← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΗ ΓΟΥΜΕΝΟΥ ν. NEIL DRIVER, Αρ. Αγωγής: 156/2015, 30/8/2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΓΟΥΜΕΝΟΥ ν. NEIL DRIVER, Αρ. Αγωγής: 156/2015, 30/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. €2.000 - €10.000 Αρ. Αγωγής: 156/2015 Μεταξύ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΓΟΥΜΕΝΟΥ Ενάγουσα και NEIL DRIVER Εναγόμενος ­­­­­­­­­­­­­­­­ Ημερομηνία: 30 Αυγούστου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Τ. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Γ. Χ''Αντώνης για Τσίτσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Δια της παρούσας αγωγής της, η ενάγουσα διεκδικεί την επιδίκαση αποζημιώσεων για ζημιές τις οποίες υπέστη ένεκα ατυχήματος που επισυνέβη ενώ οδηγούσε το όχημά της, το οποίο οφείλεται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, στην αμέλεια και/ή στην παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του εναγομένου. Ως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω συνοπτικά, την 19.1.2014 το απόγευμα, ενώ η ενάγουσα οδηγούσε το όχημά της νόμιμα σε οικιστική περιοχή στο Παραλίμνι, στο σημείο του δρόμου μπροστά ακριβώς από οικία ιδιοκτησίας του εναγομένου, που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ως η πορεία της ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο, η ενάγουσα προσέκρουσε πάνω σε μεγάλη πέτρα η οποία ήταν τοποθετημένη, μαζί με άλλες 7 - 8 μεγάλες πέτρες στα αριστερά και δεξιά της εισόδου της αναφερόμενης οικίας, μόλις 30 - 40 εκατοστά έξω από την άσφαλτο, οι οποίες είχαν προφανώς τοποθετηθεί για παρεμπόδιση στάθμευσης οχημάτων έξω από την οικία. Για το πιο πάνω συμβάν η ενάγουσα αποδίδει αμέλεια και/ή οχληρία στον εναγόμενο και/ή παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες, δικογραφεί δε τις λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών που υπέστη το όχημά της, τις οποίες αξιοί μέσω της παρούσας αγωγής της, πλέον γενικές αποζημιώσεις. Με την Υπεράσπισή του ο εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και την καλεί σε απόδειξή των, εξαιρουμένου του ότι είναι ιδιοκτήτης και κάτοχος της οικίας που δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης. Αποτελεί ισχυρισμό του εναγομένου, ότι το χωμάτινο παγκέττο το οποίο εκτείνεται μεταξύ της ασφάλτου/κυρίως δρόμου και της περίφραξης της οικίας του, δεν αποτελεί ιδιοκτησία του, ούτε είναι δυνατόν να ευθύνεται για την ύπαρξη πετρωμάτων η οιωνδήποτε αντικειμένων σε χώρο εκτός της ιδιοκτησίας του, η δε περιοχή Ασπρόκρεμμος στην οποία βρίσκεται η επίδικη κατοικία είναι πετρώδης και συχνά λόγω των ανέμων, κατεβαίνουν στον δρόμο πετρώματα. Σε κάθε περίπτωση, την ευθύνη για την ασφάλεια του δρόμου φέρουν οι αρμόδιες αρχές και όχι ο ίδιος, ενώ κατά τον χρόνο που επισυνέβη το ισχυριζόμενο ατύχημα, ο ίδιος απουσίαζε από την Κύπρο. Διαζευκτικά των ανωτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έστω και αν διαφανεί ότι έφερε την ευθύνη απομάκρυνσης των πετρωμάτων από τον δρόμο, ελλείπει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ισχυριζόμενης αμέλειας και της ζημιάς της ενάγουσας, καθώς ο δρόμος εντός του οποίου οδηγούσε η ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο, είναι ευθύς χωρίς στροφές, με όριο ταχύτητας τα 50 ΧΑΩ και σε κάθε περίπτωση, τυχόν πετρώματα θα ήταν ευδιάκριτα, εάν η ενάγουσα οδηγούσε με τη δέουσα φροντίδα και προσοχή. Δια της Απάντησης της στην Υπεράσπιση, η ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγομένου και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως η έκθεση απαίτησης, ισχυρίζεται δε, ότι ο εναγόμενος κωλύεται λόγω των πράξεων και της συμπεριφοράς του, από το να προβάλλει τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Υπεράσπισή του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1] Από πλευράς ενάγουσας μαρτυρία προσέφερε μία μάρτυρας, ενώ από πλευράς εναγομένου, ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε. Ειδικότερα, για την ενάγουσα μαρτυρία προσέφερε η ίδια, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε και κατέθεσε την γραπτή της δήλωση (στο εξής η «ΜΕ1»). Σε αυτήν, η μάρτυρας ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, ως η έκθεση απαίτησης της, εξιστορεί το πως έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, αναφέρει δε, ότι ο εναγόμενος είχε τοποθετήσει παράνομα τις πέτρες μπροστά στην είσοδο της οικίας του, την μία δίπλα στην άλλη, με διάστημα ενός μέτρου περίπου μεταξύ τους, με προφανή σκοπό την παρεμπόδιση στάθμευσης έξω από την οικία του, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τούτο. Ο δρόμος όπου επισυνέβη το συμβάν, συνεχίζει η ενάγουσα, δεν είναι ευθύς, και η ύπαρξη των εν λόγω πετρών δεν ήταν καθόλου ευδιάκριτη για τα διερχόμενα οχήματα, γεγονός το οποίο έκανε ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη προειδοποίησης για τις πέτρες που είχαν τοποθετηθεί εκεί, ο δε εναγόμενος δεν έλαβε οποιαδήποτε άδεια για να τοποθετήσει τις εν λόγω πέτρες μπροστά από την είσοδο της κατοικίας του. Η ΜΕ1 αναφέρεται επίσης στις ζημιές που υπέστη το όχημα που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο, καθώς επίσης και στο κόστος επιδιόρθωσής τους, καταθέτοντας ως τεκμήρια σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις, έκθεση εκτίμησης ζημιών του οχήματος που οδηγούσε, πιστοποιητικό εγγραφής του, καθώς επίσης και φωτογραφίες οι οποίες απεικονίζουν τις ζημιές του αναφερόμενου οχήματος, τον επίδικο δρόμο και τις πέτρες που βρίσκονταν μπροστά από την κατοικία του εναγομένου. Επί των εν λόγω φωτογραφιών, η μάρτυρας υπέδειξε κατά την κυρίως εξέτασή της την πορεία της και ανέφερε ότι την ημέρα του ατυχήματος, ο καιρός ήταν λίγο μουντός. Αντεξεταζόμενη, η ΜΕ1 ανέφερε ότι κατά τον χρόνο της σύγκρουσης ο εναγόμενος δεν ήταν παρών, ενώ δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο βρισκόταν στην Κύπρο, ανέφερε δε, ότι παρόλο που υπάρχει σειρά κατοικιών στον συγκεκριμένο δρόμο, μόνο έξω από την κατοικία του εναγομένου υπήρχαν πέτρες, οι οποίες ήταν τοποθετημένες σαν να σχημάτιζαν πεζοδρόμιο, ίσως, ως υπέδειξε, για σκοπούς καθαριότητας. Ως επίσης ανέφερε κατά την αντεξέτασή της η ΜΕ1, ο επίδικος δρόμος είναι αντίθετης κατεύθυνσης, ανηφορικός και κανονικός σε πλάτος, χωρίς πεζοδρόμια, με σπίτια που βρίσκονται το ένα κοντά στο άλλο, ενώ δεν υπήρχαν καταστήματα ή χώροι εστίασης. Παρόλο που, ως η μάρτυρας εξήγησε, οδηγούσε εντός της ασφάλτου, ενόψει του ότι ο δρόμος είχε «κάμψη», ο καιρός ήταν μουντός και οι πέτρες ήταν τοποθετημένες κατά μήκος του δρόμου, δεν τις είδε, με αποτέλεσμα να χτυπήσει. Ως επίσης ανέφερε, οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα, διότι στο όχημα είχε τα δύο παιδιά της και η περιοχή είναι κατοικημένη. Παραδεκτά Γεγονότα Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της ενώπιόν μου τεθείσας μαρτυρίας, σημειώνω ότι με βάση τις δηλώσεις των συνηγόρων, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η ενάγουσα υπέστη τις ειδικές ζημιές που δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης της, ύψους €4.276,23 ως αποτέλεσμα του ατυχήματος που περιγράφεται στην αγωγή. Επανερχόμενη στην προσκομισθείσα μαρτυρία την οποία έχω παραθέσει ανωτέρω, προχωρώ σε αξιολόγησή της. Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να αξιολογήσει την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, την λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα, δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων, εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνω υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7] Προχωρώντας σε αξιολόγηση της μοναδικής μάρτυρος η οποία προσέφερε μαρτυρία ενώπιόν μου, σημειώνω ότι η ΜΕ1 καθ' όλη την διάρκεια της αντεξέτασής της ήταν ήρεμη και σταθερή και απάντησε με φυσικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της, επομένως η εντύπωση που απεκόμισα ήταν θετική. Σε ότι αφορά στην μαρτυρία της ΜΕ1, ότι οι περίοικοι, όταν έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, σχολίασαν ότι γνώριζαν για την ύπαρξη των πετρών έξω από την κατοικία του εναγομένου και ότι ήταν αναμενόμενο να γίνει κάποιο ατύχημα, πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία στην οποία δεν δύναμαι να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Παρόλο που εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιασδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής, το Δικαστήριο αξιολογεί την βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου.[8] Στην προκειμένη περίπτωση, ουδεμία εξήγηση δόθηκε στο Δικαστήριο, γιατί δεν κλητεύθηκαν τα πρόσωπα στα οποία αποδόθηκαν οι δηλώσεις αυτές, ώστε να αντεξετασθούν και να τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο, ούτε καταδείχθηκε κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό να κλητευθούν για να καταθέσουν. Αναφορικά με την ταχύτητα με την οποία η ΜΕ1 οδηγούσε, ελλείψει σχετικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν δύναται να εξάξει ασφαλές και ακριβές συμπέρασμα περί του ύψους της ταχύτητας, λαμβανομένης μάλιστα της θέσης της ίδιας της μάρτυρος, ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί ακριβώς επί τούτου.[9] Εκείνο το μέρος της μαρτυρίας της ΜΕ1, το οποίο δεν δύναμαι να αποδεχθώ, είναι η θέση στην οποία ενέμεινε αντεξεταζόμενη, ότι δεν βγήκε εκτός του δρόμου εντός του οποίου οδηγούσε, καθώς, ο ισχυρισμός της αυτός αντικρούεται από τις φωτογραφίες που η ίδια κατέθεσε ως Τεκμήρια 7 - 9, όπου οι επίδικες πέτρες απεικονίζονται εντός του χωμάτινου παγκέττου και έξω από την άσφαλτο, ως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης και ως αναφέρεται στην γραπτή μαρτυρία της. Ως επίσης εμφαίνεται στις εν λόγω φωτογραφίες, ο επίδικος δρόμος δεν παρουσιάζεται ιδιαίτερα ανηφορικός ή με έντονη στροφή. Λελογισμένη αξιολόγηση του σχετικού μαρτυρικού υλικού αναφορικά με τα πιο πάνω, δεν είναι δυνατό να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετικά συμπεράσματα. Τέλος, σημειώνω ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς ενάγουσας, ως προς το μέγεθος των επίδικων πετρών και ως προς την απόστασή των από την άσφαλτο, επομένως το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε ανάλογα συμπεράσματα. Ως εκ των άνω, αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΕ1 μερικώς. Στη βάση όλων των ανωτέρω, καταλήγω στα ακόλουθα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή ευρήματα: Την 19.1.2014 το απόγευμα, η ενάγουσα οδηγούσε όχημα ιδιοκτησίας της, στο οποίο επέβαιναν τα δύο παιδιά της, σε οικιστική περιοχή στο Παραλίμνι. Σε κάποιο σημείο του επίδικου δρόμου, όπου βρίσκεται η οικία του εναγομένου, στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ως η πορεία της ενάγουσας, εντός του χωμάτινου παγκέττου που βρίσκεται μπροστά από την οικία του εναγομένου και εφάπτεται με τον δρόμο, υπήρχαν πέτρες, κατά μήκος της εισόδου της οικίας του εναγομένου, πλησίον της ασφάλτου. Προειδοποιητική πινακίδα ή άλλη σήμανση, δεν υπήρχε. Ενώ η ενάγουσα οδηγούσε το όχημά της στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, ελαφρώς εξερχόμενη της λωρίδας εντός της οποίας οδηγούσε το όχημά της, προσέκρουσε σε μία από τις αναφερόμενες πέτρες, με αποτέλεσμα το όχημά της να υποστεί ζημιές, το κόστος επιδιόρθωσης των οποίων ανήλθε σε €4.276,23. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στην πολιτική δίκη, το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[10] Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά στην ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας προς υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ισχυρισμού, που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά, για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.[11] Εν προκειμένω, μαρτυρία έχει προσκομίσει μόνο η πλευρά της ενάγουσας, με την πλευρά του εναγομένου να περιορίζεται σε αντεξέταση της μάρτυρος και να μην προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία. Ως έχει νομολογηθεί, όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τον μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, ως τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.[12] Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη του ότι στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν δήλωσης των συνηγόρων, οι ειδικές ζημιές κατέστησαν παραδεκτά γεγονότα, ό,τι απομένει για το Δικαστήριο να αποφασίσει, είναι το ζήτημα της ευθύνης αναφορικά με το επίδικο ατύχημα και αναλόγως, των γενικών αποζημιώσεων. Παρεμβάλλω, ότι έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις που κατέθεσαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών, προς υποστήριξη των θέσεών τους, και αναφορά σε αυτές θα γίνει, όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[13] Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, αμέλεια είναι η παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε, ή η εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα απέφευγε. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας, αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του ατυχήματος, με τρόπο που να προκύπτει άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ της πράξης και του ατυχήματος.[14] Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν, προς στοιχειοθέτηση της ισχυριζόμενης αμέλειας σε αγωγή, είναι τα εξής: (α) η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, (β) η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, (γ) η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και (δ) η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα.[15] Η αιτιώδης συνάφεια, είναι θέμα πραγματικό και αποφασίζεται κατά τη δίκη, ενώ θέμα πραγματικό μπορεί να είναι και ο λόγος πρόκλησης του ατυχήματος.[16] Διαφωτιστικό, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κύπρος Ξενοφώντος ν. K.N. Zoo Bar Restaurant

(2016)1 ΑΑΔ 2786: «Η αμέλεια ως έννοια είναι νομικά πασίγνωστη και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Χάριν υπενθύμισης και μόνο, να λεχθεί ότι στο Κυπριακό σύστημα δικαίου αυτή οριοθετείται από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149, όπως έχει βέβαια ερμηνευθεί καθοδηγητικά από τη νομολογία στη βάση της Αγγλικής προσέγγισης του κοινοδικαίου, (Κωνσταντίνου ν. Χατζηκυριάκου
(1993)1 Α.Α.Δ. 864 και Καλαθά ν. Πουλλίτα
(2006)1 Α.Α.Δ. 480). Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου. Δεν είναι όμως η έλευση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας. Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση της έννοιας της αμέλειας είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο, φυσικό ή νομικό, που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας, έναντι του ζημιωθέντος («duty of care») που περικλείεται στη ρήση του Lord Atkin στην πασίγνωστη υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562, με τη χρήση της έννοιας ή κριτηρίου του γείτονα («neighbour principle»). Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων («reasonable foreseeability»), ότι πράξη ή παράλειψη του πιθανόν να επιφέρει στο πρώτο ζημιά, τότε αναδύεται καθήκον επιμέλειας. Οι κατηγορίες ή συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να εγερθεί τέτοιο καθήκον αναγνωρίστηκε ήδη από την Donoghue v. Stevenson, από τον Lord McMillan, ότι δεν είναι ποτέ στεγανοποιημένες. Η αμέλεια ως έννοια μπορεί να επιδεικνύεται σε μια μεγάλη κατηγορία συνθηκών. Δεν είναι αναγκαίο τα εξεταζόμενα γεγονότα να εντάσσονται σε υποθέσεις όπου και προηγουμένως είχε στοιχειοθετηθεί αμέλεια. Το θέμα εξετάζεται, σύμφωνα με την Anns v. Merton London Borough Council [1978] AC 728, σε δύο στάδια: Πρώτον, κατά πόσο υπάρχει η αναγκαία γειτνίαση ώστε να εγείρεται το ερώτημα ότι η έλλειψη φροντίδας δυνατόν να προκαλέσει ζημιά ως θέμα εύλογης πρόβλεψης. Δεύτερον, αν η απάντηση είναι καταφατική, κατά πόσον υπάρχουν δεδομένα που αδρανοποιούν ή περιορίζουν την έκταση αυτής της επιμέλειας. Η έννοια της επιμέλειας περιορίστηκε στο χρόνο ώστε να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη επέκταση και ένταξη των διαφόρων περιπτώσεων στην έννοια, ώστε με την έλευση και μόνο της ζημιάς να εγείρεται έστω εκ πρώτης όψεως αναζήτηση αποζημιώσεων από τρίτους, κυρίως ασφαλιστικές εταιρείες και κρατικές ή κοινωφελείς υπηρεσίες, (Stovin v.Wise [1996] AC 923. Σήμερα, η έννοια της επιμέλειας οριοθετείται από το Caparo test, από την υπόθεση Caparo Industries plc v. Dickman [1990] 1 All E.R. 568 και τη σύγχρονη της, Marc Rich & Co. AG v. Bishop Rock Marine Co Ltd [1996] 1 AC 211, ώστε θα πρέπει:
(1)ο ενάγων να δείξει ότι εμπίπτει στα πρόσωπα που ευλόγως μπορούσαν να επηρεαστούν, ανάλογα με τη ζημιά που έγινε,
(2)ότι ενάγων και εναγόμενος βρίσκονται σε σχέση γειτνίασης («proximity») και
(3)να είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο («fair, just and reasonable») να εναποτεθεί καθήκον επιμέλειας υπό τις περιστάσεις». Στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας, προβάλλεται επιχειρηματολογία περί εφαρμογής του αρ. 51
(2)(β) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «
(2)Υπoχρέωση, vα μηv επιδεικvύεται αμέλεια υφίσταται στις πιo κάτω περιπτώσεις, δηλαδή- [.] (β) o κάτoχoς ακίvητης ιδιoκτησίας υπέχει τέτoια υπoχρέωση έvαvτι κάθε πρoσώπoυ πoυ τελεί vόμιμα, καθώς και έvαvτι τoυ κυρίoυ oπoιασδήπoτε ιδιoκτησίας πoυ απoκτήθηκε vόμιμα, εvτός, επί ή τόσov πλησίov της ακίvητης αυτής ιδιoκτησίας ώστε κατά τη συvήθη πoρεία τωv πραγμάτωv vα επηρεάζεται από τηv αμέλεια. Νoείται ότι o κύριoς και o κάτoχoς ακίvητης ιδιoκτησίας υπέχoυv από κoιvoύ τέτoια υπoχρέωση σε σχέση με τη συvτήρηση και τηv επισκευή της ακίvητης αυτής ιδιoκτησίας, έvαvτι κάθε πρoσώπoυ πoυ δεv βρίσκεται, καθώς και έvαvτι τoυ κυρίoυ ιδιoκτησίας πoυ δεv βρίσκεται εvτός ή επί της ακίvητης αυτής ιδιoκτησίας ή εvτός ή επί oπoιασδήπoτε ακίvητης ιδιoκτησίας η oπoία συvέχεται και κατέχεται μαζί με τηv ακίvητη αυτή ιδιoκτησία από τov κύριo και τov κάτoχo της ή από τov καθέvα από αυτoύς: Νoείται περαιτέρω ότι o κάτoχoς ακίvητης ιδιoκτησίας δεv υπέχει τέτoια υπoχρέωση σε σχέση με τηv κατάσταση ή τη συvτήρηση ή τηv επισκευή της ακίvητης αυτής ιδιoκτησίας έvαvτι απλoύ αδειoύχoυ (bare licensee) o oπoίoς βρίσκεται ή η ιδιoκτησία τoυ oπoίoυ βρίσκεται, εvτός ή επί της ακίvητης αυτής ιδιoκτησίας, παρά μόvo για πρoειδoπoίηση αυτoύ, για oπoιoδήπoτε κρυμμέvo ή απαρατήρητo κίvδυvo εvτός ή επί ακίvητης ιδιoκτησίας, τov oπoίo o κάτoχoς γvωρίζει ή πρέπει κατά τεκμήριo vα θεωρηθεί ότι γvωρίζει. Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ "απλός αδειoύχoς" σημαίvει oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo εισέρχεται vόμιμα σε ακίvητη ιδιoκτησία άλλως παρά- (
  1. i)σε σχέση με εργασία στηv oπoία έχει συμφέρov o κάτoχoς της ακίvητης ιδιoκτησίας͘ ή (
  2. ii)κατά τη vόμιμη εκτέλεση δημόσιoυ καθήκovτoς βάσει τωv διατάξεωv oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς ή άλλως πως, και περιλαμβάvει τoυς πρoσκαλεσμέvoυς, εκτός αυτoύς πoυ είvαι με αμoιβή, και τoυς υπηρέτες τoυ κατόχoυ της ακίvητης ιδιoκτησίας.». Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, στη βάση των ευρημάτων μου και της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, προκύπτει ότι οι περί ων ο λόγος πέτρες, βρίσκονταν μπροστά από την οικία του εναγομένου, εντός του χωμάτινου παγκέττου, το οποίο εφάπτεται με τον δρόμο όπου η ενάγουσα οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Ουδεμία ωστόσο μαρτυρία προσκομίστηκε, αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του συγκεκριμένου παγκέττου και ειδικότερα, κατά πόσο αυτό αποτελεί γη η οποία ανήκει ή κατέχεται ή ελέγχεται από τον εναγόμενο, ενώ δεν προκύπτει από την μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, ότι η ύπαρξη των πετρών στο συγκεκριμένο σημείο, συνδέεται με την στατική κατάσταση της οικίας του εναγομένου. Διαπιστώνω επίσης, ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε, σε σχέση με το κατά πόσο ο εναγόμενος πράγματι ήταν το πρόσωπο που τοποθέτησε τις πέτρες, ή έστω εάν αυτός γνώριζε ότι οι πέτρες είχαν τοποθετηθεί στον συγκεκριμένο χώρο και δεν ενήργησε με σκοπό την απομάκρυνσή τους. Ομοίως, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ενάγουσας, ότι ο εναγόμενος τοποθέτησε τις επίδικες πέτρες στον συγκεκριμένο χώρο χωρίς την λήψη σχετικής άδειας. Ο δε ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι «προφανώς» ο εναγόμενος τοποθέτησε τις πέτρες στο συγκεκριμένο σημείο του παγκέττου, αποτελεί δικό της συμπέρασμα και εικασία. Υπενθυμίζεται, ότι σε υποθέσεις αμέλειας, το βάρος αποδείξεως φέρει ο ενάγων πέραν της καθαρής πιθανολόγησης και τούτο πρέπει να φτάνει μέχρι το πεδίο νομικών συμπερασμάτων,[17] το δε Δικαστήριο δεν αποφαίνεται εικάζοντας, αλλά με βάση το μαρτυρικό υλικό το οποίο τίθεται ενώπιόν του.[18] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αγγελίδης ν. Λούτσιου
(2010)1 ΑΑΔ 200, όπου εξετάστηκαν παρόμοια ζητήματα: «Σύμφωνα με τις θεμελιωμένες αρχές αναφορικά με το αστικό αδίκημα της αμέλειας, οι οποίες διατυπώθηκαν στην καθοριστική απόφαση στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] A.C. 562, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο εφεσείων είχε οποιαδήποτε σχέση «εγγύτητας» προς την εφεσίβλητη ώστε αυτή να έχει καθήκον επίδειξης επιμέλειας προς αυτόν. Επιπρόσθετα θεωρούμε ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εφεσίβλητη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν κάτοχος του διαδρόμου που οδηγούσε προς την είσοδο της πολυκατοικίας, όπου συνέβηκε το ατύχημα. Όπως είναι θεμελιωμένο, κάτοχος ενός ακινήτου ή μέρος ακινήτου είναι το πρόσωπο που έχει επαρκή βαθμό ελέγχου του ακινήτου ώστε να του επιβάλλεται το καθήκον της επιμέλειας προς τα πρόσωπα που έρχονται ή βρίσκονται νόμιμα σ' αυτό. Ο βαθμός ελέγχου θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, επαρκής αν είναι τέτοιος ώστε το άτομο που τον ασκεί να οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι παράλειψη του να ασκήσει επιμέλεια μπορεί να καταλήξει σε βλάβη ή ζημιά προσώπου που έρχεται ή βρίσκεται στο ακίνητο (Δέστε: Wheat v. Lacon (E.) & Co. Ltd [1966] 1 Q.B. 335).» Στην Δημοκρατία ν. Παπαζησίμου
(1989)1 Α.Α.Δ., στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο κάτοχος έχει καθήκον να λαμβάνει προστατευτικά μέτρα για τυχόν ζημιές ή κακώσεις που μπορεί να προκληθούν και σε πρόσωπα που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επέμβουν στη γη του, κατ' επιβολή του κοινού ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης προς τον πλησίον. Επρόκειτο ωστόσο, για περίπτωση όπου το καθεστώς της κατοχής στον επίμαχο χώρο δεν αμφισβητείτο, εξ ου και ήτο δυνατή η αναφορά σε καθεστώς επεμβασία. Εν προκειμένω, ελλείψει μαρτυρίας, τέτοια συμπεράσματα, δεν είναι δυνατό να εξαχθούν. H Howard and Wife v. Walker and Others [1947] 2 ALL ER 197 στην οποία επίσης με παρέπεμψε ο κ. Κουκούνης, αφορούσε σε περίπτωση όπου πελάτης καταστήματος, εξερχόμενος από αυτό, έπεσε και τραυματίστηκε στο προαύλιο του καταστήματος, όπου βρισκόταν ως προσκεκλημένος. Ως διευκρινίζεται στην εν λόγω απόφαση, το προαύλιο δεν αποτελούσε μέρος του αυτοκινητόδρομου. Ό,τι λοιπόν απασχόλησε μέσα στο πλαίσιο της εν λόγω υπόθεσης, ήταν το κατά πόσο την ευθύνη για το ατύχημα, έφερε ο ιδιοκτήτης, ή ο ενοικιαστής του καταστήματος. Στην Owens v. Thomas Scott & Sons (Bakers) Ltd, and Wastall [1939] 3 All ER 663, αποφασίστηκε ότι το καθήκον επιμέλειας για την κατάσταση αυτοκινητόδρομου, ο οποίος ενωνόταν με ιδιωτική γη, πλην όμως δεν ήταν διακριτό το μέρος της ιδιωτικής ιδιοκτησίας από τον αυτοκινητόδρομο, έναντι των προσώπων που χρησιμοποιούσαν τον αυτοκινητόδρομο, έφερε η ιδιοκτήτρια της συγκεκριμένης ιδιωτικής γης. Και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις, το ιδιοκτησιακό καθεστώς του χώρου όπου έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν δεν αμφισβητείτο, εν αντιθέσει με τα περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης, όπου καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί επί τούτου. Ανεξαρτήτως και επιπρόσθετα των ανωτέρω, η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική, καθώς ως προκύπτει από τις φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7 - 9 από την ΜΕ1, οι επίδικες πέτρες βρίσκονταν εντός του χωμάτινου παγκέττου και για να χτυπήσει κάποιο όχημα σε αυτές, θα έπρεπε να εξέλθει της λωρίδας εντός της οποίας κινείτο. Ως επίσης προκύπτει από τις εν λόγω φωτογραφίες, ο επίδικος δρόμος δεν παρουσιάζεται ιδιαίτερα ανηφορικός ή με απότομη στροφή. Συνεπακόλουθα, δεν θεωρώ ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας, ούτε ότι το ζημιογόνο αποτέλεσμα συνδέεται εν πάση περιπτώσει με πράξεις ή παραλείψεις του εναγομένου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, επιχειρηματολογεί επίσης ότι θα μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη για το επίδικο ατύχημα στον εναγόμενο, βάσει του κανόνα αυστηρής ευθύνης που αντανακλάται στην απόφαση Rylands v. Fletcher [1868] L.R. 3 H.L. 330 και ο οποίος κωδικοποιείται στο αρ. 52 του Κεφ. 148, σύμφωνα με το οποίο, όταν η αγωγή βασίζεται σε ζημιά που προκλήθηκε από επικίνδυνο αντικείμενο, φωτιά ή ζώο και ο εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης ή είχε την ευθύνη του αντικειμένου ή ήταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος της περιουσίας από την οποία είχε γίνει η διαφυγή του αντικειμένου, φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής. Στην προκειμένη ωστόσο περίπτωση, δεν έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από την οποία να αναδύεται ότι ο εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος περιουσίας, από την οποία διέφυγαν τα αντικείμενα που προκάλεσαν το ατύχημα (δηλαδή οι πέτρες), με απότοκο να προκαλέσουν ζημιά στην ενάγουσα. Επομένως, δεν θεωρώ ότι το αρ. 52 μπορεί να τύχει εφαρμογής υπό τις περιστάσεις. Ούτε και δύναμαι να οδηγηθώ σε συμπέρασμα στοιχειοθέτησης του αστικού αδικήματος της δημόσιας οχληρίας, ως το αρ. 45 του Κεφ. 148, καθώς, δεν έχει υπό τις περιστάσεις προσκομιστεί μαρτυρία, από την οποία να αναδύεται ότι εκ της κατ' ισχυρισμό παράvoμης πράξης ή παράλειψης εκτέλεσης voμικής υπoχρέωσης από πλευράς εναγομένου, τέθηκε σε κίvδυvo η ζωή, η ασφάλεια, η υγεία, η ιδιoκτησία ή η άvεση τoυ κoιvoύ ή παρακωλύθηκε η άσκηση κοινού δικαιώματος του κοινού, ούτε, υπό το φως των όσων έχω επεξηγήσει πιο πάνω, έχει εν πάση περιπτώσει αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ισχυριζόμενης αμέλειας του εναγομένου και των ζημιών της ενάγουσας.[19] Τέλος, στην έκθεση απαίτησης δικογραφείται η εφαρμογή του δόγματος res ipsa loquitur. Παρόλο που στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας δεν προωθείται σχετική επιχειρηματολογία, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, σημειώνω επιγραμματικά τα ακόλουθα: H αρχή του res ipsa loquitur (το πράγμα ομιλεί από μόνο του), κωδικοποιείται στο αρ. 55 του Κεφ. 148 και τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων αδυνατεί να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με τις πράξεις ή παραλείψεις του εναγομένου, ώστε να αποδείξει αμέλεια εναντίον του εναγομένου, επειδή τα απαιτούμενα στοιχεία μαρτυρίας είναι στην αποκλειστική γνώση του εναγομένου. Στις περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η αρχή αυτή εφαρμόζεται, αναμένεται από τον ενάγοντα να αποδείξει μόνο το αποτέλεσμα της πράξης και το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος καλείται να δώσει μία λογική εξήγηση ότι δεν ήταν αμελής.[20] Εν προκειμένω, αφενός μεν δικογραφήθηκαν στην έκθεση απαίτησης οι λεπτομέρειες της αμέλειας του εναγομένου, αφετέρου δε, η ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών της. Σχετικά παραπέμπω στην Φιλίππου και άλλος v. Τσολάκη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1188, όπου λέχθηκε ότι η εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας από τον ενάγοντα για την απόδειξη της αμέλειας του εναγόμενου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η ενάγουσα απέδειξε την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης, καθώς οι αδυναμίες και τα κενά της μαρτυρίας που παρουσίασε, αναπόδραστα εκθεμελιώνουν τις αξιώσεις της. Συνεπακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται και παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, εφόσον δεν κρίνω ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. (Υπ.)..................................... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [4] Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614. [5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [7] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [8] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.2015 & Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου
(2016)1 ΑΑΔ 1779. [9] Χαραλάμπους ν. Χ''Παναγιώτου κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1148. [10] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [11] Θεοδόσης Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652 και Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369. [12] Wynne v. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα, Aνίκανου Προσώπου
(2009)1Β Α.Α.Δ 1138 και Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Ματσούκα κ.α.
(2014)1 ΑΑΔ 1377. [13] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 & Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [14] Αρ. 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. [15] Παπακώστας ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας, Πολ. Εφ. Αρ. 214/2013, ημερ. 24.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:A
  2. [16] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζηπίτη κ.ά.
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 749 & Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 Α.Α.Δ. 453. [17] Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 369. [18] Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104. [19] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ελευθερίας Ζιπίτη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 749. [20] Σεντ Μαρίνα Σπόρτινγκ Προμόσιονς Λτδ v. Φιλίππου
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1330, Παπαλλής και άλλος v. Κυριακίδη
(2008)1 Α.Α.Δ. 83, Ιωαννίδης v. Καλλία ως παραλήπτη και διαχειριστή της Intercosmetics Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1522. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.