ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. Ε. & Γ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 782/23, 22/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 782/23(ι) Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Ενάγοντας - Καθ' ου η αίτηση Και Ε. & Γ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενη - Αιτήτρια ------------ (Αίτηση εναγομένης ημερ. 15/02/24 για παραμερισμό απόφασης ημερ. 18/12/23) Ημερομηνία: 22 Ιουλίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κ. Σ. Σωτηρίου για Σωτηρίου & Τσαππής ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: κ. Ν. Δαμιανού για ΝΙΚΟΣ ΔΑΜΙΑΝΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ O ενάγοντας καταχώρισε την πιο πάνω αγωγή στις 08/07/2023 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα[1], αξιώνοντας αποζημιώσεις συνολικού ύψους περί τις €200.000 από την εναγόμενη, την οποία στο δικόγραφο του παρουσιάζει να είναι κυπριακή εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται ως αρχιτεκτονικό γραφείο και που παρέχει μεταξύ άλλων υπηρεσίες αρχιτέκτονα και/ή πολιτικού μηχανικού και/ή μελέτης και επίβλεψης πάσης φύσεως οικοδομικών εργασιών. Η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ήταν ότι περί τον Οκτώβριο του 2009 αυτός αγόρασε ένα ακίνητο στη Βορόκλινη στο οποίο τότε ανεγειρόταν από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες κάποια κατοικία υπό την επαγγελματική επίβλεψη και εμπλοκή της εναγόμενης εταιρείας. Αφού λοιπόν αγόρασε το ακίνητο, ο ενάγοντας αποφάσισε όπως προχωρήσει εκείνος με την ολοκλήρωση της κατοικίας ώστε να την καταστήσει τη μόνιμη του κατοικία. Για το σκοπό αυτό ανέθεσε στην εναγόμενη, ως ισχυρίζεται, όπως συνεχίσει την παροχή των επαγγελματικών της υπηρεσιών σε σχέση με το έργο καθ' ότι ήταν αυτή που κατείχε τα σχέδια και που είχε πλήρη γνώση περί αυτού. Ακολούθως, και αφού εξασφαλίστηκαν διάφορες προσφορές από εργολάβους για να ολοκληρώσουν το έργο, επιλέγηκε περί τον Ιανουάριο του 2020 με την συμβουλή και εμπλοκή της εναγομένης η προσφορά συγκεκριμένης εταιρείας (NΝC) με την οποία και υπογράφτηκε σχετική συμφωνία εργολαβίας χωρίς ποσότητες. Δυνάμει της συμφωνίας αυτής, η εναγόμενη κατά τον ενάγοντα ανέλαβε την επίβλεψη των εργασιών της NΝC καθώς επίσης και τη διεκπεραίωση όλων των διαδικασιών που απαιτούνταν να γίνουν προκειμένου να εκδοθούν από τις αρμόδιες αρχές οι αναγκαίες άδειες για το έργο. Θέση του ενάγοντα ήταν ότι από την έναρξη των εργασιών της NNC διαπιστώθηκε ότι η τελευταία δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές της υποχρεώσεις, ιδιαίτερα σε σχέση με τα χρονοδιαγράμματα που έπρεπε να τηρηθούν αλλά και σε σχέση με την ποιότητα των εκτελεσθείσθων εργασιών και των υλικών που χρησιμοποιούνταν. Αυτό κατά τον ενάγοντα οφειλόταν μεταξύ άλλων στο ότι η εναγόμενη, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του, δεν επέβλεπε και δεν επικοινωνούσε με τον εργολάβο στον απαιτούμενο και αναμενόμενο βαθμό ως όφειλε. Επιπρόσθετα όμως της παράλειψης της αυτής, η εναγόμενη, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, είχε περί τον Απρίλιο του 2020 εκδώσει και λανθασμένα διατακτικά/πιστοποιητικά πληρωμής σε σχέση με κάποιες εκτελεσθείσες εργασίες που αφορούσαν είδη υγιεινής. Συγκεκριμένα η εναγόμενη είχε πιστοποιήσει εσφαλμένα όπως πληρωθεί μεγαλύτερο ποσό απ' ότι έπρεπε για κάποια υλικά και λόγω του σφάλματος αυτού, ο εργολάβος του έργου δεν μπορούσε να πληρώσει τα συγκεκριμένα υλικά όταν αυτά θα παραλαμβάνονταν τον Μάϊο του 2020 με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να αναγκαστεί να τα πληρώσει εκείνος και όπως διαφάνηκε στη πορεία, στο τέλος τα πλήρωσε δύο φορές. Περί τα μέσα Ιουνίου του 2020, και αφού η εναγόμενη είχε εκδώσει το τελευταίο διατακτικό/πιστοποιητικό πληρωμής προς τον εργολάβο, ο τελευταίος, χωρίς να έχει ολοκληρώσει το έργο, έστειλε στον ενάγοντα επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε ότι είχε αποφασίσει όπως τερματίσει την μεταξύ τους συμφωνία. Αμέσως ο ενάγοντας κάλεσε την εναγόμενη να καταγράψει και να αξιολογήσει τις κακοτεχνίες και τις ελλείψεις που κατ' εκείνον παρουσίαζε το έργο καθώς επίσης και να υπολογίσει το κόστος αποκατάστασης τους. Αν και η εναγόμενη φάνηκε αρχικά να ανταποκρίνεται θετικά στην κλήση του ενάγοντα εντούτοις στη πορεία διαφάνηκε ότι δεν μπορούσε να εξευρεθεί κάποια κοινώς αποδεκτή λύση ένεκα του ότι ο εργολάβος επέμενε να πληρωθεί πλήρως για τις εργασίες που είχε εκτελέσει. Ως εκ τούτου, επικαλούμενος το άρθρο 36 του συμβολαίου εργολαβίας, ήτοι την παραπομπή της διαφοράς για επίλυση από τον επιβλέποντα αρχιτέκτονα του έργου, την εναγόμενη δηλαδή, ο ενάγοντας ζήτησε από την τελευταία όπως αξιολογήσει τις εργασίες που είχαν γίνει και όπως εκδώσει απόφαση σε σχέση με το αν όντως εκκρεμεί προς πληρωμή στον εργολάβο οποιοδήποτε ποσό. Η εναγόμενη όμως αρνήθηκε να το πράξει οπόταν και ο ενάγοντας αναγκάστηκε να προβεί με δικά του έξοδα σε διορισμό πραγματογνώμονα προκειμένου να ερευνηθούν οι κακοτεχνίες και οι ελλείψεις του εργολάβου. Δυο περίπου χρόνια αργότερα, δηλαδή τον Αύγουστο του 2022, ο εργολάβος του έργου ήγειρε αγωγή εναντίον του ενάγοντα αξιώνοντας από αυτόν ποσό περί τις €19.000, ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων ότι είχε εξαπατηθεί σε σχέση με την ύπαρξη πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής για το έργο. Επειδή ο ισχυρισμός αυτός του εργολάβου, ήτοι ότι το έργο δεν είχε εξ' αρχής τις απαιτούμενες άδειες, θορύβησε τον ενάγοντα ο οποίος ουδέποτε στο παρελθόν είχε ενημερωθεί για κάτι τέτοιο, ο τελευταίος αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές για να λάβει τη σχετική ενημέρωση. Προς έκπληξη του τότε διαπίστωσε ότι κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και σε αντίθεση με το τι του είχε παρουσιάσει εξ' αρχής η εναγόμενη, η τελευταία δεν είχε ποτέ προβεί στις ενέργειες που όφειλε να κάμει προκειμένου να εξασφαλιστούν οι απαιτούμενες άδειες για το έργο. Κατά τον ενάγοντα, επειδή η εναγόμενη ήταν το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να εξασφαλίσει τις εν λόγω άδειες εφόσον ήταν από την αρχή εμπλεκόμενη στην ανέγερση του και δη υπό την επαγγελματική της ιδιότητα, ζήτησε αμέσως εξηγήσεις από αυτή. Η τελευταία όμως, παρά να του δώσει τις απαιτούμενες εξηγήσεις του ζήτησε γραπτώς όπως αποσυρθεί από τα καθήκοντα της σε σχέση με το έργο όπως και έγινε. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του αλλά και της θέσης ότι η εναγόμενη του είχε εξ΄ αρχής παρουσιάσει ψευδώς και παραπλανητικά ότι είχε εξασφαλίσει τις άδειες που απαιτούνταν για το έργο, ο ενάγοντας αξίωσε με την αγωγή του από την τελευταία, (α) €13.090 ως ενοίκια που λόγω αναγκάστηκε να καταβάλει για σκοπούς διαμονής του συνεπεία της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της κατοικίας, (β) €54.600 ως συμβατικές αποζημιώσεις για την καθυστέρηση στην παράδοση του έργου μέχρι τον Δεκέμβριο του 2022, (γ) €8.645 τα οποία είχε καταβάλει λόγω του σφάλματος της εναγόμενης κατά την έκδοση του διατακτικού σε σχέση με τα είδη υγιεινής, (δ) €3.125,20 ως έξοδα του πραγματογνώμονα που αναγκάστηκε να διορίσει μέσω του ΕΤΕΚ λόγω της άρνησης της εναγόμενης να εκτελέσει τα σχετικά συμβατικά της καθήκοντα, και, ως έξοδα για σκοπούς μετριασμού της ζημιάς του, (ε) €6.364,18 για σκοπούς έκδοσης των απαιτούμενων αδειών του έργου και (στ) €91.818,65 για σκοπούς ολοκλήρωσης του έργου από νέο εργολάβο δυνάμει σχετικής συμφωνίας. Σημειώνω εδώ ότι στην έκθεση απαίτησης παρατίθενται περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με τα συγκεκριμένα κονδύλια. Μετά την καταχώρηση της, η αγωγή δόθηκε σε ιδιώτη επιδότη για σκοπούς επίδοσης της στην εναγόμενη και σύμφωνα με την Ε/Δ που ο εν λόγω επιδότης έκαμε στις 13/07/23, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, ο τελευταίος φέρεται να επέδωσε την αγωγή στην εναγόμενη στις 12/07/23 παραδίδοντας πιστό αντίγραφο της της στον διευθυντή της Γ.Α., ο οποίος επιβεβαίωσε το γεγονός αυτό ενυπογράφως. Δεκατρείς
(13)μέρες μετά την επίδοση της αγωγής, δηλαδή στις 25/07/23, ο ενάγοντας καταχώρισε μονομερή αίτηση ζητώντας, στη βάση της Δ.17, όπως εκδοθεί απόφαση υπέρ του και εναντίον της εναγόμενης λόγω παράλειψης της τελευταίας να καταχωρίσει εμφάνιση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Η αίτηση αυτή είχε οριστεί από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη φορά στις 10/10/23, όμως κατ' εκείνη την ημερομηνία ζητήθηκε από το Δικαστήριο από πλευράς ενάγοντα όπως οριστεί σε άλλη ημερομηνία για σκοπούς απόδειξης. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα οπόταν και η αίτηση ορίστηκε για απόδειξη στις 17/10/23. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία, η πλευρά του ενάγοντα καταχώρισε Ε/Δ προς απόδειξη της υπόθεσης της (16/10/23) και μέσω της Ε/Δ αυτής κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια το συμβόλαιο εργολαβίας που είχε υπογραφεί με την εταιρεία NNC και στο οποίο αναφέρονταν τόσο τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του προσώπου που αναλάμβανε να επιβλέπει το έργο όσο και η συμφωνία των μερών σε σχέση με το ύψος της ζημιάς που θα προκαλείτο σε περίπτωση καθυστέρησης στην παράδοση του έργου, η αλληλογραφία που είχε ανταλλαχτεί με την εναγόμενη σε σχέση με τις παραλείψεις και κακοτεχνίες της ΝΝC, το φερόμενο εσφαλμένο διατακτικό που εξέδωσε η εναγόμενη με την απόδειξη πληρωμής του καθώς επίσης και το ορθό, κατά τον ενάγοντα, διατακτικό που η εναγόμενη εξέδωσε αργότερα, η αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε τόσο με την NNC όταν αυτή αποφάσισε να τερματίσει τις υπηρεσίες της όσο και με την εναγόμενη όταν αυτή κλήθηκε να προχωρήσει σύμφωνα με το αρ.36 του συμβολαίου αλλά αρνήθηκε να το πράξει, οι πληρωμές που έγιναν με σκοπό το διορισμό πραγματογνώμονα μέσω του ΕΤΕΚ και την εξασφάλιση της έκθεσης του σε σχέση με την ύπαρξη κακοτεχνιών και παραλείψεων στο έργο, η αγωγή που καταχώρισε εναντίον του ενάγοντα ο εργολάβος για το ποσό των €19.000 περίπου, η αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε με την εναγόμενη σε σχέση με τις άδειες του έργου καθώς και σε σχέση με το αίτημα της τελευταίας να αποσυρθεί από το έργο, οι αποδείξεις πληρωμής ενοικίων για την περίοδο που ο ενάγοντας χρειάστηκε να εξασφαλίσει διαμονή λόγω της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της υπό ανέγερση κατοικίας και τέλος οι αποδείξεις πληρωμής χρημάτων που απαιτούνταν για την ολοκλήρωση του έργου από νέο εργολάβο και για την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών. Αφού μελετήθηκε η αίτηση και τα όσα την υποστήριζαν, το Δικαστήριο εξέφρασε κάποιους προβληματισμούς προς την πλευρά του ενάγοντα σε σχέση με τα κονδύλια που αξιώνονταν. Λόγω τούτου, η αίτηση ορίστηκε για περαιτέρω απόδειξη σε διάφορες ημερομηνίες και εν τέλει, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε από πλευράς ενάγοντα συμπληρωματική Ε/Δ στις 04/12/23, ενώ στις 13/12/23 δηλώθηκε ότι τα αξιούμενα ποσά θα περιορίζονταν πλέον στο συνολικό ποσό των €64.352,06 πλέον τόκους και συγκεκριμένα σε «Ενοίκια: €13.090,00.- Τεκμήριο 12 ένορκης δήλωσης, Διαφορά από το διατακτικό: €7.459,03.- Τεκμήριο 2 συμπληρωματικής ένορκης, Έξοδα διορισμού Πραγματογνώμονα ΕΤΕΚ: €3.125,20.- Τεκμήριο 9 ένορκης δήλωσης, Επιπρόσθετο ποσό το οποίο ο Ενάγοντας θα κληθεί να καταβάλει: €34.213,65.- Τεκμήριο 13 ένορκης δήλωσης, Έξοδα ως η παράγραφος 26 της έκθεση απαίτησης (έξοδα αδειών) : €6.464,18.- Τεκμήριο 14 ένορκης δήλωσης». Υπό το φως των πιο πάνω διευκρινήσεων και δηλώσεων και εφόσον μέχρι τις 18/12/23 η εναγόμενη εξακολουθούσε να μην έχει καταχωρίσει εμφάνιση, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγοντας δικαιούτο στη βάση των ισχυρισμών του σε απόφαση υπέρ του και εναντίον της τελευταίας για το συνολικό ποσό των €64.352,06 και εξέδωσε την ίδια μέρα ανάλογη διαταγή. Δυο σχεδόν μήνες αργότερα, δηλαδή στις 15/02/24, η εναγόμενη καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά, στη βάση κυρίως της Δ.17 Θ.10, Δ.26, Θ.14 και αρ. 30Σ, όπως παραμεριστεί η απόφαση που εκδόθηκε στις 18/12/23 εναντίον της και στην απουσία της και μάλιστα χωρίς την επιβολή οποιουδήποτε όρου είτε ως προς τα έξοδα είτε άλλως πώς. Η αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ της Ε.Α., η οποία δηλώνει να είναι γραμματέας και μια εκ των διευθυντών και μετόχων της εναγομένης καθώς επίσης και σύζυγος του Γ.Α, ήτοι του άλλου διευθυντή και μέτοχου της εναγομένης, ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που είχε παραλάβει ενυπογράφως στις 12/07/23 την επίδοση της αγωγής εκ μέρους της εναγομένης. Σύμφωνα λοιπόν με την ομνύουσα στην αίτηση, ο σύζυγος της (Γ.Α), ο οποίος είναι σήμερα ηλικίας 75 ετών, ήταν μεν ένας εκ των εγγεγραμμένων διευθυντών/αξιωματούχων της εναγομένης κατά το χρόνο που παρέλαβε την επίδοση της αγωγής, όμως η ιδιότητα του αυτή ήταν στην πραγματικότητα ουσιαστικά τυπική, εφόσον « . από τα τέλη του 2021 άρχισε να παρουσιάζει συμπτώματα άνοιας. Παρακολουθείτο και παρακολουθείται από τον δρ. ΦΣ και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή . (Τεκ. Θ) τα συμπτώματα έγιναν σοβαρότερα με την πάροδο του χρόνου και ιδίως το τελευταίο διάστημα από τα μέσα του 2023 και μετά. Ερχόταν στο γραφείο ο σύζυγος μου αλλά τα προβλήματα μνήμης, σύγχυσης, αποπροσανατολισμού, έλλειψης συγκέντρωσης και παρουσίαση ανικανότητας να διαχειρίζεται ο ίδιος θέματα αυξάνονταν συνεχώς .». Αν και η ομνύουσα λοιπόν δεν αμφισβητεί ότι η αγωγή επιδόθηκε στον εγγεγραμμένο διευθυντή της εναγόμενης έναντι της υπογραφής του, ως δηλαδή είχε αναφέρει ενόρκως και ο αρμόδιος επιδότης, ισχυρίζεται ότι αυτός, ο σύζυγος της δηλαδή, «.με την κατάσταση του.δεν θα μπορούσε να κατανοήσει τη σημασία του κλητηρίου εντάλματος και σίγουρα να προγραμματίσει ή να διαχειριστεί θέμα διορισμού δικηγόρου και υπεράσπισης της εταιρείας». Συνεπεία τούτου, αυτή, ως η άλλη διευθύντρια/αξιωματούχος της εναγομένης, δεν ενημερώθηκε ποτέ για την ύπαρξη και επίδοση της παρούσας αγωγής και μόλις στις 17/01/24 εντόπισε αντίγραφο της ανάμεσα σε διάφορα έγγραφα στο γραφείο του συζύγου της. Αμέσως αποτάθηκε στους δικηγόρους της για συμβουλή, και αφού οι τελευταίοι της εξήγησαν περί τίνος επρόκειτο, τους έδωσε οδηγίες να διερευνήσουν σε πιο στάδιο βρισκόταν η υπόθεση ώστε να λάβουν όλα τα δέοντα μέτρα προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων της εναγομένης. Επειδή όμως ο φάκελος της υπόθεσης τηρείτο τότε ηλεκτρονικά στο σύστημα e-justice, το οποίο εκείνη την περίοδο παρουσίαζε τεχνικά προβλήματα, δεν κατέστη δυνατό να γίνει έρευνα στο φάκελο πριν από την 01/02/24 όταν και ο φάκελος μεταφέρθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα i-justice και τότε ήταν και που διαπιστώθηκε ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της εναγομένης στις 18/12/23 (Τεκ.Δ και Ε). Σύντομα μετά καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Κατά την ομνύουσα, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εναγόμενη επέδειξε οποιαδήποτε περιφρονητική προς το Δικαστήριο συμπεριφορά ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και για το λόγο αυτό η παρούσα αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί ώστε να μπορέσει η εναγόμενη να ασκήσει το συνταγματικό της δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση που έχει στα όσα της καταλογίζει ο ενάγοντας και συγκεκριμένα να προβάλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς. Μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης δεν υπήρχε ποτέ οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση ή συμφωνία και αυτό διότι η εναγόμενη δεν ήταν ποτέ εγγεγραμμένη ή αδειοδοτημένη για να προσφέρει τις υπηρεσίες που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι συμφώνησε να λάβει από αυτή. Κατά την ομνύουσα, όταν οι επίδικες υπηρεσίες θα παρέχονταν σε κάποιο πελάτη του αρχιτεκτονικού γραφείου όπως ήταν ο ενάγοντας, οι υπηρεσίες αυτές δεν ήταν από την εναγόμενη που παρέχονταν αλλά από την ίδια και το σύζυγο της προσωπικά και αυτός ήταν και ο λόγος που η εναγόμενη δεν είχε ποτέ εγγραφεί ως εταιρεία μελετών σύμφωνα με το Ν.224/90 αλλά και που η εγγεγραμμένη ονομασία της δεν έφερε την επωνυμία ΕΠΕ (εταιρεία περιορισμενης ευθύνης) ή LLC (Limited Liability Company) αλλά Λίμιτεδ (Τεκ. Η - ΙΓ). Είναι λοιπόν η θέση της ομνύουσας ότι ο ενάγοντας, ο οποίος είχε αγοράσει το ακίνητο μέσω διαδικασίας εκποίησης της υποθήκης που ο τότε εργολάβος του έργου είχε εγγράψει προς όφελος τραπεζικού ιδρύματος, είχε μεν συνάψει συμφωνία για να του παρασχεθούν οι επίδικες υπηρεσίες προκειμένου να ολοκληρωθεί η κατοικία με τον τρόπο που αυτός ήθελε, όμως η συμφωνία αυτή δεν ήταν με την εναγόμενη που έγινε αλλά με την ομνύουσα και το σύζυγο της προσωπικά. Συνεπώς, «.όλη η συμφωνία για παροχή υπηρεσιών όποιες υπηρεσίες δόθηκαν ήσαν μαζί με εμένα και το σύζυγο μου προσωπικά που ως γραφείο ενεργούσαμε μαζί (αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός). Καμία λοιπόν αξίωση δεν μπορούσε ο ενάγοντας να προβάλει και να προωθήσει έγκαιρα και νόμιμα κατά των εναγομένων αφού ούτε είχε αλλά ούτε νόμιμα μπορούσε να συμβληθεί με τους εναγομένους. Ως συμβουλεύομαι μάλιστα από τους δικηγόρους μας ακόμη και υποτιθέμενα να θέλαμε ως εταιρεία να αναλάβουμε παροχή υπηρεσιών αρχιτέκτονα και πολιτικού μηχανικού στον ενάγοντα τέτοια συμφωνία θα ήταν παράνομη .». Άλλη θέση της ομνύουσας είναι ότι αυτή και ο σύζυγος της είχαν προσωπικά προβεί στο σχεδιασμό, μελέτη σχεδίων και παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών στον εργολάβο που είχε αρχικά αναλάβει να ανεγείρει την κατοικία καθώς επίσης και ότι είχαν τότε εξασφαλιστεί οι απαιτούμενες για το σκοπό αυτό άδειες (Τεκ.ΙΔ). Ο τότε εργολάβος όμως, ο οποίος είχε φέρει την ανεγειρόμενη κατοικία σε ένα ημιτελές στάδιο όταν την αγόρασε ο ενάγοντας, «.παραδόξως δεν πλήρωσε τα δικαιώματα για να λάβει την άδεια οικοδομής που είχε εγκριμένη». Έστω λοιπόν και αν δόθηκαν στον ενάγοντα επαγγελματικής φύσεως συμβουλές και βοήθεια για την ετοιμασία και αξιολόγηση των προσφορών για ανάθεση του έργου σε νέο εργολάβο - όχι βεβαίως από την εναγόμενη αλλά από την ίδια και το σύζυγο της προσωπικά - ο ίδιος ο ενάγοντας ήταν που επέλεξε το νέο εργολάβο (NNC) και εκείνος ήταν που όφειλε να προχωρήσει με την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών εφόσον γνώριζε πολύ καλά σε πιο στάδιο βρίσκονταν οι άδειες. Όσον αφορά τους υπόλοιπούς ισχυρισμούς του ενάγοντα, θέση της ομνύουσας είναι ότι όντως υπήρξαν κακοτεχνίες στο έργο καθώς και διαφωνίες με τον εργολάβο. Ούτε αυτή όμως και ούτε ο σύζυγος της παρέλειψαν να ασκήσουν ορθά τα καθήκοντα που είχαν αναλάβει προσωπικά ως αρχικτέκτονας και πολιτικός μηχανικός του έργου και ούτε προέβησαν σε οποιοδήποτε λάθος κατά την έκδοση των διατακτικών. Σε κάθε περίπτωση όμως, «και αν ακόμη ένα ή δυο ενδιάμεσα πιστοποιητικά πληρωμής αναφέρονταν σε μεγαλύτερα της εργασίας ποσά αυτό δεν προκαλούσε ούτε ζημιά, ούτε λάθος στην καταγραφή εργασίας εφόσον το ποσό θα ακολουθούσε το επόμενο ενδιάμεσο διατακτικό που αναγκαία θα αντιστοιχούσε στην εργασία με τα ποσά που πληρώθηκαν». Είναι τέλος η θέση της ομνύουσας ότι όντως σε κάποιο στάδιο ο εργολάβος τερμάτισε τις υπηρεσίες του προς τον ενάγοντα καθώς και ότι παρά τις προσπάθειες που έγιναν για εξεύρεση κάποιας φιλικής λύσης αυτό δεν κατέστη δυνατό να γίνει. Ο λόγος όμως για τούτο ήταν, σύμφωνα με την ομνύουσα, διότι κάθε φορά που φαινόταν να επιτυγχάνεται κάποια συμφωνία μεταξύ ενάγοντα, εργολάβου και του συζύγου της ομνύουσας ο ενάγοντας υπαναχωρούσε και λόγω αυτής της συμπεριφοράς του ενάγοντα, ο σύζυγος της ομνύουσας αναγκάστηκε στο τέλος να δηλώσει ότι δεν επιθυμούσε πλέον να συνεχίσει την από μέρους τους παροχή των επίδικων υπηρεσιών οπόταν και αποδεσμεύτηκαν. Κατά την ομνύουσα συνεπώς, ούτε αμέλεια αλλά ούτε και οποιαδήποτε αντισυμβατική συμπεριφορά επιδείχθηκε ποτέ από πλευράς εναγόμενης κατά την επίβλεψη του έργου αφού η εναγόμενη ουδέποτε ανέλαβε, συμβατικά ή άλλως πως, οποιαδήποτε καθήκοντα ή ευθύνες απέναντι στον ενάγοντα. Επιπλέον, καμία ψευδής ή παραπλανητική παράσταση δεν έγινε προς τον ενάγοντα σε σχέση με τις άδειες του έργου, ούτε όμως και αναλήφθηκε ποτέ από πλευράς της εναγομένης η ευθύνη για την έκδοση των εν λόγω αδειών. Ούτε όμως και η ομνύουσα ή ο σύζυγος της αμέλησαν ποτέ να εκπληρώσουν τα επαγγελματικά καθήκοντα που ανέλαβαν απέναντι στον ενάγοντα υπό την προσωπική τους ιδιότητα και οι διαφορές που προέκυψαν μεταξύ του εργολάβου και του ενάγοντα δεν μπορούν να αποδοθούν στην εναγόμενη ή στην ομνύουσα και το σύζυγο της - «ο ενάγοντας με την ερήμην διαδικασία πέτυχε απόφαση εναντίον της εναγόμενης εταιρείας που αν υποτιθέμενα ήταν η συμβαλλόμενη στην συναλλαγή και συμφωνία με τον ενάγοντα τούτο θα συνιστούσε παρανομία απαγορευμένη από το νόμο και δεν θα μπορούσε να παραμείνει αποτέλεσμα τέτοιας παράνομης συναλλαγής ή συμφωνίας η επιδίκαση τέτοιου ποσού ως η απόφαση». Η αίτηση της εναγομένης προσέκρουσε στην ένσταση της πλευράς του ενάγοντα η οποία προβάλλει 14 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, με την ένσταση της, η οποία περιστρέφεται γύρω από τις αρχές που διέπουν το θέμα παραμερισμού έκδοσης απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, η πλευρά του ενάγοντα επικαλείται κατ' αρχήν το γεγονός ότι η επίδοση της αγωγής έγινε σε πρόσωπο που τότε ήταν και παρουσιαζόταν να ήταν ένας εκ των εγγεγραμμένων διευθυντών της εναγόμενης. Λόγω τούτου, υποστηρίζει η πλευρά του ενάγοντα, η επίδικη επίδοση ήταν καθόλα νόμιμη και νομότυπη και η παράλειψη της εναγόμενης να αντιδράσει με οποιοδήποτε τρόπο για τους επόμενους 5 μήνες μέχρι να εκδοθεί απόφαση και ακολούθως για 2 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης, συνιστά επίδειξη παντελούς αδιαφορίας η οποία ανάγεται σε καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και η οποία θα πορέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Σε κάθε περίπτωση όμως, και όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προβάλλει η εναγόμενη αναφορικά με την ουσία της αγωγής, η πλευρά του ενάγοντα επαναλαμβάνει τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς που πρόβαλε με το δικόγραφο της και με τις Ε/Δ που παρουσίασε προς απόδειξη της υπόθεσης της και ισχυρίζεται ότι η προβαλλόμενη από την εναγόμενη ανυπαρξία οποιασδήποτε σχέσης μεταξύ της ιδίας και του ενάγοντα συνιστά καθαρά ένα ψευδή και αβάσιμο ισχυρισμό. Αυτό αφ' ενός διότι οι προφορικές και γραπτές παραστάσεις που γίνονταν στον ενάγοντα από τους εκπροσώπους της εναγομένης καθ' όλον τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο έδειχναν ότι είναι εκ μέρους της τελευταίας που γίνονταν και αφ' ετέρου διότι εκτός από την εγγεγραμμένη εταιρική επωνυμία της εναγομένης δεν υπάρχει καμία άλλη παρόμοια εγγεγραμμένη επωνυμία, είτε ως εμπορική επωνυμία είτε άλλως πώς. Δεν τίθεται λοιπόν κανένα θέμα «σύγχυσης» της ταυτότητας του ορθού διαδίκου εναντίον του οποίου έπρεπε να στραφεί η παρούσα αγωγή. Εφόσον μετά την καταχώρηση της ένστασης δεν επιχειρήθηκε να καταχωρηθεί οποιαδήποτε συμπληρωματική Ε/Δ από πλευράς εναγομένης και ούτε ζητήθηκε από οποιαδήποτε πλευρά όπως αντεξεταστεί ο οποιοσδήποτε ομνύοντας σε σχέση με τους ισχυρισμούς του (βλ. HOSSAN v. Γ. & Χ. ΛΑΜΨΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E134/2014, 21/4/2021), η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή λοιπόν τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, έχοντας μεταξύ άλλων κατά νου και το ότι συνιστά κοινό έδαφος ότι λόγω της χρονολογίας της υπόθεσης (καταχωρήθηκε πριν την 01/09/23), είναι οι «παλαιοί» Θεσμοί που τυγχάνουν εφαρμογής. Οι αναφορές λοιπόν που θα γίνονται πιο κάτω σε Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας θα αφορούν στους Θεσμούς που ίσχυαν μέχρι την 01/09/23 που θεσπίστηκαν οι νέοι Κανονισμοί. Τούτων λεχθέντων συνεπώς σημειώνω τα ακόλουθα. Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης δυνάμει της Δ.17 είναι γνωστές και δύναται να συνοψισθούν στο ότι για να πετύχει μια αίτηση παραμερισμού, ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, εκ πρώτης όψεως βέβαια, ότι έχει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του, παράγοντες οι οποίοι είναι σωρευτικοί και εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης για παραμερισμό, της αρχής, δηλαδή, να υπάρχει οριστική λήξη της αντιδικίας το συντομότερο δυνατό («interest repuplicae ut sit finis litium») και από την άλλη να μην αποστερείται διάδικος με ευκολία της δυνατότητας να ακουστεί (βλ. JURGEN κ.α. v. ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 80/2014, 1/6/2020 και ΚΟΤΣΩΝΗΣ ν. ΔΗΜΟΣ ΓΕΡΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 254/2013, 31/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:A452). Ο όρος καλή υπεράσπιση δε, έχει νομολογηθεί να σημαίνει υπεράσπιση που «ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας.είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη» και η οποία δεν κρίνεται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να είναι απλά επιφανειακή (βλ. ΚΑΛΛΙΣΙΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΥΔΑΤΩΝ), ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε207/2014, 11/9/2020, ECLI:CY:AD:2020:A314 και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει). Ο αιτητής θα πρέπει επίσης να μην έχει επιδείξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση αναγόμενη σε περιφρόνηση του δικαστηρίου στην υποβολή της αίτησης του για παραμερισμό, εφόσον όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε66/2014, 12/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:A143, Mερκή Zήνωνας ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 ΑΑΔ 736 και Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64). Βεβαίως, η εγκυρότητα της διαδικασίας και ιδιαίτερα το νομότυπο της διαδικασίας επίδοσης μιας αγωγής, θέμα άμεσα συνδεδεμένο με τη μη εμφάνιση, είναι παράγοντας καθοριστικής σημασίας, εφόσον μπορεί από μόνος του να οδηγήσει σε ex debito justitiae παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστούν θέματα μη εμφάνισης και καλής υπεράσπισης (βλ. μεταξύ άλλων ΗΛΙΑ ΜΑΝΩΛΗ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 413/11, 3/2/2017, ECLI:CY:AD:2017:A37, Γιωργαλλίδης Nικόλας ν. Xρυσόστομου Xρίστου (Tτόμη)
(1997)1 ΑΑΔ 247) και Τσεσμελόγλου ανωτέρω). Όπου τέλος υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές, το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, θα πρέπει στο βαθμό του δυνατού, να αποφεύγει να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας, έχοντας όμως πάντοτε κατά νουν ότι είναι ο αιτητής που φέρει το βάρος απόδειξης (βλ. Irena Knitting Ltd κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ.816). Συνεπώς, όταν ο καθ' ου η αίτηση με την αρχική και/ή συμπληρωματική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση του, θέτει εκποδών ουσιώδεις ισχυρισμούς που παρατίθενται στην Αίτηση, τότε, αναμένεται από τον αιτητή όπως ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς που παρέχονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας για να αποκαταστήσει την υποβαλλόμενη εικόνα των πραγμάτων. Τούτο, όχι ως ζήτημα ενδελεχούς αποτίμησης της αξιοπιστίας της κάθε πλευράς, αλλά στα πλαίσια απόσεισης του βάρους απόδειξης που αυτός επωμίζεται. Άμεσα σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι επίσης και οι ΒΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ v. CPH INVESTMENTS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε203/19, 18/6/2024, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΙΤΤΟΚΟΠΙΤΗΣ v. ΦΟΙΒΟΣ ΠΕΛΙΔΗΣ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΕ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΚΑΛΟΥΣΤ ΣΕΚΕΡΤΕΜΙΑΝ, Πολιτική Έφεση Αρ. E23/2018, 30/5/2024, ΜΙΧΑΗΛ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ v. DAFNIS INSURANCE AGENCIES & CONSULTANTS LIMITED κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. Ε129/2016, 16/5/2024, ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΚΩΣΤΑ ΚΑΦΑΤΑΡΗ κ.α. v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε6/2019, 26/4/2024, ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ v. THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. E60/2018, 9/2/2024, ALPHA PANARETI PUBLIC LTD v. ELAINE MARGARET HOVEY, Πολιτική Έφεση Αρ. E104/2018, ημερ.27.9.2023, KAMENEVA v. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (ΠΡΩΗΝ) CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (ΠΡΩΗΝ) MARFIN POPULAR BANK PUBLIC LTD, Πολιτική Έφεση Αρ Ε102/2015, 29/3/2021 και I.O.A. v. A.D.A., Έφεση Αρ. 13/20, 24/3/2021. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, σημειώνω τα εξής αναφορικά με τα όσα περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 12/07/23 με ένα από τους προβλεπόμενους τρόπους επίδοσης που προνοούνται στη Δ.5, ήτοι σε πρόσωπο (Γ.Α.) που σύμφωνα με το εταιρικό πιστοποιητικό που η ίδια η πλευρά της εναγομένης παρουσίασε, ήταν τότε, και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να είναι, ένας εκ των εγγεγραμμένων διευθυντών - αξιωματούχων της. Συνεπάγεται λοιπόν, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστο, ότι δεν τίθεται ζήτημα παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης ex debito justitiae λόγω αντικανονικότητας της διαδικασίας επίδοσης. Αυτό γιατί ναι μεν «Απώτερος σκοπός είναι η πραγματική και επαρκής ενημέρωση του εναγόμενου για το εναντίον του δικαστικό διάβημα.», και αν διαπιστωθεί, ως θέμα πραγματικό, ότι οι εναγόμενοι δεν έλαβαν έγκαιρα γνώση για την ύπαρξη της αγωγής, «.το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας», όμως την ίδια στιγμή «.αυτή όμως (η πραγματική και επαρκής ενημέρωση) κατά κανόνα τεκμηριώνεται με τη διαπίστωση ότι ο (εναγόμενος) έλαβε γνώση με τους δικονομικά προβλεπόμενους τρόπους.» (βλ. HOSSAN v. Γ. & Χ. ΛΑΜΨΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E134/2014, 21/4/2021, καθώς επίσης και J Z Classic Music Pro Ltd ν. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1151). Βεβαίως, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι συνεπεία της ιατρικά διαπιστωθείσας νοητικής κατάστασης του Γ.Α (βλ. Τεκ.Β), ο τελευταίος, και κατ' επέκταση η εναγόμενη, δεν είχαν αντιληφθεί τι ακριβώς ήταν αυτό που επιδόθηκε στις 18/07/23 και ότι λόγω τούτου δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν έγκαιρα και ανάλογα, κάτι το οποίο κατέστη δυνατό να γίνει μόνο όταν η άλλη διευθύντρια της εναγομένης έτυχε να «ανακαλύψει» την επιδοθείσα αγωγή. Επισημαίνω όμως τα εξής. Κατά πρώτο, σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό που παρουσίασε η εναγόμενη σε σχέση με την νοητική κατάσταση του Γ.Α., αυτός είχε από το Νοέμβριο 2021 αρχίσει να παρακολουθείται από αρμόδιο ψυχίατρο/ψυχοθεραπευτή και να παρουσιάζει συμπτώματα σχετικά με την πάθηση του. Παρά ταύτα, σύμφωνα με το εταιρικό πιστοποιητικό που επίσης παρουσίασε η εναγόμενη, ο Γ.Α ήταν κατά την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής (12/07/23) εγγεγραμμένος διευθυντής - αξιωματούχος της - και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να είναι - θέση η οποία υπενθυμίζω και επισημαίνω, παρείχε και παρέχει στο Γ.Α την εξουσία να δεσμεύει την εναγόμενη τόσο με τις πράξεις και παραλείψεις του όσο και με την παραλαβή εγγράφων που την αφορούν, ως υπεύθυνο σε εκείνη πρόσωπο. Μάλιστα δε, όπως ανέφερε και η σύζυγος του Γ.Α., η άλλη δηλαδή διευθύντρια της εναγομένης, κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής ο Γ.Α παρουσιαζόταν να είναι και ενεργό μέλος στο γραφείο αφού μετέβαινε εκεί και διεκπεραίωνε και διάφορες εργασίες και καθήκοντα και ας μη μας διαφεύγει εδώ ότι από την Ε/Δ του επιδότη δεν φαίνεται ο ΓΑ να μην ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι ο λόγος που του παραδιδόταν εκείνου κάτι που αφορούσε την εναγόμενη ήταν ακριβώς η διευθυντική του ιδιότητα. Με άλλα λόγια, όποιο ιατρικό πρόβλημα και αν ο Γ.Α παρουσιάζεται να αντιμετώπιζε από τον Νοέμβριο του 2021 και εντεύθεν, το πρόβλημα αυτό δεν φαίνεται ποτέ να κρίθηκε από την εναγόμενη ως λόγος για την απομάκρυνση ή την παύση του Γ.Α από τη θέση του διευθυντή - αξιωματούχου της και ούτε η εναγόμενη σταμάτησε ποτέ να παρουσιάζει στον υπόλοιπο κόσμο το Γ.Α ως τέτοιο εγγεγραμμένο διευθυντή-αξιωματούχο της. Το αν λοιπόν ο ΓΝ δεν μπορούσε κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής να ανταποκρίνεται με την απαιτούμενη επάρκεια στα καθήκοντα του να διευθύνει, να εκπροσωπεί αλλά και να δεσμεύει την εναγόμενη ως αυτή τον παρουσίαζε στα επίσημα μητρώα ότι μπορεί, αυτό οφείλεται καθαρά στην αποκλειστική επιλογή και απόφαση της ίδιας της εναγόμενης να διατηρεί το Γ.Α. στη συγκεκριμένη θέση και η επιλογή της αυτή δεν μπορεί τώρα να χρησιμοποιηθεί ώστε να προσβάλει το νομότυπο μιας διαδικασίας που προνοείται από τους νόμους και κανονισμούς να ακολουθείται όταν κάποιος επιθυμεί να προβάλει αξιώσεις εναντίον της, ως πιστά ακολούθησε και ο εδώ ενάγοντας (βλ. κατ' αναλογία Orams David Charles και Άλλη ν. Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 ΑΑΔ 1402). Κατά δεύτερο ούτε το ιατρικό πιστοποιητικό που προσκόμισε η πλευρά της εναγόμενης σε σχέση με τον Γ.Α. παρουσιάζει τον τελευταίο να είναι διανοητικά ανίκανο πρόσωπο αλλά ούτε και φαίνεται ο Γ.Α. να έχει μέχρι σήμερα κηρυχτεί ως τέτοιο πρόσωπο ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι η περίπτωση του εμπίπτει στην συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων για την οποία κάμνει αναφορά η Δ.5 θ.5 (βλ. Καφατάρη ανωτέρω). Κοντολογίς, η επίδοση της παρούσας αγωγής προκύπτει να έγινε σε πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τα επίσημα μητρώα αλλά και τις παραστάσεις της ίδιας της εναγόμενης προς τις αρμόδιες αρχές (Έφορος Εταιρειών) και προς το κοινό γενικότερα, παρουσιαζόταν να ήταν πλήρως ικανό και εξουσιοδοτημένο να δεσμεύει την εναγόμενη με την υπογραφή του, τις πράξεις του και τις παραλείψεις του, τόσο γενικά όσο και σε σχέση με θέματα επίδοσης δικαστικών αγωγών και τίποτα δεν έχει παρουσιαστεί που να υποδηλοί ότι όταν η αγωγή επιδίδετο στο Γ.Α αυτή η κατάσταση πραγμάτων φαινόταν να είναι διαφορετική. Κρίνεται συνεπώς ότι η επίδοση της αγωγής στον Γ.Α. στις 12/07/23 ήταν καθ' όλα νόμιμη και νομότυπη και ότι ορθά θεωρήθηκε ότι είχε τότε ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη προθεσμία που είχε η εναγόμενη για να καταχωρίσει την εμφάνιση της στην αγωγή. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, το ζήτημα που στρέφομαι τώρα να εξετάσω είναι το αν στη βάση των όσων προβάλλει η εναγόμενη με την παρούσα αίτηση, υπό το φως βέβαια και των όσων περί του αντιθέτου προβάλλονται από πλευράς ενάγοντα, προκύπτει να «θεμελιώνεται» αφ' ενός ότι δεν επιδείχθηκε από πλευράς εναγόμενης αδικαιολόγητη ολιγωρία ή καταφρονητική συμπεριφορά προς την δικαστική διαδικασία και αφ' ετέρου να «καταδεικνύεται» ότι αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, έχει καλή υπεράσπιση στα όσα της καταλογίζει ο ενάγοντας (βλ. Αlpha Panareti ανωτέρω). Υπενθυμίζω συναφώς ότι η επίδοση της αγωγής στην εναγόμενη έγινε στις 12/07/23, ότι η απόφαση εναντίον της εκδόθηκε μετά πάροδο πέντε μηνών, δηλαδή στις 18/12/23, ότι μέχρι εκείνη την ημερομηνία η τελευταία εξακολουθούσε να μην έχει καταχωρίσει εμφάνιση και τέλος ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε δυο μήνες αργότερα, δηλαδή στις 15/02/24. Τούτων λεχθέντων λοιπόν σημειώνω τα ακόλουθα. Κατά πρώτο, το ιατρικό πιστοποιητικό που παρουσίασε η πλευρά της εναγόμενης σε σχέση με τα ιατρικά θέματα που αντιμετώπιζε τότε ο Γ.Α., μπορεί μεν να μην είναι αρκετό για να οδηγήσει σε ακύρωση ή παραμερισμό της επίδοσης που έγινε στον τελευταίο ως επίδοση που έγινε αντικανονικά ή κατά παράβαση των Θεσμών, όμως μπορεί θεωρώ να αποτελέσει κάποιας μορφής δικαιολογία ως προς το γιατί η εναγόμενη καθυστέρησε να αντιδράσει μετά την επίδοση της αγωγής και προς τούτο παραπέμπω στις ιατρικά διαπιστωθείσες δυσκολίες του Γ.Α. να αντιδρά έγκαιρα και να ασκεί ορθή κριτική ικανότητα. Άλλωστε, με βάση τη σχετική νομολογία, η ύπαρξη κάποιας πρακτικής αδυναμίας από πλευράς κάποιου διαδίκου να ενεργήσει έγκαιρα και εντός των προθεσμιών που προβλέπουν οι Θεσμοί, όπως είναι λ.χ. ένα ιατρικό κώλυμα, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση έχει τεκμηριωθεί και δεν έχει αμφισβητηθεί, συνιστά μιας μορφής αποδεκτή δικαιολογία για την επιδειχθείσα καθυστέρηση (βλ. κατ' αναλογία Μιάρης Βασίλης και Άλλη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2009)1 ΑΑΔ 435 - «.ούτε μπορεί να υπάρξει περιορισμός στη φαντασία της ζωής να διαμορφώνει ανθρώπινες σχέσεις και καταστάσεις. Τα δικαστήρια δεν μπορούν λοιπόν να αυτοδεσμευθούν σε οποιοδήποτε κανόνα που θα περιόριζε τη θεμελιακή τους υποχρέωση να διασφαλίσουν την ισορροπία μεταξύ αφ' ενός της ανάγκης συμμόρφωσης προς τις διαδικαστικές οδηγίες τους προς όφελος και της τελεσιδικίας και αφ' ετέρου του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί.» Κατά δεύτερο, και σε συνάρτηση με τα όσα αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, δεν μπορεί να αγνοηθεί για σκοπούς του υπό συζήτηση θέματος το γεγονός ότι το έναυσμα για την καταχώριση της παρούσας αίτησης δεν το έδωσε η οποιαδήποτε προσπάθεια του ενάγοντα να εκτελέσει την απόφαση που είχε εξασφαλίσει εναντίον της εναγόμενης αλλά επρόκειτο για απόφαση που έλαβε απρόκλητα η ίδια η πλευρά της τελευταίας. Δεν πρόκειται δηλαδή για περίπτωση όπου η εναγόμενη δεν επέδειξε κανένα απολύτως ενδιαφέρον μετά την επίδοση της αγωγής και αντέδρασε μόνο όταν ο ενάγοντας της «ταρακούνησε τα νερά» με την απόφαση που εξασφάλισε. Κατά τρίτο, από την καταχώριση της και μέχρι σήμερα, η παρούσα υπόθεση τηρείται αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή και μεταξύ 18/12/23 και 28/01/24, ο ηλεκτρονικός φάκελος τηρείτο στο ηλεκτρονικό σύστημα e-justice. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο, και με βάση τις σχετικές εγκυκλίους και ανακοινώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί να αποτελέσει και αντικείμενο δικαστικής γνώσης, ότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, δηλαδή μεταξύ 18/12/23 και 28/01/24, το σύστημα e-justice παρουσίαζε σωρεία τεχνικών προβλημάτων στη λειτουργία του και τα οποία επηρέαζαν σημαντικά και καθοριστικά την πρόσβαση των δικηγόρων και των διαδίκων στους φακέλους των υποθέσεων τους. Ο ισχυρισμός επομένως της εναγομένης ότι δεν μπορούσε κατά την εν λόγω περίοδο να αποκτήσει πρόσβαση στο φάκελο της υπόθεσης ή να προβεί σε οποιαδήποτε σχετική ενέργεια λόγω της πρακτικής αδυναμίας που υπήρχε τότε σε σχέση με τη λειτουργία του συστήματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στερείται ερείσματος. Άλλωστε, στις 28/01/24 που τα προβλήματα με το σύστημα ejustice είχαν με κάποιο τρόπο επιλυθεί μέσω εγκυκλίου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι δικηγόροι της εναγόμενης προέβησαν άμεσα σε καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Με άλλα λόγια, υπό το φως των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, κρίνω ότι η καθυστέρηση που επέδειξε η εναγόμενη στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανάγεται σε συμπεριφορά περιφρονητική ή σε βαθμό καταφρόνησης της διαδικασίας και των δικαιωμάτων του ενάγοντα. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει και ότι η αίτηση θα πρέπει αυτόματα να επιτύχει, αφού ως ανέφερα και πιο πάνω, η εναγόμενη θα πρέπει να καταδείξει, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, και ότι έχει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, θέμα το οποίο προχωρώ να εξετάσω. Ως προκύπτει από την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, η επί του προκειμένου θέση της εναγόμενης είναι διττή και εδράζεται αφ' ενός στον ισχυρισμό ότι η ίδια καμία συμβατική ή άλλως πώς επαγγελματική σχέση δεν είχε με τον ενάγοντα - και κατ' επέκταση κανένα καθήκον ή ευθύνη δεν του όφειλε - και αφ' ετέρου στον ισχυρισμό ότι τα πρόσωπα που όντως είχαν τέτοια σχέση με τον τελευταίο και που ανέλαβαν τέτοια καθήκοντα υπό την προσωπική τους ιδιότητα, τίποτα μεμπτό δεν έπραξαν. Ως προς τις θέσεις αυτές τις εναγόμενης λοιπόν σημειώνω τα ακόλουθα. Κατ' αρχή υπενθυμίζω και επισημαίνω την πάγια αρχή ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει θέματα ενδεχόμενης ευθύνης προσώπων τα οποία δεν είναι διάδικοι στην αγωγή και το αναφέρω αυτό διότι η παρούσα αγωγή στρεφόταν μόνο εναντίον της εναγόμενης. Εφόσον λοιπόν η εναγόμενη προβάλλει ως υπεράσπιση της τη θέση ότι δεν είναι η ίδια που ανέλαβε ή που συμφώνησε με τον ενάγοντα να παράσχει τις επίδικες υπηρεσίες για τις οποίες ο τελευταίος έχει παράπονο, αυτός είναι και ο ουσιαστικός ισχυρισμός που θα πρέπει να εξεταστεί για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης και τον οποίο ισχυρισμό προχωρώ να εξετάσω. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι επίδικες υπηρεσίες παρασχέθηκαν στα πλαίσια του συμβολαίου εργολαβίας που είχε υπογραφεί με την NNC (Τεκ.2 Ε/Δ απόδειξης ενάγοντα) ενώ δεν αμφισβητείται ότι σε σχέση με τις εν λόγω υπηρεσίες, (α) είχαν κατά καιρούς εκδοθεί διάφορα διατακτικά, μεταξύ των οποίων και το επίδικο διατακτικό του Απριλίου 2020 (βλ.Τεκ.4 Ε/Δ απόδειξης ενάγοντα και Τεκ.ΙΕ αίτησης), (β) είχαν ανταλλαχθεί διάφορα emails και επιστολές (βλ. Τεκ.3, 6, 7, 8 Ε/Δ απόδειξης ενάγοντα, Τεκ.ΙΣΤ αίτησης και Τεκ.3 και 4 ένστασης) και (γ) είχαν εκδοθεί διάφορες αποδείξεις και βεβαιώσεις (βλ Τεκ.Τεκ.11 Ε/Δ απόδειξης ενάγοντα). Δεν έχει τέλος αμφισβητηθεί ότι περί τον Φεβρουάριο 2021, πραγματογνώμονας του ΕΤΕΚ, ο οποίος διορίστηκε με έξοδα του ενάγοντα, συνέταξε έκθεση πραγματογνωμοσύνης σε σχέση με τις διαπιστώσεις του αναφορικά με τις επίδικες υπηρεσίες (βλ. Τεκ.9 Ε/Δ απόδειξης ενάγοντα). Από μια απλή ανάγνωση όλων των πιο πάνω κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων εγγράφων, τα οποία υπενθυμίζω και επισημαίνω αποτυπώνουν κατά τον ενάγοντα το πλαίσιο εντός της οποίας του παρασχέθηκαν οι επίδικες υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωρήσει την παρούσα αγωγή εναντίον της εναγομένης, διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει πουθενά οποιαδήποτε αναφορά στην εταιρική επωνυμία της τελευταίας. Μάλιστα δε, από τα έγγραφα αυτά φαίνεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι επίδικες υπηρεσίες παρέχονταν από κάποιο αρχιτεκτονικό γραφείο που λειτουργούσαν ο Γ.Α. και η σύζυγος του (E.A) με την επωνυμία «Αρχιτεκτονικό Γραφείο Ε & Γ Αντωνίου» (στα ελληνικά) και «E & Y Antoniou Architects and Civil Engineers» (στα αγγλικά) και αυτό είναι που αναφέρει και η σφραγίδα που έχει τοποθετηθεί στο πεδίο «Αρχιτέκτονας» στο συμβόλαιο εργολαβίας με την NNC αλλά και στα διατακτικά που είχαν κατά καιρούς εκδοθεί, περιλαμβανομένου και του διατακτικού για το οποίο ο ενάγοντας προβάλλει παράπονο. Η ίδια όμως αναφορά - «Αρχιτεκτονικό Γραφείο Ε & Γ Αντωνίου» (στα ελληνικά) και «E & Y Antoniou Architects and Civil Engineers» (στα αγγλικά) - γίνεται και στην αλληλογραφία που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι είχε ανταλλάξει με την εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και στη βεβαίωση που ο πρώτος ισχυρίζεται ότι του εξέδωσε η δεύτερη κατά την αποδέσμευση της από το έργο. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, στην έκθεση του πραγματογνώμονα που διόρισε ο ενάγοντας προκειμένου να αποδείξει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του (Τεκ.9 Ε/Δ απόδειξης ενάγοντα), στην Ενότητα Ζ «Σύνοψη - Τεχνικό Πόρισμα» γίνεται αναφορά σε «περιγραφή εργασιών αρχιτέκτονα (έργου)», για τις οποίες ο πραγματογνώμονας παραπέμπει στη συμφωνία εργολαβίας με τη ΝΝC και συγκεκριμένα στο μέρος όπου αναφέρεται ότι ο «αρχιτέκτονας του έργου» είναι το «Αρχιτεκτονικό Γραφείο Ε & Γ Αντωνίου» (Παράρτημα 6.2 έκθεσης). Είναι δε προς την ίδια επωνυμία - γραφείο που και ο πραγματογνώμονας παρουσιάζεται στην έκθεση του να είχε απευθυνθεί προκειμένου να λάβει πληροφορίες για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεσης του. Λαμβανομένου λοιπόν υπόψη ότι μια εταιρεία όπως η εναγόμενη συνιστά ξεχωριστή νομική προσωπικότητα με δικαιώματα και υποχρεώσεις ανεξάρτητα από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των προσώπων που τη διοικούν (βλ Salomon v. Salomon & Co Ltd [1897] A.C. 22), ότι σε όλα τα έγγραφα που περιβάλλουν τις επίδικες υπηρεσίες στην παρούσα υπόθεση (ουσιαστικά και δευτερεύοντα έγγραφα) δεν γίνεται καμία αναφορά στην εταιρική επωνυμία της εναγόμενης (Ε. & Γ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ), ότι οι μόνες αναφορές που υπάρχουν στα έγγραφα αυτά είναι σε σχέση με κάποιο «Αρχιτεκτονικό Γραφείο Ε & Γ Αντωνίου» ή «E & Y Antoniou Architects and Civil Engineers», ότι οι ονομασίες αυτές δεν περιέχουν οποιαδήποτε ένδειξη που να παραπέμπει σε κάποια εταιρεία αλλά ρητά αναφέρεται ότι οι αναφορές σε «Ε&Γ» και «E&Y» αφορούν στα ονόματα και στις προσωπικές επαγγελματικές ιδιότητες που ο ΓΑ και η σύζυγος του (Ε.Α.) είχαν τότε, εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έχει κάποιο βάσιμο έρεισμα ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε ποτέ συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία με τον ενάγοντα ή αναλάβει να του παράσχει τις επίδικες υπηρεσίες. Στη βάση της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου λοιπόν και σε συνδυασμό με όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, κρίνεται ότι η εναγόμενη έχει καταφέρει να καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς έγκριση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση συνεπώς επιτυγχάνει και η απόφαση που εκδόθηκε στις 18/12/23 εναντίον της εναγόμενης και στην απουσία της παραμερίζεται στην ολότητα της. Η εναγόμενη, η οποία έχει ήδη καταχωρίσει εμφάνιση, θα πρέπει πλέον να καταχωρίσει την υπεράσπιση της ως προβλέπουν οι Θεσμοί. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, λαμβανομένων υπόψη των λόγων που διατάσσεται ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης καθώς επίσης και ότι η αίτηση πέτυχε μεν αλλά όχι στη βάση της αρχής του ex debito justitiae που επεδίωξε η εναγόμενη, κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα της αίτησης συνιστούν έξοδα στην πορεία της αγωγής και ως εκ τούτου εκδίδεται ανάλογη διαταγή. Υπ........... Λ. Πασχαλίδης, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καταχωρήθηκε 07/07/24 μετά τις 1300 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο