Αντώνη Βασιλείου υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED κ.α. ν. Ανδρέα Ιωάννου κ.α., Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 56/2024, 5/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 56/2024 I-Justice Μεταξύ:
- Αντώνη Βασιλείου υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED (HE xxx) (Υπό Διαχείριση), εκ χχχ, Λευκωσία
- Αντώνη Βασιλείου υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της THE SUNSET BOULEVARD TOURIST AND ESTATE COMPANY LIMITED (HE xxx) (Υπό Διαχείριση), εκ χχχ, Λευκωσία Εναγόντων και
- Ανδρέα Ιωάννου (Α.Δ.Τ. χχχ), εκ χχχ, Πάφος
- Νεόφυτου Ιωάννου (Α.Δ.Τ. χχχ), εκ χχχ, Πάφος
- Κατερίνας Ιωάννου (Α.Δ.Τ. χχχ), εκ χχχ, Πάφος
- Μαρίνας Ιωάννου (Α.Δ.Τ. χχχ), εκ χχχ, Πάφος Εναγομένων Αίτηση ημερ. 10.10.24 για εξαίρεση Δικαστηρίου Ημερομηνία: 05.11.24 Εμφανίσεις: Για Αιτητές 1 - 4/Εναγομένους 1 - 4: κος Α. Ανδρέου προσωπικά και για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: κος Σταύρου για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε. Αιτητής 1/Εναγόμενος 1: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής καταχωρίστηκε μονομερώς αίτηση εξαίρεσης μου. Πρόκειται για την αίτηση ημερ. 10.10.24, το λεκτικό της οποίας θεωρό σκόπιμο να καταγράψω αυτούσιο: «Α. Διάταγμα Αποκλεισμού και/ή Εξαίρεσης του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου, κ. Γ. Βλάμη από την εκδίκαση και/ή περαιτέρω συνέχιση και/ή τον χειρισμό και/ή την ανάμειξη του και/ή την εμπλοκή του, στην Αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αρ. 56/2024 και στις ενδιάμεσες αιτήσεις αυτής. Β. Διάταγμα αναστολής και/ή αναβολής της εκδίκασης των αιτήσεων μέχρι του πέρατος της παρούσας αιτήσεως και της εκδόσεως τελικής αποφάσεως σε αυτήν. Γ. Οποιαδήποτε περαιτέρω ή/και άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη ή/και εύλογη υπό τις περιστάσεις.» Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ' άλλα, το Μέρος 23 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, το άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), στον Κώδικα Δικαστικής Πρακτικής και στα Bangalore Principles of Judicial Conducts. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 (Αιτητή 1) ο οποίος επικαλείται γεγονότα που παραπέμπουν στους λόγους για τους οποίους προωθείται η αίτηση αυτή. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η εξαίρεση μου ζητείται για τους πιο κάτω λόγους:
(1)Το παρόν Δικαστήριο στις 02.10.24 εκδίκασε την ενδιάμεση αίτηση ημερ. 16.07.24 στα πλαίσια της Απαίτησης (Μέρος 7) αρ. 264/24 I-Justice και στις 03.10.24 εξέδωσε την απόφαση του χωρίς να ενημερώσει τους δικηγόρους των Εναγομένων, με αποτέλεσμα, όπως ο ομνύοντας συγκεκριμένα αναφέρει στην §7 της ένορκης δήλωσης του, «η εξέταση της αναφερόμενης ενδιάμεσης αίτησης στην αγωγή 264/24 και η έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης, έγινε σε πολύ στενά χρονικά περιθώρια (μόλις 1 ημέρα).»
(2)Η κατάληξη του Δικαστηρίου στο θέμα των εξόδων της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 16.07.24 στην Απαίτηση (Μέρος 7) αρ. 264/24 I-Justice (μέρος §8 ΕΔ Αιτητή 1).
(3)Το Δικαστήριο στην πράξη διέταξε την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που προνοείτο στο λεκτικό της απόφασης του για καταβολή τους, δηλαδή, όπως ο ομνύοντας ειδικότερα αναφέρει στην §8 (μέρος) της ένορκης δήλωσης του, «παρά την απόφαση για καταβολή των δικηγορικών εξόδων εντός 10 ημερών, στην πραγματικότητα, διέταξε όπως τα δικηγορικά έξοδα καταβληθούν εντός 15 ημερών, αφού ο δικηγόρος μας κ. Ανδρέου ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να διακόψει για να καταβληθούν τα δικηγορικά έξοδα και να προσκομιστεί η απόδειξη, πλην όμως το Δικαστήριο όρισε εκ νέου της αίτηση για ΑΔΟ στις 18.10.24.»
(4)Το Δικαστήριο χωρίς να τηρήσει πρακτικά στις 03.10.24 προέβηκε σε «εξαιρετικά προσβλητικό σχόλιο» προς τον πατέρα του Αιτητή 1 (Αιτητή 2) εκφράζοντας την φράση που ο ομνύοντας επικαλείται μέσα από την ένορκη δήλωση του. Ακολούθως ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων (Αιτητών) προέβηκε σε γραπτή αγόρευση, την οποίαν συμπλήρωσε με προφορικά νομικά επιχειρήματα την ημέρα που αυτή ήταν ορισμένη. Μέσα από την νομική επιχειρηματολογία του ο συνήγορος των Εναγομένων, με παραπομπή σε νομολογία, επαναλαμβάνει και αναλύει τους πιο πάνω τέσσερις λόγους επί τους οποίους προωθείται η παρούσα αίτηση με τις εξής όμως διαφοροποιήσεις: (α) Σε ότι αφορά τον 1ο λόγο που αναφέρεται πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων σημείωσε ότι οι πελάτες του «ζητούσαν όπως η Αίτηση τους ημερομηνίας 10/9/2024 όπως εκδικαστεί με παρόμοια σπουδή λόγω της σπουδαιότητας της για τους ιδίους.» (β) Σε σχέση με τον 3ο λόγο που επίσης αναφέρεται πιο πάνω, ο εν λόγω συνήγορος σημείωσε ότι «στην πραγματικότητα, διατάχθηκε όπως τα δικηγορικά έξοδα καταβληθούν εντός 18 ημερών.» Όλοι οι λόγοι που προβάλλονται τόσο μέσα από την ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 (Εναγομένου 1) όσο και από το σύνολο της νομικής επιχειρηματολογίας του συνηγόρου των Εναγομένων-Αιτητών (γραπτής και προφορικής) θα εξεταστούν στην συνολική τους μορφή με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα. Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς. Όπως κάποιος μπορεί να παρατηρήσει από το σώμα της, το αίτημα για εξαίρεση μου αφορά την παρούσα υπόθεση και τις ενδιάμεσες αιτήσεις αυτής. Εξ' ου και η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης με σαφή και συγκεκριμένο λεκτικό για εξαίρεση μου από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και των αιτήσεων αυτής. Έχω προηγουμένως καταγράψει αυτούσια την ενδιάμεση θεραπεία που αξιώνεται και παραπέμπω στη διατύπωση που χρησιμοποιείται χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά. Το αίτημα για εξαίρεση μου από την παρούσα υπόθεση επαναλαμβάνεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Αιτητών. Η παρούσα αίτηση ορίστηκε από τον Πρωτοκολλητή ενώπιον του Δικαστηρίου στις 25.10.
- Να σημειωθεί ότι στις 18.10.24 ήταν ήδη ορισμένες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου άλλες τρεις ενδιάμεσες αιτήσεις της παρούσας υπόθεσης καθώς και μία ενδιάμεση αίτηση της Απαίτησης (Μέρος 7) αρ. 264/24 I-Justice, στην οποίαν διάδικοι είναι οι εδώ διάδικοι αλλά και άλλα μέρη. Εκείνη την μέρα, δηλαδή στις 18.10.24, ο συνήγορος των Εναγομένων ζήτησε ρητά όπως οι τρεις ενδιάμεσες αιτήσεις της παρούσας υπόθεσης παραμείνουν για οδηγίες στις 25.10.24 ένεκα της υπό κρίση αίτησης που ήταν ορισμένη την ίδια ημερομηνία. Το αίτημα των Εναγομένων εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Με τη δήλωση του αυτή ο συνήγορος των Εναγομένων αποκάλυψε στους υπόλοιπους που συμμετείχαν στις αιτήσεις την ύπαρξη της παρούσας αίτησης που εκκρεμούσε. Παράλληλα με την ενέργεια αυτή η πλευρά των Εναγομένων, δια του συνηγόρου της, μετέτρεψε την υπό κρίση αίτηση από μονομερής σε δια κλήσεως. Ορθά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η υπό κρίση αίτηση μετατράπηκε από μονομερής σε δια κλήσεως αφού δεν θα μπορούσε να εκδικαστεί στην απουσία των Εναγόντων (Καθ' ων η αίτηση) που είναι οι υπόλοιποι διάδικοι οι οποίοι συμμετέχουν στην υπόθεση αυτή. Παρά τη σαφή και συγκεκριμένη διατύπωση στο σώμα της υπό κρίση αίτησης και παρά την ίδια τοποθέτηση στην προφορική τοποθέτηση του στις 18.10.24 αλλά και στη γραπτή αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων στην συμπληρωματική προφορική του αγόρευση επέκτεινε το αίτημα εξαίρεσης μου και στην Απαίτησης (Μέρος 7) αρ. 264/24 I-Justice. Έχω εξηγήσει στο συνήγορο των Εναγομένων ότι δεν αποτελεί εμπόδιο η προέκταση του ζητήματος υπό τη μορφή προφορικού αιτήματος, πλην όμως ότι αυτό έγινε χωρίς την παρουσία όλων των μερών που συμμετέχουν στην υπόθεση και συγκεκριμένα των Εναγουσών, ώστε να καταθέσουν τις απόψεις τους όπως το έπραξαν όλοι οι συμμετέχοντες της παρούσας υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, θα με απασχολήσει μόνο η αίτηση εξαίρεσης μου από την παρούσα υπόθεση, ζήτημα επί του οποίου τοποθετήθηκαν όλοι οι διάδικοι. Ωστόσο επειδή οι λόγοι που προβάλλονται είναι κοινοί, το αποτέλεσμα αναπόφευκτα θα συμπαρασύρει το προφορικό αίτημα που έγινε εκ των υστέρων και με το οποίο ζητείται η εξαίρεση μου και από την Απαίτηση (Μέρος 7) αρ. 264/24 I-Justice. Στις 25.10.24 που η υπό κρίση αίτηση ήταν ορισμένη από τον Πρωτοκολλητή, οι Ενάγοντες της παρούσας υπόθεσης ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση. Το Δικαστήριο όμως έκρινε ότι ένεκα της φύσης της υπό κρίση αίτησης, η πλευρά των Εναγόντων θα μπορούσε να τοποθετηθεί προφορικά αυθημερόν χωρίς να χρειάζεται η καταχώρηση ένστασης από μέρους τους. Προς υλοποίηση του σκοπού αυτού, δόθηκε εύλογος χρόνος στον συνήγορο των Εναγόντων να μελετήσει την υπό κρίση αίτηση και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν (ένορκη δήλωση Αιτητή 1 και ένα τεκμήριο που είναι τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 03.10.24), πράγμα που αυτός έπραξε. Στην προφορική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων, με παραπομπή σε νομολογία, παραθέτει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του βάση των οποίων θεωρεί ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Έχω μελετήσει με σχολαστικότητα την υπό κρίση αίτηση, την ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 που τη συνοδεύει και τα επισυνημμένα πρακτικά ημερομηνίας 03.10.
- Έχω επίσης ακούσει με προσοχή τις νομικές επιχειρηματολογίες αμφοτέρων συνηγόρων και παράλληλα έχω αναγνώσει τη νομολογία που είναι σχετική με το εγειρόμενο θέμα. Για καλύτερη εξακρίβωση των γεγονότων που έχουν διαδραματιστεί και σχετίζονται με το εγειρόμενο θέμα έχω ανατρέξει στο δικαστηριακό ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεση αφού υπήρχε τέτοια δυνατότητα (Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938). Προχωρώ να εξετάσω την αίτηση εξαίρεσης μου για τους λόγους που έχουν προβληθεί υπό το φως των αντίθετων θέσεων των Εναγόντων. Θα προσεγγίσω το ζήτημα αυτό με ιδιαίτερη ευαισθησία και με τη δέουσα σοβαρότητα αλλά και τον απαιτούμενο σεβασμό που του αρμόζει. Το θέμα της εξαίρεσης Δικαστή από την εκδίκαση μιας υπόθεσης έχει εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων. Κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να κρίνεται από ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο (Αίτηση του χχχ Καντούνα και άλλης Πολιτική Έφεση Αρ. 363/20 ημερ. 13.09.21), ECLI:CY:AD:2021:A396. Το δικαίωμα αυτό είναι υψίστης σπουδαιότητας και η προστασία του διασφαλίζει το εχέγγυο της δίκαιης δίκης που πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε ακροαματική διαδικασία (Μιχαηλίδη κ.α. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 125/17 κ.α. ημερ. 26.04.18). Στην Κύπρο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθώς και από το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δια την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με τον Ν.39/62. Στην υπόθεση Μιχαηλίδη κ.α. v. Δημοκρατίας (πιο πάνω) που με παρέπεμψε ο συνήγορος των Εναγομένων και αναφέρεται στο ιστορικό και αιτιολογικό υπόβαθρο των αρχών που διέπουν το θέμα με αναφορά σε αγγλική νομολογία, λέχθηκε ότι η έλλειψη αμεροληψίας μπορεί να είναι αντικειμενική. Σε τέτοια περίπτωση λαμβάνει τη μορφή άμεσου ή προσωπικού συμφέροντος (direct or personal interest) του Δικαστή από το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Δημιουργείται τεκμήριο πραγματικής έλλειψης αμεροληψίας (actual bias) και η εξαίρεση του Δικαστή επέρχεται αυτόματα (automatic disqualification) ανεξάρτητα από το κατά πόσον το συγκεκριμένο συμφέρον προκαλεί εύλογη υπόνοια για την ύπαρξη προκατάληψης εκ μέρους του ή ανεξάρτητα από το κατά πόσον το συμφέρον που έχει είναι οικονομικής φύσεως. Εξ' όσον γίνεται αντιληπτό ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων δεν ζητεί την εξαίρεση μου λόγω πραγματικής (αντικειμενικής) έλλειψης αμεροληψίας. Όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών ανάφερε στη συμπληρωματική προφορική αγόρευση του, οι πελάτες του «δεν αμφισβητούν το δικαστικό χαρακτήρα και τη δικαστική κατάρτιση όπως ούτε την προσωπικότητα» του υποφαινομένου. Σαφώς και δεν υπάρχει πιθανότητα να υφίσταται ενδεχόμενο πραγματικής (αντικειμενικής) έλλειψης αμεροληψίας. Το αποκλείω κατηγορηματικά. Ο συνήγορος των Εναγομένων επικαλείται εντύπωση που θα προκληθεί στο μέσο λογικό εχέφρων πολίτη. Στην προαναφερόμενη υπόθεση Μιχαηλίδη επισημαίνεται ότι εκτός από την πραγματική (αντικειμενική) έλλειψη αμεροληψίας αναγνωρίζεται και η φαινόμενη (υποκειμενική) έλλειψη αμεροληψίας. Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Συμεού
(2012)1Β Α.Α.Δ. 974 τονίστηκε ότι η αμεροληψία και η ανεξαρτησία του Δικαστή αποτελεί τη βασικότερη αρχή δικαίου με θεμελιακή σημασία στην απονομή της δικαιοσύνης επειδή συνδέεται με την ουσιώδη αρχή ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται (Justice should not only be done, but should manifestly and undoubtedly be seen to be done). Σχετικές ακόμη είναι και οι υποθέσεις Αναφορικά με την αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά (Αρ.1) για έκδοση εντάλματος της φύσης Habeas Corpus
(1998)1B Α.Α.Δ. 706 και Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, στις οποίες και παραπέμπω. Το κριτήριο για εξαίρεση στην περίπτωση φαινόμενης (υποκειμενικής) έλλειψης αμεροληψίας είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο μυαλό του μέσου εχέφρονα πολίτη - στον μέσο αντικειμενικό παρατηρητή, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα (Αναφορικά με την Αίτηση του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ (Αρ.1)
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1050, Αναφορικά με την Αίτηση του "The Junior School"
(2013)1Β Α.Α.Δ. 1126). Το κριτήριο αυτό ευθυγραμμίζεται με αυτό της εύλογης υπόνοιας ή λογικού φόβου που υιοθετείται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη διαπίστωση προκατάληψης (Piersack v. Belgium [1982] 5 EHRR 169 και Langborger v. Sweden [1989] 12 EHRR 416). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Abed Alkaadir Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279, ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη αλλά εκείνος που με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσια τους μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο. Ο ορισμός του δίκαιου σκεπτόμενου και πληροφορημένου παρατηρητή τέθηκε πάνω σε πιο ολοκληρωμένη διάσταση στην αγγλική υπόθεση Hellow (AP) v. Secretary of State and another [2008] UKHL 62. Αυτό που τονίστηκε στην υπόθεση αυτή είναι ότι ο δίκαια σκεπτόμενος και πληροφορημένος παρατηρητής δεν λαμβάνει βεβιασμένες αποφάσεις αλλά είναι πλήρως ενήμερος των γεγονότων και έχει σφαιρική αντίληψη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων και γενικά της κατάστασης. Ταυτόχρονα δεν είναι υπέρμετρα ευαίσθητος ή καχύποπτος, δύναται να αποστασιοποιηθεί από την ενώπιον του υπόθεση και είναι επαρκώς πληροφορημένος. Ο αποκλεισμός Δικαστή από τη σύνθεση Δικαστηρίου λόγω προκατάληψης σκοπεύει στη διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης (Ex p. Pinochet Ugarte (No.2) [1999] 1 All E.R. 577). Κάθε αίτηση για εξαίρεση Δικαστή πρέπει να εδράζεται σε σοβαρά αντικειμενικά δεδομένα (Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής (Αρ.2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 69, Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Συμεού (πιο πάνω)). Το θέμα αυτό είναι ουσίας και γεγονότων. Πρέπει να προκύπτει αντικειμενικά εξόφθαλμη προκατάληψη από την απόφαση και γενικά τα περιστατικά της υπόθεσης (Αναφορικά με την Αίτηση της D. Couvas & Sons Ltd Αίτηση Αρ. 55/2022 ημερ. 23.05.22), ECLI:CY:AD:2022:D200. Εικασίες και καχυποψίες από μόνες τους δεν είναι αρκετές. Η απρόσωπη και προκαθορισμένη σύνθεση του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει μια υπόθεση είναι θέμα κεφαλαιώδους σημασίας για την απονομή της δικαιοσύνης. Η ευαισθησία του Δικαστή δεν πρέπει να κυριαρχεί στην προσέγγιση του και κατ' επέκταση να επενεργεί ως ανατρεπτικός παράγοντας για την καλή απονομή της δικαιοσύνης (Elena Charalambous-Stejaru v. Ιωάννου (Αρ.1)
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1188). Ο Δικαστής δεν θα πρέπει να συναινεί σε αίτημα εξαίρεσης του χωρίς πραγματικό και ουσιαστικό λόγο και ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων ή των συνηγόρων τους γιατί αλλιώς καταλήγουμε στο ενδεχόμενο ο διάδικος να καθορίζει τη σύνθεση του Δικαστηρίου που θα τον δικάσει. Μέσα από αόριστες καταγγελίες ελλοχεύει ο κίνδυνος να γίνεται επιλογή δικαστή. Οδηγό συνιστά η ορθή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ότι αυτό επιβάλλει. Αποτελεί καθήκον του Δικαστή να επιλαμβάνεται των υποθέσεων που του ανατίθενται. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης (Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R. 304, Κωνσταντίνου v. Κωνσταντίνου
(2009)1Α Α.Α.Δ. 761). Πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο εκπόνησε Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς των Δικαστών στην Κύπρο που ακολουθεί τις Αρχές περί Δικαστικής Συμπεριφοράς γνωστές ως Αρχές Bangalore και τον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς της Αγγλίας. Πρόκειται για εγχειρίδιο που περιέχει βασικές κατευθυντήριες αρχές δικαστικής συμπεριφοράς προς ενίσχυση της δικαστικής ακεραιότητας. Οι αρχές αυτές προορίζονται για να παρέχουν καθοδήγηση στους κύπριους δικαστές ώστε να μπορούν να κρίνουν αν μια συγκεκριμένη δραστηριότητα ή συμπεριφορά είναι κατάλληλη ή όχι. Ο Οδηγός αυτός έτυχε αναθεώρησης. Τελευταία αναθεώρηση του Οδηγού είναι η πέμπτη και έγινε τον Ιούνιο
- Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση επί της ουσίας της. Επαναλαμβάνω ότι θα προσεγγίσω το ζήτημα που εγείρεται με ιδιαίτερη ευαισθησία και με τη δέουσα σοβαρότητα αλλά και τον απαιτούμενο σεβασμό που του αρμόζει. Υπενθυμίζω ότι οι Εναγόμενοι, δια του συνηγόρου τους, στηρίζουν το αίτημα τους σε τέσσερις λόγους. Ο πρώτος λόγος που προβάλλεται αφορά το ύψος του χρονικού διαστήματος που απαιτήθηκε από το Δικαστήριο για την έκδοση της απόφασης του στην ενδιάμεση αίτηση ημερ. 16.07.24 στην Απαίτηση (Μέρος 7) αρ. 264/24 I-Justice. Η πιο πάνω ενδιάμεση αίτηση εκδικάστηκε στις 02.10.
- Η ακρόαση της περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και των επισυνημμένων σ' αυτές εγγράφων να αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Επειδή το αντικείμενο εκδίκασης δεν ήταν καθόλου πολύπλοκο, επειδή η σχετική με το εγειρόμενο ζήτημα νομολογία ήταν γνωστή και εφόσον το μαρτυρικό υλικό μαζί με τις αγορεύσεις δεν ήταν ογκώδεις, το Δικαστήριο ήταν σε θέση να εκδώσει την ενδιάμεση απόφαση του σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο προετοιμάστηκε κατάλληλα, εξέτασε το ζήτημα και όταν αισθάνθηκε έτοιμο προχώρησε στην έκδοση της απόφασης του. Συγκεκριμένα η ενδιάμεση απόφαση εκδόθηκε την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 03.10.
- Η απόφαση ήταν γραπτή και πλήρως αιτιολογημένη. Την ίδια ημέρα αμφότερες πλευρές είχαν πρόσβαση στο περιεχόμενο της αφού αναρτήθηκε ηλεκτρονικά στο λογισμικό I-Justice. Δεν βλέπω πως η έκδοση ενδιάμεσης απόφασης σε σύντομο χρονικό διάστημα μπορεί από μόνο της να αναδειχτεί ως επιλήψιμο θέμα. Αν ευσταθούσε η θέση αυτή των Εναγομένων τότε τα Δικαστήρια δεν θα μπορούσαν να εκδίδουν αυθημερόν από έδρας αποφάσεις. Ούτε η θέση των Εναγομένων ότι το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του χωρίς να ενημερώσει τους δικηγόρους των Εναγομένων ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι συνήγοροι των διαδίκων βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνη την ημέρα για τις ενδιάμεσες αιτήσεις της παρούσας υπόθεσης όταν ενημερώθηκαν ότι το Δικαστήριο θα εξέδιδε την ενδιάμεση απόφαση στην αίτηση ημερ. 16.07.24 της Απαίτησης (Μέρος 7) αρ. 264/24 I-Justice. Το Δικαστήριο γνώριζε ότι οι συνήγοροι των διαδίκων θα βρίσκονταν ενώπιον του τη συγκεκριμένη ημέρα για την παρούσα υπόθεση. Επομένως δεν ετίθετο ζήτημα προηγούμενης ειδοποίησης των δικηγόρων από το Δικαστήριο. Με κάθε σεβασμό οι Εναγόμενοι δεν έχουν δίκαιο να παραπονιούνται ότι δεν επιδείχτηκε κάτι αντίστοιχο στην δική τους ενδιάμεση αίτηση ημερ. 10.09.24 στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση επειδή εκ των πραγμάτων κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Όπως έκδηλα φαίνεται, η αίτηση τους αυτή καταχωρίστηκε μονομερώς μόλις στις 10.09.24 και τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά στις 17.09.
- Εκείνη την ημέρα επιλήφθηκα της αίτησης των Εναγομένων και έδωσα οδηγίες να επιδοθεί για τους λόγους που εξηγώ στο κείμενο της γραπτής και συνάμα αιτιολογημένης ενδιάμεσης απόφασης μου που δόθηκε αυθημερόν. Σε αντίθεση με την αίτηση ημερ. 16.07.24 που εκδικάστηκε στις 02.10.24, η αίτηση των Εναγομένων ημερ. 10.09.24 δεν ήταν ορισμένη για ακρόαση. Όπως λέχθηκε, δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της με σκοπό την επόμενη δικάσιμο να καθοριστεί χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της. Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει κάθε περίπτωση που τίθεται ενώπιον του με την ίδια σπουδή και ευαισθησία αποδίδοντας σε όλες την ίδια σημασία χωρίς καμία διάκριση. Η ενδιάμεση αίτηση ημερ. 10.09.24 των Εναγομένων δεν αποτελεί εξαίρεση. Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να αποδοθεί οτιδήποτε το μεμπτό. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο προβαλλόμενος αυτός λόγος μπορεί να δημιουργήσει στον μέσο, αντικειμενικό, ενημερωμένο, εχέφρων και πληροφορημένο πολίτη-παρατηρητή υποψία ότι το παρόν Δικαστήριο δεν θα λειτουργήσει κατά τρόπο δικαστικό, αμερόληπτο και ανεξάρτητο. Ο προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αφορά την κατάληξη του Δικαστηρίου στο θέμα των εξόδων της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 16.07.24 στην Απαίτηση (Μέρος 7) αρ. 264/24 I-Justice. Για να μπορεί κάποιος να αντιληφθεί το ζήτημα αυτό θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα των εξόδων από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου: «Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2, 39.4
(1)(α) και 39.7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα οποία έχουν υπολογιστεί σε €2.114 πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει) επί ποσού €2.082, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 3/Αιτητή και εναντίον των αξιωματούχων των Εναγομένων 1 & 2 εταιρειών/Καθ' ων η αίτηση 1-4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 10 ημερών από σήμερα και δεν θα επιβαρύνουν περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων 1 και/ή 2 εταιρειών. Η πληρωμή των εξόδων από τους Καθ' ων η αίτηση 1-4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα αποτελεί προϋπόθεση για την προώθηση της υπεράσπισης τους και/ή οποιασδήποτε συναφούς ενδιάμεσης και/ή άλλης διαδικασίας σε σχέση με την υπόθεση τους στην Απαίτηση Αρ. 56/2024 I-Justice Ε.Δ. Πάφου και προς τούτο απαιτείται από μέρους τους η κατάθεση στο Πρωτοκολλητείο μέσω I-Justice σχετικής απόδειξης πληρωμής στον Εναγόμενο 3/είσπραξης από τον Εναγόμενο 3 των πιο πάνω δικηγορικών εξόδων.» Όπως μπορεί κάποιος να παρατηρήσει, το Δικαστήριο επιδίκασε έξοδα σύμφωνα με το πνεύμα των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, στη βάση των οποίων διέπεται η παρούσα υπόθεση. Αν οι Εναγόμενοι διαφωνούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του έχουν κάθε δικαίωμα να την εφεσιβάλουν, πράγμα που εξ' όσον γνωρίζω το έπραξαν. Ωστόσο δεν μπορεί να λεχθεί ότι εντοπίζεται οτιδήποτε το μεμπτό σε σχέση με το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Το περιεχόμενο του σκεπτικού αυτού διατυπώνεται με σαφήνεια και με τρόπο επεξηγηματικό και συνάμα αιτιολογημένο. Δεν βλέπω πως στη συγκεκριμένη περίπτωση ένας μέσος, αντικειμενικός, ενημερωμένος, εχέφρων και πληροφορημένος πολίτης-παρατηρητής, θα μπορούσε να θεωρήσει ότι το παρόν Δικαστήριο δεν θα λειτουργήσει κατά τρόπο δικαστικό, αμερόληπτο και ανεξάρτητο. Η θέση των Εναγομένων ότι το Δικαστήριο στην πράξη διέταξε την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που προνοείτο στο λεκτικό της απόφασης του για καταβολή τους αποτελεί τον τρίτο λόγο επί του οποίου προωθείται η παρούσα αίτηση. Σύμφωνα με τους Αιτητές, ενώ στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου τα έξοδα έπρεπε να καταβληθούν εντός 10 ημερών από την έκδοση της απόφασης στην πραγματικότητα το Δικαστήριο διέταξε την πληρωμής τους εντός 18 ημερών. Αυτό, με βάση τα λεγόμενα των Αιτητών, συνέβηκε επειδή το Δικαστήριο όρισε την αίτηση σε νέα ΑΔΟ παρόλο ότι ο δικηγόρος τους κ. Ανδρέου ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να διακόψει για να καταβληθούν τα δικηγορικά έξοδα και να προσκομιστεί απόδειξη. Προκειμένου να λάμψει η αλήθεια θα τεθούν τα γεγονότα όπως διαδραματίστηκαν. Η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 03.10.
- Με βάση την εν λόγω απόφαση τα επιδικασμένα έξοδα θα έπρεπε να πληρωθούν εντός 10 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της, δηλαδή από τις 03.10.
- Προς επιβεβαίωση της καταβολής των χρημάτων ζητήθηκε η ηλεκτρονική ανάρτηση στο λογισμικό I-Justice σχετικής απόδειξης πληρωμής ή είσπραξης. Όπως φαίνεται από την απόδειξη που αναρτήθηκε ηλεκτρονικά, η πληρωμή αποστάληκε ηλεκτρονικά στις 09.10.24 και ο δικαιούχος εισέπραξε τα χρήματα στις 10.10.
- Στις 03.10.24 οι αιτήσεις που επηρεάζονταν ορίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 18.10.
- Στις 09.10.24 και ώρα 10:09 το Δικαστήριο απέστειλε σε όλους τους διαδίκους ηλεκτρονικά γραπτή επικοινωνία στην εφαρμογή «Επικοινωνία» του λογισμικού I-Justice αναφέροντας ότι επειδή δεν υπήρχε μέχρι τότε συμμόρφωση σε σχέση με τα έξοδα, η υπόθεση (εκ παραδρομής αναφέρθηκε αίτηση) θα οριζόταν στις 18.10.
- Επιλέχθηκε η ίδια ημερομηνία που ήταν ήδη ορισμένες οι αιτήσεις της ίδιας υπόθεσης. Η πλευρά των Εναγόντων επιβεβαίωσε λήψη των οδηγιών του Δικαστηρίου με ηλεκτρονικό τους μήνυμα ιδίας ημερομηνίας και ώρα 12:
- Οι Εναγόμενοι δεν απάντησαν. Ωστόσο την ίδια ημέρα και ώρα 18:27, δηλαδή σε χρονικό σημείο που το Δικαστήριο δεν εργαζόταν, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην εφαρμογή «Επικοινωνία» του λογισμικού I-Justice απόδειξη μεταφοράς χρημάτων. Την επόμενη ημέρα, το Δικαστήριο, χωρίς να γνωρίζει για το ηλεκτρονικό μήνυμα που είχε αποσταλεί, παραμένοντας με την εντύπωση ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση προχώρησε σε ορισμό της υπόθεσης σε νέα ημερομηνία ΑΔΟ στις 18.10.
- Για τον καθορισμό της ημερομηνίας 18.10.24 το Δικαστήριο έκρινε ότι θα ήταν δίκαιο να δώσει επιπλέον χρόνο 5 ημερών σε περίπτωση που κάτι συνέβαινε και μπορούσε να ήταν εκτός ελέγχου των Εναγομένων. Εν πάση περιπτώσει, εάν κάποιος αναγνώσει το επισυνημμένο έγγραφο θα παρατηρήσει ότι τα χρήματα έφθασαν στον προορισμό τους τουλάχιστον στις 10.10.
- Επομένως δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι όταν στις 10.10.24 το Δικαστήριο ασχολείτο με την υπόθεση αυτή και την όριζε στις 18.10.24 υπήρχε είσπραξη των χρημάτων από τον δικαιούχο. Η αναφορά των Εναγομένων ότι ο δικηγόρος τους κος Ανδρέου στις 03.10.24 ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να διακόψει για να καταβληθούν τα δικηγορικά έξοδα και να προσκομιστεί απόδειξη δεν έχει καμία σημασία. Το Δικαστήριο όρισε τις αιτήσεις σε νέα ΑΔΟ και έστρεψε την προσοχή του να διεκπεραιώσει το υπόλοιπο βαρυφορτωμένο πρόγραμμα του. Δεν μπορούσε να επιληφθεί εκ νέου των αιτήσεων επειδή το ζήτησαν οι Αιτητές αναλώνοντας περισσότερο χρόνο αλλά έπρεπε να επιληφθεί των υπολοίπων υποθέσεων που είχε εκείνη την ημέρα καθώς επίσης να διεκπεραιώσει την εργασία που είχε. Αλλοίμονο εάν το Δικαστήριο καθημερινά επιλαμβάνεται την ίδια υπόθεση πέραν της μίας φοράς κατ' επιλογή του διαδίκου και όποτε του ζητείται. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να επηρεάζεται το βαρυφορτωμένο πρόγραμμα του Δικαστηρίου εις βάρος άλλων υποθέσεων. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, εφόσον οι Εναγόμενοι θα κατέβαλλαν τα χρήματα μπορούσαν να το πράξουν την ίδια ημέρα ή έστω την επομένη και όχι να προβούν σε τέτοια κίνηση το απόγευμα της 09.10.24, δηλαδή μετά από 6 ημέρες. Αν οι Εναγόμενοι ήθελαν το Δικαστήριο να επιληφθεί των αιτήσεων στις 10.10.24, θα έπρεπε να είχαν έγκαιρα συμμορφωθεί με τις οδηγίες του. Ωστόσο διαπιστώνεται ότι κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει. Συνεπώς δεν μπορεί να επιρριφθεί ευθύνη στο Δικαστήριο που στην προσπάθεια του να μην αδικήσει τους Εναγομένους όρισε τις αιτήσεις σε νέα ημερομηνία ΑΔΟ. Από την παράθεση των πιο πάνω γεγονότων καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο σε ότι αφορά τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από το Δικαστήριο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να δημιουργήσει στον μέσο, αντικειμενικό, ενημερωμένο, εχέφρων και πληροφορημένο πολίτη-παρατηρητή υποψία προκατάληψης ότι το Δικαστήριο δεν θα λειτουργήσει κατά τρόπο δικαστικό, αμερόληπτο και ανεξάρτητο. Τελευταίος προβαλλόμενος λόγος επί του οποίου προωθείται η υπό κρίση αίτηση είναι η θέση των Αιτητών ότι το Δικαστήριο στις 03.10.24, χωρίς να τηρεί πρακτικά, εκστόμισε την επικαλούμενη φράση, η οποία συνιστά σε εξαιρετικά προσβλητικό σχόλιο εις βάρος του Αιτητή 2 (Εναγομένου 2) με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί προκατάληψη στο μέσο εχέφρον πολίτη. Με κάθε σεβασμό τα γεγονότα δεν έχουν διαδραματιστεί ακριβώς έτσι. Η στενογράφος του παρόντος Δικαστηρίου βρισκόταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Υπάρχει πρακτικό της υπόθεσης και έχει αναρτηθεί ηλεκτρονικά. Είναι μάλιστα επισυνημμένο έγγραφο στην αίτηση. Όπως κάποιος μπορεί εύκολα να διαπιστώσει, υπάρχουν καταγεγραμμένες οι εμφανίσεις τόσο των συνηγόρων των μερών όσο και οι διάδικοι που ήταν παρόντες. Το Δικαστήριο επιλαμβανόταν μία από τις αιτήσεις της υπόθεσης με τις αναφορές των συνηγόρων να καταγράφονται. Επειδή στη συνέχεια προέκυψε διαλογική συζήτηση ανάμεσα στους συνηγόρους των διαδίκων και του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο της, όπως συνηθίζεται όταν συμβαίνει, δεν καταγράφηκε. Λυπούμαι να παρατηρήσω ότι η αναφορά των Αιτητών πως το Δικαστήριο απευθύνθηκε στον συνήγορο των Εναγόντων (Καθ' ων η αίτηση) και αντάλλαξε μαζί του απόψεις σχετικά με την ουσία της υπόθεσης και του τρόπου ανάληψης του ποσού εγγύησης του εκδοθέντος ενδιάμεσου διατάγματος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η κυρίως υπόθεση δεν ήταν ορισμένη εκείνη την ημέρα αλλά μόνο ενδιάμεσες αιτήσεις και το Δικαστήριο δεν είχε κανένα λόγο να αναλάβει πρωτοβουλία για να συζητήσει δημόσια την ουσία της κυρίως υπόθεσης μόνο με την πλευρά των Εναγόντων αγνοώντας τους Αιτητές. Αυτό που πραγματικά συνέβηκε ήταν η ενέργεια του συνηγόρου των Εναγόντων να εισηγηθεί τρόπο διευθέτησης της αίτησης ημερομηνίας 10.09.
- Το Δικαστήριο προέτρεψε τον συνήγορο των Εναγόντων να το συζητήσει με τον συνήγορο των Εναγομένων. Ο συνήγορος των Εναγομένων ρωτήθηκε από τον συνήγορο των Εναγόντων, στον οποίον και απάντησε. Το γεγονός αυτό το αναφέρει και ο Αιτητής 1 στην ένορκη δήλωση του. Αυτά ήταν μέρος της διαλογικής συζήτησης που δεν καταγράφηκε στο πρακτικό, ως συνηθίζεται, επειδή είναι πρακτικά αδύνατο κάθε στιγμή να καταγράφεται οτιδήποτε λέγεται στην αίθουσα από οποιονδήποτε που παρευρίσκεται στο χώρο αυτό. Κατά τη διάρκεια της διαλογικής συζήτησης, παρενέβη ο Αιτητής 2 με υψωμένο τόνο και με θυμωμένο ύφος. Κοινώς φώναζε εντός της αίθουσας Δικαστηρίου. Του έγινε αυστηρή παρατήρηση προκειμένου να σταματήσει να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που εκδηλώθηκε. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στην προσπάθεια του να διατηρήσει την τάξη στη δικαστική αίθουσα δύναται να προβεί σε συστάσεις, σε αυστηρές παρατηρήσεις ακόμη και σε απομάκρυνση από τη δικαστική αίθουσα οποιουδήποτε προσώπου που ενεργεί ή συμπεριφέρεται προς το αντίθετο. Αυτό έπραξε το Δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο δεν προέβηκε σε προσβλητικό σχόλιο προς τον Αιτητή
- Του επιστήθηκε όμως, όπως ήδη λέχθηκε, η προσοχή μέσω αυστηρής παρατήρησης για συμπεριφορά που δεν άρμοζε σε αίθουσα Δικαστηρίου. Η αυστηρή παρατήρηση που του έγινε δημόσια δεν ήταν λόγω κούρασης μου από το βαρυφορτωμένο πρόγραμμα του Δικαστηρίου, όπως εσφαλμένα επικαλέστηκε ή αφήνει να εννοηθεί η πλευρά των Αιτητών. Δεν ήταν λόγω άγχους και πίεσης από τις διάφορες αιτήσεις των ιδίων διαδίκων που βρίσκονται ενώπιον μου, όπως επίσης λανθασμένα επικαλέστηκε ή αφήνει να εννοηθεί η πλευρά των Αιτητών. Δεν ήταν ούτε προϊόν συναισθηματικής φόρτισης μου, όπως ακόμη εσφαλμένα επικαλέστηκε ή αφήνει να εννοηθεί η πλευρά των Αιτητών. Ήταν συνεπεία της απρεπούς συμπεριφοράς του Αιτητή 2 εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Για χάριν συζήτησης, η επικαλούμενη φράση δεν θα μπορούσε να συνιστούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, προσβλητικό σχόλιο και κυρίως σε καμία περίπτωση θα μπορούσε να δημιουργήσει δικαιολογημένη εντύπωση ύπαρξης ίχνους προκατάληψης από μέρους του Δικαστηρίου απέναντι στους Εναγομένους (Αιτητές) στο μυαλό του μέσου εχέφρονα πολίτη - στον μέσο αντικειμενικό παρατηρητή, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση των περιστατικών που έχουν πραγματικά διαδραματιστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι το Δικαστήριο δεν θα λειτουργήσει κατά τρόπο δικαστικό, αμερόληπτο και ανεξάρτητο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών με κάλεσε να ακολουθήσω το παράδειγμα του Αδελφού Δικαστή στην απόφαση του στην American University of Cyprus (Aucy) Ltd κ.α v. S.C.F.B. Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. E6/2022 I-Justice ημερομηνίας 17.10.24 όπου εξαιρέθηκε με βάση το σκεπτικό που παρέθεσε, ανέλυσε, επεξήγησε και υποστήριξε. Αν κάποιος μελετήσει με προσοχή το κείμενο της απόφασης θα αντιληφθεί ότι ο Δικαστής εκεί αναγνώρισε πως ο λόγος που προβλήθηκε δεν δικαιολογούσε την εξαίρεση του. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στο οποίο και παραπέμπω: «Καθίσταται προφανές, από τα ως άνω, ότι τόσο στη δική μου κρίση, όσο και στην κρίση του αντικειμενικού παρατηρητή, του μέσου εχέφρονα πολίτη που είναι ταυτόχρονα δίκαια σκεπτόμενος και πληροφορημένος ορθά για τα γεγονότα αλλά και έχει πλήρη κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών και έχει γνώση ότι οι δικαστές είναι πεπαιδευμένοι και έμπειροι επαγγελματίες που μπορούν να ανταποκριθούν στο καθήκον τους, ουδεμία πιθανότητα προκατάληψης θα μπορούσε να δικαιολογηθεί υπό τας περιστάσεις. Ούτε, φυσικά, θα πρέπει να αφεθεί να φανεί ότι επιτυγχάνει η προσπάθεια του συνηγόρου για επιλογή δικαστή. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι το αίτημα του συνηγόρου στερείται ερείσματος.» Με βάση το σκεπτικό της απόφασης, ο αδελφός Δικαστής του Εφετείου εξαιρέθηκε επειδή ο ίδιος ανοίγει το δρόμο για καταγγελία του συγκεκριμένου συνηγόρου στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων. Προς επίρρωση της αναφοράς αυτής καταγράφω αυτούσια σχετικά αποσπάσματα από την ίδια απόφαση: «Δυστυχώς, όμως, η παρούσα περίπτωση δεν εξαντλείται από τα πιο πάνω. Δεν αποτελεί, η παρούσα, απλώς μία περίπτωση εσφαλμένης αντίληψης διάδικης πλευράς για πιθανή προκατάληψη ενός Δικαστή. Δυστυχώς, αποτελεί περίπτωση που αφορά άκρως σοβαρά ζητήματα. . Η σοβαρότητα των πιο πάνω καθιστά εύκολα αντιληπτή τη βεβαιότητα το Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων και ο Γενικός Εισαγγελέας, ως Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων, να επιθυμούν να εξετάσουν τα ως άνω. Στη διάθεση των οποίων είναι τόσο τα πρακτικά της διαδικασίας όσο και η παρούσα απόφαση. Κατά συνέπεια, παρόλο που δεν θα ενέκρινα το αίτημα του συνηγόρου των εφεσιβλήτων και των ιδίων των εφεσιβλήτων, στην ψευδή, και συνεπώς, ανύπαρκτη βάση που τέθηκε, κρίνω ότι, υπό τα δεδομένα, ως έχουν τροχιοδρομηθεί, επιβάλλεται να αυτοεξαιρεθώ από τη σύνθεση που θα εκδικάσει την έφεση. Ανάλογη είναι η απόφαση μου.» Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι τα γεγονότα και οι περιστάσεις στην υπόθεση εκείνη είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά της παρούσας περίπτωσης. Ουδεμία σύγκριση μπορεί να γίνει. Η απόφαση για αυτοεξαίρεση του αδελφού Δικαστή στην υπόθεση που έχω παραπεμφθεί λήφθηκε ως αποτέλεσμα της καταγγελίας που επρόκειτο να γίνει και όχι για την κατάληξη στην αίτηση εξαίρεσης του. Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν υφίσταται κάτι τέτοιο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα δεδομένα, δεν είναι ορθή και κατ' επέκταση δεν μπορεί να υιοθετηθεί η προσέγγιση των Αιτητών ότι το παρόν Δικαστήριο θα επιδείξει στην παρούσα αγωγή μεροληψία και προκατάληψη εναντίον τους σε διαδικασίες της Απαίτησης (Μέρος 7) Αρ. 56/24 I-Justice. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το αίτημα εξαίρεσης μου από την εκδίκαση της υπόθεσης αρ. 56/24 I-Justice στερείται πραγματικού και ουσιαστικού ερείσματος. Σε καμία περίπτωση μπορεί να δικαιολογηθεί. Σε καμία περίπτωση οι προβαλλόμενοι λόγοι αποτελούν λόγους εξαίρεσης μου. Η ορθή εκτίμηση του δικαστικού μου καθήκοντος με οδηγεί στην κρίση να συνεχίσω να επιλαμβάνομαι της παρούσας αγωγής που μου έχει ανατεθεί. Οποιαδήποτε απόφαση μου για εξαίρεση από την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και θα ισοδυναμούσε με παραίτηση εκτέλεσης καθήκοντος και συγκεκριμένα από τον καθήκον μου να επιληφθώ της υπόθεσης η οποία αναλόγισε στο πρόγραμμα εργασίας μου και όπως μου επιβάλλει το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και η σχετική νομοθεσία. Θα έστελνε το λανθασμένο μήνυμα ότι αναγνωρίζεται στους Εναγομένους ή στον δικηγόρο τους το δικαίωμα να επιλέγουν το Δικαστή που επιθυμεί να εκδικάσει την υπόθεση τους, πράγμα ανεπίτρεπτο με βάση τη νομολογία και τον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς. Τέτοια εξέλιξη ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης. Ο Οδηγός Δικαστικής Συμπεριφοράς μου υποδεικνύει να μην εξαιρεθώ από την υπόθεση αρ. 56/24 I-Justice αφού δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που το προτρέπει. Το ίδιο μου υπαγορεύει η δικαστική μου συνείδηση, το δικαστικό καθήκον μου και η δικαστική αξιοπρέπεια μου. Ανάλογη είναι και η απόφαση μου. Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Το σκεπτικό και η απορριπτική κατάληξη της παρούσας αίτησης συμπαρασύρει σε αποτυχία το εκ των υστέρων αίτημα για εξαίρεση μου σε διαδικασίες της Απαίτησης (Μέρος 7) Αρ. 262/24 I-Justice. Παρόλο ότι κατά κανόνα τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της εκδίκασης, εντούτοις ενόψει της φύσης της αίτησης ουδεμία διαταγή για έξοδα εκδίδεται. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο