MAΡΙΑ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ κ.α. ν. ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ, Αρ. Αγωγής 1163/2023, 9/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1163/2023 Μεταξύ: 1.MAΡΙΑ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ 2.ΑΘΗΝΑ ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ Ενάγουσες ν. ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ Εναγόμενος ___________ Ημερομηνία: 09.12.2024 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα 2/ Αιτήτρια: κ. Ευριπίδης Α. Χαραλάμπους Για τον Εναγόμενο / Καθ ου η Αίτηση: κ. Νεόφυτος Δημοσθένους Eνδιάμεση Απόφαση (στην αίτηση ημερ. 13.06.2024 για συνοπτική απόφαση) Εισαγωγή - Ιστορικό: Οι ενάγουσες είναι ιδιοκτήτριες του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], Φ/Σχ. XLV/51 που βρίσκεται στην Έμπα της Επαρχίας Πάφου εντός του οποίου έχει ανεγερθεί κτίριο αποτελούμενο μεταξύ άλλων και από διαμερίσματα. Η ενάγουσα 1 είναι αδελφή του εναγόμενου ενώ η ενάγουσα 2 είναι η μητέρα του. Ο ενάγοντας από το έτος 2019 μέχρι και σήμερα κατέχει και χρησιμοποιεί ως κατοικία του διαμέρισμα που αποτελεί μέρος του άνω αναφερόμενου κτιρίου. Αποτελεί ισχυρισμό των εναγουσών ότι το εν λόγω διαμέρισμα ο εναγόμενος το κατέχει δυνάμει προφορικής συμφωνίας ενοικίασης η οποία όμως τερματίστηκε με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 24.5.2023 που του επιδόθηκε στις 15.06.2023 χωρίς όμως αυτός να συμμορφωθεί και να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του ούτε και να αποκαταστήσει τις ζημιές που προξένησε σε αυτό. Μάλιστα από τις 30.06.2023 μέχρι και σήμερα αυτός καθίσταται παράνομος επεμβασίας. Ένεκα της ισχυριζόμενης παράλειψης του αυτής στις 31.08.2023 οι ενάγουσες προχώρησαν στην καταχώρηση της υπό εξέταση αγωγής εναντίον του ενώ τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 18.12.
- Ο εναγόμενος εμφανίστηκε στην διαδικασία μέσω συνηγόρου με την εμφάνιση του να καταχωρείται στις 14.03.2024 ενώ πριν αυτός καταχωρήσει την υπεράσπιση του και συγκεκριμένα στις 13.06.2024 η ενάγουσα 2 χωρίς την συμμετοχή της ενάγουσας 1 καταχώρησε εναντίον του αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης υποστηριζόμενη από δική της ένορκη δήλωση. Ο εναγόμενος έφερε ένσταση την οποία καταχώρησε γραπτώς στις 23.09.2024 και προωθώντας 5 λόγους ένστασης ζητά την απόρριψη της αίτησης και όπως του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Η ένσταση του υποστηρίζεται από δική του ένορκη δήλωση καθώς και από αριθμό τεκμηρίων. Η αίτηση: Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω παρά το γεγονός ότι η αγωγή καταχωρήθηκε και από τους δύο ιδιοκτήτες του ακινήτου εντός του οποίου έχει ανεγερθεί και το επίδικο διαμέρισμα, την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης καταχώρησε μόνο η Ενάγουσα 2 / Αιτήτρια η οποία υποστηρίζεται από δική της ένορκη δήλωση χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε δήλωση της Ενάγουσας 2 ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην δική της ένορκη δήλωση ότι είναι εξουσιοδοτημένη και από την Ενάγουσα 1 να προχωρήσει με την αίτηση Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2 / αιτήτριας αναφέρει ότι είναι συνιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου μαζί με την ενάγουσα 1 και συγκεκριμένα διαμερίσματος που βρίσκεται στον πρώτο όροφο επί της οδού Νικολάου Έλληνα 26, 8250 Πάφος. Σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα 2 / αιτήτρια κατά τον Νοέμβριο του 2019 δυνάμει προφορικής συμφωνίας ενοικίασης τόσο η ίδια όσο και η ενάγουσα 1 ενοικίασαν το διαμέρισμα στον εναγόμενο με την εξής συμφωνία: Α. Η διάρκεια ενοικίασης συμφωνήθηκε να ισχύει μέχρις ότου του ζητηθεί να αποχωρήσει για να μπορέσει η ενάγουσα 2 να το χρησιμοποιήσει η ίδια αφού κάποια στιγμή θα επέστρεφε στην Κύπρο από την Ελλάδα όπου διέμενε. Β. Το μηνιαίο ενοίκιο ανερχόταν στο ποσό των €250 μηνιαίως και το οποίο θα πληρώνετο την 1η ημέρα κάθε μηνός. Γ. Ο ενοικιαστής θα είχε την υποχρέωση όπως χρησιμοποιήσει το ακίνητο κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο υποχρεωμένος όμως κατά την λήξη ή καθ οιονδήποτε τρόπο τερματισμό της ενοικιάσεως να παραδώσει το διαμέρισμα σε καλή κατάσταση εξαιρουμένης φυσικής φθοράς. Δ. Συμφωνήθηκε επίσης όπως ο Εναγόμενος καταβάλλει τις δαπάνες για τον ηλεκτρισμό, νερό, τηλέφωνο, τέλη αποχετεύσεως και σκυβάλων. Κατά την ενάγουσα 2 ο εναγόμενος πλήρωνε στον λογαριασμό της το ποσό των €250 μηνιαίως ως συμφωνήθηκε ενώ πολλές φορές τα εμβάσματα γίνονταν αποσπασματικά και εν μέρει πληρωτέα. Μάλιστα αυτός κατέβαλε την 01.02.23 €500, την 13.03.2023 €500, την 01.05.2023 €500 και την 12.06.2023 €500 και έτσι έχει πληρώσει τα ενοίκια για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο
- Αυτός οφείλει τα ενοίκια των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2023 ενώ τον Ιανουάριο 2024 κατέβαλε το ποσό των €500 με αποτέλεσμα να οφείλονται ενοίκια από τον μήνα Νοέμβριο 2023 μέχρι και σήμερα ήτοι το συνολικό ποσό των €
- Η ενάγουσα 2 ισχυρίζεται ότι με την πάροδο μιας διετίας και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 2021 ζήτησε από τον εναγόμενο να αποχωρήσει από το ακίνητο καθώς θα ήθελα αυτή να επιστρέψει στην Κύπρο και να το χρησιμοποιεί. Τον Σεπτέμβριο του 2022 όταν ήρθε στην Κύπρο επισκέφθηκε τον εναγόμενο θέλοντας να συζητήσει από κοντά μαζί του και να βρεθεί μια λύση για να φύγει από το ακίνητο χωρίς όμως να της επιτρέψει να εισέλθει σε αυτό παρά μόνο μία φορά όπου διαπίστωσε ότι είχαν εξαφανιστεί πολλά προσωπικά της αντικείμενα που ήταν στο διαμέρισμα. Η δε συμπεριφορά του εναγόμενου ήταν άσχημη αλλά λόγω της συγγένειας τους δεν ήθελε η ενάγουσα 2 να προβεί σε οποιαδήποτε καταγγελία. Μάλιστα από μαρτυρίες γειτονικών διαμερισμάτων έχει αναφερθεί ότι ο εναγόμενος έχει πετάξει πολλά προσωπικά της αντικείμενα στα σκουπίδια χωρίς να την ρωτήσει. Επιπρόσθετα αυτός προκαλεί και διάφορα προβλήματα στους ενοικιαστές του ισογείου προκαλώντας συχνά οχληρία και ερχόμενος σε διαπληκτισμούς μαζί τους και για το ζήτημα αυτό έχουν καλέσει την Αστυνομία. Ένεκα της παράλειψης του εναγόμενου να αποχωρήσει από το διαμέρισμα αποστάλθηκε επιστολή ημερομηνίας 24.05.2023 του δικηγόρου των εναγουσών με την οποία τον καλούσαν να παραδώσει την κατοχή επιστολή η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 15.06.2023 με την ενοικίαση να τερματίζεται και ο εναγόμενος να καθίσταται παράνομος επεμβασίας από την 30.06.
- Σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα 2 η επιστολή ανάφερε το γεγονός ότι ο εναγόμενος προκαλούσε οχληρία και ότι χρειαζόταν το ακίνητο η ίδια ως επίσης ότι αυτός προκάλεσε διάφορες ζημιές επί του ακινήτου. Στην συνέχεια όμως οι πληρωμές έπαψαν σε μεγάλο βαθμό εξού και το γεγονός ότι τροποποιήθηκε το κλητήριο ένταλμα αξιώνοντας και τα ενοίκια από τον εναγόμενο. Τέλος αποτελεί θέση της ενάγουσας 2 ότι ο εναγόμενος συνεχίζει να κατέχει το ακίνητο παράνομα μέχρι και σήμερα παρά το ότι ειδοποιήθηκε πλειστάκις προς τούτο τόσο προφορικός όσο και γραπτώς με αποτέλεσμα να κατέχει αυτό παράνομα. Η ένσταση: Ο εναγόμενος με την δική του ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρει πως η ενάγουσα 2 / αιτήτρια είναι η μητέρα του ενώ η ενάγουσα 1 είναι η αδελφή του με τις μεταξύ του σχέσεις εδώ και χρόνια να είναι πολύ κακές ενώ η συμπεριφορά τους απέναντι του είναι υποτιμητική. Ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια δεν αναφέρει πουθενά στην δήλωση της ότι είναι εξουσιοδοτημένη και από την ενάγουσα 1 για την παρούσα αίτηση ή ότι έλαβε γνώση για την ύπαρξη της. Σε σχέση μάλιστα με τα κατ ισχυρισμό από μέρους του πραγματικά γεγονότα αποτελεί θέση του ότι καμία συμφωνία ενοικιάσεως δεν έγινε μεταξύ των ιδιοκτητών και του ιδίου. Ισχυρίζεται ότι το 2019 είχε ενημερώσει την μητέρα του ότι θα χώριζε και θα επέστρεφε μόνος του στην Κύπρο για να ξεκινήσει μια νέα ζωή με την μητέρα του να τον παροτρύνει να μείνει στο οικογενειακό ακίνητο που βρίσκεται στην Έμπα το οποίο πρόκειται για πολυκατοικία χωρισμένη σε διαμερίσματα. Η πολυκατοικία κατά τον ενάγοντα είναι παράνομη γιατί στερείται αδειών και είχε διαθέσιμο ένα διαμέρισμα στο οποίο όντως ο ίδιος μετακόμισε. Αυτό το γνώριζαν όλοι στην οικογένεια και ένεκα και της άσχημης οικονομικής του κατάστασης η εξέλιξη αυτή τον χαροποίησε ιδιαίτερα. Η συμφωνία ήταν ότι αυτός θα διέμενε μέσα για όσο καιρό επιθυμούσε, θα το συντηρούσε, θα το είχε σε καλή κατάσταση, θα έλεγχε την πολυκατοικία για τυχόν οχληρία και ζημιές και θα συνείσφερε και στους κοινόχρηστους λογαριασμούς αφού στην πολυκατοικία οι μετρητές ρεύματος και υδατοπρομήθειας είναι κοινοί και έρχεται ένας λογαριασμός στον οποίο πληρώνουν το ρεύμα. Αυτό κατά τον εναγόμενο εκτός του ότι είναι παράνομο είναι και άδικο αφού ο ίδιος πλήρωνε το ρεύμα σε μετρητά σε ένοικο που είχε το ρεύμα επ ονόματι του χωρίς να παίρνει οποιαδήποτε απόδειξη μετά από εντολή των ιδιοκτητριών. Ο ίδιος από μόνος του προσφέρθηκε μετά από λίγους μήνες να δίνει συμβολικά χρήματα με την μητέρα του να του αναφέρει να καταβάλει όσα μπορεί και όποτε μπορεί πράγμα το οποίο γίνεται μέχρι και σήμερα χωρίς να χρωστάει οποιαδήποτε χρήματα. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι ακόμα και αν θεωρηθεί ότι υπάρχει σχέση ενοικίασης η συμφωνία αυτή ισχύει και δεν έχει καταπατήσει κανένα όρο. Στην επιστολή ημερομηνίας 24.05.2023 ο εναγόμενος απάντησε μέσω του δικηγόρου του ημερομηνίας 07.07.2023 την οποία επισυνάπτει αρνούμενος τα όσα του καταλογίζονται ενώ σημειώνει πως η μητέρα του δεν ανέφερε το γεγονός ότι βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση πράγμα το οποίο γνωρίζει, πάσχει από μυελοπάθεια και έχει 3 μεταλλικές μπάρες στον αυχένα με αποτέλεσμα να τον εμποδίζει όχι μόνο από το να δουλέψει αλλά να κάνει και τις καθημερινές του εργασίες με τον ίδιο να έχει αποταθεί για να λάβει επίδομα αναπηρίας. Ισχυρίζεται επιπρόσθετα πως η αιτήτρια μέχρι και την επιστολή ημερομηνίας 24.05.2023 δεν του είχε ξαναζητήσει να αποχωρήσει αφού γνώριζε την κατάσταση του και είχαν καλή επικοινωνία. Η σχέση τους άλλαξε περί το 2022 όταν ο ίδιος ξεκίνησε να τους λέει ότι πρέπει να αρθούν οι παρανομίες και ότι θα είχαν προβλήματα με τον ίδιο όμως να μην δημιουργεί κανένα πρόβλημα απεναντίας λόγω της επιδείνωσης της υγείας του ήταν ανήμπορος να κινηθεί. Τέλος ζητά απόρριψη της αίτησης της ενάγουσας 2 / αιτήτριας και όπως του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε αγωγή, παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1], διάταξη η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.
- (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.»[2] Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή μη, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα της νομολογίας τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης».» (βλ. LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011, 28/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:A323) «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418) Η έννοια βέβαια της «καλόπιστης υπεράσπισης» (bona fide defence) που ισχυρίζεται κάποιος εναγόμενος ότι έχει, δεν περιορίζεται στην αυστηρή έννοια του όρου υπεράσπιση αλλά επεκτείνεται και στην έγερση κάποιου θέματος που χρήζει εκδίκασης - «triable issue applicable to the claim». Συνακόλουθα, η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ίδιου του ενάγοντα - «...the defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection.» (Annual Practice σελ.250). Δεν είναι δηλαδή μόνο το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος που θα ληφθεί υπόψη αλλά και το τι ισχυρίζεται και μπορεί να αποδείξει ο ενάγοντας καθώς και το πως η μια θέση επηρεάζει την άλλη.[3] Άλλωστε, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση θα πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν δύο στοιχεία που αφορούν τόσο τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο. Ο πρώτος θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει ξεκάθαρα την υπόθεση του και ο δεύτερος, να μην μπορεί να εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε θέμα που χρίζει εκδίκασης. The purpose of 0.14 is to enable a plaintiff to obtain summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly, and if the defendant is unable to set up a bona fide defence, or raise an issue against the claim which ought to be tried. (Roberts v. Plant, [1895] 1 Q.B. 597, C.A.; Robinson & Co. v. Lynes, [1894] 2 Q.B. 577). (βλ. σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 243 του Annual Practice - «Judgment for Plaintiff» - το οποίο υιοθετήθηκε αυτούσιο στην κυπριακή νομολογία από την CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897) Στη βάση των πιο πάνω, το κοινοδίκαιο αλλά και η νομολογία έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός εναγόμενου να υπερασπιστεί στην αγωγή όταν δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης («good defence to the claim on the merits») ή ότι η υπόθεση αφορά σε ένα δύσκολο νομικό σημείο («difficult point of law is involved»), ή τέτοια διαφορά ως προς τα γεγονότα που μόνο κατόπιν ακρόασης θα επιλυθεί («dispute as to the facts which ought, to be tried»). (βλ. Annual Practice σελ.260). Δεν αρκεί όμως ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Κοντολογίς, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση πρέπει να μην υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση επί των αξιώσεων του και να είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (βλ. R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία γίνεται αναφορά στην Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Εξέταση: Καταρχάς σημειώνω πως για σκοπούς εξέτασης και κατάληξης έχω θέση ενώπιον μου και έχω μελετήσει εκτενώς τόσο το περιεχόμενο της αίτησης όσο και της ένστασης καθώς και της γραπτής επιχειρηματολογίας των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Δεν ζητήθηκε άδεια για να καταχωρηθεί οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτε και να αντεξεταστεί οποιοδήποτε πρόσωπο. Συνεπώς είναι σε γνώση μου ότι καταχωρίστηκε και ότι αναφέρθηκε στην πλήρη του μορφή ακόμα και αν δεν γίνεται αυτολεξεί, ειδική ή λεπτομερής αναφορά στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Για λόγους που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το Δικαστήριο η υπό κρίση αίτηση φαίνεται να καταχωρήθηκε μόνο από πλευράς ενάγουσας 2 / αιτήτριας και δεν έχει συμπεριληφθεί ως αιτήτρια και η ενάγουσα 1. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της 1ης σελίδας της αίτησης. Επιπρόσθετα ως διαπιστώνεται η ενάγουσα 2 με την ένορκη της δήλωση δεν δηλώνει πως πρόκειται για εξουσιοδοτημένο και από την ενάγουσα 1 πρόσωπο να προβεί στην καταχώρηση και προώθηση της αίτησης. Συνεπώς προβληματισμό εγείρει το ότι ουσιαστικά συνοπτική απόφαση εναντίον του εναγόμενου αιτείται μόνο η ενάγουσα 2 και όχι και η ενάγουσα 1 ενώ το αντικείμενο της αγωγής αφορά διαμέρισμα κοινής τους ιδιοκτησίας. Σε κάθε περίπτωση ακόμα και αν θεωρείτο ότι το ζήτημα αυτό δεν προκαλεί οποιαδήποτε ακυρότητα στην διαδικασία του αιτήματος για έκδοση συνοπτικής απόφασης και εξετάζοντας την ουσία του ως έχει υποβληθεί άσχετα αν προωθείτε μόνο από πλευράς ενάγουσας 2 διαπιστώνω ότι το αίτημα για συνοπτική απόφαση δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη με τα δεδομένα ως αυτά έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Και αυτό διότι ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι τα γεγονότα για την δημιουργία ενοικίασης είναι αυτά που η ενάγουσα 2 προωθεί δηλαδή ότι: (α) Η ενοικίαση δημιουργήθηκε στη βάση προφορικής συμφωνίας (β) Αφορά περιοδική ενοικίαση από μήνα σε μήνα (γ) Με συμφωνημένο μηνιαίο ενοίκιο ύψους €250 Τότε ο τερματισμός που η ενάγουσα 2 ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα με την επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 24.05.2023 η οποία επιδόθηκε δια ιδιωτικής επιδόσεως στον εναγόμενο στις 15.06.2023 προκαλεί ζήτημα ύπαρξης προώρου της καταχωρηθείσας αγωγής. Αν και το θέμα δεν ηγέρθηκε από πλευράς εναγομένου, τούτο δεν μπορεί να αγνοηθεί. Και αυτό γιατί όπως είναι γνωστό νομολογιακά ο τερματισμός περιοδικής ενοικίασης με ισχύ από μήνα σε μήνα μπορεί να λάβει χώρα δίδοντας στον παραλήπτη τέτοιας επιστολής περίοδο προειδοποίησης χρονικής διάρκειας ενός καθαρού ημερολογιακού μήνα. Στην υπό εξέταση περίπτωση οι ενάγουσες με την επιστολή τους ημερομηνίας 24.05.2023 καλούν τον εναγόμενο όπως μέχρι την 30.06.2023 παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του επίδικου ακινήτου. Η εν λόγω επιστολή όμως θα έπρεπε να είχε επιδοθεί στον εναγόμενο το αργότερο μέχρι τις 31.05.2023 έτσι ώστε να δίδεται στον κάτοχο του επίδικου διαμερίσματος ως χρόνος παράδοσης του ακινήτου ένας καθαρός ημερολογιακός μήνας όπως αναγράφεται στην επιστολή ήτοι μέχρι τις 30.06.2023 (δηλαδή από 01.06.2023 μέχρι και 30.06.2023). Ο μήνας Μάιος 2023 της περιοδικής μηνιαίας ενοικίασης ήταν ήδη σε τρέχουσα πορεία. Απεναντίας αυτό όχι μόνο δεν έγινε αλλά η επιστολή επιδόθηκε στις 15.06.2023 με αποτέλεσμα να μην δίδεται η ειδοποίηση του καθαρού ημερολογιακού μήνα που ακολουθούσε του μήνα ετοιμασίας της ειδοποιήσεως ισχυριζόμενου τερματισμού. Ενόψει των ανωτέρω δεν θα με απασχολήσει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που έχει εγερθεί αφού θεωρώ πως πρόκειται για περίπτωση που θα πρέπει να δοθεί το δικαίωμα στην καταχώρηση υπεράσπισης. Κατάληξη: Με βάση τα ανωτέρω η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας 2 / Αιτήτριας και υπέρ του Εναγόμενου όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα με το πέρας της αγωγής. Ο Εναγόμενος να καταχωρήσει την υπεράσπιση του εντός 15 ημερών από σήμερα. Στην συνέχεια να ακολουθηθούν οι πρόνοιες των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (Υπ.) ........................... Ν. Φακοντής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 18.1(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend [2] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [3] Annual Practice σελ. 243 «Defendant's rights.— (See more fully notes to r. 6, infra.) Ο.14 was not intended to shut out a defendant who could show that there was a triable issue applicable to the claim as a whole from laying his defence before the Court, .. Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict us to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R.Ir. 238; Electric &General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc..Co., 10 T. L. R. 103).» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο