ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Μαριάνθη Ευαγγέλου, Αρ. Αγωγής: 476/2004, 9/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ Κλίμακα εξόδων: €2.000 - €10.000 Αρ. Αγωγής: 476/2004 Μεταξύ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και Μαριάνθη Ευαγγέλου Εναγόμενη Ημερομηνία: 9 Δεκεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα / Αιτούσα: κα Παπαλεοντίου για Αδάμος Χ'' Χριστοδούλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Πίτσιλλος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 21.10.2024 για παροχή άδειας εκτέλεσης δικαστικής απόφασης) Με την υπό κρίση Αίτηση, ζητείται η ανανέωση της δικαστικής απόφασης ημερ. 20.10.2004, λόγω παρελεύσεως 12 ετών από την ημερομηνία έκδοσής της. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.40, Θ. 8 και Δ.48 Θ. 8
(1)(κκ). Το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση εκτίθεται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Αιτούσας. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι την 20.10.2004 εξεδόθη δικαστική απόφαση εναντίον της Καθ' ης η αίτηση και υπέρ της Αιτούσας, η οποία ανανεώθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου ημερ. 3.5.2011 για περίοδο 6 ετών. Η Καθ' ης η αίτηση, συνεχίζει ο ομνύων, μέχρι σήμερα παραλείπει να καταβάλει το εξ αποφάσεως χρέος της, το οποίο σήμερα ανέρχεται σε ποσό €17.697,06. Για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 20.10.2004, εναντίον της Καθ' ης η αίτηση η Αιτούσα καταχώρισε τέσσερα εντάλματα κινητών, πέτυχε την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων και κατέθεσε ΜΕΜΟ επί της ακινήτου περιουσίας της. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει ως τεκμήρια σχετικά έγγραφα, αναφορά στα οποία θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο από το Δικαστήριο, μέσα στο πλαίσιο της παρούσας. Η Αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση της Καθ' ης η αίτηση, στην οποία προβάλλονται συνολικά πέντε Λόγοι Ένστασης, δια των οποίων βάλλεται το νομικό υπόβαθρο της Αίτησης, εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας και/ή κατάχρησης, εξαιτίας της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης περί το ένα έτος μετά την εκπνοή της επίδικης απόφασης, εγείρεται ζήτημα καθυστέρησης, απεμπόλησης του δικαιώματος της Αιτούσας να εκτελέσει την επίδικη απόφαση, λόγω της μη άσκησης του δικαιώματος αυτού για περίοδο πέραν των 12 ετών, υποστηρίζεται δε, ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δέον όπως ασκηθεί εναντίον της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η Ένσταση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 8 και 9, στα άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40, Δ.48 Θ. 1 - 4, 8 και 9, Δ.57, Δ.64, Δ.27 1 - 3, στον Περί Ερμηνείας Νόμο, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, στις αρχές της επιείκειας και του Κοινοδικαίου και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Το υπόβαθρο των γεγονότων που υποστηρίζουν την Ένσταση, εκτίθεται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση, η οποία αρχικά αρνείται τους ισχυρισμούς οι οποίοι εκτίθενται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή. Η Καθ' ης η αίτηση συμφωνεί ότι εξεδόθη δικαστική απόφαση εναντίον της, η οποία ωστόσο ουδέποτε, ως αναφέρει, της επιδόθηκε και/ή κοινοποιήθηκε. Περαιτέρω, ουδέποτε ως η ομνύουσα αναφέρει της κοινοποιήθηκε η οποιαδήποτε ανανέωση της δικαστικής απόφασης ημερ. 20.10.2004, ενώ από το 2005 δεν λήφθηκε κανένα άλλο μέτρο εναντίον της και ενημερώθηκε ότι απαλλάχθηκε από την εν λόγω οφειλή. Περαιτέρω η Καθ' ης η αίτηση συμφωνεί ότι εκδόθηκε διάταγμα καταβολής μηνιαίων δόσεων εναντίον της, είναι δε η θέση της ότι πλήρωνε τις δόσεις της κανονικά, ενώ οι Αιτητές είχαν δικαίωμα να προχωρήσουν σε ποινική υπόθεση εναντίον της, πράγμα που ουδέποτε έπραξαν. Είναι επίσης η θέση της, ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για τα κατ' ισχυρισμό εντάλματα κινητής περιουσίας και για οποιαδήποτε ανανέωση ΜΕΜΟ. Η Αίτηση, συνεχίζει η Καθ' ης η αίτηση, θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι δεν βασίζεται σε ορθή νομική βάση και οι Αιτητές φαίνεται να απεμπόλησαν το δικαίωμα για εκτέλεση της απόφασης, καθότι δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης και/ή οποιοδήποτε δικαστικό διάβημα από το 2012, ούτε και δικαιολόγησαν την εν λόγω καθυστέρηση και/ή αμέλεια να το πράξουν, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματά της, καθώς η περιουσία της επιβαρύνεται με ΜΕΜΟ. Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι ουδέποτε ενημερώθηκε ότι οφείλει το ποσό των €17.697,06 και ότι η απόφαση ημερ. 20.10.2024 εξέπνευσε εδώ και ένα έτος, χωρίς η Αιτούσα να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα, ούτε και έχει δικαιολογήσει την εν λόγω καθυστέρηση. Εν προκειμένω, συνεχίζει η ομνύουσα, δεν έχουν παρουσιαστεί τέτοιες περιστάσεις, που να θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο, ώστε να είναι δίκαιο να δοθεί άδεια ανανέωσης της εκτέλεσης της απόφασης. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά το ακροαματικό στάδιο της Αίτησης ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση των γραπτών τους αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου τούτο κριθεί σκόπιμο.[1] ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εμβέλεια της Δ.40 Θ. 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας βασίζεται η Αίτηση, υπήρξε αντικείμενο εξέτασης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην εν λόγω Διαταγή, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι». Η Δ.40 Θ. 8 δεν απαριθμεί τα κριτήρια που θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εξυπακούει ωστόσο, ότι ο διάδικος που ζητά την περί ης ο λόγος άδεια, θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιούται να προχωρήσει σε εκτέλεση.[2] Στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας v. Μιχαήλ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 459/2011 ημερ. 17.07.2012, προσδιορίστηκαν τα εξής στοιχεία, τα οποία θα πρέπει να περιέχονται στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την Αίτηση: (α) Η ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ποσό, (β) αν ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση και έλαβε μέτρα εκτέλεσης, ήτοι δεν υπήρξε αδρανής, και (γ) αν αιτιολογείται η οποιαδήποτε επιδειχθείσα καθυστέρηση. Ως έχει νομολογηθεί, μέσω της Αίτησης για ανανέωση δικαστικής απόφασης δέον να αιτιολογείται η καθυστέρηση και να διαφαίνεται πως δεν επηρεάζεται δυσμενώς ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης,[3] ενώ δεν είναι απαραίτητο να καταδειχθούν ειδικές περιστάσεις, για σκοπούς έγκρισης του αιτήματος.[4] Κρίσιμο δε στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη.[5] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. xxx Ευσταθίου κ.α. Πολ. Εφ. Αρ. 47/2013 ημερ. 10.6.2019: «Ό,τι προκύπτει, όμως, από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι πως οι εφεσείοντες έλαβαν μέτρα εκτέλεσης τα οποία όμως δεν μπόρεσαν να καρποφορήσουν εντός της προβλεπόμενης χρονικής περιόδου. Εν προκειμένω υπεισέρχεται και η κυπριακή πραγματικότητα με τις δυσχέρειες εκτέλεσης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις, η οποία δεν πρέπει να παραβλέπεται με μηχανιστική μεταφορά της αγγλικής νομολογίας. Ο περιορισμός που θέτει η Δ.40 κ.8 δεν είναι μηχανιστικός ή τυπολατρικός. Αποβλέπει στην ουσία και η ουσία έγκειται στην άσκηση εποπτείας και ελέγχου από το δικαστήριο προς αποτροπή καταχρηστικής ή άδικης συμπεριφοράς εκ μέρους του εξ αποφάσεως δανειστή. Το βασικό αυτό πλαίσιο τέθηκε προ πολλού και με ενάργεια στην Panaou v. Haji Christofi
(1963)2 CLR 19, ως ακολούθως: «The execution of a judgment is a matter under the Court's supervision and control; and cannot be allowed to be used for purposes of unnecessary oppression as the circumstances of the present case would seem to suggest; or, indeed, for any purpose, other than the proper satisfaction of the Court's judgment, under the Court's control.» Eν προκειμένω οι εφεσείοντες έλαβαν μέτρα εκτέλεσης, τα οποία δεν μπόρεσαν να αποδώσουν εντός της προβλεπόμενης χρονικής περιόδου, με αποτέλεσμα το εξ αποφάσεως χρέος να παραμένει απλήρωτο, παρά την πρωταρχική υποχρέωση των εφεσιβλήτων, ως υπόλογων σε δικαστική απόφαση να το είχαν εξοφλήσει πριν από χρόνια. Δεν πρόκειται για περίπτωση ασύγγνωστης παράλειψης ή άδικης ή καταπιεστικής συμπεριφοράς, ούτε το Δικαστήριο υπέδειξε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό των εφεσιβλήτων». (Η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η λυδία λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη. Ως τέτοιος προσδιορισμός του δυσμενούς επηρεασμού, θα πρέπει να θεωρείται πως ο εξ αποφάσεως πιστωτής αφήνει τον εξ αποφάσεως οφειλέτη να πιστεύει πως η απραξία του σημαίνει πως δεν πρόκειται να εκτελέσει.[6] ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Προτού υπεισέλθω σε εξέταση της ουσίας της Αίτησης, στρέφομαι σε εξέταση του πρώτου Λόγου Ένστασης, σύμφωνα με τον οποίο η νομική βάση της Αίτησης είναι ανεπαρκής και λανθασμένη. Σχετική επιχειρηματολογία προωθείται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση. Διερχόμενη της υπό κρίση Αίτησης, διαπιστώνω ότι στη νομική της βάση, περιλαμβάνεται η Διαταγή 40 Θεσμός 8, καθώς επίσης και η Διαταγή 48 Θεσμός 8
(1)(kk) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν το ζήτημα. Τούτου λεχθέντος, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ουδεμία εισήγηση γίνεται ως προς το ποια θα έπρεπε να ήταν η ορθή κατά την Καθ' ης η αίτηση νομική βάση, ο πρώτος Λόγος Ένστασης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Προχωρώντας σε αξιολόγηση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, διαπιστώνω καταρχάς, ότι η δικαστική απόφαση την οποία πραγματεύεται η παρούσα διαδικασία εκδόθηκε προς όφελος της Αιτούσας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση την 20.10.2004 για το ποσό των Λ.Κ. 2.755,14 (€4.707,43) με τόκο 12% ετησίως επί του εν λόγω ποσού, από 1.1.2004 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των Λ.Κ. 235,50 (€402,37) έξοδα συμπεριλαμβανομένων εξόδων συντάξεως της απόφασης με τόκο προς 8% ετησίως από 15.6.2004 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. και Λ.Κ. 5,00 (€8,54) έξοδα επίδοσης. Όλα τα ανωτέρω στοιχεία, περιέχονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, η δε απόφαση ημερ. 20.10.2004 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ως επίσης προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση και το Τεκμήριο 10 που επισυνάπτεται σε αυτήν, ήτοι την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, η Καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί να οφείλει το εξ αποφάσεως χρέος της, το οποίο σήμερα ανέρχεται συνολικά σε ποσό €17.697,
- Επισημαίνω, ότι ως έχει νομολογηθεί, δεν απαιτείται η προσκόμιση κατάστασης λογαριασμού του οφειλόμενου χρέους.[7] Συνεπακόλουθα, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, ικανοποιούμαι ότι έχει επαρκώς τεκμηριωθεί, ότι η Αιτούσα δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης. Ως προς την άρνηση της εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλής της, την οποία επικαλείται η Καθ' ης η αίτηση στην ένορκη της δήλωση και την ισχυριζόμενη εντύπωσή της περί απαλλαγής της από την οφειλή της, παραπέμπω στα όσα λέχθηκαν στην xxx xxx Σταυρινίδη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 367/2012 ημερ. 17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11: «Τυχόν διαφωνία του ενιστάμενου ως προς το ακριβές ποσό του υπολοίπου της οφειλής, όπως ετέθη στη νομολογία, μπορεί να εξεταστεί κατά το στάδιο εφαρμογής του εκτελεστικού μέτρου και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αποτελεί λόγο άρνησης της αίτησης. (Βλ. Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου ανωτέρω).». Προχωρώντας σε εξέταση του κατά πόσο η Αιτούσα υπήρξε αδρανής, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, διαπιστώνω ότι προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: - Την 31.12.2004, 9.2.2005, 4.10.2010 και 4.1.2012, καταχώρισε εντάλματα κινητών εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, τα οποία επιστράφηκαν ανεκτέλεστα (βλ. Τεκμήρια 3, 4, 6 και 7). - Την 27.9.2005 εξεδόθη διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον της Καθ' ης η αίτηση για το ποσό των Λ.Κ. 70 μηνιαίως (βλ. Τεκμήριο 5). - Την 30.12.2008 κατέθεσε ΜΕΜΟ επί ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση (βλ. Τεκμήριο 8). - Την 14.10.2014 το αναφερθέν ΜΕΜΟ ανανεώθηκε για περίοδο 10 ετών κατόπιν υποβολής σχετικής Αίτησης από πλευράς Αιτούσας (βλ. Τεκμήριο 9). - Ως επίσης προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, την 21.10.2024 υποβλήθηκε εκ νέου Αίτηση για σκοπούς ανανέωσης του ρηθέντος ΜΕΜΟ, η ισχύος της εγγραφής του οποίου παρατάθηκε επιπλέον για διάστημα 3 ετών, βάσει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 21.11.
- Ως προς τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση περί μη ενημέρωσής της για τα μέτρα εκτέλεσης τα οποία λαμβάνονταν εναντίον της, διαπιστώνω ότι αυτοί δεν εντάσσονται σε προβεβλημένους λόγους ένστασης, ενώ εν πάση περιπτώσει, είναι αντιφατικοί μεταξύ τους, καθώς από την μία η ομνύουσα επικαλείται την μη λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον της, από την άλλη δε, επικαλείται δε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της, λόγω της εγγραφής ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της. Συνεπακόλουθα, ικανοποιούμαι ότι η Αιτούσα δεν παρέμεινε αδρανής, αλλά έλαβε μέτρα για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης η οποία εκδόθηκε υπέρ της και δεν μπορεί να αποδοθεί απραξία στην Αιτούσα, ένεκα των δυσκολιών που αντιμετώπισε στην εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, οι οποίες, δεν μπορούν κατά την κρίση μου να εξομοιωθούν με εγκατάλειψη της όλης υπόθεσης ή την δημιουργία τέτοιας εντύπωσης στην Καθ' ης η αίτηση. Ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι ένστασης, κρίνονται ανεδαφικοί. Στρεφόμενη στο εγειρόμενο ζήτημα της καθυστέρησης, διαπιστώνω ότι πράγματι, από την έκδοση της δικαστικής απόφασης έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου δεν έχει καταστεί δυνατή η εκτέλεση της απόφασης. Σταθμίζοντας όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, τα οποία έχω παραθέσει ανωτέρω, δεν μπορώ να οδηγηθώ σε συμπέρασμα ότι η Αιτούσα καθυστέρησε να εκτελέσει τη δικαστική απόφαση εξ υπαιτιότητάς της, ή ότι έδωσε με οποιοδήποτε τρόπο στην Καθ' ης η αίτηση την εντύπωση ότι απεμπόλησε τα δικαιώματά της προς διεκδίκηση του εξ αποφάσεως χρέους της, λαμβανομένων υπόψη όλων των μέτρων εκτέλεσης που λήφθηκαν από πλευράς Αιτούσας, συμπεριλαμβανομένου του μελήματός της για ανανέωση του ΜΕΜΟ που ενέγραψε επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτηση. Ως προς την θέση ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε αφότου η απόφαση εξέπνευσε, δεν θεωρώ ότι τούτο συνιστά λόγο απόρριψης της Αίτησης, ούτε και προκύπτει κάτι τέτοιο από το λεκτικό της Δ.40 Θ.
- Διαφωτιστικά επί τούτου είναι τα όσα λέχθηκαν στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd όπως μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ν. Π.Κ. κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 219/2012 ημερ. 31.1.2019: «Πρόκειται για δικαίωμα το οποίο έχει κάθε εξ αποφάσεως πιστωτής, όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης παραλείπει να συμμορφωθεί με την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση. Το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί μέσα σε χρονική περίοδο δέκα χρόνων από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, χωρίς να χρειάζεται σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Με την παρέλευση του χρόνου αυτού, τούτο ασκείται κατόπιν εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο, δυνάμει του Κ. 8 της Δ.40 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». (Η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Παραπέμπω επίσης στην xxx xxx Σταυρινίδη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 367/2012 ημερ. 17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11, όπου από την έκδοση του πρώτου διατάγματος ανανέωσης και εκτέλεσης της απόφασης, είχε παρέλθει επίσης κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι την καταχώριση της επόμενης αίτησης και τούτο δεν κρίθηκε μοιραίο για την έκβαση της Αίτησης. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του λόγου ένστασης περί καταχρηστικότητας. Ως έχει νομολογηθεί, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ή απόρριψη υπόθεσης λόγω κατάχρησης της διαδικασίας, χωρεί μόνον εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Περαιτέρω, όταν εγείρεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι εμφανώς και έντονα καταχρηστικής φύσης, ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο μέτρο.[8] Εν προκειμένω, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν θεωρώ ότι έχει αναδειχθεί κάτι τέτοιο. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε, από την οποία να αναδύεται ότι πρόκειται για περίπτωση ασύγγνωστης παράλειψης ή άδικης ή καταπιεστικής συμπεριφοράς από πλευράς Αιτούσας.[9] Ομοίως, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, από την οποία να αναδύεται ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης, έχει δυσμενώς επηρεάσει τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση. Η απλή επίκληση της εγγραφής ΜΕΜΟ επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της, από την στιγμή που υπάρχει εξ αποφάσεως χρέος, δεν κρίνεται επαρκής από το Δικαστήριο. Από την άλλη, η Αιτούσα αναζητούσε τρόπους εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης και έλαβε σχετικά μέτρα, ως καταδεικνύεται από τα όσα επεσύναψε ως Τεκμήρια επί της ενόρκου δηλώσεως που καταχώρισε προς υποστήριξη του αιτήματός της. Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η κυπριακή πραγματικότητα σχετίζεται με τις δυσχέρειες εκτέλεσης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις που προκύπτουν σε ότι αφορά στην εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων.[10] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από τα όσα λέχθηκαν μέσα στο πλαίσιο της xxx xxx Ορφανίδη ν. S. & S. Securities and General Finance Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 302/2013 ημερ. 8.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:A132: «Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε το μεμπτόν στην πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ενόψει των δεδομένων ενώπιον του. Η θέση περί ανικανότητας της εναγομένης 3 να ξοφλήσει την εναντίον της απόφαση δεν απαλλάσσει τους εφεσείοντες από την δική τους υποχρέωση ικανοποίησης της εναντίον τους απόφασης, που συνεχίζει να υφίσταται στη βάση των αδιαμφισβήτητων γεγονότων. Σημειώνεται ότι το κριτήριο προσδιορισμού του δυσμενούς επηρεασμού που καθιέρωσε η νομολογία δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται οι εφεσείοντες. Στην υπόθεση Κτωρίδη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι «δυσμενής επηρεασμός» θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που ο εξ αποφάσεως πιστωτής δίνει με την απραξία του στον χρεώστη την εντύπωση πως δεν πρόκειται να εκτελέσει την απόφαση». Αποτελεί δε βασική αρχή της νομολογίας, ότι το Δικαστήριο, ως θέμα γενικής αρχής δικαίου, πρέπει να βοηθά ένα εξ αποφάσεως πιστωτή να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος που οφείλεται σε αυτόν.[11] Τέλος, υπενθυμίζεται, ότι η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, είναι άμεσα συνυφασμένη με το κύρος της δικαστικής εξουσίας.[12] ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Έχοντας αποτιμήσει και σταθμίσει όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, θεωρώ ότι έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία αιτιολογούν την χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Λαμβανομένων δε υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, ως τέθηκαν ενώπιόν μου, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που έχει παρέλθει από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια, ώστε να χορηγηθεί άδεια για ανανέωση της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ημερ. 20.10.2004 για διάστημα 3 ετών από σήμερα. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της Αιτούσας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [2] Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v
- xxx Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ, 47/2013 ημερ. 10.6.
- [3] Σταυρινίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 367/12 ημερ. 17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11, Biochemie Rode Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 11/2013 ημερ. 1.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- [4] Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδης κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ.
- [5] Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε107/13, ημερ. 21.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:A
- [6] Γιαννάκη Κτωρίδη v. Alpha Bank Πολ. Έφεση 290/2010 ημερ. 19/6/
- [7] Βiochemie Rose Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Εφ. Αρ. 11/2013 ημερ. 1.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- [8] Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ.
- [9] Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. xxx Ευσταθίου κ.α. Πολ. Εφ. Αρ. 47/2013 ημερ. 10.6.
- [10] Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. xxx Ευσταθίου κ.α. Πολ. Εφ. Αρ. 47/2013 ημερ. 10.6.
- [11] Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Αντρέα Αναστάση Μιχαήλ κ.ά, Πολ. Εφ. 459/2011, ημερ. 17.7.2012 [12] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Μ. Κωνσταντίνου
(2000)1(Β) Α..ΑΔ 1034. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο