← Κύπρος

Ρένα Φιλιππίδου ν. Bakri Ghassan, Αρ. Αγωγής 272/2024, 18/12/2024

Ρένα Φιλιππίδου ν. Bakri Ghassan, Αρ. Αγωγής 272/2024, 18/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 272/2024 Μεταξύ: Ρένα Φιλιππίδου Ενάγουσα ν. Bakri Ghassan Εναγόμενος ________________ Ημερομηνία: 18.12.2024 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: Σιαηλής & Σιαηλή Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο / Καθ ού η Αίτηση: κ. Σάββας Ζαννούπας Eνδιάμεση Απόφαση (στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερ. 23.07.2024) Εισαγωγή - Ιστορικό: Στις 27.06.2024 η ενάγουσα με έντυπο απαίτησης που καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου αξιώνει εναντίον του εναγόμενου το χρηματικό ποσό των €18.500 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της τόσο αυτή όσο και ο εναγόμενος ήταν κάτοικοι Πάφου με τον τελευταίο να ασχολείται με την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Επειδή η ενάγουσα επιθυμούσε να πωλήσει τρία αυτοκίνητα της ήρθε σε επαφή μαζί με τον εναγόμενο ο οποίος και συμφώνησε να τα αγοράσει. Ο εναγόμενος πλήρωσε τα δύο αυτοκίνητα και παρέμεινε η αποπληρωμή του τρίτου αυτοκινήτου αξίας €16.000 το οποίο είχε υποσχεθεί ότι θα ξοφλούσε μετά από κάποιο διάστημα. Περί τις 09.05.2021 ο εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο αναγνώρισης χρέους και/ή γραμματίου με το οποίο δήλωνε ότι οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €16.000 η αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να λάβει χώρα εντός 18 μηνών από τις 09.05.2021 χωρίς όμως να το πράξει. Περί τις 29.10.2021 ο εναγόμενος στα πλαίσια των συναλλαγών που είχε με την ενάγουσα της ζήτησε να πληρώσει το μπογιάτισμα ενός αυτοκινήτου μάρκας Mercedes το οποίο θα πωλούσε με την ενάγουσα να πληρώνει το ποσό των €1300 με προφορική συμφωνία των μερών ότι θα της τα επέστρεφε μέχρι τον Νοέμβριο του 2022 μαζί με τα υπόλοιπα χρήματα που ο εναγόμενος της χρωστούσε. Περί τις 04.11.2021 η Ενάγουσα πλήρωσε ακόμα €1200 για το μπογιάτισμα ενός άλλου αυτοκινήτου Mercedes για λογαριασμό του Εναγόμενου στα πλαίσια της ίδιας συμφωνίας όπως και με τα προηγούμενα ποσά το οποίο μέχρι και σήμερα ο τελευταίος παραλείπει και/ή αρνείται να πληρώσει. Μάλιστα δεν συμμορφώθηκε ούτε και με την επιστολή ημερομηνίας 30.05.2024 που οι δικηγόροι της ενάγουσας του απέστειλαν για καταβολή του συνολικού οφειλόμενου ποσού των €18.500 ενώ δικογραφείται πως η ενάγουσα έχει λάβει ενημέρωση από κοινούς γνωστούς ότι ο εναγόμενος σκοπεύει σύντομα να φύγει μόνιμα από τη Κύπρο, δεν απαντά στις κλήσεις της ενάγουσας, έχει κλείσει το showroom του και έχει μετακινήσει τα αυτοκίνητα στο σπίτι όπου νοικιάζει ενώ παράλληλα έχει νοικιάσει σπίτι στην Γερμανία όπου πρόκειται να μεταβεί. Στις 27.09.2024 ο εναγόμενος προχώρησε στην καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης μέσω του δικηγόρου του αφού προηγήθηκε η καταχώρηση σχετικού σημειώματος εμφάνισης ημερομηνίας 20.08.

  1. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του αυτός παραδέχεται ότι τόσο ο ίδιος όσο και η ενάγουσα διαμένουν εντός της Επαρχίας Πάφου με τον ίδιο να δραστηριοποιείται με την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Απορρίπτει ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα ότι ο ίδιος ενδιαφέρθηκε να αγοράσει αυτοκίνητα ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι διατηρούσε με την ενάγουσα ερωτική σχέση και μεταξύ άλλων σχεδίαζαν να παντρευτούν. Ένεκα του γεγονότος ότι αυτός ταξίδευε συχνά στο εξωτερικό η ενάγουσα του πρότεινε όπως της υπογράψει σχετικό έγγραφο με το οποίο να την εξουσιοδοτούσε να ενεργεί προς όφελος του. Δεδομένου ότι αυτός δεν γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα τη σύνταξη του ανέλαβε η Ενάγουσα ενώ ο ίδιος έθεσε την υπογραφή του σε 1 λευκή σελίδα την οποία αργότερα η ενάγουσα συμπλήρωσε με τον τρόπο που αυτή ήθελε. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι ο γραφικός χαρακτήρας του εγγράφου είναι αποκλειστικά της ενάγουσας και πως ουδεμία σχέση έχει με τυχόν οφειλή του εναγόμενου προς την ενάγουσα. Διατείνεται πως το έγγραφο αυτό εμφανίστηκε για πρώτη φορά όταν κινήθηκε η αγωγή και σχετίζεται με την εκδικητική ενέργεια της ενάγουσας να πλήξει τον εναγόμενο λόγω του ότι αυτός τερμάτισε την μεταξύ τους σχέση. Περαιτέρω αποτελεί ισχυρισμό του εναγόμενου με την υπεράσπιση του ότι αυτός ουδέποτε υποσχέθηκε να καταβάλει τα οποιαδήποτε χρήματα στην ενάγουσα και πως δεν οφείλει οτιδήποτε σε αυτήν. Μάλιστα υποστηρίζει πως οι ισχυρισμοί της ενάγουσας για πληρωμή από μέρους της ποσά για το μπογιάτισμα αυτοκινήτων είναι φανταστικοί ενώ σημειώνει πως η ενάγουσα δεν διατηρεί βαφείο αυτοκινήτων αλλά ούτε και ο εναγόμενος της είχε αναθέσει ποτέ το βάψιμο του οποιουδήποτε αυτοκινήτου ή την πληρωμή για το βάψιμο οποιουδήποτε αυτοκινήτου και δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε αποδείξεις για τέτοιες πληρωμές. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι ταξιδεύει στο εξωτερικό τονίζει όμως πως καμία πρόθεση δεν έχει να εγκαταλείψει την Κύπρο ενώ ως προς την άρνηση του να απαντήσει στην ενάγουσα αυτός ως διατείνεται σχετίζεται με την προσπάθεια της ενάγουσας για επανασύνδεση τους πράγμα το οποίο δεν επιθυμεί ο εναγόμενος. Τέλος ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Η ενάγουσα με την απάντηση της ημερομηνίας 14.10.2024 ουσιαστικά αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της απαίτησης της. Μάλιστα ως διατείνεται οι ισχυρισμοί του εναγόμενου περί ερωτικής σχέσης είναι προσβλητικοί και βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας ενώ ισχυρίζεται πως η μοναδική σχέση που είχε με τον εναγόμενο ήταν οι συμφωνίες που έκαναν σχετικά με τα αυτοκίνητα που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και χαρακτηρίζει ως άσχετους τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και ως μια απέλπιδα προσπάθεια καθυστέρησης της διαδικασίας. Επιμένει μάλιστα ότι σύμφωνα με τα όσα έχει πληροφορηθεί ο εναγόμενος ταξιδεύει συχνά στο εξωτερικό και προτίθεται σύντομα να εγκαταλείψει μόνιμα την Κύπρο ενώ αρνείται ότι πρότεινε οποιαδήποτε στιγμή είτε η ίδια είτε ο εναγόμενος να την εξουσιοδοτήσει να ενεργεί προς όφελος του. Σε σχέση με το έγγραφο αναγνώρισης χρέους αυτό κατά την ενάγουσα γράφηκε παρουσία των δύο τους με τον εναγόμενο να υπαγορεύει στην ενάγουσα η οποία έγγραφε ακριβώς ότι της έλεγε για αυτό και δεν είναι απολύτως σωστή η σύνταξη του εγγράφου. Τέλος η ενάγουσα υποστηρίζει πως η ίδια ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι διατηρεί βαφείο αυτοκινήτων αλλά ότι ο εναγόμενος της ζήτησε να πληρώσει για λογαριασμό του το μπογιάτισμα δύο αυτοκινήτων που θα πωλούσε και πως θα της έδινε τα ποσά που η ενάγουσα θα πλήρωνε για το μπογιάτισμα μαζί με τις €16.000 Στις 23.07.2024 η ενάγουσα προχώρησε στην καταχώρηση μονομερούς αίτησης με την οποία αξίωνε προσωρινό διάταγμα εναντίον του εναγόμενου με το εξής περιεχόμενο: Α. Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό και/ή Προστατευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον Καθ ου η Αίτηση / Εναγόμενο και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτού ομού και/ή οποιωνδήποτε εξ αυτού να πωλήσει και/ή δωρήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή διαθέσει και/ή καθ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το αυτοκίνητο, που βρίσκεται επ ονόματι του, Mercedes 200 CDI με αριθμό εγγραφής PYP 641 (chassis no. WDD2120052A675268) αξίας €9.000 μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Αξιοσημείωτο ότι η αίτηση συνοδευόταν από δύο ένορκες δηλώσεις της δικηγόρου κας Μαρίας Μακρή ημερ. 23.07.2024 και όχι από πλευράς αιτήτριας. Δικαστήριο κάτω από άλλη σύνθεση επιλήφθηκε της αίτησης την 25.07.2024 και έκδωσε μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα ορίζοντας το επιστρεπτέο στις 02.08.
  2. Επιτεύχθηκε η επίδοση στον Εναγόμενο / Καθ ού η Αίτηση μέσω σχετικού διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης με τον ίδιο να εμφανίζεται στην διαδικασία μέσω δικηγόρου και στις 11.10.2024 να καταχωρεί γραπτή ένσταση προωθώντας 9 λόγους ένστασης η οποία όμως δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  3. Η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και συγκεκριμένα δεν αποκάλυψε ότι είχε ερωτική σχέση με τον Καθ ού.
  4. Η Αιτήτρια καταχώρησε την Αγωγή και την αίτηση με αλλότρια κίνητρα, και δη με σκοπό να εξαναγκάσει τον Εναγόμενο να επιστρέψει πίσω σε αυτήν.
  5. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση βρίθουν από ανακρίβειες και ψέματα, καθ ότι το σύνολο της είναι ψευδείς.
  6. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση βρίθουν από γενικόλογες αναφορές χωρίς αυτές να συγκεκριμενοποιούνται καθ ότι αυτές είναι ψευδείς.
  7. Τυχόν έκδοση οποιονδήποτε από τα αιτούμενα Διατάγματα θα εμποδίσει τον Εναγόμενο στην απόλαυση της περιουσίας του.
  8. Τυχόν έκδοση οποιονδήποτε από τα αιτούμενα Διατάγματα θα εμποδίσει τον Εναγόμενο να ασκήσει την επαγγελματική του δραστηριότητα.
  9. Η Αιτήτρια απέκρυψε ποιος είναι ο ιδιοκτήτης και κάτοχος των αναφερόμενων αυτοκινήτων.
  10. Τα όσα γεγονότα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
  11. Δεν συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση οποιονδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα. Νομική Πτυχή: Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρέως γνωστή και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια και περιεκτικότητα στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, και οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχουν πολύ εύστοχα συνοψισθεί στις υποθέσεις ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.2019. Παρατίθεται κατωτέρω, αυτούσιο, το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στην Κοζάκου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί οτιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις................ ..................................... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» H διαδικασία της ακρόασης: Η ακρόαση της αίτησης έλαβε χώρα στη βάση του περιεχομένου της αίτησης, της ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν. Υπενθυμίζεται πως η ένσταση δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση είτε του εναγόμενου / καθ ού η αίτηση είτε άλλου προσώπου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν και καταχώρησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης τις γραπτές τους αγορεύσεις. Συνεπώς είναι σε γνώση μου ότι καταχωρίστηκε και ότι αναφέρθηκε στην πλήρη του μορφή ακόμα και αν δεν γίνεται αυτολεξεί, ειδική ή λεπτομερής αναφορά στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Συμπεράσματα: Ένα ζήτημα το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά προτεραιότητα είναι το κατά πόσον υπάρχει αντικανονικότητα ως προς τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν / συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση. Και αυτό γιατί οι δύο ένορκες δηλώσεις ημερομηνίας 23.07.2024 που υποστηρίζουν την αίτηση έγιναν από την δικηγόρο κα. Μαρία Μακρή και όχι από την ίδια την αιτήτρια. Μάλιστα αξιοσημείωτο πως σε καμία εκ των δύο ενόρκων δηλώσεων δεν γίνεται αναφορά ή εξήγηση γιατί ορκίζεται δικηγόρος και όχι η ίδια η αιτήτρια ούτε και γίνεται οποιαδήποτε αναφορά και για το κατά πόσον υπήρχε οποιαδήποτε δυσκολία, κώλυμα ή λόγος που η αιτήτρια δεν προχώρησε η ίδια στην παράθεση ενόρκων δηλώσεων και αντί αυτού το πράττει δικηγόρος. Στην 1η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 23.07.2024 αναφέρονται αυτολεξεί τα εξής: Εγώ η Μαρία Μακρή από την Πάφο ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1.Είμαι δικηγόρος στην δικηγορική εταιρεία Σιαηλής & Σιαηλή Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι της Αιτήτριας εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, και ως εκ της θέσεως μου γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, για όσα γεγονότα δεν γνωρίζω λαμβάνω πληροφόρηση από την Αιτήτρια και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση. 2.Έχω συντάξει την εναρκτήρια και μονομερή αίτηση, και έχω ετοιμάσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση. ... Στην 2η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 23.07.2024 αναφέρονται αυτολεξεί τα εξής: Εγώ η Μαρία Μακρή από την Πάφο ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1.Είμαι δικηγόρος στην δικηγορική εταιρεία Σιαηλής & Σιαηλή Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι της Αιτήτριας εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, και ως εκ της θέσεως μου γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, για όσα γεγονότα δεν γνωρίζω λαμβάνω πληροφόρηση από την Αιτήτρια και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση. 2.Έχω συντάξει την εναρκτήρια και μονομερή αίτηση και έχω ετοιμάσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση. Περαιτέρω προς υποστήριξη των θέσεων της Αιτήτριας έχω ετοιμάσει και επιπρόσθετη ένορκη δήλωση με την οποία επιδιώκω να καταδείξω στο Δικαστήριο ότι είναι επείγον όπως το Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ως η παρούσα αίτηση. ..... Από τα πιο πάνω προκύπτει πως δεν δίδεται καμία εξήγηση γιατί να μην ορκίζεται η ίδια η αιτήτρια. To γεγονός ότι η δικηγόρος που προβαίνει στην ένορκη δήλωση δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια δεν μπορεί να είναι αρκετό. Υπήρχε η υποχρέωση αν και εφόσον η αιτήτρια είχε πράγματι κάποιο κώλυμα να προβεί η ίδια στην ένορκη δήλωση να αναφέρεται ρητά τέτοιο κώλυμα δίδοντας σχετικές πληροφορίες περί τούτου κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην υπό εξέταση περίπτωση. Η σχετική νομολογία αναφορικά με το άνω θέμα είναι μεταξύ άλλων και η ακόλουθη: Στην υπόθεση Dulal κ. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερ 27.10.2005 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό μονομελή σύνθεση: «Επιστρέφοντας στα γεγονότα της δικής μας περίπτωσης παρατηρώ τα εξής: (α) Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)CLR I, In Re Efthymiou
(1987)1 CLR. 28, In Re An advocate
(1987)1 CLR 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036) οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. Παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή» Στην υπόθεση Γεωργιάδης Νεόφυτος
(2010)ΑΑΔ. 1413, ο αιτητής ζήτησε από το Ανώτατο Δικαστήριο άδεια για καταχώριση αίτησης έκδοσης εντάλματος certiorari και prohibition. Η αίτηση συνοδευόταν από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του αιτούντος. Η αίτηση απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν ορκίστηκε ο ίδιος ο αιτητής. Σημειώθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό μονομελή σύνθεση: «Μελέτησα την αίτηση και τα όσα ανέφερε κατά την αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή και για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια έχω καταλήξει, όπως η διακριτική μου ευχέρεια ασκηθεί ενάντια του αιτήματος: [-] (β) H ένορκη δήλωση, που υποστηρίζει την αίτηση δε γίνεται από τον ίδιο τον απητή αλλά ουσιαστικά από το δικηγόρο του χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής. Υπάρχει αρκετή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)CLR. 1. Lazarou (No. 1) v. Police
(1969)2 CLR. 53, In Re Efthymiou
(1987)1 CLR. 28, In Re An advocate
(1987)1 CLR 319 και Thanos Hotels Lid v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΑ 1036), ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζονται οι δικηγόροι των διαδίκων για την υπόθεση των πελατών τους, εκτός αν τούτο είναι αναγκαίο». Στην υπόθεση Rybolovlev κ.ά. ν. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 αποφασίστηκαν, μεταξύ άλλων τα εξής: «Σύμφωνα με τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές, γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίσει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. Η θέση του εφεσείοντος ότι εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος θα πρέπει απαραίτητα στην ένορκη δήλωσή του να παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκιστεί και εάν δεν το πράξει τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και πρέπει να απορριφθεί ή να αγνοηθεί, δεν αποτελεί προϊόν αναγνωρισμένης αρχής, ούτε και εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1045/2005, ημερ. 27.10.2005, την οποία επικαλέστηκε. Όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο τον διάδικο να είναι ενόρκως δηλών, απαιτείται όπως δοθεί προς τούτο κάποια εξήγηση. Όμως, στην εξεταζόμενη υπόθεση, οι προσωπικές περιστάσεις της εφεσίβλητης, η οποία διαμένει μόνιμα εκτός Κύπρου και έχει τη φροντίδα του ανήλικου τέκνου της, μαζί με το στοιχείο του κατεπείγοντος, δεν καθιστούν απαραίτητη την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσει δικηγόρου, ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής τους.» Στην υπόθεση Παπακυριάκου ν. Konikklijke Luchtvaart Maatschappij N.V. εμπορευόμενη με την επωνυμία KLM Royal Dutch Airlines, Αρ. Αγ. 206/12, Ε.Δ. Πάφου, ημερ. 28.09.2015 του Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ., η αιτούσα με αίτησή της ζήτησε την εκδίκαση προδικαστικών ενστάσεων, η οποία προσέκρουσε στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση. Ένας από τους λόγους ένστασης αφορούσε στην κατάρτιση της ένορκης δήλωσης από δικηγόρο. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «[-] δεν διαφαίνεται να συντρέχουν οποιεσδήποτε εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν επέτρεπαν σε εξουσιοδοτημένο από το εν λόγω γραφείο πρόσωπο να υπογράψει την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω και της Νομολογίας που αναφέρθηκε απαιτείτο εξήγηση για το ότι την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν την υπέγραψε εκπρόσωπος της Αιτήτριας, αλλά δικηγόρος, που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της. Στην ένορκο δήλωση της κυρίας Ευθυμίου καμία τέτοια εξήγηση ή δικαιολογία δεν δίνεται. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η ένορκη δήλωση της κυρίας Ευθυμίου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση πάσχει και ότι αυτή σύμφωνα με τη Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Το συμπέρασμά μου αυτό είναι καταλυτικό για την τύχη της υπό κρίση αίτησης και καθιστά την υπό κρίση αίτηση έκθετη σε απόρριψη». Ως εκ τούτου καταλήγω πως οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση ημερομηνίας 23.07.2024 πάσχουν και συνεπώς το περιεχόμενο τους δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής είναι η αίτηση να μην υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία που έχει ως αποτέλεσμα να απουσιάζει το αναγκαίο υπόβαθρο για την εξέταση της. Κατάληξη: Συνεπώς για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω η αίτηση ημερομηνίας 23.07.2024 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 25.07.2024 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου / Καθ ού η Αίτηση και εις βάρος της Ενάγουσας / Αιτήτριας ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα με το πέρας της αγωγής. (Υπ.) ........................... Ν. Φακοντής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.