← Κύπρος

THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. Αναφορικά με τον ΓΕΩΡΓΙΟ ΜΙΧΑΗΛ ΚΩΣΤΑ, Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 38/2022, 22/10/2024

THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. Αναφορικά με τον ΓΕΩΡΓΙΟ ΜΙΧΑΗΛ ΚΩΣΤΑ, Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 38/2022, 22/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 38/2022 I-Justice Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 Αναφορικά με τον ΓΕΩΡΓΙΟ ΜΙΧΑΗΛ ΚΩΣΤΑ (Α.Δ.Τ. χχχ) από την Πάφο - Χρεώστη Αίτηση από: THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED (HE xxx), εκ Λευκωσίας - Πιστώτρια Ημερομηνία: 22.10.24 Εμφανίσεις: Για Αιτητή - Πιστωτή: κος Κ. Πανάγος για ΠΑΝΑΓΟΣ & ΠΑΝΑΓΟΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η αίτηση - Χρεώστη: κα Σ. Δουραχίδου για SOTEROULA STAVRI-SOCRATOUS & CO L.L.C. Για Σύμβουλο Αφερεγγυότητας: κα Σ. Δουραχίδου για SOTEROULA STAVRI-SOCRATOUS & CO L.L.C. ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια των προνοιών του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 (Ν. 65(Ι)/2015 - στο εξής «ο Νόμος»), ο Χρεώστης, κατόπιν αίτησης ημερ. 28.04.22, αποτάθηκε στο Δικαστήριο μέσω της αρμόδιας υπηρεσίας (Επίσημος Παραλήπτης) και στις 05.05.22 εξασφάλισε προστατευτικό διάταγμα, η ισχύς του οποίου παρατάθηκε μέχρι και τις 15.12.

  1. Ακολούθησε γραπτή ενημέρωση των καθορισμένων πιστωτών από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, από τους οποίους ζητήθηκε επαλήθευση των οφειλών του Χρεώστη. Επίσης τους ζητήθηκε εκτίμηση της αγοραίας αξίας της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση. Οι πιστωτές ανταποκρίθηκαν αποστέλλοντας σε ένορκες δηλώσεις την ζητούμενη από το νόμο επαλήθευση των οφειλών του Χρεώστη (σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του Ν.65(Ι)/2015). Οι επαληθεύσεις χρέους των πιστωτών έγιναν αποδεκτές από το σύμβουλο αφερεγγυότητας. Πιστωτές είναι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (στο εξής «Τράπεζα Κύπρου») και η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ, η οποία μετέπειτα μετονομάστηκε σε Κυπριακή Εταιρεία Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ (στο εξής «ΚΕΔΙΠΕΣ»). Με βάση τις επαληθεύσεις χρέους από αμφότερους πιστωτές του Χρεώστη, το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται κατά την ημερομηνία της επαλήθευσης του στα €898.690,
  2. Από το πιο πάνω συνολικό χρέος, το εξασφαλισμένο ανέρχεται στα €220.000,00 και το ανεξασφάλιστο στα €678.690,
  3. Με βάση την αποδεκτή ένορκη δήλωση ημερ. 09.04.22 για επαλήθευση χρέους το οφειλόμενο ποσό προς την Τράπεζα Κύπρου στα €867.821,13 και προέρχεται από τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων στη βάση σχετικών συμφωνητικών εγγράφων για τις οποίες εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις στις αγωγές αρ. 3828/12, 2149/15 και 796/21 όλες του Ε.Δ. Πάφου. Από αυτό το εξασφαλισμένο ποσό ανέρχεται στα €220.000,00 και το ανεξασφάλιστο στα €647.821,
  4. Παράλληλα σύμφωνα με την αποδεκτή ένορκη δήλωση ημερ. 15.06.22 για επαλήθευση χρέους το οφειλόμενο ποσό προς την ΚΕΔΙΠΕΣ ανέρχεται στα €30.869,50 και είναι εξ' ολοκλήρου μη εξασφαλισμένο. Συγκεκριμένα €7.451,94 προέρχεται από κίνηση του λογαριασμού δανείου με αρ. [ ] και €23.417,56 προέρχεται από κίνηση του λογαριασμού δανείου με αρ. [ ] δυνάμει συμφωνιών δανείου. Για την εξασφάλιση του ποσού που οφείλεται στην Τράπεζα Κύπρου, εκτιμήθηκε η αγοραία αξία της οικίας του Χρεώστη που βρίσκεται εντός του τεμαχίου [ ] με αρ. εγγραφής 0/[ ] φ/σχ. 2-148-349 επί ολόκληρου του μεριδίου στην ενορία Αγίου Θεοδώρου στην επαρχία Πάφου και η αγοραία αξία χωραφιού στο ακίνητο του τεμαχίου [ ] με αρ. εγγραφής 0/[ ] φ/σχ. 52/17 επί μεριδίου 18144/108864 στην περιοχή Σουσκιού στην επαρχία Πάφου. Εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια αμφοτέρων ακινήτων είναι η μητέρα του Χρεώστη (Ανδρονίκη Γεωργίου). Ολόκληρα τα εγγεγραμμένα μερίδια της Ανδρονίκης Γεωργίου και στα δύο πιο πάνω ακίνητα ήταν υποθηκευμένα προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου δυνάμει σχετικών εγγράφων υποθήκης. Ειδικότερα το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/41273 επιβαρύνεται με τις υποθήκες αρ. Υ934/2012, Υ935/2012 και Υ936/2012 ενώ το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/9706 επιβαρύνεται με την υποθήκη αρ. Υ5396/2010, όλες στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Με βάση την εκτίμηση ημερ. 18.05.22 ιδιώτη επιδότη από μέρους της Τράπεζας Κύπρου που έγινε αποδεκτή από τον Χρεώστη, η αγοραία αξία της οικίας στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/[ ] που αφορά το εγγεγραμμένο μερίδιο της Ανδρονίκης Γεωργίου ανέρχεται στα €193.000 ενώ η αξία καταναγκαστικής πώλησης της ανέρχεται στα €145.
  5. Επίσης σύμφωνα με την εκτίμηση ημερ. 17.05.22 ιδιώτη επιδότη από μέρους της Τράπεζας Κύπρου που έγινε αποδεκτή από τον Χρεώστη, η αγοραία αξία του χωραφιού στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/[ ] που αφορά το εγγεγραμμένο μερίδιο της Ανδρονίκης Γεωργίου ανέρχεται στα €27.000 ενώ η αξία καταναγκαστικής πώλησης του ανέρχεται στα €19.
  6. Στη συνέχεια ο σύμβουλος αφερεγγυότητας ετοίμασε προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής εκ μέρους και για λογαριασμό του Χρεώστη (στο εξής το «ΠΣΑ»), το οποίο πρότεινε για εξέταση στη συνέλευση των πιστωτών που πραγματοποιήθηκε στις 16.09.
  7. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν αρνητικό στην πρόταση για έγκριση του προτεινόμενου ΠΣΑ, το οποίο και απορρίφθηκε από την πλειοψηφία των Πιστωτών. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε τον Χρεώστη στις 12.12.22 στην καταχώρηση μονομερούς αίτησης με την οποίαν στις 15.12.22 ζήτησε και πέτυχε την έκδοση διατάγματος με το οποίο επιβλήθηκε στους καθορισμένους Πιστωτές Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και στην Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΣΕΔΙΠΕΣ όπως ονομαζόταν τότε) το προτεινόμενο ΠΣΑ που είχε απορριφθεί στη συνέλευση των πιστωτών (στο εξής το «διάταγμα επιβολής»). Ακολούθως με σχετικό τροποποιητικό/διορθωτικό διάταγμα ημερ. 17.05.23 το προτεινόμενο ΠΣΑ επιβλήθηκε και στην Πιστώτρια της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή στην Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited. Όλες οι πιο πάνω πληροφορίες περιέχονται στον δικαστηριακό ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, τον οποίον ανάτρεξα για καλύτερη αντίληψη του ιστορικού της παρούσας περίπτωσης (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου

(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938). Συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος επιβολής, στις 07.06.23 καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση στην οποίαν η Πιστώτρια επιδιώκει ακύρωση τόσο του διατάγματος επιβολής ημερ. 15.12.22 όσο και του τροποποιητικού/διορθωτικού διατάγματος επιβολής ημερ. 17.05.23. Επιπλέον ζητείται η ακύρωση του προστατευτικού διατάγματος ημερ. 05.05.22 μαζί με τις παρατάσεις που εξασφαλίστηκαν σε σχέση μ' αυτό. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι ουσιαστικά πρόνοιες του Ν.65(Ι)/2015 και κανονισμοί του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2016 (5/2016). Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Πιστώτρια δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, περιέχονται σε πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του κυρίου Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, πρώην λειτουργού στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών στο Τμήμα Δικαστηριακών Υποθέσεων της Τράπεζας Κύπρου και από τις 02.01.22 μέχρι σήμερα υπαλλήλου στην Themis Portfolio Management Limited, η οποία είναι θυγατρική της Πιστώτριας. Προς υποστήριξη της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται έγγραφα. Μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ουσιαστικά καταγράφονται και εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος επιβολής αλλά και του προστατευτικού διατάγματος. Συγκεκριμένα οι λόγοι που προβάλλονται είναι οι εξής:
(1)Υπάρχει κακόπιστη καθυστέρηση στη διόρθωση του διατάγματος επιβολής.
(2)Η μαρτυρία σχετικά με το ΠΣΑ αρ. 39/2022 που αφορά την Ανδρονίκη Γεωργίου και προωθείται κοινή διαχείριση με το ΠΣΑ αρ. 38/2022 του Χρεώστη στην παρούσα υπόθεση δυνάμει των προνοιών του άρθρου 33 του Νόμου είναι ανεπαρκής.
(3)Το επίμαχο ΠΣΑ δεν θέτει την Πιστώτρια στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποίαν αυτή θα βρισκόταν εάν η περιουσία του Χρεώστη εδιατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτωχεύσεως Νόμου (Κεφ.5), εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχείων που δεν διατίθενται και τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών (άρθρο 73).
(4)Δεν πληρούνται τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35 του Νόμου υπό την έννοια ότι: (α) η Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων του Χρεώστη (ΚΠΟΣ) είναι γενική, αόριστη και ελλιπής, (β) δεν προκύπτει εύλογη προοπτική ότι η συμμετοχή του Χρεώστη στον εν λόγω διακανονισμό θα τον διευκολύνει να καταστεί φερέγγυος εντός των επόμενων πέντε ετών, δηλαδή το επίμαχο ΠΣΑ δεν είναι βιώσιμο
(5)Δεν πληρούνται πρόνοιες του άρθρου 72
(1)(ε) του Νόμου υπό την έννοια ότι ο Χρεώστης δεν αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης συνεπεία γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και έπειτα και πριν από την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση των εισοδημάτων του κατά τουλάχιστον 25%. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι οι λόγοι που εξετάζονται για την επιτυχία ή όχι αίτησης, όπως την υπό κρίση, πρέπει να περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Ο Κανονισμός 24 του ΔΚ 5/2016 που ασχολείται με το δικονομικό πλαίσιο και περιλαμβάνεται στο σώμα της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης σημειώνει στο εδάφιο (α) αυτού τα εξής: «Η δυνάμει του άρθρου 75
(5)αίτηση ακύρωσης διατάγματος επιβολής προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής από καθορισμένο πιστωτή ή /και εγγυητή ή/και σύμβουλο αφερεγγυότητας ή /και την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, γίνεται με αίτηση διά κλήσεως στον Τύπο 1, του Δεύτερου Παραρτήματος του παρόντος Διαδικαστικού Κανονισμού, εντός το αργότερο δεκαπέντε
(15)ημερών από την επίδοση, και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του προσώπου που αιτείται την ακύρωση στην οποία φαίνονται τα γεγονότα που αφορούν την αίτηση και οι λόγοι επί τους οποίους βασίζεται η αίτηση.» [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Επομένως δεν θα εξετάσω οποιοδήποτε λόγο για ακύρωση είτε του διατάγματος επιβολής είτε του προστατευτικού διατάγματος που δεν περιλαμβάνεται με σαφήνεια και εξειδικευμένα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αλλά προβάλλεται για πρώτη φορά εκ των υστέρων. Με άλλα λόγια θα εξετάσω τους λόγους που έχω ήδη συνοψίσει πιο πάνω. Η πλευρά Χρεώστη αντέδρασε στις 27.11.23 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 33 λόγους. Όταν αναφέρω η πλευρά του Χρεώστη εννοώ τον Χρεώστη και τον σύμβουλο αφερεγγυότητας που ενεργοεί εκ μέρους και για λογαριασμό του στην υπόθεση αυτή, οι οποίοι καταχώρησαν κοινή ένσταση. Δεν χρειάζεται να απαριθμήσω τους λόγους επί τους οποίους αυτή προωθείται. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται με κάποιους άλλους λόγους, ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εδράζεται βασικά στην ίδια νομική βάση μ' αυτήν της υπό κρίση αίτησης. Η ένσταση υποστηρίζεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της κυρίας Ανδρονίκης Γεωργίου, μητέρας του Χρεώστη, στην οποίαν επισυνάπτονται έγγραφα προς ενίσχυση της. Μέσα από το περιεχόμενο της ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και εξηγούνται οι λόγοι ένστασης και υπάρχουν αναφορές που υποδεικνύουν γιατί η πλευρά του Χρεώστη θεωρεί ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν πρέπει να εκδοθούν. Επίσης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του συμβούλου αφερεγγυότητας, ο οποίος βασικά υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Γεωργίου και παράλληλα δηλώνει ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή είναι καταχρηστική, άδικη και περιέχει ισχυρισμούς που είναι αβάσιμοι. Σ' αμφότερες ένορκες δηλώσεις επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη της πλευράς του Χρεώστη τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των πολυσέλιδων ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων (αίτησης και ένστασης). Γι' αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω αυτά που αναφέρουν. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα τους. Η εκδίκαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη των εκδοχών των μερών. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με σχολιασμό των βασικών αρχών του Νόμου και με παραπομπή σε νομολογία καθώς επίσης σε διάφορα άρθρα και κανονισμούς σχετικά με τα ζητήματα που αφορούν το αντικείμενο εκδίκασης, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Στρέφομαι στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Ακόμη, όπως έχει λεχθεί προηγουμένως, για καλύτερη εξακρίβωση όλων των γεγονότων που έχουν διαδραματιστεί έχω ανατρέξει στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης αφού υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Κατ' αρχάς θα ασχοληθώ με τη θέση της Αιτήτριας ότι «η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι αντικανονική επειδή δεν παρουσιάζονται γεγονότα τα οποία προκύπτουν από ίδια γνώση της ενόρκως δηλούσας, δεν παρατίθενται η πηγή της πληροφόρησης της και τα όσα ισχυρίζεται η μητέρα του Χρεώστη στην ΕΔ/ΑΓ, δεν αποτελούν προσωπική γνώση της γνώση και αφήνουν την Ένσταση μετέωρη». Το επιχείρημα αυτό προβάλλεται στην §5.1 στη σελίδα 2 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της Αιτήτριας. Επειδή πρόκειται για νομικής φύσεως λόγο και αφορά το καθεστώς της ένστασης, θα τον εξετάσω. Η ενόρκως δηλούσα Ανδρονίκη Γεωργίου είναι η μητέρα του Χρεώστη. Μέρος του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου παρουσιάζει την Ανδρονίκη Γεωργίου ως πρωτοφειλέτη-συνοφειλέτη μαζί με τον Χρεώστη στις πιστωτικές διευκολύνσεις που αφορούν την υπόθεση αυτή και παράλληλα ως ενυπόθηκο οφειλέτη προς εξασφάλιση τους και γενικότερα ως κάλυψη των συμβατικών και οικονομικών υποχρεώσεων του υιού της. Η πλευρά της Αιτήτριας όχι μόνο δεν καταρρίπτει την πιο πάνω εικόνα αντίθετα την αποδέχεται. Δεν έχω κανένα λόγο να μην την αποδεχτώ. Υπό αυτή την ιδιότητα της και ως άμεσα εμπλεκόμενη που είναι, τα ουσιώδη γεγονότα δεν μπορεί παρά να είναι εις γνώση της Ανδρονίκης Γεωργίου. Πέραν αυτού όμως, ενόρκως δηλών στην ένσταση είναι και ο σύμβουλος αφερεγγυότητας του Χρεώστη, οποίος ως εκ της επαγγελματικής του σχέσης με τον Χρεώστη και την μητέρα του γνωρίζει τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση και τις καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί από αυτά τα γεγονότα. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας βασικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα γεγονότα που η Γεωργίου επικαλείται (§4 ΕΔ συμβούλου αφερεγγυότητας). Στη βάση των πιο πάνω, το παράπονο της Αιτήτριας στερείται βάσης και γι' αυτό απορρίπτεται. Στη συνέχεια θα ασχοληθώ με ορισμένους λόγους ένστασης της πλευράς του Χρεώστη, οι οποίοι δεν παραπέμπουν για εξέταση επί της ουσίας της παρούσας αίτησης. Μία τέτοια περίπτωση είναι ο λόγος ένστασης (στ), ο οποίος είναι πολυδιάστατος. Με βάση το περιεχόμενο του, ο Χρεώστης και ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας παραπονιούνται ότι η αίτηση είναι «κατά νόμο και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη, παράτυπη και αντικανονική και/ή λανθασμένη και/ή πάσχει ως άκυρη». Πρώτη πτυχή είναι η θέση ότι η αίτηση είναι «κατά νόμο και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη.» Με κάθε σεβασμό στην πλευρά του Χρεώστη η εν λόγω τοποθέτηση συνιστά υποκειμενικό συμπέρασμα και όχι λόγο ένστασης με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, το μέρος αυτό του λόγου ένστασης δεν έχει έρεισμα. Δεύτερη πτυχή είναι η θέση ότι η αίτηση αυτή είναι «παράτυπη και αντικανονική.» Εξετάζοντας τη θέση αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδεμία εξήγηση δίδεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση και κανένας σχολιασμός γίνεται μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου του Χρεώστη και του Συμβούλου Αφερεγγυότητας προς στοιχειοθέτηση της τοποθέτησης γιατί η παρούσα αίτηση θεωρείται παράτυπη ή που έγκειται η επικαλούμενη αντικανονικότητα. Ποια είναι η παρατυπία που υπάρχει και ποιο είναι το στοιχείο που τη χαρακτηρίζει αντικανονική. Τίποτα έχει λεχθεί σχετικά με τα σημεία αυτά. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μία θέση που παρέμεινε στο επίπεδο του ισχυρισμού που τελικά δεν προωθήθηκε μέσα από την εκδίκαση της αίτησης και συνεπώς στερείται θεμελίωσης. Εκλαμβάνω ότι η πλευρά του Χρεώστη έχει εγκαταλείψει τη θέση της αυτή, η οποία σε κάθε περίπτωση, ως ατεκμηρίωτη που είναι, απορρίπτεται. Τα όσα έχω αναφέρει αμέσως προηγουμένως βρίσκουν έρεισμα και για το χαρακτηρισμό της «λανθασμένης» που της αποδίδεται, το οποίο αποτελεί το τρίτο σκέλος του λόγου ένστασης. Συγκεκριμένα ουδεμία εξήγηση παρέχεται ως προς το σφάλμα που κατ' ισχυρισμό μοιραία φέρει. Ποιο είναι αυτό το λάθος που κουβαλά και γιατί αυτό προδιαγράφει απόρριψη της, είναι ερωτήματα που παρέμειναν αναπάντητα. Η τέταρτη διάσταση του λόγου αυτού ένστασης αφορά τη θέση ότι η εν λόγω αίτηση «πάσχει ως άκυρη». Όπως και πιο πάνω, έτσι και εδώ ισχύουν ακριβώς τα όσα έχω αναφέρει αμέσως προηγουμένως. Καμία αναφορά περιλαμβάνεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση και κανένας νομικός σχολιασμός ουσιαστικά πραγματεύεται το ζήτημα αυτό μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Χρεώστη και του συμβούλου αφερεγγυότητας. Επομένως ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται στην ολότητα του. Προχωρώ στην εξέταση του λόγου ένστασης (ιβ) με τον οποίον η πλευρά του Χρεώστη παραπονιέται ότι «Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αίτηση». Το εν λόγω παράπονο εδράζεται στη θέση ότι δεν υπάρχει γραπτή ειδοποίηση υπογεγραμμένη από την Τράπεζα Κύπρου ως αναφέρεται στο διάταγμα ημερ. 12.10.22 του Ε.Δ. Λευκωσίας με το οποίο επικυρώθηκε και τέθηκε σε ισχύ Σχέδιο Διακανονισμού για μεταβίβαση πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων από την Τράπεζα Κύπρου στην Πιστώτρια. Με κάθε σεβασμό η πιο πάνω θέση δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα διαδικασία. Για σκοπούς εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης είναι αρκετό η προσκόμιση του δικαστικού διατάγματος. Η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται ως το κατάλληλο ένδικο μέσο για την αμφισβήτηση ζητημάτων που άπτονται του περιεχομένου του εκδοθέντος δικαστικού διατάγματος. Η υπό κρίση αίτηση παραπέμπει στη διεξαγωγή καθορισμένης διαδικασίας που έχει σαφή και συγκεκριμένο σκοπό. Το Δικαστήριο προσηλώνεται στην εκδίκαση του συγκεκριμένου ζητήματος. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Σε ότι δε αφορά το λόγο ένστασης (ιδ) που περιέχει ισχυρισμό ότι «Ουδεμία αίτηση και/ή ουδεμία ένσταση καταχωρήθηκε προς αμφισβήτηση του Προστατευτικού Διατάγματος ημερ. 05.05.22», καμία σχέση έχει με τα κριτήρια που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου για να αποφασίσει αν δικαιολογείται ή όχι η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος επιβολής ΠΣΑ στους πιστωτές. Αυτή είναι βασικά η ουσία της υπό κρίση αίτησης. Η πτυχή της υπό κρίση αίτησης που σχετίζεται με το προστατευτικό διάταγμα θα έλεγα ότι είναι εκ του περισσού χωρίς οποιαδήποτε αξία. Το προστατευτικό διάταγμα έπαυσε να βρίσκεται σε ισχύ όταν εκδόθηκε το διάταγμα επιβολής ΠΣΑ. Συνεπώς η κρίση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η ακύρωση του διατάγματος επιβολής του επίμαχου ΠΣΑ σε πιστωτές σφραγίζει το τέλος της εξέτασης της παρούσας αίτησης. Η απόφαση του Δικαστηρίου επικεντρώνεται στο σημείο (α) της παρούσας αίτησης. Χωρίς αμφιβολία και αυτός ο λόγος ένστασης στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός παρέμεινε μετέωρος αφού δεν σχολιάζεται μέσα από τη γραπτή αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου. Εκλαμβάνω ότι εγκαταλείφθηκε. Το βέβαιο είναι ότι δεν έχει προοπτική επιτυχίας αφού στερείται θεμελίωσης. Με τον λόγο ένστασης (ιε) η πλευρά του Χρεώστη επικαλείται ότι «Η νομική βάση της αίτησης είναι αόριστη και γενική». Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που παρέμεινε στη σφαίρα της λεκτικής διατύπωσης. Η νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου της πλευράς του Χρεώστη δεν πραγματεύεται το θέμα αυτό αφού από αυτή απουσιάζει οποιοσδήποτε σχετικός σχολιασμός. Θεωρώ ότι η πλευρά του Χρεώστη έχει εγκαταλείψει τη θέση της αυτή, η οποία, στερούμενης στοιχειοθέτησης, απορρίπτεται. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως αυτού, παρατηρώ ότι στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνεται τα διάφορα άρθρα του Νόμου που ασχολούνται με την έκδοση μη συναινετικών ΠΣΑ, τα οποία αποτελούν το δικαιοδοτικό υπόβαθρο, καθώς επίσης κανονισμοί σχετικοί με το αντικείμενο εκδίκασης οι οποίοι συνθέτουν το δικονομικό πλαίσιο της υπό εξέταση περίπτωσης. Θα έλεγα ότι το ουσιαστικό νομικό πλαίσιο είναι διατυπωμένο. Ενδεικτικά αναφέρω ότι τα άρθρα 62-71 του Νόμου 65(Ι)/2015 αφορούν περιπτώσεις εξέτασης μη συναινετικών ΠΣΑ. Σχετικό ακόμη είναι το άρθρο 72 στο οποίο σημειώνονται κριτήρια επιλεξιμότητας. Στο ίδιο άρθρο παρέχεται ο χρόνος εντός του οποίου δύναται να καταχωριστεί αίτηση, όπως την παρούσα. Οι δε υποχρεωτικές προϋποθέσεις που πρέπει ένα ΠΣΑ να τηρεί παρατίθενται στο άρθρο 46. Επίσης στο άρθρο 65 εκτίθενται λόγοι για του οποίους δύναται να προσβληθεί το ΠΣΑ. Ακόμη υπάρχει το άρθρο 77 που ολοκληρώνει την νομική κάλυψη. Παράλληλα οι Κανονισμοί 10 & 24 του ΔΚ5/2016 που εξηγούν δικονομικές πτυχές, επίσης περιλαμβάνονται στη νομική βάση. Έχοντας υπόψη μου τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός ένστασης κρίνεται ανεδαφικός και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Έπεται η εξέταση του λόγου ένστασης (κστ) με τον οποίον ο Χρεώστης και ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας ισχυρίζονται ότι «Η Αιτήτρια «εμποδίζεται δια διαγωγής και/ή εγγράφων και/ή συμπεριφοράς από το να προβάλλει τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και να ζητά το αιτούμενο διάταγμα.» Ένας ακόμη ισχυρισμός που παρέμεινε μετέωρος. Ουδεμία εξήγηση παρέχεται τόσο μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την κοινή ένσταση όσο και μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου του Χρεώστη / Συμβούλου Αφερεγγυότητας. Η πλευρά του Χρεώστη και του Συμβούλου Αφερεγγυότητας δεν ασχολήθηκε με το θέμα αυτό. Εκλαμβάνω ότι η θέση αυτή έχει εγκαταλειφθεί. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως αυτού, δεν μπορώ να αντιληφθώ πως δικαιολογείται ο προβαλλόμενος ισχυρισμός. Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός στερείται θεμελίωσης και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Σε ότι αφορά το αντικείμενο εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης, αυτό σχετίζεται με ειδική νομοθεσία που θεσπίστηκε και τέθηκε σε ισχύ. Η οικονομική κρίση που έπληξε την Κύπρο το έτος 2012 οδήγησε στην αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ως αποτέλεσμα των οποίων δημιουργήθηκαν προβλήματα σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα. Το κράτος έλαβε μια σειρά από έκτακτα ειδικά μέτρα, ένα από τα οποία είναι η θέσπιση ειδικής νομοθεσίας και σχετικούς κανονισμούς. Πρόκειται για τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος του 2015 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.65(Ι)/2015) και τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2016 (5/2016). Όπως σημειώνεται στο προοίμιο της νομοθεσίας, οι χρεώστες ήταν αυτοί που επηρεάστηκαν ιδιαίτερα δυσμενώς από τις συνέπειες της κρίσης. Τα μέτρα λήφθηκαν προκειμένου να αποκατασταθεί η εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και κατ' επέκταση να επανεκκινήσει η οικονομία του νησιού. Περαιτέρω το κράτος προέβηκε σε ενέργειες για να αποτρέψει την μετακύλιση των επιπτώσεων της κρίσης στην ευρύτερη οικονομία και κοινωνία ώστε να προφυλαχτούν τα δικαιώματα του κοινωνικού συνόλου στην Κυπριακή Δημοκρατία. Προς το σκοπό αυτό αναζητήθηκε τρόπος να υποβοηθηθούν αφερέγγυοι χρεώστες για να αντιμετωπίσουν τις οφειλές τους και καθορίστηκε διαδικασία ώστε, υπό προϋποθέσεις, να αποφεύγεται η πτώχευση τους προκειμένου να διευκολυνθεί η ενεργός συμμετοχή τους στην οικονομική δραστηριότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με την εφαρμογή του πλαισίου προστασίας των αφερέγγυων χρεωστών, οι πιστωτές δεν πρέπει να βρίσκονται σε χειρότερη θέση από αυτήν στην οποίαν θα βρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφ. 5. Το κράτος επιχείρησε να θεσπίσει μηχανισμό και να καθορίσει διαδικασία που να προστατεύουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων των εμπλεκομένων με στόχο να εξασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ τους και να κατανέμονται τα βάρη σ' αυτούς κατά τρόπο δίκαιο. Με τη νομοθεσία αυτή επιδιώχτηκε η εισαγωγή ενός μηχανισμού που να επιτρέπει σε ένα αφερέγγυο χρεώστη, εφόσον πληροί συγκεκριμένα κριτήρια, να πετύχει, υπό προϋποθέσεις, αναδιάρθρωση του χρέους του, ενώ την ίδια στιγμή να διασφαλίζονται τα δικαιώματα των πιστωτών με τον τρόπο που εξηγήθηκε πιο πάνω. Το ΠΣΑ ετοιμάζεται κατά κανόνα από σύμβουλο αφερεγγυότητας και παρουσιάζεται στη Συνέλευση Πιστωτών. Εκεί είτε εγκρίνεται είτε απορρίπτεται από τους Πιστωτές. Εάν το ΠΣΑ εγκριθεί από τους πιστωτές τότε τίθεται σε ισχύ εφόσον πρώτα επικυρωθεί από το Δικαστήριο (άρθρο 61). Σε περίπτωση που δεν εγκριθεί από τους Πιστωτές στην Συνέλευση, όπως ισχύει στη δική μας υπόθεση, τότε εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 72
(1)ο Χρεώστης δύναται να αιτηθεί μονομερώς στο Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιβάλλεται σε όλους τους πιστωτές το ΠΣΑ που απέρριψαν στη συνέλευση. Σύμφωνα με το άρθρο 73
(1), το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει το διάταγμα µόνο στις περιπτώσεις που το ΠΣΑ το οποίο απορρίφθηκε από τους πιστωτές, θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία τέτοιοι πιστωτές θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχείων που δεν διατίθενται και τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών. Ακόμη το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα μόνο στις περιπτώσεις όπου το ΠΣΑ το οποίο απορρίφθηκε από τους πιστωτές δεν προνοεί ότι ο χρεώστης θα απωλέσει την ιδιοκτησία της κύριας κατοικίας του (άρθρο 73
(4)). Η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος σε Πιστωτές θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα που προνοείται στο άρθρο 61 ή θα περιλαμβάνει τέτοιους όρους που το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλους να επιβάλει (άρθρο 73
(5)). Για σκοπούς αξιολόγησης του κριτηρίου κατά πόσο το ΠΣΑ που έχει απορριφθεί από τους Πιστωτές, θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία τέτοιοι πιστωτές θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 73
(2), λαμβάνει υπόψη την έκθεση την οποία εκδίδει ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, σύμφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 52, καθώς και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή στοιχεία που το δικαστήριο κρίνει σχετικά. Επίσης λαμβάνονται υπόψη όλα τα περιουσιακά στοιχεία του χρεώστη για σκοπούς ενίσχυσης της δυνατότητας αποπληρωμής των χρεών του σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 74 (άρθρο 73
(3)). Με βάση το άρθρο 72
(4)ο Χρεώστης μετά την έκδοση διατάγματος δυνάμει του παρόντος άρθρου δίδει ειδοποίηση στους καθορισμένους Πιστωτές, στους Εγγυητές, στον σύμβουλο αφερεγγυότητας και στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας. Οποιοδήποτε δε από τα πιο πάνω πρόσωπα, ήτοι Πιστωτές, Εγγυητές, σύμβουλος αφερεγγυότητας και Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, δύναται, δυνάμει του άρθρου 72
(5), να προσφύγει στο Δικαστήριο για ακύρωση του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του εν λόγω άρθρου εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία που ειδοποιήθηκε για την έκδοσή του. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 77, το οποίο επίσης αφορά το μέρος της νομοθεσίας που πραγματεύεται περιπτώσεις μη συναινετικών ΠΣΑ, σημειώνεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 62-71 εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν σε ΠΣΑ το οποίο επιβάλλεται κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου. Αυτό σημαίνει ότι ακολουθούνται, κατ' αναλογία, οι πρόνοιες του άρθρου 65, μέσα από τις οποίες απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους δύναται να προσβληθεί το ΠΣΑ. Είναι οι εξής: (α) Ότι ο χρεώστης έχει µε τη συμπεριφορά του κατά τα δύο
(2)έτη πριν από την έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 39, διευθετήσει τις οικονομικές του υποθέσεις µε τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να είναι ή να γίνει επιλέξιμος να υποβάλει αίτηση για Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, (β) δεν υπήρξε συμμόρφωση µε τις διαδικαστικές απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένης της µη ύπαρξης τελεσίδικης απόφασης δικαστηρίου σε σχέση µε την επαλήθευση σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 43, όπου αυτό εφαρμόζεται, (γ) υπάρχει ουσιαστική ανακρίβεια ή παράλειψη στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων, η οποία παραβλάπτει ουσιωδώς τα συμφέροντα του πιστωτή, (δ) ο χρεώστης δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35. (ε) ο χρεώστης έχει διαπράξει αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο το οποίο προκαλεί ουσιαστική βλάβη στον πιστωτή, (στ) ο χρεώστης είχε συναλλαγή µε πρόσωπο η οποία έγινε κατά την περίοδο τριών
(3)ετών αμέσως πριν από την ημερομηνία καταχώρισης αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος, η οποία δεν έγινε έναντι αξιόλογης αντιπαροχής και η οποία συνέβαλε ουσιαστικά στην ανικανότητα του χρεώστη να αποπληρώσει τα χρέη του, εξαιρουμένων των χρεών τα οποία οφείλονται στα πρόσωπα µε τα οποία ο χρεώστης είχε εισέλθει σε συναλλαγές οι οποίες δεν έγιναν έναντι αξιόλογης αντιπαροχής, (ζ) ο χρεώστης έδειξε προτίμηση δολίως σε πρόσωπο, τηρουμένων των διατάξεων της οικείας νομοθεσίας, κατά την περίοδο των τριών
(3)ετών αμέσως πριν από την ημερομηνία καταχώρισης αίτησης για έκδοση του προστατευτικού διατάγματος, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του διαθέσιμου ποσού για την πληρωμή των χρεών του, εξαιρουμένων των χρεών που οφείλονται στο πρόσωπο στο οποίο δόθηκε η δόλια προτίμηση. Τα κριτήρια επιλεξιμότητας για μη συναινετικό ΠΣΑ καταγράφονται στα εδάφια
(1),
(2)και
(3)του άρθρου 72. Τα παραθέτω αυτούσια: «72.-
(1)Σε περίπτωση που Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής απορρίφθηκε από τη συνέλευση των πιστωτών, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Τίτλου II του παρόντος Κεφαλαίου και πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις- (α) ∆ιαγράφηκε µε το 16(α) του 85(Ι) του 2018. (β) τουλάχιστον ένας από τους πιστωτές του είναι εξασφαλισµένος πιστωτής, ο οποίος έχει εξασφάλιση επί της κύριας κατοικίας του χρεώστη η οποία βρίσκεται στη ∆ηµοκρατία, η αγοραία αξία της οποίας δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€350.000)· και (γ) η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του χρεώστη, εξαιρουµένης της κύριας κατοικίας του, δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000)· και (δ) Διαγράφηκε µε το 16(δ) του 85(Ι) του 2018. (ε) ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονοµικής του κατάστασης ως αποτέλεσµα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυµβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγµατος σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 39, και είχαν ως αποτέλεσµα την ουσιαστική µείωση του εισοδήµατος του κατά τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) ή περισσότερο· και (στ) ο σύµβουλος αφερεγγυότητας έχει υπογράψει δήλωση µε την οποία επιβεβαιώνει ότι, έχει την άποψη ότι- (
  1. i)οι πληροφορίες που περιέχονται στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονοµικών Στοιχείων που ετοιµάστηκε σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 28, εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει, είναι πλήρεις και ακριβείς· και (
  2. ii)ο χρεώστης πληροί τα κριτήρια επιλεξιµότητας των άρθρων 35 και του παρόντος άρθρου για να αιτηθεί στο δικαστήριο για την έκδοση διατάγµατος σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Τίτλου ·και (iii) ο χρεώστης έχει επιδείξει καλή πίστη ως προς την έγκριση συναινετικού Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής δυνάµει των διατάξεων του Τίτλου II του παρόντος Κεφαλαίου, αλλά αυτή δεν κατέστη δυνατή· και (
  3. iv)το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής που απορρίφθηκε από τους πιστωτές έχει ως αποτέλεσµα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν οι εν λόγω πιστωτές, εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύµφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόµου, εξαιρουµένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουµένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών· και (
  4. v)τηρούµενων των διατάξεων του άρθρου 74, το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει ότι τα περιουσιακά στοιχεία του χρεώστη, εξαιρουµένης της κύριας κατοικίας του και ποσού για την κάλυψη των λογικών εξόδων διαβίωσης του ιδίου και των εξαρτώµενων µελών της οικογένειάς του, χρησιµοποιούνται για την εξυπηρέτηση των χρέων του, ο χρεώστης δύναται να αιτείται µονοµερώς στο δικαστήριο την έκδοση διατάγµατος, µε το οποίο να επιβάλλεται σε όλους τους πιστωτές το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής που απέρριψαν σε συνέλευσή τους σύµφωνα µε τις διατάξεις του Τίτλου II του παρόντος Κεφαλαίου: Νοείται ότι, ο χρεώστης δύναται να υποβάλει αίτηση δυνάµει του παρόντος άρθρου στο δικαστήριο, µόνο ενόσω βρίσκεται σε ισχύ προστατευτικό διάταγµα το οποίο εκδίδεται δυνάµει του άρθρου 75: Νοείται περαιτέρω ότι, ο χρεώστης οφείλει όπως υποβάλει την αίτησή του αυτή στο δικαστήριο, καλή τη πίστει.
(2)Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(1), τεκµαίρεται ότι οποιαδήποτε µείωση στα εισοδήµατα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και µέχρι την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόµου οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη και πιο συγκεκριµένα στην οικονοµική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής µπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονοµική κρίση.
(3)Για τον καθορισµό της αγοραίας αξίας της κύριας κατοικίας για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1), ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 44.» Σε ότι αφορά τα κριτήρια επιλεξιμότητας Χρεώστη ΠΣΑ κάτω από το άρθρο 35 που γίνεται αναφορά πιο πάνω, παρατίθενται και αυτά αυτούσια: «(α) έχει τη συνήθη του διαμονή στη ∆ημοκρατία: Νοείται ότι, πρόσωπο το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του στη ∆ημοκρατία μέχρι και τρία
(3)χρόνια πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος νόμου, δεν απαιτείται να πληροί το κριτήριο της συνήθους διαμονής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για έκδοση προστατευτικού διατάγματος· (β) είναι αφερέγγυος· (γ) υπάρχει εύλογη προοπτική ότι η συμμετοχή του χρεώστη σε τέτοιο διακανονισμό θα τον διευκολύνει να καταστεί φερέγγυος σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των πέντε
(5)ετών, σύμφωνα µε την δήλωση του συμβούλου αφερεγγυότητας, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 32· (δ) έχει συμπληρώσει την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων και υπέβαλε ένορκη δήλωση µε την οποία επιβεβαιώνει ότι η κατάσταση των περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων, εσόδων και εξόδων του είναι ακριβής και πλήρης· (ε) ο σύμβουλος αφερεγγυότητας του χρεώστη έχει συμπληρώσει τη γραπτή δήλωση δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (δ), του άρθρου 32, σε σχέση µε το χρεώστη· (στ) ο χρεώστης έχει συγκατατεθεί σε επιβεβαίωση των οικονομικών του στοιχείων από το Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 28· (ζ) ο χρεώστης δεν είναι: (i) Πτωχεύσας ο οποίος δεν αποκαταστάθηκε· (ii) πτωχεύσας που αποκαταστάθηκε και υπόκειται σε διάταγμα για πληρωμή μισθού ή αποδοχών, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 52 του περί Πτώχευσης Νόμου. (η) ο χρεώστης: (i) ∆εν υπήρξε καθορισμένος χρεώστης σε προστατευτικό διάταγμα κατά τη διάρκεια περιόδου δώδεκα
(12)μηνών πριν από την ημερομηνία υποβολής αίτησης Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής· (ii) δεν έχει απαλλαγεί από τα χρέη του δυνάμει ∆ιατάγματος Απαλλαγής Οφειλών, κατά τη διάρκεια περιόδου τριών
(3)ετών πριν από την ημερομηνία υποβολής αίτησης Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής· (iii) δεν έχει αποκατασταθεί, σύμφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε
(5)ετών, πριν από την ημερομηνία υποβολής αίτησης Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής.» Ολοκληρώνω τη νομική έρευνα παραθέτοντας αυτούσια τις υποχρεωτικές προϋποθέσεις που πρέπει το ΠΣΑ να τηρεί, όπως αυτές καταγράφονται στο άρθρο 46: «(α) Το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής πρέπει να καθορίζει µε σαφήνεια τα εξασφαλισµένα και τα µη εξασφαλισµένα χρέη· (β) η µέγιστη διάρκεια του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής είναι εξήντα
(60)µήνες και δύναται να παραταθεί για περαιτέρω περίοδο που δεν µπορεί να ξεπερνά τους δώδεκα
(12)µήνες µόνο υπό τις περιστάσεις που ρητά καθορίζονται στους όρους και προϋποθέσεις του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής: Νοείται ότι η µέγιστη διάρκεια των µηνιαίων δόσεων για αποπληρωµή εξασφαλισµένων χρεών δύναται να επεκτείνεται για περαιτέρω περίοδο, σύµφωνα µε τους όρους και τις προϋποθέσεις της αρχικής σύµβασης δανείου, εκτός εάν και στον βαθµό που προβλέπεται διαφορετικά από το ίδιο το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής· (γ) όταν ο χρεώστης συµµορφώνεται µε όλες του τις υποχρεώσεις που καθορίζονται από το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής, κατά τη λήξη του εν λόγω σχεδίου δεν απαλλάσσεται από τα εξασφαλισµένα χρέη του που καλύπτονται από το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής και συνεχίζει να υπέχει υποχρέωσης προς εξόφληση των εν λόγω χρεών σύµφωνα µε τους όρους και προϋποθέσεις της αρχικής σύµβασης δανείου, εκτός εάν και στο βαθµό που προβλέπεται διαφορετικά από το ίδιο το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής και υπό τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτό· (δ) οι όροι του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής Προσωπικού πρέπει να έχουν ως αποτέλεσµα να θέσουν τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία αυτοί θα ευρίσκονταν, εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύµφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόµου, εξαιρουµένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουµένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών, εκτός εάν ληφθεί η συγκατάθεση του πιστωτή για την επίτευξη διαφορετικού αποτελέσµατος: Νοείται ότι, για σκοπούς του παρόντος εδαφίου, δεν εφαρµόζεται και δεν λαµβάνεται υπόψη η προτεραιότητα πληρωµής χρεών προς τη ∆ηµοκρατία ή τις αρχές τοπικής διοίκησης, όπως αυτή προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 38 του περί Πτώχευσης Νόµου· (ε) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής δεν απαιτεί από το χρεώστη να πωλεί οποιαδήποτε βιβλία, εργαλεία και άλλα αντικείµενα εξοπλισµού που χρησιµοποιούνται από το χρεώστη και τα οποία λογικά είναι αναγκαία για την απασχόληση ή επιχείρηση του, εκτός εάν ο χρεώστης συναινεί ρητά στην εν λόγω πώληση· (στ) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής δεν περιέχει όρους οι οποίοι να απαιτούν από το χρεώστη να κάνει πληρωµές τέτοιου ύψους ώστε ο χρεώστης να µην έχει στη διάθεσή του ικανοποιητικό εισόδηµα για τα λογικά έξοδα διαβίωσης για τον εαυτό του και για τα µέλη της οικογένειάς του, εκτός εάν ο χρεώστης συναινεί ρητά· (ζ) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει (
  1. i)πληρωµές για την κάλυψη των δαπανών και εξόδων του συµβούλου αφερεγγυότητας που σχετίζονται µε τα θέµατα που αναφέρονται στον Τίτλο Ι του παρόντος Κεφαλαίου και στη συνεχή διαχείριση του Σχεδίου, σύµφωνα µε τους περί Συµβούλων Αφερεγγυότητας Κανονισµούς του 2015. (
  2. ii)την πληρωµή των πάσης φύσεως φορολογικών υποχρεώσεων που προκύπτουν για το χρεώστη, αναφορικά µε οποιεσδήποτε ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη, κατά τη διάρκεια και στο πλαίσιο διαχείρισης του Σχεδίου· και ότι- (I) τέτοιες φορολογικές υποχρεώσεις του χρεώστη πληρώνονται κατά προτεραιότητα σε σχέση µε οποιεσδήποτε άλλες πληρωµές σε καθορισµένους πιστωτές· και (II) (II) οποιαδήποτε παράλειψη του χρεώστη να συµµορφωθεί µε τους όρους του Σχεδίου αναφορικά µε τέτοιες υποχρεώσεις συνιστά παράβαση του Σχεδίου η οποία δίνει δικαίωµα στον Έφορο Φορολογίας να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του δυνάµει των διατάξεων του άρθρου 36 να αποδεχθεί τον συµβιβασµό που περιλαµβάνεται στο Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής, όπου αυτό εφαρµόζεται· (iii) υποδεικνύει το ενδεχόµενο ύψος των τελών, εξόδων και δαπανών που θα πραγµατοποιηθούν ή όταν αυτό δεν είναι εφικτό, τη βάση επί της οποίας τέτοια τέλη, έξοδα και δαπάνες υπολογίζονται· και (
  3. iv)προσδιορίζει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία καταβάλλουν τέτοια τέλη, έξοδα και δαπάνες και τον τρόπο µε τον οποίο καταβλήθηκαν ή θα καταβληθούν (η) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει τον τρόπο µε τον οποίο τα χρέη του χρεώστη θα αντιµετωπίζονται σε περίπτωση θανάτου ή διανοητικής ανικανότητάς του, σύµφωνα µε τις διατάξεις, της οικείας νοµοθεσίας· (θ) υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 50, το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής διασφαλίζει ότι ο χρεώστης δεν διαθέτει όλα του τα δικαιώµατα επί της κύριας κατοικίας του, περιλαµβανοµένης της κατοχής τέτοιας κατοικίας· (ι) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει ότι οι περιστάσεις και συνθήκες του χρεώστη αναθεωρούνται από τον σύµβουλο αφερεγγυότητας σε τακτά χρονικά διαστήµατα, τα οποία καθορίζονται από το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής, και τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν µπορούν να είναι µεγαλύτερα των δώδεκα
(12)µηνών, κατά τη διάρκεια της περιόδου που το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής είναι σε ισχύ: Νοείται ότι, η υποχρέωση αναθέωρησης των περιστάσεων και συνθηκών του χρεώστη παύει να υφίσταται σε περίπτωση τερµατισµού του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 68 ή 69 του παρόντος Νόµου. (κ) Το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει ότι η αναθεώρηση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), περιλαµβάνει την ετοιµασία από το χρεώστη νέας Κατάστασης Προσωπικών Οικονοµικών Στοιχείων για την περίοδο υπό αναθεώρηση, αντίγραφο της οποίας συνοδευόµενο από δήλωση του συµβούλου αφερεγγυότητας ως προς το κατά πόσο θεωρεί µε βάση τα γεγονότα και δεδοµένα που είναι σε γνώση του την εν λόγω κατάσταση πλήρη και ακριβή, θα αποστέλλεται από το σύµβουλο αφερεγγυότητας σε κάθε καθορισµένο πιστωτή. (λ) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωµής προβλέπει για τον τρόπο διαχείρισης της εξασφάλισης που κατέχεται από εξασφαλισµένο καθορισµένο πιστωτή, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 48 µέχρι 51. (µ) Οι όροι του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής καθορίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες ο σύµβουλος αφερεγγυότητας υποχρεούται να προτείνει τροποποίησή του σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 64.
(3)Η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας δύναται να εκδίδει Κώδικα Πρακτικής για σκοπούς κατεύθυνσης ως προς την εφαρµογή οποιωνδήποτε από τα θέµατα που αναφέρονται στο εδάφιο
(2).
(4)Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(2)και χωρίς επηρεασµό των διατάξεων του εδαφίου
(3), κατά τον υπολογισµό του κατά πόσο ο χρεώστης θα έχει στη διάθεσή του ικανοποιητικό εισόδηµα για τα λογικά έξοδα διαβίωσης γι' αυτόν και για τα µέλη της οικογένειας του, στο πλαίσιο του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωµής, θα λαµβάνονται υπόψη οι κατευθυντήριες γραµµές που εκδίδονται δυνάµει των διατάξεων του άρθρου 8.» Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο προχωρώ ευθύς να εξετάσω την ουσία της υπό κρίση αίτησης που αφορά το προτεινόμενο ΠΣΑ. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: (α) Δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 03.01.11 η Τράπεζα Κύπρου παραχώρησε στον Χρεώστη και στην μητέρα του Ανδρονίκη Γεωργίου πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €225.000 υπό τη μορφή δανείου (Τεκμήριο 2 ΕΔ Παπαλαμπριανού). (β) Ως εξασφάλιση για το χορηγούμενο δάνειο η Τράπεζα Κύπρου, δυνάμει εγγράφων υποθήκης, ενέγραψε προς όφελος της τις υποθήκες αρ. Υ934/2012, Υ935/2012 & Υ936/2012 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, οι οποίες αφορούν το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/[ ] (Τεκμήριο 3 ΕΔ Παπαλαμπριανού). (γ) Επίσης δυνάμει σχετικής συμφωνίας συμφωνήθηκε μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και του Χρεώστη η χρήση πιστωτικής κάρτας και πίστωση με όριο μέχρι του ποσού των €2.500 (Τεκμήριο 4 ΕΔ Παπαλαμπριανού). (δ) Επειδή προέκυψαν διαφορές μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και του Χρεώστη, το χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €867.821,13 κατέστη ολόκληρο απαιτητό (η επαλήθευση χρέους της Τράπεζας Κύπρου έγινε αποδεκτή από τον Χρεώστη). (ε) Από το πιο πάνω ποσό, €222.000 είναι εξασφαλισμένο χρέος και €645.821,13 είναι ανεξασφάλιστο χρέος. (στ) Η κατοικία του Χρεώστη βρίσκεται εντός του εντός του τεμαχίου 1615 με αρ. εγγραφής 0/41273 που έχει υποθηκευτεί προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου με τις υποθήκες αρ. Υ934/2012, Υ935/2012 και Υ936/2012 επί ολόκληρου του μεριδίου στην ενορία Αγίου Θεοδώρου στην επαρχία Πάφου, η αγοραία αξία του οποίου υποθηκευμένου μεριδίου ανέρχεται στα €193.000 ενώ η αγοραία αξία καταναγκαστικής πώλησης του ανέρχεται στα €145.
  1. (ζ) Εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του πιο πάνω ακινήτου είναι η Ανδρονίκη Γεωργίου. (η) Ο Χρεώστης αποτάθηκε σε σύμβουλο αφερεγγυότητας, ο οποίος ετοίμασε πρόταση για ΠΣΑ ημερ. 09.09.
  2. (θ) Το προτεινόμενο ΠΣΑ τέθηκε ενώπιον των Πιστωτών σε συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στις 16.09.22, το οποίο απορρίφθηκε. (ι) Κατ' εφαρμογή προνοιών του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015 και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού που επικυρώθηκε στις 12.10.22 από το Ε.Δ. Λευκωσίας στα πλαίσια της Εταιρικής Αίτησης Αρ. 516/22 εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα με το οποίο έθεσε σε ισχύ στις 19.10.22 το εν λόγω Σχέδιο Διακανονισμού με το οποίο η Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited υποκατέστησε και/ή αντικατέστησε την Τράπεζα Κύπρου ως Πιστώτρια σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που αφορούν διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις, ανάμεσα στις οποίες και αυτές που αφορούν το επίμαχο ΠΣΑ του Χρεώστη (Τεκμήριο 1 ΕΔ Παπαλαμπριανού). (κ) Στις 12.12.22, στα πλαίσια αίτησης που προωθήθηκε μονομερώς από τον Χρεώστη, εκδόθηκε στις 15.12.22 δικαστικό διάταγμα και ακολούθως στις 17.05.23 τροποποιητικό/διορθωτικό διάταγμα με το οποίο επιβλήθηκε στους Πιστωτές του Χρεώστη το επίμαχο ΠΣΑ που είχε προηγουμένως απορριφθεί στη Συνέλευση των Πιστωτών. (λ) Το μη συναινετικό δικαστικό διάταγμα επιβολής ΠΣΑ σε πιστωτές επιδόθηκε στην Πιστώτρια. Επίσης ευρήματα Δικαστηρίου αποτελούν όλα όσα έχουν αναφερθεί προηγουμένως και έχουν αντληθεί μέσα από την έρευνα του Δικαστηρίου επί του φακέλου της υπόθεσης. Στο σημείο αυτό οφείλω να αναφέρω ότι το προτεινόμενο ΠΣΑ και κάθε ένα τέτοιο έγγραφο, για να έχει προοπτική αποδοχής πρέπει να διαθέτει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και να ικανοποιεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως αυτά υποδεικνύονται μέσα από τις πρόνοιες του Νόμου. Συνδιαχείριση με το ΠΣΑ Αρ. 39/22: Ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας επισημαίνει ότι το προτεινόμενο ΠΣΑ του Χρεώστη θα τύχει κοινής διαχείρισης με το ΠΣΑ Αρ. 39/22 που αφορά τη μητέρα του Χρεώστη (Ανδρονίκη Γεωργίου). Επίσης υποδεικνύει ότι η έγκριση του ΠΣΑ για τον Χρεώστη δεν εξαρτάται από την έγκριση του ΠΣΑ Αρ. 39/
  3. Εξ όσον γίνεται αντιληπτό το ΠΣΑ Αρ. 39/22 θα τύχει εξέτασης από άλλο Δικαστήριο. Ενώπιον μου δεν έχει τεθεί θέμα συνεκδίκασης των δύο ΠΣΑ. Χωρίς να παραγνωρίζω τα πιο πάνω θα εξετάσω το ΠΣΑ του Χρεώστη με βάση τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Ωστόσο στα πλαίσια του πνεύματος της επικαλούμενης κοινής διαχείρισης των δύο ΠΣΑ, έχει τεθεί ενώπιον μου η Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων της Γεωργίου (στο εξής η «ΚΠΑ»). Από το έγγραφο αυτό φαίνεται ότι το σύνολο των μηνιαίων εισοδημάτων της ανέρχονται στα €1.838,42 ενώ τα μηνιαία έξοδα/αποκοπές/επιβαρύνσεις ανέρχονται στα €1.130,
  4. Αφαίρεση των δύο ποσών καθιστά αντιληπτό ότι το διαθέσιμο μηνιαίο υπόλοιπο της Γεωργίου είναι €708,
  5. Δίχως να εξετάζω τη βιωσιμότητα του ΠΣΑ Αρ. 39/22 αφού αυτό θα είναι έργο άλλου Δικαστηρίου, διερωτώμαι ποια η προοπτική επιτυχίας του εφόσον, όπως σημειώνεται στην ΚΠΑ του Χρεώστη που επίσης έχει τεθεί ενώπιον μου, ολόκληρο το διαθέσιμο μηνιαίο υπόλοιπο της Γεωργίου προσφέρεται στον Χρεώστη στα πλαίσια υλοποίησης του δικού του ΠΣΑ. Εν πάση περιπτώσει, θα εξετάσω το ΠΣΑ του Χρεώστη με δεδομένο ότι η Γεωργίου θα του παρέχει μηνιαία συνεισφορά στο ύψος που σημειώνεται στην ΚΠΑ του Χρεώστη, δηλαδή στο ποσό των €740 κατόπιν περιορισμό των μηνιαίων εξόδων διαβίωσης της κατά €32 περίπου. Υπό αυτήν την έννοια θα υπάρξει ανάμιξη της Γεωργίου στην παρούσα διαδικασία, η οποία έχει ως περιορισμένο αντικείμενο την εξέταση του επίμαχου ΠΣΑ που αφορά τον Χρεώστη. Βιωσιμότητα προτεινόμενου ΠΣΑ Χρεώστη: Ένα ουσιώδες θέμα που εγείρεται είναι η βιωσιμότητα του προτεινόμενου ΠΣΑ που αφορά τον Χρεώστη. Το περιεχόμενο του υπό εξέταση ΠΣΑ πρέπει να χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, ακρίβεια, βεβαιότητα και ολοκλήρωση. Η ετοιμασία του ΠΣΑ εδράζεται σε στοιχεία και πληροφορίες που πρέπει να είναι σαφή, ακριβή, ορθά και ολοκληρωμένα. Οι πληροφορίες αυτές προέρχονται από την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων, το περιεχόμενο της οποίας που δηλώνει ο Χρεώστης δεν πρέπει να περιέχει ουσιαστικές ανακρίβειες ή παραλείψεις. Σε τέτοια περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος να παραβλαφτούν ουσιωδώς τα συμφέροντα της Πιστώτριας (άρθρο 65(γ)). Παράλληλα το προτεινόμενο σχέδιο πρέπει να συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 74 καθώς επίσης να λαμβάνει υπόψη του τις συγκεκριμένες παραμέτρους που υποδεικνύονται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου
  6. Ένας από τους στόχους για την υιοθέτηση του προτεινόμενου σχεδίου είναι η ύπαρξη εύλογης προοπτικής ότι η συμμετοχή του Χρεώστη σε τέτοιο διακανονισμό θα τον διευκολύνει να καταστεί φερέγγυος σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των πέντε
(5)ετών (άρθρο 35(γ)). Το πλαίσιο αυτό ουσιαστικά διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του προτεινόμενου ΠΣΑ. Υπό αυτήν την έννοια η βιωσιμότητα του επίδικου ΠΣΑ ελέγχεται από το Δικαστήριο στη βάση μαρτυρικού υλικού που παρουσιάζεται προς απόδειξη του περιεχομένου του. Μία από τις θέσεις της Πιστώτριας που λέχθηκε προηγουμένως είναι ότι δεν προκύπτει εύλογη προοπτική ότι η συμμετοχή του Χρεώστη στον εν λόγω διακανονισμό θα τον διευκολύνει να καταστεί φερέγγυος εντός των επόμενων πέντε ετών, δηλαδή το επίμαχο ΠΣΑ δεν είναι βιώσιμο. Σύμφωνα με την Πιστώτρια, το υπό εξέταση ΠΣΑ δεν είναι βιώσιμο για διάφορους λόγους που επικαλείται. Στρεφόμενος στο υπό εξέταση ΠΣΑ παρατηρώ ότι εξασφαλισμένο χρέος οφείλεται μόνο στην Πιστώτρια. Όπως ήδη λέχθηκε, το ύψος του ανέρχεται στα €222.
  1. Το προτεινόμενο ΠΣΑ εισηγείται την πληρωμή ποσού €193.000 με μηνιαίες πληρωμές «στο περίπου». Ειδικότερα προτείνει 24 μηνιαίες δόσεις ύψους €400 περίπου, ακολούθως 36 μηνιαίες δόσεις ύψους €740 περίπου και έπειτα 300 μηνιαίες δόσεις ύψους €740 περίπου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η χρήση της λέξης «περίπου» κάθε άλλο παρά διασαφήνιση, σταθερότητα, βεβαιότητα, συνέπεια και δέσμευση καταδεικνύει στην καταβολή και συνέχιση πληρωμής κάθε μήνα του ύψους της εισηγούμενης μηνιαίας δόσης. Ορθά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η πλευρά της Πιστώτριας το αναδεικνύει ως ασάφεια του ΠΣΑ και παραπονιέται γι' αυτό. Σύμφωνα ακόμη με το προτεινόμενο ΠΣΑ γίνεται εισήγηση όπως «Η τελευταία δόση θα είναι τέτοιου ποσού ώστε να εξοφλήσει πλήρως το ποσό που θα οφείλεται στο πιο πάνω δάνειο». Είναι γεγονός ότι η διατύπωση αυτή παραπέμπει σε άγνωστο ύψος ποσού. Γίνεται αντιληπτό ότι ούτε ο Χρεώστης που θα κληθεί να το πληρώσει γνωρίζει το ύψος αυτού του ποσού. Αν το ύψος του ποσού ήταν γνωστό θα ήταν αντικείμενο αναφοράς στο προτεινόμενο ΠΣΑ. Αν εναλλακτικά το ύψος του ποσού ήταν περίπου γνωστό, επίσης θα ήταν αντικείμενο αναφοράς στο προτεινόμενο ΠΣΑ. Κάθε άλλο παρά ο Χρεώστης μπορεί να δεσμευτεί αν θα είναι σε θέση να πληρώσει την τελευταία δόση. Το λεκτικό που χρησιμοποιείται στο προτεινόμενο ΠΣΑ κάθε άλλο παρά δημιουργεί υπόβαθρο σαφήνειας και βεβαιότητας καταβολής του εν λόγω ποσού. Ορθά επίσης, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η πλευρά της Πιστώτριας το αναδεικνύει ως επιπρόσθετη ασάφεια του ΠΣΑ και παραπονιέται γι' αυτό. Μία από τις βασικές πληροφορίες που περιλαμβάνεται στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων του Χρεώστη είναι η συνεισφορά που προέρχεται από τη μητέρα του. Όπως ήδη λέχθηκε, η μηνιαία συνεισφορά της Γεωργίου ανέρχεται, μετά από περιορισμό των μηνιαίων εξόδων διαβίωσης της κατά €32 περίπου, στα €
  2. Στο στάδιο έκδοσης του διατάγματος επιβολής η Γεωργίου ήταν 68 ετών και 7 μηνών περίπου. Όταν υπέγραψε την ΚΠΑ της ήταν ήδη συνταξιούχος. Τα μηνιαία εισοδήματα της προέρχονται αποκλειστικά από δύο συντάξεις συνολικού ύψους €1.838,
  3. Από αυτό αφαιρούνται έξοδα διαβίωσης €750,10 και διάφορες μηνιαίες αποκοπές/επιβαρύνσεις από δημοτικά τέλη, έξοδα συντήρησης κυρίας κατοικίας και ασφάλιστρο συνολικού ύψους €
  4. Από τη μαθηματική πράξη της αφαίρεσης το ποσό που υπολείπεται ανέρχεται μηνιαίως στα €708,
  5. Αυτά διαπιστώνονται από το ίδιο το έγγραφο που παρουσιάστηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Με τον επικαλούμενο περιορισμό των μηνιαίων εξόδων διαβίωσης της κατά €32 περίπου, το συνολικό μηνιαίο ποσό της Γεωργίου που τελικά εξοικονομείται ανέρχεται στα €
  6. Όπως ήδη λέχθηκε, η Γεωργίου συνεισφέρει ολόκληρο το ποσό αυτό στο επίμαχο ΠΣΑ του Χρεώστη. Μελετώντας την ΚΠΑ του Χρεώστη σε συνδυασμό με το προτεινόμενο ΠΣΑ, παρατηρώ ότι το μηνιαίο διαθέσιμο εισόδημα για την πληρωμή ανέρχεται στα €740 που είναι ίσο με το ποσό συνεισφοράς της Γεωργίου. Επομένως η πληρωμή των μηνιαίων δόσεων, με βάση το χρονοδιάγραμμα που εισηγείται το προτεινόμενο ΠΣΑ, εξαρτάται αποκλειστικά από την δυνατότητα της Γεωργίου να καταβάλλει το συνολικό ποσό συνεισφοράς της. Με τη λήξη του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος πληρωμών που προνοείται στο προτεινόμενο ΠΣΑ (30 έτη), η Γεωργίου που κατά την έκδοση διατάγματος επιβολής ΠΣΑ στους πιστωτές ήταν 69 ετών, θα έχει ηλικία 98 ετών και 7 μηνών περίπου. Κατ' αντίστοιχο τρόπο, ο Χρεώστης που κατά την έκδοση διατάγματος επιβολής ΠΣΑ στους πιστωτές ήταν 45 ετών και 2 μηνών περίπου, θα έχει ηλικία 75 ετών και 2 μηνών περίπου. Αυτά είναι αντικειμενικά δεδομένα. Το προτεινόμενο ΠΣΑ δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη του αυτά τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα αφού δεν περιέχει στοιχεία που να τεκμηριώνουν διασφάλιση του ιδίου ύψους μηνιαίου εισοδήματος και συνεισφοράς που δηλώνονται στο εν λόγω έγγραφο. Ειδικότερα δεν παρουσιάζονται στοιχεία που να καταδεικνύουν τα εισοδήματα του Χρεώστη από την συνταξιοδότηση του και έπειτα και μέχρι τη λήξη της περιόδου πληρωμών (30 έτη). Παράλληλα το επίμαχο ΠΣΑ δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη του το δεδομένο ότι με την πάροδο του χρόνου τα μηνιαία έξοδα της Γεωργίου θα αυξηθούν, όπως για παράδειγμα ιατρικά έξοδα, κόστος συντήρησης για εξυπηρέτηση της. Το επίμαχο ΠΣΑ δεν περιέχει οποιοδήποτε στοιχείο περιέχει που να επισημαίνει πως θα καλύπτονται αυτά τα επιπρόσθετα στην πορεία έξοδα που θα προκύψουν ώστε να διατηρηθεί η επικαλούμενη απρόσκοπτη χρονική διαδρομή πληρωμών. Όταν μάλιστα το ύψος της μηνιαίας δόσης που θα πληρώνεται εξαρτάται αποκλειστικά από τη δυνατότητα της Γεωργίου να συνεισφέρει το ποσό της, τέτοια στοιχεία που αφορούν τον Χρεώστη και τη Γεωργίου είναι ουσιώδεις για τη βιωσιμότητα του επίμαχου ΠΣΑ. Ορθά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η πλευρά της Πιστώτριας ισχυρίζεται ότι το επίμαχο ΠΣΑ δεν είναι ευέλικτο ώστε να είναι σε θέση να καταστήσει εφικτή τη βιωσιμότητα και εφαρμογή του. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο ποσό των €29.000, το προτεινόμενο ΠΣΑ εισηγείται την πληρωμή του με την πώληση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/[ ]. Κενό όμως εντοπίζεται και σ' αυτήν την πτυχή του σχεδίου. Συγκεκριμένα στο επίμαχο ΠΣΑ δεν εξηγείται πως ο Χρεώστης θα καταφέρει να πωλήσει το εν λόγω ακίνητο εντός της περιόδου των 3 ετών στην αγοραία αξία του, η οποία ανέρχεται στο μέγιστο ύψος του υπολοίπου ποσού. Καμία σχετική λεπτομέρεια παρέχεται για το ζήτημα αυτό. Τα πιο πάνω αναδεικνύουν σημαντικές παραλείψεις και αδυναμίες του προτεινόμενου ΠΣΑ καθιστώντας το μη λειτουργικό, ανακριβές, ανεπαρκές και μη βιώσιμο στο συντριπτικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που παρέχεται. Σε τελευταία ανάλυση παραβλάπτονται ουσιωδώς τα συμφέροντα της Πιστώτριας κατά παράβαση έτσι των διατάξεων του άρθρου 65(γ) του Νόμου. Το περιεχόμενο του προτεινόμενου ΠΣΑ δεν φαίνεται να πρεσβεύει την πραγματική εικόνα της κατάστασης που πρόκειται να διαμορφωθεί στην πορεία του χρονικού διαστήματος που θα διαρκέσουν οι πληρωμές. Στη βάση του σκεπτικού που έχει αναπτυχτεί δεν προκύπτει να υπάρχει εύλογη προοπτική ότι η συμμετοχή του Χρεώστη σε τέτοιο διακανονισμό θα τον διευκολύνει να καταστεί φερέγγυος σε περίοδο όχι μεγαλύτερη των πέντε
(5)ετών, όπως προνοεί το άρθρο 35(γ) του Νόμου. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι οι λόγοι της Πιστώτριας που καθιστούν το προτεινόμενο του ΠΣΑ μη λειτουργικό, ανακριβές, ανεπαρκές και μη βιώσιμο, κρίνονται επιτυχείς. Ένεκα της εξέλιξης αυτής παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων επί των οποίων προωθείται η υπό κρίση αίτηση. Παράλληλα καθίσταται αχρείαστη η ενασχόληση μου με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Με βάση το σκεπτικό που έχω εξηγήσει η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει αναφορικά με το σημείο (Α) της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα τόσο το αρχικό διάταγμα ημερομηνίας 15.12.22 όσο και τροποποιητικό/διορθωτικό διάταγμα ημερ. 17.05.23 δια του οποίου επιβλήθηκε στην Πιστώτρια και σε άλλους πιστωτές το επίμαχο ΠΣΑ που απορρίφθηκε αναφορικά με τον Χρεώστη, ακυρώνεται. Σε σχέση με το σημείο (Β) της υπό κρίση αίτησης, έχω εξηγήσει στα πλαίσια ενασχόλησης μου με το λόγο ένστασης (ιδ) γιατί το θέμα αυτό δεν χρήζει εξέτασης. Κατά συνέπεια το σημείο (Β) της υπό κρίση αίτησης στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκασή τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Πιστώτριας-Αιτήτριας και εναντίον του Χρεώστη-Καθ' ου η Αίτηση. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.