← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΜΕΛΙΝΑ ΙΑΣΩΝΑ ΛΑΜΠΡΙΑΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 163/2021, 30/4/2024

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΜΕΛΙΝΑ ΙΑΣΩΝΑ ΛΑΜΠΡΙΑΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 163/2021, 30/4/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιονː Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγήςː 163/2021 Κλίμακα: €500,00 - €2.000,00 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγοντες και

  1. ΜΕΛΙΝΑ ΙΑΣΩΝΑ ΛΑΜΠΡΙΑΝΟΥ
  2. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Ε. Ζέμπασιη για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενους: κ. Χρ. Σωτηρίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Δια της αγωγής τους οι Ενάγοντες αξιούν την άρση της παράνομης επέμβασης και την παράδοση της ελεύθερης και κενής κατοχής ακινήτου κατ' ισχυρισμό ιδιοκτησίας των (στο εξής το «επίδικο ακίνητο»), καθώς επίσης και την επιδίκαση αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση και/ή ενδιάμεσα οφέλη. Ως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, αφού περί τον Σεπτέμβριο του 2020 οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τους Εναγομένους ότι κατέστησαν οι νέοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, τερμάτισαν την χρήση που έκαναν οι Εναγόμενοι στο επίδικο ακίνητο και τους κάλεσαν να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή του ακινήτου, πράγμα το οποίο οι Εναγόμενοι παραλείπουν να πράξουν μέχρι σήμερα. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες υπόκεινται ζημία εκ €525,00 μηνιαίως από 15.4.2021, ενόψει της μηνιαίας ενοικιαστικής αξίας του επίδικου ακινήτου. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, μέσω της οποίας αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι λανθασμένα η αγωγή καταχωρίστηκε σε κλίμακα €500,00 - €2.000,00 εφόσον η αξία του ακινήτου την οποία οι ίδιοι οι Ενάγοντες καθόρισαν, υπερβαίνει την εν λόγω κλίμακα. Ισχυρίζονται επίσης ότι η αγωγή είναι καταχρηστική και/ή άνευ ερείσματος, καθότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και ότι ουδεμία παράνομη επέμβαση έλαβε χώρα. Αρνούνται την λήψη της οποιασδήποτε επιστολής και ισχυρίζονται επίσης, άνευ βλάβης, ότι έστω και αν ήθελε φανεί ότι οι Ενάγοντες κατέστησαν ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, αυτό συντελέστηκε δυνάμει δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων, ένεκα του ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε επί σειρά ετών την κύρια κατοικία των Εναγομένων. Ανταπαιτητικώς οι Εναγόμενοι αξιούν δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι είναι οι ιδιοκτήτες και/ή δικαιούμενοι σε εγγραφή και/ή νόμιμοι και/ή πραγματικοί κάτοχοι και/ή εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, καθώς επίσης και δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η οποιαδήποτε τυχόν εγγραφή και/ή μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των Εναγόντων έγινε κατόπιν δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή αθέμιτης επιρροής. Δια της Απάντησης τους οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους ως η έκθεση απαίτησης. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό τους, ότι η αγωγή ορθώς καταχωρίστηκε σε κλίμακα €500,00 - €2.000,00 στη βάση του οφειλόμενου ποσού, η δε οπισθογράφηση περιλαμβάνει την αξία του επίδικου ακινήτου, ως η Δ.2 Θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η αγωγή καταχωρίστηκε κάτω από την ομπρέλα της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως ταχείας εκδίκασης. Σύμφωνα με την τοποθέτηση του συνηγόρου των Εναγόντων, κατά την αγόρευσή του επί του ζητήματος της διαδικασίας που θα έπρεπε να ακολουθηθεί για σκοπούς εκδίκασης της παρούσας, η αξίωση των Εναγόντων αφορά στο ποσό των διεκδικούμενων €525.- κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής, η δε καθ' ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καθορίζεται από το αρ. 22 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960.[1] Αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεσή του απόφαση έκρινε ότι κέκτηται καθ' ύλην δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας αγωγής, δόθηκαν οδηγίες για την καταχώριση έγγραφης μαρτυρίας. Επισημαίνω ότι ουδείς υπέβαλε αίτημα για αντεξέταση των μαρτύρων, ούτε και κρίθηκε απαραίτητη η έκδοση ανάλογης διαταγής από το Δικαστήριο, επομένως η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις, οι οποίες έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[2] ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που προσέφερε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[3] Από πλευράς Εναγόντων, μαρτυρία προσέφερε μόνο ένας μάρτυρας, ο οποίος εργάζεται στην υπηρεσία τους και γνωρίζει τα γεγονότα είτε από ιδία γνώση είτε από πληροφορίες που έλαβε από άλλους λειτουργούς οι οποίοι εργάζονται στην υπηρεσία των Εναγόντων, ή και από την APS DEBT SEVICING CYPRUS LTD, εταιρεία η οποία διαχειρίζεται εκ μέρους των Εναγόντων τα ακίνητα τα οποία περιέρχονται στην ιδιοκτησία των, μέσα από διαδικασίες αναδιάρθρωσης χρεών (στο εξής ο «ΜΕ1»). Στην γραπτή του δήλωση, ο μάρτυρας επί της ουσίας επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης και καταθέτει τα σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια. Ειδικότερα, ο μάρτυρας κατέθεσε τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, επιστολή ημερ. 21.9.2020 δια της οποίας η APS DEBT SEVICING CYPRUS LTD ενημέρωσε τους Εναγομένους ότι οι Ενάγοντες κατέστησαν οι νέοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και τους κάλεσε να παραδώσουν οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με την χρήση του ακινήτου, καθώς επίσης και επιστολή ημερ. 24.3.2021 δια της οποίας οι Ενάγοντες τερμάτισαν με άμεση ισχύ την χρήση που έκαναν οι Εναγόμενοι επί του επίδικου ακινήτου και τους κάλεσαν να παραδώσουν την κατοχή του επίδικου ακινήτου, μαζί με τις σχετικές ένορκες δηλώσεις του επιδότη. Kαταθέτοντας έκθεση εκτίμησης της αξίας του επίδικου ακινήτου ως Τεκμήριο 4, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι η ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου ανέρχεται σε ποσό €525.- μηνιαίως, η δε αγοραία αξία του ανέρχεται σε €128.000.- Λόγω της άρνησης των Εναγομένων να εγκαταλείψουν το ακίνητο, συνεχίζει ο ΜΕ1, οι Ενάγοντες υπόκεινται ζημιά ύψους €525.- μηνιαίως από 15.4.
  3. Ο μάρτυρας αναφέρει επίσης ότι από την 15.4.2021 οι Εναγόμενοι κατέστησαν παράνομοι επεμβασίες, ενώ απορρίπτει τον ισχυρισμό περί απάτης ή δόλου ή ψευδών παραστάσεων σε ότι αφορά στην αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επίδικου ακινήτου, το οποίο περιήλθε στην κατοχή των Εναγόντων μέσω διαδικασίας εκποίησης υποθήκης. Από πλευράς Εναγομένων, μαρτυρία προσέφερε μόνο ένας μάρτυρας, ο Εναγόμενος 2 (στο εξής ο «ΜΥ1»). Ο μάρτυρας στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι οι Ενάγοντες ουδέν έπραξαν από τα όσα προνοεί η νομοθεσία, ώστε να δικαιούνται να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο επ' ονόματί τους. Συγκεκριμένα, ουδέποτε απέστειλαν σε οιονδήποτε από τους Εναγομένους ειδοποίηση εκποίησης του επίδικου ακινήτου, ούτε και υπεγράφη οποιαδήποτε συμφωνία αναδιάρθρωσης η οποία να προνοούσε την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των Εναγόντων. Εκμεταλλευόμενοι την δεσπόζουσα θέση τους και δόλια, οι Ενάγοντες προχώρησαν στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Την 8.10.2020, συνεχίζει ο ΜΥ1, οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν για πρώτη φορά μέσω της επιστολής των Εναγόντων ημερ. 21.9.2020 σχετικά με την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία τους, παρόλο που κάλεσαν αλλεπάλληλες φορές τους Ενάγοντες για σκοπούς διευθέτησης και αναδιάρθρωσης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Οι δόλιες ενέργειες των Εναγόντων, υποστηρίζει ο μάρτυρας, φαίνονται στις επιστολές ημερ. 21.9.2020 και 26.3.2021 τις οποίες κατέθεσε ο ΜΕ1, καθότι σε καμία από αυτές δεν αναφέρεται ο τρόπος μεταβιβάσεως του επίδικου ακινήτου. Η δε επιστολή ημερ. 21.9.2020, αναφέρει ότι η μεταβίβαση έγινε την 27.7.2020, ενώ στην έκθεση απαίτησης δικογραφείται ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε περί τον Σεπτέμβριο του
  4. Ο τίτλος ιδιοκτησίας που παρουσίασαν οι Ενάγοντες, αποτελεί κατά τον ΜΥ1 προϊόν απόκρυψης, παράτυπης και παράνομης διαδικασίας, καταθέτει δε ως Τεκμήριο 1 τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της Εναγομένης
  5. Έχοντας παραθέσει συνοπτικά την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ σε αξιολόγησή της. Σε διαδικασίες ταχείας εκδίκασης, όπου κατά κανόνα δεν εκτυλίσσεται ενώπιον του Δικαστηρίου δια ζώσης ακροαματική διαδικασία, η εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων συναρτάται από την αξιολόγηση της έγγραφης μαρτυρίας η οποία κατατίθεται από τα μέρη.[4] Ως εκ τούτου, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως, η προσκομισθείσα μαρτυρία αντιπαραβάλλεται και αξιολογείται με βάση την λογική, την ποιότητα του περιεχομένου της, αλλά και την πειστικότητα των εκατέρωθεν θέσεων, λαμβανομένης υπόψη και της επιχειρηματολογίας που προβάλλεται κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων.[5] Υπενθυμίζεται, ότι ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων ζητημάτων εξαρτάται από τα δικόγραφα, τα οποία έχουν πολλάκις παρομοιαστεί με τις προκαθορισμένες γραμμές διαδρομής του τρένου.[6] Αποτελεί δε παγίως καθιερωμένη νομική αρχή, ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία πρέπει να συνάδει με το περιεχόμενο των δικογράφων.[7] Παραπέμπω επίσης στον Θεσμό 7

(5)(iii) της Διαταγής 30, όπου καταγράφεται ότι όταν κατατίθεται έγγραφη μαρτυρία, αυτή πρέπει να συνάδει με τους ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται στα δικόγραφα. Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της ενώπιόν μου τεθείσας μαρτυρίας, παραθέτω κατωτέρω τα γεγονότα τα οποία σύμφωνα με την δικογραφία και την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης: - Την 8.10.2020 οι Εναγόμενοι έλαβαν την επιστολή ημερ. 21.9.2020 η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην γραπτή δήλωση του ΜΕ
  1. - Οι Εναγόμενοι διαμένουν μέχρι σήμερα στο επίδικο ακίνητο. Προχωρώντας σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1, αντιπαραβάλλοντας τους ισχυρισμούς του με τα κατατιθέμενα τεκμήρια, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου, καθώς το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων συνάδει με τα λεγόμενά του, η δε μαρτυρία του παρουσιάζει συνοχή και ποιότητα. Ως προς το ότι στην επιστολή ημερ. 21.9.2020 την οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, αναφέρεται ότι η Τράπεζα κατέστη ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου από 27.7.2020 και όχι από τον Σεπτέμβριο του 2020, ως η έκθεση απαίτησης, δεν θεωρώ ότι αυτό αποτελεί ουσιώδες στοιχείο το οποίο επενεργεί καταλυτικά ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα, διαπιστώνω δε ότι ο ΜΕ1 δεν αναφέρει συγκεκριμένα από πότε άλλαξε το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου. Υπενθυμίζεται, σε κάθε περίπτωση, ότι δεν είναι επιτρεπτή η απόρριψη μαρτυρίας ως αναληθούς, με αιτιολογία την ασυμφωνία της με δικογραφημένο ισχυρισμό.[8] Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου, η αναφορά του ΜΕ1 σε εκποίηση του επίδικου ακινήτου, προτού αυτό περιέλθει στην ιδιοκτησία των Εναγόντων, γεγονός το οποίο δεν δικογραφήθηκε από πλευράς τους και συνεπώς η μαρτυρία αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.[9] Ως προς την έκθεση εκτίμησης της C. ZAKHEOS, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, αυτή αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, στην οποία ως θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, το Δικαστήριο αδυνατεί να προσδώσει την οποιαδήποτε βαρύτητα. Παρόλο που εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής, το Δικαστήριο αξιολογεί την βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου.[10] Στην προκειμένη περίπτωση, η εξ ακοής μαρτυρία αφορά σε έκθεση εκτίμησης, η οποία συντάχθηκε από άλλο πρόσωπο και όχι από τον μάρτυρα που την κατέθεσε. Σε αυτήν, το εν λόγω πρόσωπο κατέληξε σε συμπέρασμα τόσο αναφορικά με την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου, όσο και αναφορικά με την μηνιαία ενοικιαστική αξία του. Καμία ωστόσο εξήγηση δεν δόθηκε στο Δικαστήριο, αναφορικά με το κατά πόσο ήταν ή όχι εφικτό ή εύλογο, το πρόσωπο που συνέταξε την έκθεση εκτίμησης, να προσκομίσει έγγραφη μαρτυρία, ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η καλύτερη δυνατή μαρτυρία και να τύχει αξιολόγησης. Ως έχει νομολογηθεί, όταν ένας μάρτυρας καταθέτει προφορικά στο δικαστήριο κατά τη διάρκεια μιας δίκης, η μαρτυρία του προσφέρεται για το αληθές του περιεχομένου της. Όταν όμως ο μάρτυρας καταθέτει κάποιο έγγραφο, δεν συνεπάγεται ότι αυτό προορίζεται απαραίτητα για τον ίδιο πιο πάνω σκοπό· πόσω δε μάλλον όταν τα όσα καταγράφονται σε αυτό δεν προέρχονται από τον ίδιο τον μάρτυρα, αλλά αποτελούν δηλώσεις άλλου προσώπου, δηλαδή αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Επομένως, είναι λογικά αναμενόμενο η πλευρά που προτείνει την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου να καθορίσει το σκοπό για τον οποίο αυτό προορίζεται να χρησιμοποιηθεί. Αν παραλείψει να το πράξει, ενεργεί με δικό της κίνδυνο.[11] Αναφορικά με τις επιστολές από και εκ μέρους των Εναγόντων προς τους Εναγομένους, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2, η παραλαβή των δεν έτυχε αμφισβήτησης και συνεπώς η μαρτυρία αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη, ενώ ως ο ίδιος ο ΜΥ1 ανέφερε, παρέλαβε την επιστολή ημερ. 21.9.
  2. Τέλος, επισημαίνω ότι ο ΜΕ1 δεν κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με νομικά ζητήματα ή ως νομομαθής, συνεπώς η κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να στηριχθεί με ασφάλεια στο μέρος της μαρτυρίας του, όπου ο μάρτυρας καταπιάνεται με νομικά ζητήματα, για σκοπούς εξαγωγής ανάλογων συμπερασμάτων και ευρημάτων. Ειδικότερα, αναφέρομαι στις αναφορές του μάρτυρα σε παράνομη επέμβαση από πλευράς Εναγομένων, στα δικονομικά ζητήματα που ηγέρθησαν με τις προδικαστικές ενστάσεις των Εναγομένων, καθώς επίσης και στα δικαιώματα κάθε πλευράς, βάσει του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επίδικου ακινήτου, εφόσον η απόφανση επί των ζητημάτων αυτών, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Στρεφόμενη στην μαρτυρία του ΜΥ1, διαπιστώνω καταρχάς ότι σε αυτήν περιέχονται πολλές αναφορές οι οποίες δεν απαντώνται στην υπάρχουσα δικογραφία. Ειδικότερα, ο μάρτυρας στο μεγαλύτερο μέρος της γραπτής του δήλωσης, αναφέρει ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν από τους Ενάγοντες αναφορικά με την διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου. Στο δικόγραφο ωστόσο της Υπεράσπισης, ο δόλος και/ή οι ψευδείς παραστάσεις και/ή η απάτη που αποδίδονται στους Ενάγοντες σε ότι αφορά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου, συνδέονται με το ότι το επίδικο ακίνητο για χρόνια αποτελεί την κύρια κατοικία των Εναγομένων. Ουδεμία αναφορά γίνεται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης, σε παράτυπη ή αδιαφανή ή παράνομη διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου, ή σε προσπάθειες αναδιάρθρωσης από πλευράς των Εναγομένων. Δεν μου διαφεύγει, ότι ούτε στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά σε εκποίηση, αλλά για πρώτη φορά σχετική αναφορά γίνεται στην γραπτή μαρτυρία του ΜΕ1, μαρτυρία η οποία ως εξηγώ πιο πάνω, δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, αυτό δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι στο δικόγραφο της Υπεράσπισης, ουδεμία αναφορά γίνεται, στην οποία να μπορούν να υπαχθούν οι πιο πάνω ισχυρισμοί του ΜΥ
  3. Η δε αναδιαμόρφωση της υπερασπιστικής γραμμής σε αυτό το στάδιο, δεν είναι επιτρεπτή με βάση τους καθιερωμένους δικονομικούς κανόνες δικογράφησης. Σημειώνεται επιπρόσθετα, ότι καμία λεπτομέρεια δεν παρατίθεται από τους Εναγομένους ως προς την κατ' ισχυρισμό απάτη και/ή δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις, εν αντιθέσει με τις πρόνοιες της Δ.19 Θ. 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.[12] Έστω δε και αν έτσι είχαν τα πράγματα, ουδεμία επεξήγηση παραθέτει ο ΜΥ1, ως προς την αδράνεια των Εναγομένων, όταν έλαβαν την επιστολή ημερ. 21.9.2020, καθώς κανένα διάβημα δεν έλαβαν για σκοπούς ακύρωσης της κατ' ισχυρισμό παράνομης μεταβίβασης του ακινήτου, ενώ η παρούσα καταχωρίστηκε την 13.5.
  4. Ούτε και παραθέτει σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε πειστική εξήγηση ή ικανοποιητική μαρτυρία, από την οποία να αναδύεται ότι πράγματι, οι Ενάγοντες παράνομα μεταβίβασαν το ακίνητο επ' ονόματί τους κατόπιν δόλου, απάτης και συνωμοσίας, ως ισχυρίζεται. Συνεπακόλουθα, δεν δύναμαι να στηριχθώ στην μαρτυρία του ΜΥ1 για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, εξαιρουμένων των γεγονότων που προκύπτει ότι δεν αμφισβητούνται. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας, της δικογραφίας και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: - Την 6.8.2020 το επίδικο ακίνητο εγγράφηκε επ' ονόματι των Εναγόντων και εκδόθηκε σχετικός τίτλος ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο. - Την 8.10.2020 οι Ενάγοντες με ιδιώτη επιδότη επέδωσαν στους Εναγομένους επιστολή ημερ. 21.9.2020, στην οποία αναφέρεται η αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου και οι Εναγόμενοι καλούνται να προσκομίσουν στους Ενάγοντες οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με την χρήση του επίδικου ακινήτου, ενώ ζητήθηκε η καταβολή ενοικίου. - Οι Εναγόμενοι παρέλαβαν την επιστολή ημερ. 21.9.2020, πλην όμως ουδέποτε ανταποκρίθηκαν. - Την 26.3.2021 οι Ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους, με ιδιώτη επιδότη επέδωσαν στους Εναγομένους επιστολή ημερ. 24.3.2021, στην οποία αναφέρεται ότι τερματίζεται με άμεση ισχύ η οποιαδήποτε χρήση έκαναν οι Εναγόμενοι στο επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να εκκενώσουν στο ακίνητο και να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή του στους Ενάγοντες το αργότερο την 14.4.
  5. - Οι Εναγόμενοι διαμένουν μέχρι σήμερα στο επίδικο ακίνητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ως γνωστό στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[13] Το ειδικό βάρος απόδειξης, αφορά στην ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.[14] Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνήγορου των Εναγόντων, η αγωγή στηρίζεται στο αδίκημα της παράνομης επέμβασης, το οποίο κωδικοποιείται στο αρ. 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, καθότι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου είναι οι Ενάγοντες, οι οποίοι κάλεσαν τους Εναγομένους όπως παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή του επίδικου ακινήτου το αργότερο την 14.4.2021, πράγμα το οποίο ουδέποτε οι Εναγόμενοι έπραξαν. Έστω δε και αν το διάστημα εντός του οποίου οι Ενάγοντες επέτρεψαν στους Εναγόμενους να διαμένουν στο επίδικο ακίνητο, εισηγείται η συνήγορος των Εναγόντων, θεωρηθεί παραχώρηση άδειας χρήσης, αυτή τερματίστηκε. Ως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, ήτοι τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου που καταθέτει ο ΜΕ1, οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες αυτού από 6.8.2020, είναι οι Ενάγοντες. Ουδεμία ικανοποιητική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιόν μου, που να θέτει υπό αμφισβήτηση την γνησιότητα του εν λόγω τίτλου ιδιοκτησίας, ο οποίος αποτελεί έγγραφο το οποίο αποτελεί μέρος αρχείου δημόσιας αρχής και φέρει υπογραφή Κτηματολογικού Λειτουργού, όπως επίσης και σφραγίδα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου, η οποία δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση.[15] Σύμφωνα με το αρ. 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου: «
(1)Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2)Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς» Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο per se και μπορεί να διαπραχθεί με οποιαδήποτε παράνομη είσοδο σε περιουσία ή με την οποιαδήποτε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή με παράνομη επέμβαση σε τέτοια περιουσία από οποιοδήποτε πρόσωπο.[16] Πρόκειται για αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου, ενώ ως έχει νομολογηθεί, κατοχή σημαίνει πραγματική κατοχή ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα.[17] Όπου δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο. Περαιτέρω, όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου, το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδοκτήτη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας και η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει.[18] Όταν παραχωρείται άδεια χρήσης, νομιμοποιείται εκείνο που άλλως πως θα θεωρείτο ως παράνομη επέμβαση και η παροχή άδειας δυνατό να αναδύεται μέσα από πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων. Οι βασικές κατηγορίες άδειας χρήσης είναι η απλή ή η κατά χάριν άδεια («bare or gratuitous licence»), η άδεια χρήσης που συνοδεύεται από παροχή δικαιώματος («licence coupled with a grant (or an interest») και η συμβατική άδεια («contractual licence»). Στην πορεία του χρόνου έχει αναπτυχθεί και η κατηγορία του «licence by estoppel», που θεωρείται δικαίωμα in alieno solo, της άδειας χρήσης θεωρούμενης δηλαδή όχι ως εναλλακτικής λύσης ή υποκατάστατο της ενοικίασης, αλλά ως αυτόνομο δικαίωμα.[19] Στην προκειμένη περίπτωση, οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς τους Εναγομένους, τους ενημέρωσαν αναφορικά με το νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου και τους κάλεσαν να προσκομίσουν στοιχεία αναφορικά με την χρήση ή την ενοικίαση του επίδικου ακινήτου, ενημερώνοντάς τους, ότι σε περίπτωση άρνησης να το πράξουν, θα καταστούν παράνομοι επεμβασίες. Ένεκα του ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε ανταποκρίθηκαν, οι Ενάγοντες τερμάτισαν την οποιαδήποτε χρήση και παραμονή στο επίδικο ακίνητο και κάλεσαν τους Εναγομένους να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή του ακινήτου το αργότερο την 14.4.20221. Αποτελεί δε μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι διαμένουν στο επίδικο ακίνητο. Αξιολογώντας το μαρτυρικό υλικό το οποίο τέθηκε ενώπιόν μου, σε συνάρτηση με τους τρόπους διάπραξης του αδικήματος της παράνομης επέμβασης, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες, υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, ενήγαγαν τους Εναγομένους, οι οποίοι κλήθηκαν να παραδώσουν την κατοχή του ακινήτου και δεν το έπραξαν, αλλά διαμένουν σε αυτό μέχρι σήμερα, επομένως η επέμβαση στο ακίνητο είναι μόνιμης φύσεως, ενώ σε κάθε περίπτωση, η χρήση του ακινήτου τερματίστηκε την 14.4.2021.[20] Εφόσον λοιπόν οι Ενάγοντες απέσεισαν το βάρος αποδείξεως που φέρουν, ότι η επέμβαση στο επίδικο ακίνητο είναι παράνομη, το βάρος αποδείξεως μετατοπίζεται στους ώμους των Εναγομένων, δυνάμει του αρ. 43
(2)του Κεφ. 148. Κατ' επέκταση των όσων ανέφερα ωστόσο πιο πάνω, δεν καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι προσκόμισαν ικανοποιητική μαρτυρία προς τούτο. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, επισημαίνω ότι σε κάθε περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί με ικανοποιητική και πειστική μαρτυρία, ότι το επίδικο ακίνητο έχει μεταβιβασθεί επ' ονόματι των Εναγόντων, συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων, ως οι ισχυρισμοί των Εναγομένων. Αναφορικά με την έννοια του δόλου, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Ιακώβου Μαρία ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 992: «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κατ΄ ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο». Η απάτη προβλέπεται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά.» Η δε έννοια της ψευδούς παράστασης προβλέπεται από το άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149) και έχει ερμηνευθεί στην Ραπτόπουλος ν. Alpha Bank Ltd Πολ., Έφεση 337/11, ημερομηνίας 11.4.2017, ως ακολούθως: «Το βασικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης είναι η θετική βεβαίωση κάποιου γεγονότος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ως αποτέλεσμα της οποίας το αθώο μέρος συνομολογεί σύμβαση με το μέρος που προέβη στην αναληθή παράσταση (βλ. σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Π. Πολυβίου Τόμος Α σελ. 333, 334)». Εν προκειμένω, πέραν της ελλιπούς δικογράφησης, ουδεμία ικανοποιητική μαρτυρία έχει προσκομιστεί κατά την κρίση μου, από την οποία να αναδύεται ότι έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα του δόλου και/ή της απάτης και/ή των ψευδών παραστάσεων από πλευράς Εναγόντων. Τέλος, αναφορικά με το ζήτημα της δικαιοδοσίας, το οποίο εγείρεται εκ νέου στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων, παραπέμπω στο άρθρο 22 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), το οποίο θεωρώ ότι σε κάθε περίπτωση παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδικάσει την παρούσα, καθώς, προνοεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «
(3)Έκαστoς Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και vα απoφασίζει για- (α) Οπoιαδήπoτε αγωγή στηv oπoία τo αμφισβητoύμεvo πoσό ή η αξία της επίδικης αιτίας δεv υπερβαίvει πρoκειμέvoυ περί Αvώτερoυ Επαρχιακoύ Δικαστή τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000,00) και πρoκειμέvoυ περί Επαρχιακoύ Δικαστή τις εκατόν χιλιάδες ευρώ (€100.000,00). (β) Οπoιαδήπoτε αγωγή για τηv αvάληψη κατoχής oπoιασδήπoτε ακίvητης ιδιoκτησίας, ή oπoιαδήπoτε αγωγή βασιζόμεvη σε αδικoπραξία πoυ διαπράχθηκε σε σχέση με ακίvητη ιδιoκτησία στηv oπoία η αξιoύμεvη θεραπεία περιλαμβάvει έκδoση απαγoρευτικoύ διατάγματoς και στηv oπoία δεv αμφισβητείται o τίτλoς της ακίvητης ιδιoκτησίας, χωρίς vα λαμβάvεται υπόψη ότι λόγω της αξίας της επίδικης ακίvητης ιδιoκτησίας, η αγωγή δε θα ήταv της αρμoδιότητας Αvώτερoυ Επαρχιακoύ Δικαστή ή Επαρχιακoύ Δικαστή, σύμφωvα με τις πρόvoιες της παραγράφoυ (α) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ: [.]». (η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Περαιτέρω, ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μια θεραπεία μπορεί να αποδοθεί όταν από τα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης δικαιολογείται κάτι τέτοιο και στοιχειοθετείται κάποιο αγώγιμο δικαίωμα, ακόμα και όταν δεν γίνεται ρητή επίκληση αυτού.[21] ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στη βάση όλων των ανωτέρω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεσή τους μερικώς στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατάζονται όπως παραδώσουν στους Ενάγοντες ελεύθερη και κενή κατοχή του επίδικου ακινήτου, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Υπό το φως των αρχών της νομολογίας που διέπει τα περί αποζημιώσεων σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ελλείψει μαρτυρίας περί ζημίας, επιδικάζεται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων, από κοινού και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €150,00 ως ονομαστικές αποζημιώσεις. Για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά στα έξοδα, δοθείσας της κατάληξης του Δικαστηρίου και των αρχών που διέπουν το ζήτημα, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ). ......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Υπενθυμίζεται, ότι ο δικηγόρος αντιπροσωπεύει τον πελάτη του και στην βάση αυτής της φαινόμενης πληρεξουσιότητας, οι παραδοχές και οι διαβεβαιώσεις στις οποίες προβαίνει, τον δεσμεύουν (βλ. Αναστασία Πήττα κ.α. ν. Δήμου Στροβόλου
(2015)1 ΑΑΔ 867). [2] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [3] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ.
  1. [4] Βλ. κατ' αναλογία Α.Ο. ν. D.T.V. Πολ. Εφ. υπ' αρ. 19/2022 ημερ. 20.10.
  2. [5] Βλ. κατ' αναλογία Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [6] Παπαγεωργίου ν. Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [7] Αυστριακές Αερογραμμές ν. Γενικών Ασφαλειών
(1991)1 Α.Α.Δ. 764. [8] Γιασεμή ν. Ρούσου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1098 & Α.Ο. ν. DTV Πολ. Εφ. Αρ. 19/2022 ημερ. 20.10.2022. [9] Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (Investment Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [10] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.2015 & Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου
(2016)1 ΑΑΔ 1779. [11] Μάριος Βαττής ν. Χριστούλλα Αυξεντίου κ.ά.
(2016)1 Α.Α.Δ. 2289. [12] Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. ν. Alocay Holdings Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1523. [13] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [14] Θεοδόσης Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652. [15] Βλ. αρ. 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και τον Περί Κρατικού Αρχείου Νόμο του 1991, αρ. 2 και 11
(2). [16] Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 244. [17] Γεώργιος Λάμπρου κ.ά. ν Ελένη Κεφάλα κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1516 και Ανδρέας Γεωργίου, άλλως Μουσουλλου ν. Κυριακούς Γεωργίου Ανδρέα
(1998)1 ΑΑΔ 2311. [18] Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, Παπακόκκινου κ.α. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 ΑΑΔ 379 & Stassinos Investment And Finance Limited v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 142/2013 ημερ. 3.3.2020. [19] Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν. C & S Αmerican Ηeart Ιnstitute Ltd κ.α.
(2011)1 ΑΑΔ 379. [20] Μαρούλλα Χριστοφόρου Γεωργίου ν. Άριστου Αλέξανδρου Ματθαίου κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ
  1. [21] Μελίνα Αλκιβιάδη ν. The Philips College Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 310/2011 ημερ. 21.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:A
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.