← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΣΩΦΡΟΝΗ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 248/16, 3/9/2024

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΣΩΦΡΟΝΗ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 248/16, 3/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧIΑΚΟ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα εξόδων: €10.000 - €50.000 Αρ. Αγωγής: 248/16 Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ, ως παραλήπτης της περιουσίας του ΣΩΦΡΟΝΗ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
  2. ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΠΑΣΧΑΛΗ
  3. ΑΝΤΡΟΣ ΒΑΣΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εvαγομένων και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 1.6.2016 ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και
  4. ΣΩΦΡΟΝΗ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
  5. ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΠΑΣΧΑΛΗ
  6. ΑΝΤΡΟΣ ΒΑΣΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 3 Σεπτεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Θ. Ποσνακίδης για Κύπρος Ανδρέου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους: κ. Χρ. Πουτζιουρής για Χρ. Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Δια της παρούσας αγωγής της, η ενάγουσα αξιοί την επιδίκαση ποσού €6.834,41.- λόγω κατ' ισχυρισμό παράβασης συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 14.1.
  7. Ως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, βάσει της συμφωνίας ημερ. 14.1.1994, η ενάγουσα παραχώρησε στον εναγόμενο 1 ποσό Λ.Κ. 2.000,00 (€3.417,20) (στο εξής η «συμφωνία δανείου»). Προς εξασφάλιση της ενάγουσας, οι εναγόμενοι 2 και 3 ενυπογράφως εγγυήθηκαν προσωπικά και/ή αλληλεγγύως όλες τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 προς την ενάγουσα, οι οποίες απορρέουν από την συμφωνία δανείου. Εντούτοις, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους της συμφωνίας δανείου και δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να τερματίσει την συμφωνία δανείου και να απαιτήσει την πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού, το οποίο μέχρι σήμερα οι εναγόμενοι αρνούνται να καταβάλουν. Δια της Υπεράσπισης τους, οι εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και την καλούν σε απόδειξή των, εγείρουν δε προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι ουδεμία συμβατική σχέση έχουν με την ενάγουσα, καθώς, η συμφωνία δανείου η οποία δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, συνομολογήθηκε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αχερίτου Λτδ (στο εξής η «ΣΠΕ Αχερίτου»). Ο εναγόμενος 1 εγείρει και δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η αγωγή εναντίον του είναι έκθετη σε απόρριψη, καθότι κηρύχθηκε σε πτώχευση και διορίστηκε παραλήπτης της περιουσίας του, διαδικασία μέσα στο πλαίσιο της οποίας η ενάγουσα επαλήθευσε τις επίδικες αξιώσεις της και/ή θα μπορούσε να τις είχε επαληθεύσει, ο δε εναγόμενος 1 αποκαταστάθηκε την 7.11.2015 και έχει απαλλαγεί από οποιαδήποτε προηγούμενα της πτώχευσής του χρέη. Οι εναγόμενοι συμφωνούν ότι την 14.1.1994 ο εναγόμενος 1 υπέγραψε την συμφωνία δανείου, αμφισβητούν τη νομιμότητα της παρασχεθείσας εγγύησης, επικαλούνται δε ότι η αγωγή καταχωρίστηκε με ολιγωρία, με αποτέλεσμα να απωλέσουν τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή μαρτυρία και να επηρεαστεί το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έχουν απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις τους ως εγγυητές της συμφωνίας δανείου ενόψει της τροποποίησής της από τα συμβαλλόμενα μέρη άνευ γνώσης και συγκατάθεσής των και/ή ενόψει του ότι η ενάγουσα έδινε παράταση πληρωμής στον εναγόμενο 1 άνευ της συγκατάθεσης και/ή ενημέρωσης και/ή πληροφόρησής των, αποτελεί δε ισχυρισμό τους, ότι ουδέποτε η ενάγουσα κοινοποίησε προς αυτούς τις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου, ούτε αναφορικά με το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 δεν τηρούσε το πρόγραμμα αποπληρωμής, δημιουργώντας στους εναγομένους την εύλογη πεποίθηση ότι είχε αποποιηθεί οποιωνδήποτε δικαιωμάτων της αναφορικά με τη συμφωνία δανείου. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό των εναγομένων, ότι ο επίδικος λογαριασμός χρεωνόταν με αυθαίρετες, αντισυμβατικές και/ή παράνομες χρεώσεις και/ή με παράνομο ανατοκισμό και με μη εισπράξιμους τόκους και/ή παράνομα κεφαλαιοποιημένους τόκους και/ή με χρεώσεις που άμεσα και/ή έμμεσα συνιστούσαν χρέωση παράνομων τόκων και/ή ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο είναι διογκωμένο και/ή αποτέλεσμα παράνομων και/ή μονομερών χρεώσεων και ότι η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να κεφαλαιοποιεί τους τόκους σύμφωνα με τον Περί Τόκου Νόμο, που ίσχυε κατά την σύναψη της συμφωνίας δανείου. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η αγωγή είναι πρόωρη, καθότι η ενάγουσα δεν κατέστησε τον χρόνο των επίδικων ποσών και/ή δόσεων ουσιώδη όρο, για να μπορέσει να τερματίσει την συμφωνία δανείου, η δε ολιγωρία από πλευράς ενάγουσας, έχει αποτύχει να μετριάσει τις ζημιές των εναγομένων, οι οποίοι, αν ενημερώνονταν ότι ο εναγόμενος 1 δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές υποχρεώσεις του, θα πλήρωναν έκτοτε το οφειλόμενο ποσό, οι δε εναγόμενοι 2 και 3 θα ανάγκαζαν τον εναγόμενο 1, ο οποίος ήταν υψηλά αμειβόμενο άτομο, να αποπληρώσει το οφειλόμενο χρέος. Δια της Απάντησής της, η ενάγουσα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως η έκθεση απαίτησης και αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων, στον βαθμό που αντίκεινται στους ισχυρισμούς της, ισχυρίζεται δε ότι η προδικαστική ένσταση των εναγομένων είναι ανυπόστατη, καθώς η ΣΠΕ Αχερίτου συγχωνεύθηκε με άλλα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοχωρίων Λτδ (στο εξής η «ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων»), η οποία διαδέχθηκε την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αχερίτου Λτδ σε όλα τα δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις της. Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση που αφορά στο καθεστώς πτώχευσης του εναγομένου 1, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση το χρέος δεν ήταν επαληθεύσιμο, εφόσον κατέστη άμεσα πληρωτέο και απαιτητό μετά την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης ημερ. 4.11.2008, ενώ δεν μπορούσε να γνωρίζει και/ή δεν γνώριζε ότι ο εναγόμενος 1 τελούσε υπό πτώχευση. Η ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί ολιγωρίας και ισχυρίζεται ότι ειδοποιούσε τους εναγομένους να εκπληρώσουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, οι οποίοι ήτο ενήμεροι αναφορικά με το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο και/ή οποιεσδήποτε αυξήσεις, το δε χρεωστικό υπόλοιπο είναι αποτέλεσμα νόμιμων χρεώσεων. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Προτού προσκομίσουν μαρτυρία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν κατάλογο παραδεκτών γεγονότων, ο οποίος σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου, δια του οποίου κατέστησαν παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα:
  8. Η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε μεταξύ των εναγομένων και της ΣΠΕ Αχερίτου.
  9. Κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως προς την παρούσα αγωγή, οι εναγόμενοι 1 και 3 διέμεναν στις Βρυσούλλες και ο εναγόμενος 2 στο Λιοπέτρι της επαρχίας Αμμοχώστου.
  10. Κατά την 14.1.1994 υπογράφτηκε μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 1 Γραμμάτιο Μεσοπρόθεσμο με το οποίο οι ενάγοντες χορήγησαν στον εναγόμενο 1 δάνειο δια το ποσό των Λ.Κ. 2.000, ήτοι €3.417,20.- Περαιτέρω οι εναγόμενοι 2 και 3, σε αντάλλαγμα της παροχής προς τον εναγόμενο 1 του ανωτέρω δανείου, την 14.1.1994 εγγυήθηκαν γραπτώς όλες τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 όσον αφορά στο εν λόγω δάνειο.
  11. Οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1, το ως άνω δάνειο, δια το ως άνω ποσό, το οποίο καταβλήθηκε σε σχετικό λογαριασμό με αρ. 30130-7215681-8 (νέοι αρ. λογαριασμού συνεπεία των πιο πάνω αναφερόμενων συγχωνεύσεων: αρχικά ο 05830-7250506-6 και ακολούθως ο 05530-7264889-4).
  12. Το εν λόγω δάνειο θα ήταν πληρωτέο δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.100.- σε €170,86 έκαστη. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα στις 31.1.
  13. Το δάνειο που χορηγήθηκε στον εναγόμενο 1 θα χρεώνετο με συνολικό επιτόκιο 9%.
  14. Οι ενάγοντες, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, θα περιορίσουν την απαίτησή τους, σύμφωνα με τον Περί Τόκου Νόμο ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, σε €6.834,41.- ήτοι Λ.Κ. 4.000, δηλαδή το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου.
  15. Ο δικηγόρος των εναγόντων απέστειλε επιστολή ημερ. 7.6.2011 προς τον εναγόμενο 1 με κοινοποίηση στους εναγομένους 2 και 3, την οποία παρέλαβαν όλοι οι εναγόμενοι και έλαβαν γνώση της.
  16. Κατά του εναγομένου 1, στις 18.10.2006, εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και ακολούθως διάταγμα πτώχευσης την 4.11.2008 στο πλαίσιο της αίτησης υπ' αρ. 54/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Ο εναγόμενος 1 έχει αποκατασταθεί σύμφωνα με το αρ. 27Α από την 7.11.
  17. Οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα δεν κατέβαλαν κανένα ποσό για το επίδικο δάνειο. Περαιτέρω, κατατέθηκαν από κοινού τα Τεκμήρια 1 και 2, ήτοι η συμφωνία ημερ. 14.1.1994 και η επιστολή ημερ. 7.6.2011, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί τις χρεώσεις του επίδικου λογαριασμού. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1] Από πλευράς ενάγουσας, μαρτυρία προσέφερε μία μάρτυρας (στο εξής η «ΜΕ1»), η οποία υιοθέτησε και κατέθεσε την γραπτή της δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Σε αυτήν, η μάρτυρας αρχικά αναφέρει ότι εργάζεται στην υπηρεσία της DOVALUE CYPRUS LIMITED, η οποία έχει συνάψει συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με την ενάγουσα, δυνάμει της οποίας ενεργεί δια λογαριασμό της ενάγουσας και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της ενάγουσας, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων και συναφών θεμάτων, μια εκ των οποίων είναι η επίδικη συμφωνία δανείου και οι συναφείς με αυτό εξασφαλίσεις. Η ΜΕ1 αναφέρει επίσης ότι είναι λειτουργός σε δικαστικές υποθέσεις και πλήρως εξουσιοδοτημένη τόσο από την ενάγουσα, όσο και από την DOVALUE CYPRUS LIMITED, να προβεί στην παρούσα της δήλωση, καταθέτοντας ως τεκμήριο σχετικό πληρεξούσιο. Ένεκα των καθηκόντων της, συνεχίζει η μάρτυρας, έχει στην κατοχή της τα έγγραφα ή τα αντίγραφά τους, τα οποία σχετίζονται με την υπόθεση, την οποία γνωρίζει είτε από προσωπική γνώση, είτε από τα όσα προκύπτουν από τα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή της, σε σχέση δε με τα όσα έχουν περιέλθει σε γνώση της από τρίτα πρόσωπα, κατονομάζει την πηγή της πληροφόρησής της. Ακολούθως, η ΜΕ1 επαναλαμβάνει, επί της ουσίας, τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και αναφέρεται λεπτομερώς στους όρους της συμφωνίας δανείου, όπως επίσης και στο ιστορικό συγχωνεύσεων και μετονομασιών της ΣΠΕ Αχερίτου, εξηγώντας πως οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις κατέληξαν σήμερα στην ενάγουσα, καταθέτοντας ως τεκμήρια τα σχετικά έγγραφα, ήτοι τις σχετικές δημοσιεύσεις, ειδική αναφορά στα οποία θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο, μέσα στο πλαίσιο της παρούσας. Ως επίσης η μάρτυρας αναφέρει στην γραπτή της δήλωση, η ενάγουσα αποτελεί εταιρεία η οποία κατέχει άδεια «εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων» και «μη πιστωτικού ιδρύματος» και είναι 100% θυγατρική εταιρεία της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής η «ΣΕΔΙΠΕΣ»), που κατά τον χρόνο μεταβίβασης, ήταν επίσης κάτοχος των προαναφερόμενων αδειών, την οποία υποκατέστησε, σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις, δυνάμει μεταβίβασης ημερ. 7.10.2022, στην βάση των προνοιών του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015). Αντεξεταζόμενη, η ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν ήταν παρούσα κατά την κατάρτιση των επίδικων συμφωνιών, δεν συνέταξε οποιεσδήποτε επιστολές και δεν απέστειλε η ίδια τις επιστολές οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια και οι οποίες, ως υπέδειξε, είναι πρακτική να αποστέλλονται με σύνηθες ταχυδρομείο, παρόλο που στα κατατεθειμένα τεκμήρια, συμφώνησε ότι δεν αναγράφονται διευθύνσεις. Ως περαιτέρω εξήγησε κατά την αντεξέτασή της, μετά την συγχώνευση και μεταφορά των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ΣΠΕ Αχερίτου στην ΣΠΕ Φρενάρου-Αχερίτου, η ΣΠΕ Αχερίτου διαλύθηκε. Ερωτηθείσα εάν λήφθηκε άδεια για την καταχώριση της αγωγής, η μάρτυρας απάντησε ότι, από τη στιγμή που έγινε μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων λόγω των συγχωνεύσεων, θεωρεί, - χωρίς να γνωρίζει αν καταχωρήθηκε αίτηση, - ότι δεν χρειαζόταν κάτι τέτοιο. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει γιατί η αγωγή καταχωρίστηκε 20 χρόνια μετά την 30.1.1996, η οποία αναγράφεται ως η ημερομηνία από την οποία το επίδικο δάνειο έληξε, στην επιστολή ημερ. 18.6.2001, η οποία κατατέθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου 12, πιθανολογώντας, ότι αυτό μπορεί να οφείλεται στην διαδικασία παραλαβής και πτώχευσης του εναγομένου 1, καθώς η αγωγή καταχωρίστηκε αφότου αυτός αποκαταστάθηκε. Από πλευράς εναγομένων μαρτυρία προσέφερε ένας μάρτυρας, ο εναγόμενος 1 (στο εξής ο «ΜΥ1»). Ο ΜΥ1 υιοθέτησε και κατέθεσε την γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, στην οποία αρχικά αναφέρει ότι την 14.1.1994 υπέγραψε συμφωνία δανείου με την ΣΠΕ Αχερίτου και ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι εγγυητές του δανείου του. Ως περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρει στην γραπτή του δήλωση, ουδέποτε πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό αναφορικά με το δάνειο που αφορά η συμφωνία ημερ. 14.1.1994 και ουδέποτε του ζητήθηκε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό, παρά μόνο έλαβε την επιστολή ημερ. 7.6.2011, είχε δε την εντύπωση, ότι ουδέποτε θα του ζητείτο να πληρώσει το δάνειο αυτό, εφόσον κηρύχθηκε σε πτώχευση το 2008 και είναι άδικο, μετά από τόσα χρόνια ολιγωρίας, να ζητείται με την αγωγή του 2016 πληρωμή, καθώς από το 1994 μέχρι και την πτώχευσή του, ήταν σε θέση να πληρώνει το δάνειο, αν αυτό του ζητείτο. Ο ΜΥ1 περαιτέρω αναφέρει ότι η συμφωνία δανείου, όπως επίσης και η ενσωματωμένη εγγύηση, ήταν τυποποιημένη και δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί τους όρους της ή να τους αλλάξει, πράγμα το οποίο γνωρίζει και από άλλες συμφωνίες δανείων που είχε συνάψει με την ίδια ΣΠΕ, καθώς οι όροι των συμφωνιών ήταν πάντοτε οι ίδιοι. Το δικαίωμα των εναγομένων σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου έχει παραβιασθεί, συνεχίζει ο ΜΥ1, εφόσον όποια μαρτυρία είχαν προς υπεράσπισή τους, την απώλεσαν, ή αυτοί που γνώριζαν για την υπόθεσή τους, έχουν αποβιώσει και δεν μπορούν να προσφέρουν μαρτυρία. Συγκεκριμένα, ο αποβιώσας Γραμματέας της ΣΠΕ Αχερίτου, τον διαβεβαίωνε ότι τόσο το επίδικο δάνειο, όσο και άλλα δάνεια, τα οποία βρέθηκαν στο όνομά του, χωρίς να είναι δικά του δάνεια, θα διαγραφούν. Τέλος, ο μάρτυρας αναφέρει ότι όταν τον κάλεσε ο Επίσημος Παραλήπτης, εντόπισε το επίδικο δάνειο στις υποχρεώσεις του, καθώς η ΣΠΕ Αχερίτου έκανε επαλήθευση των χρεών που της όφειλε, συνεπώς δεν μπορεί σήμερα να διεκδικείται η πληρωμή του ίδιου δανείου. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ1 συμφώνησε ότι υπέγραψε την συμφωνία δανείου και ότι έλαβε ελεύθερα το επίδικο δάνειο, χωρίς καμία απόκρυψη από τη ΣΠΕ Αχερίτου και ότι γνώριζε ότι έπρεπε να το πληρώσει, ενώ ήταν επιλογή του, ως ανέφερε, να μην πληρώνει το δάνειο. Η ουσία, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, είναι ότι πήρε Λ.Κ. 2.000.- και ότι ήταν επιλογή του να μην διαβάσει τα όσα του δόθηκαν, ενώ ως υπέδειξε, ούτε οι εγγυητές του δανείου του δέχθηκαν οποιαδήποτε πίεση. Καθ' υπόδειξη του Τεκμηρίου 12, ήτοι δέσμης προειδοποιητικών επιστολών της ΣΠΕ Αχερίτου, σε σχέση με το επίδικο δάνειο, ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή, πέραν της επιστολής ημερ. 7.6.2011, ενώ ως ανέφερε, οι εγγυητές του δανείου του είναι συγχωριανοί του και έχουν στενές οικογενειακές σχέσεις, επομένως θα του το έλεγαν αν λάμβαναν οιεσδήποτε επιστολές. Ο λόγος για τον οποίο τέθηκε υπό καθεστώς πτώχευσης, ως ο μάρτυρας υπέδειξε, ήταν οικονομικές ατασθαλίες, οι οποίες συνδέονται με το επίδικο δάνειο, ήταν δε εγγυητής σε άλλο δάνειο στην Ελληνική Τράπεζα, η οποία τον κήρυξε πτωχεύσαντα, και προτίμησε να παραμείνει πτωχεύσας για να προφυλαχθεί από τα υπόλοιπα δάνεια. Ο ΜΥ1 ανέφερε επίσης κατά την αντεξέτασή του, ότι στην ΣΠΕ Αχερίτου φοβούνταν λόγω ατασθαλιών που έκαναν, εξ ου και του υποσχέθηκαν ότι δεν θα διεκδικήσουν οποιαδήποτε ποσά, εντούτοις δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία, πλην όμως τσακώθηκε πολλές φορές με τον Γραμματέα της ΣΠΕ Αχερίτου, με τον οποίο μιλούσε καθημερινά σε καφενεία, καθ' υπόδειξη του οποίου υπέβαλε αίτημα με επιστολή του, ζητώντας διαγραφή των δανείων. Την εν λόγω επιστολή, ειχε ετοιμάσει ο αποβιώσας Γραμματέας της ΣΠΕ Αχερίτου, ωστόσο δεν έλαβε ούτε αντίγραφό της, ούτε απάντηση σε αυτήν. Όλα αυτά τα χρόνια, ανέφερε επίσης ο ΜΥ1, επειδή ήταν πτωχεύσας, τον ενοχλούσαν να πληρώσει μόνο το συγκεκριμένο δάνειο και τον καλούσαν τηλεφωνικώς υπάλληλοι της Συνεργατικής και διάφοροι δικηγόροι, οι οποίοι σταμάτησαν εδώ και καιρό να τον καλούν. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, προχωρώ σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, μπόρεσα να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους με βάση τη λογική, την ποιότητα του περιεχομένου και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν.[2] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[3] Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7] Αρχίζοντας από την ΜΕ1, η εντύπωση που έκανε στο Δικαστήριο ήταν εξαιρετική, καθώς απάντησε με φυσικότητα και ευθύτητα, χωρίς υπεκφυγές, σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της, από την οποία εξήλθε αλώβητη. Η μάρτυρας καθ' όλη την διάρκεια της αντεξέτασής της απαντούσε με ηρεμία, σταθερότητα και λογική και δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε ανακολουθίες στην μαρτυρία της, η οποία, σημειώνω, συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα και τα από κοινού κατατιθέμενα τεκμήρια. Ως προς το γεγονός ότι η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε ερωτήσεις που αφορούσαν στον καταρτισμό της σύμβασης ή την αποστολή των επιστολών, καθώς δεν ήταν παρούσα όταν τα γεγονότα αυτά λάμβαναν χώρα, δεν θεωρώ ότι πλήττει την αξιοπιστία της. Τα δε ζητήματα νομικής υφής, αποτελούν έργο του Δικαστηρίου. Αναφορικά με την θέση που προβάλλει ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε σε σχέση με τις συγχωνεύσεις και μεταβιβάσεις που έλαβαν χώρα και σχετίζονται με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, σημειώνω ότι δεν συμμερίζομαι την θέση αυτή, καθώς, αφενός μεν θεωρώ ότι η συγκεκριμένη μαρτυρία καλύπτεται από την έκθεση απαίτησης, η οποία αφορά στην σύμβαση ημερ. 14.1.1994, που κατά κοινή παραδοχή συνήφθη μεταξύ της ΣΠΕ Αχερίτου και του εναγομένου 1, αφετέρου δε, αφ' ης στιγμής οι εναγόμενοι ήγειραν προδικαστική ένσταση αμφισβητώντας την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα προσέφερε μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης της εν λόγω σχέσης, η οποία, υπό τις περιστάσεις, συνδέεται άρρηκτα με την επίδικη συμφωνία δανείου. Ως εκ των άνω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της ΜΕ1 για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Στρεφόμενη στην μαρτυρία του ΜΥ1, σημειώνω καταρχάς ότι ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Απεναντίας, μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποφύγει τις ευθύνες του, η δε μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις και δεν αντέχει στην βάσανο της λογικής, ως θα εξηγήσω ευθύς αμέσως. Από την όλη μαρτυρία του ΜΥ1, διεφάνη ότι εκμεταλλεύτηκε το γεγονός της κήρυξής του σε πτώχευση για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του έναντι διαφόρων συνεργατικών ή τραπεζικών πιστωτικών ιδρυμάτων, αναφορικά με τις οποίες είχε πλήρη γνώση, ως παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος, πλην όμως στην γραπτή του δήλωση τόνιζε εμφαντικά ότι δεν του ζητήθηκε ποτέ να αποπληρώσει τις οφειλές του. Παράλληλα, κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι τον καλούσαν τηλεφωνικώς διάφορα πρόσωπα για να αποπληρώσει το επίδικο δάνειο. Η δε θέση που ο μάρτυρας επαναλάμβανε, ήτοι ότι ο Γραμματέας της τότε ΣΠΕ Αχερίτου, σε καθημερινές συζητήσεις τους σε καφενεία, του υποσχέθηκε ότι τα δάνειά του θα διαγραφούν, αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία αποβιώσαντος προσώπου, στην οποία το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδώσει την οποιαδήποτε βαρύτητα.[8] Εν πάση δε περιπτώσει, τόσο η συγκεκριμένη μαρτυρία, όσο και η θέση του ΜΥ1, ότι «βρέθηκαν» ορισμένα «εικονικά δάνεια» επ' ονόματί του, με μομφές προς πάσα κατεύθυνση, δίχως διευκρίνιση ή οποιαδήποτε λογική τεκμηρίωση, ούτε πειστική κρίνεται από το Δικαστήριο, ούτε ικανοποιητική. Και ενώ, από την μια ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι εάν του ζητείτο η πληρωμή του επίδικου χρέους από το 1994 μέχρι και την κήρυξή του σε πτώχευση, θα το έπραττε, από την άλλη, ήταν η θέση του ότι ο Γραμματέας της ΣΠΕ Αχερίτου, του είχε υποσχεθεί διαγραφή των χρεών του. Θέσεις, οι οποίες εκ των πραγμάτων αντιφάσκουν μεταξύ τους. Περαιτέρω, η θέση του ΜΥ1 στην γραπτή του δήλωση, ότι όταν τον κάλεσε ο Επίσημος Παραλήπτης, είδε ότι η ΣΠΕ Αχερίτου έκανε επαλήθευση της επίδικης οφειλής, έρχεται σε αντίθεση με την θέση που εξέφρασε αντεξεταζόμενος, ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο έγινε επαλήθευση του επίδικου χρέους και ότι δεν θυμόταν αν αυτό το οποίο υπέγραψε όταν επισκέφθηκε τον Επίσημο Παραλήπτη, αφορούσε στο επίδικο χρέος. Τούτων λεχθέντων, δεν κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του ΜΥ1 για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου, εξαιρουμένων των όσων δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης και των παραδεκτών γεγονότων. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, της δικογραφίας και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ουσιώδη για την υπόθεση ευρήματα: Την 14.1.1994 υπογράφτηκε μεταξύ της ΣΠΕ Αχερίτου και του εναγομένου 1 Γραμμάτιο Μεσοπρόθεσμο, με το οποίο η πρώτη χορήγησε στον τελευταίο δάνειο δια το ποσό των Λ.Κ. 2.000, ήτοι €3.417,20.- Το δάνειο παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1 και καταβλήθηκε σε σχετικό λογαριασμό. Οι εναγόμενοι 2 και 3, σε αντάλλαγμα της παροχής προς τον εναγόμενο 1 του ανωτέρω δανείου, την 14.1.1994 εγγυήθηκαν γραπτώς όλες τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 όσον αφορά στο εν λόγω δάνειο. Κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας ημερ. 14.1.1994, οι εναγόμενοι 1 και 3 διέμεναν στις Βρυσούλλες και ο εναγόμενος 2 στο Λιοπέτρι της επαρχίας Αμμοχώστου. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου ημερ. 14.1.1994, το δάνειο θα ήταν πληρωτέο δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ. 100.- ήτοι €170,86 έκαστη και θα χρεώνετο με συνολικό επιτόκιο 9%. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 31.1.
  18. Την 18.10.2006 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του εναγομένου 1 και την 4.11.2008 εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης του, μέσα στο πλαίσιο της αίτησης υπ' αρ. 54/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Ο εναγόμενος 1 αποκαταστάθηκε σύμφωνα με το αρ. 27Α του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, την 7.11.
  19. Με επιστολές ημερ. 5.5.1999, 7.8.2000, 28.6.2001 και 7.2.2011, απευθυνόμενες προς τους εναγομένους 1 και 3, η ΣΠΕ Αχερίτου κάλεσε τους εναγομένους όπως προβούν σε πληρωμή των καθυστερήσεων του επίδικου λογαριασμού, προειδοποιήθηκαν δε, ότι σε αντίθετη περίπτωση, θα ληφθούν νομικά μέτρα εναντίον τους. Την 1.1.2011 η ΣΠΕ Αχερίτου συγχωνεύτηκε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Φρενάρου, μεταφέροντας στην τελευταία όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της και στην συνέχεια διαλύθηκε, η δε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Φρενάρου μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Φρενάρου-Αχερίτου και διαδέχθηκε την ΣΠΕ Αχερίτου, ως μεταφέρουσα, εξ' ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Την 7.6.2011, η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Φρενάρου - Αχερίτου, δια της δικηγόρου της, απέστειλε προς όλους τους εναγομένους επιστολή, δια της οποίας τερμάτισε την συμφωνία δανείου και κάλεσε τους εναγομένους όπως καταβάλουν οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο. Την 3.1.2013, η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Φρενάρου - Αχερίτου μετονομάστηκε σε Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αμμοχώστου, η οποία την 24.6.2013 μετατράπηκε σε Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αμμοχώστου Λτδ και την 11.1.2014, συγχωνεύτηκε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παραλιμνίου Λτδ, ακυρώθηκε η εγγραφή της και διαλύθηκε. Περαιτέρω, η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παραλιμνίου Λτδ, μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοχωρίων Λτδ. Ακολούθως, η ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων, μετέφερε βάσει συμφωνίας συγχώνευσης ημερ. 21.7.2017, στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της και η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, ως αποδεχόμενη εταιρεία, διαδέχθηκε εξ ολοκλήρου την ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Ακολούθησε μετονομασία της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, το όνομα της οποίας στην συνέχεια μετατράπηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΣΕΔΙΠΕΣ). Την 7.10.2022, δυνάμει σχετικής συμφωνίας, η ΣΕΔΙΠΕΣ μεταβίβασε στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής η «ΚΕΔΙΠΕΣ»), όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως δανειστής κατά τον χρόνο μεταβίβασης, ήτοι την 7.10.2022, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι επίδικες. Η ΚΕΔΙΠΕΣ αποτελεί εταιρεία εγγεγραμμένη δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113), είναι αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και κατέχει άδεια λειτουργίας εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων και άδεια λειτουργίας μη πιστωτικού ιδρύματος από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, ενώ είναι 100% θυγατρική της ΣΕΔΙΠΕΣ, η οποία είναι επίσης αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και κατέχει τις αναφερόμενες άδειες. Μέχρι σήμερα, ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι του επίδικου δανείου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στην πολιτική δίκη, το γενικό βάρος αποδείξεως φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο, είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[9] Το ειδικό βάρος απόδειξης, αφορά στην ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός ισχυρισμού, που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά, για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.[10] Στις περιπτώσεις όπου αξιώνεται οφειλόμενο τραπεζικό χρέος, τα βασικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν και κατά συνέπεια χρήζουν εξέτασης από το Δικαστήριο, είναι τα ακόλουθα:[11] (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της. (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Παρεμβάλλω, ότι έχω μελετήσει τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολογούν στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους και αναφορά στις θέσεις που προωθήθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[12] Στρέφομαι αρχικά σε εξέταση της προδικαστικής ένστασης των εναγομένων, αναφορικά με την ανυπαρξία συμβατικής σχέσης μεταξύ της ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων και των εναγομένων, ενόψει του ότι η συμφωνία δανείου συνομολογήθηκε μεταξύ της ΣΠΕ Αχερίτου και του εναγομένου
  20. Ως επίσης ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων επιχειρηματολογεί στην γραπτή του αγόρευση, η συγχώνευση της ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων με την Συνεργατική Τράπεζα Κύπρου Λτδ, ουδόλως διαφοροποιεί το ζήτημα, εφόσον ούτε αυτή ήταν συμβαλλόμενο μέρος με τους εναγομένους, όπως ούτε και η ΚΕΔΙΠΕΣ, η δε διαδικασία του αρ. 49(ΣΤ) του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν. 22/1985), δεν έχει τηρηθεί, εφόσον δεν έχουν καταχωριστεί στον δικαστηριακό φάκελο οι εκ του Νόμου προβλεπόμενες ειδοποιήσεις. Σχετικές επί των εγειρόμενων ζητημάτων, είναι οι διατάξεις του Μέρους Χ του Ν. 22/1985, οι οποίες αφορούν στην Αναδιοργάνωση Εταιρειών. Σύμφωνα με το αρ. 49(Γ)

(2)του Ν. 22/1985, είναι δυνατή η συγχώνευση δύο ή περισσότερων Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων, με απόφαση που λαμβάνεται σε κάθε τέτοιο Ίδρυμα, σε ειδική γενική συνέλευση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις οποίες θέτει το συγκεκριμένο άρθρο. Ακολουθεί καταρτισμός έγγραφης συμφωνίας για την μεταφορά όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας, η οποία εγγράφεται από τον Έφορο Εταιρειών, αφού παραχωρηθεί σχετική άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και τηρηθούν όλες οι προβλεπόμενες από την οικεία νομοθεσία προϋποθέσεις, όταν πρόκειται για Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα.[13] Η εγγραφή της εν λόγω συμφωνίας μεταφοράς, μαζί με την έναρξη της ισχύος της μεταφοράς, αποτελούν επαρκή απόδειξη της μεταφοράς όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της μεταφέρουσας εταιρείας στην αποδεχόμενη εταιρεία, καθώς και ότι η αποδεχόμενη εταιρεία διαδέχεται τη μεταφέρουσα εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και ότι όλες οι πράξεις, τα συμβόλαια και τα άλλα έγγραφά της, παραμένουν σε ισχύ.[14] Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρ. 49(ΣΤ) του Ν. 22/1985, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί οποιαδήποτε δικαστική ή διαιτητική διαδικασία ή διαδικασία ενώπιον επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου, η αντικατάσταση της επωνυμίας της μεταφέρουσας εταιρείας με την επωνυμία της αποδεχόμενης εταιρείας, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση, από την αποδεχόμενη εταιρεία, σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή τον Έφορο ή το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο, αντίστοιχα. Ένεκα της μεταβίβασης όλων των πιστωτικών διευκολύνσεων και των συναφών με αυτές εξασφαλίσεων από την ΣΕΔΙΠΕΣ προς την ΚΕΔΙΠΕΣ, εν προκειμένω, τυγχάνουν εφαρμογής και οι πρόνοιες του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015) και ειδικότερα, το αρ. 18
(6)το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία, κατά τον χρόνο μεταβίβασης, καταχωρισθεί ή εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, γνωστοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος και στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της αναφερόμενης στο εδάφιο
(5)του άρθρου 19 γνωστοποίησης και η εν λόγω ειδοποίηση, γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων». Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, σημειώνω εν πρώτοις ότι η ΜΕ1, η οποία έχει κριθεί αξιόπιστη μάρτυρας από το Δικαστήριο, προσέφερε λεπτομερή μαρτυρία σε σχέση με όλες τις συγχωνεύσεις και μετονομασίες που αφορούν στην υπό εξέταση περίπτωση, ειδική και εκτενής αναφορά στις οποίες γίνεται ανωτέρω. Οι δε διαλύσεις των νομικών προσώπων, ως προκύπτει από την μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, γίνονταν αφού όλα τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων, μεταφέρονταν στο πρόσωπο το οποίο διαδεχόταν το προηγούμενο πρόσωπο. Επισημαίνω, ότι δεν έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση, με οποιοδήποτε τρόπο, είτε το νομικό καθεστώς, είτε η υπόσταση, είτε η νομιμότητα, είτε η εγκυρότητα, ούτε των προσώπων που αναφέρονται πιο πάνω, ούτε και των αποφάσεων που αυτά έλαβαν, βάσει των οποίων τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία, μεταφέρονταν. Λαμβανομένων λοιπόν υπόψη όλων των ανωτέρω, θεωρώ ότι η μεταφορά των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων στην ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων, παρείχε σε αυτήν το απαιτούμενο locus standi να διεκδικήσει τις επίδικες παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, ως αποδεχόμενη εταιρεία, η οποία διαδέχθηκε την μεταφέρουσα εταιρεία εξ ολοκλήρου, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, κατά τα διαλαμβανόμενα του αρ. 49(ΣΤ) του Ν. 22/1985. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσο απαιτείτο, υπό τις περιστάσεις, η λήψη άδειας από το Δικαστήριο για συνέχιση της διαδικασίας. Ανατρέχοντας στις διατάξεις του αρ. 49(ΣΤ) του Ν. 22/1985 και του αρ. 18
(6)του Ν. 169(Ι)/2015, στις οποίες αναφορά γίνεται πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι προκύπτει τέτοια υποχρέωση, καθώς η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων και συνεπακόλουθα η διαδοχή από το πρόσωπο στο οποίο αυτά μεταβιβάζονται, επέρχεται βάσει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης. Όπως μάλιστα προβλέπεται στο αρ. 18
(4)του Ν. 169(Ι)/2015, οιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης αγωγής, καθώς επίσης και οιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα, το οποίο εκκρεμεί κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, σε σχέση με τις μεταβιβασθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία ή στο αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση, κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Αντίστοιχα, το αρ. 49(ΣΤ)
(3)του Ν. 22/1985, προνοεί ότι η μεταφορά δεν επηρεάζει οποιοδήποτε δικαίωμα πιστωτή. Όμοια ήταν η προσέγγιση της Έντιμης Δημητριάδου Π.Ε.Δ (ως ήταν τότε) στην αγωγή υπ' αρ. 6402/2012 ημερ. 14.9.2020, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, όπου το Δικαστήριο εξέτασε παρόμοιο ζήτημα, σε σχέση με τραπεζικά ιδρύματα, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση εφαρμογής του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη η οποία υποδείχθηκε στη σχετική νομολογία για συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Διαταγής 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παραπέμποντας στις πρόνοιες του Άρθρου 18
(4)του εν λόγω νομοθετήματος. Προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσο έχουν ακολουθηθεί οι πρόνοιες του αρ. 49(ΣΤ) του Ν. 22/1985 δια της καταχώρισης των σχετικών ειδοποιήσεων. Διερχόμενη του φακέλου του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι καταχωρήθηκαν οι ακόλουθες ειδοποιήσεις: - Την 2.10.2017, καταχωρήθηκε ειδοποίηση μετονομασίας βάσει του αρ. 49(ΣΤ) του Ν. 22/1985, στην οποία αναφέρεται ότι (α) η ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων μετέφερε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της και (β) ότι η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Παρεμβάλλω, ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αγωγής, τα επίδικα στοιχεία είχαν ήδη μεταβιβασθεί στην ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων, η οποία και καταχώρισε την παρούσα αγωγή. - Την 17.1.2023 καταχωρήθηκε ειδοποίηση μετονομασίας της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ σε ΣΕΔΙΠΕΣ, δυνάμει του αρ. 12
(4)του Ν. 22/1985. Ως εκ των άνω, προκύπτει ότι οι ειδοποιήσεις που προβλέπει ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 καταχωρήθηκαν στον φάκελο του Δικαστηρίου, πλην όμως δεν καταχωρήθηκε ειδοποίηση δυνάμει των προνοιών του αρ. 18
(6)του Ν. 169(Ι)/2015, σε σχέση με την μεταφορά των στοιχείων από την ΣΕΔΙΠΕΣ στην ΚΕΔΙΠΕΣ, καθώς, η μεταβίβαση αυτή, δεν διέπεται από τα όσα διαλαμβάνει το αρ. 49(ΣΤ) του Ν. 22/1985, αλλά από τις πρόνοιες του Ν. 169(Ι)/2015. Επί τούτου, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω, ότι σύμφωνα με την μαρτυρία την οποία έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη, η ΚΕΔΙΠΕΣ αποτελεί εταιρεία εγγεγραμμένη δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113), κατέχει άδεια λειτουργίας εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων και άδεια λειτουργίας μη πιστωτικού ιδρύματος από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και είναι 100% θυγατρική της ΣΕΔΙΠΕΣ, η οποία κατέχει επίσης τις αναφερόμενες άδειες. Σύμφωνα δε με το πεδίο εφαρμογής του Ν. 169(Ι)/2015, ο εν λόγω Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις αγοράς ή πώλησης πιστωτικών διευκολύνσεων από πιστωτή ή εξ αποφάσεως πιστωτή, ο οποίος αποτελεί νομικό πρόσωπο, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου
(1)του άρθρου 4. Ανατρέχοντας στο αρ. 4
(1), διαπιστώνω ότι σε αυτό συγκαταλέγονται οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, όπως επίσης και οιοδήποτε νομικό πρόσωπο κατέχει γραπτή έγκριση από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Επανερχόμενη στα περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης, σημειώνω ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 11 που η ΜΕ1 κατέθεσε, η ΣΕΔΙΠΕΣ μεταβίβασε στην ΚΕΔΙΠΕΣ όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και τις συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε κατά την 7.10.2022, δυνάμει του Ν. 169(Ι)/2015. Παρατηρώ επίσης, ότι ως προκύπτει από τα Τεκμήρια 4 - 10, όλες οι προηγούμενες συγχωνεύσεις που γίνονταν μεταξύ των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων, γίνονταν δυνάμει του Ν. 22/1985. Σύμφωνα δε με το αρ. 18
(6)του Ν. 169(Ι)/2015, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς εκκρεμούσας διαδικασίας, γνωστοποιείται δια της καταχώρισης σχετικής ειδοποίησης, η οποία γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων. Τούτων λεχθέντων, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο Ν. 169(Ι)/2015 αναφέρεται σε «γνωστοποίηση» και όχι σε «πραγματοποίηση»,[15] ως ο Ν. 22/1985, σε συνάρτηση με την μαρτυρία την οποία έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη και τα αντίστοιχα ευρήματά μου, αναφορικά με τη διάδοχη κατάσταση ή και αλλαγές που επήλθαν στην ενάγουσα, δεν θεωρώ ότι η παράλειψη καταχώρησης της αναφερόμενης ειδοποίησης, για σκοπούς γνωστοποίησης, είναι ορθό και δίκαιο να με οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής, εφόσον δια της προσκομισθείσας μαρτυρίας, η διαδοχή των περιουσιακών στοιχείων, έχει επαρκώς τεκμηριωθεί. Ας σημειωθεί, ότι η ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου θέματος, ούτε της υποβλήθηκε οποιαδήποτε θέση, είτε για μη ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος είτε για έλλειψη νομιμοποίησης της ΚΕΔΙΠΕΣ. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι δεν αιτήθηκαν διαγραφή της ΚΕΔΙΠΕΣ και τερματισμό της διαδικασίας,[16] την οποία άφησαν να εξελιχθεί και να εκδικασθεί, αναγράφοντας μάλιστα στον τίτλο της αγωγής, σε όλα τα έγγραφα που καταχώρησαν κατά το ακροαματικό στάδιο της υπόθεσης, ως ενάγουσα, την ΚΕΔΙΠΕΣ. Κατ' αναλογία παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου xxx xxx Σταυρινίδη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 367/2012, ECLI:CY:AD:2019:A11 ημερ. 17.1.2019, όπου, μεταξύ άλλων, λέχθηκε ότι η νομιμοποίηση της εφεσίβλητης, προέκυψε από την ίδια την ταυτόσημη υπόστασή της, καθώς η απλή αλλαγή ονόματος δεν αλλοίωνε την υπόστασή της ως διαδίκου, αλλά και το δικαίωμα προς εκτέλεση και είσπραξη, νοουμένου μάλιστα ότι εντός του πρωτοδίκου φακέλου κατεχωρήθη σχετική ειδοποίηση αλλαγής του ονόματος. Ως εκ των άνω, θεωρώ ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα και ότι οι πρόνοιες του αρ. 49(ΣΤ) του Ν. 22/1985 έχουν ακολουθηθεί. Προχωρώ σε εξέταση των υπόλοιπων εγειρόμενων ζητημάτων και ειδικότερα σε εξέταση της δεύτερης προδικαστικής ένστασης των εναγομένων, ήτοι του κατά πόσον ορθώς η αγωγή καταχωρίστηκε εναντίον του εναγομένου 1, καθώς εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και ακολούθως διάταγμα πτώχευσης του, συνεπώς οι αξιώσεις της ενάγουσας, κατά τους εναγομένους, θα μπορούσαν να είχαν επαληθευτεί. Σύμφωνα με το αρ. 9 του Κεφ. 5, στο οποίο παραπέμπει ο κ. Πουτζιουρής προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας του, όταν εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης, ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα και εκτός όπως διατάσσεται από το Κεφ. 5, κανένας πιστωτής στον οποίο ο πτωχεύσας οφείλει οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δεν θα έχει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της περιουσίας ή του προσώπου του πτωχεύσαντα σχετικά με το χρέος, ή θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, εκτός κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει. Εν προκειμένω, ο εναγόμενος 1 αποκαταστάθηκε από 7.11.2015. Ως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 22.3.2016 εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη, ως παραλήπτη της περιουσίας του, πλην όμως την 19.5.2016 και προτού η αγωγή επιδοθεί τους εναγομένους, καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση από πλευράς ενάγουσας για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, ώστε ο Επίσημος Παραλήπτης να αντικατασταθεί από τον εναγόμενο 1, καθότι ο τελευταίος, αποκαταστάθηκε. Λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του αρ. 27(Α)
(10)του Κεφ. 5, σύμφωνα με το οποίο μετά την αποκατάσταση πτωχεύσαντα, οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία εγείρεται πλέον ή καταχωρείται, αντίστοιχα, από τον ίδιο ή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση, δεν θεωρώ ότι ήταν αναγκαία η λήψη άδειας Δικαστηρίου για καταχώριση της αγωγής εναντίον του εναγομένου
  1. Περαιτέρω, πέραν των όσων προκύπτουν από τον δικαστηριακό φάκελο και τα παραδεκτά γεγονότα, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, αναφορικά με την διαδικασία που ακολουθήθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής και την διαδικασία πτώχευσης, κατά τα διαλαμβανόμενα του Κεφ.
  2. Ούτε και η μαρτυρία του ΜΥ1, την οποία σε κάθε περίπτωση δεν έχω κρίνει αξιόπιστη, ρίχνει φως στο συγκεκριμένο ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την επιστολή ημερ. 7.6.2011, η οποία κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 2, η επίδικη συμφωνία δανείου τερματίστηκε κατά την ρηθείσα ημερομηνία, δηλαδή μετά την κήρυξη του εναγομένου 1 σε πτώχευση. Ως εκ τούτου, θα συμφωνήσω με την θέση του κ. Ποσνακίδη, ότι με βάση τις πρόνοιες του αρ. 34
(2)του Κεφ. 5, δεν ήταν δυνατό η τότε ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων να προβεί σε επαλήθευση του επίδικου χρέους. Σύμφωνα δε με το αρ. 30
(4)του Κεφ. 5, το διάταγμα αποκατάστασης απαλλάσσει τον πτωχεύσαντα μόνο από τα χρέη τα οποία μέχρι την ημερομηνία έκδοσής του, εξ ολοκλήρου ή μερικώς, πληρώθηκαν, διευθετήθηκαν, συμβιβάστηκαν ή συμφωνήθηκε ότι έχουν ικανοποιηθεί. Ανεξαρτήτως και επιπρόσθετα των ανωτέρω, παραπέμπω στο αρ. 27(Α)
(8)του Κεφ. 5, εφόσον αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «.
(8)Τηρουμένων, κατ' αναλογίαν, των διατάξεων των εδαφίων
(1),
(2),
(3)και
(5)του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου, η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα, που επέρχεται δυνάμει του παρόντος άρθρου ή που επήλθε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, επιφέρει πλήρη απαλλαγή του εν λόγω προσώπου από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη, νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό ενεργεί με καλή πίστη και συνεργάζεται πλήρως, είτε με τον Επίσημο Παραλήπτη είτε με τον διαχειριστή, ανάλογα με την περίπτωση, για την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας: [.]» (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Εν προκειμένω, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε, αναφορικά με το κατά πόσο ο εναγόμενος επέδειξε καλή πίστη και συνεργάστηκε με τον Επίσημο Παραλήπτη, για σκοπούς εκποίησης και διανομής της πτωχευτικής περιουσίας, ούτε και προσκομίστηκε οιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την εν λόγω περιουσία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, το οποίο ως έχει νομολογηθεί δεν αποφαίνεται εικάζοντας, αλλά στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιόν του, δεν δύναται να εξάξει οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα.[17] Αποτελεί περαιτέρω εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων, ότι οι εγγυητές έχουν απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη, βάσει των προνοιών του αρ. 37Β
(2)(α) του Περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5, το οποίο προβλέπει ότι σε περίπτωση που ο πιστωτής δεν υποβάλει επαλήθευση εντός της καθορισμένης προθεσμίας, όπως προνοείται στο Δεύτερο Παράρτημα του Κεφ. 5, δεν δικαιούται να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον του εγγυητή σε σχέση με την εγγύηση. Διερχόμενη ωστόσο της δικογραφίας, διαπιστώνω ότι η ανωτέρω θέση δεν απαντάται σε αυτήν και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Υπενθυμίζεται, ότι ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων ζητημάτων εξαρτάται από τα δικόγραφα, τα οποία έχουν πολλάκις παρομοιαστεί με τις προκαθορισμένες γραμμές διαδρομής του τρένου και η μαρτυρία, στηρίζεται και καθορίζεται από αυτά.[18] Υπενθυμίζεται επίσης, ότι οι αγορεύσεις των συνηγόρων δεν έχουν αποδεικτική ισχύ.[19] Ως επίσης επιχειρηματολογείται στην αγόρευση του ευπαιδευτου συνηγόρου των εναγομένων, ένεκα της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την συνομολόγηση της συμφωνίας του 1994 μέχρι την καταχώριση της αγωγής, παραβιάζεται το δικαίωμα των εναγομένων σε δίκαιη δίκη, καθώς έχουν απωλέσει σχετική μαρτυρία, δημιουργήθηκε δε στον εναγόμενο 1 η «εύλογη πεποίθηση», ότι το επίδικο χρέος δεν θα απαιτηθεί από την ενάγουσα. Ως έχει νομολογηθεί, ζήτημα παρέκκλισης από τα θέσμια μίας δίκαιης δίκης πρέπει να εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, όπου θα διαπιστωθούν και τα δικαιώματα των διαδίκων.[20] Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, έχει νομολογηθεί ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερον, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη. Επιπρόσθετα, η καθυστέρηση από μόνη της δεν συνεπάγεται μη δίκαιη δίκη, καθώς, η κάθε υπόθεση θα κριθεί με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της.[21] Έχοντας διεξέλθει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, διαπιστώνω καταρχάς ότι δεν έχει προσκομισθεί μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι οι συνέπειες της καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής, καθιστούν την παροχή θεραπείας άδικη. Απεναντίας, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αναδύεται ότι η ενάγουσα όχλησε αρκετές φορές τους εναγομένους αναφορικά με το επίδικο χρέος, ενώ ως ο ίδιος ο ΜΥ1 ανέφερε, του τηλεφωνούσαν εκ μέρους της ΣΠΕ Αχερίτου σχετικά με το επίδικο δάνειο, αλλά ήταν επιλογή του, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, να μην πληρώνει, χρησιμοποίησε δε την πτωχευτική διαδικασία, με βάση τα λεγόμενά του, για να προστατευτεί από τις οφειλές του σε σχέση με τα δάνεια που είχε λάβει. Αποτελεί δε παραδεκτό γεγονός, ότι ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι του επίδικου δανείου, το οποίο παραχωρήθηκε και καταβλήθηκε στον εναγόμενο 1. Ως εκ των άνω, δεν δύναμαι να οδηγηθώ σε συμπέρασμα ότι προκύπτει δυσμενής επηρεασμός του δικαιώματος των εναγομένων σε δίκαιη δίκη, εξαιτίας της, ομολογουμένως, μεγάλης παρέλευσης χρόνου από την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης σύμβασης, μέχρι την καταχώριση της παρούσας αγωγής, ώστε να προσανατολιστώ σε απόρριψη της αγωγής για τον λόγο αυτό, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ουδέν ποσό καταβλήθηκε μέχρι σήμερα, ενώ με βάση την δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας, δεν διεκδικείται τόκος επί του αξιούμενου ποσού, το οποίο έχει περιοριστεί στο διπλάσιο του παραχωρηθέντος ποσού. Σε σχέση δε με τα επίδικα έγγραφα, αυτά αποκαλύφθηκαν και οι εναγόμενοι είχαν την δυνατότητα να ζητήσουν επιθεώρησή τους και να αντεξετάσουν την μάρτυρα της ενάγουσας, ως έπραξαν. Ως προς την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων, σε σχέση με την αδυναμία προσκόμισης της μαρτυρίας του αποβιώσαντος Γραμματέα της ΣΠΕ Αχερίτου, δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου, ότι η θέση περί επηρεασμού των δικαιωμάτων των εναγομένων σε δίκαιη δίκη, ως έχει δικογραφηθεί, σχετίζεται με τα αποδεικτικά μέσα που οι εναγόμενοι είχαν στη διάθεσή τους κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ωστόσο, πουθενά στην Υπεράσπισή των, δεν δικογραφείται αίτημα ή προσδοκία των εναγομένων για διαγραφή του επίδικου χρέους, παρά μόνο ισχυρισμοί σχετιζόμενοι με την καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής, επομένως η εν λόγω επιχειρηματολογία εκφεύγει των ορίων της δικογραφίας. Ως έχει επίσης νομολογηθεί, έστω και αν για ορισμένα μη δικογραφημένα ζητήματα δοθεί μαρτυρία χωρίς την προβολή ένστασης από την άλλη πλευρά, τέτοια μαρτυρία δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.[22] Για σκοπούς ωστόσο πληρότητας της παρούσας και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, σημειώνω ότι η περί ης ο λόγος μαρτυρία του αποβιώσαντος Γραμματέα της ΣΠΕ Αχερίτου, που σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΥ1, του υποσχόταν σε καθημερινές συζητήσεις τους σε καφενεία, ότι τα χρέη του θα διαγραφούν, ορώμενη υπό το σύνολο της ενώπιόν μου τεθείσας μαρτυρίας, αλλά και σε συνάρτηση με τα όσα ο ΜΥ1 επικαλέστηκε περί εικονικών δανείων, χωρίς την παράθεση της οποιασδήποτε τεκμηρίωσης ή λογικής εξήγησης, δεν θεωρώ ότι έχει υπό τις περιστάσεις καταδειχθεί ως ισχυρή ή καθοριστική μαρτυρία, έτσι ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι δεν διεξήχθη δίκαιη δίκη, ένεκα του ότι αυτή δεν ήταν δυνατό να προσκομιστεί. Κατ' αναλογία παραπέμπω στην Ποινική Έφεση υπ' αρ. 5/2020, Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας απόφαση ημερ. 30.7.2021, όπου εξετάσθηκε παρόμοιο ζήτημα και λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Δεν διαπιστώνουμε οτιδήποτε μεμπτό στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η ουσία του θέματος είναι ότι ο εφεσείων απέτυχε να καταδείξει ότι η μαρτυρία των πεθερικών του είχε σημαντική και αποδεδειγμένη πιθανότητα να αποτελέσει καθοριστική ή ισχυρή υποστηρικτική μαρτυρία για τα συγκεκριμένα αυτά θέματα, εφόσον δεν ενέπιπταν στο πεδίο της προσωπικής τους γνώσης. Δεν είμαστε ικανοποιημένοι ότι η απώλεια της μαρτυρίας τους επηρέασε σημαντικά την υπόθεση του εφεσείοντα.». Σε ότι αφορά στην επιχειρηματολογία περί κατάχρησης, η οποία προβάλλεται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων, επισημαίνω ότι δεν απαντάται στην υπάρχουσα δικογραφία, ενόψει ωστόσο του ότι το Δικαστήριο δύναται να εξετάζει ζητήματα κατάχρησης διαδικασιών σε οποιοδήποτε στάδιο, και του ότι τα επιχειρήματα περί κατάχρησης συνδέονται με τα επιχειρήματα περί καθυστέρησης, σημειώνω, κατ' επέκταση των ανωτέρω, ότι δεν θεωρώ ότι αναδύεται κατάχρηση της διαδικασίας, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο ενήργησε η ενάγουσα. Αναφορικά με το θέμα της αποστολής των επιστολών που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 12, σχετικά παραπέμπω στις Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα v. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, όπου νομολογήθηκε ότι αφ' ης στιγμής μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί, τούτο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοσή της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν και το βάρος αποδείξεως του εναντίου, μετατίθεται στους ώμους εκείνου που επικαλείται το αντίθετο. Ως προς την ορθότητα των διευθύνσεων, σχετική είναι η Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1726, στην οποία λέχθηκε ότι καθόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της σύμβασης, συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στην Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, αποφασίστηκε ότι, εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους, καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Παραπέμπω επίσης στην Καλότυχος v. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 296 όπου η αποτυχία απόδειξης της αποστολής επιστολής τερματισμού εκ μέρους της τράπεζας δεν θεωρήθηκε λόγος απόρριψης της αγωγής, αφ' ης στιγμής αποδείχθηκε η παράλειψη του εφεσείοντα να πληρώσει οποιαδήποτε δόση, εν αντιθέσει με τις επίδικες συμφωνίες δανείων, οι οποίες είχαν δικογραφηθεί επαρκώς και προνοούσαν ότι τα ποσά των δανείων θα ήταν πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση ή διά τεσσάρων τριμηνιαίων δόσεων. Στην δε Μακεδόνας v. Λαζάρου
(2005)1(B) Α.Α.Δ. 1322, κατέστη σαφές ότι σε περίπτωση αγωγής η οποία αφορά σε δάνειο, δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο αποδέχθηκε την μαρτυρία της ΜΕ1, σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι έλαβαν προειδοποιητικές επιστολές σε σχέση με το επίδικο χρέος, ενώ με βάση την επιστολή ημερ. 7.6.2011, την οποία όλοι οι εναγόμενοι παρέλαβαν, η επίδικη συμφωνία δανείου τερματίστηκε. Περαιτέρω, στον όρο 5 της επίδικης συμφωνίας δανείου, προβλέπεται ότι εάν δόση δεν πληρωθεί κατά την λήξη της, η εταιρεία έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πληρωμή ολόκληρου του υφιστάμενου υπολοίπου, έστω και αν η περίοδος αποπληρωμής δεν έχει λήξει. Αποτελεί δε παραδεκτό γεγονός, ότι η 1η δόση ήταν πληρωτέα την 31.1.1996 και ότι ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι του επίδικου δανείου. Τούτων λεχθέντων και καθοδηγούμενη από τις σχετικές αρχές της νομολογίας, καταλήγω ότι επήλθε διάρρηξη της επίδικης σύμβασης δανείου από πλευράς εναγομένων, η οποία τερματίστηκε δεόντως από την ενάγουσα. Τέλος, σε σχέση με την αναφορά του ΜΥ1 στην γραπτή του δήλωση, περί τυποποιημένων όρων επί της επίδικης συμφωνίας, σημειώνω ότι στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του δεν έχει προωθηθεί επιχειρηματολογία περί κατ' ισχυρισμό καταχρηστικού χαρακτήρα των όρων της επίδικης συμφωνίας δανείου, ούτε υποβλήθηκαν οιεσδήποτε θέσεις ή ερωτήσεις στην ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή της, ούτε και προσκομίστηκε οιαδήποτε σχετική μαρτυρία, ο δε ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, προέβη σε δήλωση ότι οι χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό, δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση. Πέραν των ανωτέρω και σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι εκ της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν έγινε κατορθωτό όπως καταρριφθεί η απαίτηση της καλής πίστης από πλευράς της ενάγουσας, ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε ανάλογο εύρημα.[23] Απεναντίας, η πιο πάνω αναφορά του ΜΥ1 στην γραπτή του δήλωση, καταρρίφθηκε από την απάντηση που έδωσε αντεξεταζόμενος, ότι ήταν επιλογή του να μην διαβάσει τους όρους του επίδικου δανείου και ότι ουδεμία πίεση δέχθηκε για να λάβει το επίδικο δάνειο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Υπό το φως όλων των ανωτέρω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα απέδειξε την υπόθεσή της εναντίον των εναγόμενων στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €6.834,41.- Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. (Υπ.)........................... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614. [5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [7] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [8] Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ 1481. [9] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [10] Θεοδόσης Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652. [11] Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829. [12] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. [13] Αρ. 49(Δ) του Ν. 22/
  2. [14] Αρ. 49(ΣΤ) του Ν. 22/
  3. [15] Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Ε' Έκδοση) του Γ. Μπαμπινιώτη, «γνωστοποιώ» σημαίνει καθιστώ (κάτι) γνωστό και «πραγματοποιώ» σημαίνει εφαρμόζω στην πράξη, υλοποιώ, κάνω πραγματικότητα. [16] Lioufis and Co. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 773. [17] Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104. [18] Παπαγεωργίου ν. Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [19] Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(1996)4 ΑΑΔ 1594. [20] Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 AAΔ 1338. [21] Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Βenfleet Εnterprises ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 280. [22] Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826. [23] Πολ. Εφ. αρ. 9/2011 ημερ. 15.6.2016 Frakapor Courier Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.