ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΙΩΑΝΝΗ ΝΩΝΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 386/23, 6/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 386/23(ι) Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγοντες Και
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΙΩΑΝΝΗ ΝΩΝΗ
- ΓΙΩΡΓΟΥΛΛΑ ΑΝΤΩΝΗ ΝΩΝΗ Εναγόμενοι ------------ (Αίτηση εναγόντων ημερ. 30/01/24[1] για τροποποίηση της Ε/Α) Ημερομηνία: 06 Αυγούστου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Ενάγοντες- Αιτητές: κ. Μ. Μιτσίδης για ΜΑΡΙΟΣ Κ. ΜΙΤΣΙΔΗΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η αίτηση : κα Ε. Θεοδοσίου για Άντρια Γεωργίου - Λοΐζου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή στις 11/03/23[2] με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και με αυτή αξιώνουν, εναντίον του εναγόμενου 1 υπό την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη χρέους και εναντίον της εναγόμενης 2 υπό την ιδιότητα της εγγυήτριας του τελευταίου, ποσό περί τις €104.000 πλέον τόκους, ως ποσό που κατ' ισχυρισμό προέκυψε να οφείλεται συνεπεία πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί στον εναγόμενο 1 υπό την εγγύηση της εναγομένης
- Είναι ειδικότερα η δικογραφημένη θέση στην έκθεση απαίτησης ότι στα πλαίσια γραπτών συμφωνιών που συνάφθηκαν μεταξύ των εναγομένων και της ΣΠΕ Μακράσυκας Λτδ στις 31/10/08, παραχωρήθηκε από την τελευταία στον εναγόμενο 1 υπό την γραπτή προσωπική εγγύηση της εναγομένης 2, δάνειο ύψους €100.000, το οποίο θα επιβαρυνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από βασικό επιτόκιο (5%) και προσαύξηση (1,9%), με δικαίωμα μεταβολής του κατά την κρίση της Συνεργατικής. Στην πορεία όμως διαφάνηκε ότι ο εναγόμενος 1 δεν τηρούσε τα όσα είχαν συμφωνηθεί σε σχέση με την αποπληρωμή του δανείου οπόταν έγιναν σχετικές εκκλήσεις προς αμφότερους τους εναγομένους τόσο προφορικά όσο και γραπτώς. Ένεκα του ότι οι τελευταίοι παρέλειψαν να ανταποκριθούν θετικά στις εκκλήσεις αυτές, το επίδικο δάνειο τερματίστηκε γραπτώς στις 24/02/21 οπόταν και απαιτήθηκε από τους εναγόμενους όπως καταβάλουν άμεσα το τότε οφειλόμενο υπόλοιπο των €104.000 περίπου πλέον τόκο 5,40% και έξοδα. Επειδή οι εναγόμενοι παρέλειψαν και πάλι να συμμορφωθούν, οι νυν ενάγοντες, οι οποίοι εν τω μεταξύ είχαν αποκτήσει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις επίδικες συμφωνίες συνεπεία διαδοχικών μεταβιβάσεων που έγιναν στη βάση διάφορων νομοθετικών προνοιών από το 2014 μέχρι και το 2022, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή αξιώνοντας όπως τους πληρωθεί εκείνους το επίδικο ποσό, πλέον τόκοι και έξοδα. Αν και η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη 2 στις 15/03/23 και στον εναγόμενο 1 στις 27/04/23 εντούτοις μόνο η πρώτη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης (22/03/23) και υπεράσπιση (30/03/23) . Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι οι δικογραφημένες θέσεις που προβάλλει η εναγόμενη 2 για να υποστηρίξει ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή στο βαθμό που στρέφεται εναντίον της, περιστρέφονται κυρίως γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά στη θέση ότι αυτή καμία σχέση δεν έχει με το επίδικο δάνειο και ο δεύτερος, ο οποίος προβάλλεται άνευ βλάβης και διαζευκτικά του πρώτου, αφορά αφ' ενός στη θέση ότι η υπογραφή της εναγόμενης 2 επί των επίδικων συμφωνιών είχε εξασφαλιστεί κατόπιν άσκησης αθέμιτης επιρροής, πίεσης, δόλου και ψευδών παραστάσεων και αφ' ετέρου στη θέση ότι τα δικαιώματα της τελευταίας ως εγγυήτρια έχουν παραβιαστεί. Αφού καταχώρισαν Απάντηση στην Υπεράσπιση της εναγόμενης 2 με την οποία απέρριψαν τους ισχυρισμούς της τελευταίας και επανέλαβαν τους δικούς της ισχυρισμούς, οι ενάγοντες αποφάσισαν όπως εκδώσουν και Κλήση για Οδηγίες σε σχέση με την εν λόγω εναγόμενη. Η Κλήση αυτή, η οποία εκδόθηκε στις 30/05/23[3], ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη φορά στις 26/10/
- Μέχρι εκείνη την ημερομηνία, η μεν εναγόμενη 2 καταχώρησε το Παράρτημα της σε σχέση με τις οδηγίες που ήθελε να εκδοθούν στα πλαίσια της Δ.30, ενώ οι ενάγοντες, των οποίων το αντίστοιχο Παράρτημα ήταν επισυνημμένο στην εκδοθείσα Κλήση, καταχώρισαν και μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου 1 λόγω παράλειψης του να καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή (21/09/23). Η μονομερής αυτή αίτηση των εναγόντων ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη φορά την ίδια ημέρα που είχε οριστεί και η Κλήση σε σχέση με την εναγομένη 2 και κατά την εν λόγω ημερομηνία ζητήθηκε από το Δικαστήριο όπως δοθούν και οδηγίες σε σχέση με την εκδοθείσα Κλήση αλλά και ημερομηνία για σκοπούς απόδειξης της αίτησης σε σχέση με τον εναγόμενο
- Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 και τις σχετικές Οδηγίες Πρακτικής υπ΄ αριθμό 1 και 2, η καταχώριση της προβλεπόμενης από την Δ.30 Κλήσης για Οδηγίες δεν συνιστά την ενδεδειγμένη πρακτική όταν η δικογραφία της υπόθεσης δεν έχει ολοκληρωθεί σε σχέση με όλους τους διαδίκους και δη σε σχέση με όλους τους διαδίκους για τους οποίους η υπόθεση θα πρέπει να οδηγηθεί σε κανονική ακρόαση διότι δεν ολοκληρώθηκε με κάποιο άλλο τρόπο (π.χ έκδοση απόφασης ή απόσυρση/απόρριψη της αγωγής). Παρά ταύτα όμως, επειδή στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση σε σχέση με τον εναγόμενο 1 φάνηκε ότι προχωρεί σε ολοκλήρωση χωρίς να χρειάζεται να ακολουθηθεί η οδός της κανονικής ακρόασης[4], αποφασίστηκε όπως δοθούν και οι οδηγίες που είχαν ζητηθεί στα πλαίσια της εκδοθείσας Κλήσης από τους ενάγοντες και την εναγόμενη 2 - καθώς επίσης και ημερομηνία για σκοπούς συμμόρφωσης με τις οδηγίες αυτές - αλλά και συντομότερη ημερομηνία απόδειξης της αίτησης σε σχέση με τον εναγόμενο
- Τελικά οι ενάγοντες αποφάσισαν να μην προωθήσουν σ' εκείνο το στάδιο την αίτηση τους σε σχέση με τον εναγόμενο 1 και στις 29/01/24 που η εν λόγω αίτηση είχε οριστεί για σκοπούς απόδειξης, ζητήθηκε η άδεια του Δικαστηρίου όπως αποσυρθεί άνευ βλάβης ένεκα της πρόθεσης των εναγόντων να καταχωρίσουν αίτηση τροποποίησης της Ε/Α. Το αίτημα εγκρίθηκε και σύντομα μετά καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση (30/01/24[5]) με την οποία οι ενάγοντες ζητούν, στη βάση κυρίως της Δ.25, την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Ειδικότερα, αυτό που οι ενάγοντες ζητούν είναι όπως τους επιτραπεί να προσθέσουν στην Ε/Α τον ισχυρισμό ότι στις 23/02/17 είχε συναφθεί συμφωνία με τους εναγόμενους με την οποία η επίδικη συμφωνία δανείου του 2008 τροποποιήθηκε σε σχέση με τον χρόνο και τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου καθώς και σε σχέση με το επιτόκιο, το οποίο μειώθηκε από 5% σε 4%. Σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, ο λόγος για τον οποίο έχει υποβληθεί το συγκεκριμένο αίτημα είναι διότι κατά το στάδιο της προετοιμασίας των εναγόντων για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης σε σχέση με τον εναγόμενο 1, διαπιστώθηκε ότι η συγκεκριμένη τροποποιητική συμφωνία της 23/02/17, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των επίδικων συμφωνιών, εκ καλόπιστης παραδρομής δεν είχε συμπεριληφθεί στα έγγραφα που είχαν δοθεί αρχικά στους δικηγόρους των εναγόντων προκειμένου να καταχωρίσουν την παρούσα αγωγή και λόγω τούτου δεν έγινε καμία σχετική αναφορά στην Ε/Α που καταχωρήθηκε την 11/03/
- Είναι συνεπώς ορθό και δίκαιο, υποστηρίζουν οι ενάγοντες, όπως στο παρόν στάδιο επιτραπεί να συμπεριληφθεί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός και αυτό όχι μόνο διότι με τον ισχυρισμό αυτό θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρως και ολοκληρωμένα τα γεγονότα της υπόθεσης - πρόκειται για συμφωνία η οποία ήταν αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας - αλλά και διότι κανένας δυσμενής επηρεασμός δεν θα προκληθεί στους εναγόμενους, οι οποίοι μάλλον θα επωφεληθούν από την τροποποίηση εφόσον με τη συγκεκριμένη συμφωνία είχε μειωθεί και η δόση αλλά και το επιτόκιο του επίδικου δανείου. Η αίτηση των εναγόντων προσέκρουσε στην ένσταση της εναγομένης 2, η οποία, με 17 συνολικά λόγους, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τις πρόνοιες της Δ.25 και τις σχετικές νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης, υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Είναι ειδικότερα η θέση της εναγόμενης 2 ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες δεν προέβηκαν σε οποιοδήποτε καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και ούτε πρόκειται για τροποποίηση που αφορά σε γεγονότα που δεν ήταν γνωστά κατά την καταχώρηση της αγωγής. Αντιθέτως, εφόσον τα γεγονότα που περιβάλλουν τον προτιθέμενο ισχυρισμό ήταν εξ΄ αρχής γνωστά στους ενάγοντες, οι τελευταίοι όφειλαν να τα είχαν συμπεριλάβει εξ' αρχής στο δικόγραφο τους και δεν δικαιολογούνται να ισχυρίζονται μετά πάροδο τόσο μηνών ότι τα «ξέχασαν» και δη χωρίς να προβάλουν οποιαδήποτε επαρκή ή ικανοποιητική δικαιολογία γι' αυτή την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι η Κλήση που είχε εκδοθεί σε σχέση με την εναγόμενη 2 και η οποία εξακολουθούσε να είναι «ανοικτή» κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αίτησης, έχει παραμείνει για να οριστεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία αναλόγως του αποτελέσματος της παρούσας. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών την ανέπτυξαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω λοιπόν τα εξής. Όπως δέχονται και οι δύο πλευρές, εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε την 30/03/23, η παρούσα αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες της Δ.25 που ίσχυαν από την 01/01/15 μέχρι την 01/09/23 και ειδικότερα στις πρόνοιες της Δ.25 Θ
(1)
(3)και
(5), τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «Δ.25 - Θ1
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.
(5). Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.» Για να επιτραπεί συνεπώς η αιτούμενη τροποποίηση, εφόσον έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες, ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει είτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας είτε ότι η τροποποίηση αφορά, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, σε νέα δεδομένα που δεν ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της δικογραφίας που επιχειρείται να τροποποιηθεί. Από τις εν λόγω πρόνοιες προκύπτει ξεκάθαρα ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου γενικότερα, αλλά και η φιλελεύθερη τάση να επιτρέπεται τέτοια τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ως ήταν η νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25, έχει πλέον περιοριστεί και αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Την ίδια στιγμή όμως, οι νομολογιακές αρχές που αφορούσαν στον τρόπο εφαρμογής της «παλιάς» Δ.25 μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν ως προς τον γενικότερο σκοπό για τον οποίο δύναται να δοθεί άδεια για τροποποίηση - εξουσία που ακόμη άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά - ο οποίος σκοπός δεν είναι άλλος από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης με γνώμονα τα εκατέρωθεν συμφέροντα των διαδίκων (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543), Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Τα πιο πάνω μπορούν εύκολα να διαπιστωθούν και από το λεκτικό της γενικότερης πρόνοιας της Δ.25 Θ.1
(5), για την οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και αναφέρεται σε τροποποίηση «ελαττώματος ή λάθους», το πεδίο εμβέλειας της δεν φαίνεται να περιορίζεται μόνο στα «ειδικά λάθη» που αναφέρονται στο Θ.1
(3)ή στο Θ1
(6). Αυτό βεβαίως δεν συνεπάγεται κατά τη γνώμη μου και ότι η Δ.25 Θ1
(5)συνιστά κάποιο «ξεχωριστό καταφύγιο» για εκείνες τις περιπτώσεις όπου η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα ήταν επιτρεπτή συνεπεία των περιορισμών του Θ1
(3)ή του Θ.1
(6), αλλά μόνο ότι κατά την εξέταση του προβαλλόμενου «λάθους» το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει το ζήτημα με γνώμονα το τι είναι πραγματικά ορθό, δίκαιο και αναγκαίο να γίνει ώστε να «καθοριστεί το πραγματικό ζήτημα ή επίδικο θέμα, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία» ή, με άλλα λόγια, τα συμφέροντα των διαδίκων και της δικαιοσύνης γενικότερα. Άλλωστε, ακόμη και καλόπιστο να είναι ένα λάθος αυτό δύναται να μην επιτραπεί να διορθωθεί αν στο τέλος της ημέρας η διόρθωση δεν θα έχει καμία σημασία για την υπόθεση και μόνο αχρείαστη ταλαιπωρία και πολυπλοκότητα θα προκαλέσει. Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν, σημειώνω κατά πρώτο ότι κατά το χρόνο υποβολής του υπό κρίση αιτήματος, η αγωγή βρισκόταν στο στάδιο των προδικαστικών οδηγιών της Δ.30 - στα πλαίσια της οποίας μπορεί να υποβληθεί αίτημα τροποποίησης - οι οποίες μάλιστα οδηγίες δεν έχουν ακόμη συμπληρωθεί. Επισημαίνω εδώ ότι η πλευρά των εναγόντων δεν έχει ακόμη προβεί σε αποκάλυψη των εγγράφων της ενώ η εναγόμενη 2 έχει δηλώσει ενόρκως ότι δεν έχει στην κατοχή της οποιαδήποτε έγγραφα. Κατά δεύτερο, με την υφιστάμενη Ε/Α προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες δανείου και εγγύησης στις 31/10/08 ενώ στην υπεράσπιση της εναγόμενης 2, η οποία ενίσταται στην παρούσα αίτηση, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η υπογραφή της τελευταίας επί των συγκεκριμένων συμφωνιών είχε εξασφαλιστεί με αθέμιτα μέσα καθώς και ο διαζευκτικός ισχυρισμός ότι η τελευταία αγνοεί την ύπαρξη των συγκεκριμένων συμφωνιών εξ' ου και καλεί τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη τους. Με άλλα λόγια, με βάση τα υφιστάμενα δικόγραφα, ήτοι ενόψει και των δικογραφημένων ισχυρισμών της εναγόμενης 2, επίδικο θέμα στην υπόθεση, τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής πλευράς, παρουσιάζεται να είναι και το κατά πόσο υπογράφτηκαν από τους εναγόμενους οι επίδικες συμφωνίες αλλά και το τι ακριβώς προνοούσαν οι συμφωνίες που οι τελευταίοι φέρονται να υπέγραψαν. Με την προτιθέμενη τροποποίηση τώρα, αυτό που επιδιώκεται να δικογραφηθεί είναι το περιεχόμενο μιας μεταγενέστερης συμφωνίας που φέρεται να υπέγραψαν οι εναγόμενοι πριν να τερματιστούν οι επίδικες συμφωνίες και συγκεκριμένα μία συμφωνίας που αποσκοπούσε στην τροποποίηση, όχι των ουσιαστικών πτυχών ή της φύση των επίδικων συμφωνιών, οι οποίες παρέμειναν οι ίδιες, αλλά κάποιων από τους όρους τους και δη κατά τρόπο που τους σύμφερε και εκείνους. Αυτή τη φερόμενη τροποποιητική συμφωνία οι ενάγοντες την έχουν επισυνάψει στην αίτηση τους ως Τεκμήριο και από μια εκ πρώτης όψεως ανάγνωση της, αυτή φαίνεται όντως να αφορά στους διαδίκους και στις επίδικες συμφωνίες της 31/10/08 αλλά και να φέρει και υπογραφές που παρουσιάζονται να είναι των εναγομένων. Πρόκειται δηλαδή όχι μόνο για κάποιο υπαρκτό έγγραφο το οποίο μπορεί, πριν από την ακρόαση, να αποκαλυφθεί, να επιθεωρηθεί και να τύχει του οποιουδήποτε σχολιασμού ήθελε κριθεί αναγκαίο να γίνει για σκοπούς της υπεράσπισης της εναγόμενης 2 αλλά και για έγγραφο το οποίο εκ πρώτης όψεως φαίνεται να είναι άμεσα συνδεδεμένο και σχετικό με τα επίδικα θέματα που θα απασχολήσουν κατά την ακρόαση και για τα οποία η εναγόμενη 2 έχει καλέσει τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη τους. Δεν διαπιστώνεται δηλαδή ότι αν στο παρόν στάδιο εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά είτε στα συμφέροντα της εναγόμενης 2 είτε της δικαιοσύνης γενικότερα. Αντιθέτως, η ζημιά αυτή πολύ πιθανόν να προκληθεί αν δεν εγκριθεί η αίτηση εφόσον σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα έχει ενώπιον του ολοκληρωμένο το πραγματικό και νομικό πλαίσιο που περιβάλλει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και που απαιτείται να υπάρχει ώστε να μπορέσουν να καθοριστούν και να εξεταστούν με ακρίβεια τα πραγματικά επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς κρίνω ότι αν και ήταν όντως λάθος των εναγόντων να μην αναφερθούν σε αυτή την φερόμενη τροποποιητική συμφωνία της 23/02/17 από την αρχή ή έστω το συντομότερο μετά την καταχώρηση της αγωγής, εντούτοις, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης δεν θεωρώ ότι το λάθος αυτό ήταν κακόπιστο ή ότι δεν είναι ανάγκη να διορθωθεί με τροποποίηση, έστω και στο στάδιο αυτό, το οποίο σε κάθε περίπτωση είναι ένα πολύ αρχικό στάδιο στην υπόθεση. Αντιθέτως, για τους λόγους που έχω εξηγήσει κρίνω ότι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των διαδίκων αλλά και της δικαιοσύνης γενικότερα επιβάλλουν όπως η παρούσα αίτηση εγκριθεί ούτως ώστε να μπορέσει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των γεγονότων και κατ' επέκταση η ορθή βάση για την επίλυση όλων των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης. Η όποια δε ταλαιπωρία προκλήθηκε ή θα προκληθεί στην εναγόμενη 2 συνεπεία της έγκρισης της αίτησης δεν θεωρώ ότι ανάγεται σε παραβίαση των δικαιωμάτων της τελευταίας αλλά δύναται, όπως ήταν και το νομικό πλαίσιο πριν την τροποποίηση της Δ.25, να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.25 και συνεπώς η αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί μέχρι τις 10/09/24 και να παραδοθεί αυθημερόν στην πλευρά της εναγόμενης 2 η οποία στη συνέχεια να καταχωρήσει τυχόν τροποποιημένη Υπεράσπιση εντός 15 ημερών. Αν θα καταχωρηθεί τροποποιημένη Απάντηση αυτή να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Το κλητήριο ένταλμα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να επιδοθεί και στον εναγόμενο 1 το συντομότερο και στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί σε σχέση με τον εν λόγω εναγόμενο. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες και με σκοπό να ελεγχθεί η συμμόρφωση με τα πιο πάνω στις 03/10/24 0900. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως και τα τυχόν σπαταληθέντα έξοδα, αυτά επιδικάζονται προς όφελος της εναγόμενης 2 και εναντίον των εναγόντων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ)................................... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η καταχώρηση έγινε 29/01/24 στις 15:02 [2] Η καταχώρηση έγινε 10/03/23 στις 13:57 [3] Καταχωρήθηκε 29/05/523 στις 15:25 [4] Βλ. Οδηγία Πρακτικής υπ. αρ.3 - «Σε περίπτωση παράλειψης εμφάνισης ενός ή περισσοτέρων, μεταξύ πλειόνων συνεναγομένων, η Δ.30 δεν βρίσκει εφαρμογή σε σχέση με εναγόμενο που παρέλειψε να εμφανιστεί, αλλά εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.17 περί παράλειψης εμφάνισης και η υπόθεση για όσους εκ των εναγομένων δεν καταχωρίσουν εμφάνιση προχωρεί κατά τα προβλεπόμενα στη Δ.17» [5] Η καταχώρηση έγινε 29/01/24 στις 15:02 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο