← Κύπρος

ΙΝΤΡΑΚΑΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια μέσου του Τμήματος Δημοσίων Έργων, Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινω

ΙΝΤΡΑΚΑΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια μέσου του Τμήματος Δημοσίων Έργων, Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων κ.α., Αρ. Αίτησης: 10/2024, 25/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 10/2024 Φ.Φ. Μεταξύ: ΙΝΤΡΑΚΑΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΑΕ χχχ), Αττική, Ελλάδα Αιτήτριας και

  1. Κυπριακής Δημοκρατίας δια μέσου του Τμήματος Δημοσίων Έργων, Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, Λευκωσία, Κύπρος
  2. ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, Αθήνα, Ελλάδα
  3. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., Αθήνα, Ελλάδα Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 14.11.24 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων πριν από την υποβολή Εντύπου Απαίτησης Ημερομηνία: 25.11.24 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κος Στ. Οικονόμου μαζί με κ. Μ. Μυλωνά κα την κα Γ. Κουτρουζά για Μ. Χ. Μυλωνάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η αίτηση 1: κα Δ. Νικολάτου για Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Για την ανάθεση του έργου «Μελέτη και Κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς, Τμήμα 1 - Φάση Α» προκηρύχτηκε διαγωνισμός προσφορών. Όπως γίνεται αντιληπτό, το έργο θα εκτελείτο με τη μέθοδο Μελέτη και Κατασκευή (Design & Build). Επιτυχών προσφοροδότης ήταν η Αιτήτρια, στην οποίαν ανατέθηκε η εκτέλεση του έργου. Αναθέτουσα Αρχή/Εργοδότης Έργου είναι η Καθ' ης η αίτηση
  4. Το συμφωνημένο ποσό συμβολαίου ήταν κατ' αποκοπή και ανέρχεται στα €72.979.000 πλέον Φ.Π.Α. Το έργο θα παραδιδόταν σε 42 μήνες από την ημερομηνία έναρξης των εργασιών που ήταν 27.05.21, δηλαδή στις 27.11.
  5. Το έργο θα εκτελείτο στη βάση εγγράφων συμβολαίου που υπογράφηκαν για τον σκοπό αυτό από την Αιτήτρια και την Καθ' ης η αίτηση
  6. Στα πλαίσια των συμβατικών υποχρεώσεων τους η Αιτήτρια έδωσε οδηγίες: (α) στην Καθ' ης η αίτηση 2 η οποία εξέδωσε επιστολή εγγύησης της προκαταβολής που δόθηκε από την Καθ' ης η αίτηση 1 στην Αιτήτρια με την έναρξη των εργασιών αρ. 3275971 ημερ. 23.06.21 με ημερ. λήξης 27.11.24 για το ποσό των €6.791.057,50 (στο εξής η «εγγυητική προκαταβολής») και (β) στην Καθ' ης η αίτηση 3 η οποία εξέδωσε επιστολή εγγύησης πιστής εκτέλεσης του έργου αρ. 6337564260451504 με ημερ. λήξης 07.12.29 για το ποσό των €7.297.900 (στο εξής η «εγγυητική πιστής εκτέλεσης»). Κατά την εκτέλεση του έργου προέκυψαν διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Προσπάθειες για γεφύρωση τους δεν κατέστησαν επιτυχείς με αποτέλεσμα οι εργασίες να σταματήσουν. Τελικά αμφότερα συμβαλλόμενα μέρη στις 11.11.24 προέβηκαν σε καταγγελία της σύμβασης για τους διαφορετικούς λόγους που η κάθε πλευρά επικαλείται. Συγκεκριμένα η Αιτήτρια απέστειλε γραπτή ειδοποίηση λύσης εργοδότησης της δυνάμει του όρου 16.2(β) των Γενικών Όρων του Συμβολαίου που πραγματεύεται συστηματική παράλειψη του Εργοδότη να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις του. Αντίθετα η γραπτή ειδοποίηση της Καθ' ης η αίτησης 1 αναφέρει τερματισμό της σύμβασης δυνάμει του όρου 15.2 των Γενικών Όρων του Συμβολαίου, ο οποίος αφορά εγκατάλειψη ή υπαναχώρηση του Εργολάβου από το Συμβόλαιο. Τόσο η Αιτήτρια όσο και η Καθ' ης η αίτηση 1 παραθέτει γραπτώς τους λόγους που έκαστη πλευρά θεωρεί ότι η αντίδικη πλευρά ευθύνεται για παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων της σε βαθμό, έκταση και συχνότητα τέτοια ώστε να πληρούνται οι πρόνοιες του όρου που προβάλλουν για την ειδοποίηση τερματισμού της σύμβασης. Οι διαφορές των μερών οδηγήθηκαν για επίλυση ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις 12.11.24 η Καθ' ης η αίτηση 1 υπέβαλε γραπτό αίτημα στις Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 για ρευστοποίηση και/ή είσπραξη των ποσών στις πιο πάνω εγγυητικές προκαταβολής και πιστής εκτέλεσης του έργου. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε την Αιτήτρια να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς στις 14.11.24 και ορίστηκε από τον Πρωτοκολλητή για ΑΔΟ στις 18.11.
  7. Ωστόσο μετά από εξέταση γραπτού αιτήματος της Αιτήτριας επικαλούμενη ύπαρξης κατ' επείγοντος στοιχείου, το Δικαστήριο, βάση του Κ.23.8

(2)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, όρισε την αίτηση αυτή για ΑΔΟ στις 15.11.
  1. Η Αιτήτρια αξιώνει την έκδοση των εξής ενδιάμεσων διαταγμάτων, το λεκτικό των οποίων καταγράφω αυτούσιο: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει την Καθ' ης η Αίτηση αρ. 1 και/ή τους υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους και/ή αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους και/ή εξουσιοδοτημένα υπό αυτήν πρόσωπα και/ή οιαδήποτε νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της, από το να καταθέσουν και/ή να απαιτήσουν και/ή να προωθήσουν και/ή κατασχέσουν και/ή να λάβουν οποιαδήποτε θετικά διαβήματα που θα αντιστοιχούν σε εξαργύρωση και/ή να εξαργυρώσουν και/ή εισπράξουν το ποσό των €6.791.057,50 (έξι εκατομμυρίων επτακοσίων ενενήντα ένα χιλιάδες πενήντα επτά ευρώ και πενήντα σεντς) (το «Ποσό Εγγύησης Προκαταβολής») που αντιστοιχεί στην Εγγυητική Επιστολή Νο. 3275971 ημερ. 23/06/2021, με ημερομηνία λήξης την 27/11/2024 (η «Εγγυητική Επιστολή Προκαταβολής») που εκδόθηκε από την INTEΡAMEΡIKAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε. και αφορά στο Συμβόλαιο Αρ. PS/DB/16 (το «Συμβόλαιο») που υπεγράφη μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση και/ή οποιοδήποτε μέρος του Ποσού Εγγύησης Προκαταβολής και/ή να υποβάλουν αίτημα για απόσυρση και/ή ρευστοποίηση και/ή εκταμίευση χρημάτων από την Εγγυητική Επιστολή Προκαταβολής που έχει παραδώσει η Αιτήτρια προς την Καθ' ης η Αίτηση σε σχέση με την πιστή εκτέλεση των εργασιών στο έργο Μελέτη και κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς, Τμήμα 1 - Φάση (Α) (το «Έργο»), μέχρι την τελική εκδίκαση της απαίτησης της Αιτήτριας, ως αυτή θα ακολουθήσει και/ή καταχωρηθεί ενώπιον των Κυπριακών και/ή Ελληνικών Δικαστηρίων, αναφορικά με το νομότυπο των ειδοποιήσεων τερματισμού και/ή της Ειδοποίησης 14 ημερών για τη Λύση της Εργοδότησης του Εργολάβου από τον Εργοδότη δυνάμει του όρου 15.2 των Όρων του Συμβολαίου, Μέρος 1: Γενικοί Όροι με Αρ. Φακ.: 16.05.001.002.001.008.004 ημερομηνίας 11 Νοεμβρίου 2024 και/ή της Ειδοποίησης λύσης εργοδότησης του Εργολάβου από τον Εργοδότη βάσει του Άρθρου 16.2(β) των Γενικών Όρων του Συμβολαίου («ΓΟΣ») με αριθμό PS-PL:560-11.11.2024 και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει την Καθ' ης η Αίτηση αρ. 1 και/ή τους υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους και/ή αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους και/ή εξουσιοδοτημένα υπό αυτήν πρόσωπα και/ή οιαδήποτε νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της, από το να καταθέσουν και/ή να απαιτήσουν και/ή να προωθήσουν και/ή κατασχέσουν και/ή να λάβουν οποιαδήποτε θετικά διαβήματα που θα αντιστοιχούν σε εξαργύρωση και/ή να εξαργυρώσουν και/ή εισπράξουν το ποσό των €7.297.900,00 (επτά εκατομμυρίων διακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων εννιακοσίων ευρώ) (το «Ποσό Δεύτερης Εγγύησης») που αντιστοιχεί στην Εγγυητική Επιστολή Νο. 6337564260451504 με ημερομηνία λήξης τις 07/12/2029 (η «Εγγυητική Επιστολή ΕΘΝΙΚΗ») που εκδόθηκε από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. και αφορά στο Συμβόλαιο και/ή οποιοδήποτε μέρος του Ποσού Δεύτερης Εγγύησης και/ή να υποβάλουν αίτημα για απόσυρση και/ή ρευστοποίηση και/ή εκταμίευση χρημάτων, από την Εγγυητική Επιστολή ΕΘΝΙΚΗ που έχει παραδώσει η Αιτήτρια προς την Καθ' ης η Αίτηση σε σχέση με την πιστή εκτέλεση των εργασιών στο Έργο, μέχρι την τελική εκδίκαση της απαίτησης της Αιτήτριας, ως αυτή θα ακολουθήσει και/ή καταχωρηθεί ενώπιον των Κυπριακών και/ή Ελληνικών Δικαστηρίων, αναφορικά με το νομότυπο των ειδοποιήσεων τερματισμού και/ή της Ειδοποίησης 14 ημερών για τη Λύση της Εργοδότησης του Εργολάβου από τον Εργοδότη δυνάμει του όρου 15.2 των Όρων του Συμβολαίου, Μέρος 1: Γενικοί Όροι με Αρ. Φακ.: 16.05.001.002.001.008.004 ημερομηνίας 11 Νοεμβρίου 2024 και/ή της Ειδοποίησης λύσης εργοδότησης του Εργολάβου από τον Εργοδότη βάσει του Άρθρου 16.2(β) των Γενικών Όρων του Συμβολαίου («ΓΟΣ») με αριθμό PS-PL:560-11.11.2024 και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει την Καθ' ης η Αίτηση 3 και/ή τους υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους και/ή αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους και/ή εξουσιοδοτημένα υπό αυτήν πρόσωπα και/ή οιαδήποτε νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της να προχωρήσουν σε πληρωμή του Ποσού Δεύτερης Εγγύησης και/ή ρευστοποίηση και/ή εκταμίευση της Εγγυητικής Επιστολής ΕΘΝΙΚΗ προς την Καθ' ης η Αίτηση και/ή προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Δ. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει την Καθ' ης η Αίτηση 2 και/ή τους υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους και/ή αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους και/ή εξουσιοδοτημένα υπό αυτήν πρόσωπα και/ή οιαδήποτε νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της να προχωρήσουν σε πληρωμή του Ποσού Δεύτερης Εγγύησης Προκαταβολής και/ή ρευστοποίηση και/ή εκταμίευση της Εγγυητικής Επιστολής Προκαταβολής προς την Καθ' ης η Αίτηση αρ. 1 και/ή προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ε. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει την Καθ' ης η Αίτηση αρ. 1 και/ή τους υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους και/ή αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους και/ή εξουσιοδοτημένα υπό αυτήν πρόσωπα και/ή οιαδήποτε νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της, από το να εισέλθουν και/ή παραμείνουν και/ή επέμβουν με οποιονδήποτε τρόπο στο Έργο και/ή στο εργοτάξιο που λειτουργεί και/ή διατηρεί η Αιτήτρια στη βάση των όρων και/ή προνοιών του Συμβολαίου και/ή μετακινήσουν και/ή μεταφέρουν οιαδήποτε μηχανήματα και/ή εργαλεία και/ή οικοδομικά υλικά και/ή υλικά και/ή οχήματα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας μέχρι την τελική εκδίκαση της απαίτησης της Αιτήτριας, ως αυτή θα ακολουθήσει και/ή καταχωρηθεί ενώπιον των Κυπριακών και/ή Ελληνικών Δικαστηρίων, αναφορικά με το νομότυπο των ειδοποιήσεων τερματισμού και/ή της Ειδοποίησης 14 ημερών για τη Λύση της Εργοδότησης του Εργολάβου από τον Εργοδότη δυνάμει του όρου 15.2 των Όρων του Συμβολαίου, Μέρος 1: Γενικοί Όροι με Αρ. Φακ.: 16.05.001.002.001.008.004 ημερομηνίας 11 Νοεμβρίου 2024 και/ή της Ειδοποίησης λύσης εργοδότησης του Εργολάβου από τον Εργοδότη βάσει του Άρθρου 16.2(β) των Γενικών Όρων του Συμβολαίου («ΓΟΣ») με αριθμό PS-PL:560-11.11.2024 και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρεί ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. ΣΤ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης.» Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε πριν από την υποβολή Εντύπου Απαίτησης. Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ' άλλα, τα Μέρη 23 & 25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012, στον περί Συμβάσεως Νόμο (Κεφ.149), στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ.148) και στον περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2016 (Ν.73(Ι)/2016). Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων, περιέχονται σε πολυσέλιδη έκθεση και σε πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του κυρίου Δημήτρη Ριζόπουλου που είναι πολιτικός μηχανικός και αντιπρόσωπος της Αιτήτριας στο επίμαχο έργο. Προς υποστήριξη της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα. Σύνοψη του περιεχομένου της ΕΔ Ριζόπουλου περιλαμβάνει την αναφορά του ότι η κατάπτωση των εγγυητικών προκαταβολής και πιστής εκτέλεσης του έργου γίνεται για αιτία που δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες των εγγράφων συμβολαίου και από το περιεχόμενο των σχετικών επιστολών εγγύησης. Όπως η Αιτήτρια επικαλείται, ζητείται κατάπτωση των εγγυητικών για να ικανοποιηθεί ποινική ρήτρα ή κάποια κύρωση σε βάρος της ιδίας, πράγμα που, όπως είπε, δεν προβλέπεται και κατ' επέκταση δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες της σύμβασης. Επίσης η Αιτήτρια επικαλείται ότι η Καθ' ης η αίτηση 1 πρόωρα προέβηκε σε καταγγελία της σύμβασης με αποτέλεσμα η αξίωση για κατάπτωση των εγγυητικών να μην είναι νόμιμη. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, δεν πληρείται η προϋπόθεση που θέτει ο όρος 15.2 της σύμβασης περί υποβολής τέτοιας απαίτησης αφού προηγουμένως παρέλθει άπρακτη παρέλευση ειδοποίησης 14 ημερών στην οποίαν να καλείται η Αιτήτρια να συμμορφωθεί με συγκεκριμένες φερόμενες παραλείψεις που θα της υποδεικνύονταν. Συμπληρωματικά σ' αυτό η Καθ' ης η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προνοεί ο όρος 3.5 της σύμβασης με βάση τον οποίον ο αντιπρόσωπος της Καθ' ης η αίτησης 1 δεν έχει καθορίσει την αξία των κατασκευαστικών εργασιών που εκτελέστηκαν, την αξία του μηχανικού εξοπλισμού, των υλικών και των μηχανημάτων που χρησιμοποιήθηκαν καθώς επίσης και όλων των ποσών που θα της οφείλονται κατά την ημερομηνία λύσης του συμβολαίου. Περαιτέρω είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η πρόωρη κατάπτωση των εγγυητικών συνιστά καταχρηστική, κακόπιστη και δόλια συμπεριφορά από μέρους της Καθ' ης η αίτησης
  2. Με βάση τις αναφορές της Αιτήτριας, η Καθ' ης η αίτηση 1 επιδιώκει να πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος της, κατ' εντολή και με χρήματα της οποίας οι εν λόγω εγγυητικές εκδόθηκαν. Παρά τη μονομερή προώθηση της αίτησης, εντούτοις στις 15.11.24 που αυτή ήταν ορισμένη για πρώτη φορά, για λόγους που δεν γνωρίζει το Δικαστήριο, εμφανίστηκε εκπρόσωπος της Καθ' ης η αίτησης 1 ζητώντας να ακουστεί στη διαδικασία, προφανώς αφού προηγουμένως ενημερώθηκε για την καταχώρηση της αίτησης αυτής. Το Δικαστήριο τότε καθόρισε, με βάση τον Κ.23.11
(1)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της παρούσας αίτησης με στενά χρονικά περιθώρια. Ενόψει αυτής της εξέλιξης εκ συμφώνου:
(1)εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση 1 να ρευστοποιήσει την εγγυητική επιστολή προκαταβολής με αριθμό 3275971 με ημερομηνία λήξης 27.11.24 για το ποσό των €6.791.057,50 με ισχύ μέχρι τις 25.11.24 συμπεριλαμβανομένης,
(2)περαιτέρω εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση 1 να ρευστοποιήσει την εγγυητική επιστολή πιστής εκτέλεσης με αριθμό 6337564260451504 με ημερομηνία λήξης 07.12.29, για το ποσό των €7.297.900 ισχύ μέχρι τις 25.11.24 συμπεριλαμβανομένης,
(3)περαιτέρω δόθηκαν οδηγίες να καταχωριστεί ένσταση από την Καθ' ης η αίτηση 1 μέχρι τις 19.11.24,
(4)περαιτέρω δόθηκαν οδηγίες όπως η παρούσα αίτηση εκδικαστεί στις 20.11.
  1. Πράγματι στις 19.11.24 η Καθ' ης η αίτηση 1 καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί 22 λόγων. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ' αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτουμένων διαταγμάτων. Η νομική βάση της ένστασης των Εναγομένων είναι ουσιαστικά η ίδια μ' αυτήν της υπό κρίση αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του κυρίου Ιορδάνη Νικολάου, Εκτελεστικού Μηχανικού στο Τμήμα Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη της Καθ' ης η αίτησης 1 τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Περίληψη του περιεχομένου της ΕΔ Νικολάου καθιστά αντιληπτό ότι ο ομνύοντας περιγράφει το ιστορικό της επαγγελματικής σχέσης των διαδίκων από την οπτική γωνία της Καθ' ης η αίτησης
  2. Με αναφορά σε όρους των εγγράφων συμβολαίου η Καθ' ης η αίτηση 1 απορρίπτει όλες τις ευθύνες που της καταλογίζει η Αιτήτρια και ισχυρίζεται ότι όλες οι απαιτήσεις της τελευταίας είναι ατεκμηρίωτες και αντισυμβατικές. Στην ένορκη δήλωση επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης οι οποίοι επεξηγούνται. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτησης 1 ότι το δικαίωμα της για είσπραξη των εγγυητικών επιστολών ασκήθηκε στα πλαίσια ορθής, νόμιμης και κατάλληλης διαδικασίας μετά που προέκυψε γνήσια απαίτηση στη βάση των αναφορών που επικαλείται και αναλύει με παραπομπή στο κείμενο των επίμαχων εγγυητικών επιστολών. Θα ασχοληθώ στη συνέχεια με το περιεχόμενο των εν λόγω εγγυητικών επιστολών καθώς επίσης και με τις επικαλούμενες τοποθετήσεις της Καθ' ης η αίτησης 1 σε σχέση με το λεκτικό των εγγράφων αυτών. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι μεγάλο μέρος των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα παραπέμπει σε πληροφορίες, μέσα από τις οποίες οι διάδικοι προβάλλουν εντελώς διαφορετικούς ισχυρισμούς, που όμως δεν σχετίζονται με το αντικείμενο εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Δεν θα με απασχολήσει επειδή δεν προσφέρει οποιαδήποτε χρησιμότητα. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο στάδιο της εκδίκασης η Αιτήτρια προχώρησε σε απόσυρση των ενδιάμεσων θεραπειών που αφορούν τις Καθ' ων η αίτηση 2 και
  3. Πρόκειται γι' αυτές που αναφέρονται στα σημεία (Γ) και (Δ) του σώματος της υπό κρίση αίτησης. Παράλληλα η Καθ' ης η αίτησης 1 προχώρησε σε απόσυρση των λόγων ένστασης αρ. 1 και
  4. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Κατ' αρχάς θα ασχοληθώ με την εισήγηση της Αιτήτριας ότι το Δικαστήριο δύναται, με βάση τον Κανονισμό (ΕΕ) Αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 που αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, αυτεπάγγελτα «αν κρίνει ότι μπορεί να υπάρχει κίνδυνος για κάποια θεραπεία που συμπίπτει και να υπάρχουν αντιφατικές αποφάσεις να διατάξει την αναστολή της διαδικασίας προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και του δημοσίου συμφέροντος για να μην υπάρχει κάτι που πιθανό να θέσει σε ρίσκο θεραπείες που μπορεί να προσομοιάζουν». Ωστόσο ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας ξεκαθάρισε ότι δεν αποτελεί αίτημα του πελάτη του αλλά ότι το αφήνει στην κρίση του Δικαστηρίου. Με την εισήγηση αυτή διαφωνεί η Καθ' ης η αίτηση 1, η οποία δια της ευπαιδεύτου συνηγόρου της προέβαλε τη δική της τοποθέτηση την οποίαν και ανέπτυξε. Έχοντας υπόψη μου την απόσυρση των ενδιάμεσων θεραπειών που αφορούν τις Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 από μέρους της Αιτήτριας και γνώμονα την κοινή δήλωση των διαδίκων ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τις διαφορές των μερών που σχετίζονται με την υπόθεση αυτή και κατ' επέκταση πηγάζουν από το επίμαχο έργο της υπόθεσης αλλά και με βάση τον όρο 20.5 των Γενικών Όρων Συμβολαίου, μέσα από τον οποίον υποδεικνύεται ότι οποιαδήποτε διαφορά των μερών θα εκδικάζεται ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου της Κυπριακή Δημοκρατίας, καταλήγω ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί αναστολή της παρούσας διαδικασίας. Στην κατάληξη μου αυτή συνηγορεί και το κοινό λεκτικό που υπάρχει και στις δύο επίμαχες εγγυητικές επιστολές με το οποίο σημειώνεται ότι «Η Εγγυητική Επιστολή θα διέπεται από και θα ερμηνεύεται με βάση και σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα εμπίπτει στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων». Η Καθ' ης η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια προωθεί την παρούσα αίτηση καταχρηστικά (abuse of process). Πρόκειται για μέρος του 15ου λόγου ένστασης. Δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω θέση. Όπως έχει ήδη λεχθεί, αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αρμόδιο για να εκδικάσει την παρούσα αίτηση. ΟΙ συνήγοροι των διαδίκων προέβηκαν σε σχετική δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου. Το αν για τα ίδια θέματα εκκρεμεί δικαστική διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου στην Ελλάδα δεν είναι κάτι που θα απασχολήσει τον παρόν Δικαστήριο Είναι ζήτημα που αν η Καθ' ης η αίτηση το κρίνει μπορεί να το θέσει στο Ελλαδικό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θεωρεί ότι η διαδικασία προωθείται καταχρηστικά. Εφόσον αμφότερες πλευρές έχουν δηλώσει ότι η διαδικασία εγέρθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τον αντικείμενο της που είναι σαφές και συγκεκριμένο, ο πιο πάνω λόγος ένστασης οδηγείται σε αποτυχία. Με τον 20ο λόγο ένστασης η Αιτήτρια επικαλείται ότι «Οι Αιτητές κωλύονται λόγω προηγούμενων παραστάσεων και/ή δηλώσεων σε έγγραφα (estopped by conduct) και/ή κωλύματος εν σχέσει με επίδικο θέμα και/ή άλλως πως στην προώθηση των αιτούμενων θεραπειών». Θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση αυτή μπορεί να εξεταστεί, εάν και εφόσον εγερθεί, κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Δεν είναι θέμα που εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Όπως έχω αναφέρει, το αντικείμενο εξέτασης αυτής της αίτησης είναι σαφές και συγκεκριμένο. Η παρούσα διαδικασία αφορά κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων στη βάση προϋποθέσεων, παραμέτρων και νομικών αρχών που έχουν καθοριστεί. Το νομικό καθεστώς της υπόθεσης αναλύεται και εξηγείται στη βάση νομικών επιχειρημάτων που προβάλλεται στην ακρόαση της υπόθεσης. Ομοίως, το πραγματικό πλέγμα γεγονότων, το οποίο θα ξεκαθαρίσει μέσα από ευρήματα που θα καταλήξει το Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που θα τεθεί ενώπιον του διεξάγεται επίσης κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης όταν αμφότεροι διάδικοι θα παρουσιάσουν ολοκληρωμένα την μαρτυρία τους (Junitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Κάτω από αυτά τα δεδομένα, ο λόγος αυτός ένστασης δεν χρήζει εξέτασης και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Για τον ίδιο λόγο και στη βάση του ιδίου σκεπτικού, ως εκτέθηκε αμέσως προηγουμένως, απορρίπτεται και ο 19ος λόγος ένστασης. Περαιτέρω η Καθ' ης η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι «Οι ενέργειες των Αιτητών διαπνέονται από κακοπιστία και/ή κακοβουλία . και/ή προωθούν την παρούσα δικαστική διαδικασία . για αλλότριους του δικαίου σκοπούς». Η θέση αυτή εγείρεται μέσα από τον 15ο λόγο ένστασης (υπόλοιπο μέρος). Η νομολογία υποδεικνύει ότι η κακοπιστία αποδεικνύεται από το μέρος που την επικαλείται στη βάση σαφών στοιχείων. Στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 λέχθηκαν τα εξής: «Η διαπίστωση κακοπιστίας είναι ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όπου διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας.» Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν έχω εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τη θέση περί κακοπιστίας από μέρους της Αιτήτριας. Η προβολή ισχυρισμών της Αιτήτριας που σύμφωνα με την Καθ' ης η αίτηση 1 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα δεν σημαίνει ότι η αίτηση διαπνέεται από στοιχείο κακοπιστίας. Συνεπώς η εν λόγω θέση της Καθ' ης η αίτησης 1 δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Η Καθ' ης η αίτηση επίσης επικαλείται ότι «Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και/ή δεν προέβηκαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure of all material facts) που αφορούν τα περιστατικά της παρούσας και ειδικότερα γεγονότων τα οποία ήταν και/ή θα μπορούσε να ήταν εν γνώσει τους, εφόσον κατέβαλλαν εύλογη επιμέλεια κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και αφορούν άμεσα την παρούσα υπόθεση». Εξ' όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό πρόκειται για τους λόγους ένστασης αρ. 11-14. Η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία, εδώ της έκδοσης των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων, αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι' αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ' ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος. Η προκειμένη περίπτωση όμως δεν εντάσσεται στην πιο πάνω κατηγορία. Από την αρχή η παρούσα αίτηση μετατράπηκε σε δια κλήσεως αφού την ημέρα που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου εκπρόσωπος της Καθ' ης η αίτησης 1 εμφανίστηκε στην οποίαν δόθηκε χρόνος να καταχωρίσει ένσταση. Επομένως η Καθ' ης η αίτηση 1 από την αρχή έλαβε γνώση της αίτησης αυτής και του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης και των άλλων εγγράφων που τη συνοδεύουν. Με αυτόν τον τρόπο η Καθ' ης η αίτηση 1 αμέσως συμμετείχε στην παρούσα διαδικασία και προωθώντας την ένσταση της παρουσίασε τις δικές της θέσεις προτού το Δικαστήριο αποφασίσει για την τύχη της παρούσας αίτηση. Με βάση το δεδομένο αυτό δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης υποχρέωσης για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και κατ' επέκταση απόκρυψης στοιχείων ως ειδικής προϋπόθεσης στην περίπτωση που εξετάζεται η αίτηση μονομερώς, επειδή η Καθ' ης η αίτηση 1 προστατεύεται από τέτοια τυχόν παραπλάνηση με την ευκαιρία που έχει από την αρχή να παραθέσει τις δικές της θέσεις, γεγονότα και στοιχεία στο Δικαστήριο προτού κριθεί κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, πράγμα που αυτή έχει πράξει. Βέβαια δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας, λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια εξέταση της παρούσας δια κλήσεως αίτησης εφόσον αυτή αφορά το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης και σχετίζεται άμεσα με την αιτούμενη θεραπεία και έχει επηρεάσει αρνητικά την Καθ' ης η αίτηση 1 ή της έχει προκαλέσει αδικία. Βασικά αξιώματα του δικαίου της επιείκειας είναι ότι «όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια» και «όποιος επιζητεί επιείκεια, πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια» (κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Διατάγματα-Injunctions' σελίδες 60-62). Κάτω από το πρίσμα αυτό η Καθ' ης η αίτηση 1 επικαλείται διάφορες περιπτώσεις που σύμφωνα με την ίδια υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από μέρους της Αιτήτριας. Θα αναφερθώ ευθύς σ' αυτές τις περιπτώσεις. Η Καθ' ης η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι, σε αντίθεση με το τι δηλώθηκε από μέρους της Αιτήτριας, η ίδια ήταν αυτή που πρώτη απέστειλε ειδοποίηση τερματισμού συμβολαίου, με την Αιτήτρια να αποκρύπτει την επισύναψη αποδεικτικών στοιχείων. Με κάθε σεβασμό, αν έχει κάποια σημασία ποιος ήταν αυτός που πρώτα έχει τερματίσει την ισχύ των εγγράφων συμβολαίου οι προβαλλόμενες διαφορετικές θέσεις θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Η Καθ' ης η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι η ειδοποίηση τερματισμού του συμβολαίου από την Αιτήτρια δεν είναι νόμιμη και έγκυρη. Πρόκειται για νομικό ζήτημα που και αυτό θα κριθεί κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω ισχύουν ακριβώς για τον ισχυρισμό της Καθ' ης η αίτησης 1 ότι η Αιτήτρια παρέλειψε να αναφερθεί στον όρο 1.8 των Γενικών Όρων Συμβολαίου που σύμφωνα με την ίδια ασχολείται με τη μέθοδο κοινοποίησης ειδοποίησης. Ένα άλλος ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτησης 1 που παραπέμπει σε παραπλάνηση σχετίζεται με τις νομικές αναφορές της Αιτήτριας στο ζήτημα της κατάπτωσης των εγγυητικών με τις οποίες αυτή διαφωνεί. Σαφώς δεν είναι γεγονός για το οποίο έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο αλλά νομικό ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο, στο βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, είχε την ευκαιρία να ερευνήσει από μόνο του υπό το φως των διαφορετικών νομικών προσεγγίσεων των μερών. Επίσης η Καθ' ης η αίτηση 1 θεωρεί παραπλάνηση τα όσα η Αιτήτρια αναφέρει για να επικαλεστεί καταχρηστική και/ή δόλια συμπεριφορά που της επιρρίπτει. Πρόκειται για θέμα επί του οποίου εκφράζονται εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις, το οποίο δεν αφορά τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας αλλά θα κριθεί κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής. Τέλος η Καθ' ης η αίτηση 1 σχολιάζει την μη αποκάλυψη από μέρους της Αιτήτριας του γεγονότος της έκδοσης πανομοιότυπων ενδιάμεσων διαταγμάτων στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών που αφορούν την ίδια υπόθεση. Πράγματι η Αιτήτρια δεν αναφέρει το γεγονός αυτό μέσα από την αίτηση της. Το παραδέχτηκε όταν η Καθ' ης η αίτηση αναφέρθηκε σ' αυτό. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι ενόψει της ύπαρξης ρήτρας δικαιοδοσίας για εκδίκαση των διαφορών των μερών στα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας και έχοντας υπόψη μου την κοινή δήλωση των διαδίκων ότι το Ε.Δ. Πάφου είναι το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τις διαφορές των μερών που σχετίζονται με την υπόθεση αυτή και κατ' επέκταση πηγάζουν από το επίμαχο έργο, η σημασία που μπορούσε να είχε η μη αποκάλυψη του γεγονότος αυτού αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας έχει εκμηδενιστεί. Σε κάθε περίπτωση, τα πιο πάνω δεν είναι γεγονότα που άπτονται της φύσης και του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας αγωγής, τα οποία θα προσμετρούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου για σκοπούς εξέτασης αν δικαιολογείται ή όχι η έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Κατά συνέπεια οι σχετικοί λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Ακολουθεί η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης, οι οποίοι άπτονται της ουσίας της αίτησης αφού πραγματεύονται τα κριτήρια και τις παραμέτρους που πρέπει να συντρέχουν ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων. Είναι βασικά η θέση της Καθ' ης η αίτησης 1 ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα η Αιτήτρια θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται. Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται δικονομικά από το Μέρος 23 (Κ.23.13). Όταν μάλιστα η αίτηση καταχωρείται πριν από την υποβολή Εντύπου Απαίτησης, όπως είναι η υπό εξέταση περίπτωση, υπεισέρχεται και το Μέρος 25 (Κ.25.1, Κ.25.2
(1)(α), Κ.25.2
(3)& Κ.25.3). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά την υποβολή απαίτησης από την Καθ' ης η αίτηση 1 προς τους οργανισμούς που εξέδωσαν τις εγγυητικές προκαταβολής και πιστής εκτέλεσης συμβολαίου και δυνάμει του στενού χρονικού διαστήματος που διέπει την ικανοποίηση τους, τα θέματα που αφορούν την υπό κρίση αίτηση χρήζουν εξέτασης υπό τη μορφή του επείγοντος. Σε ότι αφορά το ουσιαστικό μέρος της έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων παραπέμπω στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό εξετάστηκε σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτουμένου διατάγματος. Μετά την σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, καλείται να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει/συνεχίσει να ισχύει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Μέσα από τις ένορκες δηλώσεις είναι έκδηλο ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστανται σωρεία διαφορών που αφορούν τις εργασίες του επίδικου έργου αλλά και τις συμβατικές υποχρεώσεις, καθήκοντα και εξουσίες των μερών που πηγάζουν από τα έγγραφα συμβολαίου. Οι διαφορές αυτές φαίνονται να είναι πολυεπίπεδες και εξαιτίας αυτών εγείρονται διάφορα ζητήματα που θα είναι επίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Τέτοια επίδικα θέματα είναι, μεταξύ άλλων, ποιος ευθύνεται για τυχόν παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων, η νομιμότητα και εγκυρότητα ειδοποίησης τερματισμού τόσο από την Αιτήτρια όσο και από την Καθ' ης η αίτηση 1, οι εγγυητικές προκαταβολής και πιστής εκτέλεσης συμβολαίου, οι χρονικές και οικονομικές απαιτήσεις της Αιτήτριας, τυχόν ζημιές που θα ισχυριστεί ότι υπέστηκε η Καθ' ης η αίτηση 1 και η αξίωση για επιδίκαση τυχόν αποζημιώσεων είτε υπέρ της Αιτήτριας είτε υπέρ της Καθ' ης η αίτησης 1. Επομένως για σκοπούς του σταδίου αυτού κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω αναφερθεί σ' αυτά πιο πάνω. Έπεται ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει το νομικό καθεστώς και ούτε αξιολογεί πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Αυτό γίνεται κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής (Junitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Είναι αρκετό για την Αιτήτρια (Ενάγουσα) να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (Πουργουρίδη v. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, πέραν της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015), είναι ότι η Αιτήτρια έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Το υπό συζήτηση κυρίως θέμα αφορά την εγγυητική προκαταβολής και την εγγυητική πιστής εκτέλεσης συμβολαίου που εκδόθηκαν από δύο οργανισμούς στην Ελλάδα προς όφελος της Καθ' ης η αίτησης 1. Στην κυπριακή εργοληπτική βιομηχανία αποτελεί όχι απλά σύνηθες πρακτική αλλά αναπόσπαστο μέρος των εμπορικών συναλλαγών η παροχή εγγυητικής που εκδίδεται από τραπεζικό ίδρυμα ή πιστωτικό οργανισμό. Ένα είδος εγγυητικής που παρέχεται από εργολάβο σε εργοδότη αφορά την πιστή εκτέλεση των εργασιών του έργου. Η υποχρέωση έκδοσης της βαρύνει τον εκάστοτε εργολάβο και ρυθμίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελεί μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων του. Εγγυητική της περίπτωσης όπως την δική μας (performance bond) έχει την έννοια του ομολόγου εκτέλεσης. Στο 'Ασφαλιστικό Ερμηνευτικό Λεξικό' του Γιαννάκη Α. Χριστοφίδη σελίδα 43 σημειώνεται ότι πρόκειται για «γραπτή υποχρέωση πληρωμής». Η εγγυητική είναι έγγραφο υψίστης εμπορικής πίστης. Είναι υπόσχεση πληρωμής αποτυπωμένη σε έγγραφο. Στο εμπόριο το έγγραφο αυτό θεωρείται μετρητά χρήματα που στις κατάλληλες περιπτώσεις πληρώνονται. Η χρήση του έχει χαρακτηριστεί ως οξυγόνο για το εμπόριο. Σκοπός της είναι η διασφάλιση της αξιοπιστίας και της εμπορικής πίστης, ανάμεσα σ' άλλα, στην εργοληπτική αγορά. Είναι έγγραφο που έχει τη δική του αυτοτέλεια (αυτονομία και ανεξαρτησία) χωρίς έτσι η τίμηση του να εξαρτάται ή να επηρεάζεται από την ευρύτερο πλαίσιο της συμφωνίας των μερών. Σκοπός της εγγυητικής δεν είναι η διασφάλιση της συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Εφόσον ικανοποιηθούν οι όροι και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο έγγραφο, όσο τυπικοί και αν είναι, το τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα που το εξέδωσε υποχρεούται να πληρώσει το ποσό της εγγυητικής (Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 837). Η έννοια και σημασία της εγγυητικής εξηγείται στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235 με αναφορά και σε άλλες υποθέσεις. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό: «Είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε στις 14.2.2001 και σε αυτό το ζήτημα συμφωνούν και τα δύο μέρη, (Δέστε σχετικά το σύγγραμμα των Pollock & Mulla: Indian Contract and Specific Relief Acts 13η έκδ. Επαναδημοσίευση 2000, Τόμος Β΄, σελ. 1777-1793, καθώς και την υπόθεση Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd [1978] 1 All E.R. 976). Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι' αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί. Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, (Δέστε σχετικά τις υποθέσεις RD Harbottle (Mercantile) Ltd a.o. v. National Westminster Bank Ltd a.o. [1877] 2 All E.R. 862, Malas (trading as Hamzen Malas & Sons) v. British Imex Industries Ltd [1958] 2 Q.B.D. 127 και Themelhelp Ltd v. West a.o. [1995] 4 All E.R. 215). . Στη βάση της αυτοτέλειας της εγγυητικής αυτής επιστολής, οι εφεσίβλητοι δεν ήσαν πλέον συμβαλλόμενα μέρη. Είναι δε σαφές από τη νομολογία που έχει προαναφερθεί, ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μια εγγυητική επιστολή είναι ανεξάρτητες από τις μεταξύ των μερών ή των εμπορευομένων διαφορές, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια δεν επεμβαίνουν στις εγγυητικές επιστολές, στην απουσία εμφανούς δόλου.» Επίσης ο ρόλος και ο σκοπός της εγγυητικής σημειώνονται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Mulla - Indian Contract and Specific Relief Acts' σελίδες 1754-1755 κάτω από τον υπότιτλο 'Performance Bond'. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα, το οποίο και καταγράφω αυτούσιο: «The 'performance bond' loan was like a promissory note payable on demand (Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd [1978] 1 All ER 976]. Performance bonds fulfil a most useful role in international trade. If the seller defaults in making delivery, the buyer can operate the bond. The bond is given so that, on notice of default being given, the buyer can have his money in hand to meet his claim for damages for the seller's non-performance of the contract. The courts must see that performance bonds are honoured (Cargill Intl SA v. Bangladesh Sugar and Food Inds Corp [1998] 2 All ER 406 (CA).» Περαιτέρω στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Keating on Building Contracts' 7η έκδοση §10-40 & §10-41 σελίδες 313-314 σημειώνονται τα εξής που αφορούν την εγγυητική πιστής εκτέλεσης στην εργοληπτική βιομηχανία: «(b) Bonds ... A bond is a promise by deed whereby the person giving the promise (the obligor or bondsman) promises to pay another person (the obligee) a sum of money. Ordinarily the bondsman only becomes obliged to make payment when called upon to do so. In the construction industry, the most common kind of bond is a performance bond entered into by a bank or insurance company at the behest of the contractor and in favour of the employer. In substance, the bondsman promises to pay up to the amount of the bond if the contractor fails to perform his contract. It is a matter of construction whether this amount to a quarantee of performance requiring proof of both breach and damage or to a promise to pay in circumstances which are less onerous to establish. Enforcing the bondsman's liability is colloquially referred to as "calling the bond". The bank of insurance company makes a charge to the contractor for giving the bond and will almost invariably obtain a counter-indemnity from the contractor or a parent or associated company. The requirement to procure a bond may be a stipulation of the construction contract which, subject to express words, may or may not be a condition. Where the bondsman is to be approved by the employer, it may be implied that such approval will not be unreasonably withheld.» Υπάρχουν δύο μορφές εγγυητικής: η εγγυητική που η πραγματοποίηση της πληρωμή της εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο γεγονός που καθορίζεται και εφόσον τεθούν συγκεκριμένα στοιχεία (conditional bond) και η εγγυητική που η πληρωμή της είναι ανέκκλητη με τον παροχέα να είναι υποχρεωμένος να τη τιμήσει απλά όταν του ζητηθεί από τον δικαιούχο (On-demand bond / unconditional bond). Το ποια ακριβώς είναι η μορφή της εγγυητικής που υπάρχει κάθε φορά καθορίζεται μέσα από το περιεχόμενο του εγγράφου. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι τα έγγραφα συμβολαίου προνοούσαν την παροχή από την Αιτήτρια εγγυητική προκαταβολής και εγγυητική πιστής εκτέλεσης συμβολαίου. Εκδότης εγγυητική προκαταβολής είναι ελλαδική εταιρεία ασφάλισης ζημιών και της εγγυητικής πιστής εκτέλεσης συμβολαίου είναι τραπεζικός οργανισμός στην Ελλάδα. Δικαιούχος αμφοτέρων εγγυητικών είναι η Καθ' ης η αίτηση
  1. Κάθε μία από τις εγγυητικές αυτές περιέχει πρόνοια ως προς το ποσό που περιλαμβάνει. Στα έγγραφα συμβολαίου υπάρχει δείγμα που προσδιορίζει το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Το ποσό της εγγυητικής προκαταβολής ισοδυναμεί με το ποσό της προκαταβολικής πληρωμής που η Αιτήτρια εισέπραξε από την Καθ' ης η αίτηση 1 για την κινητοποίηση, μελέτη, οργάνωση εργοταξίου και προγραμματισμό έναρξης κατασκευαστικών εργασιών. Το ποσό ανέρχεται στα €6.791.057,
  2. Ο όρος 13.2 από τους Γενικούς Όρους του Συμβολαίου υπό τον τίτλο «Προκαταβολή» (Τεκμήριο 4 ΕΔ Ριζόπουλου) σημειώνει τα εξής: «Νοουμένου ότι τούτο καθορίζεται στο Παράρτημα Προσφοράς, ο Εργοδότης θα καταβάλει στον Εργολάβο άτοκη προκαταβολική πληρωμή για την κινητοποίηση και τη μελέτη του Έργου. Το ποσό της προκαταβολικής αυτής πληρωμής θα πρέπει να είναι ως αναφέρεται στο Παράρτημα Προσφοράς, πληρωτέο με βάση τις αναλογίες των νομισμάτων στις οποίες είναι πληρωτέο το Ποσό Συμβολαίου. Ο Αντιπρόσωπος του Εργοδότη θα πρέπει να εκδώσει Πιστοποιητικό Ενδιάμεσης Πληρωμής για την προκαταβολική αυτή πληρωμή, αφού πρώτα ο Εργολάβος θα έχει παραδώσει στον Εργοδότη την Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης Συμβολαίου σύμφωνα με το εδάφιο 4.2, καθώς και τραπεζική εγγύηση από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της έγκρισης του Εργοδότη, στο ποσό (και σε νομίσματα) που ισούται με την προκαταβολική αυτή πληρωμή, και στη μορφή του εντύπου που επισυνάπτεται στους παρόντες Όρους, ή οποιαδήποτε άλλη μορφή της έγκρισης του Εργοδότη. Αυτή η τραπεζική εγγύηση θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ μέχρι την εξόφληση της προκαταβολικής πληρωμής, το ποσό της όμως θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά κατά το ποσό που έχει αποπληρωθεί από τον Εργολάβο, όπως αυτό δεικνύεται στα Πιστοποιητικά Ενδιάμεσης Πληρωμής. Νοείται ότι στο ποσό της προκαταβολικής αυτής πληρωμής και στο ποσό της τραπεζικής εγγύησης θα προστίθεται ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Η προκαταβολική πληρωμή θα πρέπει να αποπληρώνεται μέσω μειώσεων των Πιστοποιητικών Ενδιάμεσης Πληρωμής που πιστοποιούνται από τον Αντιπρόσωπο του Εργοδότη σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Εκτός κι εάν αναφέρεται διαφορετικό ποσοστό στο Παράρτημα Προσφοράς: (α) οι μειώσεις θα πρέπει να ξεκινήσουν στο Πιστοποιητικό Ενδιάμεσης Πληρωμής στο οποίο το σύνολο όλων των πιστοποιημένων ενδιάμεσων πληρωμών (εξαιρουμένης της προκαταβολικής πληρωμής και αφαιρέσεων και αποπληρωμών της κράτησης) θα ξεπερνά το τριάντα τοις εκατόν (30%) του Ποσού Συμβολαίου μείον τα Ποσά Προνοίας, και (β) οι μειώσεις θα πρέπει να γίνονται υπό τη μορφή ισόποσων δόσεων αποπληρωμής, στις ποσοστιαίες αναλογίες των νομισμάτων της προκαταβολικής πληρωμής, μέχρι την αποπληρωμή της προκαταβολικής πληρωμής, και θα πρέπει να γίνονται έτσι ώστε η αποπληρωμή να έχει ολοκληρωθεί εντός του χρόνου Αποπεράτωσης για το Έργο, μη λαμβανομένης υπόψη τυχόν παράτασης χρόνου που έχει παραχωρηθεί με βάση το εδάφιο 8.
  3. Εάν η προκαταβολική πληρωμή δεν έχουν αποπληρωθεί πριν την έκδοση του Πιστοποιητικού Παραλαβής για το Έργο ή πριν τη λύση σύμφωνα με τα άρθρα 15, 16 ή 19 (ανάλογα με τη περίπτωση), ολόκληρο το υπόλοιπο που παραμένει εκκρεμές θα πρέπει να θεωρείται άμεσα ληξιπρόθεσμο και εξοφλητέο από τον Εργολάβο στον Εργοδότη.» [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Στο δε Παράρτημα Προσφοράς (Δείγμα) [Τεκμήριο 4 ΕΔ Ριζόπουλου] αναφέρεται το εξής: «Προκαταβολική Πληρωμή - 10% του Ποσού Συμβολαίου αφαιρουμένου των ποσών Προνοίας [εάν δεν καθορίζεται δεν εφαρμόζεται]» Δεν αποτελεί σημείο αμφισβήτησης ότι η Αιτήτρια ανταποκρινόμενη στη συμβατική της υποχρέωση μερίμνησε για την έκδοση τέτοιας εγγυητικής από την Ιντεραμέρικαν Ελληνική Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζημιών Μονοπρόσωπη Α.Ε. ημερ. 23.06.21 με αριθμό 3275971 με ισχύ μέχρι 27.11.24 για το πιο πάνω ποσό. Σε ότι δε αφορά την εγγυητική πιστής εκτέλεσης συμβολαίου το ποσό ισοδυναμεί με 10% του ποσού του συμβολαίου. Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η Αιτήτρια συμμορφώθηκε με την εν λόγω συμβατική της υποχρέωση προχωρώντας στην έκδοση τέτοιας εγγυητικής από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. με αριθμό 6337564260451504 για το ποσό των €7.297.900 με ημερομηνία λήξης 07.12.
  4. Ο όρος 4.2 από τους Γενικούς Όρους του Συμβολαίου υπό τον τίτλο «Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης Συμβολαίου» (Τεκμήριο 4 ΕΔ Ριζόπουλου) σημειώνει τα εξής: «Ο Εργολάβος οφείλει να εξασφαλίζει, με δικά του έξοδα, Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης Συμβολαίου, από κάποιο τρίτο μέρος, στο ποσό και τα νομίσματα που αναφέρονται στο Παράρτημα Προσφοράς και να την παραδίνει στον Εργοδότη το αργότερο εντός 28 ημερών από την Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος. Τηρουμένων των προνοιών του Συμβολαίου, η Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης Συμβολαίου πρέπει να παρέχεται από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της έγκρισης του Εργοδότη και πρέπει να έχει τη μορφή του εντύπου που επισυνάπτεται στους παρόντες Όρους, ή οποιαδήποτε άλλη μορφή της έγκρισης του Εργοδότη. Η Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης Συμβολαίου θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ έως ότου ο Εργολάβος εκτελέσει και συμπληρώσει το Έργο και επιδιορθώσει οποιαδήποτε ελαττώματα σε αυτό. Μετά όμως την έκδοση του Πιστοποιητικού Παραλαβής για το Έργο σύμφωνα με το άρθρο 10, ο Εργολάβος θα έχει δικαίωμα να μειώσει κατά το ήμισυ το ποσό της Εγγύησης Πιστής Εκτέλεσης Συμβολαίου. Η Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης Συμβολαίου θα πρέπει να επιστραφεί στον Εργολάβο εντός 14 ημερών από την έκδοση του Πιστοποιητικού Πιστής Εκτέλεσης. Πριν την υποβολή οποιασδήποτε απαίτησης με βάση την Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης Συμβολαίου, ο Εργοδότης οφείλει, σε κάθε περίπτωση, να ειδοποιεί τον Εργολάβο αναφέροντας τη φύση της παραβίασης για την οποία γίνεται η απαίτηση.» [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Στο δε Παράρτημα Προσφοράς (Δείγμα) [Τεκμήριο 4 ΕΔ Ριζόπουλου] αναφέρεται το εξής: «Ποσό Εγγύησης Πιστής Εκτέλεσης Συμβολαίου - 10% του Ποσού Συμβολαίου στο Τοπικό Νόμισμα» Πιο κάτω παραθέτω αυτούσιο απόσπασμα από κάθε μία εγγυητική επιστολή που θεωρώ ότι είναι σχετικό με το αντικείμενο εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας: (α) Εγγυητική Επιστολή Προκαταβολής - Ημερ. λήξης 27.11.24 (Τεκμήριο 2 ΕΔ Ριζόπουλου): «Αξιότιμε Κύριε, Εγγυητική Επιστολή Νο. 32759731 ΕΥΡΩ 6.791.057,50 Συμβόλαιο Αρ. PS/DB/16
  5. Επειδή έχουμε πληροφορηθεί ότι έχετε συμβληθεί με την εταιρεία «ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ» με τον διακριτικό τίτλο «INTRAKAT» (από εδώ και στο εξής καλούμενων «ο Ανάδοχος») για την «Μελέτη και κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς, Τμήμα 1 - Φάση (Α)» (από εδώ και στο εξής του συμβολαίου αυτού καλούμενου «το Συμβόλαιο») με Ποσό Συμβολαίου €72.979.000,00, (ολογράφως εβδομήντα δύο εκατομμύρια εννιακόσιες εβδομήντα εννέα χιλιάδες Ευρώ και μηδέν σεντ) και επειδή ο Ανάδοχος επιθυμεί όπως λάβει προκαταβολή με βάση το εδάφιο 11 του άρθρου 60 των Όρων Συμβολαίου, και επειδή το ίδιο εδάφιο καθορίζει ότι ο Ανάδοχος θα πρέπει προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει Εγγύηση Προκαταβολής για το ίδιο ποσό, εμείς, η πιο κάτω υπογράφουσα Ασφαλιστική Επιχείρηση, κατόπιν αιτήματος του Αναδόχου, παραιτούμενοι από κάθε δικαίωμα ένστασης και επιφύλαξης για το πιο πάνω Συμβόλαιο ή οποιαδήποτε τροποποίηση αυτού, με το παρόν έγγραφο, αμετάκλητα και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση από μέρους του Αναδόχου και χωρίς αναφορά σ' αυτόν, εγγυούμεθα να σας πληρώσουμε χωρίς καθυστέρηση (και το αργότερο εντός 3 εργάσιμων ημερών) στην πρώτη γραπτή απαίτησή σας που θα παραδοθεί στα γραφεία μας επί της Λ. Συγγρού 124-126, Αθήνα, Τ.Κ. 11782, (Προς Τμήμα Ζημιών Γενικών Κλάδων Εκτός Αυτοκινήτου), οποιοδήποτε ποσό θα απαιτηθεί από εσάς μέχρι ποσού (από εδώ και στο εξής καλούμενου το «Εγγυηθέν Ποσό») €6.791.057,50 (ολογράφως έξι εκατομμυρίων επτακοσίων ενενήντα μια χιλιάδων πενήντα επτά Ευρώ και πενήντα σεντ), έναντι γραπτής σας δήλωσης ότι ο Ανάδοχος έχει αρνηθεί και/ή παραλείψει και/ή αποτύχει να σας αποπληρώσει, σύμφωνα με τους Όρους Συμβολαίου, το ποσό που έχει λάβει ως προκαταβολή.» [η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου]. (β) Εγγυητική Επιστολή Πιστής Εκτέλεσης Συμβολαίου (Τεκμήριο 3 ΕΔ Ριζόπουλου): «Αξιότιμε Κύριε, Εγγυητική Επιστολή Αριθμός 6337564260451504, ΕΥΡΩ 7.297.900,00 ΗΜ/ΝΙΑ ΛΗΞΗΣ 07/12/2029 Συμβόλαιο Αρ. PS/DB/16 Επειδή έχουμε πληροφορηθεί ότι έχετε συμβληθεί με την εταιρεία «ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ» με τον διακριτικό τίτλο «INTRAKAT» (από εδώ και στο εξής καλούμενων «ο Ανάδοχος») για την «Μελέτη και κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς, Τμήμα 1 - Φάση (Α)» (από εδώ και στο εξής του συμβολαίου αυτού καλούμενου «το Συμβόλαιο») με Ποσό Συμβολαίου €72.979.000,00, (ολογράφως Ευρώ εβδομήντα δύο εκατομμύρια εννιακόσιες εβδομήντα εννέα χιλιάδες και 00/100) και επειδή οι Όροι του Συμβολαίου προνοούν την παροχή εγγύησης για την πιστή εκτέλεση του Συμβολαίου αυτού για ποσό ίσο με ποσοστό 10% εφαρμοζόμενου επί του Ποσού Συμβολαίου, εμείς, το πιο κάτω υπογράφον χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν αιτήματος του Αναδόχου, παραιτούμενοι από κάθε δικαίωμα ένστασης και επιφύλαξης για το πιο πάνω Συμβόλαιο ή οποιαδήποτε τροποποίηση αυτού, με το παρόν έγγραφο, αμετάκλητα και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση από μέρους του Αναδόχου και χωρίς αναφορά σ' αυτόν, εγγυούμεθα να σας πληρώσουμε χωρίς καθυστέρηση (και το αργότερο εντός 3 εργάσιμων ημερών) στην πρώτη γραπτή απαίτησή σας, οποιοδήποτε ποσό θα απαιτηθεί από εσάς μέχρι ποσού €7.297.900,00 (ολογράφως Ευρώ επτά εκατομμύρια διακόσιες ενενήντα επτά χιλιάδες εννιακόσια και 00/100), έναντι γραπτής σας δήλωσης ότι ο Ανάδοχος έχει αρνηθεί ή παραλείψει να εκπληρώσει ή δεν έχει εκπληρώσει και/ή έχει παραβιάσει οποιοδήποτε όρο του Συμβολαίου. Σε περίπτωση υποβολής τμηματικών απαιτήσεων το ποσό της εγγύησης θα μειώνεται ανάλογα με τα ποσά που θα πληρώνονται.» [η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου]. Με βάση τις πρόνοιες του όρου 13.2 των Γενικών Όρων Συμβολαίου φαίνεται ότι σκοπός της συμβατικής υποχρέωσης της Αιτήτριας να μεριμνήσει για την έκδοση εγγυητικής προκαταβολής είναι για να διασφαλιστεί ότι η Αιτήτρια θα δαπανήσει τα χρήματα που θα εισπράξει προκαταβολικά από την Καθ' ης η αίτηση 1 προς όφελος του έργου που ανέλαβε να εκτελέσει. Γι' αυτό άλλωστε το ποσό της εγγυητικής ισούται με το ύψος του ποσού που δόθηκε προκαταβολικά στην Αιτήτρια και αφορά το έργο με το ποσό να αντιστοιχεί, ως σημειώνεται στο Παράρτημα Όρων, σε 10% του Ποσού Συμβολαίου αφαιρουμένου των ποσών Προνοίας. Όπως αναφέρεται στις διατάξεις του συγκεκριμένου όρου, η προκαταβολική πληρωμή θα πληρώνεται κάθε φορά με μείωση από το εκάστοτε πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής που θα εκδίδεται, προφανώς με ύψος αποκοπής που καθορίζεται στα έγγραφα συμβολαίου, ώστε μέχρι την αποπεράτωση του έργου να έχει ήδη καλυφθεί. Μέχρι όμως να καλυφθεί, η προκαταβολική πληρωμή που παραμένει θα διασφαλίζεται από την εγγυητική προκαταβολής. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στην τελευταία παράγραφο του όρου 13.
  6. Εδώ υποδεικνύεται ότι αν τελικά η προκαταβολική πληρωμή δεν καλυφθεί μέχρι την αποπεράτωση του έργου και συγκεκριμένα πριν έκδοση του πιστοποιητικού παραλαβής του έργου, αν για παράδειγμα για οποιονδήποτε λόγο δεν γίνουν επαρκείς ή καθόλου αποκοπές από τα προηγούμενα εκδομένα ενδιάμεσα πιστοποιητικά πληρωμής ή αν υπάρξει λύση του συμβολαίου δυνάμει των όρων 16 και 19, τότε το υπόλοιπο της προκαταβολικής πληρωμής που παραμένει εκκρεμές θα εξοφληθεί από την εγγυητική της, η πληρωμή του ποσού της οποίας, θα θεωρείται πλέον άμεσα ληξιπρόθεσμη και πληρωτέα. Σε συνδυασμό με τα πιο πάνω, έχω αναγνώσει πρόχειρα και το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε για σκοπούς προκαταβολής. Εκείνο που παρατηρώ είναι ότι εφόσον:
(1)υπάρξει γραπτή απαίτηση πληρωμής συγκεκριμένου ποσού της εγγυητικής προκαταβολής από την Καθ' ης η αίτηση 1 και
(2)η εγγυητική επιστολή βρίσκεται σε ισχύ, δηλαδή μέχρι τις 27.11.24 και
(3)στην γραπτή απαίτηση πληρωμής δηλώνεται ότι η Αιτήτρια αρνήθηκε και/ή παρέλειψε και/ή απέτυχε να αποπληρώσει, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, το ποσό που η Αιτήτρια έλαβε από την Καθ' ης η αίτηση 1 ως προκαταβολή και
(4)η γραπτή απαίτηση πληρωμής παραδοθεί στα γραφεία του οργανισμού που την εξέδωσε στη διεύθυνση που σημειώνεται, τότε ο οργανισμός που την εξέδωσε: (α) χωρίς δικαίωμα προβολής ένστασης ή επιφύλαξης, (β) ανεξάρτητα αν η Αιτήτρια διαφωνεί με την ενέργεια της Καθ' ης η αίτησης 1 να υποβάλει τέτοια απαίτηση πληρωμής, (γ) αμετάκλητα εγγυάται να πληρώσει την Καθ' ης η αίτηση 1 εντός του χρονικού διαστήματος που καθορίζεται το ποσό το οποίο ζητείται και δεν υπερβαίνει του ποσού που καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή, δηλαδή μέχρι ποσού €6.791.057,
  1. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι στις 12.11.24 η Καθ' ης η αίτηση 1 υπέβαλε γραπτώς απαίτηση πληρωμής ολόκληρου του ποσού προκαταβολής στον οργανισμό που εξέδωσε την εγγυητική επιστολή προκαταβολής. Δεν μπορεί κάποιος παρά να συμφωνήσει ότι όταν η Καθ' ης η αίτηση 1 υπέβαλε τη συγκεκριμένη απαίτηση πληρωμής η εγγυητική επιστολή προκαταβολής βρισκόταν σε ισχύ. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι η εν λόγω γραπτή απαίτηση πληρωμής αποστάληκε στον προορισμό της και ειδικότερα στη διεύθυνση που βρίσκονται τα γραφεία του οργανισμού που εξέδωσε την εγγυητική επιστολή προκαταβολής. Παράλληλα από μια πρόχειρη ανάγνωση της γραπτής απαίτησης πληρωμής παρατηρώ ότι περιέχεται η απαιτούμενη δήλωση, ακριβώς όπως αυτή σημειώνεται στην εγγυητική επιστολή. Συνεπώς, για σκοπούς πάντοτε της διαδικασίας αυτής, παρατηρώ ότι όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις έχουν εκ πρώτης όψεως ικανοποιηθεί. Από το περιεχόμενο της εγγυητικής προκαταβολής φαίνεται ότι το εν λόγω έγγραφο είναι από τις περιπτώσεις όπου η πληρωμή του είναι ανέκκλητη με την εκδότρια εταιρεία να είναι υποχρεωμένη να την τιμήσει απλά όταν της ζητηθεί από την Καθ' ης η αίτηση
  2. Εφόσον οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν την αποστολή γραπτής ειδοποίησης έχουν εκ πρώτης όψεως εκπληρωθεί, ο οργανισμός καλείται να προχωρήσει με την ενεργοποίηση της εγγυητικής προκαταβολής. Το λεκτικό που χρησιμοποιείται στο κείμενο της συγκεκριμένης εγγυητικής δεν μπορεί παρά να την κατατάξει στην κατηγορία «On-demand bond / unconditional bond». Το ρητό και σαφές περιεχόμενο που χρησιμοποιείται, όπως αυτό αυτούσια έχει τεθεί πιο πάνω, δεν αφήνει άλλη εξήγηση από το ότι πρόκειται για ανέκκλητη με τον παροχέα, σε κάθε περίπτωση, να είναι υποχρεωμένος να την τιμήσει απλά όταν του ζητηθεί από τον δικαιούχο εφόσον εκ πρώτης όψεως ισχύουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. Η έννοια και σημασία μίας τέτοιας μορφής εγγυητικής εξηγείται στο πιο κάτω απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Keating on Building Contracts' 7η έκδοση §10-44 - §10-47 σελίδες 317-317 που καταγράφεται αυτούσια: «"On - demand bonds". These are unconditional bonds obliging the bondsman to pay simply on demand. Problems that they rase include whether an employer who calls an on-demand bond has to account for the amount received, an if so to whom and upon what legal principle. In Edward Owen v. Barclays Bank, contractors agreed with Libyan customers to supply and erect glass houses in Libya. There was to be a performance quarantee for 10 per cent of the contract price. The quarantee, given by an English bank, was payable "on demand without proof or conditions" There was no evidence of any default or breach of contract on the part of the contractor. It was held that, subject only to proof of fraud on the part of the contractor. It was held that, subject only to proof of fraud on the part of the employer, the bond could be enforced with the result that the contractor became liable upon his indemnity to the English bank. Lord Denning said that, in so far as such bond was enforceable without any breach at all, it bore the colour of a discount, which the contractor, if he were wise, would take into account when quoting his price. "These performance guarantees are virtually promissory notes payable on demand." In the absence of fraud, the court will normally not grant an injunction restraining the enforcement of an on-demand bond, but the underlying contract cannot be entirely ignored. If the contractor had lawfully avoided the underlying contract or there was a failure of its consideration, the court might prevent a call on the bond. Although the reference to a discount in Edward Owen v. Barclays Bank suggests that the employer would not be obliged to account, the decision concerned whether the bondsman had to pay, and did not address questions of subsequent account. It is submitted that, where in relation to a building contract a contractor has at the request of the employer procured an unconditional bond, the court may, depending on all the circumstances, be able to imply into the building contract a term that the employer should account to the contractor for the proceeds of the bond. There may in some circumstances alternatively be a collateral contract to equivalent effect. If this were correct, where the employer's loss was either nil or less than the amount recovered under the bond, the contractor would be entitled to recover in part or in whole. Release by employer. Some bonds are expressly for fixed periods and others come to an end at stated times. e.g. on a particular date or at practical completion. Subject to the express provisions such as these, It is submitted that the typical bond, guaranteeing performance of the contract in accordance with its conditions, extends to any latent defects for which the contractor may be liable in accordance with those conditions. The bondsman's liability therefore does not determine upon completion of the works save in so far as the contractor's obligations end at that stage. Further, it is not thought that there is any implied right to require the employer to release the bondsman upon completion of the works.» Από την πιο πάνω νομική προσέγγιση καθίσταται αντιληπτό ότι εφόσον πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στην εγγυητική για την πληρωμή του ποσού της, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει εκτός όταν υπάρχει εμφανές δόλος που βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και την ίδια στιγμή είναι εις γνώση του τραπεζικού οργανισμού που την έχει εκδώσει. Στην περίπτωση που η εγγυητική είναι τύπου on-demand bond / unconditional bond, ο δόλος στη βάση στοιχείων είναι ο κατ' εξοχήν λόγος που δικαιολογεί επέμβαση του Δικαστηρίου στην αποτροπή πληρωμής της, χωρίς όμως να αποκλείεται κάτι ανάλογο όταν ο εργολάβος (ανάδοχος) νόμιμα δεν εκτέλεσε συμβατικές υποχρεώσεις του. Το βάρος απόδειξης ότι υφίσταται δόλος βρίσκεται στους ώμους του μέρους που το επικαλείται, το οποίο καλείται να το αποσείσει στη βάση επαρκών στοιχείων και λεπτομερειών που θα προσκομίσει και θα τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Η σπάνια επέμβαση του Δικαστηρίου αποσκοπεί στο προστατεύσει την εμπορική πίστη από τον κίνδυνο να δεχτεί ανεπανόρθωτο ρήγμα που ελλοχεύει σε αντίθετη περίπτωση. Η έννοια του όρου «δόλος» αναφέρεται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση Τόμο 18 σελίδα
  3. Όπως αναφέρεται, πρόκειται για κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Περισσότερες πληροφορίες για το «δόλο» εντοπίζονται στην αγγλική υπόθεση GKN Contractors Ltd v. Lloyds Bank Ltd [1985] 30 BLR 48 στην οποίαν σημειώνεται το πλαίσιο που καθορίζεται ο «δόλος». Το πιο κάτω απόσπασμα ομιλεί από μόνο του: «'. where the named beneficiary presents a claim which he knows at the time to be an invalid claim, representing to the bank that he believes it to be a valid claim.' This would include the situation where he knows he has failed to perform a condition precedent to making a demand. Provided the beneficiary honestly believes there has been a default by the contractor, then fraud will not be established. At the interim stage where an injunction is being sought or summary judgment resisted, it is not enough for the contractor to show an arguable case that the demand is dishonest. The test is whether or not it is established that it is seriously arguable that, on the material available, the only realistic inference is that the beneficiary could not honestly have believed in the validity of the demand (United Trading Corporation SA v. Allied Arab Bank Ltd [1985] 2 Lloyd's Rep 554).» Ο τρόπος με τον οποίον τα Δικαστήρια επεμβαίνουν σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή όταν επιδιώκεται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγορεύει την ρευστοποίηση εγγυητικής, περιγράφεται στην επίσης αγγλική υπόθεση Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd [1978] QB 159 με αναφορά στην RD Harbottle (Mercantile) Ltd Ltd v. National Westminster Bank Ltd [1978] QB
  4. Η αντιμετώπιση αυτή ταυτίζεται με την προσέγγιση των Δικαστηρίων στην Κύπρο (Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited (πιο πάνω), Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd (πιο πάνω)). Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω αγγλική υπόθεση: «It is only in exceptional cases that the courts will interfere with the machinery of irrevocable obligations assumed by bank. They are the life-blood of international commerce. Such obligations are regarded as collateral to the underlying rights and obligations between the merchants at either end of the banking chain. Except possibly in clear cases of fraud of which the banks have notice, the court will leave the merchants to settle their disputes under the contract by litigation or arbitration . The courts are not concerned with their difficulties to enforce claims there are risks which the merchants take. In this case the plaintiffs took the risk of the unconditional wording of the guarantees. The machinery and commitments of banks are on a different level. They must be allowed to be honoured, free from interference by the courts. Otherwise, trust in international commerce could be irreparably damaged.» Η θέση της Αιτήτριας ότι η Καθ' ης η αίτηση 1 υπέβαλε γραπτή απαίτηση πληρωμής του ποσού προκαταβολής πρόωρα επειδή διενεργήθηκε προτού εκπληρωθεί συγκεκριμένος όρος στην εν λόγω εγγυητική επιστολή, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο ισχυρισμός ότι στο συγκεκριμένο έγγραφο αναφέρει πως πρώτα η Καθ' ης η αίτηση 1 θα πρέπει να καλέσει την Αιτήτρια να πληρώσει το ποσό της προκαταβολής που απαιτεί και εφόσον δεν το πράξει εντός 14 ημερών που προνοεί ο όρος 15 των Γενικών Όρων Συμβολαίου τότε δικαιούται να υποβάλει γραπτή απαίτηση πληρωμής από τον οργανισμό που την εξέδωσε, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Από την πρόχειρη ανάγνωση που έκανα στο εν λόγω έγγραφο εγγυητικής, ο ισχυρισμός αυτός της Αιτήτριας δεν υποστηρίζεται από τη διατύπωση που υπάρχει, η οποία εξόφθαλμα είναι σαφής και συγκεκριμένη. Από το περιεχόμενο του κειμένου δεν έχω αντιληφθεί ότι αποτελεί προϋπόθεση στην υποβολή απαίτησης πληρωμής στον οργανισμό που εξέδωσε το εγγυητικό έγγραφο να προηγηθεί αίτημα της Καθ' ης η αίτησης 1 προς την Αιτήτρια να καταβάλει το ποσό και να μην υπάρξει ανταπόκριση από μέρους της Αιτήτριας. Όπως έχω πει, το λεκτικό της εγγυητικής επιστολής για την προκαταβολή εκ πρώτης όψεως δεν εναποθέτει τέτοια υποχρέωση στην Καθ' ης η αίτηση 1, η οποία να συνιστά προϋπόθεση σε περίπτωση που ενεργοποιηθεί η διαδικασία είσπραξης του ποσού της εγγυητικής. Παράλληλα αυτά που η Αιτήτρια επικαλείται στην §45 της ΕΔ Ριζόπουλου δεν επηρεάζει το πιο πάνω σκεπτικό. Ενδεχομένως να έχει έρεισμα σε σχέση με τη νομιμότητα και εγκυρότητα του τερματισμού των εγγράφων συμβολαίου και κατά πόσο ή όχι η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι η προβλεπόμενη από τους όρους τους συμβολαίου, τα οποία, με βάση τις θέσεις των διαδίκων που διατυπώνονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, θα αποτελέσουν επίδικα θέματα προς εκδίκαση στην αγωγή που πρόκειται να καταχωριστεί. Οι προβαλλόμενες εκδοχές στο ζήτημα του τερματισμού είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Αμφότερες πλευρές προέβηκαν σε τερματισμό συμβολαίου και έκαστη αμφισβητεί την ορθότητα, νομιμότητα και εγκυρότητα της διαδικασίας που η αντίδικη πλευρά ακολούθησε. Το ποια εκδοχή ευσταθεί δεν θα εξεταστεί στο στάδιο αυτό αλλά κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής όταν το Δικαστήριο θα αξιολογήσει το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης μέσα από την μαρτυρία που θα παρουσιαστεί στην ολοκληρωμένη της διάσταση και παράλληλα θα εξετάσει ουσιώδη και λεπτομερή νομικά ζητήματα (το νομικό καθεστώς της υπόθεσης) μέσα από αναλυτικές νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων των διαδίκων (Junitexo Ltd v. Adidas (πιο πάνω), Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω)). Με γνώμονα ότι αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι τα έγγραφα συμβολαίου έχουν τερματιστεί, α ανεξάρτητα ποια εκδοχή θα κριθεί ότι ευσταθεί, για σκοπούς του αντικειμένου της παρούσας διαδικασίας αρκεί το περιεχόμενο της τελευταίας παραγράφου του όρου 13.2 των Γενικών Όρων Συμβολαίου. Οι πρόνοιες της συγκεκριμένης παραγράφου φαίνεται να καλύπτουν το ενδεχόμενο και των δύο εκδοχών. Το δε λεκτικό τους είναι εξόφθαλμα σαφές και κατανοητό. Οι διατάξεις του όρου αυτού σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του εγγυητικού εγγράφου, όπως αυτά έχουν σχολιαστεί πιο πάνω, πάντοτε για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας, δεν μπορούν να υποστηρίξουν τη θέση της Αιτήτριας στο ζήτημα αυτό. Η Αιτήτρια επικαλείται συμπεριφορά της Καθ' ης η αίτησης 1 που τη θεωρεί ότι είναι δόλια και κακόπιστη. Προς υποστήριξη του επιχειρήματος του ο συνήγορος της Αιτήτριας παρέπεμψε το Δικαστήριο στις §28-§39 της ΕΔ Ριζόπουλου. Μέσα από αυτές προβάλλονται διάφοροι λόγοι που σύμφωνα με την Αιτήτρια υπάρχει δόλος. Ως τέτοιους η Αιτήτρια επικαλείται τον τρόπο που η Καθ' ης η αίτηση 1 απαντούσε τις επιστολές της, η λανθασμένη σύσταση της Ad-Hoc Επιτροπής Φιλικού Διακανονισμού και η αποστολή σωρεία ερωτημάτων και αιτημάτων που τελικά απορρίφθηκαν, η πλειοψηφία των οποίων εκκρεμούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ταυτόχρονα με την αποστολή ειδοποίησης τερματισμού του συμβολαίου. Με κάθε σεβασμό στην Αιτήτρια, όλοι οι λόγοι που προβάλλονται ότι συνιστούν κακοπιστία δεν εμπίπτουν στο νομικό πλαίσιο που καθορίζει τον ορισμό, έννοια, σημασία και ύπαρξη «δόλου» σε ότι αφορά περίπτωση εγγυητικής με ανέκκλητη πληρωμή σε πρώτη ζήτηση και συγκεκριμένα της μορφής «On-demand bond / unconditional bond», όπως είναι η παρούσα εγγυητική προκαταβολής. Έχω προηγουμένως παραθέσει το πλαίσιο του δόλου, στο οποίο και παραπέμπω χωρίς να χρειάζεται να το επαναλάβω. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί δόλου από μέρους της Καθ' ης η αίτησης 1 αναφορικά με την εγγυητική προκαταβολής κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Αν τώρα ληφθεί υπόψη η θέση της Καθ' ης η αίτησης 1 ότι μέχρι τη στιγμή του τερματισμού δεν υπήρξε αποκοπή οποιουδήποτε ποσού που δόθηκε προκαταβολικά στην Αιτήτρια από οποιοδήποτε ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής που έχει εκδοθεί μέσω ανάλογης μείωσης για το λόγο που η Καθ' ης η αίτηση 1 προβάλλει στην §56 της ΕΔ Νικολάου, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, γίνεται αντιληπτό ότι εκ πρώτης όψεως ορθά υπεβλήθηκε γραπτή απαίτηση πληρωμής ολόκληρου του ποσού προκαταβολής στον οργανισμό που εξέδωσε την σχετική εγγυητική επιστολή. Σ' αυτό φαίνεται να συνηγορεί το γεγονός της αποστολής γραπτής ειδοποίησης τερματισμού της ισχύς των εγγράφων συμβολαίου από αμφότερους διαδίκους, ανεξαρτήτως της νομιμότητας και εγκυρότητας που θα κριθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Το σίγουρο είναι ότι οι εργασίες στο επίμαχο έργο έχουν τερματιστεί χωρίς αυτό να έχει αποπερατωθεί. Ερχόμενος στην εγγυητική πιστής εκτέλεσης συμβολαίου πρέπει να λεχθεί ότι σκοπός έκδοσης της είναι να διασφαλίσει ότι η Αιτήτρια θα εκτελέσει πιστά τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς όφελος του έργου. Είναι γι' αυτό που τέτοια εγγυητική καλείται να παραμείνει σε ισχύ μέχρι την αποπεράτωση των εργασιών του έργου και την επιδιόρθωση οποιονδήποτε ελαττωμάτων σ' αυτό (όρος 4.2 Γενικών Όρων Συμβολαίου). Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, έχω διαβάσει επιδερμικά το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε για σκοπούς πιστής εκτέλεσης συμβολαίου. Εκείνο που παρατηρώ είναι ότι το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτησης 1 να υποβάλει γραπτή απαίτηση πληρωμής γεννάται εφόσον πρώτα εκπληρωθεί η προϋπόθεση που περιέχεται στην τελευταία πρόταση του όρου 4.2 των Γενικών Όρων Συμβολαίου. Συγκεκριμένα εφόσον πρώτα η Καθ' ης η αίτηση 1 ειδοποιήσει τον Εργολάβο στην οποίαν να του αναφέρει τη φύση της παράβασης για την οποίαν πρόκειται να υποβάλει απαίτηση, τότε η Καθ' ης η αίτηση 1 δικαιούται να προχωρήσει με απαίτηση πληρωμής. Δηλαδή πρώτα η εκπλήρωση της εν λόγω προϋπόθεσης και μετά το δικαίωμα για υποβολή απαίτησης πληρωμής. Με την υποβολή γραπτής απαίτησης πληρωμής και εφόσον:
(1)υπάρξει γραπτή απαίτηση πληρωμής συγκεκριμένου ποσού της εγγυητικής πιστής εκτέλεσης συμβολαίου από την Καθ' ης η αίτηση 1 και
(2)η εγγυητική επιστολή βρίσκεται σε ισχύ, δηλαδή μέχρι τις 07.12.29 και
(3)στην γραπτή απαίτηση πληρωμής δηλώνεται ότι η Αιτήτρια έχει αρνηθεί ή παραλείψει να εκπληρώσει ή δεν έχει εκπληρώσει και/ή έχει παραβιάσει όρο του συμβολαίου, τότε ο οργανισμός που την εξέδωσε: (α) χωρίς δικαίωμα προβολής ένστασης ή επιφύλαξης, (β) ανεξάρτητα αν η Αιτήτρια διαφωνεί με την ενέργεια της Καθ' ης η αίτησης 1 να υποβάλει τέτοια απαίτηση πληρωμής, (γ) αμετάκλητα εγγυάται να πληρώσει την Καθ' ης η αίτηση 1 εντός του χρονικού διαστήματος που καθορίζεται το ποσό το οποίο ζητείται και δεν υπερβαίνει του ποσού που καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή, δηλαδή μέχρι ποσού €7.297.900,
  1. Από το περιεχόμενο της εγγυητικής πιστής εκτέλεσης συμβολαίου φαίνεται ότι το εν λόγω έγγραφο είναι από τις περιπτώσεις όπου η πληρωμή του είναι ανέκκλητη με την εκδότρια εταιρεία να είναι υποχρεωμένη να την τιμήσει απλά όταν της ζητηθεί από την Καθ' ης η αίτηση
  2. Εφόσον εκπληρωθεί η προϋπόθεση, βάση της οποίας αναδύεται δικαίωμα υποβολής γραπτής ειδοποίησης, ο οργανισμός καλείται να προχωρήσει με την ενεργοποίηση της εγγυητικής προκαταβολής. Το λεκτικό που χρησιμοποιείται στο κείμενο της συγκεκριμένης εγγυητικής δεν μπορεί παρά να την κατατάξει στην κατηγορία «On-demand bond / unconditional bond». Το ρητό και σαφές περιεχόμενο που χρησιμοποιείται, όπως αυτό αυτούσια έχει τεθεί πιο πάνω, δεν αφήνει άλλη εξήγηση από το ότι πρόκειται για ανέκκλητη με τον παροχέα, σε κάθε περίπτωση, να είναι υποχρεωμένος να την τιμήσει απλά όταν του ζητηθεί από τον δικαιούχο εφόσον πρώτα βεβαίως εκ πρώτης όψεως γεννηθεί το δικαίωμα για κάτι τέτοιο με την ικανοποίηση της απαιτούμενης προϋπόθεσης καθώς επίσης ισχύουν οι τυπικές προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση εκ πρώτης όψεως παρατηρώ ότι δεν εκπληρώθηκε η απαιτούμενη προϋπόθεση, βάση της οποίας δημιουργείται το δικαίωμα υποβολής γραπτής απαίτησης. Από μια πρόχειρη ανάγνωση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου δεν έχω αντικρύσει γραπτή ειδοποίηση της Καθ' ης η αίτησης 1 που να απευθύνεται στην Αιτήτρια και να της έχει αποσταλεί με την οποίαν να της γνωστοποιείται ότι παραβίασε συγκεκριμένο όρο συμβολαίου ή συγκεκριμένη συμβατική υποχρέωση της, για την οποίαν είχε πρόθεση να υποβάλει γραπτή απαίτηση στον οργανισμό που εξέδωσε την εγγυητική πιστής εκτέλεσης συμβολαίου. Με λίγα λόγια δεν υπήρξε ειδοποίηση στην Αιτήτρια για πρόθεση της Καθ' ης η αίτησης 1 να υποβάλει γραπτή απαίτηση πληρωμής αναφορικά με την εγγυητική πιστής εκτέλεσης συμβολαίου πριν από την υποβολή γραπτή απαίτησης πληρωμής στον οργανισμό που την έκδωσε. Για σκοπούς της παρούσας αίτησης δεν θα θεωρούσα ότι το λεκτικό της επιστολής τερματισμού από την Καθ' ης η αίτηση εκ πρώτης όψεως κινείται προς την κατεύθυνση του λεκτικού που γίνεται κατανοητό ότι απαιτείται δυνάμει της συμβατικής προϋπόθεσης του όρου 4.2 των Γενικών Όρων Συμβολαίου. Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα πιο πάνω είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως εμβολιάζουν την εκδοχή της Αιτήτριας με ορατή πιθανότητα επιτυχίας τουλάχιστον στο κυρίως ζήτημα που απασχόλησε την παρούσα διαδικασία, στο βαθμό και την έκταση που έχει εξηγηθεί, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας της εκδοχής της και/ή της εκδοχής της Καθ' ης η αίτησης
  3. Επομένως καταλήγω ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση, ως βέβαια έχει σχολιαστεί. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας (εδώ η Αιτήτρια) δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση, θεωρώ πως εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα σε σχέση με την εγγυητική πιστής εκτέλεσης συμβολαίου η νομιμότητα δεν θα εξυπηρετηθεί. Αντίθετα θα δοθεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν χρειάζεται να αποδίδεται σεβασμός στην εφαρμογή συμβατικών διαδικασιών στα πλαίσια είτε ανάληψης υποχρεώσεων είτε προστασίας δικαιωμάτων συμβαλλομένων μερών είτε άσκησης εξουσιών που πηγάζουν από τους όρους των εγγράφων συμβολαίου. Πολύ δε περισσότερο όταν τέτοιοι όροι αφορούν την είσπραξη πολύ μεγάλων ποσών που μπορεί να επηρεάσουν την οικονομική σταθερότητα και καθημερινή λειτουργία ενός οργανισμού. Δεν αμφισβητείται ότι ορισμένες από τις απαιτήσεις της Αιτήτριας αλλά και ενδεχομένως ανταπαιτήσεις της Καθ' ης η αίτησης 1 θα είναι οικονομικής φύσεως. Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα με τις αποζημιώσεις να αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία γι' αυτές. Δεν αμφισβητείται ότι η Καθ' ης η αίτηση 1 είναι φερέγγυα. Εξ όσον όμως αντιλαμβάνομαι από τις εκδοχές των διαδίκων δεν θα είναι όλες οι αξιώσεις χρηματικές. Όπως για παράδειγμα που αφήνεται να εννοηθεί, για απαιτήσεις που σχετίζονται με το χρόνο καθώς και η είσπραξη/ρευστοποίηση εγγυητικών προτού αποφασιστούν και αποδοθούν ευθύνες καθώς επίσης υπολογιστούν οι όποιες τυχόν ζημιές κριθούν ότι υπέστη η Καθ' ης η αίτηση 1 εξ' υπαιτιότητας της Αιτήτριας. Όπως λέχθηκε προηγουμένως, ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η προάσπιση της νομιμότητας και των δικαιωμάτων συμβαλλομένων μερών που απορρέουν από την πιστή τήρηση συμβατικών διαδικασιών για την λήψη δραστικού μέτρου είναι ένα άλλο κριτήριο που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου. Σε τελευταία ανάλυση θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος που αφορά την εγγυητική πιστής εκτέλεσης συμβολαίου. Συνεπώς κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση στο βαθμό και την έκταση που έχω εξηγήσει. Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται εδώ. Το Δικαστήριο εξετάζει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Ωστόσο στις περιπτώσεις όπου παραβιάζονται δικαιώματα και/ή δεν τηρούνται πρόνοιες νομοθεσίας ή συμβατικές διαδικασίες η έκδοση προσωρινού διατάγματος που διατηρεί το status quo ante είναι αναγνωρισμένη διαδικασία. Κάτω από τις περιστάσεις που έχω αναφέρει προηγουμένως, θεωρώ ότι η έκδοση του αιτουμένου προσωρινού διατάγματος διατηρεί την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων παρά η μη έκδοση τους επειδή, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται, εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης. Περαιτέρω η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, όπως αυτό διατυπώνεται υπό το σημείο (Ε) της υπό κρίση αίτησης. Με κάθε σεβασμό στην Αιτήτρια, ενώπιον μου δεν έχει παρουσιαστεί κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Δεν έχω αντιληφθεί που εδράζεται η εν λόγω ενδιάμεση αξίωση και ούτε έχω παραπεμφθεί σε οτιδήποτε που να το υποστηρίζει. Αντίθετα τόσο οι πρόνοιες του όρου 15 των Γενικών Όρων Συμβολαίου που πραγματεύεται το θέμα της λύσης της εργοδότησης της Αιτήτριας από την Καθ' ης η αίτηση 1 εξ' υπαιτιότητας της Αιτήτριας όσο και οι διατάξεις του όρου 16 των Γενικών Όρων Συμβολαίου που ασχολείται με το ζήτημα τερματισμού των εγγράφων συμβολαίου από την Αιτήτρια εξ' υπαιτιότητας της Καθ' ης η αίτησης 1, δεν απαγορεύουν συνέχιση και ολοκλήρωση των εργασιών του έργου από μέρους της Καθ' ης η αίτησης 1. Συνεπώς η ενδιάμεση αξίωση σε σχέση με το σημείο (Ε) της υπό κρίση αίτησης δεν έχει προοπτική επιτυχίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος υπό το σημείο (Β), διαφοροποιημένο ωστόσο ως πιο κάτω, με ισχύ μέχρι το τέλος εκδίκασης της υπόθεσης που θα καταχωριστεί: «Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει την Καθ' ης η Αίτηση αρ. 1 και/ή τους υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους και/ή αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους και/ή εξουσιοδοτημένα υπό αυτήν πρόσωπα και/ή οιαδήποτε νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της, από το να καταθέσουν και/ή να απαιτήσουν και/ή να προωθήσουν και/ή κατασχέσουν και/ή να λάβουν οποιαδήποτε θετικά διαβήματα που θα αντιστοιχούν σε εξαργύρωση και/ή να εξαργυρώσουν και/ή εισπράξουν το ποσό των €7.297.900,00 (επτά εκατομμυρίων διακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων εννιακοσίων ευρώ) (το «Ποσό Δεύτερης Εγγύησης») που αντιστοιχεί στην Εγγυητική Επιστολή Νο. 6337564260451504 με ημερομηνία λήξης τις 07/12/2029 (η «Εγγυητική Επιστολή ΕΘΝΙΚΗ») που εκδόθηκε από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. και αφορά στο Συμβόλαιο και/ή οποιοδήποτε μέρος του Ποσού Δεύτερης Εγγύησης και/ή να υποβάλουν αίτημα για απόσυρση και/ή ρευστοποίηση και/ή εκταμίευση χρημάτων, από την Εγγυητική Επιστολή ΕΘΝΙΚΗ που έχει παραδώσει η Αιτήτρια προς την Καθ' ης η Αίτηση σε σχέση με την πιστή εκτέλεση των εργασιών στο Έργο, μέχρι την τελική εκδίκαση της απαίτησης της Αιτήτριας, ως αυτή θα ακολουθήσει και/ή καταχωρηθεί ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων.» Ενόψει του ότι η εγγυητική πιστής εκτέλεσης συμβολαίου της Αιτήτριας παραμένει σε ισχύ μέχρι τις 07.12.29, δεν κρίνεται απαραίτητο να εκδοθεί οποιοδήποτε άλλο εγγυητήριο έγγραφο συνεπεία της έκδοσης του αιτουμένου ενδιάμεσου διατάγματος. Η Αιτήτρια καλείται να καταχωρίσει Έντυπο Απαίτησης εντός 15 ημερών από σήμερα. Σε περίπτωση που δεν το πράξει εντός του χρονικού διαστήματος που έχει καθοριστεί, το ενδιάμεσο διάταγμα που έχει εκδοθεί παύει αμέσως να ισχύει και παράλληλα ενεργοποιείται η διαδικασία απαίτησης πληρωμής της εγγυητικής πιστής εκτέλεσης συμβολαίου από εκεί που παρέμεινε. Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2, 39.4
(1)(α) και 39.7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης μειωμένα κατά 4/5 ένεκα της μερικής επιτυχίας αλλά και της απόσυρσης μέρος των ενδιάμεσων αξιώσεων, τα οποία με την μείωση έχουν υπολογιστεί στην κλίμακα €500.000 - €2.000.000 σε €764,00 πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει) επί ποσού €754,60, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτησης 1. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 15 ημερών μετά την επίδοση Εντύπου Απαίτησης από την Αιτήτρια στην Καθ' ης η αίτηση 1. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.