Beresnev ν. Saygames Ltd κ.α., Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 468/2024, 5/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 468/2024 I-Justice Μεταξύ: Beresnev (ID No. xxx), xxx, Czech Republic Εναγόντων και 1. Saygames Ltd (HE χχχ), xxx, Πάφος 2. PigDog s.r.o. (xxx), xxx, Τσεχία 3. Ivan Tensin (Αρ. Διαβατηρίου χχχ), Τσεχία 4. Anton Guglin (Αρ. Διαβατηρίου χχχ), Τσεχία Eναγομένων Αίτημα ημερομηνίας 29.10.24 να μην ακουστεί η Εναγόμενη 1 σε ενδιάμεση διαδικασία εκτός εάν συμμορφωθεί με τα ενδιάμεσα διατάγματα ημερομηνίας 21.10.24 Ημερομηνία: 05.11.24 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κος Α. Ερωτοκρίτου μαζί με κ. Α. Κουάλη και κα Χρ. Τζαλαβρέτα για A.G. Erotocritou L.L.C. & M. Hadjitofi L.L.C. Για Εναγομένους 1-4/Καθ' ων η αίτηση 1-4: κος Α. Χαραλάμπους και κος Θ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades L.L.C. μαζί με κ. Γ. Καραμανώλη και κ. Α. Καραμανώλη για Karamanolis & Karamanolis L.L.C. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερ. 17.10.24 που καταχώρησαν οι Ενάγοντες/Αιτητές, το Δικαστήριο στις 21.10.24 εξέδωσε ενδιάμεσα διατάγματα που αφορούν το ηλεκτρονικό παιγνίδι «Race Master 3D - Car Racing» (στο εξής το «παιγνίδι»). Τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν είναι απαγορευτικής και προστακτικής φύσεως. Τα απαγορευτικής φύσεως στρέφονται προς τους Καθ' ων η αίτηση 1-4 ενώ το προστακτικής φύσεως μόνο προς την Καθ' ης η αίτηση 1. Ειδικότερα εκδόθηκαν τα εξής διατάγματα μέχρι την εκδίκαση της αίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου: Α. απαγόρευσης διανομής, δημοσίευσης, αναπαραγωγής, χρήσης, αντιγραφής, τροποποίησης, αποκόμισης οικονομικού οφέλους (monetise) από απομίμηση (clone), αντίγραφα και βάσεις δεδομένων από μέρους της Εναγομένης 1 αναφορικά με το παιγνίδι "Race Master 3D - Car Racing", B. απαγόρευσης παραγωγής, ανάπτυξης (develop), διανομής απομίμησης και αντιγράφου του εν λόγω παιγνιδιού και/ή οποιουδήποτε παιγνιδιού ομοιάζει με το συγκεκριμένο παιγνίδι από μέρους των Εναγομένων 1-4. Γ. προσταγή Εναγομένης 1 όπως εντός 24 ωρών από τη σχετική γραπτή υπόδειξη των Αιτητών να λάβουν όλα τα απαραίτητα και/ή αναγκαία μέτρα του παιγνιδιού στους Αιτητές ώστε να διασφαλιστεί η συνεχιζόμενη παροχή, διανομή του παιγνιδιού στους χρήστες και η συνεχιζόμενη οικονομική εκμετάλλευση (monetisation) από τους Αιτητές και/ή από οποιοδήποτε πρόσωπο έχει άδεια να διανέμει το εν λόγω παιγνίδι καθώς επίσης να λάβει κάθε απαραίτητη ενέργεια για την: (
- i)μεταφορά, μεταβίβασης και αποστολή του παιγνιδιού συμπεριλαμβανομένων των βάσεων δεδομένων χρηστών στους λογαριασμούς και/ή λογαριασμούς καταστημάτων εφαρμογών (app-store) που θα υποδείξουν οι Αιτητές, (
- ii)μεταφορά, μεταβίβαση και αποστολή προς τους Ενάγοντες του εμπορικού σήματος (trademark) που εγγράφηκε στις ΗΠΑ με συγκεκριμένο κωδικό και αρ. εγγραφής και/ή οποιουδήποτε άλλου εμπορικού σήματος που αφορά το παιγνίδι που βρίσκεται υπό τον έλεγχο και/ή κατοχή των Εναγομένων 1 και/ή ενεγράφη δυνάμει οδηγιών των Εναγομένων 1 και/ή των αντιπροσώπων τους. Να σημειωθεί ότι στην αίτηση τους οι Ενάγοντες αιτήθηκαν την έκδοση και άλλων διαταγμάτων (υπό τα σημεία Δ-Η από το σώμα της αίτησης), για τα οποία όμως το Δικαστήριο, δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού 23.9
(1)(δ) των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, έδωσε οδηγίες να επιδοθούν. Τα διατάγματα που εκδόθηκαν ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 29.10.24 που ήταν η νέα ημερομηνία ΑΔΟ που ορίστηκε από το Δικαστήριο για τον σκοπό αυτό. Παράλληλα την ίδια ημερομηνία ορίστηκε το μέρος της αίτησης που δόθηκαν οδηγίες να επιδοθεί. Εκείνη την ημέρα η πλευρά των Εναγόντων κάλεσε το Δικαστήριο να μην αφήσει την Εναγόμενη 1 να συμμετέχει στη διαδικασία εκδίκασης της αίτησης. Ουσιαστικά ζήτησαν από το Δικαστήριο να μην ακούσει την εκδοχή της Εναγομένης 1 εκτός αν πρώτα συμμορφωθεί με τα διατάγματα ημερ. 21.10.24 που εκδόθηκαν και την αφορούν. Οι Ενάγοντες ξεκαθάρισαν ότι το αίτημα τους δεν συμπεριλαμβάνει τους Εναγομένους 2-4, οι οποίοι είναι ελεύθεροι να συμμετέχουν στη διαδικασία εκδίκασης της αίτησης προβάλλοντας τη δική τους εκδοχή. Σε σχέση με την Εναγόμενη 1 είναι η θέση των Εναγόντων ότι ο εν λόγω διάδικος δεν έχει συμμορφωθεί με το μέρος του εκδοθέντος διατάγματος υπό το σημείο (Α) και συγκεκριμένο το σκέλος που αφορά απαγόρευση χρήσης και/ή αποκόμιση οικονομικού οφέλους (monetise) από το παιγνίδι και/ή από οποιαδήποτε απομίμηση (clone) του εν λόγω παιγνιδιού. Επίσης οι Ενάγοντες προέβαλαν τη θέση ότι η Καθ' ης η αίτηση 1 δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του διατάγματος υπό το σημείο (Γ)(i), το περιεχόμενο των οποίων έχω παραθέσει προηγουμένως. Προς τούτο οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγόντων ζήτησαν και αγόρευσαν. Η αγόρευση τους ήταν γραπτή, την οποίαν συμπλήρωσαν με προφορικές αναφορές. Η πλευρά των Εναγομένων επικαλέστηκε νομολογία που σύμφωνα με την ίδια υποστηρίζει το αίτημα της. Οι συνήγοροι των Εναγομένων ευσεβάστως εισηγήθηκαν ότι τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης είναι τέτοια που σε συνδυασμό με τη νομολογία που παρέθεσαν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος τους. Το Δικαστήριο ζήτησε από την πλευρά της Εναγομένης 1 να τοποθετηθεί. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ανάφεραν ότι ο πελάτης τους έχει συμμορφωθεί με τα διατάγματα υπό τα σημεία (Α) και (Β). Σε ότι αφορά όμως το διάταγμα υπό το σημείο (Γ)(i) δεν υπήρξε συμμόρφωση επειδή, όπως λέχθηκε, αυτό δεν μπορούσε πρακτικά να γίνει. Οι συνήγοροι της Εναγομένης 1 ζήτησαν χρόνο λίγων ημερών να διαβουλευτούν με τον πελάτη τους για να τους εξηγηθεί γιατί δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του συγκεκριμένου διατάγματος. Στο αίτημα να δοθεί χρόνος στην πλευρά της Εναγομένης 1 οι Ενάγοντες συγκατατέθηκαν. Έχοντας ακούσει με προσοχή τις θέσεις αμφοτέρων πλευρών, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα της Εναγομένης 1 και όρισε για εξέταση το αίτημα των Εναγόντων την 01.11.24. Εκείνη την ημέρα η πλευρά της Εναγομένης 1 θα ενημέρωνε το Δικαστήριο γιατί δεν υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα υπό το σημείο (Γ)(i). Ακολούθως οι Εναγόμενοι έθεσαν θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στον χειρισμό της παρούσας υπόθεσης επικαλούμενη εγκύκλιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι υποθέσεις κοινοτικών σημάτων εκδικάζονται μόνο από το Διοικητικό Πρόεδρο αλλά το Δικαστήριο με αυθημερόν ενδιάμεση απόφαση του από έδρας απέρριψε τη θέση αυτή εξηγώντας ότι με βάση το πρόγραμμα υποθέσεων του Ε.Δ. Πάφου σε επίπεδο Προέδρου που εγκρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο τέτοιες υποθέσεις, όπως η παρούσα, κατανέμονται κατά ½ στους δύο Προέδρους του Δικαστηρίου. Την 01.11.24 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ΑΔΟ, το Δικαστήριο ρώτησε ευθέως την πλευρά της Εναγομένης αν υπάρχει πλήρης συμμόρφωση από μέρους της στα εκδοθέντα διατάγματα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Εναγομένης 1 δήλωσαν καταφατικά, δηλαδή ότι ο πελάτης τους συμμορφώθηκε πλήρως με τα εκδοθέντα διατάγματα. Αντίθετη ήταν η θέση των Εναγόντων, οι οποίοι, δια των συνηγόρων τους, ανάφεραν ότι η διαδικασία συμμόρφωσης ξεκίνησε αλλά δεν ολοκληρώθηκε. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου που κατά τη γνώμη τους δεν υπήρξε συμμόρφωση, οι εν λόγω συνήγοροι απάντησαν ότι σχετικά με το εκδομένο διάταγμα υπό το σημείο (Α) [προφανώς το σκέλος που την προηγούμενη φορά είχαν αναφέρει ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση] δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθούν. Ωστόσο ήταν σε θέση να δηλώσουν ότι δεν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση σε σχέση με τις πρόνοιες του εκδοθέντος διατάγματος υπό το σημείο (Γ)(i). Μπροστά σ' αυτήν την εξέλιξη η πλευρά της Εναγομένης 1 ζήτησε και αγόρευσε. Η νομική επιχειρηματολογία της ήταν γραπτή αλλά προέβηκε και σε συμπληρωματικές αναφορές. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω το προφορικό αίτημα που εγέρθηκε υπό το φως των εκ διαμέτρου αντίθετων θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και ανάγνωσα με προσοχή. Έχω ακόμη εκτιμήσει τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση. Έχω επίσης μελετήσει με προσοχή τη νομολογία στην οποίαν με έχουν παραπέμψει οι δύο πλευρές. Το υπό εξέταση ζήτημα πραγματεύεται το κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Διατάγματα' των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη. Στις σελίδες 420-421 του εν λόγω συγγράμματος παρέχονται κυπριακές και αγγλικές αποφάσεις. Η νομολογία υποδεικνύει ότι το Δικαστήριο δύναται να μην επιτρέψει σε ένα διάδικο να ακουστεί και να θέσει την εκδοχή του συμμετέχοντας σε δικαστική διαδικασία σε περίπτωση που δεν έχει προηγουμένως συμμορφωθεί με την έκδοση ενός διατάγματος εφόσον υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και περιστάσεις. Ωστόσο δεν υπάρχει απόλυτος κανόνας απαγόρευσης σε διάδικο να συμμετέχει σε διαδικασία. Στην αγγλική υπόθεση Hadkinson v. Hadkinson [1952] 2 All ER 567 λέχθηκε ότι δεν υπάρχει αυστηρός κανόνας αποκλεισμού. Το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να ακούσει τον διάδικο εναντίον του οποίου υπάρχει ισχυρισμός ότι δεν συμμορφώθηκε. Μόνο εάν υπάρχουν καλοί λόγοι το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει να μην ακούσει τον διάδικο. Το σκεπτικό της υπόθεσης Hadkinson υιοθετήθηκε στην κυπριακή υπόθεση Mouzouris and another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287. Στην Mavromatis and others v. Cyprus Hotels Co Ltd
(1967)1 C.L.R. 266 το Εφετείο διερεύνησε κατά πόσο οι εφεσείοντες είχαν συμμορφωθεί με το διάταγμα για παράδοση κατοχής ξενοδοχείου προτού επιληφθεί της ενώπιον του έφεσης. Όταν οι εφεσείοντες δήλωσαν ότι δεν είχαν παρακούσει το διάταγμα, ζήτησε να τους ακούσει πρώτα επί του σημείου αυτού. Οι εφεσείοντες τότε ζήτησαν διήμερη αναβολή μέσα στην οποίαν παρέδωσαν το ξενοδοχείο. Στην υπόθεση Θρασυβούλου v. Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ
(2001)1Α Α.Α.Δ. 687 το Εφετείο αρνήθηκε να ακούσει τον εφεσείοντα και ανέστειλε τη διαδικασία έφεσης μέχρις ότου αυτός συμμορφωθεί με το διάταγμα που εκδόθηκε για το οποίο υπήρξε ισχυρισμός ότι παράκουσε. Η αρχή στο να μην επιτραπεί σε διάδικο να ακουστεί και να θέσει τις θέσεις του σε δικαστική διαδικασία δεν αναφέρεται στην εξουσία του Δικαστηρίου να τιμωρήσει τον διάδικο που παρακούει και επιδεικνύει περιφρόνηση στην υπακοή ενός εκδοθέντος διατάγματος αλλά αφορά την ευρύτερη εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία και να εμποδίζει κατάχρηση της (Θρασυβούλου v. Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ (πιο πάνω)). Επί του σημείου αυτού γίνεται αντιληπτό ότι απαιτείται εξισορρόπηση από τη μία της άσκησης του συνταγματικού δικαιώματος ενός διαδίκου να ακούγεται ενώπιον του Δικαστηρίου θέτοντας τις θέσεις και την εκδοχή του και από την άλλη της ανάγκης να προστατεύεται το κύρος της δικαιοσύνης μέσω της άσκησης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να αποτρέπει την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας από τον διάδικο που επιθυμεί να ακουστεί αλλά επιλέγει να περιφρονεί τη συμμόρφωση του στην έκδοση δικαστικού διατάγματος. Η εξισορρόπηση αυτή πηγάζει μέσα από τις συνθήκες και περιστάσεις που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση. Τα πιο πάνω βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Louis Vitton v. Δερμοσάκ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 στην οποίαν λέχθηκαν, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: «Η παρακοή διατάγματος δικαστηρίου δε συνεπάγεται αυτόματα και τη στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου σε παρεμπίπτουσα διαδικασία ή κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Παρέχεται όμως διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να μη επιτρέψει σε διάδικο που καταφρονεί διαταγή του δικαστηρίου ν' ακουστεί σ' άλλη διαδικασία από την υπόθεση που εκδηλώθηκε η ανυπακοή εφόσο κριθεί ότι η παρακοή του παρεμβάλλει εμπόδια στην απονομή της δικαιοσύνης. Αυτή είναι η αρχή η οποία προκύπτει για τις διαδικαστικές συνέπειες παρακοής από την απόφαση του Εφετείου στην Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd.
(1977)1 C.L.R. 287 και η οποία θεμελιώνεται στην απόφαση του Δικαστή Denning στη Hadkinson v. Hadkinson
(1952)Ρ. 285. Στη Mouzouris (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η απόφαση στη Theofylactos Mavrommatis & 2 Others v. Cyprus Hotels Co Ltd.
(1967)1 C.L.R. 266 δε θεμελιώνει κανόνα αποκλεισμού του εν παρακοή διαδίκου από τη διαδικασία.» Μάλιστα, όπως σημειώνεται στην ίδια πιο πάνω υπόθεση, η ανάγκη εμφάνισης αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν ο διάδικος που επιδιώκει να ακουστεί και να θέσει τις θέσεις του στο Δικαστήριο είναι αυτός, εναντίον του οποίου το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το σκεπτικό του οποίου βρίσκει έρεισμα και με βάση το πνεύμα που διέπει του Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023, οι οποίοι συγκροτούν το δικονομικό πλαίσιο της αίτησης στην οποίαν εκδόθηκαν μονομερώς τα ενδιάμεσα διατάγματα: «Άλλωστε, προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδίδεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση στον εναγόμενο, εκπνέει και χάνει την ισχύ του εκτός αν επικυρωθεί αφού ακουστεί και ο αντίδικος [άρθρο 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου - ΚΕΦ. 6]. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Η ισχύς διατάγματος, το οποίο εκδίδεται εξ πάρτε, δεν μπορεί να παρατείνεται για περισσότερο χρόνο απ' ότι είναι απόλυτα αναγκαίος για τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο και την προετοιμασία της απάντησής του. Η παράταση του διατάγματος μετά την ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης, επιτρέπεται μόνο εφόσο τούτο κριθεί δικαιολογημένο από το δικαστήριο μετά την ακρόαση των διαδίκων [σχετική είναι και η απόφαση στην Αίτηση Αρ. 129/90, Χάρη Φεσσά, που αποφασίστηκε στις 8/9/90 και θα δημοσιευθεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.]. Η τεκμηρίωση των προϋποθέσεων για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας, βαρύνει τον αιτητή, όπως επιβάλει η λογική του πράγματος και όπως επιτάσσει το άρθρο 9
(3)του ΚΕΦ.6. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε δεν παρέχει οποιοδήποτε ουσιαστικό ή δικονομικό πλεονέκτημα, στον αιτητή, ο οποίος βαρύνεται κατά - την ακρόαση να τεκμηριώσει το αίτημά του για την παροχή θεραπείας.» Όπως ακόμη τονίστηκε στην Γρηγορίου και άλλοι v. Σταύρου και άλλων (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 237, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει ή αφαιρέσει το βασικό αυτό δικαίωμα ακροάσεως εάν διάδικος είναι αποδεδειγμένα ένοχος παρακοής και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει τούτο, δηλαδή η παρακοή αποτελεί εμπόδιο στην πορεία της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, με το να δυσκολεύεται η διακρίβωση των ορθών γεγονότων ή η εφαρμογή της διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν ασκεί την πιο πάνω εξουσία του εάν ο υπαίτιος διάδικος δείξει καλό λόγο για την μη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εναντίον του. Στην πρόσφατη υπόθεση Mints κ.α. v. Shishkin Πολιτική Έφεση Αρ. Ε69/2020 σχ. με την Ε70/2020 και Ε71/2020 ημερ. 10.01.24 επιβεβαιώθηκε ότι οι αρχές που διέπουν το ζήτημα που εγέρθηκε εδώ τέθηκαν με σαφήνεια στην προαναφερόμενη υπόθεση Louis Vitton v. Δερμοσάκ και άλλης (πιο πάνω). Στην κατάληξη του το Εφετείο, χωρίς να εισηγείται ότι η ανυπακοή σε διάταγμα πρέπει να γίνεται ανεκτή αλλά αντίθετα όπως υπέδειξε θα πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα ένδικα μέτρα ώστε αυτός που περιφρονεί να εξαναγκάζεται σε υπακοή υπό το φόβο επιβολής τιμωρίας, αποφάσισε ότι το διάταγμα που εκδόθηκε δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τους εφεσείοντες να ακουστούν στη διαδικασία έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση έχω ενώπιον μου τα εξής αδιαμφισβήτητα δεδομένα: (α) Οι Ενάγοντες πέτυχαν μονομερώς την έκδοση δραστικών ενδιάμεσων διαταγμάτων απαγορευτικής και προστακτικής φύσεως εις βάρος της Εναγομένης
- (β) Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το μοναδικό σκέλος που θεωρούν ότι ακόμη δεν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση είναι αυτό υπό το σημείο (Γ)(i), με τη διαδικασία όμως, όπως λένε, να βρίσκεται σε εξέλιξη. (γ) Η Εναγόμενη 1 επικαλείται πλήρη συμμόρφωση αναφέροντας λεπτομέρειες που κατά τη γνώμη της υποστηρίζουν τη θέση της. (δ) Δεν μπορεί να λεχθεί ότι η Εναγόμενη 1 αποδεδειγμένα βρίσκεται σε παρακοή. Έχοντας υπόψη μου τις νομικές αρχές όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί διαχρονικά μέσα από τη νομολογία, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να απαγορεύει σε διάδικο που δεν συμμορφώθηκε με διάταγμα να ακουστεί ενώπιον του θέτοντας τις θέσεις και την εκδοχή του πρέπει να ασκείται με φειδώ και με προσοχή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι γίνεται ανεκτή η ανυπακοή σε διάταγμα. Αυτός που δεν υπακούει σε ένα διάταγμα επιδεικνύει περιφρόνηση προς τη δικαιοσύνη και γι' αυτό θα πρέπει να εξαναγκάζεται μέσω τιμωρίας σε υπακοή με τη λήψη των κατάλληλων ένδικων μέτρων. Εδώ όμως δεν έχει αποδειχτεί ότι η Εναγόμενη 1 έχει τελικά παρακούσει οποιοδήποτε διάταγμα που έχει εκδοθεί από το Δικαστήριο. Μπορεί αρχικά να δήλωσε μερική συμμόρφωση αλλά έπειτα επικαλέστηκε πλήρη συμμόρφωση παραθέτοντας μάλιστα μία σειρά από λόγους που σύμφωνα με την ίδια εξηγούν και συνάμα υποστηρίζουν την θέση της αυτή. Κοινό έδαφος είναι η διαδικασία συμμόρφωσης. Αν ολοκληρώθηκε ή όχι αυτό είναι θέμα απόδειξης. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η ηθελημένη παρακοή διατάγματος αποδεικνύεται μέσω από ειδική διαδικασία παρακοής και κρίνεται υπαίτιος εφόσον αποδειχτούν συγκεκριμένες παραμέτρους στη βάση μαρτυρικού υλικού που παρουσιάζεται για τον σκοπό αυτό. Η απόδειξη παρακοής μέσω της ενδεδειγμένης διαδικασίας που ακολουθήθηκε στην περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός για πλήρη συμμόρφωση δύναται να χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στα πλαίσια ελέγχου της ενώπιον του διαδικασίας και της ανάγκης για προστασία του κύρους της δικαιοσύνης. Σε σχέση με την Εναγόμενη 1 δεν ακολουθήθηκε τέτοια διαδικασία με γνώμονα ότι αυτή επικαλέστηκε στην πορεία πλήρη συμμόρφωση. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει αποδειχτεί ότι η Εναγόμενη 1 αρνείται να συμμορφωθεί με τα εκδοθέντα διατάγματα. Τα γεγονότα και οι περιστάσεις στην υπόθεση Mavromatis and others v. Cyprus Hotels Co Ltd (πιο πάνω) που επικαλέστηκε η πλευρά της Εναγομένης 1 διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά που περιβάλλουν την προκειμένη περίπτωση. Γι' αυτό το σκεπτικό της εν λόγω υπόθεσης δεν βρίσκει εδώ έρεισμα. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια στερώντας από την Εναγόμενη 1 το δικαίωμα της να ακουστεί στο Δικαστήριο. Πολύ δε περισσότερο όταν όλοι οι υπόλοιποι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να θέσουν τις δικές τους θέσεις και επιχειρήματα ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακόμη όμως η Εναγόμενη 1 κρινόταν υπαίτια για ηθελημένη παρακοή διατάγματος μέσα από τη σχετική διαδικασία και στη βάση μαρτυρίας που αποδείκνυε κάτι τέτοιο στον απαιτούμενο βαθμό, πάλι δεν θα ασκούσα τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος με γνώμονα ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν μονομερώς την έκδοση δραστικών ενδιάμεσων διαταγμάτων απαγορευτικής και προστακτικής φύσεως εις βάρος της Εναγομένης
- Καταληκτικά το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της Εναγομένης 1 ώστε να θέσει τις θέσεις και την εκδοχή της στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας στην αίτηση ημερ. 17.10.
- Συνακόλουθα το προφορικό αίτημα των Εναγόντων απορρίπτεται για τους λόγους που έχω εξηγήσει. Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου ότι αρχικά υπήρξε δήλωση από την Εναγόμενη 1 για μερική συμμόρφωση από μέρους της σε διατάγματα που όμως εκδόθηκαν μονομερώς, θεωρώ ορθό, λογικό και δίκαιο κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα δικά της. (Υπ.) ............ Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο