ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΙΑΓΙΑΣ ν. ΜΑΡΙΑ ΠΙΕΡΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 201/2021, 21/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ Κάτω των €3.000 Κλίμακα εξόδων: €500 - €2.000 Αρ. Αγωγής: 201/2021 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΙΑΓΙΑΣ Ενάγοντας και
- ΜΑΡΙΑ ΠΙΕΡΗ
- ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενοι και ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗ Τριτοδιάδικος Ημερομηνία: 21 Ιουνίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Κ. Κουκούνης για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους: κ. Τ. Κουκούνης για ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για Τριτοδιάδικο: κα Χρ. Ζαντή ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή πραγματεύεται τροχαίο ατύχημα το οποίο κατ' ισχυρισμό επισυνέβη μεταξύ της εναγομένης 1 και της τριτοδιαδίκου. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ Ως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης, κατά τον επίδικο χρόνο και/ή περί την 2.6.2017, η εναγόμενη 1 ήταν οδηγός και/ή κάτοχος του οχήματος Α, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη
- Ο ενάγων, είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος Β και κατά τον επίδικο χρόνο οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν η σύζυγός του, σε σχέση με την οποία οι εναγόμενοι εξέδωσαν και επέδωσαν ειδοποίηση τριτοδιαδίκου, αξιώνοντας από αυτήν συνεισφορά, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του ενάγοντος (στο εξής η «τριτοδιάδικος»). Σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης, αφού η τριτοδιάδικος σηματοδότησε με τους δεξιούς φωτεινούς σηματοδότες της αναφορικά με την πρόθεσή της, οδήγησε το όχημα Β δίπλα από προμηθευτικό όχημα και ακολούθως δίπλα από το όχημα Α, το οποίο ήταν παράνομα σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου, καθώς η εναγόμενη 1 επιβίβαζε στο όχημα Α τα παιδιά της. Αφού η τριτοδιάδικος οδήγησε το όχημα Β μέχρι το ΑΛΤ, όπου σταμάτησε, ενεργοποίησε τον δείκτη του οχήματος Β ώστε να σηματοδοτήσει την πρόθεσή της να στρίψει αριστερά. Και ενώ η τριτοδιάδικος βρισκόταν σταθμευμένη αναμένοντας να στρίψει, η εναγόμενη 1 αμελώς, απροειδοποίητα και ξαφνικά, εκκίνησε και οδήγησε το όχημα Α, χωρίς να δώσει προτεραιότητα στο όχημα Β, με αποτέλεσμα το όχημα Α να συγκρουστεί με το μπροστινό δεξιό του μέρος, με την αριστερή πλευρά του οχήματος Β. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση, με την οποία αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και τον καλούν σε απόδειξή των. Αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό των εναγομένων, ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα έρχονται σε αντίθεση με τα όσα η τριτοδιάδικος παραδέχθηκε προφορικά και ενυπογράφως κατά την ημέρα του επίδικου ατυχήματος, την ευθύνη πρόκλησης του οποίου φέρει η τριτοδιάδικος, η οποία μπήκε στο αντίθετο ρεύμα για να προσπεράσει το όχημα που προπορευόταν, ενώ η εναγόμενη 1 βρισκόταν σταθμευμένη στο ΑΛΤ, αναμένοντας να στρίψει δεξιά. Στην προσπάθεια ωστόσο της τριτοδιαδίκου να στρίψει αριστερά, χτύπησε στην δεξιά μπροστινή γωνία του οχήματος Α. Ως περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ο ενάγων ευθύνεται εκ προστήσεως για την αμέλεια της τριτοδιαδίκου. Με το δικόγραφο της Απάντησής του, ο ενάγων αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγομένων και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του ως η Έκθεση Απαίτησης. Στην Έκθεση Απαίτησης των εναγομένων εναντίον της τριτοδιαδίκου, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια της τριτοδιαδίκου, επαναλαμβάνοντας, επί της ουσίας, τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιλαμβάνονται στην Υπεράσπισή τους και οι οποίοι εκτίθενται συνοπτικώς ανωτέρω, επικαλούνται δε, εφαρμογή της αρχής res ipsa loquitur. Στην Υπεράσπισή της, η τριτοδιάδικος αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγομένων, εξαιρουμένου του ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η οδηγός του οχήματος Β, επικαλείται δε παραγραφή της απαίτησης που ηγέρθη εναντίον της, ένεκα της παρέλευσης 3 ετών από την συμπλήρωση της βάσης της φερόμενης απαίτησης εναντίον της και/ή την ημερομηνία του τροχαίου ατυχήματος. Άνευ βλάβης του ισχυρισμού της περί παραγραφής, η τριτοδιάδικος ισχυρίζεται ότι την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα φέρει η εναγόμενη 1 και κατ' επέκταση, η εναγόμενη 2, ως η ασφαλιστική εταιρεία που είχε υπό την ασφαλιστική της κάλυψη το όχημα Α και/ή την εναγομένη 1 να το οδηγεί. Συγκεκριμένα, η τριτοδιάδικος ισχυρίζεται ότι αφού οδήγησε το όχημα Β δίπλα από σταθμευμένο προμηθευτικό όχημα και ακολούθως δίπλα από το όχημα Α, το οποίο ήταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ακινητοποίησε το όχημα Β στο ΑΛΤ και ενεργοποίησε τον αριστερό σηματοδότη της, αναμένοντας όπως η τροχαία κίνηση της επιτρέψει να στρίψει. Και ενώ η τριτοδιάδικος βρισκόταν στο ΑΛΤ, η εναγόμενη 1 οδήγησε το όχημα Α με τρόπο που το μπροστινό δεξιό μέρος του συγκρούστηκε με την αριστερή πλευρά του οχήματος Β. Η τριτοδιάδικος αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι παραδέχθηκε ενυπογράφως ότι φέρει την ευθύνη πρόκλησης του ατυχήματος, ισχυρίζεται δε, ότι οι εναγόμενοι παραδέχθηκαν την ευθύνη τους για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και συνεπώς κωλύονται δια των προηγούμενων παραστάσεων, έγγραφων δηλώσεων και συμπεριφοράς των, από το να ισχυρίζονται ότι δεν ευθύνονται για το επίδικο ατύχημα. Τέλος, η τριτοδιάδικος αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εφαρμογής της αρχής res ipsa loquitur και ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι κωλύονται από το να επικαλούνται την συγκεκριμένη αρχή, καθότι παρουσιάζουν ότι κατέχουν πλήρη γνώση της αιτίας του επίδικου ατυχήματος, επομένως δεν απαλλάσσονται από το βάρος απόδειξης που φέρουν για να θεμελιώσουν την ισχυριζόμενη αμέλεια και/ή ευθύνη της τριτοδιαδίκου και/ή έχουν ταυτόχρονα επικαλεστεί ισχυρισμούς και/ή λεπτομέρειες αμέλειας από πλευράς της τριτοδιαδίκου. Δια της Απάντησης στην Υπεράσπιση της τριτοδιαδίκου, οι εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους ως η Έκθεση Απαίτησης των και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της τριτοδιαδίκου. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό τους, ότι η τριτοδιάδικος κωλύεται λόγω της συμπεριφοράς και των πράξεών της, καθώς επίσης και από τα έγγραφα τα οποία έχει υπογράψει, να ισχυρίζεται τα όσα δικογραφούνται στην Υπεράσπισή της. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Δεδομένου του ότι η αγωγή εμπίπτει στην κατηγορία των υποθέσεων που κατηγοριοποιούνται ως «ταχείας εκδίκασης» δυνάμει των προνοιών της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για καταχώρηση έγγραφης μαρτυρίας. Μετά την καταχώριση της έγγραφης μαρτυρίας των μερών, καταχωρίστηκε από πλευράς εναγομένων αίτηση αντεξέτασης και το Δικαστήριο, κατόπιν εκδίκασής της, εξέδωσε διάταγμα αντεξέτασης της εναγομένης 1 και της τριτοδιαδίκου, αναφορικά με συγκεκριμένες παραγράφους της έγγραφης μαρτυρίας τους, οι οποίες αφορούν στους ισχυρισμούς τους σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο ατύχημα. Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις οι οποίες έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κριθεί σκόπιμο και αναγκαίο.[1] ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[2] Από πλευράς ενάγοντα, έγγραφη μαρτυρία προσέφεραν τρεις μάρτυρες. Αρχικά, έγγραφη μαρτυρία προσέφερε ο ενάγων (στο εξής ο «ΜΕ1»), ο οποίος επί της ουσίας επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του ως η Έκθεση Απαίτησης του, καταθέτοντας ως Τεκμήρια, προς επίρρωση των ισχυρισμών του, αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος, που βεβαιώνει το καθεστώς ιδιοκτησίας του οχήματος Β, εκτίμηση της ζημιάς του οχήματος Β, αντίγραφο τιμολογίου για το ποσό των €1.261,40, επιστολές που στάλθηκαν προς τους εναγομένους σχετικά με την απαίτηση του ενάγοντα και αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την εναγομένη
- Επιπρόσθετα, ο ενάγων διευκρινίζει ότι δεν ήταν παρών κατά την ώρα που επισυνέβη το επίδικο ατύχημα και ότι λαμβάνει γνώση αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης από την σύζυγό του, ενώ αρνείται ότι είναι εκ προστήσεως υπεύθυνος της συζύγου του, δηλαδή της τριτοδιαδίκου. Έγγραφη μαρτυρία από πλευράς ενάγοντα προσέφερε επίσης ο Α.Φ. (στο εξής ο «ΜΕ2»). Σε αυτήν ο ΜΕ2 αναφέρει ότι είναι μηχανολόγος μηχανικός με εμπειρία στην διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων και ότι έλαβε εντολή από τον ενάγοντα να εξετάσει τις ζημιές που υπέστησαν τα οχήματα Α και Β συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Ως ο μάρτυρας εξηγεί, δεν προέβη σε αναπαράσταση του ατυχήματος, αλλά σε ανάλυση των ζημιών των δύο οχημάτων, καταθέτοντας ως Τεκμήρια τις εκτιμήσεις των ζημιών των οχημάτων Α και Β τις οποίες συνέταξε, την εκτίμηση άλλου εκτιμητή αναφορικά με τις ζημιές του οχήματος Α, η οποία ως αναφέρει συμφωνεί με την δική του εκτίμηση, καθώς επίσης και τιμολόγιο του συνεργείου που πλήρωσε ο ενάγων για επιδιόρθωση του οχήματος Β για το ποσό των €1.261,
- Ως περαιτέρω ο μάρτυρας εξηγεί στην έγγραφη μαρτυρία του, επιθεώρησε και τα δύο οχήματα και είναι σε θέση να ταυτίσει τις ζημιές τους και να εξηγήσει την φορά της σύγκρουσης. Όπως φαίνεται από τις ζημιές του οχήματος Β, συνεχίζει ο μάρτυρας, το όχημα Α προσέκρουσε με το δεξί φτερό του και μπροστινό προφυλακτήρα στο όχημα Β προοδευτικά, από πίσω προς τα μπρος, καταλήγοντας στην αριστερή μπροστινή του πόρτα. Η θέση της άλλης πλευράς, υποδεικνύει ο μάρτυρας, ότι το όχημα Β χτύπησε στο όχημα Α κατά την προσπέραση, δεν συνάδει με τις ζημιές των δύο οχημάτων και τη φορά της σύγκρουσης, καθώς δεν πρόκειται για ζημιές με φόρα από μπροστά προς τα πίσω, ούτε για ζημιές από τρίψιμο. Επιπρόσθετα, έγγραφη μαρτυρία για την πλευρά του ενάγοντα προσέφερε και η οδηγός του οχήματος Β, δηλαδή η τριτοδιάδικος (στο εξής η «ΜΕ3»). Επί της ουσίας, η μάρτυρας επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως η Υπεράσπισή της μέσα στο πλαίσιο της διαδικασίας τριτοδιαδίκου και εξιστορεί το πως επήλθε η σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων Α και Β. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της, η ΜΕ3 καταθέσε ως Τεκμήρια, φωτογραφίες από τον δρόμο όπου έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, τις εκτιμήσεις των ζημιών των ενεχόμενων οχημάτων τις οποίες ετοίμασε ο ΜΕ2, καθώς επίσης και την αναφορά που ετοίμασε ο λειτουργός της Rescue Line που μετέβη στην σκηνή του ατυχήματος, με επισυνημμένες φωτογραφίες και σχεδιαγράφημα, το οποίο ετοίμασε ο αναφερόμενος λειτουργός, επισημαίνοντας, ότι δεν πρόκειται για τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων, εφόσον αυτά είχαν μετακινηθεί μετά το ατύχημα. Από πλευράς εναγομένων, μαρτυρία προσέφερε η εναγόμενη 1 (στο εξής η «ΜΥ1»). Στην έγγραφη μαρτυρία της, η ΜΥ1 ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως δικογραφούνται στην Υπεράσπισή της και στην Έκθεση Απαίτησης την οποία οι εναγόμενοι καταχώρισαν εναντίον της τριτοδιαδίκου, καταθέτοντας ως Τεκμήρια, προς απόδειξη των ισχυρισμών της, αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του οχήματος Α, αντίγραφο της δήλωσης τροχαίου ατυχήματος της Rescue Line μαζί με σχετικές φωτογραφίες, εκθέσεις εκτίμησης των ζημιών των ενεχόμενων οχημάτων, του τιμολογίου που αφορά στις ζημιές του οχήματος Α, αλληλογραφία των δικηγόρων των διαδίκων, καθώς επίσης και φωτογραφίες του οχήματος Α, τις οποίες, ως αναφέρει, έλαβε με το κινητό της τηλέφωνο την ημέρα του ατυχήματος. Η τριτοδιάδικος, αναφέρει η μάρτυρας, παραδέχτηκε στην ίδια ότι φέρει την ευθύνη πρόκλησης του ατυχήματος, ως προκύπτει και από την δήλωσή της στην Rescue Line, το δε όχημά της, δεν μετακινήθηκε από την θέση του. Αντεξεταζόμενη, η ΜΥ1 χαρακτηριστικά ανέφερε ότι ένας νοήμων οδηγός κοιτάζει τα καθρεφτάκια του οχήματός του, εξ ου και αντιλήφθηκε ότι η τριτοδιάδικος ήρθε από πίσω της με ταχύτητα και την προσπέρασε, μπαίνοντας ολόκληρη στο αντίθετο ρεύμα. Η μάρτυρας ενέμεινε στην θέση της ότι οι φωτογραφίες δείχνουν την τελική θέση του οχήματος Α το οποίο δεν μετακίνησε καθόλου, οι δε ζημιές, οφείλονται κατά την ίδια, στον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η τριτοδιάδικος και στην ταχύτητά της. Για την τριτοδιάδικη, μαρτυρία προσέφερε η ίδια. Για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, σημειώνω ότι η έγγραφη μαρτυρία της είναι πανομοιότυπη με την μαρτυρία που προσέφερε για την πλευρά του ενάγοντος ως ΜΕ3 και η οποία περιγράφεται συνοπτικώς ανωτέρω. Επιπρόσθετα, στην έγγραφη μαρτυρία της, η τριτοδιάδικος αναφέρει ότι εξ υπαρχής στην σκηνή του ατυχήματος βρισκόταν ο οδηγός του φορτηγού, ο οποίος δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο, λόγω του ότι, ως ανέφερε στην δικηγόρο της, δεν θυμόταν το περιστατικό λόγω της παρέλευσης του χρόνου. Αντεξεταζόμενη, η τριτοδιάδικος αρνήθηκε ότι έτρεχε και ότι εισήλθε στην δεξιά λωρίδα και ήταν η θέση της, ότι σταμάτησε στο ΑΛΤ αφού πέρασε σιγά - σιγά το όχημα Α. Ακολούθως, κοίταξε δεξιά, αριστερά και πάλι δεξιά, όταν και άκουσε τον θόρυβο από τη σύγκρουση. Το όχημα Α, ως υπέδειξε η τριτοδιάδικος, ήταν σταματημένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου και η πόρτα του εν λόγω οχήματος ήταν ανοιχτή, καθώς η εναγόμενη 1 μιλούσε με τις μαθήτριες και δεν την είδε καν. Ως περαιτέρω ανέφερε, τα οχήματα μετακινήθηκαν επειδή η τροχαία στην οποία αποτάθηκε δεν βοήθησε, λόγω του ότι δεν υπήρξαν τραυματίες. Σε αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία ως προκύπτει από τα δικόγραφα και την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης: - Την 2.6.2017, ενώ η εναγόμενη 1 και η τριτοδιάδικος οδηγούσαν τα οχήματα Α και Β αντίστοιχα, ιδιοκτησίας των συζύγων τους και με την συγκατάθεση των τελευταίων, συγκρούστηκαν. - Η εναγόμενη 2 παρέχει ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα Α. - Ο δρόμος όπου έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα τελειώνει σε ΑΛΤ και εφάπτεται με άλλη οδό. - Λίγο πριν επέλθει η σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων Α και Β, η εναγόμενη 1 είχε σταθμεύσει το όχημα Α μπροστά από προμηθευτικό όχημα, στην αριστερή πλευρά του δρόμου, με σκοπό να παραλάβει τα παιδιά της. - Πρόθεση της εναγόμενης 1 ήταν να στρίψει δεξιά από το ΑΛΤ. - Πρόθεση της τριτοδιαδίκου ήταν να στρίψει αριστερά από το ΑΛΤ. - Μετά το επίδικο ατύχημα, στην σκηνή μετέβη λειτουργός της Rescue Line στον οποίο αμφότερες οι ενεχόμενες οδηγοί έκαναν δήλωση, την οποία υπέγραψαν και ο οποίος ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, προχωρώ σε αξιολόγηση της ενώπιόν μου τεθείσας μαρτυρίας. Αξίζει αρχικώς η υπόμνηση, ότι ένεκα της φύσης της διαδικασίας ταχείας εκδίκασης, δεν εκτυλίσσεται ενώπιον του Δικαστηρίου δια ζώσης ακροαματική διαδικασία και η εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων εξαρτάται από την αξιολόγηση της έγγραφης μαρτυρίας η οποία κατατίθεται από τα μέρη.[3] Το Δικαστήριο διατηρεί ωστόσο διακριτική ευχέρεια, στις περιπτώσεις όπου το κρίνει αναγκαίο, να επιτρέψει την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας ή την διεξαγωγή αντεξέτασης. Υπενθυμίζεται, ότι ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων ζητημάτων εξαρτάται από τα δικόγραφα, τα οποία έχουν πολλάκις παρομοιαστεί με τις προκαθορισμένες γραμμές διαδρομής του τρένου και οι υποθέσεις που εκδικάζονται ως ταχείες, δεν αποτελούν εξαίρεση.[4] Παραπέμπω επίσης στον Θεσμό 7
(5)(iii) της Διαταγής 30, όπου καταγράφεται ότι όταν κατατίθεται έγγραφη μαρτυρία, αυτή πρέπει να συνάδει με τους ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται στα δικόγραφα. Ως εκ των άνω, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, τόσο οι θέσεις των μερών όσο και τα κατατιθέμενα τεκμήρια, αντιπαραβάλλονται και αξιολογούνται με βάση την λογική, την ποιότητα του περιεχομένου τους, αλλά και την πειστικότητα των εκατέρωθεν θέσεων, λαμβανομένης υπόψη και της επιχειρηματολογίας που προβάλλεται κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων.[5] Στην προκειμένη περίπτωση, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την εναγόμενη 1 και την τριτοδιάδικο να δίνουν και δια ζώσης μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα. Ως εκ τούτου, μπόρεσα να αξιολογήσω, πέραν της έγγραφης μαρτυρίας που προσέφεραν, την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[6] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[7] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[8] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[9] Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[10] Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[11] Όσον αφορά στην μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και στην αξιολόγησή της, αυτή δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εξαιρουμένου του ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που αποτελεί ένα από τα στοιχεία κρίσεως της αξίας της γνώμης του. Το Δικαστήριο, πρέπει πρωτίστως να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα αναφορικά με τον οποίο προσφέρει μαρτυρία και ακολούθως να εξετάσει εάν με την μαρτυρία του, έχει παράσχει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του,[12] ώστε το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη άποψη, δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης.[13] Το κατά πόσο ένας μάρτυρας διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα ώστε να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου,[14] το οποίο μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, σε συνάρτηση με τα θέματα αναφορικά με τα οποία καλείται να καταθέσει.[15] Ως εκ τούτου, ένα πρόσωπο δυνατό να θεωρηθεί πραγματογνώμονας, όχι μόνο βάσει των ακαδημαϊκών προσόντων του, αλλά και βάσει της εμπειρίας του.[16] Αρχίζοντας από τον ΜΕ1, ως ο ίδιος αναφέρει στην έγγραφη μαρτυρία του, δεν ήταν παρών όταν επισυνέβη το επίδικο ατύχημα και λαμβάνει γνώση αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης από την τριτοδιάδικο, η οποία είναι σύζυγός του. Ως εκ τούτου, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1, συνιστά εξ ακοής μαρτυρία. Ως γνωστό, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιανδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής, το δε Δικαστήριο αξιολογεί την βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου.[17] Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η πηγή της πληροφόρησής του είναι η σύζυγός του, η οποία προσέφερε έγγραφη μαρτυρία, τόσο ως ΜΕ3 για την πλευρά του ενάγοντος, όσο και ως τριτοδιάδικος, και αντεξετάσθηκε. Επιπρόσθετα, ο ΜΕ1 αναφέρεται στην ζημία που υπέστη, ένεκα του επίδικου ατυχήματος, η οποία, ως αναφέρει, περιγράφεται από τον ΜΕ
- Σε ότι αφορά στην έκθεση του ΜΕ2 αναφορικά με την ζημιά του οχήματος Β, την οποία ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, σημειώνω ότι η εν λόγω έκθεση εκτίμησης κατατέθηκε στο Δικαστήριο από το ίδιο το πρόσωπο το οποίο την συνέταξε, δηλαδή τον ΜΕ2 και αποτελεί εν προκειμένω, την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Σε ότι αφορά στο τιμολόγιο το οποίο ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, ήτοι τιμολόγιο για το συνολικό ποσό των €1.261,40 πρόκειται επίσης για εξ ακοής μαρτυρία, στην οποία το Δικαστήριο αδυνατεί να προσδώσει την οποιαδήποτε βαρύτητα, λαμβανομένου υπόψη του ότι ουδεμία εξήγηση δόθηκε στο Δικαστήριο αναφορικά με το κατά πόσο ο συντάκτης του εν λόγω τιμολογίου ήταν εφικτό να προσκομίσει έγγραφη μαρτυρία, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας του από το Δικαστήριο. Έχοντας επισημάνει τα ανωτέρω, σημειώνω, εν πρώτοις, ότι αντιπαραβάλλοντας την μαρτυρία του ΜΕ1 με την μαρτυρία της τριτοδιαδίκου και του ΜΕ2, διαπιστώνω ότι συνάδουν τα λεγόμενά των. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί του ΜΕ1 συνάδουν με τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε μέσω της έγγραφης μαρτυρίας του, η οποία παρουσιάζει ποιότητα και συνοχή. Στην βάση επομένως όλων των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη μου τον βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας που προσέφερε ο ΜΕ1, τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, το γεγονός ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 συναρτάται σε μεγάλο βαθμό με την μαρτυρία που προσέφεραν η τριτοδιάδικος και ο ΜΕ2, το γεγονός ότι μέσα στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας προσκομίστηκε η καλύτερη δυνατή μαρτυρία, δηλαδή από τα πρόσωπα που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις, αλλά και το ότι η τριτοδιάδικος αντεξετάσθηκε σε σχέση με τους ισχυρισμούς της, παρέχοντας στο Δικαστήριο την δυνατότητα να αξιολογήσει την αξιοπιστία της, καταλήγω ότι μπορώ να αποδώσω βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΕ
- Αναφορικά με τον ΜΕ2, σημειώνεται αρχικά ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου μέσα στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, δεν προκύπτει ότι τα ακαδημαϊκά προσόντα και η εμπειρία του έτυχαν αμφισβήτησης. Σε κάθε περίπτωση, έχοντας αξιολογήσει αυτά, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, είναι η κρίση μου ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο αντικείμενο αναφορικά με το οποίο προσέφερε μαρτυρία. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του ΜΕ2 συνάδει με τα τεκμήρια που κατέθεσε, είναι ευλόγως επεξηγηματική και παρουσιάζει ποιότητα και συνοχή. Τέλος, δεν έχει αναδυθεί, από την μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε με οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο, ούτε και εντόπισα οποιεσδήποτε ανακολουθίες στην μαρτυρία του, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Ως εκ των άνω, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του ΜΕ2 για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου και ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας παρείχε υπό την ιδιότητά του στο Δικαστήριο όλα τα απαιτούμενα εχέγγυα, ώστε να σχηματίσει ανεξάρτητη γνώμη επί των επίδικων ζητημάτων. Στρεφόμενη σε αξιολόγηση της ΜΕ3, σημειώνω καταρχάς ότι ενόψει του ότι η συγκεκριμένη μάρτυρας είναι η τριτοδιάδικος η οποία αντεξετάσθηκε και προσέφερε έγγραφη μαρτυρία δύο φορές μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η οποία είναι πανομοιότυπη, το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της ενιαία, κάνοντας σαφή αναφορά στα όσα προκύπτουν από την αντεξέτασή της. Η ΜΕ3 μου έκανε θετική εντύπωση, καθώς απάντησε με ηρεμία και σταθερότητα σε όλες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς υπερβολές και δεν εντόπισα οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στα λεγόμενά της, η οποία να με οδηγήσει σε συμπέρασμα αναξιοπιστίας της, ούτε και εντόπισα οποιαδήποτε αντίφαση με την έγγραφη μαρτυρία της. Τα όσα δε η μάρτυρας ανέφερε αντεξεταζόμενη σε σχέση με το που βρισκόταν ακινητοποιημένο το όχημα Β, συνάδουν με το όλο πλέγμα των γεγονότων, ως η μάρτυρας τα εξιστόρησε μέσω της έγγραφης μαρτυρίας της. Περαιτέρω, η όλη έγγραφη μαρτυρία της παρουσιάζει συνοχή, λογική και σαφήνεια και συνάδει με τα κατατιθέμενα τεκμήρια, συνεπώς κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Σε ότι αφορά στο Τεκμήριο 2 το οποίο η μάρτυρας κατέθεσε, πρόκειται για την έκθεση εκτίμησης του ΜΕ2, δηλαδή για εξ ακοής μαρτυρία, αναφορικά με την οποία προσέφερε μαρτυρία ο ίδιος ο συντάκτης του εν λόγω εγγράφου και αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο. Στρεφόμενη σε εξέταση του ούτω καλούμενου σχεδιαγραφήματος της σκηνής, το οποίο ετοιμάστηκε κατά κοινή παραδοχή των μερών από τον λειτουργό της Rescue Line και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 3 το οποίο η μάρτυρας κατέθεσε, σημειώνω αρχικά ότι το εν λόγω έγγραφο δεν ετοιμάστηκε από άτομο με εξειδικευμένες γνώσεις, που να είναι καταρτισμένο στην ετοιμασία σχεδιαγραφημάτων σε σχέση με τροχαία ατυχήματα, ούτε και τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, από την οποία να προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λειτουργός έχει τέτοια κατάρτιση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αδυνατεί να βασιστεί στο συγκεκριμένο πρόχειρο σχέδιο, το οποίο δεν περιλαμβάνει καμία μέτρηση ή σημεία αναφοράς, για την εξαγωγή οποιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος. Προχωρώντας σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΥ1, η οποία επίσης αντεξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, σημειώνω καταρχάς ότι η συγκεκριμένη μάρτυρας άφησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι υπερέβαλλε, στην προσπάθειά της να πείσει ότι η εκδοχή της ήταν αυτή που ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Ωστόσο, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί ως συνάδουσα με την λογική την θέση που προέβαλε η μάρτυρας, ότι η τριτοδιάδικος έκανε ελιγμό σαν να βρισκόταν σε κυκλικό κόμβο για να την προσπεράσει από αριστερά, ερχόμενη από απέναντι, θέση η οποία εν πάση περιπτώσει έρχεται σε αντίθεση με την θέση της ότι η τριτοδιάδικος εισήλθε στην δεξιά λωρίδα, για να την προσπεράσει. Η αντίφαση αυτή είναι ουσιώδης κατά την κρίση μου, καθώς έχει να κάνει με τον τρόπο που επισυνέβη το επίδικο ατύχημα και δεν συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία της ΜΥ
- Επιπρόσθετα, παρόλο που η μάρτυρας επαναλάμβανε κατά την αντεξέτασή της με ιδιαίτερη έμφαση, ότι η τριτοδιάδικος κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο μαρτυρία αναφορικά με την ταχύτητα των ενεχόμενων οχημάτων, ούτε και τέθηκε ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία ενδεχομένως να βοηθούσε το Δικαστήριο στην εξαγωγή οποιουδήποτε ανάλογου συμπεράσματος. Υπενθυμίζεται, ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται βάσει της μαρτυρίας η οποία τίθεται ενώπιόν του και όχι εικάζοντας.[18] Ως μνημονεύθηκε στην Χαραλάμπους ν. Χ''Παναγιώτου κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1148, δεν είναι δυνατό στην απουσία μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, να εξάγεται συμπέρασμα αναφορικά με την ταχύτητα οχήματος, η δε βιαιότητα της σύγκρουσης δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαπίστωση οδήγησης με υπερβολική ταχύτητα. Ως προς την θέση που προβάλλει στην έγγραφη μαρτυρία της η ΜΥ1, ότι η τριτοδιάδικος παραδέχθηκε ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος και υπέγραψε σχετική δήλωση σε λειτουργό της Rescue Line, διερχόμενη της εν λόγω δήλωσης, ουδόλως διαπιστώνω κάτι τέτοιο. Ό,τι δήλωσαν αμφότερες οι οδηγοί στον Λειτουργό της Rescue Line, ήταν η εκδοχή της κάθε μιας αναφορικά με το επίδικο ατύχημα και σε καμία περίπτωση δεν εντοπίζω παραδοχή της οποιασδήποτε οδηγού αναφορικά με το ατύχημα. Σε σχέση με τις εκτιμήσεις των ζημιών των οχημάτων τις οποίες η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια, επισημαίνω καταρχάς ότι αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Προκύπτει δε ότι ο συντάκτης της έκθεσης που η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο Δ, ήτοι ο ΜΕ2, κλήθηκε από την πλευρά του ενάγοντα, προσέφερε έγγραφη μαρτυρία και αξιολογήθηκε. Από την άλλη, ο συντάκτης του Τεκμηρίου Γ δεν προσέφερε μαρτυρία στο Δικαστήριο, ώστε να εξηγήσει τα συμπεράσματά του και τα όσα καταγράφει στην έκθεσή του, τα οποία συνιστούν εξειδικευμένη γνώση, την οποία δεν παρουσιάζεται να κατέχει η ΜΥ
- Καμία ωστόσο εξήγηση δεν δόθηκε στο Δικαστήριο, αναφορικά με το κατά πόσο ήταν ή όχι εφικτό ή εύλογο, το πρόσωπο που συνέταξε την έκθεση εκτίμησης, να προσκομίσει έγγραφη μαρτυρία, ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η καλύτερη δυνατή μαρτυρία και να τύχει αξιολόγησης. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εν λόγω μαρτυρία. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι διερχόμενη του Τεκμηρίου Γ, διαπιστώνω ότι, σε συμφωνία με την έκθεση του ΜΕ2, το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών του οχήματος Β ανέρχεται σε ποσό €1.261,40 ενώ δεν καταγράφεται στην εν λόγω έκθεση οποιαδήποτε γνώμη, συνάδουσα με τους ισχυρισμούς της ΜΥ
- Επιπρόσθετα, στην έγγραφη μαρτυρία της η ΜΥ1 αναφέρει ότι ο ΜΕ2 στην έκθεση εκτίμησης της ζημιάς που ετοίμασε, επιμελώς απέφυγε να περιγράψει τις ζημιές του οχήματος Α, εν αντιθέσει με την έκθεση την οποία η ίδια κατέθεσε ως Τεκμήριο Γ. Ο ισχυρισμός της αυτός ωστόσο δεν συνάδει με τα κατατιθέμενα τεκμήρια και καταρρίπτεται, καθώς, πουθενά στο Τεκμήριο Γ, δεν καταγράφονται οι ζημιές του οχήματος Α, ενώ ο ΜΕ2 κατέθεσε την έκθεση εκτίμησης των ζημιών του οχήματος Α. Σε σχέση με τα Τεκμήρια Ε και ΣΤ τα οποία κατέθεσε η ΜΥ1, πρόκειται επίσης για εξ ακοής μαρτυρία, στην οποία, για τους λόγους που θα εξηγήσω, το Δικαστήριο αδυνατεί να αποδώσει την οποιαδήποτε βαρύτητα. Ως προς το Τεκμήριο Ε, που είναι αντίγραφο του τιμολογίου για την επιδιόρθωση των ζημιών του οχήματος Α, ουδεμία επεξήγηση δίδεται στο Δικαστήριο για την μη κλήτευση του συντάκτη του εν λόγω εγγράφου, εν πάση δε περιπτώσει δεν έχει καταχωριστεί ανταπαίτηση. Σε σχέση με το Τεκμήριο ΣΤ, πρόκειται για αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων, η οποία ανταλλάχθηκε με επιφύλαξη δικαιωμάτων και η οποία εν πάση περιπτώσει, δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. Τέλος, το Τεκμήριο Ζ το οποίο κατέθεσε η ΜΥ1, ήτοι φωτογραφίες που έλαβε με το κινητό της τηλέφωνο, στις οποίες απεικονίζεται το όχημα Α, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, αφ' ης δεν απεικονίζεται στις φωτογραφίες αυτές το όχημα Β οπουδήποτε στον επίδικο δρόμο. Συνεπακόλουθα, δεν δύναμαι να βασιστώ επί της μαρτυρίας της ΜΥ1 για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου, πέραν των όσων προκύπτει ότι δεν αμφισβητούνται. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης, της δικογραφίας και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα, αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: Την 2.6.2017, η εναγόμενη 1 και η τριτοδιαδίκος οδηγούσαν τα οχήματα Α και Β αντίστοιχα, ιδιοκτησίας των συζύγων τους και με την συγκατάθεση των τελευταίων, σε δρόμο ο οποίος αποτελείται από δύο λωρίδες αντίθετης κατεύθυνσης, ο οποίος τελειώνει σε συμβολή ΑΛΤ και εφάπτεται με άλλη οδό. Η εναγόμενη 2 παρέχει ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα Α. Πριν την σύγκρουση των οχημάτων Α και Β, η εναγόμενη 1 ακινητοποίησε το όχημα Α στην αριστερή λωρίδα του δρόμου λίγο πριν το ΑΛΤ, μπροστά από προμηθευτικό όχημα, με σκοπό να παραλάβει τα παιδιά της. Η τριτοδιάδικος, η οποία κινείτο πιο πίσω στον ίδιο δρόμο, ενόψει του ότι στην αριστερή λωρίδα του δρόμου ήταν σταθμευμένα τα πιο πάνω οχήματα, σηματοδοτώντας την πρόθεσή της να κινηθεί δεξιότερα και να προσπεράσει τα εν λόγω οχήματα μέσω της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, οδήγησε το όχημα Β δίπλα από το όχημα Α και αφού το προσπέρασε, σταμάτησε στο ΑΛΤ, σηματοδοτώντας την πρόθεσή της να στρίψει αριστερά. Ενόσω η τριτοδιάδικος ανέμενε με ακινητοποιημένο το όχημα Β, να της επιτρέψει η κίνηση να στρίψει αριστερά, η εναγόμενη 1, της οποίας η πρόθεση ήταν να στρίψει δεξιά από το ΑΛΤ, εκκίνησε το όχημα Α και συγκρούστηκε με το όχημα Β με το δεξί μπροστινό μέρος του οχήματος Α. Από την σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, το όχημα Α υπέστη ζημιά στο δεξί μπροστινό μέρος του και το όχημα Β στην πίσω αριστερή του πλευρά μέχρι και την αριστερή μπροστινή του πόρτα. Το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών του οχήματος Β, ανήλθε σε €1.261,
- Στην σκηνή μετέβη Λειτουργός της Rescue Line, στον οποίο αμφότερες οι ενεχόμενες οδηγοί έκαναν δήλωση, σε σχέση με το πως επισυνέβη το επίδικο ατύχημα, την οποία υπέγραψαν και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[19] Το ειδικό βάρος απόδειξης, αφορά στην ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.[20] Η παρούσα αγωγή αφορά στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Σύμφωνα με την ισχύουσα επί του θέματος νομοθεσία και νομολογία, αμέλεια είναι η παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε, ή η εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα απέφευγε. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του ατυχήματος, με τρόπο που να προκύπτει άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ της πράξης και του ατυχήματος.[21] Το κριτήριο αναφορικά με το κατά πόσο συντρέχει το αστικό αδίκημα της αμέλειας είναι αντικειμενικό και το μέτρο δεν είναι εκείνο του τέλειου οδηγού, αλλά του λογικού, συνετού και ικανού οδηγού. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί και έχει επιδείξει προσοχή και φροντίδα χαμηλότερου επιπέδου, υπό τις περιστάσεις, από το επίπεδο που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό.[22] Ως αναφέρθηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care), οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο και αυτό που διαφέρει είναι το βάρος αποδείξεως. Ως περαιτέρω αναφέρθηκε στην Σωκράτους (βλ. ανωτέρω), το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται μέσα στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασιστεί πρώτον η φύση του καθήκοντος, και δεύτερον, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το καθήκον για λήψη μέτρων προφύλαξης μορφοποιείται με βάση τον κίνδυνο ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη.[23] Η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια.[24] Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις, το δε καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης του κινδύνου.[25] Ως προς την έννοια και το εύρος του καθήκοντος επιμέλειας του οδηγού, θεμελιακή είναι η απόφαση Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 218, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος «προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του». Είναι δε σημαντικό να τονισθεί, ότι το καθήκον επιμέλειας περιορίζεται σε λογικά προβλεπτούς κινδύνους και δεν εκτείνεται έτσι ώστε να επιβάλλεται υπέρμετρο βάρος στον οδηγό, το οποίο θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των λογικών προσδοκιών και προβλέψεων.[26] Ως έχει επίσης νομολογηθεί, το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς, καθώς ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος, έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας που φέρουν έναντι των ιδίων και των άλλων οδηγών.[27] Παράλληλα, ένας συνετός οδηγός πρέπει να λαμβάνει προληπτικά μέτρα έναντι της πιθανής αμέλειας των άλλων, όταν η πείρα καταδεικνύει ότι τέτοια αμέλεια αποτελεί συχνό φαινόμενο.[28] Επανερχόμενη στην υπό κρίση περίπτωση, στην βάση των ευρημάτων μου και σε συνάρτηση με τις ανωτέρω νομικές αρχές, καταλήγω ότι η εναγόμενη 1 οδήγησε το όχημα Α αμελώς κατά τον επίδικο χρόνο, καθώς, κατ' επιλογήν, ακινητοποίησε το όχημα Α στην αριστερή πλευρά του δρόμου, επομένως όφειλε να επεδείκνυε περισσότερη επιμέλεια και παρατηρητικότητα κατά την κινητοποίηση του οχήματος Α και την ασφάλεια των άλλων οδηγών που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο, εφόσον, ήταν ευλόγως αναμενόμενο, άλλοι οδηγοί να επιχειρήσουν να προσπεράσουν τα οχήματα τα οποία βρίσκονταν ακινητοποιημένα στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου, ήτοι εντός της αριστερής λωρίδας και πλησίον του ΑΛΤ. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, καθηκόντως, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσον υπό τις περιστάσεις προκύπτει συντρέχουσα αμέλεια, εξαιτίας της οδικής συμπεριφοράς της τριτοδιαδίκου, βάσει του αρ. 57 του Κεφ. 148. Το βάρος απόδειξης της στοιχειοθέτησης συντρέχουσας αμέλειας, φέρει το πρόσωπο που την επικαλείται και ο ενάγων δεν φέρει εκ προοιμίου το βάρος απόδειξης.[29] Τούτο βεβαίως δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από το να αποδώσει συντρέχουσα αμέλεια, όταν αυτή συμπεραίνεται από την μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα ή τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν, ως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο.[30] Ως έχει νομολογηθεί, ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται από δύο παράγοντες: το μεμπτό της διαγωγής (Blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς η οποία προκύπτει (causative potency).[31] Ως προς την διακρίβωση συντρέχουσας αμέλειας και του καθορισμού της ευθύνης μεταξύ των διαδίκων, σχετικά παραπέμπω στις Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013 και Andreas Vrondis & Sons (Constructions) Ltd v. Σοφοκλή Παπαλεοντίου, Πολ. Εφ. Αρ. 189/2011, ECLI:CY:AD:2017:A177, ημερ. 15.5.2017. Εν προκειμένω, η τριτοδιάδικος σηματοδότησε την πρόθεσή της να κινηθεί εντός της δεξιάς λωρίδας για να προσπεράσει τα οχήματα που ήταν σταθμευμένα εντός της αριστερής λωρίδας του δρόμου, αλλά και για να στρίψει αριστερά από το ΑΛΤ, όπου ακινητοποίησε το όχημά Β. Έστω δε και αν το όχημα Β ήταν εν μέρει ακινητοποιημένο εντός της δεξιάς λωρίδας στο ΑΛΤ, ως η Υπεράσπιση προσπάθησε να αναδείξει κατά την αντεξέταση της τριτοδιαδίκου, τούτο δεν διαφοροποιεί την κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι την ευθύνη πρόκλησης του ατυχήματος φέρει εξ ολοκλήρου η εναγόμενη 1, εφόσον με το να ακινητοποιήσει το όχημά της στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, πλησίον του ΑΛΤ, περιόρισε το εύρος κινήσεων των οχημάτων που κινούντο στην αριστερή λωρίδα και όφειλε να είναι πιο παρατηρητική κατά την κινητοποίηση του οχήματος Α, καθώς, ήταν εύλογα προβλεπτό και λογικώς αναμενόμενο, ότι πολλοί οδηγοί, ερχόμενοι από την ίδια κατεύθυνση και οδηγώντας προς το ΑΛΤ, θα επιχειρούσαν να προσπεράσουν το όχημα Α. Επισημαίνω στο σημείο αυτό, ότι καμία εξήγηση δεν δόθηκε, αναφορικά με το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 βρισκόταν σταθμευμένη στο συγκεκριμένο σημείο για να παραλάβει τα παιδιά της και όχι κάπου αλλού. Δεν μου διαφεύγει, ότι στο δικόγραφο της Υπεράσπισης των εναγομένων γίνεται αναφορά σε τροχαίες παραβάσεις, εντούτοις ουδεμία υποβολή έγινε στην τριτοδιάδικο κατά την αντεξέτασή της, περί παραβίασης άσπρης συνεχούς γραμμής, ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί τούτου. Εν πάση όμως περιπτώσει, δεν έχω καταλήξει, στην βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε παραβίαση άσπρης συνεχούς γραμμής. Ως έχει δε νομολογηθεί, η παράβαση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας από μόνη της, δεν επαρκεί για την εξαγωγή συμπεράσματος αμέλειας, ούτε και συνεπάγεται ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος δεν είχε υποχρέωση λήψεως προληπτικών μέτρων.[32] Στην Δημητρίου ν. Ζήνωνος
(2006)1 Α.Α.Δ. 559, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, τα περιστατικά διαφέρουν ουσιωδώς. Στην εν λόγω υπόθεση, οδηγός οχήματος ο οποίος οδηγούσε στην δεξιά πλευρά δρόμου με συνεχή άσπρη γραμμή, χωρίς να σηματοδοτήσει την πρόθεσή του, επιχείρησε να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα, όταν αυτό κινείτο με χαμηλή ταχύτητα και άρχισε να στρίβει για να εισέλθει σε πάροδο προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Εν προκειμένω, το ατύχημα, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επισυνέβη όταν το όχημα Β είχε ήδη ακινητοποιηθεί στο ΑΛΤ και όχι κατά την προσπέραση των σταθμευμένων οχημάτων. Στην δε Karaolis and another v. Charalambous
(1976)1 C.L.R. 310, στην οποία επίσης με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, η σύγκρουση επήλθε εξαιτίας της προσπέρασης που γινόταν από την αντίθετη λωρίδα. Περαιτέρω, στην περίπτωση εκείνη, είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος το οποίο ετοιμάστηκε από αστυνομικό, με δεδομένα που συμπεριλάμβαναν μετρήσεις του πλάτους του επίδικου δρόμου. Εν προκειμένω, αφενός μεν τα περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης διαφέρουν, καθώς η σύγκρουση επήλθε αφότου το όχημα Β ακινητοποιήθηκε στο ΑΛΤ, αφετέρου δε, ουδεμία μέτρηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως της ανωτέρω κατάληξής μου, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, προχωρώ σε εξέταση ορισμένων ζητημάτων, τα οποία παρότι ηγέρθησαν μέσα στο πλαίσιο της δικογραφίας, δεν προωθήθηκαν. Αναφορικά με την αρχή res ipsa loquitur, παραπέμπω στην Επίσημου Παραλήπτη ν. Αντωνίου κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 377/2012, ECLI:CY:AD:2019:A382 ημερ. 20.9.2019, όπου αναλύονται εκτενώς οι νομικές αρχές που διέπουν την εφαρμογή της. Υπό το φως των σχετικών νομικών αρχών, σε συνάρτηση με τα περιστατικά της παρούσας, καθώς επίσης και με τις πρόνοιες του αρ. 55 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, δεν θεωρώ, ότι εν προκειμένω, παρέχεται πεδίο εφαρμογής της εν λόγω αρχής. Ως προς την κατ' ισχυρισμό εκ προστήσεως ευθύνη του ενάγοντος, λόγω του ότι η τριτοδιάδικος είναι σύζυγός του, αρκούμαι στο να αναφέρω, ότι ουδείς ισχυρισμός δικογραφήθηκε και ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε, από τα οποία να προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η τριτοδιάδικος οδηγούσε το όχημα Β υπό κάποια ιδιότητα η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει τέτοια ευθύνη στον ενάγοντα. Το δε γεγονός ότι πρόκειται για συζύγους, δεν είναι δυνατό να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα. Σχετικά παραπέμπω στην Μιλτιάδους ν. Χ''Στεφάνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1776, όπου εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα και αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Στη θεμελιακή υπόθεση Hewitt (πιο πάνω) κρίθηκε ότι εφόσο ο υιός δεν οδηγούσε το αυτοκίνητο ως υπηρέτης ή αντιπρόσωπος του πατέρα του ή για τους σκοπούς του πατέρα του ο τελευταίος δεν ήταν υπεύθυνος για την αδικοπραγία του υιού του. Από τη νομολογία στην οποία έχουμε αναφερθεί προκύπτει σαφώς ότι δεν είναι ανάγκη να είναι διάδικος ο οδηγός του αυτοκινήτου. Αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο οδηγός είχε την ιδιότητα του υπηρέτη ή αντιπροσώπου του ενάγοντα ή οδηγούσε για τους σκοπούς του τελευταίου.». Τέλος, δεν θεωρώ ότι η προδικαστική ένσταση των εναγομένων, δια της οποίας ισχυρίζονται ότι η έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει εντελώς διαφορετική θεραπεία από αυτήν που περιλαμβάνεται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, χωρίς δικαστικό διάταγμα τροποποίησης, ευσταθεί. Ειδικότερα, σύμφωνα με την Δ.20 Θ. 1(A), ο ενάγων δύναται να τροποποιήσει ή να επεκτείνει την απαίτησή του με την Έκθεση Απαίτησης, χωρίς να είναι αναγκαία η τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος ημερ. 2.6.2017. Διερχόμενη δε του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, διαπιστώνω ότι γίνεται σε αυτό αναφορά σε ειδικές αποζημιώσεις, ένεκα τροχαίου ατυχήματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ως γνωστό, οι ειδικές ζημιές πρέπει να δικογραφούνται λεπτομερώς και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα.[33] Διερχόμενη της Έκθεσης Απαίτησης, διαπιστώνω ότι οι ειδικές ζημιές δικογραφούνται δεόντως, πρόκειται δε για τις ζημιές και απώλειες που υπέστη το όχημα Β, συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, ικανοποιούμαι ότι ο ενάγων απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό τις ειδικές ζημιές του. Συνεπακόλουθα, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων έχει αποδείξει την υπόθεσή του στον απαιτούμενο βαθμό και η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού ή και εγειρόμενου ζητήματος, παρέλκει. Ως εκ των άνω, δεδομένου του ότι η εναγόμενη 2 παρέχει ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα Α, επιδικάζεται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ποσό €1.261,40.- πλέον νόμιμο τόκο, ο οποίος μειώνεται κατά το ήμισυ από 2.6.2017 μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης.[34] Ως προς τα έξοδα της αγωγής, δεν θεωρώ ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, επομένως επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με το ίδιο σκεπτικό και δοθείσας της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, τα έξοδα της διαδικασίας τριτοδιαδίκου επιδικάζονται υπέρ της τριτοδιαδίκου και εναντίον των εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ.
- [3] Βλ. κατ' αναλογία Α.Ο. ν. D.T.V. Πολ. Εφ. αρ. 19/2022 ημερ. 20.10.
- [4] Παπαγεωργίου ν Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [5] Βλ. κατ' αναλογία Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [6] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [7] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [8] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [9] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [10] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [11] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614. [12] Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ.746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). [13] Τ. Ηλιάδης & Ν. Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές
(2016), Β' Έκδοση, σελ. 580 - 584. [14] Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984. [15] Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 110). [16] Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825. [17] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.2015 & Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου
(2016)1 ΑΑΔ 1779. [18] Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104. [19] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [20] Θεοδόσης Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652. [21] Αρ. 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεδ. 148 και βλ. μεταξύ άλλων Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ.
- [22] Αριστείδου ν. Πολυδώρου Πολ. Εφ. αρ. 346/2010 ημερ. 15.1.
- [23] Βίκης v. Νεοφύτου
(1990)1 ΑΑΔ 345. [24] Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 & Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. [25] Constantinou ν. Katsouris
(1975)1 CLR 188. [26] Ανδρέου κ.ά ν. Πηλέα
(2000)1 Α.Α.Δ. 459. [27] Δημητράκης Ζαχαρία κ.α. ν. Παναγιώτας Καραολή
(2004)1Α.Α.Δ. 72. [28] Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 ΑΑΔ 1696. [29] Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v. Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28. [30] Μιχαήλ ν. Ι. & Παρασκευαΐδης Λτδ κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1494. [31] Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 A.A.Δ. 420. [32] Χριστοφόρου ν. Τρύφωνος
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1516 & Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811. [33] Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 ΑΑΔ 1157, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Χρυσοστόμου Ανδρέας ν. Cyprialife Limited
(2011)1 ΑΑΔ 1490. [34] Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο