← Κύπρος

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΗΧΟΥ Ή ΗΧΟΥ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ «GRAMMO» ν. MUND

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΗΧΟΥ Ή ΗΧΟΥ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ «GRAMMO» ν. MUNDEN LIMITED, Αγωγή υπ' αρ. 409/2019, 29/3/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €2.000 - €10.000 Αγωγή υπ' αρ. 409/2019 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΗΧΟΥ Ή ΗΧΟΥ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ «GRAMMO» Ενάγοντες και MUNDEN LIMITED Εναγόμενη Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Χ. Α. Μεττή για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Α. Πίτσιλλος για ΝΙΚΟΛΑΣ ΘΩΜΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Δια της αγωγής του ο ενάγων (στο εξής ο «GRAMMO») αξιοί την έκδοση αναγνωριστικού διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η εναγόμενη παραβιάζει τα πνευματικά δικαιώματα των μελών του, ένεκα της μη καταβολής οποιασδήποτε αμοιβής για την χρήση και/ή εκμετάλλευση και/ή παρουσίαση και/ή μετάδοση των έργων των μελών του στο κοινό, εντός υποστατικού που χρησιμοποιείται από την εναγομένη ως κέντρο διασκέδασης (στο εξής το «κέντρο διασκέδασης»). Ο ενάγων επίσης αξιοί την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων, με τα οποία η εναγόμενη να υποχρεώνεται να καταβάλει σε αυτόν αμοιβή σε σχέση με τα ανωτέρω αναφερόμενα πνευματικά δικαιώματα, να αποκαλύψει το εμβαδόν του κέντρου διασκέδασης για σκοπούς υπολογισμού της αμοιβής του, τους ετήσιους ισολογισμούς της, στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών, καθώς επίσης και τα κέρδη που απεκόμισε από την κατ' ισχυρισμό παράνομη εκμετάλλευση των έργων τα πνευματικά δικαιώματα των οποίων ανήκουν στα μέλη του GRAMMO, πλέον αποζημιώσεις ένεκα προσβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντος, αποτελεί μη κερδοσκοπική αστική εταιρεία, ελεγχόμενη από τα μέλη της, με έδρα την Ελλάδα και δράση τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Κύπρο. Στην Κύπρο, το αντικείμενο των δραστηριοτήτων του GRAMMO είναι η συλλογική διαχείριση και προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων των παραγωγών ηχογραφήσεων και οπτικοποιημένων ηχογραφήσεων (video clips) του συνόλου του ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου των μελών του, ήτοι των δισκογραφικών εταιρειών. Ο GRAMMO δραστηριοποιείται στην Κύπρο από το 2010 και εντεύθεν και αποτελεί Οργανισμό Συλλογικής Διαχείρισης εν τη εννοία του Περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμου (Ν. 59/1976), έχοντας το αποκλειστικό δικαίωμα είσπραξης αμοιβής το οποίο προκύπτει από τα πνευματικά δικαιώματα των μελών του, από τα οποία είναι εξουσιοδοτημένος όπως διαχειρίζεται τα πνευματικά τους δικαιώματα. Η εναγόμενη, αποτελεί ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα στην επαρχία Αμμοχώστου και είναι ιδιοκτήτρια και/ή διαχειρίζεται και/ή ελέγχει κέντρο διασκέδασης όπου μεταδίδονται και/ή προβάλλονται στο κοινό ηχογραφήσεις και/ή οπτικοποιημένες ηχογραφήσεις και/ή φωνογραφήματα, χωρίς την συγκατάθεση του GRAMMO. Από το 2018 η εναγόμενη παραβιάζει τα πνευματικά δικαιώματα των μελών του GRAMMO, καθώς μεταδίδει έργα τους, χωρίς να καταβάλλει αμοιβή και χωρίς να έχει λάβει την συγκατάθεσή τους. Μέσω των εισπρακτόρων του GRAMMO, ήτοι της εταιρείας Besin Ventures Ltd, η εναγόμενη ενημερώθηκε αναφορικά με την υποχρέωσή της για καταβολή αμοιβής, ωστόσο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του GRAMMO, η εναγόμενη αρνήθηκε να ανταποκριθεί, συνέχισε δε να μεταδίδει στους επισκέπτες του κέντρου διασκέδασης, έργα των μελών του ενάγοντα. Κατά ή περί την 14.6.2019, από καταγραφές στις οποίες προέβη ο ενάγων, προέκυψε ότι η εναγόμενη παρουσίασε στο κοινό 3 έργα μελών του GRAMMO, παραβιάζοντας τα πνευματικά τους δικαιώματα. Δια της Υπεράσπισής της, η εναγόμενη απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, καλώντας τον σε απόδειξή των, δηλώνει δε άγνοια σε σχέση με τους ισχυρισμούς που σχετίζονται με την υπόσταση του GRAMMO, πλην του ότι η ίδια αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα στην επαρχία Αμμοχώστου. Άνευ βλάβης της ανωτέρω θέσης της, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κάλεσε τον GRAMMO όπως της προσκομίσει στοιχεία ή έγγραφα με τα οποία να αποδεικνύεται ότι εκπροσωπεί τις εταιρείες ή τους οργανισμούς που διακήρυττε ότι εκπροσωπούσε, πράγμα το οποίο ο GRAMMO ουδέποτε έπραξε, θέτει δε υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα του ενάγοντα να εκπροσωπεί οποιουσδήποτε δικαιούχους. Πρόσθετα και άνευ βλάβης της πιο πάνω θέσης της, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ακόμα και αν ο GRAMMO είχε το δικαίωμα να εκπροσωπεί τέτοιους δικαιούχους, δεν έχει δικαίωμα να αξιώνει δικαιώματα επί του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, εφόσον είναι αδειοδοτημένος όπως εισπράττει συγγενικά δικαιώματα με βάση το ελληνικό δίκαιο, ενώ στην Κύπρο αξιώνει δικαιώματα για την κατηγορία των πνευματικών δικαιωμάτων. Περαιτέρω, ο GRAMMO όφειλε να είχε εγγραφεί στο Μητρώο Συλλογικής Διαχείρισης Ανεξάρτητων Οντοτήτων, πράγμα το οποίο παραλείπει να πράξει μέχρι σήμερα, συνεπώς κωλύεται από το να διεκδικεί τέτοια δικαιώματα, δεν έχει δε λάβει γραπτή εκχώρηση πνευματικών δικαιωμάτων από τους δημιουργούς των έργων, ούτε και έχει συνάψει γραπτές συμφωνίες με τις δισκογραφικές εταιρείες. Τέλος, η εναγόμενη αρνείται τη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας με την Besin Ventures Ltd και αρνείται επίσης την παραλαβή οποιασδήποτε προειδοποιητικής επιστολής. Δια της Απάντησης του στην Υπεράσπιση, ο GRAMMO αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της εναγομένης και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του ως η έκθεση απαίτησης. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι προστατεύει τους δικαιούχους των δικαιωμάτων των παράγωγων υλικών φορέων ήχου και/ή ήχου και εικόνας και όχι το είδος των δικαιωμάτων τους, έχει δε αποστείλει όλα τα σχετικά με την εγγραφή του στο Μητρώο έγγραφα, ενώ τα δικαιώματα που εκπροσωπεί και διαχειρίζεται στην Κυπριακή Δημοκρατία, του έχουν εκχωρηθεί δυνάμει γραπτών συμβάσεων. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη μέσω της κατάθεσης έγγραφης μαρτυρίας, εφόσον πρόκειται για αγωγή η οποία έχει καταχωρισθεί ως «ταχείας εκδίκασης», δυνάμει των προνοιών της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επισημαίνω ότι ουδείς υπέβαλε αίτημα για αντεξέταση των μαρτύρων και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις, οι οποίες έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[1] Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που προσέφερε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[2] Από πλευράς ενάγοντα, έγγραφη μαρτυρία προσέφεραν δύο μάρτυρες. Η πρώτη μάρτυρας είναι υπάλληλος της Besin Ventures Ltd και στην έγγραφη μαρτυρία της αναφέρεται αρχικά στο νομικό καθεστώς που αφορά στην Besin Ventures Ltd και στην συνεργασία της με τον GRAMMO (στο εξής η «ΜΕ1»). Έπειτα, καταθέτοντας τα σχετικά τεκμήρια, η μάρτυρας αναφέρεται σε επιτόπιο έλεγχο στον οποίο η ίδια προέβη περί τα τέλη Ιουνίου του 2018, όταν και διαπίστωσε ότι η εναγόμενη προβαίνει σε δημόσια χρήση/αναπαραγωγή ηχογραφημάτων/τραγουδιών και ότι η εν λόγω χρήση/αναπαραγωγή γινόταν χωρίς την λήψη της απαιτούμενης άδειας από τον GRAMMO. Ως εκ τούτου, με ηλεκτρονικό της μήνυμα, το οποίο απέστειλε στην ηλεκτρονική διεύθυνση της εναγομένης, την οποία εντόπισε μέσω της ιστοσελίδας του κέντρου διασκέδασης, ενημέρωσε την εναγομένη αναφορικά με τις υποχρεώσεις της για καταβολή αμοιβής και επεσύναψε κατάλογο των μελών του GRAMMO. Ενόψει του ότι ουδείς ανταποκρίθηκε στο ανωτέρω ηλεκτρονικό της μήνυμα και έπειτα από αρκετές προσπάθειές της, η ΜΕ1 εν τέλει επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την υπεύθυνη του λογιστηρίου της εναγομένης, στην οποία απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα, με όλα τα σχετικά έγγραφα, τα οποία ως ενημερώθηκε σε μεταγενέστερη τηλεφωνική επικοινωνία της με την υπεύθυνη του λογιστηρίου, παραλήφθηκαν. Ως τελικά την πληροφόρησε η υπεύθυνη του λογιστηρίου, η εναγόμενη δεν είχε πρόθεση να καταβάλει αμοιβή για τη χρήση των έργων, ούτε να συμβληθεί με τον GRAMMO για τη λήψη της απαιτούμενης άδειας χρήσης. Την 23.8.2019 η ΜΕ1 μετέβη εκ νέου στο επίδικο κέντρο διασκέδασης, όπου υπήρχαν θαμώνες, και θέτοντας σε εφαρμογή ειδική συσκευή ηχογράφησε τα τραγούδια τα οποία εκτελούνταν δημόσια κατά την παραμονή της στον χώρο. Την εν λόγω ηχογράφηση, αφού μετέφερε αυτόματα στον ηλεκτρονικό της υπολογιστή, απέστειλε με ηλεκτρονικό της μήνυμα στην Γενική Διευθύντρια και στον Επιχειρησιακό Προϊστάμενο του GRAMMO, για σκοπούς της διαδικασίας αναγνώρισης των ηχογραφημάτων. Η δεύτερη μάρτυρας η οποία προσέφερε μαρτυρία από πλευράς ενάγοντα είναι η υπεύθυνη του τμήματος δημόσιας εκτέλεσής του, η οποία συνεργάζεται επί καθημερινής βάσεως με την Besin Ventures Ltd (στο εξής η «ΜΕ2»). Η ΜΕ2 στην έγγραφη μαρτυρία της αναφέρεται στο νομικό καθεστώς που αφορά στον GRAMMO και στον τρόπο λειτουργίας του, καταθέτοντας ως Τεκμήρια τα σχετικά ελληνικά νομοθετήματα, τις δημοσιεύσεις που αφορούν στην χορήγηση έγκρισης λειτουργίας του GRAMMO, καθώς επίσης και την βεβαίωση του Ελληνικού Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας ημερ. 24.7.2019, όπου αναγράφονται τα μέλη του GRAMMO, τα οποία τον έχουν εξουσιοδοτήσει γραπτώς να δρα εξ ονόματος και για λογαριασμό τους στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Αναφορικά με την δράση του GRAMMO εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, η μάρτυρας, καταθέτοντας τα σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια, εξηγεί ότι ο GRAMMO λειτουργεί κατ' εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του αρ. 56 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άνευ εγκατάστασης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ενδεικτικά η μάρτυρας κατέθεσε 3 αντίγραφα συμβάσεων ανάθεσης με τρεις εταιρείες, από τα οποία φαίνεται, ως υπέδειξε, η εξουσιοδότηση και η εκπροσώπησή των από τον GRAMMO. Όλα τα συμβόλαια που συνάπτει ο GRAMMO με τα μέλη του, συνεχίζει η ΜΕ2, είναι πανομοιότυπα, τα δε μέλη του τα οποία εμφαίνονται στην βεβαίωση του Ελληνικού Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας, υπέγραψαν σχετικές συμβάσεις εκχώρησης των δικαιωμάτων τους στον GRAMMO. Ενόψει ωστόσο του όγκου των εν λόγω εγγράφων, δεν υπήρχε η δυνατότητα να παρουσιαστούν όλες οι συμβάσεις στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, ο GRAMMO έχει υπογράψει και συμβάσεις αμοιβαίας εκπροσώπησης με ομόλογους οργανισμούς του εξωτερικού, δια των οποίων εκπροσωπεί τα μέλη των οργανισμών αυτών στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Σχετικά η μάρτυρας κατέθεσε σύμβαση με τον αμερικανικό οργανισμό SoundExchange. Η ΜΕ2 αναφέρεται επίσης στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων που διατηρεί ο GRAMMO, σε συνεργασία με τα μέλη του, ώστε ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να γνωρίζει εάν διαχειρίζεται τα δικαιώματα συγκεκριμένου έργου, ενώ ως εξηγεί, είναι δυνατός ο αυτοματοποιημένος εντοπισμός των έργων που προστατεύει ο GRAMMO, στη βάση συνεργασίας του με την MEDIA INSPECTOR. Περαιτέρω, η μάρτυρας αναφέρεται στην συνεργασία του GRAMMO με την Besin Ventures Ltd και καταθέτει την σύμβαση συνεργασίας τους, υποδεικνύοντας, ότι η Besin Ventures Ltd δεν εκπροσωπεί τα μέλη του GRAMMO και δεν παρουσιάζεται ως δικαιούχος στους χρήστες. Για την λήψη άδειας χρήσης των έργων των δικαιούχων, συνεχίζει η ΜΕ2, απαραίτητη είναι η καταβολή αμοιβής στον οικείο Οργανισμό Συλλογικής Διαχείρισης, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το εκάστοτε ισχύον δημοσιευμένο αμοιβολόγιο του GRAMMO, το οποίο η μάρτυρας καταθέτει ως Τεκμήριο 10 και επιπρόσθετα επεξηγεί τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της εν λόγω αμοιβής. Αφού αναφέρεται με λεπτομέρειες στο ιστορικό της υπό κρίση περίπτωσης, τα οποία εν μέρει αναφέρονται και στην έγγραφη μαρτυρία της ΜΕ1, η μάρτυρας περαιτέρω εξηγεί ότι η εφαρμογή που χρησιμοποίησε η ΜΕ1 για να ηχογραφήσει τα έργα που μεταδίδονταν δημόσια στο επίδικο υποστατικό την 23.8.2019, μεταφέρει αυτόματα την ηχογράφηση και χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, ως προς το περιεχόμενό της, σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Έτσι, η διαδικασία αναγνώρισης του έργου γίνεται με μηδαμινή ανθρώπινη παρέμβαση, δεδομένου του ότι περιορίζεται μόνο στην αποστολή του αρχείου και την καταχώρισή του στην βάση δεδομένων με τους καταλόγους του ρεπερτορίου των μελών του GRAMMO και τα ηχητικά δείγματα των ηχογραφημάτων τους. Η εξαγωγή των αποτελεσμάτων της αναγνώρισης, γίνεται από τον server της MEDIA INSPECTOR, με απόλυτα αυτοματοποιημένη διαδικασία σε μορφή αρχείου Excel. Σχετικά η ΜΕ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 18, ένα USB stick, το οποίο περιλαμβάνει τραγούδια τα οποία αναγνωρίστηκαν δια της ανωτέρω περιγραφείσας διαδικασίας κατά την παραμονή της ΜΕ1 στο κέντρο διασκέδασης, τα πνευματικά δικαιώματα των οποίων ανήκουν σε μέλη του GRAMMO. Περιορίζοντας την απαίτηση του ενάγοντα, η μάρτυρας αξιοί την έκδοση απόφασης υπέρ του GRAMMO για ποσό €4.186,00 ως αποζημίωση για την παραβίαση πνευματικού δικαιώματος, το οποίο αντιστοιχεί στην ετήσια άδεια την οποία η εναγόμενη όφειλε συμφώνως προς τον Νόμο να εξασφαλίσει κατά τα έτη 2018 - 2019, υπολογισμός ο οποίος βασίστηκε στο αμοιβολόγιο του GRAMMO, το είδος του επίδικου υποστατικού, αλλά και το εμβαδόν του, ως αυτό διαπιστώθηκε από την επιτόπια επίσκεψη της ΜΕ1. Διεκδικούνται επίσης τιμωρητικές αποζημιώσεις, ένεκα της κατ' ισχυρισμό προκλητικής συμπεριφοράς της εναγομένης, καθώς επίσης και διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγομένη να προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη, παραβιάζουσα πνευματικά δικαιώματα, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του GRAMMO ή των μελών του. Από πλευράς εναγομένης μαρτυρία προσφέρθηκε από έναν μάρτυρα, ο οποίος είναι ένας από τους Διευθυντές της εναγομένης (στο εξής ο «ΜΥ1»). Ο ΜΥ1 στην έγγραφη μαρτυρία του αναφέρει ότι ουδέποτε επικοινώνησε οποιοδήποτε πρόσωπο με τον ίδιο ή με οποιονδήποτε εκ των Διευθυντών της εναγομένης, ώστε να τους ενημερώσει αναφορικά με την έκδοση των επίδικων αδειών, ή να προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία, προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του ενάγοντα. Ουδεμία συμφωνία ή και κατάλογο με τις ισχυριζόμενες συμφωνίες δεν προσκόμισε ο ενάγων, υποδεικνύει ο μάρτυρας, προς απόδειξη της σχέσης των δισκογραφικών εταιρειών με τους τραγουδιστές και τα επίδικα τραγούδια, ο δε πίνακας που δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, δεν αποδεικνύει ότι ο GRAMMO διαχειρίζεται τα πνευματικά δικαιώματα που αφορούν τα συγκεκριμένα έργα. Ως επίσης ο μάρτυρας αναφέρει, έπειτα από επικοινωνία των δικηγόρων του με τον Έφορο Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας, η Αρμόδια Αρχή δεν εκδίδει οποιαδήποτε άδεια για εξασφάλιση πνευματικών δικαιωμάτων και/ή αποκλειστικών δικαιωμάτων και/ή συγγενικών δικαιωμάτων και εκκρεμεί η θέσπιση σχετικών κανονισμών για την εφαρμογή της οικείας νομοθεσίας. Με βάση δε το ελληνικό δίκαιο, ο GRAMMO δεν έχει δικαίωμα να εισπράττει ποσά εκ μέρους των δικαιούχων, αλλά μόνο οι ίδιοι προσωπικά μπορούν να το πράξουν. Τέλος, ως ο ΜΥ1 αναφέρει, κανένα τεκμήριο δεν έχει προσκομιστεί σε σχέση με το μέγεθος του επίδικου χώρου διασκέδασης. ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΗΚΑΝ ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας την οποία προσέφεραν τα μέρη, θεωρώ σκόπιμο όπως εξετάσω το ζήτημα της μη έγκαιρης αποκάλυψης δύο εκ των τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτει η ΜΕ2 στην έγγραφη μαρτυρία της και συγκεκριμένα τα Τεκμήρια 8 και 19, ήτοι τα έγγραφα 6 και 11 επί της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 4.5.2023, τα οποία αποκαλύφθηκαν αφότου καταχωρίστηκε η έγγραφη μαρτυρία από πλευράς ενάγοντα, όταν το ζήτημα ηγέρθη από τους συνηγόρους της εναγομένης. Σε ότι αφορά στα υπόλοιπα έγγραφα, με δήλωσή της η συνήγορος της εναγομένης δεν έφερε ένσταση στην κατάθεσή τους. Υπενθυμίζεται, ότι σύμφωνα με τη νομολογία, ο δικηγόρος αντιπροσωπεύει τον πελάτη του και στην βάση αυτής της φαινόμενης πληρεξουσιότητας (austonsible authority), οι παραδοχές και οι διαβεβαιώσεις στις οποίες προβαίνει, τον δεσμεύουν.[3] Σκοπός της αποκάλυψης εγγράφων, η οποία διέπεται από τα όσα προνοεί η Διαταγή 28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι η λήψη πληροφοριών και η παρουσίαση των σχετικών με την υπόθεση εγγράφων, για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης. Ως έχει νομολογηθεί, σχετικά είναι τα έγγραφα τα οποία περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, ενώ η αποκάλυψη δεν επιτρέπεται για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας.[4] Ως αναφέρθηκε στην Ανδρέας Χρ. Τηλλυρής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ

(1998)1 Α.Α.Δ. 2271 «είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη». Παραπέμπω επίσης στα αναφέρθηκαν στην MARCEGAGLIA SpA από την Ιταλία, GAZOLDO DEGLI OPPOKITI, MANTOVA ν. του ΠΛΟΙΟΥ «VYSOKOGORKS» ΣΗΜΑΙΑΣ ΒΑΝΟΥΑΤΟΥ, Αγωγή Ναυτοδικείου υπ' αρ. 31/2013 ημερ. 31.5.2016. Διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Οscar Shipping Pte Ltd v. Του Φορτίου επί του πλοίου Αsphodel, σημαίας Λιβερίας που τώρα βρίσκεται σε αγκυροβόλιο στο λιμάνι της Λεμεσού (Αρ. 2)
(2012)1 ΑΑΔ 2771: «Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. περισσότερα στο Supreme Court Practice 1988, vol. 1, para. 24, σελ. 408)». Η ιδιαιτερότητα του εγειρόμενου ζητήματος εν προκειμένω, συναρτάται άμεσα με την φύση της υπόθεσης, η οποία εκδικάζεται ως ταχεία, καθότι δεν λαμβάνει χώρα δια ζώσης ακροαματική διαδικασία, μέσα στο πλαίσιο της οποίας θα παρείχετο η ευκαιρία στην πλευρά της εναγομένης να υποβάλει ένσταση ως προς την κατάθεση των εν λόγω εγγράφων ως τεκμηρίων και να εξετασθεί από το Δικαστήριο το ενδεχόμενο της κατάθεσης των εν λόγω τεκμηρίων, αφού θα ακούγονταν τα μέρη επί τούτου. Τούτων λεχθέντων, λαμβανομένου υπόψη του ότι δεν καταχωρίστηκε αίτηση για περαιτέρω αποκάλυψη ώστε να τοποθετηθεί η άλλη πλευρά, πριν την καταχώριση της έγγραφης μαρτυρίας του ενάγοντα, αλλά και του χρόνου καταχώρισης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, - όταν δηλαδή το ζήτημα ηγέρθηκε από την άλλη πλευρά και μετά την καταχώριση της έγγραφης μαρτυρίας του ενάγοντα - δίχως να παραγνωρίζω την αρχή ότι το καθήκον αποκάλυψης είναι συνεχές, καταλήγω ότι, υπό τις περιστάσεις, είναι ορθό και δίκαιο όπως μην αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 8 και 19 στην έγγραφη μαρτυρία της ΜΕ2. Ναι μεν οι κανόνες και οι θεσμοί υπάρχουν πρωτίστως για να εξυπηρετούν την δικαιοσύνη και όχι για να συνιστούν τροχοπέδη στην απονομή της, ως ορθά αντιτάσσει η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα, συγχρόνως όμως, δεν πρέπει να συμβαίνει και το αντίθετο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Σε διαδικασίες ταχείας εκδίκασης, όπου κατά κανόνα δεν εκτυλίσσεται ενώπιον του Δικαστηρίου δια ζώσης ακροαματική διαδικασία, η εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων συναρτάται από την αξιολόγηση της έγγραφης μαρτυρίας η οποία κατατίθεται από τα μέρη.[5] Ως εκ τούτου, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, η προσκομισθείσα μαρτυρία αντιπαραβάλλεται και αξιολογείται με βάση την λογική, την συνάφεια, την ποιότητα του περιεχομένου της, αλλά και την πειστικότητα των εκατέρωθεν θέσεων, λαμβανομένης υπόψη και της επιχειρηματολογίας που προβάλλεται κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων.[6] Υπενθυμίζεται, ότι ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων ζητημάτων εξαρτάται από τα δικόγραφα, τα οποία έχουν πολλάκις παρομοιαστεί με τις προκαθορισμένες γραμμές διαδρομής του τρένου.[7] Αποτελεί δε παγίως καθιερωμένη νομική αρχή, ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία πρέπει να συνάδει με το περιεχόμενο των δικογράφων.[8] Παραπέμπω επίσης στον Θεσμό 7
(5)(iii) της Διαταγής 30, όπου καταγράφεται ότι όταν κατατίθεται έγγραφη μαρτυρία, αυτή πρέπει να συνάδει με τους ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται στα δικόγραφα. Αναφορικά με την ΜΕ1, θεωρώ ότι η μαρτυρία της είναι ποιοτική και συνεκτική, συνάδει με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί και δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στην μαρτυρία της. Σε ότι αφορά στα ζητήματα νομικής υφής με τα οποία η μάρτυρας καταπιάστηκε, επισημαίνεται ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν κατέθεσε ως νομομαθής ή εμπειρογνώμονας σε σχέση με αυτά. Συνεπώς δεν θεωρώ ότι το μέρος αυτό της μαρτυρίας της αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Σε σχέση με τις αναφορές της ΜΕ1 στα λεγόμενα των υπαλλήλων της εναγομένης και δη της λογίστριας της εναγομένης, διαπιστώνω ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία. Παρόλο που εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιασδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής, το Δικαστήριο αξιολογεί την βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου.[9] Στην προκειμένη περίπτωση, η εξ ακοής μαρτυρία αφορά σε κατ' ισχυρισμό λεγόμενα προσώπου που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος της εναγομένης. Χωρίς να παραγνωρίζω το δεδομένο αυτό, δεν μου διαφεύγει ότι ουδεμία εξήγηση δόθηκε στο Δικαστήριο, αναφορικά με το κατά πόσο ήταν ή όχι εφικτό ή εύλογο, το πρόσωπο αυτό να προσκομίσει έγγραφη μαρτυρία. Παράλληλα, δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι η ΜΕ1 εργοδοτείται σε συνεργάτη του GRAMMO, επομένως είναι ακροσφαλές για το Δικαστήριο να στηριχθεί στην εξ ακοής μαρτυρία που προσκόμισε, εφόσον δεν μπορεί να διακριβώσει κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο επακριβώς. Συνεπακόλουθα, δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στην εν λόγω μαρτυρία. Τέλος, σημειώνω ότι η αναφορά της ΜΕ1 στον επιτόπιο έλεγχο στον οποίο η ίδια προέβη περί τα τέλη Ιουνίου 2018, είναι πολύ γενική και ασαφής και η μάρτυρας δεν παραθέτει οποιαδήποτε λεπτομέρεια σχετικά με τον επιτόπιο έλεγχο στον οποίο ισχυρίζεται ότι προέβη το
  1. Προχωρώντας σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΕ2, αυτή γίνεται επίσης αποδεκτή, καθότι παρουσιάζει συνοχή και ποιότητα, η δε μάρτυρας επεξηγεί με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο GRAMMO και δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις στην συγκεκριμένη μαρτυρία. Αναφορικά με τα νομικά ζητήματα στα οποία η μάρτυρας αναφέρθηκε, επισημαίνεται ότι ούτε η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως νομομαθής ή εμπειρογνώμονας, συνεπώς το μέρος αυτό της μαρτυρίας της δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ως ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ανάλογων συμπερασμάτων. Ως ωστόσο θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, εντοπίζω ορισμένα κενά και γενικότητες στην μαρτυρία της ΜΕ
  2. Καταρχάς, η ΜΕ2 παρουσιάζει στο Δικαστήριο βεβαίωση από Ελληνικό Οργανισμό, όπου καταγράφονται οι δισκογραφικές εταιρείες με τις οποίες ως αναφέρει, συμβάλλεται ο GRAMMO, ωστόσο δεν αναφέρεται στα έργα των οποίων τα πνευματικά δικαιώματα κατέχουν τα εν λόγω συμβαλλόμενα πρόσωπα και κατ' επέκταση διαχειρίζεται ο GRAMMO. Πόσω δε μάλλον, αναφορικά με τους αλλοδαπούς οργανισμούς. Ούτε και το Τεκμήριο 6 που κατέθεσε η μάρτυρας, παρέχει ικανοποιητική μαρτυρία προς τούτο. Δεν μου διαφεύγει, ότι ως η μάρτυρας ανέφερε, τα έργα κάθε μέλους του GRAMMO είναι εκατομμύρια, επομένως έχει δημιουργηθεί μία ηλεκτρονική βάση καταχώρισης των έργων, όπου προστίθενται τα έργα των καινούριων μελών του GRAMMO, ώστε να υπάρχει αυτοματοποιημένη αναγνώριση των έργων που προστατεύει ο GRAMMO, στη βάση της συνεργασίας του με την MEDIA INSPECTOR. Παράλληλα, ως η μάρτυρας αναφέρει, κατά την εγγραφή μέλους στον GRAMMO, προσκομίζεται από το μέλος κατάσταση με το σύνολο των έργων του και τα αντίστοιχα αρχεία ήχου των ηχονογραφημάτων προωθούνται ηλεκτρονικά στην MEDIA INSPECTOR. Η αναφερόμενη κατάσταση δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, επομένως παρέμεινε άγνωστο επί της ουσίας το αντικείμενο προστασίας που ο ενάγων έχει εξουσιοδοτηθεί από τους δικαιούχους να διαχειρίζεται. Ούτε και παρέθεσε η μάρτυρας οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο ήταν εφικτό τα δεδομένα αυτά να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο, ή έστω, αναφορικά με το κατά πόσο είναι εφικτό οι χρήστες αδειών μουσικής να τα γνωρίζουν, δοθέντος του ότι μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, διεκδικείται, μεταξύ άλλων, η έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στην εναγομένη να εκμεταλλεύεται με οποιοδήποτε τρόπο, τα πνευματικά δικαιώματα των έργων των δικαιούχων που διαχειρίζεται ο GRAMMO. Επιπρόσθετα, ενώ η μάρτυρας αναφέρθηκε σε γραπτές συμβάσεις εξουσιοδότησης του GRAMMO από τα μέλη του, επεσύναψε ενδεικτικά μόνο 3 συμβάσεις οι οποίες αφορούν αποκλειστικώς στο territorium της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις οποίες αναγράφεται, στο Προοίμιο, ότι στην Κύπρο γίνεται ιδιαιτέρως εκτεταμένη χρήση των φωνογραφημάτων και οπτικοποιημένων φωνογραφημάτων τα οποία χρήζουν συλλογικής διαχείρισης και προστασίας. Παρόλο που η ΜΕ2 αναφέρει ότι οι συμβάσεις που συνάπτει ο GRAMMO με τα μέλη του είναι πανομοιότυπες, δεν προσκομίζει οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία, αναφορικά με το κατά πόσο οι συμβάσεις που επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5 συνομολογήθηκαν μεταξύ του GRAMMO και όλων των μελών του τα οποία αναφέρονται στην βεβαίωση του Ελληνικού Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας ημερ. 24.7.2019, ούτε και προσκομίζει εν πάση περιπτώσει τις αρχικές συμβάσεις οι οποίες συνομολογήθηκαν με τα μέλη του GRAMMO. Σε σχέση με το Τεκμήριο 17 το οποίο η μάρτυρας κατέθεσε, ήτοι την ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της ΜΕ1 και της Γενικής Διευθύντριας και του Προϊσταμένου του GRAMMO, πρόκειται για αλληλογραφία μεταξύ τρίτων προσώπων, δηλαδή για εξ ακοής μαρτυρία, οι νομικές αρχές της οποίας εκτέθηκαν ανωτέρω και στην οποία το Δικαστήριο αδυνατεί να προσδώσει την οποιαδήποτε βαρύτητα, καθώς, ουδεμία επεξήγηση δόθηκε στο Δικαστήριο, αναφορικά με το κατά πόσο ήταν εφικτό ή όχι, να προσφέρουν μαρτυρία τα πρόσωπα αυτά. Ως λέχθηκε στην Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου
(2016)1 ΑΑΔ 1779: «Ειδικά για την εξ ακοής μαρτυρία που προέρχεται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές το ζήτημα διέπεται από τον περί Αποδείξεως (Τροποποιητικό) Νόμο 32(Ι)/
  1. Εφόσον μαρτυρία προερχόμενη από ηλεκτρονικό υπολογιστή ταξινομείται ως εξ ακοής, το δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 36 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, μπορεί, για σκοπούς ορθής απονομής της Δικαιοσύνης και αφού λάβει υπόψιν του, όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, να μην αποδεχθεί ως μαρτυρία οποιοδήποτε συγκεκριμένο έγγραφο ή αρχείο ή είδος εγγράφων ή αρχείων». Ομοίως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει την οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία της ΜΕ2 η οποία περιλαμβάνεται στις παραγράφους 27 - 32, 38 - 39 και μερικώς στην παράγραφο 45 της έγγραφης μαρτυρίας της, όπου η μάρτυρας αναφέρεται σε δηλώσεις τρίτων προσώπων, εξιστορώντας το ιστορικό της υπό κρίση περίπτωσης. Μάλιστα, στις παραγράφους 29, 31 και 32 της έγγραφης μαρτυρίας της, η ΜΕ2 κάνει λόγο και σε δευτέρου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία, χωρίς να παραθέτει την παραμικρή επεξήγηση για τον λόγο της μη προσκόμισης μαρτυρίας από τα πρόσωπα τα οποία έκαναν τις αρχικές δηλώσεις, επισημαίνεται δε, ότι η έγγραφη μαρτυρία της ΜΕ1 έχει αξιολογηθεί. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία της ΜΕ2 αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού του εμβαδού του επίδικου κέντρου διασκέδασης, δεν κρίνεται επαρκής από το Δικαστήριο. Ειδικότερα, ουδεμία ικανοποιητική μαρτυρία προσκομίστηκε, προς εξαγωγή οποιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος, ότι πράγματι ο χώρος αυτός έχει την έκταση που η μάρτυρας αναφέρει. Όπως η ίδια μάρτυρας αναφέρει, πρόκειται για εκτιμήσεις της ΜΕ1, κατά την επίσκεψή της στο κέντρο διασκέδασης. Καταρχάς, πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία στην οποία δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω και επιπρόσθετα, για τον λόγο ότι δεν δόθηκε καμία επεξήγηση αναφορικά με το ότι ουδεμία σχετική αναφορά έγινε από την ΜΕ1, που θα ήταν υπό τις περιστάσεις, η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν βασίζεται σε εικασίες για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, παρά μόνο στην μαρτυρία η οποία τίθεται ενώπιόν του.[10] Έστω δε και αν το Δικαστήριο λάμβανε υπόψη του τις φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 19, ούτε και αυτές θεωρώ ότι συνιστούν ικανοποιητική μαρτυρία, για σκοπούς υπολογισμού του εμβαδού του επίδικου κέντρου διασκέδασης και εξαγωγής ανάλογου συμπεράσματος με ασφάλεια. Τέλος, σε σχέση με τις συμβάσεις τις οποίες η ΜΕ2 κατέθεσε ως Τεκμήρια 5, 6 και 7, αναφορικά με τις οποίες ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης επιχειρηματολογεί ότι αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία στην οποία το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδώσει την οποιαδήποτε βαρύτητα, διαπιστώνω ότι πρόκειται για έγγραφες συμφωνίες που συνομολόγησε ο GRAMMO με νομικά πρόσωπα και έναν ξένο οργανισμό, όλες υπογεγραμμένες δια των αντιπροσώπων τους. Ως αναδύεται από την όλη μαρτυρία της ΜΕ2, τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν από την μάρτυρα υπό την ιδιότητά της ως υπεύθυνη του τμήματος δημόσιας εκτέλεσης του ενάγοντα, ο οποίος δεν είναι φυσικό πρόσωπο, για σκοπούς τεκμηρίωσης των ισχυρισμών της αναφορικά με την εξουσιοδότηση του GRAMMO να εκπροσωπεί τους δικαιούχους. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι πρόκειται για μαρτυρία στην οποία είναι ορθό και δίκαιο να μην αποδοθεί η οποιαδήποτε βαρύτητα, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της υπόθεσης και του κατά πόσο εξυπηρετούνται οι ανάγκες της δικαιοσύνης. Σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΥ1, θεωρώ ότι αυτή παρουσιάζει συνοχή και συνεπώς την αποδέχομαι, εξαιρουμένων των σημείων στα οποία αναφέρομαι ειδικώς κατωτέρω. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ΜΥ1, ότι ουδέποτε έγινε απευθείας συζήτηση με τον ίδιο ή οποιονδήποτε εκ των Διευθυντών της εναγομένης και την Besin Ventures Ltd, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έρχεται καν σε σύγκρουση με τα όσα ανέφερε η ΜΕ1, η οποία έκανε λόγο σε επαφές της με υπαλλήλους της εναγομένης και όχι με τον ενόρκως δηλούντα ή κάποιον εκ των Διευθυντών της εναγομένης. Σε ότι αφορά στο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1, το οποίο καταπιάνεται με νομικά ζητήματα και δη ελληνικού δικαίου, επισημαίνω ότι ο μάρτυρας δεν προσκόμισε μαρτυρία υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα ή του νομικού και συνεπώς δεν θεωρώ ότι είναι ασφαλές όπως η εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε σχέση με νομικά ζητήματα, βασισθεί στην μαρτυρία του ΜΥ
  2. Σε ότι αφορά στην επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου του ενάγοντα, ότι ο ΜΥ1 προωθεί διαζευκτικούς ισχυρισμούς, πράγμα ανεπίτρεπτο κατά το ακροαματικό στάδιο, σημειώνω ότι παρόλο που η σύνταξη της έγγραφης μαρτυρίας του ΜΥ1 γίνεται πράγματι με τρόπο ανορθόδοξο, επί της ουσίας, δεν έχω εντοπίσει να προβάλλονται διαζευκτικοί ή αντιφατικοί ισχυρισμοί ή διαφορετικές εκδοχές.[11] Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, της δικογραφίας και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: - Ο GRAMMO αποτελεί μη κερδοσκοπική αστική εταιρεία, εγγεγραμμένη και αδειοδοτημένη στην Ελλάδα, με έδρα το Ν. Ψυχικό Αττικής. - Ο GRAMMO έχει λάβει την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού της Ελλάδας για επέκταση της άδειας λειτουργίας του ως Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης και Προστασίας Δικαιωμάτων, δυνάμει των διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας. - Τα μέλη του GRAMMO είναι οι παραγωγοί ηχογραφήσεων και οπτικοποιημένων ηχογραφήσεων, δηλαδή οι δισκογραφικές εταιρείες οι οποίες αναγράφονται στην Βεβαίωση του Ελληνικού Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας ημερ. 24.7.
  3. - Ο GRAMMO γνωρίζει ποιων έργων τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στα μέλη του μέσω κατάστασης την οποία λαμβάνει από αυτά, καθώς επίσης και ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων, ένεκα της συνεργασίας του με την MEDIA INSPECTOR, είναι δε δυνατή η αναγνώριση των εν λόγω έργων μέσω της αναφερόμενης ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων. - Από το 2010 ο GRAMMO συνεργάζεται με την Besin Ventures Ltd, ώστε να δραστηριοποιείται και στην Κύπρο. - Ο GRAMMO συνομολόγησε γραπτές συμβάσεις με τις εταιρείες PANIC ENTERTAINMENT GROUP LTD, WARNER MUSIC A.E. και FIRST OPTION TEAM I.K.E., με τις οποίες οι εν λόγω εταιρείες ανέθεσαν στον GRAMMO την διαχείριση και προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων τους επί των φωνογραφημάτων και οπτικογραφημένων φωνογραφημάτων των οποίων κατέχουν το δικαίωμα εκμετάλλευσης, στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. - Η εναγόμενη, αποτελεί ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα στην επαρχία Αμμοχώστου και διαχειρίζεται το κέντρο διασκέδασης. - Την 4.7.2018 με ηλεκτρονικό μήνυμα της ΜΕ1 προς την εναγομένη, ενημέρωνε την τελευταία αναφορικά με την ύπαρξη του ενάγοντα και την υποχρέωσή της να καταβάλλει αμοιβή στα μέλη του. Ακολούθησε επικοινωνία της ΜΕ1 με δύο υπαλλήλους της εναγομένης και αποστολή ηλεκτρονικής επιστολής της προς την λογίστρια της εναγομένης, με παρόμοιο περιεχόμενο. - Η εναγόμενη ουδέν ποσό κατέβαλε και ουδεμία σύμβαση παραχώρησης άδειας χρήσης μουσικής υπέγραψε. - Την 23.8.2019 η ΜΕ1 μετέβη στο κέντρο διασκέδασης και θέτοντας σε λειτουργία ειδική συσκευή, ηχογράφησε τα τραγούδια που εκτελούντο κατά την παρουσία της στον χώρο, τα οποία μετέφερε με καλώδιο αυτόματα και αυτούσια στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της και ακολούθως απέστειλε με ηλεκτρονικό της μήνυμα προς την Γενική Διευθύντρια και τον Επιχειρησιακό Προϊστάμενο του GRAMMO, για σκοπούς αναγνώρισης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[12] Το ειδικό βάρος απόδειξης, αφορά στην ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.[13] Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι αρχικά σε εξέταση της θέσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης περί έλλειψης νομιμοποίησης του ενάγοντα να εγείρει την παρούσα αγωγή. Ως επιχειρηματολογείται στην γραπτή του αγόρευση, ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να εγείρει επ' ονόματί του αγωγή προς όφελος των δημιουργών που εκπροσωπεί και ο Περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμος, Ν. 59/76, δεν αναγνωρίζει αυτοδίκαια τέτοιο δικαίωμα. Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι τα επίδικα έργα ανήκουν στα μέλη του GRAMMO. Τα ανωτέρω ζητήματα εγείρονται με το δικόγραφο της Υπεράσπισης, ενώ σε κάθε περίπτωση, σχετικά με την αυτεπάγγελτη εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει ζητήματα νομιμοποίησης έγερσης αγωγής παραπέμπω στην Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της περιουσίας της D K Intercity Buses Larnacas Ltd κ.α., Πολ. Εφ. αρ. 388/2011 ημερ. 7.7.
  4. Το ζήτημα της νομιμοποίησης οργανισμού συλλογικής διαχείρισης να ενάγει ιδίω ονόματι εκ μέρους των μελών του, εξετάσθηκε από το ΔΕΕ στην C-521/17 Co?peratieve Vereniging SNB-REACT U.A. v. Deepak Mehta ημερ. 7.8.2018, μέσα στο πλαίσιο της οποίας αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «
  5. Επομένως, το άρθρο 4, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/48, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 18 της οδηγίας αυτής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν οργανισμός συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας στον οποίο έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα εκπροσώπησης των δικαιούχων έχει, κατά την εθνική νομοθεσία, άμεσο συμφέρον προς προάσπιση των εν λόγω δικαιωμάτων, αφενός, και η νομοθεσία αυτή του αναγνωρίζει την ικανότητα διαδίκου, αφετέρου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αναγνωρίζουν στον οργανισμό αυτόν το δικαίωμα να ζητεί την εφαρμογή των μέτρων, των διαδικασιών και των μέτρων αποκατάστασης που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία καθώς και να προσφεύγει στη δικαιοσύνη με σκοπό την προστασία των εν λόγω δικαιωμάτων.
  6. Ως εκ τούτου, το άρθρο 4, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/48 έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει ότι, εφόσον οργανισμός συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ο οποίος εκπροσωπεί τους δικαιούχους διαθέτει, δυνάμει του εσωτερικού δικαίου, ικανότητα διαδίκου προκειμένου να προασπίσει τα εν λόγω δικαιώματα, η ίδια ικανότητα του αναγνωρίζεται ειδικώς προκειμένου να ζητήσει την εφαρμογή των μέτρων, των διαδικασιών και των μέτρων αποκατάστασης που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία.
  7. Εάν η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται, τα κράτη μέλη δεν έχουν τέτοια υποχρέωση αναγνώρισης. [.]
  8. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/48 έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αναγνωρίζουν σε οργανισμό συλλογικής εκπροσώπησης δικαιούχων σημάτων, όπως αυτός της κύριας δίκης, το δικαίωμα να ζητεί, ιδίω ονόματι, τη λήψη των προβλεπόμενων στην οδηγία αυτή μέτρων αποκατάστασης με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων των δικαιούχων αυτών καθώς και να προσφεύγει στη δικαιοσύνη, ιδίω ονόματι, προβάλλοντας τα εν λόγω δικαιώματα, υπό την προϋπόθεση ότι ο οργανισμός αυτός έχει, κατά την εθνική νομοθεσία, άμεσο συμφέρον προς προάσπιση των εν λόγω δικαιωμάτων και η νομοθεσία αυτή του αναγνωρίζει, προς τούτο, την ικανότητα διαδίκου, καταστάσεις τις οποίες εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει». Παρεμβάλλω ότι η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/48 ενσωματώθηκε στο κυπριακό δίκαιο με τον Τροποποιητικό Νόμο 123(Ι)/2006, ο οποίος τροποποίησε τον Περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμο (Ν. 59/76). Έχω ανατρέξει τόσο στις πρόνοιες του Ν. 59/1976 όσο και στις πρόνοιες του Περί της Συλλογικής Διαχείρισης Δικαιωμάτων Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων καθώς και για τη Χορήγηση Πολυεδαφικών Αδειών για επιγραμμικές Χρήσεις Μουσικών Έργων Νόμου του 2017 (Ν. 65(Ι)2017) ως έχουν τροποποιηθεί, σε συνάρτηση με την αναδρομικότητα των νομοθετικών τους διατάξεων. Τα συγκεκριμένα νομοθετήματα, αποτελούν το πλαίσιο το οποίο διέπει τα περί πνευματικών και άλλων δικαιωμάτων στην Κύπρο, το οποίο εναρμονίζει το εσωτερικό δίκαιο με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ό,τι λοιπόν συνάγεται από τα εν λόγω νομοθετήματα, είναι ότι αναφορικά με τα πνευματικά δικαιώματα τα οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έχει δικαίωμα να διαχειρίζεται, στη βάση συμβάσεων εκχώρησης δικαιωμάτων από τους δικαιούχους, υπάρχει συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο και μάλιστα λεπτομερές, το οποίο αναφέρεται ειδικώς σε συλλογικούς οργανισμούς και σε ανεξάρτητες οντότητες διαχείρισης. Μάλιστα, το αρ. 33 του Ν. 59/76 ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 155(Ι)/2022, προνοεί μεταξύ άλλων ότι σε περιπτώσεις οργανισμών συλλογικής διαχείρισης οι οποίοι χορηγούν άδειες με συλλογική ισχύ, πρέπει να λαμβάνεται σχετική έγκριση από την Αρχή Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το αρ. 13 του Ν. 65(Ι)2017, από την έναρξη των εργασιών οργανισμού συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητης οντότητας διαχείρισης, εναποτίθεται σε αυτόν νομοθετική υποχρέωση εγγραφής του στα Μητρώα της Αρμόδιας Αρχής, την δημιουργία των οποίων προβλέπει το αρ. 11 του Ν. 65(Ι)
  9. Στην προκειμένη περίπτωση, στο δικόγραφο της Υπεράσπισης εγείρεται ισχυρισμός ότι ο ενάγων δεν έχει εγγραφεί στο σχετικό Μητρώο. Επί τούτου, η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα επιχειρηματολογεί ότι ο ενάγων δεν φέρει τέτοια υποχρέωση και επικαλείται τα όσα διαλαμβάνει το αρ. 11
(3)του Ν. 65(Ι)/2017, που είναι τα ακόλουθα: «
(3)Οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητες οντότητες διαχείρισης οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, δύναται να παρέχουν υπηρεσίες στην επικράτεια της Δημοκρατίας, χωρίς την υποχρέωση εγγραφής στο Μητρώο, νοουμένου ότι μετακινούνται στην Δημοκρατία προκειμένου να ασκήσουν προσωρινά και περιστασιακά τις υπηρεσίες τους και είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και ασκούν νόμιμα το επάγγελμα στο κράτος αυτό, με δικαίωμα στο εν λόγω κράτος μέλος να παρέχουν υπηρεσίες ανάλογες με αυτές που προτίθενται να παρέχουν στη Δημοκρατία». Κρίνω επίσης σκόπιμο να αναφερθώ στα εδάφια 4 και 5 του άρθρου 11 του Ν. 65(Ι)/2017, τα οποία αποτελούν συνέχεια του εδαφίου 3, το οποίο επικαλείται η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα: «
(4)Οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητες οντότητες διαχείρισης οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, οι οποίοι προτίθενται να παράσχουν υπηρεσίες στη Δημοκρατία σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), πριν την έναρξη των εν λόγω υπηρεσιών οφείλουν να ενημερώσουν γραπτώς την Αρμόδια Αρχή.
(5)Η Αρμόδια Αρχή, κρίνει κατά περίπτωση, το προσωρινό και περιστασιακό χαρακτήρα της παροχής υπηρεσίας και ιδιαίτερα σε σχέση με τη διάρκεια, συχνότητα, περιοδικότητα και το συνεχή χαρακτήρα της και για σκοπούς ελέγχου, η αρμόδια αρχή τηρεί κατάλογο των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3)» Στρεφόμενη στα περιστατικά της υπό κρίση περίπτωσης, διερχόμενη της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, διαπιστώνω ότι ουδεμία μαρτυρία έχει υπό τις περιστάσεις προσκομιστεί, ότι ο ενάγων μετακινείται στην Κυπριακή Δημοκρατία προκειμένου να ασκήσει προσωρινά και περιστασιακά τις εργασίες του. Ουδεμία δε μαρτυρία έχει προσκομιστεί από τον ενάγοντα, ο οποίος φέρει το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών του, αναφορικά με το κατά πόσο τηρήθηκαν εν πάση περιπτώσει τα ανωτέρω. Απεναντίας, η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα είναι ότι δραστηριοποιείται στην Κύπρο από το 2010 και προς τούτο προσκόμισε σχετική μαρτυρία, ήτοι τις συμβάσεις που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 5 και το καταστατικό του που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 από την ΜΕ2, όπου αναφέρεται ότι «αποκλειστικός σκοπός του Οργανισμού είναι η συλλογική διαχείριση και προστασία των δικαιωμάτων των παραγωγών [.] τα οποία τους απονέμει ο Ν. 2121/1993 (Ελλάδα) και ο Βασικός Νόμος 59/1976(Κύπρος)». Παρενθετικά σημειώνω ότι αναφορικά με ζητήματα ελληνικού δικαίου δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αποδεκτή με βάση το δίκαιο της απόδειξης μαρτυρία. Ως εκ των άνω, δεν μπορεί κατά την κρίση μου να συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα, πέραν του ότι ο ενάγων είναι εγγεγραμμένος και αδειοδοτημένος να δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, ενώ στην Κύπρο δραστηριοποιείται από το 2010, δίχως να έχει προβεί στις διαδικασίες που προβλέπει το εσωτερικό δίκαιο. Ούτε και θεωρώ, ότι η γενική και χωρίς τεκμηρίωση θέση του ενάγοντα, ότι στην Κύπρο δραστηριοποιείται άνευ εγκατάστασης, αποτελεί διαφοροποιητικό παράγοντα, λαμβανομένου υπόψη του κενού της μαρτυρίας του, στο οποίο αναφέρομαι ανωτέρω. Σε σχέση με την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου του ενάγοντα, αναφορικά με την ανυπαρξία θεσμικού πλαισίου, επισημαίνω καταρχάς ότι ούτε σε σχέση με το θέμα αυτό προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, παρόλο που εγείρεται με το δικόγραφο της Υπεράσπισης. Ως έχει ωστόσο νομολογηθεί, οι γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων δεν αποτελούν μαρτυρία και δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική ισχύ.[14] Εν πάση δε περιπτώσει, υπό τις περιστάσεις και μέσα στο πλαίσιο των εξουσιών μου, δεν δύναμαι να οδηγηθώ σε διαφορετική κατάληξη. Κοντολογίς, δεν έχει υπό τις περιστάσεις καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ο GRAMMO διαθέτει την απαιτούμενη ιδιότητα διαδίκου, βάσει του εθνικού δικαίου. Ως προς την επίκληση του αρ. 56 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο σχετίζεται με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν θεωρώ ότι διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο τα ανωτέρω ή ότι έρχεται σε αντίθεση με αυτά, παραπέμπω δε στα όσα αποφασίσθηκαν στην C-521/17 (βλ. ανωτέρω). Αναφορικά με την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου του ενάγοντα, περί παραβίασης του συνταγματικώς καθιερωμένου δικαιώματος των δικαιούχων στην περιουσία, το οποίο προστατεύεται από το αρ. 23 του Συντάγματος, υπενθυμίζεται ότι ζητήματα αντισυνταγματικότητας, πρέπει να δικογραφούνται λεπτομερώς και με επαρκή εξειδίκευση.[15] Εν προκειμένω, ο ισχυρισμός αυτός δεν απαντάται στην υπάρχουσα δικογραφία.[16] Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιόν μου και της αξιολόγησης στην οποία έχω προβεί, δεν έχω ικανοποιηθεί εν πάση περιπτώσει ότι έχει αποδειχθεί η αξιούμενη οφειλή προς τον ενάγοντα, η οποία σημειωτέον, ξεπερνά το ποσό των €3.000, ενώ η αγωγή καταχωρίσθηκε ως ταχείας εκδίκασης. Ειδικότερα, οι αόριστες αναφορές στο εμβαδόν του κέντρου διασκέδασης, οι οποίες αποτελούν εικασίες της ΜΕ1 και εξ ακοής μαρτυρία από πλευράς της ΜΕ2, στις οποίες έχω αναφερθεί ειδικώς πιο πάνω, σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν κατά την κρίση μου ικανοποιητική μαρτυρία. Συνεπακόλουθα, έστω και αν η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν διαφορετική, θα ήταν σε κάθε περίπτωση αδύνατος ο υπολογισμός εύλογης αμοιβής, για τα τρία τραγούδια που σύμφωνα με τον ενάγοντα μεταδόθηκαν από την εναγομένη στο κέντρο διασκέδασης. Κατ' επέκταση των πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι μπορεί να επιτύχει ούτε η έκδοση ενός γενικού και ασαφούς διατάγματος, με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγομένη να μεταδίδει έργα τα πνευματικά δικαιώματα των οποίων ο ενάγων διαχειρίζεται χωρίς την συγκατάθεσή του, εφόσον, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω, δεν προσκομίστηκε επαρκής μαρτυρία σε σχέση με τα προστατευόμενα έργα. Τέλος, σε σχέση με τις διεκδικούμενες τιμωρητικές αποζημιώσεις, παραπέμπω στην Παπακοκκίνου ν. Κάνθερ 1 C.L.R 65, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ρητά εξέφρασε την προτίμηση του σε μια ευρύτερη προσέγγιση του θέματος, κατά τρόπο που να επιτρέπει να επιδικάζονται παραδειγματικές αποζημιώσεις για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα, όταν είναι τόσο αξιόμεμπτη και αξιοκατάκριτη και έτσι να είναι πρέπουσα η τιμωρία της από πολιτικό Δικαστήριο («for tortuous conduct whenever such conduct is so intrinsically blameworthy as to deserve punishment from a civil court»). Αξιόμεμπτη, κρίθηκε η διαγωγή εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος.[17] Εν προκειμένω, δεν θεωρώ ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία έχει καταδείξει τέτοια συμπεριφορά από πλευράς εναγομένης, ώστε να με οδηγήσει σε επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων απέδειξε την υπόθεσή του στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης. Συνεπακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, επομένως επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)..................................... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [3] Αναστασία Πήττα κ.α. ν. Δήμου Στροβόλου
(2015)1 ΑΑΔ 867. [4] G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. [5] Βλ. κατ' αναλογία Α.Ο. ν. D.T.V. Πολ. Εφ. υπ' αρ. 19/2022 ημερ. 20.10.
  2. [6] Βλ. κατ' αναλογία Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [7] Παπαγεωργίου ν. Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [8] Αυστριακές Αερογραμμές ν. Γενικών Ασφαλειών
(1991)1 Α.Α.Δ. 764. [9] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.2015 & Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου
(2016)1 ΑΑΔ 1779. [10] Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1 ΑΑΔ 369. [11] Χαρούς Βασιλική Π., σύζυγος Ηλία Καγιά ν. Χρίστου Π. Χαρούς και Άλλων
(2010)1 ΑΑΔ 267. [12] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [13] Θεοδόσης Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652. [14] Παπαγεωργίου ν. Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(1996)4 ΑΑΔ 1594. [15] Κυπριακή Δημοκρατία v. Πάμπου Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196 & Οικονόμου v. Επιστημονικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α.Α.Δ. 676. [16] Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (Investment Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [17] Andrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.