← Κύπρος

ANNAMARIA-CHRISTALLA TELLANDER κ.α. ν. CHRISTINΑ LISETTE-ANITSA HARRING, Αρ. Αγωγής: 254/24, 19/8/2024

ANNAMARIA-CHRISTALLA TELLANDER κ.α. ν. CHRISTINΑ LISETTE-ANITSA HARRING, Αρ. Αγωγής: 254/24, 19/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 254/24 (ι) Μεταξύ:

  1. ANNAMARIA-CHRISTALLA TELLANDER
  2. CARL-MICHAEL-STEVE HARRING Ενάγοντες -και- CHRISTINΑ LISETTE-ANITSA HARRING Εναγόμενη ----------------------- (Αίτηση εναγόντων ημερ. 30/04/24 για προσωρινό διάταγμα) Ημερομηνία: 19 Αυγούστου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: κ. Μ. Βιολάρης για M.VIOLARES LLC Για εναγόμενη: - καθ' ης η αίτηση: κα Π. Οδυσσέως για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδη & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες στην παρούσα απαίτηση που καταχωρήθηκε στις 30/04/24 δυνάμει του Μ.7 Κ.1

(1)(α), οι οποίοι είναι αδέλφια, ζητούν όπως εκδοθεί απόφαση με την οποία να δηλώνεται ότι η εναγόμενη αδελφή τους επεμβαίνει, εκμεταλλεύεται και καρπώνεται παράνομα και αυθαίρετα συγκεκριμένη κατοικία στα Πάνω Λεύκαρα αποστερώντας έτσι τα δικά τους δικαιώματα επί της κατοικίας αυτής, καθώς επίσης και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη όπως άρει αυτή την παράνομη επέμβαση της και όπως σταματήσει να τους εκδιώκει από την κατοικία και/ή να αποστερεί την κατοχή τους επί αυτής. Επιπρόσθετα οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή διαφυγόντα κέρδη από την 01/11/22 μέχρι την άρση της παράνομης επέμβασης και/ή την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας καθώς επίσης και ειδικές αποζημιώσεις €50.000 για κατ' ισχυρισμό ζημιές και βλάβες που έχουν προκληθεί στην κατοικία συνεπεία της παράνομης επέμβασης της εναγομένης. Την ίδια μέρα που καταχώρισαν την απαίτηση τους, οι ενάγοντες καταχώρισαν και την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούν, στη βάση των προνοιών των αρ. 21, 22, 29, 30, 31, 32, 42 και 47 του Ν.14/60, των αρ. 1, 2, 4, 5 και 9 του Κεφ. 6, των Μ.23 και 25 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, των αρ.2, 4, 21, 27 και 28 του Κεφ. 224 και των αρχών της επιείκειας και του κοινοδικαίου, όπως εκδοθεί προσωρινό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη όπως «.σταματήσει να επεμβαίνει παράνομα και αυθαίρετα επί του (επίδικου) ακινήτου . και ή σταματήσει την εκδίωξη (oust) και/ή την αποστέρηση κατοχής (dispossessed) των εναγόντων από την περιουσία τους και/ή από το πραναφερθέν ακίνητο». Η αίτηση αυτή σημειώνω, είχε καταχωρηθεί ως αίτηση χωρίς ειδοποίηση στην αντίδικη πλευρά. Οι λόγοι για τους οποίους η πλευρά των εναγόντων θεωρεί ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος αναπτύσσονται σε δυο Ε/Δ που συνοδεύουν την αίτηση και οι οποίες γίνονται από μια εκ των δικηγόρων των εναγόντων στη βάση του ισχυρισμού ότι οι τελευταίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Αν και ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενο των Ε/Δ που υποστηρίζουν την αίτηση κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, σημειώνω από τώρα ότι η μια εξ΄ αυτών των Ε/Δ είχε γίνει αποκλειστικά για σκοπούς συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Μ.23 Κ.8
(2)[1], δηλαδή για να δικαιολογήσει το γιατί δεν δόθηκε ειδοποίηση περί της αίτησης στην αντίδικη πλευρά, και σε αυτή ουσιαστικά επαναλαμβάνονται τα όσα σχετικά με το θέμα του «κατεπείγοντος» αναφέρονται και στην «βασική» Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση. Αφού λοιπόν μελετήθηκε η αίτηση και τα όσα την υποστήριζαν στα πλαίσια της προβλεπόμενης ΑΔΟ, κρίθηκε ορθότερο υπό τις περιστάσεις όπως μην εκδοθεί οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα χωρίς πρώτα να ακουστεί και η πλευρά της εναγόμενης. Δόθηκαν συνεπώς οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στην τελευταία, η οποία, αφού εμφανίστηκε με δικηγόρο καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας 16 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Προχωρώ να συνοψίσω τις εκατέρωθεν θέσεις. Ενάγοντες Οι ενάγοντες είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού και συγκεκριμένα της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου αντίστοιχα, όμως αμφότεροι διατηρούν δεσμούς με τη Κύπρο. Η επίδικη κατοικία στα Λεύκαρα συνιστά παραδοσιακό αρχοντικό το οποίο ανήκε στους γονείς των διαδίκων. Όταν αυτοί απεβίωσαν η κατοικία μεταβιβάστηκε στους διαδίκους δια κληρονομιάς σε ίσα μερίδια, δηλαδή από 1/3, οπόταν και όλοι τους συνιστούν έκτοτε εξ΄ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες της (Τεκ.1). Οι σχέσεις των διαδίκων δεν ήταν ποτέ καλές κυρίως λόγω του ότι η καθ' ης η αίτηση συμπεριφερόταν ως να ήταν εκείνη η απόλυτη ιδιοκτήτρια της κατοικίας. Αν και μεταξύ των διαδίκων είχαν γίνει διάφορες συζητήσεις με σκοπό την εξαγορά των μεριδίων ο ένας του άλλου εντούτοις η προσπάθεια αυτή δεν κατέστη ποτέ δυνατό να τελεσφορήσει. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα 1 ενεργοποίησε περί το 2017 τη διαδικασία του αρ.28
(1)Κεφ. 224, η οποία αφορά στον τρόπο με τον οποίο τυγχάνουν μεταχείρισης ακίνητα τα οποία δεν μπορούν να διαχωριστούν μεταξύ των συνιδιοκτητών τους[2] (Τεκ.2). Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, εγκρίνοντας το σχετικό αίτημα της ενάγουσας 1 εξέδωσε το προβλεπόμενο πιστοποιητικό «αδιανέμητου ακινήτου» και στη συνέχεια, αφού διαφάνηκε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε περιθώριο συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, ενεργοποίησε την προβλεπόμενη από το Κεφ.224 διαδικασία πώλησης μέσω δημόσιου πλειστηριασμού. Η εναγόμενη προσπάθησε να ακυρώσει την εν λόγω διαδικασία καταχωρώντας τη Γενική Αίτηση 24/22 στο Ε.Δ. Λάρνακας όμως η αίτηση αυτή τελικά απορρίφθηκε με σχετική απόφαση Δικαστηρίου ημερ. 22/03/23, ECLI:CY:DOD:2023:13 η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί (Τεκ.3). Ενόψει της εξέλιξης αυτής, το μόνο που παρέμενε να γίνει ήταν να προχωρήσει η διαδικασία πώλησης του αδιανέμητου και ακατοίκητου τότε ακινήτου μέσω πλειστηριασμού και έτσι να επιτευχθεί πλέον η τελεσίδικη επίλυση των διαφορών των διαδίκων. Εκκρεμούσης όμως αυτής της κατάστασης πραγμάτων, όταν η ενάγουσα 1 βρέθηκε στη Κύπρο για ταξίδι αναψυχής μεταξύ 16 - 20/04/24, οπόταν και αποφάσισε να επισκεφθεί την επίδικη κατοικία, διαπιστώθηκε ότι η εναγόμενη όχι μόνο είχε εγκατασταθεί μόνιμα εκεί εν αγνοία όλων των άλλων συνιδιοκτητών αλλά και ότι η εκεί διαμονή της γινόταν κατά τρόπο που καταλάμβανε πλήρως και αποκλειστικά την κατοικία και δη αποκλείοντας τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες από αυτή. Είναι ειδικότερα η θέση της ενάγουσας 1 ότι στις 17/04/24 αποφάσισε να επισκεφθεί την κατοικία για να ελέγξει την κατάσταση της. Παρά όμως το ότι κατάφερε να εισέλθει στην αυλή της κατοικίας ανοίγοντας την εξωτερική πόρτα με τα κλειδιά που είχε, εντούτοις, όταν επιχείρησε να εισέλθει και εντός της κατοικίας διαπίστωσε προς έκπληξη της ότι τα κλειδιά που είχε δεν ταίριαζαν πλέον στην κλειδαριά. Επειδή είχε δει προηγουμένως το σύζυγο της εναγομένης να βρίσκεται στην οροφή της κατοικίας και να απομακρύνεται βιαστικά μόλις την αντιλήφθηκε, κτύπησε επανειλημμένα την πόρτα ζητώντας από τον τελευταίο να της ανοίξει χωρίς όμως να λάβει οποιαδήποτε ανταπόκριση. Αφού λοιπόν περιπλανήθηκε εξωτερικά της κατοικίας εντόπισε κάποια ανοιχτά παραθυρόφυλλα οπόταν αποφάσισε να κοιτάξει μέσα. Είδε τότε να υπάρχουν εντός της κατοικίας φρούτα και φαγητά, σχολικά βιβλία - προφανώς των παιδιών της εναγομένης και διάφορα άπλυτα ποτήρια στην κουζίνα ενώ είδε επίσης και ότι όλα τα έπιπλα και τα κειμήλια της κατοικίας, τα οποία προηγουμένως είχαν φυλαχθεί με ασφάλεια, βρίσκονταν πλέον σε πλήρη χρήση. Αφού έλαβε διάφορες φωτογραφίες (Τεκ.5) συνομίλησε με τους γείτονες οι οποίοι της ανέφεραν ότι η εναγόμενη, η οποία τους είχε παρουσιαστεί ως ιδιοκτήτρια της κατοικίας, όντως έμενε μόνιμα εκεί. Τα όσα η ενάγουσα 1 διαπίστωσε εκείνη την ημέρα και της ανέφεραν και οι γείτονες, αυτή τα επιβεβαίωσε στη συνέχεια και μέσω της κατάστασης που εξασφάλισε σε σχέση με την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος της κατοικίας (Τεκ.7), από την οποία διαφάνηκε ότι η εναγόμενη κατέχει και χρησιμοποιεί το ακίνητο τουλάχιστον από τον Νοέμβριο του
  1. Κατά την ενάγουσα 1, το ότι η εναγόμενη έχει σφετεριστεί την κατοικία αποκλείοντας από αυτή τους ενάγοντες συνιδιοκτήτες της το επιβεβαίωσε και η ίδια η τελευταία αφού την επόμενη μέρα, όταν αυτή, η ενάγουσα 1 δηλαδή, επιχείρησε να επισκεφθεί εκ νέου την κατοικία προκειμένου να ζητήσει εξηγήσεις από την εναγόμενη, διαπίστωσε ότι όχι μόνο η τελευταία είχε κλειδώσει την εξωτερική πόρτα της αυλής αλλά και ότι είχε αναρτήσει εκεί και πινακίδα σε δημόσια θέα (Τεκ.6) με την οποία δήλωνε στα αγγλικά ότι ζούσε εκεί με την οικογένεια της, ότι ο χώρος συνιστούσε «ιδιωτική κατοικία οικογένειας με παιδιά», ότι απαιτείτο όπως η ιδιωτική τους ζωή τύχει σεβασμού, ότι εκτός από φιλικά και αγαπημένα πρόσωπα δεν επιτρεπόταν σε κανένα άλλο να εισέλθει και ότι δεν επιτρέπεται η λήψη φωτογραφιών - «THIS IS A PRIVATE HOME OF A FAMILY WITH CHILDREN. RESPECT OUR PRIVACY! KEEP OUT! NO PHOTOS!..WE LIBE HERE.FRIENDS AND LOVED ONES ARE VERY WELCOME» (η ορθογραφία έχει διατηρηθεί αυτούσια). Στη βάση των πιο πάνω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη, αν και συνιδιοκτήτρια στην κατοικία με τα ίδια με αυτούς δικαιώματα έχει παρά ταύτα διαπράξει σε βάρος τους το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, τόσο σε σχέση με την κατοικία όσο και σε σχέση με τα οικογενειακά έπιπλα και κειμήλια που βρίσκονται εντός αυτής. Επιπλέον, σύμφωνα με τους ενάγοντες, η μόνιμη και καθημερινή χρήση της κατοικίας και των επίπλων και κειμηλίων που βρίσκονται εντός αυτής από την εναγόμενη, η οποία χρήση δεν ενδείκνυται λόγω της φύσης αλλά και της ηλικίας της κατοικίας και των συγκεκριμένων αντικειμένων, δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο καταστροφής τους, αν αυτά δεν έχουν ήδη καταστραφεί, και επηρεάζει δυσμενώς, αν δεν εμποδίζει και ολοκληρωτικά, την ήδη ενεργοποιηθείσα διαδικασία πώλησης της κατοικίας μέσω πλειστηριασμού, η οποία έχει επικυρωθεί και δικαστικώς. Εναγόμενη Η εναγόμενη, η οποία ισχυρίζεται ότι είναι η μόνη από τα αδέλφια που ζει σήμερα στην Κύπρο έχοντας μετακομίσει εδώ με το σύζυγο και τα δυο παιδιά της τα οποία ενέγραψε σε σχολείο, υποστηρίζει ότι με κανένα τρόπο και κατ' ουδένα λόγο δεν έχει εκδιώξει τα αδέλφια της από την κατοικία, ούτε και τους την αποστέρησε. Θέση της εναγόμενης είναι ότι αυτή ουδέποτε απέκτησε αποκλειστική ή μόνιμη κατοχή της κατοικίας αλλά απλά την «φροντίζει ενεργά» από το 2010 με την συγκατάθεση και ανοχή όλων των εναγόντων, οι οποίοι, όχι μόνο δεν έχουν μείνει στην κατοικία από τον Οκτώβριο 2015 και Αύγουστο 2017 αντίστοιχα, αλλά και όταν έρχονταν στο παρελθόν στην Κύπρο, δήλωναν ότι προτιμούσαν να μένουν σε ξενοδοχείο παρά στην κατοικία. Παρά ταύτα, σύμφωνα με την εναγόμενη, οι ενάγοντες είχαν και εξακολουθούν να έχουν κάθε δικαίωμα να επισκέπτονται και να χρησιμοποιούν μαζί της την κατοικία αν το θέλουν «καθότι η κατοικία έχει άφθονο χώρο με πολλά κρεβάτια». Μάλιστα δε, όταν έτυχε κάποιος από τους ενάγοντες στο παρελθόν να θέλει να χρησιμοποιήσει μόνος του την κατοικία αυτή δεν είχε κανένα πρόβλημα να φύγει οικειοθελώς. Κάμνοντας λοιπόν αναφορά στο ιστορικό της κατοικίας και στις διαφορές που προέκυψαν με τους ενάγοντες αδέλφια της, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι μετά που παρήλθαν πέντε χρόνια από το 2003 που απεβίωσε ο πατέρας τους και η κατοικία περιήλθε στη συνιδιοκτησία τους, αυτή έμεινε να είναι η μόνη που ενδιαφερόταν για την τύχη της. Αν και τότε η συνήθης διαμονή της ήταν στη Σουηδία με το σύζυγο της, εντούτοις, λόγω του ότι τα οικονομικά της δεν της επέτρεπαν να αποκτήσει σπίτι στη Σουηδία αλλά και λόγω προσωπικού ενδιαφέροντος που είχε συνεπεία των όσων είχε ως τότε επενδύσει στην επίδικη κατοικία, πήγαινε συχνά εκεί με σκοπό τη φροντίδα και τη συντήρηση της. Περί το 2011 όμως διαπίστωσε με το σύζυγο της ότι στην κατοικία υπήρχαν σοβαρά προβλήματα συνεπεία κακοτεχνιών που είχαν γίνει κατά τις ανακαινίσεις των προηγούμενων χρόνων. Για τον λόγο αυτό ζήτησε από τα αδέλφια της όπως συνεισφέρουν μαζί της στα έξοδα που έπρεπε να γίνουν προκειμένου να καταστεί η οικία κατάλληλη για κατοίκηση όμως οι τελευταίοι έδειξαν απροθυμία να συνεισφέρουν διότι ήθελαν να πουληθεί η κατοικία. Αναγκάστηκε λοιπόν να αναλάβει η ίδια προσωπικά τα συγκεκριμένα έξοδα, και μάλιστα, επειδή ο ενάγοντας 2 είχε σταματήσει περί το 2012 να πληρώνει τους λογαριασμούς της κατοικίας, τους πληρώνει εκείνη από το 2013 μέχρι και σήμερα (Τεκ. 2, 3, 4 και 9). Όταν δε περί το 2015 τα αδέλφια της εξέφρασαν την πρόθεση να πουλήσουν την κατοικία, αυτή προσφέρθηκε να αγοράσει τα μερίδια τους στη βάση εκτίμησης που είχε εξασφαλίσει μέσω της Ελληνικής Τράπεζας όμως η προσφορά της δεν έγινε αποδεκτή ενώ η αντιπρόταση που της έγινε, η οποία ήταν ούτως ή άλλως παράλογη και αδικαιολόγητη, εν τέλει απεσύρθη (Τεκ.5 και 6). Λόγω της έντασης που είχε δημιουργηθεί, η οποία περιλάμβανε και απειλές από τα αδέλφια της ότι θα την κατάγγελλαν στην αστυνομία και ότι θα λάμβαναν νομικά μέτρα εναντίον της για κατ' ισχυρισμό κατάχρηση των δικαιωμάτων που είχε ως συνιδιοκτήτρια (Τεκ.7 και 8), η κατοικία παρέμεινε ουσιαστικά άδεια μέχρι και το Νοέμβριο
  2. Τότε όμως ήταν και που πληροφορήθηκε για πρώτη φορά για τη διαδικασία καταναγκαστικής πώλησης που είχαν ενεργοποιήσει οι ενάγοντες από το 2017 οπόταν και προσπάθησε να την ανακόψει καταχωρώντας το 2022 τη Γεν. Αιτ. 24/
  3. Ταυτόχρονα όμως αποφάσισε και να μετακομίσει στην κατοικία με την οικογένεια της εφόσον «. όταν μετακομίσαμε το 2022 πίστευα ότι η διαδικασία αναγκαστικού πλειστηριασμού που ξεκίνησαν τα αδέλφια μου το Φθινόπωρο του 2017 θα ακυρωνόταν με την αίτηση μας αρ. 24/
  4. Ήλπιζα να είχα μια ευκαιρία να διαπραγματευτώ με τα αδέλφια μου και να καταλήξουμε σε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση». Τελικά όμως η αίτηση της εναγόμενης απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ενώ τα αδέλφια τής, της έδειξαν ότι δεν είχαν καμία απολύτως πρόθεση να εξευρεθεί μια κοινώς αποδεκτή συμβιβαστική λύση στις διαφορές τους. Ως εκ τούτου, ισχυρίζεται η εναγόμενη, «.δεδομένου ότι η αδελφή μου και ο αδελφός μου δεν χρησιμοποιούσαν την οικία ούτε σχεδίαζαν να το πράξουν μένουμε προσωρινά εκεί. Η πρόθεση μας είναι να αγοράσουμε την οικία είτε μέσω διαπραγμάτευσης με τα αδέλφια μου είτε μέσω του πλειστηριασμού εφόσον και όταν συμβεί. Φυσικά, αν έρθουν στην Κύπρο και θέλουν να το χρησιμοποιήσουν ή αν μας δοθούν οδηγίες από το κτηματολόγιο θα φύγουμε και θα βρούμε κάπου αλλού να μείνουμε .». Σημειώνω εδώ ότι όσον αφορά τις διαδικασίες που εκκρεμούν στο Κτηματολόγιο, η εναγόμενη αναφέρει ότι «.παραμένει ασαφές πότε το Κτηματολόγιο θα προχωρήσει στην αναγκαστική πώληση.(καθώς και ότι).όπως με ενημέρωσαν οι δικηγόροι μου οι διαδικασίες αυτές μπορεί να διαρκέσουν χρόνια.». Όσον αφορά το περιστατικό του Απριλίου του 2024, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα 1 είχε πάει επίτηδες στην κατοικία εκείνη την ημέρα προκειμένου να την παρενοχλήσει εξ' ου και είχε μαζί της και εν τέλει χρησιμοποίησε συσκευή παρακολούθησης τύπου drone, παραβιάζοντας έτσι την ιδιωτική ζωή της ιδίας και της οικογένειας της. Η ίδια, η εναγόμενη δηλαδή, αν και δεν ήταν στην κατοικία τη δεδομένη στιγμή, ενημερώθηκε για το τι είχε γίνει από τον σύζυγο της, ο οποίος ήταν όντως εκεί, και θεωρεί ότι ενόψει της συμπεριφοράς που επέδειξε η ενάγουσα 1, αυτός «σοφά επέλεξε να μην ασχοληθεί με την επιθετική της συμπεριφορά». Κατά την εναγόμενη, η οποία ισχυρίζεται ότι δεν άλλαξε ποτέ τις κλειδαριές της κατοικίας αλλά ότι «η κλειδαριά της μπροστινής πόρτας έχει σπάσει εδώ και περίπου μια δεκαετία και χρειάζεται να σφραγιστεί από μέσα για σκοπούς ασφαλείας» και ότι οι υπόλοιπες πόρτες απλά είναι δύσκολο να ανοίξουν με κλειδιά λόγω εποχιακών κινήσεων και ρωγμών στους τοίχους - μάλιστα δε «η χρήση ενός λοστού είναι συχνά απαραίτητη» - η ενάγουσα 1, «αντί να εισβάλει μέσα απροειδοποίητα θα ήταν πιο κατάλληλο να στείλει ένα απλό μήνυμα, να πάρει τηλέφωνο ή να στείλει μια επιστολή». Είναι λοιπόν συνεπεία αυτής της συμπεριφοράς της ενάγουσας 1 που την επόμενη μέρα «τοποθετήσαμε μια πινακίδα έξω από την πόρτα ζητώντας ευγενικά από τους επισκέπτες να μην εισβάλλουν. Η αδελφή μου θα έπρεπε να είχε αναγνωρίσει την ανάγκη για προηγούμενη επικοινωνία .». Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των εναγόντων για τις συνέπειες που η διαμονή της ιδίας και της οικογένειας της στην κατοικία συνεπάγεται τόσο για την ίδια την κατοικία όσο και για τα έπιπλα και αντικείμενα που βρίσκονται εκεί, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι: «. το γεγονός ότι ζούμε εκεί σημαίνει ότι διατηρούμε την κατοικία εν ζωή και καλά συντηρημένη. Η οικία θα ήταν ακατάλληλη για κατοίκηση αν δεν πραγματοποιούσα τις απαραίτητες ανακαινίσεις με έξοδα της οικογένειας μου. Τα αδέλφια μου ήταν καλά ενημερωμένα για όλες τις εργασίες ανακαίνισης που έγιναν στην οικία καθότι συμφώνησαν να πληρώσουν το μερίδιο τους γι΄ αυτές παρόλο που δεν το έκαναν ποτέ ... η σημερινή κατάσταση των επίπλων και άλλων αντικειμένων στο σπίτι είναι αποτέλεσμα της φροντίδας και της προσοχής που παρέχεται από εμένα και την οικογένεια μου. Χωρίς την παρέμβαση μας αυτά τα αντικείμενα πιθανότατα θα είχαν υποστεί ζημιές . η άποψη ότι η κατάσταση τους θα επιδεινωθεί λόγω της διαμονής μας είναι αβάσιμη . δεν υπάρχει κίνδυνος δομικής ζημιάς ή οποιασδήποτε βλάβης λόγω της παραμονής της οικογένειας μου στην οικία, στην ίδια την οικία, στη γη στην οποία είναι κτισμένη ή σε οποιασδήποτε κοινόχρηστα έπιπλα . οι περισσότερες συσκευές στο σπίτι είναι 21-24 ετών . λόγω δομικών προβλημάτων που χρονολογούνται από το 2012 - 2014, δυο στα τρία μπάνια είναι άχρηστα απαιτώντας από εμάς να κάνουμε ντους σε εξωτερικούς χώρους για μεγάλο μέρος του έτους για να αποτρέψουμε την άσκηση πίεσης στην κατοικία ... δεν συμβάλουμε στην φθορά της οικίας. Αντίθετα προσπαθούμε να την συντηρήσουμε και να την βελτιώσουμε .». Είναι λοιπόν η θέση της εναγόμενης ότι υπό τις περιστάσεις η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στην ίδια και στην οικογένεια της σε αντίθεση με τις συνέπειες που θα συνεπάγεται για τους ενάγοντες η μη έγκριση της αίτησης, αφού οι τελευταίοι ούτε επιθυμούν να μείνουν στην κατοικία αλλά ούτε και εξέφρασαν ποτέ πρόθεση όπως η κατοικία ενοικιαστεί ώστε να έχει κάποιο πραγματικό έρεισμα ο ισχυρισμός τους ότι αποστερούνται των δικαιωμάτων τους. Το ότι κατά τους ενάγοντες η διαμονή της εναγόμενης εκεί θα δυσκολέψει τη διαδικασία του πλειστηριασμού, συνιστά, σύμφωνα με τη τελευταία, ένα αβάσιμο επιχείρημα εφόσον καμία ειδοποίηση για πλειστηριασμό δεν έχει ακόμη σταλεί από το κτηματολόγιο. Εφόσον καμία πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση του ομνύοντα της αντίδικης πλευράς και εφόσον δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική Ε/Δ από πλευράς εναγόντων προς απάντηση στους ισχυρισμούς της εναγομένης - το δικαίωμα να γίνουν τέτοιες ενέργειες είχε δοθεί εκατέρωθεν με τις οδηγίες που δόθηκαν κατά την ΑΔΟ - η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Επί του παρόντος όμως σημειώνω ότι η επιχειρηματολογία αμφότερων των μερών περιστράφηκε μεταξύ άλλων και γύρω από τις αρχές που αφορούν στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης μεταξύ συνιδιοκτητών, με έμφαση να δίδεται, από τους μεν ενάγοντες στην υπόθεση ΑΝΝΑΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ v. ΓΡΗΓΟΡΗ ΣΠΑΝΟΥ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε76/2018, 16/11/202, ενώ από τη δε εναγόμενη στις Παυλίνα Γρηγορίου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου κ.α.
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2263 και Γεώργιος Λάμπρου κ.α. ν. Ελένη Κεφάλα κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ
  1. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής. Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του αρ.32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και έχουν πολύ εύστοχα συνοψισθεί σε πληθώρα αποφάσεων όπως είναι οι ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.
  2. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στη Κοζάκου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις.... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» (βλ. μεταξύ άλλων και MERIDIAN GAMING LTD κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E179/2017, 2/5/2024, SERGIY MARFUT v. ZAFORPO VENTURES LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε144/2020, Ε145/2020, 29/3/2024, LAXIFLORA HOLDINGS LTD κ.α. v. ΚΩΣΤΑ ΖΕΡΒΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε38/2021, Ε42/2021, 12/2/2024 και PROQUASERV ACCOUNTANTS LTD κ.α. v. ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε49/2018, 17/11/2023) Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι οι πιο πάνω αρχές, στο βαθμό που αφορούν και στο πώς είναι που διενεργείται η δικαστική εξέταση ενδιάμεσων αιτήσεων της παρούσας φύσης, συνάδουν και με τον τρόπο με τον οποίο τέτοιες αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται με βάση τους «νέους» Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας στη βάση των οποίων και εγείρεται η παρούσα. Προς τούτο παραπέμπω ενδεικτικά στο εγνωσμένου κύρους νομικό σύγγραμμα BLACKSTONE'S CIVIL PRACTICE 2019, όπου σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής των αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι είναι όμοιοι με τους κυπριακούς Κανονισμούς, αναφέρεται στις σελ. 585 - 588 ότι κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων δεν είναι ορθό να επιβάλλεται το επίπεδο απόδειξης που επιβάλλεται στα πλαίσια κανονικής δίκης (ισοζύγιο των πιθανοτήτων) αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ουσιαστικά, είτε τη διεξαγωγή πρόωρης δίκης είτε όπως το Δικαστήριο προκαταβάλει στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης διαδικασίας την ενδεχόμενη τελική του κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Παρόμοια είναι δε και η αρχή που διατυπώθηκε προ πολλού στην Κύπρο σε σχέση με το επίπεδο απόδειξης σε ενδιάμεσες διαδικασίες για προσωρινά διατάγματα, αφού όπως λέχθηκε και στην Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 ότι «The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J.S. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.) "A probability", in the context of the proviso to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.» Ως εκ τούτου, το σύνηθες επίπεδο απόδειξης σε ενδιάμεσες διαδικασίες με βάση τους νέους Κανονισμούς είναι το κατά πόσο το οποιοδήποτε αμφισβητούμενο γεγονός έχει καταδειχθεί μέσω μιας «καλής συζητήσιμης υπόθεσης», κριτήριο το οποίο «.εμπερικλείει το σημαντικό κανόνα ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι όσο ικανοποιημένο μπορεί να είναι, δεδομένων των περιορισμών που έχει μια ενδιάμεση διαδικασία, για το ότι υπάρχουν παράγοντες που του δίδουν δικαιοδοσία ή που δικαιολογούν την άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής.». Για το λόγο αυτό, συνεχίζει το BLACKSTONE'S, «.οι περισσότερες αιτήσεις εξετάζονται στη βάση των γεγονότων που δεν αμφισβητούνται από τον καθ' ου η αίτηση, μαζί με την εκδοχή του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα.(εφόσον).η επιλογή μεταξύ μαρτύρων συνιστά λειτουργία του Δικαστή που εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης και σε μια ενδιάμεση αίτηση είναι επιτρεπτό για ένα Δικαστή να «κοιτάξει πίσω» από μια Ε/Δ μόνο αν προβάλλεται κάποιος ισχυρισμός που παρουσιάζει εγγενή απιθανότητα ή όταν υπάρχει εξωγενής μαρτυρία που τον αντικρούει.» (βλ.σελ. 587 και την αναφορά που εκεί γίνεται στις HRH Prince of Wales v Associated Newspapers Ltd [2006] EWCA Civ 1776 (21 December 2006), National Westminster Bank Plc v Daniel [1993] 1 WLR 1453 και Shyam Jewellers Ltd v Cheeseman | [2001] EWCA Civ 1818). Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο, ενόψει και της νομικής φύσης των ισχυρισμών που προβάλλονται εκατέρωθεν, όπως παραθέσω και την κυπριακή νομολογία που αφορά στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και δη μεταξύ συνιδιοκτητών. Επισημαίνω συναφώς ότι αντίθετα με τη θέση που πρόβαλε η πλευρά της εναγόμενης με την τελική της επιχειρηματολογία, στη νομική βάση της παρούσας αίτησης αναφέρονται και οι πρόνοιες που παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα της αιτούμενης φύσης, ως ήταν άλλωστε απαιτούμενο, αλλά και οι πρόνοιες που αφορούν στα ουσιαστικά δικαιώματα που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έχουν παραβιαστεί συνεπεία της παράνομης επέμβασης της εναγόμενης, έστω και αν κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd ν. Muskita - Aluminium Co Limited και Άλλων
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Οι νομικές λοιπόν αρχές που περιβάλλουν το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης έχουν συνοψιστεί σχετικά πρόσφατα με περισσή επάρκεια στις ακόλουθες υποθέσεις, από τις οποίες και παρατίθενται αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα. ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΔΡΕΑ ΛΟΙΖΟΥ κ.α. v. ΦΡΟΣΟΥΛΑΣ ΤΟΦΑΡΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 269/2015, 12/12/2023 «Με δεδομένο ότι η προκείμενη περίπτωση αφορούσε σε συνιδιοκτήτες ενός εξ αδιαιρέτου ακινήτου, η διακατοχή του ακινήτου από αυτούς ρυθμίζετο ρητά από τις πρόνοιες του Άρθρου 21 του Κεφ. 224, οι οποίες διαλαμβάνουν τα εξής:. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγούμενο από τη σχετική με το πιο πάνω Άρθρο νομολογία, ορθώς επεσήμανε ότι οι συνιδιοκτήτες ενός εξ αδιαιρέτου ακινήτου είναι από κοινού ιδιοκτήτες - αναλόγως βεβαίως του μεριδίου τους - ολόκληρου του ακινήτου μέχρις ότου το ακίνητο διαχωρισθεί και με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων καθορισθεί η έκταση και το μέρος του ακινήτου που ανήκει στον καθένα. Στην υπόθεση Μηνά v. Χειμωνίδου (ανωτέρω), στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε, επισημάνθηκε ότι: «Τα δικαιώματα επομένως συνιδιοκτητών κτήματος κατά ιδανικά αδιαίρετα μερίδια επεκτείνονται σε ολόκληρο το κτήμα, στο οποίο είναι εγγεγραμμένοι και ρυθμίζονται με τις διατάξεις του πιο πάνω άρθρου. Δεν τίθεται επομένως θέμα εμπλοκής οποιασδήποτε άλλης νομικής αρχής του Κοινοδικαίου ή του Δικαίου της Επιείκειας, που να καθορίζει διαφορετικά τα δικαιώματα αυτά».(Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου) Στην υπόθεση Κωστοπούλλου κ.ά. v. Λοίζου κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 576 λέχθηκε ότι: «Το άρθρο 21(α) παρέχει ρητή όσο και σαφή νομοθετική ρύθμιση των δικαιωμάτων των συνιδιοκτητών στους καρπούς και στο νερό που παρέχει το κτήμα τους». Έχοντας το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά νου τα πιο πάνω, έκρινε ότι οι ενέργειες των Εφεσειόντων είχαν γίνει κατά παράβαση των νομοθετικών δικαιωμάτων των Εφεσιβλήτων και ειδικά της Εφεσίβλητης 1, ως αυτά απορρέαν από το Άρθρο 21 του Κεφ. 224 στη βάση του πιο κάτω σκεπτικού: «Από τα πιο πάνω είναι προφανές και αυτή είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι, οι συνιδιοκτήτες ενός εξ αδιαιρέτου ακινήτου, είναι από κοινού ιδιοκτήτες - αναλόγως βεβαίως του μεριδίου τους - ολόκληρου του ακινήτου, μέχρις ότου διαχωρισθεί το ακίνητο και καθορισθεί με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, ποια έκταση και ποιο μέρος του ακινήτου ανήκει στον καθένα. Η νομική αυτή πραγματικότητα - κρίνοντας από τα λεγόμενα των Μ.Ε.1 (Κτηματολόγιο), Μ.Υ.2 (Επαρχιακή Διοίκηση) και Μ.Υ.3 (Τοπογράφος) είναι εμπεδωμένη στην αντίληψη και κάθε αρμοδίου φορέα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει γίνει διαχωρισμός. Συνεπώς, ακόμα και αν δεν συνομολογείτο η συμφωνία μεταξύ Μ.Ε.2 και εναγομένου 2, οι εναγόμενοι δεν θα είχαν κανένα δικαίωμα να αποκόψουν και να λάβουν καθ' οιονδήποτε τρόπο αποκλειστική κατοχή της διόδου, αποκλείοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τους άλλους συνιδιοκτήτες. Συνεπώς οι ενέργειες των εναγομένων - συντελεσθείσες και επαπειλούμενες - έγιναν κατά παράβαση των νομοθετικών δικαιωμάτων των εναγόντων και ειδικά της ενάγουσας 1, ως απορρέουν από το άρθρο 21 του Κεφ.224. Οι ενέργειες αυτές αντιστοιχούν κατά κάποιο τρόπο και στο αστικό αδίκημα της Παράνομης Επέμβασης. Στην υπόθεση Kakoullou and another v. Kakoulli
(1985)1 Α.Α.Δ. 356, επιβεβαιώθηκε ότι ο συνιδιοκτήτης ακινήτου έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον άλλου συνιδιοκτήτη, αν έχει εκδιωχθεί (ousted) ή αποστερηθεί της κατοχής (dispossessed) όλου ή μέρους της συνιδιόκτητης περιουσίας. Αυτό ακριβώς έχει συμβεί εδώ.» Συμφωνούμε με το σκεπτικό και την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Με δεδομένο ότι όλοι οι εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες ακινήτου που δεν έχει διαχωριστεί έχουν δικαιώματα σε ολόκληρο το ακίνητο, οι Εφεσείοντες δεν εδικαιούντο, στην υπό εξέταση περίπτωση, να αποκόψουν την πρόσβαση της Εφεσίβλητης 1 προς την οικία της.» ΜΑΡΙΝΑ ΗΡΟΔΟΤΟΥ κ.α. v. ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 336/2014, 13/7/2023 «Η «δυσκολία» και το ιδιόμορφο της παρούσας υπόθεσης εστιάζεται στο γεγονός της υπάρχουσας στενής οικογενειακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, η οποία αντί να αμβλύνει, αντιθέτως, δημιουργεί περαιτέρω όξυνση στις σχέσεις τους. Νομική βάση της απαίτησης της εφεσίβλητης αποτέλεσε το αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, Άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, η οποία «συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημίας ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιονδήποτε πρόσωπο». Όπως δε έχει νομολογηθεί, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se, και όπου δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημίας, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις (Andrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ 1836). Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγούμενο ορθά από τη νομολογία υπέμνησε πως το βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης το φέρει η εφεσίβλητη, ωστόσο αυτό μετατίθεται στις εφεσείουσες το βάρος να αποδείξουν ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη, όπως αυτό προβλέπεται στο Άρθρο 43
(2)του Κεφ. 148 (βλ. Β. Παπακόκκινου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653). Όπου δε αποδεικνύεται παράνομη επέμβαση, δικαιωματικά εκδίδεται διάταγμα για άρση της, ούτως ώστε να τερματιστεί η παρανομία και να αποκλειστεί η συνέχιση της στο μέλλον (Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Estates Ltd
(1991)1 AAΔ 327). Ο συνήγορος των εφεσειουσών εστίασε την επιχειρηματολογία του ιδιαίτερα στο γεγονός της συνιδιοκτησίας της κατοικίας, της εξαρχής διαμονής τους εκεί και του δικαιώματος το οποίο είχε παραχωρήσει ο Τ. Ηροδότου στην εφεσείουσα 2 να διαμένει εκεί, για να εισηγηθεί ότι αυτές ήταν περιστάσεις που δεν επέτρεπαν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Εισηγήθηκε επίσης πως οι αυθεντίες τις οποίες επικαλέστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεπαν την κατάληξη στο συμπέρασμα στο οποίο οδηγήθηκε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 29, το οποίο πραγματεύεται ως ακολούθως, στην παρ. 726, το ζήτημα της παράνομης επέμβασης σε περίπτωση συνιδιοκτησίας: «Possession of co-owners. Where two or more persons are concurrent owners of the same property each ordinarily has both the possession and the right to possession of the whole contemporaneously with the others. Hence one of two co-owners cannot ordinarily maintain an action against the other for the common chattel while it is in the other's possession.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατοχή συνιδιοκτητών: Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα είναι ταυτόχρονοι ιδιοκτήτες του ιδίου αντικειμένου το κάθε ένα από αυτά τα πρόσωπα έχει συνήθως τόσο την κατοχή και το δικαίωμα κατοχής ολοκλήρου του αντικειμένου ταυτόχρονα με τα άλλα πρόσωπα. Κατά συνέπεια ο ένας από τους δύο συνιδιοκτήτες δε νομιμοποιείται να εγείρει ή υποστηρίξει αγωγή εναντίον του άλλου σε σχέση με το κοινό αντικείμενο ενώ βρίσκεται στην κατοχή του άλλου.» Ανέφερε περαιτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο πως η πιο πάνω παράγραφος συνοδεύεται με την ακόλουθη σημείωση: «Harper v. Godsell
(1870), L.R. 5, Q.B. 422, at p. 428, per Blackburn, J.; Littleton's Tenures, s. 323. According to Littleton (see Littleton's Tenures, s.323), if one co-owner is dispossessed by the other he has no remedy but by self-help.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Harper v. Godsell
(1870), L.R. 5, Q.B. 422, στη σελ. 428, απόφαση του Δικαστή Blackburn, Littleton's Tenures, αρ. 323. Σύμφωνα με τον Littleton (βλ. Littleton's Tenures, αρ. 323), αν ένας συνιδιοκτήτης στερηθεί της κατοχής από τον άλλο δεν έχει θεραπεία εκτός από την αυτοβοήθεια.» Επικαλέστηκε επίσης τις παραγράφους 1238 και 1303 των Halsbury's (πιο πάνω), Τόμος 38, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Co-owner. On co-owner of goods may not sue another co-owner in trespass, unless the latter has ousted the former or destroyed the common property without his consent." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ένας συνιδιοκτήτης αντικειμένου δεν δύναται να εναγάγει άλλον συνιδιοκτήτη για παράνομη επέμβαση εκτός εάν ο τελευταίος έχει εκδιώξει τον πρώτο ή καταστρέψει την κοινή ιδιοκτησία χωρίς την συγκατάθεσή του.» Είναι σαφές πως με βάση τις ανωτέρω περικοπές αντλείται το συμπέρασμα ότι δεν είναι ευχερής η έγερση αγωγής από συνιδιοκτήτη για παράνομη επέμβαση εναντίον άλλου συνιδιοκτήτη του, εκτός εάν έχει εκδιωχθεί από την περιουσία του. Στην κρινόμενη περίπτωση, οι εφεσείουσες διέμεναν και κατείχαν μόνιμα και νόμιμα την κατοικία από το 1996 και δεν υπήρξε, ούτε καταλογίσθηκε εις βάρος τους πράξη η οποία να συνιστά είτε παράνομη είσοδο, είτε πρόκληση ζημίας στην περιουσία. Πλην όμως παραμένει ως γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι οι εφεσείουσες αρνούνται την παραχώρηση των δικαιωμάτων που η Εφεσίβλητη διατηρεί ως συνιδιοκτήτρια της κατοικίας και παρεμποδίζουν την κατοχή της. Επί τούτου το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε την υπόθεση Nyburg v. Handelaar
(1892)L.J. Q.B., Tόμος 61, σελ. 709, όπου αναφέρθηκε στη σελ. 711 ότι: «A joint-owner, or a tenant in common, cannot maintain the action against his co-owner unless his co-owner has done something to exclude him from the exercise of his rights in relation to the goods.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ένας συνιδιοκτήτης ή ενοικιαστής από κοινού δεν μπορεί να εγείρει ή υποστηρίξει αγωγή εναντίον του συνιδιοκτήτη του εκτός αν ο τελευταίος έχει κάμει κάτι που τον αποκλείει από του να ασκεί τα δικαιώματα του σε σχέση με τα αντικείμενα.» Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην Κakoullou and another v. Kakoulli
(1985)1 CLR 355 και αποφασίστηκε πως ο συνιδιοκτήτης μπορεί να ενάγει τον άλλο συνιδιοκτήτη για παράνομη επέμβαση, αν πράγματι έχει εκδιωχθεί ή έχει αποστερηθεί της περιουσίας του. Η εν λόγω διατύπωση είναι απόλυτα ταυτισμένη με την παρ. 1328 του συγγράμματος των Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παρ. 1328, απ' όπου διαβάζουμε: «Co-owners. One co-owner of land can only bring an action of trespass against the other, if he has been actually ousted or dispossessed of the Land. Each co-owner is entitled to possession of the whole land, so that if one turns the other off the land or part of it, it is a trespass.» Στην απόφαση Bull v. Bull
(1955)1 All E.R. 253, την οποία υιοθετεί η Kakoulli (ανωτέρω) αναφέρεται: «There is plenty of authority about the rights of legal owners in common. Each of them is entitled to the possession of the land and to the use and enjoyment of it in a proper manner. Neither can turn out the other; but if one of them should take more than his proper share the injured party can bring an action for an account. If one of them should go so far as to oust the other he is guilty of a trespass. Such being the rights of legal tenants in common, I think that the rights of equitable owners in common are the same, save only for such differences as are necessarily consequent on the interest being equitable and not legal.» Στη βάση των ανωτέρω αρχών κρίθηκε στην Kakoulli (ανωτέρω) ότι ο εναγόμενος/εφεσείων, ο οποίος έδιωξε από την οικία τον Εφεσίβλητο και τον εμπόδιζε να κατοικεί σε αυτή, κρίθηκε επεμβασίας. Στην ίδια απόφαση Kakoulli το Εφετείο υπογράμμισε, αφού αναφέρθηκε στην In the Case of Good Title v. Tombs, 3 Wills 118 πως ο ενάγων, εκδιωχθείς συνιδιοκτήτης, ειδικαιούτο, όπως ήταν η απαίτηση του, σε θεραπεία αποζημιώσεως αποτιμούμενη στην ενοικιαστική αξία της κατοικίας. Στην κρινόμενη περίπτωση η Εφεσίβλητη αξίωνε πέραν των αποζημιώσεων με βάση την ενοικιαστική αξία του ακινήτου και την απόκτηση της κατοχής του ακινήτου, όπως της αναγνωρίζεται το δικαίωμα αυτό από την προαναφερθείσα νομολογία. Αντίθετη άποψη θα στερούσε από συνιδιοκτήτη την απόλαυση της περιουσίας του και του συνταγματικά κατοχυρωμένου διά του Άρθρου 23 του Συντάγματος δικαιώματος του για απόλαυση της ιδιοκτησίας του. Με απόλυτα ορθό τρόπο κρίνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, αντιμετώπισε τις ανωτέρω αιτιάσεις των εφεσειουσών, αποφασίζοντας αφενός πως ουδέποτε η εφεσίβλητη αποφάσισε να περιορίσει το δικαίωμα επί της ιδιοκτησίας της και ούτε παραχώρησε με συμφωνία την κατοχή της επίδικης κατοικίας σε οποιαδήποτε από τις εφεσείουσες. Αναφορικά με το συμφωνητικό έγγραφο (Τεκμ. 8) το οποίο ο Τ. Ηροδότου υπέγραψε με την εφεσείουσα 2, έκρινε επίσης ορθά πως «.δεν είναι δυνατό να δεσμεύει την Ενάγουσα, έστω και αν αυτή απόκτησε μεταγενέστερα την ιδιοκτησία. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας υπερέχει της κατοχής, εκτός αν η τελευταία είχε αποκτηθεί με τέτοιο τρόπο που θα λειτουργούσε ως προνόμιο ή δικαίωμα σε βάρος του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Τέτοια θα ήταν η περίπτωση αν η Ενάγουσα παραχωρούσε κατοχή προς τις Εναγόμενες με καταχώριση στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου που ανήκει το ακίνητο (βλέπε άρθρα 4 και 11(α) του Κεφ. 224).» Ορθό και μη αμφισβητηθέν ήταν το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσίβλητη δεν εγνώριζε για την ύπαρξη του Τεκμ. 8 και το παραχωρηθέν στην Εφεσείουσα 2 δικαίωμα διαμονής της στην επίδικη κατοικία και ούτε σε οποιοδήποτε στάδιο η Εφεσίβλητη αποποιήθηκε του δικαιώματος, να κατέχει την κατοικία, της οποίας είναι συνιδιοκτήτρια. Η απόφαση Παυλίνα Γρηγορίου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου κ.α.
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2263, την οποία επικαλείται ο συνήγορος των εφεσειουσών ως υποστηρικτική των δικαιωμάτων των εφεσειουσών, σχολιάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο (αφού και πρωτόδικα έγινε επίκληση της) και επίσης ορθά κρίθηκε ότι διαφοροποιείται από τα γεγονότα της επίδικης περίπτωσης, αφού εδώ η εφεσίβλητη είχε δικαίωμα συνιδιοκτησίας και όχι ένα αόριστο δικαίωμα ή μερίδιο κληρονομιάς και στην Γρηγορίου βάσει της αγωγής ήταν η ανάκληση άδειας χρήσεως, ενώ στην επίδικη η εφεσίβλητη ουδέποτε παραχώρησε άδεια χρήσης στις εφεσείουσες, αλλά αντίθετα από την πρώτη στιγμή που κατέστη συνιδιοκτήτρια αξίωσε τα δικαιώματα της κατοχής και χρήσης της επίδικης κατοικίας. Την οποία οι εφεσείουσες αρνούνται να αποδώσουν, αρνούνται να καταβάλουν ενοίκιο, αποστερώντας από την εφεσίβλητη την απόλαυση και όφελος από την ακίνητη ιδιοκτησία της.» Με γνώμονα όλες τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να παραθέσω τα όσα προκύπτουν από τις Ε/Δ που έχουν καταχωρηθεί εκατέρωθεν να συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση. Οι διάδικοι έχουν από το 2010 καταστεί δια κληρονομιάς εξ΄ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες στην επίδικη κατοικία ανά 1/3 μερίδιο ο καθένας τους. Από το 2010 και μέχρι τον Νοέμβριο του 2022 κανένας εκ των διαδίκων δεν έμενε μόνιμα στην επίδικη κατοικία αφού όλοι τους είχαν τη συνήθη διαμονή τους στο εξωτερικό και όταν κάποιος εξ΄ αυτών ήθελε κάποτε να μείνει στην κατοικία κατά την επίσκεψη του στην Κύπρο, συνεννοείτο τις πλείστες φορές εκ των προτέρων με τους άλλους συνιδιοκτήτες (βλ. αλληλογραφία που παρουσίασε η εναγόμενη και δεν έχει αμφισβητηθεί). Το 2017, λόγω της διαφωνίας των διαδίκων σε σχέση με τον τρόπο μεταχείρισης της επίδικης κατοικίας, οι ενάγοντες ενεργοποίησαν επιτυχώς την προβλεπόμενη από το Κεφ. 224 διαδικασία κήρυξης της ως αδιανέμητο ακίνητο με σκοπό την καταναγκαστική πώληση της μέσω πλειστηριασμού. Η εναγόμενη επιχείρησε να ανακόψει αυτή την διαδικασία καταχωρώντας το 2022 στο Ε.Δ. Λάρνακας τη Γενική Αίτηση 24/22. Εκκρεμούσης αυτής της δικαστικής διαδικασίας και πριν την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης, η εναγόμενη αποφάσισε να μετακομίσει στην κατοικία όπου και εγκαταστάθηκε με το σύζυγο και τα δυο της παιδιά. Για την απόφαση και την ενέργεια της αυτή η εναγόμενη δεν ενημέρωσε τους άλλους συνιδιοκτήτες, ήτοι τους ενάγοντες, ούτε και έλαβε τη ρητή συγκατάθεση τους. Έκτοτε η εναγόμενη χρησιμοποιεί κανονικά την κατοικία ως τόπο διαμονής της ιδίας και της οικογένειας της όπως χρησιμοποιεί και τα διάφορα έπιπλα και αντικείμενα που βρίσκονταν ήδη εκεί. Η ίδια δε έχει εγκαταστήσει στην κατοικία και χρησιμοποιεί και διάφορες άλλες οικιακές συσκευές. Η Γενική Αίτηση 24/22 που καταχώρησε η εναγόμενη για να ανακόψει τη διαδικασία καταναγκαστικής πώλησης της επίδικης κατοικίας τελικά απορρίφθηκε με απόφαση Δικαστηρίου το Μάρτιο του 2023 και η απόφαση αυτή δεν έχει εφεσιβληθεί. Τον Απρίλιο του 2024 η ενάγουσα 1 επιχείρησε να εισέλθει στην επίδικη κατοικία με τα κλειδιά της όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό οπόταν χτύπησε την πόρτα ζητώντας να της ανοίξουν. Ο σύζυγος της εναγόμενης, ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν εντός της κατοικίας και είχε αντιληφθεί ότι η ενάγουσα 1 ήθελε να εισέλθει εντός αυτής, συνειδητά επέλεξε να μην ανοίξει την πόρτα, ενέργεια η οποία έτυχε στη συνέχεια της αποδοχής και συμφωνίας της εναγόμενης. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η εναγόμενη, οι πόρτες της κατοικίας και κατ' επέκταση ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται η πρόσβαση σε αυτή, παρουσιάζουν κάποιες συγκεκριμένες ιδιομορφίες τις οποίες μέχρι εκείνη την ημέρα μόνο εκείνη και ο σύζυγος της γνώριζαν. Μετά που η παρουσία και οι προθέσεις της ενάγουσας 1 έγιναν αντιληπτές από την εναγόμενη και το σύζυγο της, οι τελευταίοι ανάρτησαν στην εξωτερική πόρτα της αυλής της κατοικίας ειδοποίηση με την οποία δήλωναν δημόσια ότι η συγκεκριμένη κατοικία συνιστούσε την ιδιωτική κατοικία της οικογένειας τους και ότι λόγω τούτου απαιτούσαν όπως μην εισέρχεται κανείς πλην των προσώπων που εκείνοι θεωρούσαν ως «φιλικά και αγαπημένα τους πρόσωπα». Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η διαμονή της ιδίας και της οικογένειας της στην επίδικη κατοικία έχει υπό τις περιστάσεις προσωρινό χαρακτήρα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εναγόμενης δεν φαίνεται να συνάδει ούτε με την μέχρι σήμερα παραδεκτή διάρκεια της συνεχούς διαμονής της στην κατοικία (δυο σχεδόν χρόνια), ούτε με τους λόγους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ίδια η εναγόμενη αναφέρει ότι μετακόμισε και διαμένει εκεί, αλλά ούτε και με τη δήλωση που η τελευταία παραδέχεται ότι ανάρτησε έξωθεν της κατοικίας όταν αντιλήφθηκε ότι κάποιο πρόσωπο άλλο από την ίδια και την οικογένεια της προσπαθούσε να εισέλθει εντός της κατοικίας και το οποίο πρόσωπο τη δεδομένη στιγμή αυτή δεν το ήθελε να εισέλθει. Το πρόσωπο αυτό όμως στην προκειμένη περίπτωση ήταν ένας εκ των άλλων συνιδιοκτητών της κατοικίας και αυτό η πλευρά της εναγόμενης το γνώριζε. Τα παραδεκτά δεδομένα της υπόθεσης συνεπώς, σε συνδυασμό, (α) με τους λόγους για τους οποίους η ίδια η εναγόμενη αναφέρει ότι αποφάσισε να μετακομίσει στην κατοικία, (β) τη θέση της ότι «το γεγονός ότι ζούμε εκεί σημαίνει ότι διατηρούμε την οικία εν ζωή και καλά συντηρημένη» και (γ) την ενόρκως εκφρασθείσα πρόθεση της να συνεχίσει να διαμένει εκεί μέχρι να την ειδοποιήσει το κτηματολόγιο ότι θα πρέπει να φύγει, δηλώνοντας όμως ταυτόχρονα και ότι όχι μόνο «παραμένει ασαφές πότε το κτηματολόγιο θα προχωρήσει στην καταναγκαστική πώληση» αλλά και ότι η ίδια γνωρίζει ότι «οι διαδικασίες αυτές μπορεί να διαρκέσουν χρόνια», καταδεικνύουν θεωρώ ότι η διαμονή της εναγόμενης στην κατοικία από το Νοέμβριο 2022 κάθε άλλο παρά προσωρινή είναι. Ούτε όμως και η θέση της εναγόμενης ότι η επίδικη κατοικία είναι στην πραγματικότητα «ανοικτή» και ελεύθερη για όλους τους συνιδιοκτήτες φαίνεται να συνάδει με το βαθμό του ελέγχου που αυτή και η οικογένεια της παρουσιάζονται να ασκούν επί της κατοικίας καθ' όσον χρόνο διαμένουν εκεί. Προς τούτο υπενθυμίζω την παραδοχή και αποδοχή της εναγόμενης σε σχέση με την συνειδητή επιλογή του συζύγου της να μην επιτρέψει στην ενάγουσα 1 να εισέλθει στην κατοικία με τη δικαιολογία ότι προσβάλλεται η «ιδιωτική ζωή» που αυτή και η οικογένεια της απολαμβάνουν κατά την εκεί διαμονή τους, τη θέση της εναγομένης ότι η ενάγουσα 1 έπρεπε να τους είχε ειδοποιήσει από πριν ότι ήθελε να επισκεφθεί την οικία στην οποία διαμένουν και τέλος το περιεχόμενο της πινακίδας που η εναγόμενη παραδέχεται ότι ανάρτησε με τον σύζυγο της στην κατοικία με αφορμή την επιθυμία και προσπάθεια της ενάγουσας 1 να εισέλθει εντός αυτής και το οποίο περιεχόμενο μιλά από μόνο του (σ.Δ. στην παράγραφο 5 της αγόρευσης της πλευράς της εναγομένης επιβεβαιώνεται ως παραδεκτό γεγονός το ότι η εναγόμενη ανάρτησε τη συγκεκριμένη πινακίδα ως αντίδραση στις ενέργειες της ενάγουσας 1). Σε κάθε περίπτωση όμως, αν οι συνθήκες διαμονής στην κατοικία είναι όντως όπως τις ισχυρίζεται η εναγόμενη, ήτοι ότι για να ανοίξουν οι πόρτες απαιτείται συχνά η χρήση λοστού, ότι η μπροστινή πόρτα είναι σφραγισμένη από μέσα λόγω του ότι η κλειδαριά έχει σπάσει εδώ και 10 χρόνια, ότι οι περισσότερες συσκευές στο σπίτι είναι πέραν των 20 ετών και ότι τα δυο από τα τρία μπάνια είναι άχρηστα με αποτέλεσμα τα ντους να πρέπει να γίνονται σε εξωτερικό χώρο, τότε δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό το πώς δικαιολογείται η εναγόμενη να υποστηρίζει ότι καθ' όσο χρόνο διαμένει εκείνη στην κατοικία με τα άλλα τρία μέλη της οικογένειας της, οι άλλοι συνιδιοκτήτες της κατοικίας, δηλαδή οι ενάγοντες, μπορούν όποτε θέλουν να πάνε να μείνουν μαζί τους. Μάλιστα δε, κάποιος θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηρίξει, όπως άλλωστε υποστηρίζουν και οι ενάγοντες, ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες ούτε η εναγόμενη θα δικαιολογείτο να διαμένει εκεί με την οικογένεια της, εκτός αν στην πραγματικότητα οι προθέσεις της δεν είναι τόσο γνήσιες όσο εκείνη ισχυρίζεται ότι είναι. Κοντολογίς, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι δικαιολογημένα οι ενάγοντες θεωρούν ότι η εναγόμενη συνιδιοκτήτρια τους έχει καταλάβει την επίδικη κατοικία με την οικογένεια της και δη σε τέτοιο βαθμό που ουσιαστικά τους έχει στερήσει τη δική τους κατοχή και τους έχει εκδιώξει. Κρίνεται λοιπόν ότι οι ενάγοντες έχουν καταφέρει να καταδείξουν στο παρόν στάδιο μια καλή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της εναγόμενης στη βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης και δη υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Το ερώτημα τώρα είναι κατά πόσο πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του αρ. 32 αλλά και το κατά πόσο το ισοζύγιο της ευχέρειας δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Όπως αναφέρεται και στις σχετικές αυθεντίες που παρατίθενται ανωτέρω (βλ. Ηροδότου και Kakoullou), οι θεραπείες που δικαιούται να λάβει ένας εκδιωχθείς συνιδιοκτήτης από τον συνιδιοκτήτη που τον εκδίωξε προσεγγίζονται με γνώμονα το ότι κανονικά, τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο αδικοπραγούντας συνιδιοκτήτης έχουν τα ίδια δικαιώματα επί της επίδικης περιουσίας. Όπως δε χαρακτηριστικά το έθεσε ο Lord Denning στην Bull v. Bull [1955] 1 All ER. 253 στην οποία παραπέμπει με επιδοκιμασία η Kakoullou: "There is plenty of authority about the rights of legal owners in common. Each of them is entitled to the possession of the land and to the use and enjoyment of it in a proper manner. Neither can turn out the other; but if one of them should take more than his proper share the injured party can bring an action for an account. If one of them should go so far as to oust the other he is guilty of a trespass. Such being the rights of legal tenants in common, I think that the rights of equitable owners in common are the same, save only for such differences as are necessarily consequent on the interest being equitable and not legal". Για το λόγο αυτό η κυπριακή νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι ο εκδιωχθείς συνιδιοκτήτης δικαιούται να λάβει ως θεραπεία χρηματική αποζημίωση σε σχέση με την απώλεια της ιδιοκτησίας του, αποζημίωση η οποία υπολογίζεται στη βάση της ενοικιαστικής αξίας της περιουσίας, ενώ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 23 του Συντάγματος, δικαιούται και σε διάταγμα απόκτησης της στερηθείσας κατοχής αν οι περιστάσεις το επιτρέπουν (βλ. Ηροδότου ανωτέρω καθώς επίσης και την παραπομπή που εκεί γίνεται στην Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Estates Ltd
(1991)1 AAΔ 327). Υπό αυτή την σκοπιά λοιπόν, δηλαδή του δυσμενή επηρεασμού όχι μόνο των οικονομικών συμφερόντων αλλά και του συνταγματικού δικαιώματος σε απόλαυση της ιδιοκτησίας, και λαμβανομένου υπόψη ότι είναι κοινώς γνωστό και αποδεκτό ότι η συνεχής κατοχή και χρήση μιας κατοικίας ή ενός αντικειμένου συνιστά παράγοντα που αναπόφευκτα επηρεάζει την εκάστοτε αξία αλλά και την κατάσταση τους και δη με απρόβλεπτες προεκτάσεις, δύναται θεωρώ να λεχθεί ότι στην εδώ περίπτωση πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του αρ.32. Αυτό όχι μόνο γιατί η εκ πρώτης όψεως διαπιστωθείσα εκδίωξη των εναγόντων από την ιδιοκτησία τους συνιστά θέμα που αφορά και επηρεάζει άμεσα και δραστικά τα συνταγματικά τους δικαιώματα, αλλά και διότι ο βαθμός με τον οποίο φαίνεται να κατέχεται και να χρησιμοποιείται η επίδικη κατοικία από την εναγόμενη, η οποία υπενθυμίζω ήδη γνωρίζει ότι έχει τροχιοδρομηθεί από το 2017 η πώληση της κατοικίας κατ' ενάσκηση των θέσμιων και συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγόντων αδελφιών της, είναι τέτοιος που αναπόφευκτα επηρεάζει συνεχώς και την κατάσταση αλλά και την αξία της κατοικίας και μάλιστα με απρόβλεπτες προεκτάσεις. Προς επίρρωση μάλιστα του τελευταίου αυτού στοιχείου παραπέμπω και στην εκτίμηση του 2016 που η ίδια η εναγόμενη επικαλείται (Τεκ. 6), όπου εκεί αναφέρεται ότι η εκτίμηση που είχε γίνει τότε σε σχέση με την κατοικία, η οποία τότε ήταν ακατοίκητη, είχε γίνει στη βάση της επιφύλαξης ότι η κατοικία θα τεθεί στην αγορά «κενή και ελεύθερη» (vacant) και ότι οι συνθήκες που θα την περιβάλλουν ως τότε δεν θα είναι διαφορετικές από τις συνθήκες που ίσχυαν κατά την ημερομηνία της εκτίμησης της
(2016). Διαπιστώνεται δηλαδή να υπάρχει πραγματική πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού, και δη σε άγνωστο βαθμό, και της αξίας αλλά και της κατάστασης της κατοικίας - και κατ' επέκταση τα συμφέροντα των συγκυριών της - από τη συνεχή κατοχή και χρήση της κατοικίας από την εναγόμενη. Υπενθυμίζω συναφώς ότι με την απαίτηση ζητούνται ως τελικές θεραπείες και διατάγματα αλλά και χρηματικές αποζημιώσεις καθώς και ότι όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί - «.Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη» (βλ. μεταξύ άλλων Κυρισάββα v. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245 και Zena Company Ltd ν. Demenian Catering Ltd ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848) Στρέφομαι τώρα στο ισοζύγιο της ευχέρειας. Στην προκειμένη περίπτωση, τα δικαιώματα που ο κάθε διάδικος έχει επί της επίδικης κατοικίας συνιστούν δικαιώματα συνιδιοκτητών κατά ιδανικά αδιαίρετα μερίδια, τα οποία, ως έχει νομολογηθεί, επεκτείνονται σε ολόκληρο το κτήμα εξ' ου και οι συνιδιοκτήτες ενός εξ αδιαιρέτου ακινήτου θεωρούνται από κοινού ιδιοκτήτες - αναλόγως βεβαίως του μεριδίου τους - ολόκληρου του ακινήτου (βλ. Λοϊζου ανωτέρω και Μηνά v. Χειμωνίδου
(1999)1 Α.Α.Δ. 405). Επιπρόσθετα τούτου, είναι τέτοια η φύση της επίδικης περιουσίας που δεν παρέχεται κανένα περιθώριο για «διαχωρισμό» της στη βάση του πώς ενδεχομένως ο κάθε συνιδιοκτήτης να επιλέξει να ασκήσει τα δικαιώματα του επί αυτής. Όλοι δηλαδή οι διάδικοι στην παρούσα περίπτωση, περιλαμβανομένης και της εναγόμενης, είχαν, έχουν και μπορούν να ασκήσουν το ίδιο δικαίωμα στην κατοχή και χρήση της επίδικης κατοικίας έστω και αν σε περίπτωση που αποφασίσουν όλοι τους να ασκήσουν ταυτόχρονα το δικαίωμα τους αυτό, τότε πολύ πιθανόν να προκληθούν πρακτικές δυσκολίες και δυσφορία. Αυτή ήταν άλλωστε η κατάσταση πραγμάτων που ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση και που όλοι τους ανέχονταν μέχρι τον Νοέμβριο του 2022 που η εναγόμενη αποφάσισε να μετακομίσει στην κατοικία με την οικογένεια της και ν' αρχίσει να διαμένει εκεί με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω. Υπό αυτές τις περιστάσεις συνεπώς, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα επέτρεπε την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, και δη προσωρινού, το οποίο θα συνεπαγόταν την αφαίρεση ή την αποστέρηση οποιουδήποτε δικαιώματος ο κάθε διάδικος είχε ανέκαθεν στην επίδικη κατοικία συνεπεία του ιδιοκτησιακού του μεριδίου. Ο λόγος που αναφέρω τα πιο πάνω είναι διότι η μία πτυχή του υπό κρίση αιτούμενου διατάγματος αποσκοπεί στο να διαταχθεί η εναγόμενη να σταματήσει να επεμβαίνει παράνομα στην κατοικία. Υπό τις συγκεκριμένες όμως περιστάσεις, η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος ενδεχομένως να συνεπάγεται και την πλήρη απαγόρευση στην εναγόμενη να κατέχει και να χρησιμοποιεί την κατοικία ως ήταν ανέκαθεν δικαίωμα της να πράξει, πράγμα ανεπίτρεπτο. Παρεμβάλω εδώ ότι η παρούσα περίπτωση διαφέρει από την περίπτωση στην ΑΝΝΑΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ v. ΓΡΗΓΟΡΗ ΣΠΑΝΟΥ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε76/2018, 16/11/202 που επικαλούνται οι ενάγοντες, εφόσον το ιδιοκτησιακό δικαίωμα που πρόβαλλε η εκεί εναγόμενη για να δικαιολογήσει την από μέρους της ανάληψη κατοχής της επίδικης περιουσίας τελούσε υπό σοβαρή αμφισβήτηση, και ήταν στη βάση αυτής ακριβώς της αμφισβήτησης των προβαλλόμενων δικαιωμάτων της εκεί εναγομένης που κρίθηκε δικαιολογημένη η έκδοση προσωρινού διατάγματος «έξωσης» της τελευταίας, ήτοι ώστε να επαναφερθεί το status quo που ίσχυε προτού αυτή ενεργήσει επί των αμφισβητούμενων ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, το ιδιοκτησιακό δικαίωμα της εναγόμενης στην επίδικη κατοικία όπως και το συναφή δικαίωμα στην κατοχή και χρήση της δεν αμφισβητούνται. Σημειώνεται βεβαίως η ένορκη δήλωση της εναγόμενης ότι δέχεται και συμφωνεί να παράσχει οποιαδήποτε διευκόλυνση ήθελε χρειαστεί για σκοπούς διενέργειας της διαδικασίας του πλειστηριασμού, περιλαμβανομένου και του να εγκαταλείψει την κατοικία αν της ζητηθεί. Των πιο πάνω λεχθέντων όμως, κρίνω ότι με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι δικαιολογημένο να αποδοθεί η άλλη πτυχή του αιτούμενου διατάγματος, ήτοι αυτή που αποσκοπεί στο να σταματήσει η εναγόμενη από του να εκδιώκει και/ή να αποστερεί την κατοχή των εναγόντων από την επίδικη κατοικία. Αυτό γιατί με την έκδοση ενός τέτοιου προσωρινού διατάγματος η κατάσταση πραγμάτων θα επαναφερθεί στο τι ίσχυε προτού η εναγόμενη μετακομίσει στην κατοικία και επιδείξει τη συμπεριφορά που έχει εκ πρώτης όψεως διαπιστωθεί ότι συνιστά υπέρβαση των δικών της δικαιωμάτων και εκδίωξη των εναγόντων. Η εν λόγω κατάσταση, υπενθυμίζω, έφερε τον κάθε διάδικο να μπορεί ανά πάσα στιγμή και όποτε θέλει να χρησιμοποιεί και να κατέχει ελεύθερα και απρόσκοπτα την επίδικη κατοικία και το γεγονός ότι στην πράξη ενδεχομένως αυτό να συνεπάγεται πρακτικές δυσκολίες δεν είναι θέμα που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο αλλά τους διαδίκους. Οι τελευταίοι άλλωστε δέχονταν και ανέχονταν στο παρελθόν όπως υφίσταται αυτή η κατάσταση πραγμάτων εξ' ου και προέβαιναν τότε σε κάποιου είδους συνεννόηση μεταξύ τους επί του συγκεκριμένου θέματος. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν θεωρώ ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να «χρησιμοποιηθεί» η κατάσταση πραγμάτων που η εναγόμενη δημιούργησε με την επιδειχθείσα συμπεριφορά της ως λόγος για να μην εκδοθεί προσωρινό διάταγμα προς αποκατάσταση του status quo - «Τονίζουμε στο σημείο αυτό τη νομολογημένη αρχή ότι το status quo που το Δικαστήριο οφείλει να διατηρήσει είναι αυτό που ίσχυε πριν την κατ' ισχυρισμό παράνομη συμπεριφορά της Εφεσείουσας και όχι αυτό που είναι το αποτέλεσμα της της συμπεριφοράς αυτής» (βλ. σχετική αρχή που επαναλαμβάνεται στην Επιφανίου ανωτέρω) Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς κρίνω ότι δικαιολογείται όπως η αίτηση επιτύχει στο βαθμό που αναφέρεται ανωτέρω και ως εκ τούτου εκδίδεται προσωρινό διάταγμα, το οποίο θα ισχύει μέχρι αποπεράτωσης της απαίτησης των εναγόντων και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου με το οποίο: Α. Απαγορεύεται στην εναγόμενη να παρεμποδίζει τους ενάγοντες από του να εισέρχονται ελεύθερα, να κατέχουν, να χρησιμοποιούν, να καρπούνται και να απολαμβάνουν με οποιοδήποτε τρόπο την επίδικη κατοικία που αναφέρεται στην παράγραφο Α της αίτησης και, Β. Διατάσσεται η εναγόμενη όπως εντός 5 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος προβεί σε όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να μπορέσουν οι ενάγοντες να ασκήσουν απρόσκοπτα το δικαίωμα τους στην κατοχή, χρήση και απόλαυση της επίδικης κατοικίας. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων και όχι εξαντλητικά, την παροχή ελεύθερης και απρόσκοπτης πρόσβασης στην κατοικία, την παράδοση οποιωνδήποτε κλειδιών, κωδικών ή άλλων πληροφοριών και αντικειμένων είναι αναγκαία προκειμένου να επιτευχθεί πρόσβαση και/ή χρήση της κατοικίας, την παροχή κάθε αναγκαίας πληροφορίας που σχετίζεται με την πρόσβαση, λειτουργία και χρήση τυχόν εγκατεστημένων συστημάτων ασφαλείας και/ή κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης καθώς και κάθε άλλη πληροφορία σχετίζεται με τη χρήση και/ή την κατάσταση της κατοικίας (π.χ. λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, ασφάλειες δημοτικοί φόροι κλπ). Νοείται ότι η έκδοση του παρόντος διατάγματος δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση ότι η εναγόμενη δεν θα εξακολουθήσει να έχει και εκείνη τα δικαιώματα που είχε στην επίδικη κατοικία υπό την ιδιότητα του συνιδιοκτήτη της (βλ. Λοϊζου και Μηνά ανωτέρω). Επισημαίνω εδώ ότι ο λόγος που χρησιμοποιήθηκε το προαναφερόμενο λεκτικό για σκοπούς του εκδοθέντος διατάγματος[3] αντί του λεκτικού της αίτησης («σταματήσει την εκδίωξη και/ή την αποστέρηση κατοχής των εναγόντων από την περιουσία τους») είναι καθαρά λόγω του καθήκοντος του Δικαστηρίου να μεριμνά όπως τα διατάγματα που εκδίδει εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το τι διατάσσουν να γίνει (βλ. Mιχαηλίδης Δρόσος ν. Margita Mιχαηλίδου Poliakova (Aρ. 1)
(2011)1 ΑΑΔ 356, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΖΑΝΝΕΤΤΟΥ κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 125/2022, 7/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:D395 και Seamark Consultancy Services Ltd και Άλλοι ν. Joseph P Lasala και Άλλων
(2007)1 ΑΑΔ 162). Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά, ως είναι και ο γενικός κανόνας, τα δικαιούται η πλευρά των εναγόντων. Προτού όμως προχωρήσω να ακούσω τους συνηγόρους σε σχέση με το ύψος των εξόδων αυτών στα πλαίσια της σχετικής διαδικασίας που προνοούν οι Θεσμοί, θα δώσω στους τελευταίους την ευκαιρία να συμφωνήσουν και να δηλώσουν το ύψος τους, το οποίο, από μια πρώτη θεώρηση των σχετικών Πινάκων και υπό την επιφύλαξη βέβαια των όσων ενδεχομένως να επιχειρηματολογήσουν οι συνήγοροι, φαίνεται να κυμαίνεται μεταξύ €1500 - €2000 πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. Αν λοιπόν μέχρι τις 31/08/24 οι διάδικοι δεν καταλήξουν σε συμφωνία ως προς το ύψος των εξόδων τότε να καταχωρήσουν εκατέρωθεν σχετικούς καταλόγους μέχρι τις 09/09/24 και το Δικαστήριο θα επιληφθεί του θέματος στις 11/09/24 και ώρα 09:30 στη φυσική παρουσία τους. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Κ.Κ. [1] 2) Διάδικος ο οποίος αιτείται τον ορισμό της ΑΔΟ σε επείγουσα βάση υποχρεούται να καταχωρίσει ξεχωριστή δήλωση μάρτυρα ή ένορκη δήλωση παραθέτοντας τους λόγους του επείγοντος ή τυχόν εξαιρετικές περιστάσεις που υποστηρίζουν τούτο. Ο Πρωτοκολλητής δύναται να ορίσει την ΑΔΟ ως επείγουσα ή να παραπέμψει το αίτημα για απόφαση επί τούτου από τον δικαστή. [2] 28.-
(1)«Όταν ακίνητη ιδιοκτησία κατέχεται κατ' εξ αδιαιρέτου ιδανικές μερίδες αλλά δεν δύναται να γίνει κανένας διαχωρισμός.οποιοσδήποτε συγκύριος δύναται να ζητήσει από τον Διευθυντή πιστοποιητικό ότι ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας είναι αδύνατος.και ο συγκύριος αυτός, αφού εφοδιαστεί με το πιστοποιητικό αυτό, δύναται να επιδώσει ειδοποίηση στους άλλους συγκύριους στην Κύπρο μαζί με αντίγραφο του πιστοποιητικού αυτού πληροφορώντας αυτούς ότι, εκτός αν εντός τριάντα ημερών από την επίδοση δυνηθούν να συμφωνήσουν σε διευθέτηση με την οποία η ιδιοκτησία θα εκχωρηθεί σε ένα πρόσωπο, αυτός θα ζητήσει από το Διευθυντή να θέσει την ιδιοκτησία προς πώληση με πλειστηριασμό · και ο Διευθυντής.δύναται, κατά τη διακριτική του εξουσία και χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ειδοποίηση και ανεξάρτητα της απουσίας από την Κύπρο οποιουδήποτε συγκύριου να προχωρήσει στην πώληση της ιδιοκτησίας με πλειστηριασμό.» [3] Χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς καθοδήγησης το λεκτικό στην Ηροδότου ανωτέρω cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.