποτε έθεσε την υπογραφή της στη σχετική σύμβαση και δήλωση υποθήκης για να υποθηκευτεί. Μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που ήδη δικογραφείται στην αγωγή αρ. 996/20 και αποτελεί μέρος της εκδοχής των Εναγόντων στα πλαίσια της υπεράσπισης & ανταπαίτησης τους που προβάλλουν ως εναγόμενοι που είναι εκεί με ενάγοντες τους εδώ εναγομένους. Αναφορικά δε με τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση, τα οποία έχω αναφέρει προηγουμένως και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω, είναι ζητήματα που θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στο δικόγραφο της υπεράσπισης & ανταπαίτησης των Εναγόντων στα πλαίσια της εκκρεμούσας αγωγής αρ. 996/
- Εάν κάποιος αναγνώσει τα δικόγραφα της αγωγής αρ. 996/20 (Τεκμήρια 1 & 2 στην ΕΔ Ενάγουσας 1) και τα συγκρίνει μ' αυτά στην παρούσα υπόθεση, θα το διαπιστώσει. Επομένως, υπό το φως της καταχώρισης της αγωγής αρ. 996/20, θα έλεγα ότι η προώθηση ζητημάτων μέσω της παρούσας υπόθεσης που πραγματεύεται τα ίδια έγγραφα υποθηκών που σχετίζονται με τις ίδιες πιστωτικές διευκολύνσεις και παραπέμπει στα ίδια γεγονότα, για τα οποία ζητούνται οι ίδια θεραπείες, θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στην πρώτη αγωγή που η εκδίκαση της εκκρεμεί (αγωγή αρ. 996/20). Εναλλακτικά μπορούσε και/ή δύναται να επιχειρηθεί η ενσωμάτωση τους στην αγωγή αρ. 996/20 με τη λήψη του κατάλληλου δικονομικού διαβήματος. Τίποτε από αυτά έχει γίνει χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Αντ' αυτού οι Ενάγοντες επανέρχονται μετά από 4 χρόνια να καταχωρήσουν επιπρόσθετη απαίτηση που όπως λέχθηκε είναι επί των ιδίων γεγονότων και να ζητήσουν ίδιες θεραπείες μ' αυτές στην αγωγή αρ. 996/20 επικαλούμενοι ίδιες θέσεις αλλά και νέες τοποθετήσεις που τους ήταν γνωστές από την αρχή. Παράλληλα προωθούν την υπό κρίση αίτηση για εξέταση ζητημάτων, ορισμένα από τα οποία ήδη κρίθηκαν στην ενδιάμεση αίτηση ημερ. 09.11.23 επίσης για έκδοση ιδίας φύσεως προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια της αγωγής αρ. 996/20 και μερικά από τα οποία θα μπορούσαν να είχαν τεθεί για εξέταση στην προηγούμενη αυτή αίτηση. Δεν βλέπω πως τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα των Εναγόντων θα μπορούσαν να επηρεαστούν δυσμενώς αν εφάρμοζαν οτιδήποτε από τα πιο πάνω. Αντίθετα αν κάποιου τα συμφέροντα και/ή δικαιώματα επηρεάζονται αρνητικά, αυτό το άτομο μπορεί να λεχθεί ότι είναι η Εναγόμενη, η οποία υποχρεωτικά εμπλέκεται σε δεύτερη δικαστική διαδικασία για τα ίδια γεγονότα και έγγραφα από τους ίδιους διαδίκους, δηλαδή τους Ενάγοντες, οι οποίοι ήδη προώθησαν ανταπαίτηση τους στην αγωγή αρ. 996/20, με ότι αυτό συνεπάγεται. Είναι η κατάληξη μου ότι τα πιο πάνω συνιστούν κατάχρηση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς οι λόγοι ένστασης που ασχολούνται με το ζήτημα της 'κατάχρησης' επιτυγχάνουν. Θα εξετάσω ευθύς μαζί τους λόγους ένστασης αρ. 1-5, 7, 8, 10-12 & 15-21 επειδή άπτονται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Είναι βασικά η θέση των Εναγομένων ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Ενάγοντες θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται. Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό εξετάστηκε σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όταν επιζητείται διάταγμα που να δεσμεύει το ακίνητο από αποξένωση ή επιβάρυνση, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής έρεισμα στη νομική βάση αποτελεί και το άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Αν η περιουσία είναι το αντικείμενο της αγωγής τότε το άρθρο 4 αποκτά αυτοτέλεια και μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα των γενικότερων προϋποθέσεων του άρθρου
- Όμως, όπου η περιουσία δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής, τότε η αίτηση εξετάζεται με βάση τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, οι οποίες είναι ευρύτερης εφαρμογής από ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου
- Επομένως το άρθρο 32 του Ν.14/60 καλύπτει όλες τις περιπτώσεις έκδοσης διαταγμάτων (δηλαδή καλύπτει την έκδοση όλων των ειδών διαταγμάτων - διηνεκών και παρεμπιπτόντων) ενώ το άρθρο 4 του Κεφ.6 εφαρμόζεται στην ειδική περίπτωση που έχει αναφερθεί αμέσως προηγουμένως στα πλαίσια έκδοσης μόνο παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Διατάγματα-Injunctions' σελίδες 38-41 και 101-197). Σχετικές είναι οι υποθέσεις Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836 και Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1759. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Για να ισχύει το άρθρο 4 του Κεφ.6, η περιουσία επί της οποίας επιδιώκεται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος θα πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής και παράλληλα να είναι περίπτωση όπου η μη έκδοση διατάγματος θα προκαλέσει ζημιά στην περιουσία ή στο πρόσωπο που διαθέτει συμφέρον σ' αυτήν ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Αυτές είναι οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 όταν αυτό εξετάζεται ανεξάρτητα του άρθρου 32 του Ν.14/60 υπό τη μορφή αυτοτέλειας. Μετά την σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, καλείται να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει/συνεχίσει να ισχύει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει το νομικό καθεστώς και ούτε αξιολογεί πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής (Junitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Είναι αρκετό για την Αιτήτρια (Ενάγουσα) να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, πέραν της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015), είναι ότι η Αιτήτρια έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όπου υπάρχει συμπληρωμένη δικογραφία σχετικά έγγραφα θεωρούνται οι έγγραφες προτάσεις και οι ένορκες δηλώσεις. Οι Ενάγοντες προωθούν την παρούσα αγωγή ουσιαστικά δυνάμει του άρθρου 44Η
(1)του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Η αγωγή στρέφεται εναντίον του οργανισμού που θεωρείται ανέλαβε το χειρισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγήθηκαν στους Ενάγοντες για την κάλυψη των οποίων εγγράφηκαν υποθήκες και δόθηκαν εξασφαλίσεις προς όφελος της Εναγομένης, περιλαμβανομένου των δύο επίμαχων υποθηκών. Όπως έχει ήδη λεχθεί, είναι η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων ότι τα έγγραφα υποθήκης και οι διαδικασίες εκποίησης που διεξάγονται για τα υποθηκευμένα ακίνητα των επίμαχων υποθηκών είναι παράνομα και άκυρα εξ' υπαρχής ουσιαστικά για τους πιο κάτω λόγους: (α) Στο ένα ακίνητο της 1ης υποθήκης στο οποίο η Ενάγουσα 1 είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια με μερίδιο ½ ουδέποτε έθεσε την υπογραφή της στη σχετική σύμβαση και δήλωση υποθήκης για να υποθηκευτεί. (β) Τα έγγραφα υποθηκών όλων των υποθηκευμένων ακινήτων περιέχουν όρους μέσα από τους οποίους δύναται να απαιτηθούν ποσά πέραν από αυτά των υποθηκών πλέον τόκο και έξοδα για την είσπραξη των ποσών των υποθηκών, όπως για παράδειγμα δικαιώματα, προμήθειες, έξοδα ασφάλειας ζωής, διοικητικά έξοδα κ.λ.π., πράγμα που παραβιάζει πρόνοιες των άρθρων 8, 21
(1)(γ) &
(2)του Ν.9/1965. (γ) Ο τόκος που αναφέρεται στα έγγραφα υποθήκης δεν είναι ξεκάθαρος ως νομοθετικά προνοείται αλλά περιλαμβάνει μεταβλητά στοιχεία που δύναται να μεταβάλουν το ποσοστό του οποτεδήποτε και ανά πάσα στιγμή στην απόλυτη κρίση της Εναγομένης. Γι' αυτό οι Ενάγοντες αξιώνουν διάταγμα ακύρωσης τους καθώς επίσης εξάλειψης των δύο επίμαχων υποθηκών καθώς επίσης την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων. Στην υπεράσπιση της η Ενάγουσα προβάλλει προδικαστικές ενστάσεις με κύριες θέσεις την επίκληση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, κωλύματος από μέρους των Εναγόντων συνεπεία κατ' ισχυρισμό συμπεριφοράς, πράξεων και παραστάσεων τους και ένεκα μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος. Ανεξάρτητα των προδικαστικών ενστάσεων, η Εναγόμενη απορρίπτει την εκδοχή των Εναγόντων και ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα υποθήκης που έχουν συνομολογηθεί, η εγγραφή των επίμαχων υποθηκών και οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για τη διεξαγωγή πλειστηριασμών των ενυπόθηκων ακινήτων είναι νόμιμα και έγκυρα. Έχοντας σκιαγραφήσει με συνοπτικό τρόπο τις δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων, υπέπεσε στην αντίληψη μου ότι ο ισχυρισμός πως η Εναγόμενη ουδέποτε απέστειλε Ειδοποίηση Τύπου «Θ», τον οποίον οι Ενάγοντες επικαλέστηκαν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση τους ως ένα από τους λόγους που θεωρούν ότι τα έγγραφα υποθήκης και οι διαδικασίες πλειστηριασμού είναι παράνομες και άκυρες, δεν δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης τους. Αυτό σημαίνει ότι η θέση τους αυτή δεν αποτελεί μέρος της δικογραφημένης εκδοχής τους. Επομένως δεν είναι ζήτημα που θα είναι επίδικο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και ως τέτοιο δεν είναι κάτι που θα εξεταστεί. Ανεξαρτήτως όμως του πιο πάνω, ακόμη και να λεχθεί για σκοπούς συζήτησης πως είναι σοβαρό ζήτημα που χρήζει εξέτασης, στο έτος 2022, εντός του οποίου, όπως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται, ενεργοποιήθηκε η διαδικασία εκποίησης των επίμαχων υποθηκών (§7 & §9 έκθεσης απαίτησης) το νομικό καθεστώς της Εναγομένης ήταν τέτοιο που οι τότε σε ισχύ πρόνοιες του Μέρους VIΑ του Ν.9/1965 δεν υποχρέωναν την Εναγόμενη να αποστείλει Ειδοποίηση Τύπου «Θ» σε οποιοδήποτε ενυπόθηκο οφειλέτη και/ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Τέτοιο υποχρέωση, βάση των προνοιών του άρθρου 44Β
(2)του Μέρους VIΑ του Ν.9/1965, βρισκόταν τότε στους ώμους ενός αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος δυνάμει των διατάξεων του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου. Εφόσον η Εναγόμενη δεν είχε καθεστώς ή τη νομική έννοια τέτοιου οργανισμού, έκδηλα δεν ενέπιπτε στην κατηγορία του αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος κατά το χρόνο που ενεργοποιήθηκε η διαδικασία πώλησης υποθηκευμένων ακινήτων με βάση το Μέρος VIΑ του Ν.9/1965 ώστε να ήταν υποχρεωμένη βάση της νομοθεσίας να αποστείλει την Ειδοποίηση Τύπου «Θ». Συνεπώς ακόμη και αν λεχθεί ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση, τα δεδομένα και στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως δεν εμβολιάζουν την προβαλλόμενη εκδοχή των Εναγόντων στο θέμα αυτό με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής τους και/ή της εκδοχής της Εναγομένης. Επομένως καταλήγω ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Τα δε υπόλοιπα ζητήματα που εγείρονται στην έκθεση απαίτησης σε συνάρτηση με την ανταπαίτηση των Εναγόντων που εκκρεμεί για εκδίκαση στην αγωγή αρ. 996/20 Ε.Δ. Πάφου και σε συνδυασμό με όλα τα δεδομένα που συνιστούν το περιεχόμενο της και γενικότερα τα γεγονότα και τις περιστάσεις που την περιβάλλουν, δημιουργούν ένα ιστό κατάχρησης της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Έχω ήδη κάνει αναλυτική αναφορά προηγουμένως στο ζήτημα της 'κατάχρησης'. Παραπέμπω στο σκεπτικό αυτό χωρίς να χρειάζεται να το επαναλάβω. Η παρουσία του στοιχείου της 'κατάχρησης' στην προώθηση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας αφαιρεί το ενδεχόμενο ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Κατά συνέπεια η πρώτη προϋπόθεση δεν πληρείται. Ακόμη όμως και να λεχθεί για σκοπούς συζήτησης ότι τα ζητήματα αυτά είναι σοβαρά θέματα προς εκδίκαση, η φύση τους είναι τέτοια που απαιτούν νομική ανάλυση και εξειδικευμένη επιχειρηματολογία. Πρόκειται για νομικά ζητήματα που χρήζουν σοβαρής μελέτης σε βάθος. Τυχόν εξέτασης τους από το πρώιμο αυτό στάδιο ουσιαστικά θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Η εξέταση τέτοιων σοβαρών ζητημάτων απαιτεί ενδελεχή νομική επεξήγηση χωρίς να αποκλείεται και η ανάγκη προσκόμισης μαρτυρίας που να πρέπει να αξιολογηθεί και το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα και συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο δεν πρέπει στο αρχικό αυτό στάδιο να πραγματεύεται την εξέταση καινοφανών νομικών ζητημάτων που χρήζουν ώριμης σκέψης και βαθιάς περισυλλογής μέσα από λεπτομερή νομική ενασχόληση. Η σοβαρότητα της νομικής ανάλυσης των ζητημάτων αυτών καταδεικνύεται από τις πολλαπλές λεπτομερείς νομικές αναφορές της Ενάγουσας 1 μέσα από την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της, από την πολυσέλιδη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της, από την συμπληρωματική προφορική αγόρευση αλλά και από το ογκώδες νομικό υλικό που ο συνήγορος της έδωσε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των νομικών θέσεων στα ζητήματα αυτά. Ομοίως πολυσέλιδη ήταν η ένορκη δήλωση της Εναγομένης αλλά και η γραπτή νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου της με παραπομπή σε διάφορες αποφάσεις, για τη συμπλήρωση της οποίας χρειάστηκε και προφορική αγόρευση από μέρους του. Αυτό καταδεικνύει τη σοβαρότητα των θεμάτων αυτών. Δεν έχω αμφιβολία ότι οι νομικές αυθεντίες που δόθηκαν στο Δικαστήριο είναι σχετικές με τα ζητήματα αυτά αλλά επειδή πρόκειται για τα κατ' εξοχήν επίδικα ζητήματα της υπόθεσης δεν προσφέρεται η άσκηση δικαστικής κρίση στο αρχικό αυτό στάδιο. Είναι θέματα που σαφώς χρήζουν εξέτασης μέσα από την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Τα στοιχεία και δεδομένα που τέθηκαν ενώπιων μου, μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως δεν εμβολιάζουν την προβαλλόμενη εκδοχή των Εναγόντων στα ζητήματα αυτά με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής τους και/ή της εκδοχής της Εναγομένης. Επομένως καταλήγω ότι δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση αναφορικά με τα ζητήματα αυτά. Έπεται ότι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης επιτυγχάνουν. Ενόψει της προδιαγραφόμενης κατάληξης παρέλκει η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά και των παραμέτρων του άρθρου 4 του Κεφ. 6 που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου υπό τη μορφή αυτοτέλειας καθώς επίσης του κριτηρίου του ισοζυγίου της ευχέρειας. Παράλληλα καθίσταται αχρείαστη η ενασχόληση μου με άλλους λόγους ένστασης της Εναγομένης. Υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων, η υπό κρίση αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα ενδιάμεση αίτηση απορρίπτεται. Το προσωρινό διάταγμα ημερ. 22.04.24 παύει αμέσως να ισχύει. Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2, 39.4
(1)(α) και 39.7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα οποία έχουν υπολογιστεί σε €2.950 πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει) επί ποσού €2.928, επιδικάζονται υπέρ της Εναγoμένης/Καθ' ης η αίτησης και εναντίον των Εναγόντων 1-4/Αιτητών 1-4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 15 ημερών από σήμερα. Η πληρωμή των εξόδων για τους Ενάγοντες 1-4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα αποτελεί προϋπόθεση για την προώθηση της απαίτησης τους και/ή οποιασδήποτε συναφούς διαδικασίας σε σχέση με την υπόθεση τους και προς τούτο απαιτείται από μέρους τους η κατάθεση στο Πρωτοκολλητείο μέσω I-Justice σχετικής απόδειξης πληρωμής στην Εναγόμενη/είσπραξης από την Εναγόμενη των πιο πάνω δικηγορικών εξόδων. Η υπόθεση ορίζεται για ΑΔΟ στις 31.10.24 και ώρα 08:45 με φυσική παρουσία δικηγόρων. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο