← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 13/2024, 26/3/2024

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 13/2024, 26/3/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €10.000 - €50.000 Αρ. Αγωγής: 13/2024(
  2. i)Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Ενάγοντας και ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 26 Μαρτίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Ν. Νικολάου για Γ. Ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Μ. Μουαϊμης για ΜΟΥΑΪΜΗΣ & ΜΟΥΑΪΜΗΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 22.2.2024 για έκδοση προσωρινού διατάγματος) Δια της ενδιάμεσης του Αίτησης ο Ενάγων - Αιτητής αιτείται την έκδοση διαφόρων προσωρινών διαταγμάτων, με τα οποία να απαγορεύεται στον Καθ' ου η αίτηση όπως πωλήσει, αποξενώσει και μεταβιβάσει συγκεκριμένο ακίνητο ιδιοκτησίας του Καθ' ου η αίτηση, καθώς επίσης και διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η πώληση του εν λόγω ακινήτου (στο εξής το «επίδικο ακίνητο»). Η Αίτηση εδράζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, αρ. 2, 31, 32 και 42 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 Θ. 1-9, Δ.30, Δ.33, Δ.59 και Δ.64, στον περί Δήμων Νόμο του 1985, Ν. 111/1985 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την υπό κρίση Αίτηση εκτίθενται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του Αιτητή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω συνοπτικά κατωτέρω. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, επισυνάπτοντας τα σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια, είναι ιδιοκτήτης δύο ακινήτων τα οποία εμπίπτουν εντός των ορίων του Δήμου Παραλιμνίου, τα οποία γειτνιάζουν με το επίδικο ακίνητο. Περί το 2013, ο Καθ' ου η αίτηση σε συνεδρία του αποφάσισε την πώληση του επίδικου ακινήτου στην Κ.Α., έναντι ποσού €35.000, αφού έλαβε σχετική εκτίμηση για το εν λόγω ακίνητο και χωρίς να έχει προκηρυχθεί οποιαδήποτε δημόσια και διαφανής διαδικασία προσφορών, απόφαση η οποία εγκρίθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών γενικά και χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο αγοραστή. Ενόψει του ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν προέβη σε όλες τις νομότυπες και/ή νενομισμένες ενέργειες, ο Αιτητής δεν είχε την ευκαιρία να υποβάλει προσφορά για αγορά του επίδικου ακινήτου, ενώ όταν περιήλθαν σε γνώση του οι ενέργειες του Καθ' ου η αίτηση, εκδήλωσε το ενδιαφέρον του, χωρίς ωστόσο να υπάρξει οποιαδήποτε ανταπόκριση, το θέμα δε, παγοποιήθηκε για πολλά χρόνια. Περί τον Ιούλιο του 2023, ο Αιτητής ενημέρωσε το Υπουργείο Εσωτερικών με επιστολή του για τα ανωτέρω και το εν λόγω Υπουργείο κάλεσε τον Καθ' ου η αίτηση να τοποθετηθεί επί του θέματος, πράγμα το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε έπραξε. Ομοίως, ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε ανταποκρίθηκε στις επιστολές του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας, δια των οποίων κλήθηκε να τοποθετηθεί επί του θέματος. Ωστόσο, σε συνεδρία του ημερ. 21.12.2023, ο Καθ' ου η αίτηση ολοκλήρωσε την λήψη απόφασης μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στο ίδιο πρόσωπο που διεκδίκησε το ακίνητο περί το 2013. Ως εκ τούτου, ο Αιτητής με νέα επιστολή του προς τον Γενικό Ελεγκτή, ζήτησε την παρέμβασή του ώστε να ανακόψει τα σχέδια του Καθ' ου η αίτηση, με τον Γενικό Ελεγκτή να αποστέλλει νέα επιστολή προς τον Καθ' ου η αίτηση, ζητώντας εξηγήσεις. Περί την 25.1.2024 ο Καθ' ου η αίτηση σε συνεδρία του ενέκρινε την προηγούμενη του απόφαση για πώληση του ακινήτου και ο Αιτητής απέστειλε νέα επιστολή προς την Ελεγκτική Υπηρεσία. Παρά τα πιο πάνω, ως πληροφορήθηκε ο Αιτητής, ο οποίος εργάζεται στην υπηρεσία του Καθ' ου η αίτηση, ο τελευταίος προχωρεί με φοροαπαλλαγή του ακινήτου και ολοκλήρωση της μεταβίβασής του. Ένεκα των ενεργειών του Καθ' ου η αίτηση, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων, καθώς ουδέποτε δημοσιεύτηκε η πρόθεση του Καθ' ου η αίτηση να πωλήσει το επίδικο ακίνητο, ενώ σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, καθότι χάνει το δικαίωμα διεκδίκησης του επίδικου ακινήτου, εν αντιθέσει με τον Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος ουδεμία ζημιά θα υποστεί εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ενήργησε δε κατά παράβαση των θέσμιων καθηκόντων του. Αφού δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως η Αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά, ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση, στην οποία προβάλλονται συνολικά 25 λόγοι ένστασης, με τους οποίους βάλλεται η δικονομική ορθότητα και πληρότητα της Αίτησης, το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, το αληθές των ισχυρισμών του Αιτητή, το κατά πόσο αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα, καθώς επίσης και το κατά πόσο αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα, εγείρεται δε ζήτημα αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης και ομοιότητας των αιτούμενων θεραπειών με τις θεραπείες της αγωγής. Η ένσταση, ερείδεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 2, 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 ως έχει τροποποιηθεί, στα αρ. 2, 29, 30, 31, 32, 42, 48 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 ως έχει τροποποιηθεί, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Δ.48 1 - 13, Δ.55, Δ.57, Δ.64, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, Μέρος 23.7 και 32, στον Περί Δήμων Νόμο του 1985, Ν. 111/1985, στις αρχές της επιείκειας, της νομολογίας, το Σύνταγμα και τις εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ένσταση υποστηρίζει η συνημμένη ένορκη δήλωση υπαλλήλου του Καθ' ου η αίτηση, στην οποία απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του Αιτητή και περαιτέρω αναφέρεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση είχε εξουσία να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε στην συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση την οικεία νομοθεσία. Συγκεκριμένα, ως η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται, η απόφαση του Καθ' ου η αίτηση να υποβάλει πρόταση στην Κ.Α. για την πώληση του επίδικου ακινήτου, στη βάση εκτίμησης της αγοραίας αξίας του, προέκυψε κατόπιν γραπτού αιτήματος της Κ.Α., όπου προβάλλεται ως λόγος αναγκαιότητας η κατάσταση της υγείας του συζύγου της. Σε περίπτωση αποδοχής της εν λόγω πρότασης, συνεχίζει η ομνύουσα, θα προχωρούσε η διαδικασία λήψης σχετικής έγκρισης από το Υπουργείο Εσωτερικών, όπως και έγινε εν προκειμένω, με την έγκριση να αφορά την συγκεκριμένη απόφαση του Καθ' ου η αίτηση, η οποία είχε υποβληθεί στο Υπουργείο με σχετική επιστολή του Καθ' ου η αίτηση, και όχι γενικά την πώληση του επίδικου ακινήτου, ως ο Αιτητής ισχυρίζεται. Η απόφαση του Καθ' ου η αίτηση, συνεχίζει η ομνύουσα, λήφθηκε για την εξυπηρέτηση ανθρωπιστικού σκοπού και ο Αιτητής εκδήλωσε για πρώτη φορά το ενδιαφέρον του για αγορά του επίδικου ακινήτου αρκετά χρόνια αργότερα, περί το 2023. Αναφορικά δε με τις επιστολές του Γενικού Ελεγκτή, ο τελευταίος ζήτησε από τον Καθ' ου η αίτηση να τοποθετηθεί επί των καταγγελιών του Αιτητή και αν υπήρχε οτιδήποτε μεμπτό στις πράξεις του Καθ' ου η αίτηση, η Ελεγκτική Υπηρεσία θα λάμβανε μέτρα. Η ομνύουσα απορρίπτει τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων, υποστηρίζει δε ότι ο Καθ' ου η αίτηση ακολούθησε καθόλα νόμιμη διαδικασία, ενώ ισχυρίζεται ότι δεν πρόκειται για περίπτωση πολιτών που δεν τελούν υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες, καθότι η Κ.Α. ζήτησε την παραχώρηση του επίδικου ακινήτου με σκοπό την ανέγερση υποστατικού για στέγαση του παράλυτου συζύγου της, ο οποίος για τις μετακινήσεις του χρειάζεται την δική της βοήθεια, κατάσταση η οποία με το πέρασμα των χρόνων εντείνεται όλο και περισσότερο. Απεναντίας, η απόφαση του Καθ' ου η αίτηση σκοπεί σε διαφύλαξη της αξιοπρεπούς διαβίωσης του πολίτη και μάλιστα υπό την καταβολή λογικού ανταλλάγματος. Τέλος, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι ο Αιτητής δεν έχει αποδείξει ότι έχει υποστεί ή θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εξαιτίας της επίδικης απόφασης του Καθ' ου η αίτηση, σε περίπτωση δε έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο η απόφαση του Καθ' ου η αίτηση να υλοποιηθεί, ενόψει της επικείμενης ενοποίησης των Δήμων. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Προς συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου κατά το στάδιο των διαδικαστικών οδηγιών, οι συνήγοροι των διάδικων μερών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο.[1] ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, ως έχει τροποποιηθεί και το οποίο άλλωστε περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια να διατάξει την έκδοση τέτοιου διατάγματος σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι (α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι ο αιτών έχει ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, η δε έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, ως είναι νομολογημένο, ασκείται με φειδώ. Το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν αποφασίζει επί της ουσιαστικής απαίτησης του αιτητή, ενώ επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει να προβεί σε ευρήματα ή συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι υπό του Νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις και το βάρος αποδείξεως πλήρωσής των, φέρει ο αιτών.[2] Σε περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι οι ανωτέρω προϋποθέσεις πληρούνται, τίθεται υπό εξέταση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (βλ. υποσημ. 3), το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτών πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32, ώστε να δημιουργηθεί το υπόβαθρο βάσει του οποίου το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα αποφασίσει υπέρ ή κατά της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος.[3] Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή.[4] Ως έχει νομολογηθεί, κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας, σταθμίζεται δε και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση.[5] Μέσα στο πλαίσιο της εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες. Το Δικαστήριο, περιορίζεται σε εξέταση των δικογράφων, σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις και την μαρτυρία η οποία προκύπτει από ενδεχόμενη αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32

(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις.[6] Όπως τονίστηκε στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (βλ. υποσημ. 3), μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής εξετάζεται το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσεώς της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων είναι αδύνατος, τότε είναι ευκολότερη η συναγωγή συμπεράσματος ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. H προβολή της θέσης περί ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι αναγκαίο να τεκμηριώνεται με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και επεξηγήσεων και δεν επαρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί σε σχέση με την ισχυριζόμενη αδυναμία να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση υπέρ του ενάγοντα.[7] Αντίθετα, εκεί όπου η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη.[8] Άλλη περίπτωση, είναι αυτή όπου εάν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του Καθ' ου η αίτηση, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του Αιτητή. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στρέφομαι αρχικά σε εξέταση της προδικαστικής ένστασης του Καθ' ου η αίτηση, δια της οποίας τίθεται υπό αμφισβήτηση η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Σχετικά είναι τα όσα προβλέπει ο Κανονισμός 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αφού διήλθα των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, λαμβανομένου υπόψη του ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, είναι θεωρώ πρόωρο στάδιο, για να καταλήξω με ασφάλεια σε συμπέρασμα αναφορικά με την καθ' ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, προβαίνοντας σε ερμηνεία του κατά πόσον οι επίδικες κατ' ισχυρισμό πράξεις ή παραλείψεις του Καθ' ου η αίτηση εμπίπτουν στην σφαίρα του ιδιωτικού ή του δημοσίου δικαίου. Σημειώνεται δε, ότι από το μαρτυρικό υλικό το οποίο τέθηκε ενώπιόν μου και από το έντυπο απαίτησης, προκύπτει ότι ο Αιτητής στηρίζει την απαίτησή του σε ισχυρισμούς περί παράβασης των θέσμιων καθηκόντων του Καθ' ου η αίτηση. Επιπρόσθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση εγείρει σχετικό λόγο ένστασης και εισηγείται ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής, καθότι δεν γίνεται σε αυτήν αναφορά στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, αλλά στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν προ της θέσπισης των Κανονισμών του
  1. Ως γνωστό, την 1.9.2023 τέθηκαν σε εφαρμογή οι νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας, επομένως η παρούσα υπόθεση, η οποία καταχωρίστηκε την 22.2.2024, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Κανονισμών του
  2. Διερχόμενη της υπό κρίση Αίτησης, διαπιστώνω ότι πράγματι, οι Κανονισμοί του 2023 δεν περιέχονται στην νομική της βάση, αλλά περιλαμβάνονται οι Θεσμοί που ίσχυαν πριν την 1.9.
  3. Για τους λόγους ωστόσο που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, πρόκειται, κατά την κρίση μου, για παρατυπία η οποία δυνατό να θεραπευθεί στην βάση των εξουσιών που ο Κανονισμός 8 του Μέρους 3 παρέχει στο Δικαστήριο, όταν πρόκειται για διαδικαστικό σφάλμα. Καταρχάς, η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση έλαβε πλήρη γνώση αναφορικά με την παρούσα διαδικασία και καταχώρισε ένσταση, προβάλλοντας λόγους ένστασης που αφορούν τόσο δικονομικά, όσο και ουσιαστικά ζητήματα, χωρίς να έχουν επηρεαστεί δυσμενώς με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση. Καταχωρίστηκε επίσης από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση Υπεράσπιση, όπου προβάλλονται οι ισχυρισμοί του σε σχέση με τα εγειρόμενα ζητήματα και η αγωγή ακολουθεί την πορεία που προβλέπουν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας, παραχωρήθηκε δε σε αμφότερες τις πλευρές το δικαίωμα να ακουσθούν. Τέλος, επισημαίνω ότι ο πρωταρχικός σκοπός των Κανονισμών δεν είναι άλλος από την παροχή στο Δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού των υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος (βλ. Μέρος 1, Κανονισμός 2) και στην προκειμένη περίπτωση, είναι προφανές ότι το σφάλμα είναι τυπικής φύσης, ενώ σε κάθε περίπτωση η νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνει το αρ. 32 του Ν. 14/1960 που αφορά στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων. Τούτων λεχθέντων, δίχως να παραγνωρίζω τις σχετικές αρχές της νομολογίας, αλλά ούτε και το νέο καθεστώς που έχει προσφάτως καθιερωθεί στην κυπριακή έννομη τάξη, θεωρώ ότι η παράλειψη αναφοράς στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 στην νομική βάση της Αίτησης είναι παρατυπία η οποία είναι δυνατό να θεραπευθεί με την έκδοση σχετικού διατάγματος διόρθωσης του αναφερόμενου σφάλματος. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, προχωρώ σε εξέταση της θέσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή, ότι η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, διότι καταχωρίστηκε προτού καταχωριστεί η υπεράσπισή του. Ως θα εξηγήσω, η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ειδικότερα, η Ζhigachov Igor και Άλλοι (Αρ. 1)
(2013)1 ΑΑΔ 133 στην οποία ο κ. Νικολάου παρέπεμψε το Δικαστήριο, μνημονεύει ότι «.αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff's cause of action), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action)». Τούτο άλλωστε συνδέεται και με την εξέταση των πρώτων δύο προϋποθέσεων του αρ. 32, καθώς αίτηση για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος υποβάλλεται μέσα στο πλαίσιο ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος, το οποίο δίδει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Τα περιστατικά της υπό κρίση περίπτωσης διαφέρουν ουσιωδώς από την αναφερόμενη υπόθεση, καθότι, εν προκειμένω, δεν αιτείται ο Καθ' ου η αίτηση την έκδοση οποιασδήποτε θεραπείας από το Δικαστήριο. Ό,τι λοιπόν απομένει για το Δικαστήριο να εξεταστεί, είναι το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ. 32 του Ν. 14/
  1. Για τους λόγους που εξηγώ ευθύς αμέσως, βάσει των στοιχείων και της μαρτυρίας τα οποία τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  2. Υπενθυμίζεται, ότι όσον αφορά στην δεύτερη προϋπόθεση, είναι αναγκαίο όπως το Δικαστήριο προβεί σε μια εκ πρώτης όψεως εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να κρίνεται η αξιοπιστία ή το βάσιμο των ισχυρισμών που προβάλλονται. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου που καλείται να ξεπεράσει ο αιτών είναι αυτό της τεκμηρίωσης μιας πιθανότητας επιτυχίας, κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και συνάμα πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το επίπεδο απόδειξης σε πολιτική αγωγή. Ως προκύπτει τόσο από το έντυπο απαίτησης, όσο και από την γραπτή μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, ο Αιτητής στηρίζει τις αξιώσεις του σε ισχυρισμό περί παράβασης των θέσμιων καθηκόντων του Καθ' ου η αίτηση, λόγω του ότι ο τελευταίος δεν ακολούθησε νομότυπες και νόμιμες διαδικασίες για την πώληση του επίδικου ακινήτου, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Το αστικό αδίκημα της παράβασης θέσμιου καθήκοντος (breach of statutory duty) αποτελεί κατ' εξαίρεση δικαίωμα το οποίο έχει καθιερωθεί νομολογιακά.[9] Ως έχει νομολογηθεί, το εν λόγω αδίκημα πρέπει να δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης με επαρκή εξειδίκευση και συγκεκριμένη αναφορά στη νομοθετική διάταξη η οποία επιβάλλει το ισχυριζόμενο καθήκον στον εναγόμενο.[10] Μόνο αν ο νομοθέτης έχει πρόθεση να προσδώσει αγώγιμο δικαίωμα, αυτό αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο,[11] ενώ σε περίπτωση που τούτο δεν αναφέρεται ρητά στον Νόμο, αποτελεί πλέον θέμα ερμηνείας του Δικαστηρίου. Διερχόμενη του εντύπου απαίτησης, δεν εντοπίζω σε αυτό να υπάρχει η απαιτούμενη δικογράφηση του νομοθετικού καθήκοντος που υπείχε ο Καθ' ου η αίτηση έναντι του Αιτητή, ώστε να είναι εφικτή η σχετική νομική διεργασία, για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ. 32 του Ν. 14/
  3. Κατ' αναλογία παραπέμπω στην ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ελπινίκη Παναγή κ.α. ν Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145, όπου δεν δικογραφήθηκε με ακρίβεια το νομοθετικό πλαίσιο που σχετιζόταν με την κατ' ισχυρισμό παραβίαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του εναγομένου 5: «Δεν ήταν συνεπώς ορθή η χρήση διαφόρων νομοθετικών προνοιών, ως βάση για δικαίωση του εφεσείοντος, οι οποίες εμφανίστηκαν στο προσκήνιο μόνο κατά το σχέδιο αγόρευσης του εφεσείοντος, που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο κατά το καταληκτικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, στη βάση εγγράφου που είχε ετοιμάσει ο τότε δικηγόρος του, ο οποίος διαφωνώντας με τον εφεσείοντα ως προς τα όσα πρόσθετα ήθελε να συμπεριλάβει, ζήτησε και έλαβε άδεια να αποχωρήσει. Δεν υπήρχε καμιά σαφής επίκληση των Αρθρων 26
(1)και 47 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189 ή του Αρθρου 49 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, τα οποία και συζήτησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του, για να καταλήξει ότι η επ' ονόματι της Ελπινίκης εγγραφή ήταν τελικώς λανθασμένη. Αυτή η νομοθετική βάση έπρεπε όμως να τίθετο με την ακρίβεια και τη λεπτομέρεια που απαιτούν και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας (Δ.19, θ.13), ιδιαίτερα σ' ό,τι αφορά την παραβίαση των νομίμων καθηκόντων του εναγομένου 5 και των αντιπροσώπων αυτού. (Δέστε The Annual Practice, 1958, O.19, r.15, σελ. 468-9 και Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 14η Έκδ., Τόμος 1, σελ. 19, παρ. 1-29 και για παράδειγμα προτύπου, Τόμος 2, σελ. 1153-54, παρ. 71-S.19). Η ορθή δικογράφηση θα έδινε και το στίγμα της ανάλογης τοποθέτησης της υπεράσπισης στη δική της δικογραφία». Παραπέμπω επίσης στα όσα προνοεί ο Κανονισμός 16 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, τα οποία συνάδουν, κατά την κρίση μου, με τις ανωτέρω αρχές της νομολογίας. Ό,τι αναδύεται από την μαρτυρία η οποία έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο, είναι ότι ο Αιτητής παραπονείται επειδή ο Καθ' ου η αίτηση αποφάσισε να πωλήσει το επίδικο ακίνητο σε άλλο πρόσωπο, αντί του ιδίου. Ως προς τον ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής της ισότητας των όπλων και την σχετική επιχειρηματολογία η οποία παρατίθεται στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του Αιτητή, ούτε η θέση αυτή ανταποκρίνεται στην υπάρχουσα δικογραφία, εν αντιθέσει με τις παγίως καθιερωμένες αρχές της νομολογίας.[12] Ισχυρισμοί δε περί παραβίασης των προνοιών του Συντάγματος, πρέπει να δικογραφούνται λεπτομερώς.[13] Τούτων λεχθέντων, με βάση το μαρτυρικό υλικό το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας, χωρίς βεβαίως να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ή να καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων ή σε αξιολόγηση μαρτυρίας,[14] δεν δύναμαι να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι ο Αιτητής έχει καταδείξει την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, στη βάση κατ' ισχυρισμό παραβίασης θέσμιου καθήκοντος από τον τελευταίο. Συνεπακόλουθα, δεν έχει καταδειχθεί από πλευράς Αιτητή, στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης, ούτε συζητήσιμη υπόθεση, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, σημειώνω ότι εν πάση περιπτώσει, δεν εντοπίζω να έχει προκύψει στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μου, παραβίαση οποιουδήποτε καθήκοντος ή της αρχής της ισότητας των όπλων από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση έναντι του Αιτητή, ώστε να διαφαίνεται στον απαιτούμενο βαθμό πληρότητα των δύο πρώτων προϋποθέσεων του αρ. 32. Στην γραπτή μαρτυρία η οποία κατατέθηκε από μέρους του Καθ' ου η αίτηση, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η εξουσία του Καθ' ου η αίτηση, να προχωρήσει με την πώληση του επίδικου ακινήτου, αφού λάβει την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, πηγάζει από τις πρόνοιες του Περί Δήμων Νόμου, Ν. 111/1985. Σχετικά ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση παραπέμπει στο αρ. 63
(5)(β) του ρηθέντος νομοθετήματος, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «.
(5)(α) Τo συμβoύλιov δύvαται vα απoφασίζη διά τηv πώλησιv ή αvταλλαγήv oιασδήπoτε κιvητής ιδιoκτησίας τoυ Δήμoυ. (β) Τo συμβoύλιov, τη εγκρίσει τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, δύvαται vα απoφασίζει διά τηv πώλησιv ή αvταλλαγήv ακιvήτoυ ιδιoκτησίας τoυ Δήμoυ». Διερχόμενη των Τεκμηρίων Β και Δ που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση, διαπιστώνω ότι συμφώνως των όσων αναφέρει η ομνύουσα, η επιστολή του Καθ' ου η αίτηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο ημερ. 11.10.2013, αναφέρεται σε πώληση του επίδικου ακινήτου σε ιδιοκτήτρια γειτονικής οικίας με σκοπό την ανέγερση δωματίου για τις ανάγκες του παράλυτου συζύγου της, ενώ ως προκύπτει από την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, η έγκριση δόθηκε σε κάθε περίπτωση. Στη βάση των ανωτέρω, προκύπτει ότι ο Καθ' ου η αίτηση ενήργησε μέσα στο πλαίσιο των εξουσιών που του παρέχει η οικεία νομοθεσία και ουδεμία ικανοποιητική μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο περί του αντιθέτου. Υπενθυμίζεται, ότι σύμφωνα με την παγίως καθιερωμένη νομολογία, σε περιπτώσεις όπου τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την Αίτηση αμφισβητούνται, επιβάλλεται η απόδειξή τους από τον διάδικο ο οποίος φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης. Παρόλο που λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω κατάληξης του Δικαστηρίου, παρέλκει η αναγκαιότητα ενασχόλησής του με την τρίτη προϋπόθεση, για σκοπούς πληρότητας και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, προχωρώ σε εξέταση και της τρίτης προϋπόθεσης. Στην ένορκη του δήλωση ο Αιτητής επικαλείται ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, καθότι θα χάσει το δικαίωμα διεκδίκησης του επίδικου τεμαχίου. Από την άλλη, ως ισχυρίζεται, ο Καθ' ου η αίτηση ουδεμία ζημιά θα υποστεί καθότι δεν ακολούθησε τη νόμιμη οδό για την πώληση του επίδικου τεμαχίου. Ως προς την φερεγγυότητα του Καθ' ου η αίτηση και τη δυνατότητά του να αποζημιώσει τον Αιτητή, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του, ουδείς ισχυρισμός, στοιχείο ή μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς ικανοποίησή του στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση ή ότι αδυνατεί να αποζημιώσει τον ενάγοντα. Δεν διαλανθάνει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ούτε και ο Καθ' ου η αίτηση προέβαλε οιονδήποτε σχετικό ισχυρισμό περί τούτου. Υπενθυμίζεται ωστόσο, ότι το βάρος αποδείξεως σε κάθε περίπτωση φέρει ο αιτών.[15] Αφού έχω σταθμίσει όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, ελλείψει ικανοποιητικών στοιχείων περί ανεπανόρθωτης βλάβης του Αιτητή, πέραν ορισμένων γενικών και αόριστων αναφορών του σε απώλεια του δικαιώματός του να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο, καταλήγω ότι δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή, περί μείωσης της αξίας της περιουσίας του και κινδύνους παρεμπόδισης της ειρηνικής απόλαυσης της ακίνητης ιδιοκτησίας του, πρόκειται για θέσεις οι οποίες δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με το ενδεδειγμένο νομικό διάβημα και οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν δικογραφούνται. Υπενθυμίζεται ωστόσο, ότι οι γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων δεν αποτελούν μαρτυρία και δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική ισχύ.[16] ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται και παρέλκει η αναγκαιότητα ενασχόλησης του Δικαστηρίου με το ισοζύγιο της ευχέρειας ή με οποιοδήποτε άλλο ισχυρισμό. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, άμεσα πληρωτέα. (Υπ.).......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] Βλ. μεταξύ άλλων, Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd.
(1982)1C.L.R.557, Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 26, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.Δ.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225. [3] Ιπποδρομιακή Αρχή Αντιπροσωπευομένη υπό του Βάσου Βασιλοπούλλου και άλλοι ν. "Πασχάλη Χ"" Βασίλη"
(1989)1E ΑΑΔ 15. [4] Κυτάλα και Άλλοι ν. Χρυσάνθου και Άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. [5] Κωνσταντίνου Δημητριάδη ν. Gordian Holdings Ltd, Πολ. Εφ. Υπ' αρ. Ε101/2022 ημερ. 5.3.
  2. [6] M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 & Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» Λιμιτεδ κ.α. ν. Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018 ημερ. 21/3/
  1. [7] Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2) 2008 1 A.A.Δ.
  2. [8] Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231. [9] Peristeronopighi Transport Co. Ltd. v. Toumazou
(1970)1 C.l.R. 196. [10] Ελπινίκη Παναγή κ.ά. ν. Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. [11] Hussein and another v. The Estate of the deceased Chrysostomos Christodoulou (V20) CLR
  2. [12] Παπαγεωργίου ν Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. [13] Κυπριακή Δημοκρατία v. Πάμπου Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196 & Οικονόμου v. Επιστημονικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α.Α.Δ.
  1. [14] Melouskia Commercial Ltd κ.ά ν. Chumachenko Alisa κ.ά, Πολιτική Έφεση Ε71/13, απόφαση ημερ. 30.9.
  2. [15] Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [16] Παπαγεωργίου ν. Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(1996)4 ΑΑΔ 1594. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.