HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΑΝΔΡΕΑΣ Α. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 572/94, 22/5/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ Κλίμακα εξόδων: €50.000 - €100.000 Αρ. Αγωγής: 572/94 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και
- ΑΝΔΡΕΑΣ Α. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ
- ΣΤΑΥΡΟΥΛΛΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 22 Μαΐου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα / Αιτούσα: κ. Γεωργίου για Ανδρέας Α. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους / Καθ' ων η αίτηση 2 και 3: κ. Φ. Φανή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 17.4.2024 για παροχή άδειας εκτέλεσης δικαστικής απόφασης) Με την υπό κρίση Αίτηση, ζητείται η ανανέωση των δικαστικών αποφάσεων ημερ. 24.4.1996 και 15.5.1996, λόγω παρελεύσεως 12 ετών από την ημερομηνία έκδοσής τους. Το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση εκτίθεται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Αιτούσας. Σε αυτήν αναφέρεται ότι την 15.5.1996 και την 24.4.1996 εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ωστόσο λόγω προβλημάτων και δυσκολιών στην εξεύρεσή τους, αλλά και λόγω του προβλήματος που υπάρχει αναφορικά με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, δεν κατέστη δυνατή η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και η εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους. Αφού ο ενόρκως δηλών παραθέτει στην ένορκη του δήλωση τις ενέργειες που έγιναν εναντίον των Καθ' ων η αίτηση από πλευράς Αιτούσας, αναφέρει ότι μέχρι σήμερα οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν το εξ αποφάσεως χρέος τους, επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο Α σχετική κατάσταση λογαριασμού, ισχυρίζεται δε, ότι η μη εκτέλεση της απόφασης δεν οφείλεται σε οιανδήποτε κακοπιστία ή λάθη της Αιτούσας. Την 14.5.2024, κατόπιν έκδοσης εκ συμφώνου διατάγματος, καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από πλευράς Αιτούσας, στην οποία η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι στην δυσκολία εκτέλεσης της απόφασης, συνέβαλε η απουσία των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 στο εξωτερικό, επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο Β επιστολή με την οποία οι δικηγόροι της Αιτούσας ενημέρωναν την τελευταία αναφορικά με το γεγονός αυτό και ως Τεκμήριο Α, ηλεκτρονική αλληλογραφία όπου φαίνεται ότι εξετάζονταν τρόποι εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης στην Αγγλία.[1] Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, οι οποίοι εμφανίστηκαν μέσω δικηγόρου στην διαδικασία, ενιστάμενοι στην ανανέωση της δικαστικής απόφασης ημερ. 24.4.1996 που εκδόθηκε εναντίον τους, στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «(α) Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις προς άσκηση της διακριτικής Ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος και παροχή άδειας για εκτέλεση της απόφασης. (β) η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη ή/και δεν περιέχει τα εξής στοιχεία: i. Την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό ii. Ότι οι αιτητές δικαιούνται σε εκτέλεση της απόφασης και iii. Δεν αιτιολογείται η καθυστέρηση ή/και μη λήψης του οποιουδήποτε μέτρου εκτέλεσης της απόφασης. (γ) Η καθυστέρηση των αιτητών στην εκτέλεση της απόφασης επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση 2 και
- (δ) Ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια στην έγκριση της αίτησης εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. (ε) Ο αιτητής δεν έχει καταδείξει την προσπάθεια του για εκτέλεση της απόφασης ή/και ο ισχυρισμός ότι οι καθ' ων η αίτηση διέμεναν στο εξωτερικό δεν αποτελεί λόγο για τον οποίο δεν έλαβα σχετικά μέτρα εκτέλεσης. (Στ) Στοιχειοθετείται ανενέργεια τέτοια και αδικαιολόγητη καθυστέρηση ώστε το αίτημα του αιτητή να πρέπει να απορριφθεί. (ζ) Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην αίτηση ή στις αιτούμενες θεραπείες ούτε και κάτι τέτοιο έχει καταδειχθεί ή αποδυκνείεται από την συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση ή τη νομική βάση έστω της αίτησης. (η) Η Νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής ή και ανεπαρκής για να στηρίξει την αίτηση. (θ) Οι Αιτητές λόγω της καθυστέρησης ή και της παντελούς έλλειψης λήψης μέτρων κατά του πρωτοφειλέτη ή και της παράλειψης μέτρων εκτέλεσης ή και προσπάθειας είσπραξης από τον Πρωτοφειλέτη καθ΄ου η αίτηση 1 παρά τη πάροδο σχεδόν τριών δεκαετιών κωλύονται ή και εμποδίζονται στη προώθηση της αίτησης κατά των καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 που ήσαν εγγυητές και σήμερα συνταξιούχοι ηλικιωμένοι χωρίς εισοδήματα ή και έχουν ουσιαστικά με τις πράξεις και παραλείψεις τους απαλλάξει τον πρωτοφειλέτη και επακόλουθα τους καθ΄ων η αίτηση 2 και 3, αφού κανένα μέτρο εκτέλεσης δεν υπάρχει εναντίον των καθ' ων η αίτηση. (ι) Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ούτε αποδεικνύουν νόμιμο υπόλοιπο ούτε έθεσαν νόμιμο υπόλοιπο του κατ΄ισχυρισμό εξ αποφάσεως χρέους που έτσι και αλλιώς συνιστούσε τούτο αναγκαίο στοιχείο για την άσκηση εξουσίας ή και διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Το ισχυριζόμενο χρέος βάση απόφασης ή διαιτητικής απόφασης θα ήταν ή και ήταν €56.543,59 (Λ.Κ. 33.828.21) συν τόκους προς 9% από 01.4.94 πλέον €8.988,42 (Λ.Κ. 5.260.69) συν τόκους προς 9% από 01.4.94 και παρανόμως τούτο έχει τετραπλασιαστεί σε μια περίοδο κατά την οποίαν ίσχυε ακόμα ο Περί Τόκου Ν.2/77 ο οποίος απαγόρευε την είσπραξη τόκου πέραν του ύψους του αρχικού χρέους. (ια) Η υποστηρικτική της αίτησης ένορκη δήλωση είναι άκυρη ή/και ανυπόστατη ή/και δεν αποτελεί μαρτυρία ή/και είναι αντικανονική ή/και αντιβαίνει τις πρόνοιες της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφού δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης των γεγονότων που παρατίθενται σε αυτή επιπλέον δεν υπεγράφη έγκυρα ή και δεν καταχωρήθηκε ως επιβάλλεται από τους σχετικούς διαδικαστικούς Κανονισμούς. Η ένορκος δήλωση έχει διαβεβαιωθεί σε Δικαστήριο (Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας) άλλο από αυτό της καταχώρησης της αίτησης 2 μέρες πριν την ημερομηνία της καταχώρησης της αίτησης παράτυπα και αντικανονικά. (ιβ) Δεν αποκαλύπτονται ούτε στοιχειοθετούνται προϋποθέσεις της αίτησης επαρκείς λόγοι για τον νομικά και πραγματικά βάσιμο της αίτησης». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ.2 , Δ.40 Θ.8, Δ.47Θ.1-3 και Δ.48 Θ.1-4, 8-9, Στο άρθρο 52
(1)
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 ως είχε, στον Περί Τόκου Νόμο 2/77, άρθρα 2, 3, 5 και 6, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 57, 97, 98, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του ανθρώπου στη Σύμβαση της Χάγης 1 και 2 του 1971 η οποία Κυρώθηκε με Νόμο στην Κυπριακή Δημοκρατία με αριθμό 11/1976 στον Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και στις γενικές εξουσίες και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το υπόβαθρο των γεγονότων που υποστηρίζουν την ένσταση, εκτίθεται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 2, συζύγου της Καθ' ης η αίτηση 3, η οποία, ως αναφέρει, τον εξουσιοδότησε να προβεί στην ένορκη του δήλωση εκ μέρους της. Ο Καθ' ου η αίτηση 2 απορρίπτει τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, αλλά και στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 14.5.2024 και επαναλαμβάνει επί της ουσίας τους προβεβλημένους λόγους ένστασης. Ως επίσης αναφέρει, διέμενε μαζί με την Καθ' ης η αίτηση 3 στην Αγγλία για πολλά χρόνια, ωστόσο επισκέπτονταν τακτικά την Κύπρο και από το 2018 διαμένουν μόνιμα στην Κύπρο, υπήρχε δε η δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης στο εξωτερικό. Μάλιστα, ως εμφαίνεται από επιστολή της Παγκυπριακής Ασφαλιστικής που είναι μέλος της Ελληνικής Τράπεζας, ημερ. 14.6.2016, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α, η Αιτούσα γνώριζε την διεύθυνση των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 στην Αγγλία, εφόσον τους απέστελλε σχετικές επιστολές. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι τα όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει ως «μέτρα εκτέλεσης», στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, δεν συνιστούν μέτρα εκτέλεσης, ενώ από έρευνα του δικαστηριακού φακέλου διαπίστωσαν ότι η Αιτούσα δεν προώθησε κανένα μέτρο εκτέλεσης εναντίον τους τα τελευταία 30 χρόνια, ούτε και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 1 που είναι ο πρωτοφειλέτης. Η δε καταχώριση ΜΕΜΟ, συνεχίζει ο ομνύων, δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης ή προσπάθεια είσπραξης. Ο Καθ' ου η αίτηση 2 ισχυρίζεται ακόμα ότι η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α επί της ενόρκου δηλώσεως η οποία συνοδεύει την Αίτηση δεν απεικονίζει κανένα εξ αποφάσεως χρέος, ούτε συνιστά τραπεζικό βιβλίο, επομένως δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του Περί Αποδείξεως Νόμου, η δε υποβολή της Αίτησης, αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Τέλος, ο Καθ' ου η αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης επηρεάζει δυσμενώς τον ίδιο και την σύζυγό του, καθώς είναι προχωρημένης ηλικίας, χαμηλοσυνταξιούχοι, χωρίς άλλα εισοδήματα και καταθέσεις, με σοβαρά προβλήματα υγείας, επομένως δεν είναι σε θέση να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά το ακροαματικό στάδιο της Αίτησης ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση των γραπτών τους αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου τούτο κριθεί σκόπιμο.[2] ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εμβέλεια της Δ.40 Θ.8, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας βασίζεται η Αίτηση, υπήρξε αντικείμενο εξέτασης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην εν λόγω Διαταγή, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι». Η Δ.40 Θ. 8 δεν απαριθμεί τα κριτήρια που θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εξυπακούει ωστόσο, ότι ο διάδικος που ζητά την άδεια θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιούται να προχωρήσει σε εκτέλεση.[3] Στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας v. Μιχαήλ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 459/2011 ημερ. 17.07.2012, προσδιορίστηκαν τα εξής στοιχεία, τα οποία θα πρέπει να αναφέρονται στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την Αίτηση: (α) Η ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ποσό, (β) αν ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση και έλαβε μέτρα εκτέλεσης, ήτοι δεν υπήρξε αδρανής, και (γ) αν αιτιολογείται η οποιαδήποτε επιδειχθείσα καθυστέρηση. Ως έχει νομολογηθεί, μέσω της Αίτησης για ανανέωση δικαστικής απόφασης δέον να αιτιολογείται η καθυστέρηση και να διαφαίνεται πως δεν επηρεάζεται δυσμενώς ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης,[4] ενώ δεν είναι απαραίτητο να καταδειχθούν ειδικές περιστάσεις, για σκοπούς έγκρισης του αιτήματος.[5] Κρίσιμο δε στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη.[6] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. xxx Ευσταθίου κ.α. Πολ. Εφ. Αρ. 47/2013 ημερ. 10.6.2019: «Ό,τι προκύπτει, όμως, από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι πως οι εφεσείοντες έλαβαν μέτρα εκτέλεσης τα οποία όμως δεν μπόρεσαν να καρποφορήσουν εντός της προβλεπόμενης χρονικής περιόδου. Εν προκειμένω υπεισέρχεται και η κυπριακή πραγματικότητα με τις δυσχέρειες εκτέλεσης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις, η οποία δεν πρέπει να παραβλέπεται με μηχανιστική μεταφορά της αγγλικής νομολογίας. Ο περιορισμός που θέτει η Δ.40 κ.8 δεν είναι μηχανιστικός ή τυπολατρικός. Αποβλέπει στην ουσία και η ουσία έγκειται στην άσκηση εποπτείας και ελέγχου από το δικαστήριο προς αποτροπή καταχρηστικής ή άδικης συμπεριφοράς εκ μέρους του εξ αποφάσεως δανειστή. Το βασικό αυτό πλαίσιο τέθηκε προ πολλού και με ενάργεια στην Panaou v. Haji Christofi
(1963)2 CLR 19, ως ακολούθως: «The execution of a judgment is a matter under the Court's supervision and control; and cannot be allowed to be used for purposes of unnecessary oppression as the circumstances of the present case would seem to suggest; or, indeed, for any purpose, other than the proper satisfaction of the Court's judgment, under the Court's control.» Eν προκειμένω οι εφεσείοντες έλαβαν μέτρα εκτέλεσης, τα οποία δεν μπόρεσαν να αποδώσουν εντός της προβλεπόμενης χρονικής περιόδου, με αποτέλεσμα το εξ αποφάσεως χρέος να παραμένει απλήρωτο, παρά την πρωταρχική υποχρέωση των εφεσιβλήτων, ως υπόλογων σε δικαστική απόφαση να το είχαν εξοφλήσει πριν από χρόνια. Δεν πρόκειται για περίπτωση ασύγγνωστης παράλειψης ή άδικης ή καταπιεστικής συμπεριφοράς, ούτε το Δικαστήριο υπέδειξε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό των εφεσιβλήτων». ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στρέφομαι αρχικά σε εξέταση του λόγου ένστασης που αφορά στην κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την Αίτηση. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, η εν λόγω ένορκη δήλωση αφενός μεν δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του ομνύοντα, αφετέρου δε, δεν υπεγράφη έγκυρα, κατά παράβαση της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Για τους λόγους που εξηγώ ευθύς αμέσως, δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω θέση. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, ο ομνύων πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις, η ένορκη δήλωση μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα αναφορικά με τα οποία ο ωμόσας δεν έχει προσωπική γνώση, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλεί την πληροφόρησή του.[7] Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, η οποία είναι ενδιάμεση, ο ομνύων αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της Ενάγουσας, δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση, γνωρίζει δε προσωπικά τα γεγονότα από έγγραφα που έχει η Ενάγουσα στην κατοχή της και από πληροφόρηση την οποία έλαβε από τους δικηγόρους των. Αντλώντας καθοδήγηση από τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, δεν εντοπίζω αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση. Σε ότι αφορά στο ότι η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση είναι προχρονολογημένη, διαφωτιστικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην S.A. Constantinou Limited κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 754, τα οποία θεωρώ ότι επισφραγίζουν το εγειρόμενο ζήτημα, δοθέντος μάλιστα του ότι ο τίτλος της επίδικης ένορκης δήλωσης είναι πλήρης: «Οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ένορκη δήλωση του Σωτήρη Χαραλάμπους εκ μέρους της εφεσίβλητης τράπεζας της 1/6/2007, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού έλαβε χώρα πριν από την καταχώριση της ένστασης της εφεσίβλητης τράπεζας στις 4/6/2007. Σύμφωνα με τους εφεσείοντες η αποδοχή της πιο πάνω ένορκης δήλωσης συνιστά παραβίαση της Διαταγής 39, Θεσμός 3 και της Διαταγής 48, Θεσμός 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν μπορούσε να αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα. Η πιο πάνω εισήγηση είναι ανεδαφική. Κανένας από τους θεσμούς που έχουν επικληθεί δεν απαγορεύει την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώριση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Η Διαταγή 39, Θεσμός 3 προνοεί απλά ότι μια ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με το θέμα ή για το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Όπως έχει τονιστεί στη Stavros Hotels Apartments Ltd. κ.ά. (Aρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389 , μια ένορκη δήλωση θεωρείται αντικανονική και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν υπογράφηκε πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να απαιτήσει την ανάληψη υποχρέωσης επανόρκισης και κατάθεση μια νέας ένορκης δήλωσης. Στην παρούσα περίπτωση ο τίτλος της ένορκης δήλωσης είναι αρκούντως ικανοποιητικός, αφού αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής που ήδη εκκρεμεί και έχει επισυναφθεί στην ένσταση που έχει καταχωρηθεί, η οποία αναφέρεται "ως πρόθεση ένστασης στη συνέχιση του εκδοθέντος διατάγματος της 8/5/2007"». Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση της ουσίας του θέματος, σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης οι οποίοι έχουν προωθηθεί. Διερχόμενη των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, διαπιστώνω ότι η δικαστική απόφαση που πραγματεύεται η παρούσα διαδικασία εκδόθηκε προς όφελος της Αιτούσας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 την 24.4.1996 για ποσό Λ.Κ. 33.838,21 με τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού Λ.Κ. 33.093,59 από 1.4.1994 πλέον Λ.Κ. 5.260,69 με τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ. 5.144,90 από 1.4.1994 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 διατάχθηκαν όπως πληρώσουν το ποσό των Λ.Κ. 1.172,85 έξοδα της αγωγής με τόκο προς 6% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ. 1.158,25 από 24.5.1996 μέχρι εξοφλήσεως. Εκδόθηκε επίσης διάταγμα εκποίησης Υποθήκης με δημόσιο πλειστηριασμό. Ως επίσης προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση και το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται σε αυτήν, οι Καθ' ων η αίτηση εξακολουθούν να οφείλουν το εξ αποφάσεως χρέος τους, το οποίο σήμερα ανέρχεται σε ποσό €212.527,
- Αξίζει δε η υπόμνηση, ότι ως έχει νομολογηθεί, δεν απαιτείται η προσκόμιση κατάστασης λογαριασμού του οφειλόμενου χρέους.[8] Επισημαίνω, ότι ως προκύπτει από τα όσα οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου, η ύπαρξη οφειλής συνεπεία της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Αυτό που οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 φαίνεται να αμφισβητούν, είναι η ορθότητα υπολογισμού του τόκου και το ύψος της οφειλής. Επί του θέματος αυτού, παραπέμπω στα όσα λέχθηκαν μέσα στο πλαίσιο της xxx xxx Σταυρινίδη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 367/2012 ημερ. 17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11: «Τυχόν διαφωνία του ενιστάμενου ως προς το ακριβές ποσό του υπολοίπου της οφειλής, όπως ετέθη στη νομολογία, μπορεί να εξεταστεί κατά το στάδιο εφαρμογής του εκτελεστικού μέτρου και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αποτελεί λόγο άρνησης της αίτησης. (Βλ. Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου ανωτέρω).». Υπό το φως των πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν όλα τα σχετικά στοιχεία και ότι η Αιτούσα δικαιούται σε εκτέλεση. Προχωρώντας σε εξέταση του κατά πόσο η Αιτούσα υπήρξε αδρανής, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου διαπιστώνω ότι προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: - Την 23.5.2008 κατέθεσε δύο ΜΕΜΟ επί ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση 3 και του Καθ' ου η αίτηση
- - Την 30.7.2008 κατέθεσε ΜΕΜΟ επί ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση
- - Την 27.2.2014 καταχώρισε αιτήσεις ανανέωσης των ΜΕΜΟ τα οποία εγγράφηκαν την 23.5.
- - Την 27.5.2016 καταχώρισε αίτηση ανανέωσης του ΜΕΜΟ το οποίο εγγράφηκε την 30.7.
- Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η κατάθεση ΜΕΜΟ δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης και την σχετική επιχειρηματολογία που έχει προβληθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση, παραπέμπω στο αρ. 14 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπου αναφέρεται ότι κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του εν λόγω Νόμου, να εκτελεστεί, μεταξύ άλλων, με την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή την επιβάρυνση αυτής, με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης. Ως εκ τούτου, θεωρώ τους σχετικούς λόγους ένστασης ανεδαφικούς. Σχετική επί τούτου είναι η xxx xxx Ορφανίδη ν. S. & S. Securities and General Finance Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 302/2013, ECLI:CY:AD:2021:A132 ημερ. 8.4.
- Ως εκ των άνω, ικανοποιούμαι ότι η Αιτούσα δεν παρέμεινε αδρανής, αλλά έλαβε μέτρα για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης η οποία εκδόθηκε υπέρ της. Στρεφόμενη στο εγειρόμενο ζήτημα της καθυστέρησης, διαπιστώνω ότι πράγματι, από την έκδοση της δικαστικής απόφασης έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου δεν έχει καταστεί δυνατή η εκτέλεση της απόφασης. Σταθμίζοντας όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, τα οποία έχω παραθέσει ανωτέρω, δεν μπορώ να οδηγηθώ σε συμπέρασμα ότι κακόβουλα η Αιτούσα καθυστέρησε να εκτελέσει την δικαστική απόφαση ή ότι ενεργεί καταχρηστικά. Ως έχει νομολογηθεί, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ή απόρριψη υπόθεσης λόγω κατάχρησης της διαδικασίας, χωρεί μόνον εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Περαιτέρω, όταν εγείρεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι εμφανώς και έντονα καταχρηστικής φύσης, ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο μέτρο.[9] Εν προκειμένω, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν θεωρώ ότι έχει αναδειχθεί κάτι τέτοιο. Σχετικά επί του θέματος είναι τα όσα λέχθηκαν στην xxx xxx Σταυρινίδη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 367/2012 ημερ. 17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11, όπου από την έκδοση της απόφασης είχε παρέλθει επίσης μεγάλο χρονικό διάστημα. Τέλος, σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, εξαιτίας της καθυστέρησης στην εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, επισημαίνω ότι καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο, από την οποία να αναδύεται ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης, έχει δυσμενώς επηρεάσει τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, οι οποίοι ουδέν ποσό κατέβαλαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους τους. Το κατά πόσο δε ο Καθ' ου η αίτηση 1 ήταν ο πρωτοφειλέτης, δεν διαφοροποιεί τα σημερινά δεδομένα, ούτε την ισχύ των δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν. Από την άλλη, η Αιτούσα αναζητούσε τρόπους εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, ως καταδεικνύεται από τα όσα επεσύναψε ως Τεκμήρια επί της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως που καταχώρισε προς υποστήριξη του αιτήματός της και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε, δεν μπορεί κατά την κρίση μου να εξομοιωθούν με εγκατάλειψη της όλης υπόθεσης ή την δημιουργία τέτοιας εντύπωσης στους Καθ' ων η αίτηση ή απραξία, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι έσπευσε να ανανεώσει τα ΜΕΜΟ που είχαν εγγραφεί, όπως επίσης και την δικαστική απόφαση. Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η κυπριακή πραγματικότητα σχετίζεται με τις δυσχέρειες εκτέλεσης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις που προκύπτουν σε ότι αφορά στην εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από τα όσα λέχθηκαν μέσα στο πλαίσιο της xxx xxx Ορφανίδη ν. S. & S. Securities and General Finance Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 302/2013 ημερ. 8.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:A132: «Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε το μεμπτόν στην πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ενόψει των δεδομένων ενώπιον του. Η θέση περί ανικανότητας της εναγομένης 3 να ξοφλήσει την εναντίον της απόφαση δεν απαλλάσσει τους εφεσείοντες από την δική τους υποχρέωση ικανοποίησης της εναντίον τους απόφασης, που συνεχίζει να υφίσταται στη βάση των αδιαμφισβήτητων γεγονότων. Σημειώνεται ότι το κριτήριο προσδιορισμού του δυσμενούς επηρεασμού που καθιέρωσε η νομολογία δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται οι εφεσείοντες. Στην υπόθεση Κτωρίδη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι «δυσμενής επηρεασμός» θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που ο εξ αποφάσεως πιστωτής δίνει με την απραξία του στον χρεώστη την εντύπωση πως δεν πρόκειται να εκτελέσει την απόφαση». ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Έχοντας αποτιμήσει και σταθμίσει όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, θεωρώ ότι έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία αιτιολογούν την χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Ενόψει ωστόσο του χρόνου που έχει παρέλθει από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια ώστε να χορηγηθεί άδεια για ανανέωση της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ημερ. 24.4.1996 για διάστημα 2 ετών από σήμερα. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της Αιτούσας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι θα καταβληθεί ένα σετ εξόδων. (Υπ.).......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Εκ παραδρομής στην ένορκη δήλωση ημερ. 14.5.2024 τα τεκμήρια αναφέρονται αντίστροφα. [2] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [3] Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v
- xxx Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ, 47/2013 ημερ. 10.6.
- [4] Σταυρινίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 367/12 ημερ. 17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11 [5] Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδης κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ.
- [6] Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε107/13, ημερ. 21.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:A
- [7] Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ.
- [8] Βiochemie Rose Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Εφ. Αρ. 11/2013 ημερ. 1.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- [9] Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο