ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΚΙΚΑ ΜΑΤΩΛΗ, Αρ. Αγωγής: 57/24, 12/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 57/24(ι) Μεταξύ: ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση Και ΚΙΚΑ ΜΑΤΩΛΗ και/ή ΚΙΚΑ ΜΑΤΟΛΗ και/ή ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΩΛΗ και/ή ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΟΛΗ Εναγόμενη - Αιτήτρια ------------ (Αίτηση εναγομένης ημερ. 13/03/24 για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας δυνάμει του Μ.12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας) Ημερομηνία: 12 Αυγούστου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Ενάγοντες- Καθ' ων η αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου για ΑΝΔΡΕΑΣ Β. ΖΑΧΑΡΙΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: κα Μ. Χαραλαμπίδου για ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, στην οποία η απαίτηση καταχωρήθηκε δυνάμει του Μ7Κ.1
(1)(α) στις 05/02/24 στην κλίμακα €100.000 - €500.000, οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι κυπριακό τραπεζικό ίδρυμα, ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη παράνομα κατέχει και επεμβαίνει στην ακίνητη ιδιοκτησία τους, ήτοι ένα διαμέρισμα και ένα κατάστημα που βρίσκονται σε συγκεκριμένο κτίριο στην ενορία Αγ. Νικολάου στη Λάρνακα (εφ' εξής τα υποστατικά) και στη βάση του ισχυρισμού αυτού ζητούν όπως αναγνωριστούν δικαστικώς ως «.οι μόνοι και αποκλειστικοί ιδιοκτήτες και νόμιμοι δικαιούχοι και/ή δικαιούμενοι σε κενή και ελεύθερη κατοχή.» των υποστατικών και όπως εκδοθεί προς όφελος τους διάταγμα ανάκτησης της κατοχής των υποστατικών από την εναγόμενη. Επιπρόσθετα οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση αλλά και για «παράβαση συμφωνίας και/ή ως οφειλόμενα και ή καθυστερημένα ενοίκια και ή ενδιάμεσα κέρδη από 17/1/23 μέχρι 15/12/23 και από 15/12/23 μέχρι παράδοσης των υποστατικών». Είναι ειδικότερα η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων στην Ε/Α που περιέχεται στο έντυπο απαίτησης, ότι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου επί του οποίου έχει ανεγερθεί το κτίριο στο οποίο βρίσκονται τα επίδικα υποστατικά, ο οποίος έχει αποβιώσει, είχε επιβαρύνει το συγκεκριμένο ακίνητο με την υποθήκη Υ6269/08 προς εξασφάλιση διαφόρων οφειλών του (προφανώς από το 2008). Όταν όμως αυτός παρέλειψε να εξοφλήσει τις οφειλές που εξασφαλίζονταν με την υποθήκη ενεργοποιήθηκε η σχετική διαδικασία εκποίησης που προνοεί το Μέρος VIA του Ν.9/65 και στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, οι ενάγοντες, οι οποίοι ειρήσθω εν παρόδω φάνηκε ότι ήταν οι ενυπόθηκοι δανειστές, αποφάσισαν μετά πάροδο 6 μηνών από τη διενέργεια του πρώτου πλειστηριασμού, ο οποίος ήταν ανεπιτυχής, όπως ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρείχε η συγκεκριμένη νομοθεσία και αποκτήσουν εκείνοι το ακίνητο, όπως και έπραξαν περί τις 17/01/23 καταβάλλοντας το ποσό των €707.000 περίπου πλέον τους αναλογούντες φόρους και έξοδα μεταβίβασης. Συνακόλουθα οι ενάγοντες κατέστησαν εκείνοι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ολόκληρου του ακινήτου, περιλαμβανομένων δηλαδή και των δύο επίδικων υποστατικών, των οποίων, σύμφωνα με εκτιμήσεις που έχουν εξασφαλίσει, η μεν αγοραία αξία ανέρχεται στις €129.000 για το διαμέρισμα και στις €25.000 για το κατάστημα ενώ η ενοικιαστική αξία στα €858/μήνα και €140/μήνα αντίστοιχα. Η εναγόμενη τώρα, η οποία σήμερα κατέχει και χρησιμοποιεί τα επίδικα υποστατικά, αρνείται να παραδώσει την κατοχή στους ενάγοντες και αυτό παρά το ότι οι τελευταίοι την είχαν ειδοποιήσει δεόντως περί τον Νοέμβριο 2023 για το γεγονός της εγγραφής τους ως ιδιοκτήτες των υποστατικών αλλά και για την απαίτηση τους όπως λάβουν άμεσα κενή και ελεύθερη κατοχή τους. Ούτε όμως και τους καταβάλει η εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με την από μέρους της κατοχή και χρήση των υποστατικών. Ένεκα λοιπόν αυτής της στάσης και συμπεριφοράς της εναγόμενης, οι ενάγοντες, αφού προηγουμένως έστειλαν στην τελευταία σχετική επιστολή απαίτησης χωρίς όμως να υπάρξει οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση, καταχώρησαν την παρούσα απαίτηση αξιώνοντας τις θεραπείες που αναφέρονται ανωτέρω. Αφού η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη η τελευταία καταχώρισε στις 28/02/24 σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγόρων, σημειώνοντας επί του σχετικού εντύπου τόσο ότι προτίθεται να αμφισβητήσει την απαίτηση των εναγόντων στο σύνολο της όσο και ότι προτίθεται να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Ακολούθως, και συγκεκριμένα στις 13/03/24 και ώρα 1205μ.μ., η πλευρά της εναγόμενης καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση η οποία εδράζεται στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν. 23/1983, στα αρ. 21,22 και 23 - 73 του Ν.14/60 και σε διάφορες πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (μεταξύ των οποίων και τα Μ.12, 23 και 25) και με την οποία ζητείται όπως το Δικαστήριο αναγνωρίσει ότι δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα απαίτηση και όπως συνεπεία αυτής της αναγνώρισης παραμερίσει/απορρίψει την απαίτηση και/ή την επίδοση της που έγινε στην εναγόμενη και/ή αναστείλει την διαδικασία. Κατά την εναγόμενη, της οποίας η Ε/Δ υποστηρίζει την αίτηση, οι κύριοι λόγοι που δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι οι ακόλουθοι: «Αμφισβητώ τη δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου και λέγω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν είναι το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης αλλά αρμόδιο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως Λάρνακας αφού είμαι ενοικιάστρια του διαμερίσματος. και του ισόγειου καταστήματος επί της πολυκατοικίας στο ακίνητο. εδώ και πολλά χρόνια.Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και του καταστήματος ήταν ο αποβιώσας σύζυγος μου. (ο οποίος).στις 20 Ιανουαρίου 1992. για δική μου προστασία μου ενοικίασε το διαμέρισμα στη βάση προφορικής συμφωνίας ενοικίασης 6 μηνών για ποσό ενοικίου ύψους ΛΚ£100.Κατά τη λήξη της εν λόγω προφορικής συμφωνίας ενοικίασης παρέμεινα ενοικιαστής του ακινήτου και συνέχισα να πληρώνω εν λόγω ενοίκιο στον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Από το Φεβρουάριο 2010 και αργότερα το ενοίκιο αυξήθηκε σε €200 μηνιαίως και συνέχισα να καταβάλλω το εν λόγω ενοίκιο στον προηγούμενο ιδιοκτήτη. το κατάστημα το ενοικίασα από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη την 01 Φεβρουαρίου 2010 για ποσό €100 στη βάση προφορικής συμφωνίας ενοικίασης 6 μηνών αφού το χρειαζόμουν για να αποθηκεύω διάφορα παλιά πράγματα και είχε κενωθεί από τον προηγούμενο ενοικιαστή. Κατά τη λήξη της εν λόγω προφορικής συμφωνίας ενοικίασης παρέμεινα ενοικιαστής του καταστήματος και συνέχισα να πληρώνω το εν λόγω ενοίκιο στον προηγούμενο ιδιοκτήτη. ενόψει της αρχικής προφορικής μηνιαίας ενοικίασης του διαμερίσματος από εμένα η οποία στη λήξη της κατέστη θέσμια ενοικίαση και ενόψει του ότι το κτίριο όπου βρίσκεται το διαμέρισμα είναι κτισμένο πριν το 1999 και ενόψει του ότι το διαμέρισμα ενοικιαζόταν από εμένα τον Δεκέμβριο του 1999 το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας. ενόψει της αρχικής προφορικής μηνιαίας ενοικίασης του καταστήματος από εμένα η οποία στη λήξη της κατέστη θέσμια ενοικίαση και ενόψει του ότι το κτήριο όπου βρίσκεται το κατάστημα είναι χτισμένο πριν το 1999 και ενόψει του ότι το κατάστημα ενοικιαζόταν από μια σχολή οδηγών τον Δεκέμβριο του 1999 το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας. το διαμέρισμα και το κατάστημά βρίσκονται εντός των δημοτικών ορίων της Επαρχίας Λάρνακας και ανεγέρθηκαν πριν το 1999, ενοικιάζονταν τον Δεκέμβριο 1999 και συνεπώς είναι σε ελεγχόμενη περιοχή και η ενοικίασή τους είναι θέσμια ενοικίαση και καλύπτεται από τις πρόνοιες των περί Ενοικιοστασίων Νόμων.(επίσης).η απαίτηση δεν έπρεπε να καταχωρηθεί στην κλίμακα €100.000 - €500.000 αλλά στην κλίμακα των κατ' ισχυρισμό οφειλόμενων ποσών, ήτοι στην κλίμακα €10.000 - €50.000.» Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της πλευράς των εναγόντων οι οποίοι προβάλλουν 11 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά τους ενάγοντες, οι οποίοι μέσω της ένστασης τους και της υποστηρικτικής Ε/Δ υποστηρίζουν μεταξύ άλλων ότι η εναγόμενη παρέλειψε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση εντός της προθεσμίας των 14 ημερών που τάσσει το Μ.12, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι: «.καμία ενοικίαση υφίσταται και σε καμία περίπτωση η αιτήτρια είναι ενοικιάστρια είτε του διαμερίσματος, είτε του καταστήματος.οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της αιτήτριας οι οποίοι και μπορούσαν να τεθούν, εάν ίσχυαν, από την πρώτη επικοινωνία των εναγόντων μαζί της τον Ιούνιο του 2023, με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της υπόθεσης. Μοναδικός σκοπός της επίδικης αίτησης η οποία είναι καταχρηστική και κακόπιστη και αποσκοπεί στη δημιουργία προσομμάτων και καθυστέρησης, στην προσπάθεια των καθ' ων η αίτηση να λάβουν κατοχή της ττεριουσίας τους. . είναι η Θέση των καθ' ων η αίτηση ότι καμία τέτοια ενοικίαση παρουσιάστηκε ούτε και δηλώθηκε στους καθ΄ ων η αίτηση από τον αποβιώσαντα προηγούμενο Ιδιοκτήτη λαμβανομένου υπόψη ότι ολόκληρο το ακίνητο, όπως προκύπτει από την ως άνω αγωγή, ήταν υποθηκευμένο προς όφελος των καθ' ων η αίτηση, αλλά ούτε και από την αιτήτρια όταν ολόκληρη η πολυκατοικία υποθηκευόταν. Πέραν τούτου, η αιτήτρια κανένα τεκμήριο παρουσιάζει που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της, ούτε καν πληρωμές των ενοικίων ως θα όφειλε τόσο απέναντι στον αποβιώσαντα όσο ήταν εν ζωή, όσο και προς όφελος της διαχείρισης της περιουσίας του, αφού απεβίωσε και διαχειρίστρια της περιουσίας του είναι η αιτήτρια. Σε κάθε περίπτωση η εκδοχή της αιτήτριας βασίζεται σε μαρτυρία και σε ισχυριζόμενη προφορική σύμβαση με αποβιώσαντα, για την οποία δεν θα μπορούσε να δοθεί ή και να αξιολογηθεί μαρτυρία του κατ΄ ισχυρισμό αντισυμβαλλόμενου της. Σε κάθε περίπτωση αρνούμαι τη θέση της αιτήτριας ως προς το ότι έχει ενοικιάσει τα επίδικα ακίνητα από το σύζυγο της, ενώ ήταν μαζί, σύζυγοι και συζούσαν, θέση που ποτέ δεν υποβλήθηκε στο παρελθόν. Επίσης αναφέρω ότι εξ όσων με έχει ενημερώσει ο δικηγόρος μας, η αιτήτρια είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικώς μαζί του όταν έλαβε την επιστολή παράδοσης κενής κατοχής και ουδέποτε αναφέρθηκε σε ενοικίαση, αλλά αντίθετα επιβεβαίωσε ότι κατείχε τα επίδικα ακίνητα με την άδεια του συζύγου της και χωρίς κάποιο αντάλλαγμα. Είναι δε αξιοπερίεργο το πώς και γιατί ενώ κατ΄ ισχυρισμό ήταν ενοικιάστρια των επίδικων υποστατικών για περιόδους 6 μηνών έκαστη από το 1992 και 2010 για το διαμέρισμα και κατάστημα αντίστοιχα και κατέβαλλε το ενοίκιο ανελλιπώς, πώς και δεν παρουσίασε κάποιο αποδεικτικό προς τούτο ή και απόδειξη ή βεβαίωση δήλωσης αυτών των ποσών στις φορολογικές αρχές ή και πώς και γιατί αφού κατ΄ ισχυρισμό η ενοικίαση έγινε για δική της προστασία, χωρίς να εξηγά γιατί, η συμφωνία δεν έγινε γραπτώς. . επιδόθηκε η προδικαστηριακή συμπεριφορά την 17/01/24 . στην οποία και (η αιτήτρια) δεν απάντησε εντός 14 ημερών ούτε καν για να βεβαιώσει λήψη ως προνοείται και ως είχε ενημερωθεί. . Οι ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα είχαν δώσει πολλές ευκαιρίες στην αιτήτρια για να προβάλει την οποιαδήποτε εκδοχή και ουδέποτε είτε η ίδια αλλά ούτε και δικηγόρος που επικοινώνησε εκ μέρους τους δεν ανέφεραν οτιδήποτε περί ενοικίασης ή και καταβολής ενοικίου. . Η αγωγή ορθώς καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Επιπλέον η κλίμακα της αγωγής είναι ορθή ως απαιτείται στις αγωγές ανάκτησης κατοχής αφού ουδέποτε επανήλθε η αιτήτρια . για να ξεκαθαρίσει εάν αμφισβητείται η ιδιοκτησία και σε κάθε περίπτωση η κλίμακα καθορίστηκε και με βάση την αξία των υποστατικών αλλά και της ενοικιαστικής αξίας ως βάση αποζημίωσης για παράνομη επέμβαση. Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται η παραδοχή της αιτήτριας ότι οφείλει ενοίκια στους καθ΄ ων η αίτηση. . Οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει την απαίτηση τους στη βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης και . οι όποιες προσπάθειες γίνονται να αλλάξει αυτή η βάση απαίτησης σε αυτό το προκαταρκτικό στάδιο δεν είναι επαρκής ούτε και ικανές να υποστηρίζουν επιτυχώς τα αιτήματα της αιτήτριας . το διαμέρισμα . ήταν ανέκαθεν από την ανέγερση της πολυκατοικίας στην κατοχή του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη με τον οποίο η αιτήτρια ήταν και μέχρι και το θάνατο του σύζυγος και μετά το θάνατο του και διαχειρίστρια της περιουσίας του. Όσον δε αφορά το κατάστημα καμία πληροφορία είτε αποδεικτικό δίδεται για τον αόριστο και επίσης αναληθή ισχυρισμό ότι αυτό ενοικιαζόταν τυχαία από το Δεκέμβριο του 1999 σε μια ανώνυμη σχολή οδηγών χωρίς αναφορά σε συμφωνίες και όρους ενοικίασης .» Εφόσον καμία πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση του ομνύοντα της αντίδικης πλευράς και εφόσον δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική Ε/Δ από πλευράς αιτήτριας προς απάντηση στους ισχυρισμούς των καθ΄ ων η αίτηση - το δικαίωμα να γίνουν τέτοιες ενέργειες είχε δοθεί εκατέρωθεν με τις οδηγίες που δόθηκαν κατά την ΑΔΟ - η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Επί του παρόντος σημειώνω ότι η αγόρευση της εναγόμενης περιστρέφεται γύρω από το πώς στην προκειμένη περίπτωση και υπό το φως των θέσεων της τελευταίας τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα λέχθηκαν για το συγκεκριμένο θέμα της δικαιοδοσίας στην υπόθεση ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ v. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 30/2019, 1/6/2020, ECLI:CY:AD:2020:A171 - « . ακολουθώντας τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 2 (Ν.23/1983) . το ακίνητο όχι μόνο θα έπρεπε να ήταν συμπληρωμένο πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου, αλλά θα έπρεπε να βρισκόταν και υπό ή προς ενοικίαση . για την εφαρμογή του νόμου του ενοικιοστασίου, που περιορίζει τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, η ενοικίαση ή διάθεση του ακινήτου προς ενοικίαση κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των περιορισμών ήταν προϋπόθεση ...», ενώ η αγόρευση των εναγόντων περιστρέφεται γύρω από τη θέση ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας είναι σε τέτοιο βαθμό αόριστοι και ατεκμηρίωτοι που δεν μπορούν, στο παρόν στάδιο τουλάχιστον, να οδηγήσουν σε συμπέρασμα περί δικαιοδοτικής αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω εξ΄ αρχής ότι ενόψει του ότι η παρούσα περίπτωση εγείρεται στη βάση των προνοιών των «νέων» Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, για τις οποίες δεν υπάρχει ακόμη σχετική κυπριακή δεσμευτική νομολογία, έκρινα σκόπιμο όπως αντλήσω καθοδήγηση από τη σχετική αγγλική νομολογία και συγγράμματα σε σχέση με τις εφαρμοστέες νομικές αρχές, αν μη τι άλλο και διότι οι αγγλικοί Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας είναι στην ουσία όμοιοι με τους «νέους» κυπριακούς Κανονισμούς. Νοείται βεβαίως ότι εκεί όπου τα νομικά θέματα δεν παρουσιάζονται να έχουν με οποιοδήποτε τρόπο αλλάξει με τους «νέους» Κανονισμούς, είναι η σχετική με τα θέματα αυτά κυπριακή νομολογία που θα τύχει εφαρμογής. Τούτων λεχθέντων επομένως αναφέρω τα ακόλουθα. Η παρούσα αίτηση πηγάζει από τις πρόνοιες του Μ.12 των Κανονισμών, οι οποίες συνιστούν δικονομικές πρόνοιες που αφορούν ειδικά στην περίπτωση όπου ένας εναγόμενος επιθυμεί ν' αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου έχει εγερθεί μια απαίτηση εναντίον του. Η διαφορά που φαίνεται να υπάρχει μεταξύ των προνοιών του Μ.12 και των προνοιών των «παλαιών» Θεσμών που αφορούσαν στον τρόπο αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, είναι ότι ενώ με τους «παλαιούς» Θεσμούς η αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας, η οποία επίσης έπρεπε να εγερθεί σύντομα μετά την καταχώριση εμφάνισης (υπό διαμαρτυρία)[1], γινόταν στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό ή διαγραφή της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, η αίτηση που υποβάλλεται πλέον στη βάση του Μ.12 των «νέων» Κανονισμών, δεν αποσκοπεί στον παραμερισμό/διαγραφή της αγωγής αλλά μόνο στην «έκδοση διατάγματος το οποίο να αναγνωρίζει ότι (το Δικαστήριο) στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας» και μόνο αν κριθεί ότι δικαιολογείται η έκδοση ενός τέτοιου αναγνωριστικού διατάγματος τότε το Δικαστήριο «μπορεί», στα πλαίσια της διακριτικής του εξουσίας, να περιλάβει στο αναγνωριστικό διάταγμα του και πρόνοιες αναφορικά με τις συνέπειες που η εν λόγω αναγνώριση συνεπάγεται. Τέτοιες πρόνοιες μπορεί να αφορούν στον παραμερισμό της απαίτησης ή της επίδοσης ή στην αναστολή της διαδικασίας και/ή στην παραπομπή της σε δικαιοδοτικά αρμόδιο Δικαστήριο (βλ.Μ.12 Κ.1
(6)). Σημειώνω εδώ ότι η εξουσία συμπερίληψης πρόνοιας για παραπομπή της απαίτησης σε δικαιοδοτικά αρμόδιο Δικαστήριο είναι εξουσία που προνοείται μόνο στους κυπριακούς Κανονισμούς και αυτό λόγω των προνοιών των αρ.21
(4)και 64Α του Ν.14/60. Ο πρωταρχικός σκοπός δηλαδή της αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει του Μ.12 δεν είναι για να διαγραφεί ή να παραμεριστεί η απαίτηση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας αλλά απλά για να αναγνωριστεί ότι το Δικαστήριο δεν έχει την απαιτούμενη δικαιοδοσία. Απ' εκεί και πέρα, το ποιες δυνατόν να είναι οι συνέπειες που συνεπάγεται μια τέτοια αναγνώριση, συνιστά καθαρά θέμα της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο λόγος που αναφέρω τα πιο πάνω είναι διότι είχα προβληματιστεί ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει τις θέσεις που προβάλλονται εκατέρωθεν στα πλαίσια αίτησης δυνάμει του Μ.12 Κ.1
(1)και
(3), η οποία αίτηση υπενθυμίζω υποβάλλεται ως αίτηση σε εκκρεμούσα διαδικασία, δηλαδή ως ενδιάμεση αίτηση, και εξετάζεται σε στάδιο ουσιαστικά προδικαστικό, δηλαδή πριν και εκτός των πλαισίων της κανονικής ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης. Ο προβληματισμός μου λοιπόν έγκειτο στο ότι η κυπριακή νομολογία που αφορά σε παρόμοιες περιπτώσεις με βάση τους «παλαιούς» Θεσμούς, καθιστά ξεκάθαρο ότι είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο σε τέτοιες ενδιάμεσες διαδικασίες να προβαίνει σε εις βάθος αξιολόγηση της μαρτυρίας και να καταλήγει σε συμπεράσματα σχετικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δίνοντας έτσι την εντύπωση πως έχει προαποφασίσει την ουσία της υπόθεσης. Για σκοπούς καθοδήγησης λοιπόν ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει πλέον να προσεγγίζονται και να εξετάζονται αιτήσεις της παρούσας φύσης, ανέτρεξα στο εγνωσμένου κύρους νομικό σύγγραμμα BLACKSTONE'S CIVIL PRACTICE 2019, στου οποίου στο Κεφ. 19 - Disputing the Court's Jurisdiction (σελ. 445 - 449) γίνεται αναφορά στις αντίστοιχες και ουσιαστικά πανομοιότυπες με το Μ.12 αγγλικές δικονομικές πρόνοιες του Part 11 όπου και εντόπισα τα ακόλουθα. Ο εναγόμενος ο οποίος προτίθεται να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου θα πρέπει πρώτα να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης επί του οποίου να σημειώσει ρητά τη συγκεκριμένη πρόθεση του. Προσοχή όμως θα πρέπει να επιδειχθεί στο στάδιο αυτό ώστε να μη επιλεχθεί επί του σημειώματος εμφάνισης και το πεδίο που υποδηλοί πρόθεση να αμφισβητηθεί η απαίτηση, εφόσον σε μια τέτοια περίπτωση, αναλόγως βέβαια και του τι θα γίνει στη συνέχεια, υπάρχει ο κίνδυνος όπως ο εναγόμενος θεωρηθεί ότι έχει εγκαταλείψει την πρόθεση του να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. αναφορά που εκεί γίνεται στην Hoddinott v Persimmon Homes (Wesex) Ltd [2007] EWCA Civ 1203). Βεβαίως, όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Massey v Glover Investments Ltd v Sachdev [2003] EWHC 474 (Ch), η οποία ακολουθήθηκε στην Massey v Glover {2006} EWHC 2323 (Ch), η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και ως εκ τούτου η επιλογή και των δυο πεδίων στο έντυπο εμφάνισης δεν συνεπάγεται αυτόματα και αποδοχή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Άλλωστε, όπως υποδηλούν και οι πρόνοιες του Μ.12 Κ.1
(7), το σημείωμα εμφάνισης που καταχωρείται με σημείωση ότι αμφισβητείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου θεωρείται ως εμφάνιση μόνο για το συγκεκριμένο σκοπό εξ' ου και παύει να ισχύει σε περίπτωση που η αμφισβήτηση δεν επιτύχει, όπως δηλαδή ήταν και «προηγουμένως» η περίπτωση με το σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Αφού λοιπόν εκδηλωθεί ορθά η πρόθεση για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας, ο εναγόμενος θα πρέπει στη συνέχεια να καταχωρίσει εντός 14 ημερών αίτηση με την οποία να ζητά όπως το Δικαστήριο αναγνωρίσει ότι στερείται δικαιοδοσίας ή ότι δεν θα πρέπει να ασκήσει οποιαδήποτε δικαιοδοσία δυνατόν να έχει, ως δηλαδή αναφέρεται και στο Μ.12 Κ.1. Σημειώνεται εδώ ότι ο εναγόμενος που καταχωρεί μια τέτοια αίτηση δεν χρειάζεται να καταχωρίσει οποιαδήποτε υπεράσπιση προτού η αίτηση εκδικαστεί (βλ. Μ.12 Κ.1
(9)), ενέργεια άλλωστε η οποία ενδεχομένως να υποδηλοί αποδοχή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η προαναφερόμενη προθεσμία των 14 ημερών για καταχώρισή αίτησης δυνάμει του Μ.12 είναι σε τέτοιο βαθμό αυστηρή που η μη τήρηση της δυνατόν να θεωρηθεί ως αποδοχή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (βλ. Μ.12 Κ.1
(4)και Maple Leaf Micro Volatility Master Fund v Rouvroy [2009] EWHC 257 (Comm). Παρέχεται βεβαίως η δυνατότητα για εξασφάλιση παράτασης του χρόνου καταχώρισης της συγκεκριμένης αίτησης όμως για να χορηγηθεί τέτοια παράταση θα πρέπει να υποβληθεί σχετική αίτηση προτού παρέλθει η προθεσμία των 14 ημερών. Αν μια τέτοια αίτηση παράτασης υποβληθεί μετά την παρέλευση της προθεσμίας, τότε μπορεί μεν να εγκριθεί αλλά θα πρέπει πρώτα να ζητηθεί από το Δικαστήριο όπως η παράλειψη συμμόρφωσης με την προθεσμία των Κανονισμών θεραπευτεί με τις εξουσίες που παρέχονται στο Μ.3, εγχείρημα όχι εύκολο να επιτύχει (βλ. κατ΄ αναλογία Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945, Βασιλείου Αννούλα Ανδρέα ν. Αικατερίνης Κώστα Αντωνίου και Άλλων
(2014)1 ΑΑΔ 2766, Ann-Clair Developments Ltd ν. Στέλιου Kυριακίδη
(1999)1 ΑΑΔ 537 οι οποίες αφορούσαν σε προθεσμίες των «παλαιών» Θεσμών και στην «ανάγκη» για θεραπεία του εκπρόθεσμου προτού να μπορεί να εξεταστεί και να αποφασιστεί το ουσιαστικό αίτημα). Σημειώνω εδώ παρενθετικά ότι στο BLACKSTONE'S γίνονται αναφορές και για τις περιπτώσεις όπου η αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας εδράζεται επί θεμάτων που άπτονται συμφωνίες διαιτησίας ή του Forum Conveniens, στις οποίες όμως περιπτώσεις δεν θα αναφερθώ εφόσον δεν αφορούν την παρούσα. Για την αίτηση τώρα που υποβάλλεται δυνάμει του Μ.12, η οποία θα πρέπει να υποστηρίζεται με μαρτυρία (βλ. Μ.12 Κ.1(3β), ακολουθείται η διαδικασία που προνοεί το M.23 (αντίστοιχο αγγλικό P23), δηλαδή το Μέρος που αφορά στους Γενικούς Κανόνες για Αιτήσεις Έκδοσης Δικαστικών Διαταγμάτων. Η αίτηση θα πρέπει να περιέχει τα όσα αναφέρονται στο Μ.23 Κ.4, να επιδοθεί σύμφωνα με το Μ.23 Κ.5, σε περίπτωση ένστασης να αντιμετωπιστεί σύμφωνα με το Μ.23 Κ.7, να τύχει προδικαστικού χειρισμού σύμφωνα με το Μ.23 Κ.8-12 και τέλος να εκδικαστεί ως το Μ.23 Κ.13 προνοεί, ήτοι στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση και με δικαίωμα αντεξέτασης εκεί όπου κρίνεται ότι υπάρχει καλός λόγος για τούτο. Με δεδομένο λοιπόν ότι η εξέταση της συγκεκριμένης αίτησης γίνεται με την πιο πάνω διαδικασία η οποία ακολουθείται σε όλες ουσιαστικά τις ενδιάμεσες αιτήσεις, το επόμενο ζήτημα που εγείρεται αφορά στο ποιο είναι το επίπεδο και το μέτρο απόδειξης που θα πρέπει να εφαρμοστεί. Για το θέμα αυτό αναφέρονται τα εξής στις σελ. 585 - 588 του BLACKSTONE'S. Κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων δεν είναι ορθό να επιβάλλεται το επίπεδο απόδειξης που επιβάλλεται στα πλαίσια κανονικής δίκης (ισοζύγιο των πιθανοτήτων) αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ουσιαστικά, είτε τη διεξαγωγή πρόωρης δίκης είτε όπως το Δικαστήριο προκαταβάλει στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης διαδικασίας την ενδεχόμενη τελική του κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Για το λόγο αυτό λοιπόν, το σύνηθες επίπεδο απόδειξης σε ενδιάμεσες διαδικασίες με βάση τους νέους Κανονισμούς είναι το κατά πόσο το οποιοδήποτε αμφισβητούμενο γεγονός έχει καταδειχθεί μέσω μιας «καλής συζητήσιμης υπόθεσης», κριτήριο το οποίο «. εμπερικλείει το σημαντικό κανόνα ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι όσο ικανοποιημένο μπορεί να είναι, δεδομένων των περιορισμών που έχει μια ενδιάμεση διαδικασία, για το ότι υπάρχουν παράγοντες που του δίδουν δικαιοδοσία ή που δικαιολογούν την άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής .». Αναπόφευκτα, ως επισημαίνεται στον BLACKSTONE'S με αναφορά στην WPP Holdings Italy Srl v Benatti [2007] EWCA Civ 263, ο τρόπος με τον οποίο το συγκεκριμένο «τεστ» θα εφαρμοστεί θα πρέπει να διαφέρει από υπόθεση σε υπόθεση, και αναλόγως της φύσης της αίτησης ή των θεμάτων που εγείρονται, η αγγλική νομολογία έχει καθορίσει διάφορα μέτρα/επίπεδα για την κάθε περίπτωση. Για παράδειγμα, στην περίπτωση όπου συζητείται το κατά πόσο το Δικαστήριο έχει ή όχι δικαιοδοσία, το επίπεδο απόδειξης συνίσταται στο ποιος έχει προβάλει το «καλύτερο επιχείρημα» επί του διαθέσιμου υλικού σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα και γεγονότα (βλ. Canada Trust Co. v Stolzenberg (No.2) [1998] 1 WLR 457). Στη βάση των πιο πάνω, ο βαθμός στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία σε ενδιάμεσες αιτήσεις είναι περιορισμένος εφόσον οι συγκεκριμένες διαδικασίες δεν προσφέρονται για την εξαγωγή τελικών ευρημάτων και συμπερασμάτων τα οποία μόνο στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης μπορούν να εξαχθούν. Είναι συνεπώς γι' αυτό το λόγο που, ως αναφέρεται στον BLACKSTONE'S, «.οι περισσότερες αιτήσεις εξετάζονται στη βάση των γεγονότων που δεν αμφισβητούνται από τον καθ' ου η αίτηση, μαζί με την εκδοχή του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα.(εφόσον).η επιλογή μεταξύ μαρτύρων συνιστά λειτουργία του Δικαστή που εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης και σε μια ενδιάμεση αίτηση είναι επιτρεπτό για ένα Δικαστή να «κοιτάξει πίσω» από μια Ε/Δ μόνο αν προβάλλεται κάποιος ισχυρισμός που παρουσιάζει εγγενή απιθανότητα ή όταν υπάρχει εξωγενής μαρτυρία που τον αντικρούει.» (βλ.σελ. 587 BLACKSTONE'S και την αναφορά που εκεί γίνεται στις HRH Prince of Wales v Associated Newspapers Ltd [2006] EWCA Civ 1776 (21 December 2006), National Westminster Bank Plc v Daniel [1993] 1 WLR 1453 και Shyam Jewellers Ltd v Cheeseman | [2001] EWCA Civ 1818). Στο σημείο αυτό επισημαίνω εδώ ότι είναι επί των ιδίων γραμμών που κινείται και η υφιστάμενη κυπριακή νομολογία σε σχέση με τις ενδιάμεσες διαδικασίες των «παλαιών» Θεσμών (βλ. π.χ. Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 σε σχέση με το επίπεδο απόδειξης σε ενδιάμεσες διαδικασίες για προσωρινά διατάγματα - «The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J.S. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.) "A probability", in the context of the proviso to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.» καθώς επίσης και ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ, Έφεση Αρ. 43/2012, 24/3/2017 όπου σε σχέση με τα γεγονότα που προβάλλονταν σε ενδιάμεσο στάδιο για την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου λέχθηκε ότι «.έσφαλε το Δικαστήριο εφόσον παραγνώρισε την πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων όπως αναδυόταν επί των γεγονότων από τις εκατέρωθεν δηλώσεις.Υπήρχε, εν προκειμένω, διάσταση στα πραγματικά δεδομένα, τα οποία θα έπρεπε να αφεθούν να εξεταστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της εναρκτήριας αίτησης.Το (αμφισβητούμενο) γεγονός.θα έπρεπε να παραμείνει ισχυρισμός που θα εξεταζόταν στο πλαίσιο της όλης διαφοράς και αξιολόγησης της εκατέρωθεν μαρτυρίας.») Με άλλα λόγια λοιπόν, κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν το εγειρόμενο θέμα αν η αξιολόγηση αυτή θα συνεπάγεται ουσιαστικά και έκφραση τελικής κρίσης επί των συγκεκριμένων αμφισβητούμενων γεγονότων και θεμάτων. Και αν διαφανεί ότι είναι μόνο μέσω μιας τέτοιας ενδελεχούς αξιολόγησης που μπορεί να αποφασιστεί το ζήτημα που εγείρεται με την ενδιάμεση αίτηση, τότε το θέμα θα πρέπει να αφεθεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο έχει την εξουσία αλλά και τη δυνατότητα να αποκρυσταλλώσει τα γεγονότα μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας και να προβεί σε τελικά ευρήματα και συμπεράσματα. Επαναλαμβάνεται τέλος ότι αν το Δικαστήριο κρίνει δικαιολογημένη την αίτηση με βάση το Μ.12 και εκδώσει αναγνωριστικό διάταγμα ότι όντως στερείται δικαιοδοσίας, τότεμπορεί να περιλάβει στο αναγνωριστικό διάταγμα του και περαιτέρω πρόνοιες σε σχέση με τις συνέπειες που η εν λόγω αναγνώριση συνεπάγεται. Με γνώμονα τα πιο πάνω σημειώνω τα εξής σχετικά με την υπό κρίση περίπτωση. Κατά αρχή σημειώνω ότι με δεδομένο ότι το σημείωμα εμφάνισης της εναγόμενης καταχωρήθηκε στις 28/02/24 (δίσεκτο έτος), δεν διαπιστώνεται να μην υπήρξε συμμόρφωση με την προθεσμία των 14 ημερών που προνοεί το Μ.12 κατά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 13/03/24. Ούτε όμως και κρίνεται υπό τις περιστάσεις μοιραίο το ότι στο σημείωμα εμφάνισης επιλέγηκε, και το πεδίο αναφορικά με την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας αλλά και το πεδίο αναφορικά με την αμφισβήτηση της απαίτησης, αφού η μόνη ενέργεια που έγινε από πλευράς εναγόμενης μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης ήταν η καταχώρηση της παρούσας αίτησης ως επιβάλλει και το Μ.12 (βλ. σχετική αγγλική νομολογία που αναφέρεται ανωτέρω). Όσον αφορά τώρα την ουσία της αίτησης, από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις προκύπτει να συνιστά κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι τα επίδικα υποστατικά ανήκαν μέχρι τις 17/01/23 σε τρίτο πρόσωπο, ήτοι στο σύζυγο της εναγόμενης, ο οποίος έχει αποβιώσει, ότι από το 2008 τα υποστατικά αυτά ήταν υποθηκευμένα προς όφελος των εναγόντων, ότι στις 17/01/23 οι τελευταίοι, μέσω της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικασίας εκποίησης της υποθήκης, αγόρασαν τα υποστατικά και γενικότερα το ακίνητο επί του οποίου αυτά βρίσκονται καταβάλλοντας συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, ότι από εκείνη την ημέρα και μέχρι σήμερα οι ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των υποστατικών, ότι η εναγόμενη κατέχει και χρησιμοποιεί σήμερα τα εν λόγω υποστατικά και τέλος ότι μεταξύ εναγόντων και εναγόμενης δεν υπάρχει οποιαδήποτε σύμβαση για ενοικίαση ή για χρήση των υποστατικών από την τελευταία και ούτε η εναγόμενη καταβάλλει στους ενάγοντες οποιοδήποτε ενοίκιο ή δικαίωμα σε σχέση με την από μέρους της κατοχή και χρήση των υποστατικών. Λαμβανομένου υπόψη του πιο πάνω μη αμφισβητούμενου πλαισίου γεγονότων, τα επίδικα ζητήματα που εγείρονται υπό το φως των όσων προβάλλονται εκατέρωθεν αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, είναι τα εξής. Α. Κατά πόσο υπήρξε ποτέ η συμβατική ενοικίαση των υποστατικών που ισχυρίζεται η εναγόμενη - ζήτημα πραγματικό. Β. Αν η απάντηση στο Α ανωτέρω είναι ότι όντως υπήρξε συμβατική ενοικίαση των υποστατικών ως ισχυρίζεται η εναγόμενη, τότε τα επόμενα ερωτήματα που εγείρονται είναι αφ' ενός το κατά πόσο στη συνέχεια και πριν τις 17/01/23 συνέτρεχαν τέτοιες συνθήκες ώστε η συμβατική ενοικίαση να θεωρείται ότι μετατράπηκε σε θέσμια ενοικίαση εν τι εννοία του Ν.23/1983 και των λεχθέντων στη Φυσεντζίδης ανωτέρω, και αφ' ετέρου το κατά πόσο η κατάσταση αυτή επηρεαζόταν με οποιοδήποτε τρόπο από το γεγονός ότι τα υποστατικά είχαν επιβαρυνθεί από το 2008 με υποθήκη - ζητήματα εν μέρει πραγματικά και εν μέρει νομικά. Γ. Αν η απάντηση στο Β ανωτέρω είναι ότι η συμβατική ενοικίαση όντως μετατράπηκε ορθά και νόμιμα σε θέσμια ενοικίαση και παρά την ύπαρξη της υποθήκης του 2008, τότε το ερώτημα είναι κατά πόσο τα δικαιώματα που συνεπάγεται η ύπαρξη μιας τέτοιας θέσμιας ενοικίασης σε ακίνητο που αγοράζεται μέσω διαδικασίας εκποίησης της υποθήκης που το βαραίνει, μπορούν να θεωρηθούν ότι υπερισχύουν των οποιοδήποτε δικαιωμάτων έχει αποκτήσει ο αγοραστής του ακινήτου σε σχέση με την κατοχή του - ζήτημα νομικό. Επισημαίνω εδώ ότι στο παρόν στάδιο, η εξέταση του συγκεκριμένου ερωτήματος περιορίζεται αποκλειστικά στο βαθμό και στην έκταση που είναι αναγκαίο να γίνει προκειμένου να διαπιστωθεί το ποιο είναι το δικαιοδοτικά αρμόδιο Δικαστήριο για να εξετάσει την ουσία των εκατέρωθεν αντιμαχόμενων δικαιωμάτων και δεν εκτείνεται και στην τελική διάγνωση των συγκεκριμένων αντιμαχόμενων δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι για τη διαμόρφωση των ανωτέρω ερωτημάτων λήφθηκαν υπόψη και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται εκατέρωθεν από τους διαδίκους, αλλά και το πώς έτυχε στο παρελθόν να προσεγγιστούν τέτοιοι ισχυρισμοί από την κυπριακή και αγγλική νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Xαραλαμπίδης Παντελής ν. Γεωργίου Aνδρέα Kωνσταντίνου και Άλλου
(1996)1 ΑΑΔ 709, Maximos Court Ltd. ν. Xριστόφορου Πιερή και Άλλου
(2001)1 ΑΑΔ 875, GEORGHI HAJI NICOLA AND ANOTHER ν. CHRISTODOULOS FIEROS (V10) 1 CLR 103, Rogers v Humphreys
(1835)4 A. & E. 299, 313, Cook v Moylan
(1847)1 Ex. 67 και Trent v Hunt
(1853)9 Ex. 14, 23) Των πιο πάνω λεχθέντων λοιπόν, υπενθυμίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός της εναγόμενης είναι ότι κατά το 1992 και 2010 αυτή είχε ενοικιάσει προφορικά τα επίδικα υποστατικά από τον αποβιώσαντα σήμερα σύζυγο της για περίοδο 6 μηνών, και επειδή το ακίνητο στο οποίο βρίσκονταν τα υποστατικά είχε ολοκληρωθεί πριν τις 31/12/99, ημερομηνία κατά την οποία αυτά τελούσαν υπό ενοικίαση - το μεν διαμέρισμα από την ίδια το δε κατάστημα από κάποιο τρίτο πρόσωπο (σχολή οδηγών) - όταν έληξε η εξάμηνη συμβατική ενοικίαση και αυτή παρά ταύτα παρέμεινε εκεί και συνέχισε να πληρώνει ενοίκιο στο σύζυγο της, η ενοικίαση μετατράπηκε σε θέσμια κατ' εφαρμογή του Ν.23/1983 και των λεχθέντων στη Φυσεντζίδης ανωτέρω. Κατά την εναγόμενη συνεπώς, έκτοτε μόνο το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως μπορεί να εξετάσει αίτημα για έξωση της από τα υποστατικά. Οι ενάγοντες αμφισβητούν όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς περί γεγονότων που προβάλει η εναγόμενη και κατ' επέκταση αμφισβητούν και όλα τα νομικά επιχειρήματα της τελευταίας που τους περιβάλλουν. Για τους λόγους που θα προχωρήσω να εξηγήσω, κρίνω, σε συμφωνία με τους ενάγοντες, ότι με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο, εγείρονται σε τέτοιο βαθμό ερωτηματικά και αμφιβολίες σε σχέση με τους πραγματικούς (factual) ισχυρισμούς της εναγομένης, η οποία και είχε το βάρος να τους αποδείξει, που ουδόλως δικαιολογείται να εξαχθεί από τώρα οποιοδήποτε συμπέρασμα περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά πρώτο, πλην της μαρτυρίας της ίδιας της εναγόμενης, η οποία έχει ρητά αμφισβητηθεί από τους ενάγοντες, καμία μαρτυρία ανεξάρτητης και αδιαμφισβήτητης φύσης (όπως είναι π.χ. το μητρώο του Κτηματολογίου) δεν έχει παρουσιαστεί αναφορικά με την ημερομηνία ολοκλήρωσης του κτηρίου εντός του οποίου βρίσκονται τα υποστατικά και δη ως προς το κατά πόσο αυτά είχαν συμπληρωθεί πριν την 31/12/1999 (βλ. κατ' αντίθεση ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΛΕΖΟΥ κ.α. v. ΧΑΡΗΣ ΚΑΦΑΡΙΔΗΣ ΕΣΤΕΗΤ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 295/2018, 28/3/2024). Δεν έχω βεβαίως παραγνωρίσει ότι στο Τεκμήριο ΚΜ1 της εναγόμενης περιέχεται μεταξύ άλλων και μια επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερ. 8/01/24 στην οποία επισυνάπτεται ο τίτλος ιδιοκτησίας που εξασφάλισαν οι τελευταίοι στις 17/01/23. Το μόνο όμως που αναφέρεται στο συγκεκριμένο τίτλο είναι ότι το συγκεκριμένο ακίνητο συνιστά απλά οικόπεδο για το οποίο έχει σημειωθεί το 1980 απλά και γενικά ότι «υπάρχουν κτήρια που δεν αναφέρονται στην εγγραφή» (βλ. κατ΄ αναλογία Μενέλαου Χαψίδη ν. Γλαύκης Νικολαϊδου
(2000)1 ΑΑΔ 1493) Κατά δεύτερο, καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί προς τεκμηρίωση ή επίρρωση του ισχυρισμού της εναγόμενης ότι για 15 - 20 χρόνια καταβάλλονταν μηνιαίως ενοίκια στον προηγούμενο ιδιοκτήτη των υποστατικών, δηλαδή στο σύζυγο της, και το αναφέρω αυτό επισημαίνοντας ότι όσον αφορά το κατάστημα τουλάχιστο, ο ισχυρισμός της εναγόμενης είναι ότι από το 1999 και μέχρι να το ενοικιάσει εκείνη τον Φεβρουάριο του 2010 το ενοικίαζαν τρίτα πρόσωπα με τα οποία ο ιδιοκτήτης είχε συμβατική σχέση. Εύλογα λοιπόν υποδεικνύεται από τους καθ' ων η αίτηση ότι κάποιας μορφής απόδειξη πληρωμής ή είσπραξης ενοικίων θα αναμενόταν να παρουσιαστεί προς επίρρωση των επί του προκειμένου ισχυρισμών της εναγόμενης, αν μη τι άλλο σε σχέση με τα ενοίκια που τρίτα πρόσωπα φέρονται να κατέβαλλαν από το 1999 μέχρι και το 2010. Τα πιο πάνω αποκτούν ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η σχέση εντός της οποίας παρουσιάζεται από την εναγόμενη να έχει συναφθεί η κατ' ισχυρισμό σύμβαση ενοικίασης των επίδικων υποστατικών - σύμβαση μεταξύ συζύγων, το ότι αυτή η κατ' ισχυρισμό σύμβαση παρουσιάζεται να αφορούσε σε ενοικίαση της συζυγικής στέγης στην οποία όμως η εναγόμενη ήδη έμενε και για την οποία δεν παρέχεται καμία εξήγηση ως προς το γιατί η τελευταία δεν είχε τότε ούτως η άλλως δικαίωμα να διαμένει εκεί άνευ ανταλλάγματος - ο απλός ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ο σύζυγος της αποφάσισε να της ενοικιάσει τη συζυγική στέγη «για δική της προστασία» δεν κάμνει κανένα νόημα στην απουσία οποιασδήποτε περαιτέρω εξειδίκευσης ή λεπτομέρειας, και τέλος τα δικονομικά και αποδεικτικά εμπόδια που περιβάλλουν την οποιαδήποτε προσπάθεια να γίνει επίκληση δηλώσεων και υποσχέσεων αποβιώσαντα προσώπου ως μαρτυρία (βλ. Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ 1481 και Αγρότου Αντωνάκη Βασιλική και Άλλη ν. Ιωάννας Αντωνάκη Αγρότου
(2016)1 ΑΑΔ 1325, ECLI:CY:AD:2016:A263) - εν τη απουσία οποιασδήποτε άλλης ανεξάρτητης μαρτυρίας, το μόνο πρόσωπο που μπορεί να επιβεβαιώσει τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς της εναγομένης είναι ο σύζυγος της, ο οποίος όμως δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή. Κοντολογίς, με βάση το υλικό που έχει τεθεί στο παρόν στάδιο στη διάθεση του Δικαστηρίου, εγείρονται σε τέτοιο βαθμό ερωτηματικά και αμφιβολίες ως προς την εκδοχή που προβάλει η εναγόμενη σε σχέση με τα πραγματικά κατ' εκείνην γεγονότα της υπόθεσης, που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή έχει προβάλει, μέσω μιας «καλής συζητήσιμης υπόθεσης», το «καλύτερο επιχείρημα» αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, αυτό το οποίο προκύπτει προς το παρόν από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι για να εξακριβωθούν και ν' αποκρυσταλλωθούν τα γεγονότα που περιβάλλουν το θέμα της δικαιοδοσίας θα πρέπει να διεξαχθεί κανονική ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης και η εκατέρωθεν μαρτυρία να αξιολογηθεί ενδελεχώς. Τέλος και όσον αφορά τη θέση που προβάλλει η εναγόμενη σε σχέση με την κλίμακα στην οποία καταχωρήθηκε η απαίτηση των εναγόντων, περιορίζομαι να αναφέρω ότι ενόψει των προνοιών του αρ.22
(3)του Ν.14/60, της φύσης των αξιώσεων των εναγόντων και του ισχυρισμού τους ως προς την αξία των επίδικων υποστατικών, κανένα σχετικό με τα θέματα αυτά θέμα δεν τίθεται με την καθ' ύλη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να προβεί στην αναγνωριστική δήλωση που ζητείται με την αίτηση και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Για τη μετέπειτα πορεία της υπόθεσης να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του Μ.12 Κ.1
(7)και σε περίπτωση που καταχωρηθεί πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης από την εναγόμενη, η υπεράσπιση της τελευταίας να καταχωρηθεί εντός 28 ημερών από την ημερομηνία καταχώρησης του πρόσθετου σημειώματος εμφάνισης. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά, ως είναι και ο γενικός κανόνας, τα δικαιούται η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση. Προτού όμως προχωρήσω να ακούσω τους συνηγόρους σε σχέση με το ύψος των εξόδων αυτών στα πλαίσια της σχετικής διαδικασίας που προνοούν οι Θεσμοί, θα δώσω στους τελευταίους την ευκαιρία να συμφωνήσουν και να δηλώσουν το ύψος τους, το οποίο, από μια πρώτη θεώρηση των σχετικών Πινάκων και υπό την επιφύλαξη βέβαια των όσων ενδεχομένως να επιχειρηματολογήσουν οι συνήγοροι, φαίνεται να κυμαίνεται μεταξύ €1500 - €2000 πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. Αν λοιπόν μέχρι τις 19/08/24 οι διάδικοι δεν καταλήξουν σε συμφωνία ως προς το ύψος των εξόδων τότε να καταχωρήσουν εκατέρωθεν σχετικούς καταλόγους και το Δικαστήριο θα επιληφθεί του θέματος στις 20/08/24 και ώρα 0930 στη φυσική παρουσία τους. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Magdon G J Ltd ν. A L Metal Trading Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2064, Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 Α.Α.Δ. 1090 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο