← Κύπρος

Ρένα Φιλιππίδου ν. Bakri Ghassan, Αρ. Αγωγής 272/2024, 18/12/2024

Ρένα Φιλιππίδου ν. Bakri Ghassan, Αρ. Αγωγής 272/2024, 18/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 272/2024 Μεταξύ: Ρένα Φιλιππίδου Ενάγουσα ν. Bakri Ghassan Εναγόμενος ________________ Ημερομηνία: 18.12.2024 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: Σιαηλής & Σιαηλή Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο / Καθ ού η Αίτηση: κ. Σάββας Ζαννούπας Eνδιάμεση Απόφαση (στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερ. 27.06.2024) Εισαγωγή - Ιστορικό: Στις 27.06.2024 η ενάγουσα με έντυπο απαίτησης που καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου αξιώνει εναντίον του εναγόμενου το χρηματικό ποσό των €18.500 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της τόσο αυτή όσο και ο εναγόμενος ήταν κάτοικοι Πάφου με τον τελευταίο να ασχολείται με την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Επειδή η ενάγουσα επιθυμούσε να πωλήσει τρία αυτοκίνητα της ήρθε σε επαφή μαζί με τον εναγόμενο ο οποίος και συμφώνησε να τα αγοράσει. Ο εναγόμενος πλήρωσε τα δύο αυτοκίνητα και παρέμεινε η αποπληρωμή του τρίτου αυτοκινήτου αξίας €16.000 το οποίο είχε υποσχεθεί ότι θα ξοφλούσε μετά από κάποιο διάστημα. Περί τις 09.05.2021 ο εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο αναγνώρισης χρέους και/ή γραμματίου με το οποίο δήλωνε ότι οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €16.000 η αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να λάβει χώρα εντός 18 μηνών από τις 09.05.2021 χωρίς όμως να το πράξει. Περί τις 29.10.2021 ο εναγόμενος στα πλαίσια των συναλλαγών που είχε με την ενάγουσα της ζήτησε να πληρώσει το μπογιάτισμα ενός αυτοκινήτου μάρκας Mercedes το οποίο θα πωλούσε με την ενάγουσα να πληρώνει το ποσό των €1300 με προφορική συμφωνία των μερών ότι θα της τα επέστρεφε μέχρι τον Νοέμβριο του 2022 μαζί με τα υπόλοιπα χρήματα που ο εναγόμενος της χρωστούσε. Περί τις 04.11.2021 η ενάγουσα πλήρωσε ακόμα €1200 για το μπογιάτισμα ενός άλλου αυτοκινήτου Mercedes για λογαριασμό του εναγόμενου στα πλαίσια της ίδιας συμφωνίας όπως και με τα προηγούμενα ποσά το οποίο μέχρι και σήμερα ο τελευταίος παραλείπει και/ή αρνείται να πληρώσει. Μάλιστα δεν συμμορφώθηκε ούτε και με την επιστολή ημερομηνίας 30.05.2024 που οι δικηγόροι της ενάγουσας του απέστειλαν για καταβολή του συνολικού οφειλόμενου ποσού των €18.500 ενώ δικογραφείται πως η ενάγουσα έχει λάβει ενημέρωση από κοινούς γνωστούς ότι ο εναγόμενος σκοπεύει σύντομα να φύγει μόνιμα από τη Κύπρο, δεν απαντά στις κλήσεις της ενάγουσας, έχει κλείσει το showroom του και έχει μετακινήσει τα αυτοκίνητα στο σπίτι όπου νοικιάζει ενώ παράλληλα έχει νοικιάσει σπίτι στην Γερμανία όπου πρόκειται να μεταβεί. Στις 27.09.2024 ο εναγόμενος προχώρησε στην καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης μέσω του δικηγόρου του αφού προηγήθηκε η καταχώρηση σχετικού σημειώματος εμφάνισης ημερομηνίας 20.08.

  1. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του αυτός παραδέχεται ότι τόσο ο ίδιος όσο και η ενάγουσα διαμένουν εντός της Επαρχίας Πάφου με τον ίδιο να δραστηριοποιείται με την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Απορρίπτει ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα ότι ο ίδιος ενδιαφέρθηκε να αγοράσει αυτοκίνητα ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι διατηρούσε με την ενάγουσα ερωτική σχέση και μεταξύ άλλων σχεδίαζαν να παντρευτούν. Ένεκα του γεγονότος ότι αυτός ταξίδευε συχνά στο εξωτερικό η ενάγουσα του πρότεινε όπως της υπογράψει σχετικό έγγραφο με το οποίο να την εξουσιοδοτούσε να ενεργεί προς όφελος του. Δεδομένου ότι αυτός δεν γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα τη σύνταξη του ανέλαβε η Ενάγουσα ενώ ο ίδιος έθεσε την υπογραφή του σε 1 λευκή σελίδα την οποία αργότερα η ενάγουσα συμπλήρωσε με τον τρόπο που αυτή ήθελε. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι ο γραφικός χαρακτήρας του εγγράφου είναι αποκλειστικά της ενάγουσας και πως ουδεμία σχέση έχει με τυχόν οφειλή του εναγόμενου προς την ενάγουσα. Διατείνεται πως το έγγραφο αυτό εμφανίστηκε για πρώτη φορά όταν κινήθηκε η αγωγή και σχετίζεται με την εκδικητική ενέργεια της ενάγουσας να πλήξει τον εναγόμενο λόγω του ότι αυτός τερμάτισε την μεταξύ τους σχέση. Περαιτέρω αποτελεί ισχυρισμό του εναγόμενου με την υπεράσπιση του ότι αυτός ουδέποτε υποσχέθηκε να καταβάλει τα οποιαδήποτε χρήματα στην ενάγουσα και πως δεν οφείλει οτιδήποτε σε αυτήν. Μάλιστα υποστηρίζει πως οι ισχυρισμοί της ενάγουσας για πληρωμή από μέρους της ποσά για το μπογιάτισμα αυτοκινήτων είναι φανταστικοί ενώ σημειώνει πως η ενάγουσα δεν διατηρεί βαφείο αυτοκινήτων αλλά ούτε και ο εναγόμενος της είχε αναθέσει ποτέ το βάψιμο του οποιουδήποτε αυτοκινήτου ή την πληρωμή για το βάψιμο οποιουδήποτε αυτοκινήτου και δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε αποδείξεις για τέτοιες πληρωμές. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι ταξιδεύει στο εξωτερικό τονίζει όμως πως καμία πρόθεση δεν έχει να εγκαταλείψει την Κύπρο ενώ ως προς την άρνηση του να απαντήσει στην ενάγουσα αυτός ως διατείνεται σχετίζεται με την προσπάθεια της ενάγουσας για επανασύνδεση τους πράγμα το οποίο δεν επιθυμεί ο εναγόμενος. Τέλος ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Η ενάγουσα με την απάντηση της ημερομηνίας 14.10.2024 ουσιαστικά αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της απαίτησης της. Μάλιστα ως διατείνεται οι ισχυρισμοί του εναγόμενου περί ερωτικής σχέσης είναι προσβλητικοί και βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας ενώ ισχυρίζεται πως η μοναδική σχέση που είχε με τον εναγόμενο ήταν οι συμφωνίες που έκαναν σχετικά με τα αυτοκίνητα που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και χαρακτηρίζει ως άσχετους τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και ως μια απέλπιδα προσπάθεια καθυστέρησης της διαδικασίας. Επιμένει μάλιστα ότι σύμφωνα με τα όσα έχει πληροφορηθεί ο εναγόμενος ταξιδεύει συχνά στο εξωτερικό και προτίθεται σύντομα να εγκαταλείψει μόνιμα την Κύπρο ενώ αρνείται ότι πρότεινε οποιαδήποτε στιγμή είτε η ίδια είτε ο εναγόμενος να την εξουσιοδοτήσει να ενεργεί προς όφελος του. Σε σχέση με το έγγραφο αναγνώρισης χρέους αυτό κατά την ενάγουσα γράφηκε παρουσία των δύο τους με τον εναγόμενο να υπαγορεύει στην ενάγουσα η οποία έγγραφε ακριβώς ότι της έλεγε για αυτό και δεν είναι απολύτως σωστή η σύνταξη του εγγράφου. Τέλος η ενάγουσα υποστηρίζει πως η ίδια ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι διατηρεί βαφείο αυτοκινήτων αλλά ότι ο εναγόμενος της ζήτησε να πληρώσει για λογαριασμό του το μπογιάτισμα δύο αυτοκινήτων που θα πωλούσε και πως θα της έδινε τα ποσά που η ενάγουσα θα πλήρωνε για το μπογιάτισμα μαζί με τις €16.000 Στις 27.06.2024 η ενάγουσα προχώρησε στην καταχώρηση μονομερούς αίτησης με την οποία αξίωνε προσωρινά διατάγματα εναντίον του εναγόμενου με το εξής περιεχόμενο: Α. Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό και/ή Προστατευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον Καθ ου η Αίτηση/Εναγόμενο και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτού ομού και/ή οποιωνδήποτε εξ αυτού από του να εμβάσουν και/ή πληρώσουν και/ή αποξενώσουν και/ή διαθέσουν και/ή καθ οιονδήποτε τρόπο μεταφέρουν οποιοδήποτε ποσό ευρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς είτε οι εν λόγω λογαριασμοί και/ή καταθέσεις βρίσκονται σε τραπεζικά και/ή συνεργατικά ιδρύματα εντός δικαιοδοσίας είτε ευρίσκονται σε τραπεζικά και/ή συνεργατικά ιδρύματα εκτός δικαιοδοσίας μέχρι του ποσού των €18.500 μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Β. Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό και/ή Προστατευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον Καθ ου η Αίτηση / Εναγόμενο και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτού ομού και/ή οποιωνδήποτε εξ αυτού να πωλήσει και/ή δωρήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή διαθέσει και/ή καθ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει τα ακόλουθα αυτοκίνητα που βρίσκονται επ ονόματι του: α) Mercedes SL με αριθμό εγγραφής PXN379 αξίας €6.000, β) Mercedes SL500 με αριθμό εγγραφής AC 78P αξίας €7000, γ) Mercedes sl500 με αριθμό εγγραφής AC128Q αξίας €6000 μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Γ. Προσωρινό συντηρητικό και/ή προστατικό Διάταγμα που να υποχρεώνει και/ή να διατάσσει τον Εναγόμενο - Καθ ου η Αίτηση όπως αποκαλύψει εντός και/ή εκτός της δικαιοδοσίας όλη την ακίνητη και/ή κινητή περιουσία της οποίας είναι κύριος και/ή κάτοχος εντός 1 εβδομάδας από την επίδοση του Διατάγματος. Δικαστήριο κάτω από άλλη σύνθεση επιλήφθηκε της αίτησης την 01.07.2024 και έκδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα ως οι παραγράφοι Α και Β της αίτησης ορίζοντας τα επιστρεπτέα την 08.07.
  2. Σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Γ αυτό δεν εκδόθηκε στα πλαίσια της μονομερούς διαδικασίας και διατάχθηκε η επίδοση του κατά την ίδια ημερομηνία. Επιτεύχθηκε η επίδοση στον Εναγόμενο / Καθ ού η Αίτηση μέσω σχετικού διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης με τον ίδιο να εμφανίζεται στην διαδικασία μέσω δικηγόρου και στις 11.10.2024 να καταχωρεί γραπτή ένσταση προωθώντας 9 λόγους ένστασης η οποία όμως δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  3. Η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και συγκεκριμένα δεν αποκάλυψε ότι είχε ερωτική σχέση με τον Καθ ού.
  4. Η Αιτήτρια καταχώρησε την Αγωγή και την αίτηση με αλλότρια κίνητρα, και δη με σκοπό να εξαναγκάσει τον Εναγόμενο να επιστρέψει πίσω σε αυτήν.
  5. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση βρίθουν από ανακρίβειες και ψέματα, καθ ότι το σύνολο της είναι ψευδείς.
  6. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση βρίθουν από γενικόλογες αναφορές χωρίς αυτές να συγκεκριμενοποιούνται καθ ότι αυτές είναι ψευδείς.
  7. Τυχόν έκδοση οποιονδήποτε από τα αιτούμενα Διατάγματα θα εμποδίσει τον Εναγόμενο στην απόλαυση της περιουσίας του.
  8. Τυχόν έκδοση οποιονδήποτε από τα αιτούμενα Διατάγματα θα εμποδίσει τον Εναγόμενο να ασκήσει την επαγγελματική του δραστηριότητα.
  9. Η Αιτήτρια απέκρυψε ποιος είναι ο ιδιοκτήτης και κάτοχος των αναφερόμενων αυτοκινήτων.
  10. Τα όσα γεγονότα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
  11. Δεν συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση οποιονδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα. Νομική Πτυχή: Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρέως γνωστή και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια και περιεκτικότητα στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, και οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχουν πολύ εύστοχα συνοψισθεί στις υποθέσεις ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.2019. Παρατίθεται κατωτέρω, αυτούσιο, το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στην Κοζάκου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί οτιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις................ ..................................... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» H διαδικασία της ακρόασης: Η ακρόαση της αίτησης έλαβε χώρα στη βάση του περιεχομένου της αίτησης, της ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν. Υπενθυμίζεται πως η ένσταση δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση είτε του εναγόμενου / καθ ού η αίτηση είτε άλλου προσώπου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν και καταχώρησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης τις γραπτές τους αγορεύσεις. Συνεπώς είναι σε γνώση μου ότι καταχωρίστηκε και ότι αναφέρθηκε στην πλήρη του μορφή ακόμα και αν δεν γίνεται αυτολεξεί, ειδική ή λεπτομερής αναφορά στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Συμπεράσματα: Ουσιαστικά τα όσα η ενάγουσα / αιτήτρια προβάλει με την ένορκη της δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης της παρέμειναν τουλάχιστον για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας αναντίλεκτα αφού δεν καταχωρήθηκε περί του αντιθέτου επιχειρηματολογία από πλευράς καθ ου η αίτηση. Διευκρινίζεται βεβαίως πως το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεση αίτηση και σε καμιά περίπτωση δεν προβαίνει στο παρόν στάδιο στην έξαρση οποιονδήποτε συμπερασμάτων ή ευρημάτων όμως δεν μπορεί να μην λάβει υπόψη του το γεγονός ότι στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο η μόνη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του είναι αυτή που υποστηρίζει την αίτηση ενόψει του γεγονότος πως ο καθ ου η αίτηση επέλεξε να μην υποστηρίξει την γραπτή του ένσταση με οποιαδήποτε ένορκη δήλωση προερχόμενη είτε από τον ίδιο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της αιτήτριας αυτή κατά το έτος 2021 ήθελε να πωλήσει τρία της αυτοκίνητα και ήρθε σε επαφή με τον εναγόμενο ο οποίος πωλούσε μεταχειρισμένα οχήματα με τον τελευταίο να ενδιαφέρεται να τα αγοράσει. Μάλιστα πλήρωσε κανονικά για τα δύο εξ αυτών και παρέμεινε η πληρωμή του τρίτου οχήματος με την υπόσχεση που της έδωσε ότι θα πλήρωνε αυτή μετά από κάποιο διάστημα. Ένεκα του γεγονότος ότι είχε ήδη πληρώσει για τα δύο εξ αυτών συμφώνησε να του δοθεί χρόνος για την εξόφληση του τρίτου. Περί τις 09.05.2021 ο καθ ου η αίτηση υπέγραψε έγγραφο αναγνώρισης χρέος με το οποίο δήλωνε ότι οφείλει στην αιτήτρια το ποσό των €16.000 το οποίο θα αποπλήρωνε εντός 18 μηνών από τις 09.05.2021. Ως περαιτέρω η αιτήτρια διατείνεται στα πλαίσια της συνεργασίας της με τον καθ ου η αίτηση και την εμπιστοσύνη που του έδειξε συμφώνησε να του πληρώσει το μπογιάτισμα κάποιων αυτοκινήτων για λογαριασμό του με τα χρήματα αυτά να καταβάλλονται στις 29.10.2021 ποσό €1.300 και στις 04.11.2021 ποσό €1.200 ποσά τα οποία είχε συμφωνήσει ότι θα της τα επέστρεφε μέχρι τον Νοέμβριο του 2022 μαζί με τις €16.000. Ο καθ ου η αίτηση παρά τις οχλήσεις της δεν προέβηκε σε καμία πληρωμή παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις του ενώ στην συνέχεια αρνείτο ότι χρωστά στην αιτήτρια οποιαδήποτε χρήματα και πως επειδή είναι γυναίκα δεν έχει την δύναμη να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του και πως δεν θα καταφέρει τίποτα. Ως η αιτήτρια σημειώνει αυτός πλέον δεν απαντά στις κλήσεις της ενώ έχει πληροφορηθεί από κοινούς γνωστούς πως έχει πωλήσει τον εκθεσιακό χώρο και έχει μετακινήσει όσα αυτοκίνητα είχε στο σπίτι που ενοικίαζε στην Κύπρο ενώ παράλληλα νοικίασε σπίτι στην Γερμανία όπου πρόκειται να μεταβεί. Αφού έχω υπόψη μου το σύνολο του περιεχομένου των όσων καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση σημειώνω τα εξής στα οποία και καταλήγω τουλάχιστον για σκοπούς του ενδιάμεσου αυτού σταδίου: Για να καταδείξει η αιτήτρια ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και στη συνέχεια ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί αν έχει δικαίωμα να ζητήσει θεραπεία εναντίον του εναγόμενου. Στο στάδιο της εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή για οριστικοποίηση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, το Δικαστήριο αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που παρέχεται από τις ενόρκους δηλώσεις και τα έγγραφα που επισυνάπτονται, και θεωρείται ως επαρκής μαρτυρία για σκοπούς ενόρκου δηλώσεως σε τέτοιες αιτήσεις ακόμα και εξ ακοής μαρτυρία του ενόρκως δηλούντα και τα οποία πρόκειται να αποδειχθούν μεταγενέστερα κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής μέσα από την κλήση των απαραίτητων μαρτύρων (βλ. Supreme Court Practice 1982, v. 1,703 - 704 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco Investments (Netherlands) BV,
(1984)1 WLR 271 σελ. 282). Το Δικαστήριο στην εξέταση που προβαίνει κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas.
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), αυτό ανάγεται κατ΄εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υποδείχθηκε και στην Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι όσα προηγήθηκαν ή θα ακολουθήσουν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση, η βάση της αίτησης έχει σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης (βλ. Odysseos (πιο πάνω). Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ικανοποιείται επομένως με αναφορά στα δικόγραφα και κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και θεμελιώνεται εκ πρώτης όψεως νομικά η αξίωση, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται όταν η νομική αυτή θεμελίωση, συνδυασμένη με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις και την τυχόν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, αποκαλύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Εκείνο το οποίο απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Πράγματι η ενάγουσα - αιτήτρια επικαλείται ως βάση της αγωγής της την ύπαρξη εγγράφου αναγνώρισης χρέους και/ή γραμματίου και/ή την παράβαση συμφωνιών τόσο γραπτών όσο και προφορικών που συνάφθηκαν μεταξύ της ίδιας και του εναγόμενου για την καταβολή από τον τελευταίο προς την αιτήτρια συγκεκριμένων χρηματικών ποσών ως αναλύονται τόσο στη σχετική ένορκη δήλωση όσο και στην απαίτηση της που ουσιαστικά δίδουν την ίδια κατ ουσίαν εικόνα. Ο εναγόμενος μάλιστα κατά την ενάγουσα παραλείπει μέχρι και σήμερα να της καταβάλει τα συγκεκριμένα ποσά. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από πλευράς εναγόμενου για τα όσα η ενάγουσα του καταλογίζει με την ένορκη της δήλωση αφού υπενθυμίζεται πως η ένσταση του δεν υποστηρίζετε από οποιαδήποτε μαρτυρία. Συνεπώς θεωρώ πως από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Θα προχωρήσω και θα εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή με τη μη οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η αφερεγγυότητα (ή η δυσκολία εκτέλεσης), από μόνη της δεν θεμελιώνει την τρίτη προϋπόθεση. Είναι στοιχείο όμως το οποίο, ενόψει των δεδομένων κάθε υπόθεσης, λαμβάνεται υπόψη (βλ. Pastella Marin Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd,
(1987)1 A.A.Δ. 583, εφόσον με τη μη έκδοση διατάγματος θα καθίστατο αναποτελεσματική η δικαστική διαδικασία (βλ. επίσης Barley Johnson v. Yuill,
(1980)1 A.E.E.R 190 και Poldava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1301). Στην υπό εξέταση υπόθεση έχει τεθεί από πλευράς αιτήτριας πως ο εναγόμενος προβαίνει σε ενέργειες να εγκαταλείψει την Κύπρο, αυτός μάλιστα κατά την ενάγουσα έχει κλείσει το showroom που διατηρούσε για την πώληση αυτοκινήτων και έχει προχωρήσει και σε ενοικίαση κατοικίας σε χώρα του εξωτερικού. Συνεπώς θεωρώ πως η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση με τα όσα έχει προβάλει δηλαδή του κινδύνου αποξένωσης περιουσίας του εναγόμενου και εγκατάλειψη της Δημοκρατίας από μέρους του με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση στην συνέχεια να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε δικαστική απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελος της. Συνεπώς αποτελεί κατάληξη μου πως στην υπό εξέταση υπόθεση πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις για την συνέχιση της ισχύος των εκδοθεισομένων διαταγμάτων. Παρά τα πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί πως είναι εύλογο και δίκαιο να συνεχίσει η ισχύς των εκδοθεισομένων διαταγμάτων ως αυτά έχουν εκδοθεί από το Δικαστήριο (κάτω από άλλη σύνθεση) λαμβάνοντας υπόψη τόσο το περιεχόμενο τους όσο και το εύρος που αυτά καλύπτουν. Καταρχάς θα ξεκινήσω σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία της παραγράφου Γ της υπό κρίση αίτησης για την οποία υπενθυμίζω πως δεν εκδόθηκε μονομερώς αλλά διατάχθηκε η επίδοση της. Θεωρώ πως αυτή έχει εγκαταλειφθεί από πλευράς αιτήτριας ενόψει της μη προώθησης οποιασδήποτε επιχειρηματολογίας στην αγόρευση της για την έκδοση αυτής συνεπώς δεν θα με απασχολήσει το ζήτημα περαιτέρω. Στρεφόμενος στα διατάγματα τα οποία έχουν ήδη εκδοθεί θεωρώ πως το διάταγμα της Παραγράφου Α είναι παντελώς γενικό και αόριστο ενώ η ισχύς του είναι εξαιρετικά δραστική. Eπιπρόσθετα σημειώνω πως δεν μπορεί η αιτήτρια να ζητά με το διάταγμα της Παραγράφου Β τόσο την παγοποίηση συγκεκριμένων οχημάτων κατ ισχυρισμό της εγγεγραμμένα επ ονόματι του εναγόμενου συνολικής αξίας €19.000 (€6000 + €6000 + €7000) αλλά ταυτόχρονα να επιθυμεί και διάταγμα για δέσμευση σε οποιαδήποτε τράπεζα στην Κύπρο ή του εξωτερικού του χρηματικού ποσού που ενδεχόμενα να διατηρεί ο εναγόμενος συνολικού ύψους €18.500 ως δηλαδή το διάταγμα της Παραγράφου Α. Αυτό που δικαιούται η ενάγουσα και έχει πείσει τουλάχιστον για σκοπούς του ενδιάμεσου αυτού σταδίου είναι ότι θα πρέπει να είναι σε θέση να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε δικαστική απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελος της και αυτό μπορεί να γίνει με το να καταστεί απόλυτο το Διάταγμα της Παραγράφου Β. Κατάληξη: Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω αποφασίζω τα ακόλουθα σε σχέση με την αίτηση ημερομηνίας 27.06.2024: (α) Το διάταγμα ημερομηνίας 01.07.2024 και συγκεκριμένα η παράγραφος Α ακυρώνεται. (β) Το διάταγμα ημερομηνίας 01.07.2024 και συγκεκριμένα η παράγραφος Β καθίσταται απόλυτη με την απάλειψη όμως της αναγραφής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). (γ) Η αιτούμενη θεραπεία της παραγράφου Γ της αίτησης απορρίπτεται. (δ) Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας / Αιτήτριας και εις βάρος του Εναγόμενου / Καθ ου η Αίτηση ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα με το πέρας της αγωγής. (Υπ.) ........................... Ν. Φακοντής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.