← Κύπρος

A & D IOANNOU LIMITED ν. THE BERNOULLI TRADING COMPANY LIMITED, Αριθμός Αγωγής: 751/2016, 26/11/2024

A & D IOANNOU LIMITED ν. THE BERNOULLI TRADING COMPANY LIMITED, Αριθμός Αγωγής: 751/2016, 26/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €2.000 - €10.000 Αριθμός Αγωγής: 751/2016 Μεταξύ: A & D IOANNOU LIMITED Ενάγοντες και THE BERNOULLI TRADING COMPANY LIMITED Εναγόμενοι Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Ν. Νικολάου για Νικόλας Γ. Νικολάου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Χ'' Ιωάννου για Α. Κ. Χατζηϊωάννου & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ Δια της αγωγής της η Ενάγουσα αξιοί κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό ύψους €8.183,01 έναντι μη πληρωθέντος τιμήματος για πωληθέντα και παραδοθέντα αγαθά ή παρασχεθείσες υπηρεσίες ή και υπόλοιπο λογαριασμού ή και δυνάμει τιμολογίου ή και αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης, κατά ή περί τα έτη 2008 - 2012 ή και προγενέστερα, η Εναγόμενη αγόρασε από την Ενάγουσα διάφορες ποσότητες σκυροδέματος επί πιστώσει. Προς τούτο, η Ενάγουσα εξέδωσε σχετικά τιμολόγια, με τα οποία χρέωσε την Εναγόμενη το συμφωνηθέν αντάλλαγμα και τηρείτο σχετικός λογαριασμός, ενώ εξέδιδε σχετικά δελτία αποστολής αναφορικά με κάθε φορτίο. Παρόλο που οι παραγγελθείσες ποσότητες σκυροδέματος παραδόθηκαν στην Εναγομένη, προς πλήρη ικανοποίησή της, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας, κατά ή περί την 9.9.2012, το οφειλόμενο υπόλοιπο της Εναγομένης ανήρχετο στο ποσό που η Ενάγουσα αξιεί δια της αγωγής της. Περαιτέρω, ήταν ρητός ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ο οποίος ανεγράφετο στα εκδοθέντα τιμολόγια, ότι 30 ημέρες μετά την έκδοση κάθε τιμολογίου, που εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτο, αυτό θα επιβαρύνεται με τον εκάστοτε νόμιμο τόκο. Δια της Υπεράσπισής της, η Εναγόμενη εγείρει αρχικά προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή ως έχει, δέον όπως απορριφθεί, διότι δεν αναφέρονται σε αυτή λεπτομέρειες του ισχυριζόμενου λογαριασμού, κατά παράβαση της Δ.20 Κ.

(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με επιφύλαξη της προδικαστικής της ένστασης, η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, με εξαίρεση το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, όπως και η Ενάγουσα, με έδρα την Λευκωσία. Συμφωνεί επίσης με τον ισχυρισμό ότι αγόρασε από την Ενάγουσα διάφορες ποσότητες σκυροδέματος επί πιστώσει, τις οποίες ωστόσο ισχυρίζεται ότι πλήρωσε, η δε συνεργασία τους διήρκησε μέχρι το
  1. Περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ζήτησε από την Ενάγουσα δια των δικηγόρων της, όπως της αποστείλει αντίγραφα των κατ' ισχυρισμό μη πληρωθέντων τιμολογίων, πράγμα το οποίο η Ενάγουσα αρνήθηκε να πράξει. Με το δικόγραφο της Απάντησής της η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης και υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως η Έκθεση Απαίτησης της, ισχυρίζεται δε, ότι η απλή άρνηση των θέσεων της Ενάγουσας από μόνη της δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση, ενώ με επιστολή ημερ. 21.7.2016 ενημέρωσε την Εναγομένη αναφορικά με το επίδικο χρέος. Σε σχέση με την προδικαστική ένσταση της Εναγομένης, η Ενάγουσα την απορρίπτει και αναφέρει ότι δεν απαιτείται η παράθεση οιωνδήποτε περαιτέρω λεπτομερειών επί του δικογράφου και ότι τα θέματα που στηρίζουν το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας, είναι θέμα μαρτυρίας που θα προσφερθεί κατά την δικάσιμο. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1] Μέσα στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, ενώπιόν μου μαρτυρία προσέφερε μόνο ένας μάρτυρας, από πλευράς Ενάγουσας (στο εξής ο «ΜΕ1»). Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΕ1 υιοθέτησε και κατέθεσε την γραπτή του δήλωση, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ένας εκ των Διευθυντών της Ενάγουσας, ένεκα δε της αρμοδιότητάς του, λαμβάνει ενεργά μέρος στις συμφωνίες και συνεργασίες που γίνονται με τους πελάτες της Ενάγουσας και κατ' επέκταση στις αποφάσεις που λαμβάνονται. Είναι δε, ως αναφέρει, σε θέση να γνωρίζει και να διαχειρίζεται τα οικονομικά της Ενάγουσας, την τήρηση των λογιστικών βιβλίων και εγγράφων και ειδικότερα, δελτία παραγγελιών, τιμολόγια και αποδείξεις, τις πωλήσεις και τις αντίστοιχες πληρωμές και εισπράξεις που διεκπεραιώνονται καθημερινά, μέσα στο πλαίσιο των εμπορικών δραστηριοτήτων και του κύκλου εργασιών της Ενάγουσας. Ως περαιτέρω αναφέρει ο ΜΕ1 στην γραπτή του δήλωση, η Ενάγουσα ασχολείται με την εισαγωγή, μεταποίηση, επεξεργασία, εμπορία, πώληση σκυροδέματος ή και έτοιμο μπετόν και άλλα συναφή είδη σε ολόκληρη την Κύπρο, η δε Εναγόμενη δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής και συντήρησης πισίνων και άλλων συναφών οικοδομικών εργασιών. Ως Τεκμήρια 1 και 2, κατέθεσε έγγραφα από την ιστοσελίδα του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την εταιρική δομή των διάδικων μερών. Η Εναγόμενη, συνεχίζει ο μάρτυρας, επισκέφθηκε το γραφείο της Ενάγουσας με σκοπό να συνεργαστούν και έπειτα από την σύναψη προφορικής συμφωνίας, ξεκίνησε μια συνεργασία μεταξύ τους, μέσα στο πλαίσιο της οποίας η Ενάγουσα προσέφερε υπηρεσίες στην Εναγομένη, πωλώντας και παραδίδοντας σε αυτήν, προϊόντα της ειδικότητάς της, σε συμφωνημένες τιμές, τις οποίες ενέκρινε από προηγουμένως η Εναγόμενη, η οποία ενημερώθηκε ότι θα εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια επί πιστώσει, αναφορικά με τα προσφερθέντα προϊόντα και υπηρεσίες, όπως επίσης και για την τήρηση σχετικού λογαριασμού με κωδικό DB0022, στον οποίο θα χρεώνονταν οι αγορές της και θα πιστώνονταν οι πληρωμές της, όπως και έγινε. Αρχικά, συνεχίζει ο μάρτυρας, η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων κυλούσε ομαλά, αν και διαχρονικά η Εναγόμενη διατηρούσε υπόλοιπο, συνεργασία η οποία διήρκησε μέχρι τον Σεπτέμβριο του
  2. Έκτοτε, η Εναγόμενη δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους της, ενώ καθ' όλη την συνεργασία τους, δήλωνε πάντοτε ότι ήταν πλήρως ικανοποιημένη και προέβαινε σε έλεγχο των προϊόντων πριν την παράδοσή τους, οι δε αντιπρόσωποι της Εναγομένης που παραλάμβαναν το σκυρόδεμα, υπέγραφαν σχετικό δελτίο αποστολής. Σχετικά ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, δέσμη τιμολογίων επί πιστώσει που αφορούν στις τελευταίες αγορές της Εναγομένης και ως Τεκμήριο 4, αναλυτική κατάσταση λογαριασμού της Εναγομένης, που αφορά στην χρονική περίοδο 31.12.2005 - 9.9.
  3. Τέλος, ως Τεκμήριο 5, ο μάρτυρας κατέθεσε επιστολή ημερ. 21.7.2016 την οποία απέστειλαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας προς την Εναγομένη, αναφορικά με το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο του λογαριασμού της, η οποία παραλήφθηκε, χωρίς καμία ανταπόκριση από πλευράς Εναγόμενης. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η τελευταία φορά που η Εναγόμενη παρήγγειλε και αγόρασε ποσότητες σκυροδέματος ήταν το 2008, εξηγώντας ότι μέχρι και το 2012, η Εναγόμενη προέβαινε σε διάφορες πληρωμές. Ως περαιτέρω ανέφερε αντεξεταζόμενος, η Ενάγουσα εξέδιδε σχετικό τιμολόγιο αναφορικά με κάθε παραγγελία της Εναγομένης επί πιστώσει, το οποίο απέστελλε στο γραφείο της, πλην όμως παρέμειναν απλήρωτα τα τελευταία 6 τιμολόγια, τα οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  4. Ως επίσης ο μάρτυρας ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, η Εναγόμενη πλήρωνε έναντι του λογαριασμού της, εξήγησε δε, ότι στα τιμολόγια αναγράφεται τόσο η παραγγελία και η σχετική χρέωση του προϊόντος, όσο και η χρέωση της αντλίας, η οποία είναι απαραίτητη για την διαδικασία τοποθέτησης του σκυροδέματος. Ερωτηθείς αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 4, ο μάρτυρας ανέφερε ότι εκδόθηκε μετά την καταχώριση της αγωγής με βάση τα εκδοθέντα τιμολόγια και ότι το ποσό που αναγράφεται στην δεύτερη σελίδα του εν λόγω Τεκμηρίου, αναγράφει τα ποσά σε ΕΥΡΩ (€), επεσήμανε δε, ότι η Εναγόμενη συνέχισε να πληρώνει τις οφειλές της και μετά τον τερματισμό της μεταξύ τους συνεργασίας, επομένως αποδέχθηκε τα ποσά που αναφέρονταν στα εκδοθέντα τιμολόγια. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4] Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7] Έχοντας κατά νου όλες τις ανωτέρω αρχές, προχωρώ σε αξιολόγηση του μοναδικού μάρτυρα τον οποίο είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της παρούσας. Σημειώνω καταρχάς, ότι ο ΜΕ1 ότι έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, καθώς απάντησε με φυσικότητα και χωρίς υπεκφυγές, σε όλες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του. Ο μάρτυρας ήταν σταθερός και απαντούσε με ηρεμία καθ' όλη την διάρκεια της αντεξέτασής του, με επαρκή κατά την κρίση μου επεξηγηματικότητα, ήταν γνώστης των γεγονότων των υπόθεσης, ενώ δεν έχω εντοπίσει οιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στην μαρτυρία του, την οποία αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, την δικογραφία και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα, αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: Τόσο η Ενάγουσα, όσο και η Εναγόμενη, αποτελούν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, με εγγεγραμμένα γραφεία στην επαρχία Αμμοχώστου και επαρχία Λευκωσίας αντίστοιχα. Η Ενάγουσα, ασχολείται με την εισαγωγή, μεταποίηση, επεξεργασία, εμπορία, πώληση σκυροδέματος και άλλων συναφών ειδών, σε ολόκληρη την Κύπρο. Η Εναγόμενη, δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής και συντήρησης πισίνων και άλλων συναφών οικοδομικών εργασιών. Περί το 2002, αφού η Εναγόμενη αποτάθηκε στην Ενάγουσα, ξεκίνησε μεταξύ τους μία συνεργασία πώλησης σκυροδέματος από την Ενάγουσα στην Εναγομένη, με την πρώτη να εκδίδει σχετικά τιμολόγια επί πιστώσει και ανοίγοντας σχετικό λογαριασμό επ' ονόματι της Εναγομένης, με κωδικό DB0022, στον οποίο θα χρεώνονταν οι αγορές της Εναγομένης και θα πιστώνονταν οι πληρωμές της. Για την μεταφορά και τοποθέτηση του σκυροδέματος, η Ενάγουσα χρέωνε επιπρόσθετα την Εναγομένη έξοδα αντλίας, η οποία ήταν αναγκαία για σκοπούς τοποθέτησης του συγκεκριμένου προϊόντος. Η Εναγόμενη προέβαινε σε έλεγχο των προϊόντων πριν την παράδοσή τους και δήλωνε πάντοτε ικανοποιημένη, οι δε αντιπρόσωποι της Εναγομένης που παραλάμβαναν το σκυρόδεμα, υπέγραφαν σχετικό δελτίο αποστολής. Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων κυλούσε ομαλά, με την Εναγόμενη να πληρώνει διάφορα ποσά έναντι του λογαριασμού της, διατηρώντας ωστόσο πάντοτε κάποιο υπόλοιπο. Η τελευταία παράδοση προϊόντος έγινε περί το 2008 και η Εναγόμενη συνέχιζε να καταβάλλει διάφορες πληρωμές έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού που διατηρούσε, ένεκα της συνεργασίας της με την Ενάγουσα, μέχρι και την 9.9.2012, ημερομηνία κατά την οποία το οφειλόμενο υπόλοιπο, ανερχόταν σε €8.183,
  5. Με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 21.7.2016, η Ενάγουσα απαίτησε από την Εναγομένη πληρωμή του ποσού των €8.183,01 το οποίο ουδέποτε καταβλήθηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[8] Το ειδικό βάρος απόδειξης, αφορά στην ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός ισχυρισμού, που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.[9] Εν προκειμένω, μαρτυρία έχει προσκομίσει μόνο η πλευρά της Ενάγουσας, με την πλευρά της Εναγομένης να περιορίζεται σε αντεξέταση του μάρτυρα και να μην προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία. Ως έχει νομολογηθεί, όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τον μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, ως τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.[10] Πρέπει εκ προοιμίου να λεχθεί πως οι καταστάσεις λογαριασμού δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν και τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδειχθούν.[11] Περαιτέρω, τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, ούτε και προβάλλονται ως τέτοια, αλλά συνεκτιμώνται υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας.[12] Συνεκτιμημένα ωστόσο, με το σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα με την περίπτωση, τα τιμολόγια δύνανται να θεωρηθούν ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων.[13] Στην Θεοδώρου Θεόδωρος ν. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1492, η οποία αφορούσε σε αξίωση αμοιβής έναντι παροχής ξυλουργικών εργασιών, όπου προσκομίστηκαν προς απόδειξη των ισχυρισμών των εναγόντων τα εκδοθέντα τιμολόγια, αναφέρθηκε ότι η βάση της αγωγής ήταν η εκτέλεση εργασίας προς όφελος του εφεσείοντος και η παράλειψη καταβολής του συμφωνηθέντος ποσού. Λέχθηκε επίσης, ότι το τιμολόγιο δεν συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία εκπονήθηκε, αλλά σημείωση σε σχέση με αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος αναφορικά με αυτά που κατέγραψε. Παρεμβάλλω, ότι έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις που κατέθεσαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών, προς υποστήριξη των θέσεών τους, και αναφορά σε αυτές θα γίνει, όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[14] Στρεφόμενη στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, επισημαίνω καταρχάς ότι η εκδοχή του μοναδικού μάρτυρα της Ενάγουσας έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη και ουδεμία εγγενής δυσκολία υπήρξε κατά το λεπτό αυτό έργο του Δικαστηρίου, δηλαδή που να το εμποδίζει από το να καταλήξει ότι τα γεγονότα, ως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. Σε ότι αφορά στην ορθότητα του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού, η οποία αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, σημειώνω αρχικά, ότι, κατόπιν αξιολόγησης της όλης μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιον μου, ικανοποιούμαι ότι τα όσα καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Διερχόμενη της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 4), διαπιστώνω ότι όλες οι αναγραφόμενες σε αυτήν χρεωπιστώσεις είναι ορθές και συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν όλα τα τιμολόγια τα οποία κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο 3, καθώς επίσης και όλες οι πληρωμές στις οποίες η Εναγομένη προέβαινε κατά καιρούς. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου, το γεγονός ότι το αθροιστικό αποτέλεσμα των ποσών που αναγράφονται στα 6 τιμολόγια τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 3, ξεπερνά σε μικρό βαθμό το αξιούμενο ποσό, πράγμα το οποίο οφείλεται στο γεγονός ότι η Εναγόμενη κατά καιρούς πλήρωνε έναντι του λογαριασμού που διατηρούσε στην Ενάγουσα διάφορα ποσά, βάσει του τρόπου συνεργασίας των διαδίκων, ως ο ΜΕ1 εξήγησε. Ούτε και θεωρώ ότι το γεγονός ότι κατατέθηκαν μόνο τα 6 τελευταία τιμολόγια από πλευράς Ενάγουσας, αποδυναμώνει την υπόθεσή της, ως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου της Εναγομένης, καθώς, ως ο ΜΕ1, την μαρτυρία του οποίου έχω αποδεχθεί, εξήγησε αντεξεταζόμενος, κατέθεσε μόνο τα τελευταία 6 τιμολόγια τα οποία παρέμειναν απλήρωτα, καθώς η Εναγόμενη κατέβαλλε διάφορα χρηματικά ποσά έναντι του εκάστοτε υπολοίπου του λογαριασμού που διατηρούσε στην Ενάγουσα και τα προηγούμενα τιμολόγια είχαν πληρωθεί. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του ΜΕ1, ότι το ζητηθέν σκυρόδεμα παραδόθηκε στην Εναγομένη, η οποία ήταν πάντοτε ικανοποιημένη με το προϊόν, παρέμεινε αναντίλεκτη. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, στρέφομαι σε εξέταση της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγομένης, ότι δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με εκκαθαρισμένο ή παραδεδειγμένο λογαριασμό από πλευράς Ενάγουσας, ούτε και σχετικά με ρητή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ότι όλα τα στοιχεία του λογαριασμού είναι ορθά. Ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, συνεχίζει ο κ. Χ''Ιωάννου, ότι το Τεκμήριο 4 δόθηκε στην Εναγόμενη πριν την έγερση της παρούσας αγωγής, ώστε αυτή να συμφωνήσει με το υπόλοιπο λογαριασμού και να υποσχεθεί να το εξοφλήσει. Με κάθε σεβασμό, δεν θεωρώ ότι οι ανωτέρω αρχές δυνατό να τύχουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, ως ορθά αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης, η Έκθεση Απαίτησης, δεν βασίζεται σε εκκαθαρισμένο ή παραδεδειγμένο λογαριασμό, η απόδειξη του οποίου βασίζεται επί διαφορετικών κριτηρίων.[15] Ερωτηθείς μάλιστα ο ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του, εάν η κατάσταση λογαριασμού ετοιμάστηκε μετά την καταχώριση της αγωγής, αυτός απάντησε καταφατικά, υποδεικνύοντας ότι αναφορικά με τις εκάστοτε χρεώσεις, εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Ηρακλής Μιχαηλίδης ν. Φάνος Ν. Επιφανίου Λτδ
(2009)1 ΑΑΔ 494. Εν προκειμένω, ενόψει όλων όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, αναδύεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας βασίζεται σε οφειλόμενο υπόλοιπο, δυνάμει της πώλησης και παράδοσης σκυροδέματος από την Ενάγουσα στην Εναγομένη, αναφορικά με το οποίο εκδόθηκαν τιμολόγια και τηρείτο σχετική κατάσταση λογαριασμού, μέσα στο πλαίσιο της όλης συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων. Ως λέχθηκε στην Demil Co Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ.661, η βάση της αγωγής χαρακτηρίζεται νομικά με βάση τα δικόγραφα και τα γεγονότα που δικογραφούνται σε αυτά και παρουσιάζονται τελικά στο Δικαστήριο με μαρτυρία. Τέλος, αναφορικά με την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγομένης, ότι δεν έχουν δικογραφηθεί με τον δέοντα τρόπο τα όσα διεκδικούνται από πλευράς Ενάγουσας, καθότι στα τιμολόγια τα οποία κατατέθηκαν, αναγράφονται και έξοδα αντλίας, ενώ στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά μόνο σε πώληση σκυροδέματος, διαπιστώνω ότι στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται αναφορά σε παράδοση των ζητηθέντων ποσοτήτων σκυροδέματος προς την Εναγομένη, όπως επίσης και σε χρέωσή της σχετικά με το συμφωνηθέν αντάλλαγμα. Λαμβανομένης υπόψη της αρχής ότι στα δικόγραφα δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνεται μαρτυρία, παρά μόνο ισχυρισμοί γεγονότων, δεν θεωρώ ότι η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε σε σχέση με το ζήτημα αυτό, εκπίπτει της δικογραφίας, ούτε και ότι το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης δεν καλύπτει τις αξιώσεις της Ενάγουσας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Υπό το φως όλων των ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης. Συνεπακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, για το ποσό των €8.183,01 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, καθώς δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε το Δικαστήριο να αποκλίνει από τον γενικό κανόνα, ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. (Υπ.) ............................... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. [4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614. [5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304. [7] Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454. [8] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858. [9] Θεοδόσης Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652. [10] Wynne v. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα, Aνίκανου Προσώπου
(2009)1Β Α.Α.Δ 1138 και Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Ματσούκα κ.α.
(2014)1 ΑΑΔ 1377. [11] L. Mantovani & Sons v. Christis Travel Tourism Ltd
(1999)1 A.A.Δ 156. [12] Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communicaiton Ltd
(2002)1 AAΔ 962 & Demil Imports Exports Ltd, v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 462. [13] Γεώργιος Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [14] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 & Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [15] Επίσημος Παραλήπτης ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο. Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ.610, A.L. Mantovani & Sons V. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 156. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.