INCOTRACK SERVICES LIMITED ν. IRIS MANAGEMENT SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3832/14, 19/2/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3832/14 Μεταξύ: INCOTRACK SERVICES LIMITED Ενάγουσας και
- Κυριακή Φράγκου
- Λευκή Ανδρέου
- Κάκια Λαγού Εναγόμενων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 30/10/2015 Μεταξύ: INCOTRACK SERVICES LIMITED Ενάγουσας και
- IRIS MANAGEMENT SERVICES LIMITED
- MOORE STEPHENS STYLIANOU & CO 3 Κυριακή Φράγκου
- Λευκή Ανδρέου
- Κάκια Λαγού Εναγόμενων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 20/09/2022 Μεταξύ: INCOTRACK SERVICES LIMITED Ενάγουσας και
- IRIS MANAGEMENT SERVICES LIMITED
- MOORE STYLIANOU & CO
- Κυριακή Φράγκου
- Λευκή Ανδρέου
- Κάκια Λαγού Εναγόμενων -------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19 Φεβρουαρίου, 2025 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Ανδρέου για Χ. Π. Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1, 3, 4 και 5: κ. Παπαδόπουλος με κ. Χαραλάμπους για Παπαδόπουλος, Λυκούργος Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2: κ. Ν. Κυριακίδης για Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η H Ενάγουσα Εταιρεία με το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα της αξιώνει από τους Εναγόμενους 1 και 2 αποζημίωση για αμέλεια και/ή επαγγελματική αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου καθηκόντων τους και των συμβατικών τους υποχρεώσεων και από τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 αξιώνει, επίσης, αποζημιώσεις για παράβαση των καθηκόντων τους, ως αξιωματούχων και/ή διευθυντών της Ενάγουσας εταιρείας και/ή για αμέλεια που επέδειξαν προς την Ενάγουσα λόγω παράλειψης τους να διεκδικήσουν την επιστροφή φόρου από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων ύψους €308.715.03 πλέον τόκο 9% ετησίως και/ή διαζευκτικά αξιώνουν την καταβολή των πρόσθετων επιβαρύνσεων και τόκων που αναλογεί στην περίοδο που έκαστη από αυτές τελούσε Διευθύντρια και/ή αξιωματούχος της Ενάγουσας, οι οποίοι επιβλήθηκαν λόγω των παραλείψεων τους να λάβουν όλες τις απαραίτητες ενέργειες δυνάμει του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου για τα έτη 2001 -
- Από τις Εναγόμενες 1 και 2 αξιώνονται, επίσης, αποζημιώσεις με βάση την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Εναγόμενη 1 ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με τη διαχείριση και/ή λειτουργία και/ή οργάνωση της μετοχικής δομής και διοίκησης εταιρειών περιορισμένης ευθύνης έναντι αμοιβής. Η Εναγόμενη 2 παρέχει λογιστικές και/ή ελεγκτικές και/ή συμβουλευτικές υπηρεσίες και διατηρεί ελεγκτικό γραφείο στην Λευκωσία το οποίο στελεχώνεται από εγκεκριμένους ελεγκτές. Η Ενάγουσα ήταν πελάτισσα της Εναγόμενης 1, η οποία της παρείχε υπηρεσίες έναντι αμοιβής, αναφορικά με τη διαχείριση και/ή την οργάνωση ως προς τη μετοχική δομή και/ή τη διοίκησή της, καθώς επίσης και διάφορες υπηρεσίες σε σχέση με τον Φόρο Εισοδήματος, τον Έφορο Εταιρειών και άλλων Τμημάτων ή Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες η Εναγόμενη 1 εξέδιδε τιμολόγια τα οποία η Ενάγουσα εξοφλούσε. Η Εναγόμενη 2 παρείχε στην Ενάγουσα, έναντι αμοιβής, λογιστικές, ελεγκτικές υπηρεσίες και/ή υπηρεσίες ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της με βάση τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου, καθώς και άλλες υπηρεσίες που αφορούσαν τη λειτουργία της στην Κύπρο. Η Εναγόμενη 2 εξέδιδε, για την περίοδο 2001-2010, τιμολόγια τα οποία αφορούσαν έξοδα λογιστών, έξοδα ελεγκτών και έξοδα φορολογιών τα οποία η Ενάγουσα εξοφλούσε. Οι Εναγόμενες 3, 4 και 5 είχαν διοριστεί, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, από την Εναγόμενη 1, έναντι αμοιβής, ως αξιωματούχοι και/ή διοικητικοί σύμβουλοι και/ή διευθύντριες της Ενάγουσας. Ως αξιωματούχοι και/ή διοικητικοί σύμβουλοι είχαν ατομική και/ή συλλογική ευθύνη, έναντι της Ενάγουσας, να γνωρίζουν τα τεκταινόμενα και/ή να έχουν επαρκή ανάμειξη και/ή πληροφόρηση για τη διεύθυνση και/ή τις υποθέσεις της Εταιρείας, να ενεργούν προς το συμφέρον της και να επιδεικνύουν καθήκον πίστης έναντι της Ενάγουσας και συγκεκριμένα όφειλαν να ενεργούν με επιμέλεια και δεξιότητα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Παράλληλα, όφειλαν να μεριμνούν ώστε να τηρούνται τα κατάλληλα λογιστικά βιβλία και αρχεία που κρίνονταν απαραίτητα και να υποβάλλουν έγκαιρα τις φορολογικές δηλώσεις της Ενάγουσας για τη βεβαίωση και έγκαιρη καταβολή των επιβληθέντων φορών. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 επέδειξαν επαγγελματική αμέλεια και παρέβηκαν τα καθήκοντα που ανάλαβαν να εκτελέσουν για λογαριασμό της έναντι αμοιβής ή και τα εκτέλεσαν πλημμελώς. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να διορίσει πρόσωπα έμπιστα και/ή ικανά, ως διοικητικούς συμβούλους της Ενάγουσας και ενώ χρέωνε την Ενάγουσα για την υποβολή των Ετήσιων Εκθέσεων της προς τον Έφορο Εταιρειών στην πραγματικότητα δεν τις υπέβαλλε και/ή δεν γίνονταν αποδεκτές, μετά το 2003, γιατί δεν συνοδεύονταν από τους εξελεγμένους λογαριασμούς της Εταιρείας. Όσον αφορά την Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι χρέωνε την Ενάγουσα για παροχή υπηρεσιών ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων χωρίς να προβαίνει στον συγκεκριμένο έλεγχο, λόγω του ότι δεν υπήρχαν οικονομικές καταστάσεις για να ελέγξει. Ως λεπτομέρειες της επαγγελματικής αμέλειας των Εναγόμενων 1 και 2 καταγράφονται τα ακόλουθα: Ότι συμπεριφέρθηκαν αντιεπαγγελματικά και/ή εκμεταλλεύτηκαν την Ενάγουσα για να αποσπάσουν οικονομικό όφελος σε βάρος της χωρίς να προσφέρουν τις ανάλογες υπηρεσίες. Ότι παρέλειψαν να συμπεριφερθούν ως σοβαροί επαγγελματίες απέναντι στην Ενάγουσα επιδεικνύοντας αδιαφορία αναφορικά με τις νομικές της υποχρεώσεις τόσο προς τον Έφορο Εταιρειών όσο και στον Φόρο Εισοδήματος με αποτέλεσμα να της προκαλέσουν ζημιές και έξοδα. Ότι η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να δώσει οδηγίες και/ή να συμβουλέψει τις Εναγόμενες 3, 4 και 5 έτσι ώστε να εκτελούν τις υποχρεώσεις που ανάλαβαν για λογαριασμό της. Ως λεπτομέρειες της αμέλειας των Εναγόμενων 3, 4 και 5 καταγράφεται ότι η Εναγόμενη 3 δεν υπέβαλε έγκαιρα τις φορολογικές δηλώσεις της Ενάγουσας για τα έτη 2001 και 2002 με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να χρεωθεί με τόκους και επιβαρύνσεις. Ότι η Εναγόμενη 4 την περίοδο Αυγούστου - Δεκεμβρίου του 2004 χωρίς προηγουμένως να ελέγξει τα πραγματικά εισοδήματα της Ενάγουσας προέβη σε πληρωμή και/ή επέτρεψε και/ή έδωσε οδηγίες όπως πληρωθεί, για λογαριασμό της Ενάγουσας, η προσωρινή φορολογία για το φορολογικό έτος 2004 ύψους €311.665,98 ενώ ο πραγματικά οφειλόμενος φόρος ανέρχονταν στο ποσό των €5.041,99 και επομένως υπήρχε προς όφελος της επιστρεπτέος φόρος ύψους €308.715,
- Ότι οι Εναγόμενες 4 και 5 παρέλειψαν να αντιληφθούν έγκαιρα ή/και καθόλου ότι καταβλήθηκε ποσό ύψους €308.715,03 πέραν του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος και παρέλειψαν να διεκδικήσουν επιστροφή του καθ' υπέρβαση καταβληθέντος ποσού εντός της καθορισμένης προθεσμίας που έληγε στις 31/12/
- Ότι η Εναγόμενη 4 δεν υπέβαλε έγκαιρα τις φορολογικές δηλώσεις της Ενάγουσας για τα έτη 2003, 2004 και 2005 και/ή δεν έδωσε οδηγίες στους λογιστές της για υποβολή τους. Ότι η Εναγόμενη 5 δεν υπέβαλε έγκαιρα τις φορολογικές δηλώσεις της Ενάγουσας για τα έτη 2006 ‑ 2010 και ούτε έδωσε οδηγίες για την υποβολή τους εντός της καθορισμένης από τον Νόμο προθεσμίας. Ότι οι Εναγόμενες 4 και 5 παρέλειψαν να ζητήσουν επιστροφή του φόρου εντός της προθεσμίας των 6 χρόνων. Ότι οι Εναγόμενες 3, 4 και 5 παράβηκαν την υποχρέωση επιμέλειας που είχαν έναντι της Ενάγουσας και ενήργησαν αμελώς κατά την εκτέλεση των εργασιών της και/ή παράβηκαν τα εκ του Νόμου καθήκοντά τους. Λόγω της αμέλειας και/ή των παραλείψεων των Εναγόμενων 1, 2, 3, 4 και 5 δεν διατηρούνταν από την Ενάγουσα τα κατάλληλα λογιστικά βιβλία, ούτε υποβάλλονταν οι φορολογικές δηλώσεις και δεν απαιτήθηκε, εντός της καθορισμένης από τον Νόμο προθεσμίας, η επιστροφή του καθ' υπέρβαση καταβληθέντος ποσού του φόρου εισοδήματος. Με τον διορισμό νέου ελεγκτικού γραφείου, από την Ενάγουσα, η Εναγόμενη 2 καθυστέρησε να παραδώσει τα έγγραφα, για 5 μήνες, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των νέων Διευθυντών της Ενάγουσας. Μέχρι να παραδοθούν τα έγγραφα είχε παρέλθει η προθεσμία των 6 ετών, εντός της οποίας μπορούσε να γίνει η επιστροφή της υπέρβασης του καταβληθέντος φόρου. Παρά τις προσπάθειες για συμψηφισμό του ποσού που καταβλήθηκε καθ' υπέρβαση με τις οφειλές φόρου εισοδήματος της Ενάγουσας για άλλα φορολογικά έτη, αυτό δεν κατέστη εφικτό αφού το αίτημα απορρίφθηκε. Η Ενάγουσα επικαλείται ότι οι Εναγόμενες 1 και 2, κατόπιν συμπαιγνίας μεταξύ τους και/ή με δόλο και/ή απάτη και/ή με ψευδείς παραστάσεις, εσκεμμένα δημιούργησαν στην Ενάγουσα την πεποίθηση ότι θα εκπλήρωναν για λογαριασμό της όλες τις υποχρεώσεις προς τον Φόρο Εισοδήματος, ότι εισέπρατταν ποσά από την Ενάγουσα χωρίς να προσφέρουν τις υπηρεσίες που ανάλαβαν να εκτελούν για λογαριασμό της, ότι καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη που τους επέδειξε για να αποκτήσουν οικονομικό όφελος σε βάρος της, ότι κατά την περίοδο 2001 ‑ 2010 απέκρυπταν από την Ενάγουσα ότι δεν τηρούνταν οι υποχρεώσεις που η ίδια είχε προς τον Φόρο Εισοδήματος, ότι παρέλειψαν να συμβουλέψουν τις Εναγόμενες 3, 4 και 5 αναφορικά με τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα που οι ίδιες είχαν για λογαριασμό της Ενάγουσας. Καταγράφονται ως λεπτομέρειες των ζημιών της Ενάγουσας το ποσό που καταβλήθηκε καθ' υπέρβαση για το φορολογικό έτος 2004, ήτοι €308.715,03 καθώς και οι τόκοι και τα πρόστιμα τα οποία κατέβαλε η Ενάγουσα λόγω μη έγκαιρης υποβολής των φορολογικών δηλώσεων, για την περίοδο 2001 - 2010, ύψους €110.964,
- Η Ενάγουσα αξιώνει την επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε καθ' υπέρβαση του φόρου εισοδήματος με επιτόκιο που να ισούται με το νόμιμο επιτόκιο που θα είσπραττε εάν αποταμίευε το συγκεκριμένο ποσό, καθώς επίσης και την επιστροφή των χρημάτων που εισπράχθηκαν από τις Εναγόμενες 1 και 2 για υπηρεσίες που δεν προσέφεραν μαζί με νόμιμους τόκους. Οι Εναγόμενοι 1, 3, 4 και 5 στην τροποποιημένη Υπεράσπισή τους προβάλλουν δύο προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη αφορά την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας και/ή την καθυστέρηση της προώθησής του, ήτοι Laches. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση αφορά το γεγονός ότι η αξίωση της Ενάγουσας είναι πέραν του ορίου που τίθεται με τη νομοθεσία και συγκεκριμένα έρχεται σε αντίθεση με τον περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετησίων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμο 2009 και με τον περί Ελεγκτών Νόμο του 2017, ο οποίος αντικατέστησε τον Νόμο του
- Δηλώνεται ότι στην περίπτωση που η αξίωση της Ενάγουσας γίνει αποδεκτή, θα πρέπει να περιοριστεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της Νομοθεσίας. Επιπρόσθετα, καταγράφουν ότι το 2001 ο Gennady Gorbunov, από την Ρωσία (εφεξής Gorbunov), αναζήτησε εταιρικές υπηρεσίες από την Εναγόμενη
- Συγκεκριμένα, ζήτησε την ίδρυση εταιρείας και την παροχή εταιρικών υπηρεσιών προς αυτήν, όπως τον διορισμό εντολοδόχων διευθυντών και εντολοδόχων μετόχων. Μετά την ίδρυση της εταιρείας, η οποία είχε ως αποκλειστικό δικαιούχο τον ίδιο, οι μετοχές κρατούντο από νομικό πρόσωπο, την Εναγόμενη 1, ως εμπιστευματοδόχο, για λογαριασμό και/ή προς όφελος του Gorbunov. Η Εναγόμενη 3 ήταν γραμματέας στην Εναγόμενη 1 και διορίστηκε Εντολοδόχος Διευθυντής της Ενάγουσας στις 23/04/
- Στις 26/04/2001 υπογράφτηκε συμφωνία συνεργασίας, engagement agreement, μεταξύ του τότε διευθυντή της Εναγόμενης 2 και της Ενάγουσας, για την παροχή λογιστικών, ελεγκτικών και άλλων συναφών υπηρεσιών. Στις 26/07/2001 η Ενάγουσα παρέδωσε στην Εναγόμενη 1 γενικό πληρεξούσιο με το οποίο διόριζε τον Gorbunov όπως διαχειρίζεται και/ή λειτουργεί όλες τις δραστηριότητες της Ενάγουσας, όπως αγοράζει και/ή πωλεί μετοχές της και/ή άλλων εταιρειών στις οποίες η Ενάγουσα ήταν μέτοχος, όπως αντιπροσωπεύει την Ενάγουσα και υπογράφει όλα τα απαραίτητα έγγραφα, όπως διαχειρίζεται τα περιουσιακά της στοιχεία καθώς και με την υπογραφή του, το άνοιγμα και το κλείσιμο τραπεζικών λογαριασμών στο όνομα της Ενάγουσας και γενικά όπως διαχειρίζεται όλες τις δραστηριότητες της κατά την απόλυτη κρίση του. Ενόψει των εξουσιών του Gorbunov η Εναγόμενη 1 είχε επαφές και/ή λάμβανε οδηγίες και εντολές μόνο από αυτόν σχετικά με την προσφορά υπηρεσιών προς την Ενάγουσα. Η Εναγόμενη 4 διορίστηκε, στις 05/03/2004, Εντολοδόχος Διευθυντής της Ενάγουσας σε αντικατάσταση της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 5 διορίστηκε, στις 31/03/2006, Εντολοδόχος Διευθυντής της Ενάγουσας σε αντικατάσταση της Εναγόμενης
- Τον Αύγουστο του 2004 ο Gorbunov ενημέρωσε τον τότε διευθυντή της Εναγόμενης 2, με τηλεομοιότυπο μήνυμα, ότι το υπολογιζόμενο φορολογούμενο εισόδημα της Ενάγουσας, για το 2004, ανερχόταν στα $10.000.000(USD). Υπολογίστηκε ο σχετικός φόρος και καταβλήθηκαν οι φορολογικές δόσεις, από την Ενάγουσα, για τους μήνες Αύγουστο, Οκτώβριο και Δεκέμβρη του 2004 και ενημερώθηκε προς τούτο ο Gorbunov, μέσω τηλεομοιότυπου. Τον Δεκέμβριο του 2004 καταχωρίστηκε το έντυπο προσωρινής φορολογίας για το συνολικό ποσό των €311.665,98, το οποίο είχε υπολογιστεί με βάση το περιεχόμενο των εγγράφων που προσκομίστηκαν από τον Gorbunov. Όσον αφορά την αμοιβή για τις υπηρεσίες εντολοδόχου διευθυντή προωθείται η θέση ότι εισπράσσετο από την Εναγόμενη 1 στα πλαίσια των υπηρεσιών που πρόσφερε στην Ενάγουσα. Όσον αφορά τις Εναγόμενες 3, 4 και 5 προωθείται η θέση ότι ήταν τυπικά διευθύντριες της Ενάγουσας, κατά τις συγκεκριμένες περιόδους και υπό την ιδιότητα του εντολοδόχου διευθυντή λάμβαναν εντολές και οδηγίες από τον Gorbunov, που ήταν o πραγματικός ιδιοκτήτης της Ενάγουσας, ενώ η ευθύνη τους εκτείνετο στο να τον ενημερώνουν για οποιοδήποτε θέμα αφορούσε την Ενάγουσα για το οποίο είχαν γνώση, πράγμα που έπρατταν. Ο Gorbunov διοικούσε και έλεγχε την Ενάγουσα και ήταν ο σκιώδης διευθυντής της. Προωθείται η θέση ότι οι Εναγόμενοι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, λειτουργούσαν με καθήκον επιμέλειας και δεξιότητας για να λάβουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία από τον Gorbunov καθώς και πληροφορίες έτσι ώστε να καταρτίσουν τα λογιστικά βιβλία, τις φορολογικές δηλώσεις, τους λογαριασμούς, τις οικονομικές καταστάσεις και οτιδήποτε αφορούσε την τήρηση βιβλίων της Ενάγουσας. Τα άτομα που διορίστηκαν ως Διευθυντές ή και Διοικητικοί Σύμβουλοι απλώς εκτελούσαν τις εντολές του ιδιοκτήτη, δηλαδή του Gorbunov και δεν είχαν κανένα δικαίωμα να διαχειρίζονται τις επιχειρήσεις της Ενάγουσας. Μέχρι και το 2007 η Εναγόμενη 1 προσπαθούσε επανειλημμένα, με ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία διαβίβαζε προς τον Gorbunov, για να της δοθούν οικονομικοί λογαριασμοί και στοιχεία της Ενάγουσας, καθώς και άλλα έγγραφα για ολοκλήρωση του φακέλου της. Ο Gorbunov ουδέποτε ανταποκρίθηκε προς τις παρακλήσεις των Εναγόμενων και επέλεξε να αφήσει στο σκοτάδι τους Εντολοδόχους Διευθυντές της Ενάγουσας. Η επαγγελματική αμέλεια που καταλογίζεται στους Εναγόμενους δεν τους αφορά αφού δεν είχαν δικαίωμα να διαχειρίζονται τις επιχειρήσεις της Ενάγουσας, λόγω του ότι απόλυτο δικαίωμα για τον έλεγχο και τη διαχείρισή της είχε ο Gorbunov. Ακόμα και όταν οι Εναγόμενοι ζητούσαν επιστάμενα διάφορα έγγραφα, αυτός απέφευγε και/ή αγνοούσε τις εκκλήσεις των Εναγόμενων και/ή δεν παρουσίαζε ικανοποιητικά στοιχεία. Αποτέλεσμα της μυστικοπάθειας του Gorbunov ήταν να μην είναι ολοκληρωμένος ο φάκελος της Ενάγουσας, αφού για χρόνια δεν προμήθευε τους ελεγκτές με τους λογαριασμούς της. Ακόμα και όταν το 2008 υπάλληλος της Εναγόμενης 1 ζήτησε λίστες με συμφωνίες, τις οποίες ο ίδιος ο Gorbunov έχει δηλώσει ότι κατείχε, οι οποίες θα έπρεπε να κατατεθούν με τις φορολογικές δηλώσεις της Ενάγουσας, αυτός αρνήθηκε να τις παραδώσει και ισχυρίστηκε ότι είχε παραδώσει τα έγγραφα που κατείχε στον τότε διευθυντή της Εναγόμενης 2 και δεν είχε κρατήσει αντίγραφο. Προωθείται η θέση ότι οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 καθώς και υπάλληλοι της Εναγόμενης 1 έπραξαν τα δέοντα για να αποκομίσουν όσα περισσότερα έγγραφα μπορούσαν. Στις 20/03/2008 υπάλληλος της Εναγόμενης 1 είχε ενημερώσει τον Gorbunov ότι πρέπει να ετοιμαστούν λογαριασμοί από τους λογιστές της Ενάγουσας και του ζήτησε όπως τους προμηθεύσει με τα απαραίτητα έγγραφα και επιπρόσθετα τον ενημέρωσε ότι θα πρέπει να δοθούν στοιχεία και έγγραφα όπως τραπεζικοί λογαριασμοί και τιμολόγια, τα οποία του είχαν ζητηθεί με προηγούμενη αλληλογραφία. Ο Gorbunov ισχυρίστηκε ότι είχε παραδώσει όλα τα έγγραφα στον τότε διευθυντή της Εναγόμενης 2 και αρνήθηκε να παραχωρήσει επιπλέον έγγραφα. Στις 26/06/2008 υπάλληλος της Εναγόμενης 1 έφερε σε γνώση του Gorbunov επιστολή της Τράπεζας, με ημερομηνία 25/06/2008, στην οποία δηλωνόταν ότι η Τράπεζα δεν έλαβε τα απαραίτητα έγγραφα για το κλείσιμο των λογαριασμών της Ενάγουσας. Στις 02/07/2008 ο Gorbunov ανάφερε, ψευδώς, σε υπάλληλο της Εναγόμενης 1, ότι δεν είχε εκτελέσει οποιανδήποτε πράξη χρησιμοποιώντας τo πληρεξούσιο του 2001 και αρνήθηκε την παραχώρηση οποιουδήποτε εγγράφου. Την ευθύνη για το γεγονός ότι δεν τηρούνταν τα κατάλληλα λογιστικά βιβλία την είχε αποκλειστικά ο Gorbunov και κατ' επέκταση η Ενάγουσα, αφού ήταν ο απόλυτος ιδιοκτήτης της. Η οποιαδήποτε φορολογική δήλωση η οποία υποβλήθηκε, ήταν στη βάση των εγγράφων που δόθηκαν στους Εναγόμενους και των εντολών που είχαν λάβει από τον Gorbunov. Κύριο μέλημα των Εναγόμενων ήταν η προστασία των συμφερόντων της Ενάγουσας και γι' αυτό επανειλημμένως είχαν ζητήσει έγγραφα και διάφορα άλλα στοιχεία, απαραίτητα, για την τήρηση των λογιστικών και άλλων βιβλίων. Καταγράφεται η θέση ότι η Ενάγουσα επέδειξε τέτοια αμέλεια και/ή παράλειψη μέσω του ιδιοκτήτη της και/ή του διευθυντή της αφού αδιαφόρησε και/ή δεν μερίμνησε να παράσχει επαρκείς οδηγίες και/ή εντολές προς τους Εναγόμενους για την τήρηση του λογιστικού αρχείου και/ή αμέλησε και παρέλειψε να παράσχει τα απαιτούμενα έγγραφα ή και τα απόκρυβε από τους Εναγόμενους και/ή δεν συμμορφώθηκε στις αλλεπάλληλες υποδείξεις των Εναγόμενων και/ή αρνήθηκε και/ή δεν συνεργάστηκε για να προμηθεύσει τα στοιχεία που απαιτούντο για συμπλήρωση του αρχείου των εγγράφων που διατηρούσαν οι Εναγόμενοι, έτσι ώστε να προωθηθεί η ορθή ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Ενάγουσας και/ή η συμπλήρωση των φορολογικών εντύπων. Η ίδια η Ενάγουσα απέτυχε να προβεί εγκαίρως σε οποιαδήποτε ενέργεια ή πράξη για μετριασμό ή και αποφυγή της δήθεν ζημιάς της ή και να υποβάλει εγκαίρως αίτημα για επιστροφή του καταβληθέντος φόρου. Όσον αφορά την Υπεράσπιση της Εναγόμενης 2 αυτή επαναλαμβάνει τους ίδιους ισχυρισμούς και τα ίδια γεγονότα που καταγράφονται στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 3, 4, 5 και εγείρει προδικαστικές ενστάσεις που αφορούν την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα προώθησε την υπόθεσή της με την προσκόμιση μαρτυρίας από τέσσερεις μάρτυρες. Πρώτη έδωσε μαρτυρία η Έλενα Μακρίδη, Μ.Ε.1, διευθύντρια της εταιρείας VESTACORP LIMITED, η οποία εταιρεία παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης, εταιρικές υπηρεσίες και υπηρεσίες θεματοφύλακα δυνάμει άδειας που της παραχωρήθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Παρέθεσε τις θέσεις της σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 1 στη διαδικασία. Αναφέρθηκε στην πολυετή πείρα της και σε σχέση με τα γεγονότα κατέγραψε ότι στις 03/11/2022 είχε διοριστεί διευθύντρια της Ενάγουσας Εταιρείας στη θέση της Ντιάνα Μινάεβα, από την οποία παρέλαβε και το αρχείο της Ενάγουσας και από το αρχείο αυτό πηγάζει η γνώση της για τα γεγονότα. Πληροφορίες για την Ενάγουσα έλαβε από τον πραγματικό της δικαιούχο, Alexey Karlov, από τους λογιστές και ελεγκτές της, καθώς και από τον Gorbunov. Κατέγραψε ότι ο Gorbunov από την ίδρυση της Ενάγουσας, το 2001, μέχρι και τη διακοπή της συνεργασίας με τους Εναγόμενους 1 ‑ 5 ήταν ο συνδετικός κρίκος μεταξύ τους και του πραγματικού δικαιούχου της Ενάγουσας. Κύριος σκοπός της Ενάγουσας είναι η διεξαγωγή εργασιών γενικού εμπορίου παγκοσμίως, περιλαμβανομένης της αντιπροσώπευσης, της εμπορίας και διανομής παντώς τύπου προϊόντων ορυκτών καθώς και υπηρεσιών. Στις 21/06/2011 διορίστηκε ως γραμματέας της Ενάγουσας η εταιρεία Anmexis Corporate Services Ltd, της οποίας οι υπηρεσίες τερματίστηκαν τον Σεπτέμβριο του
- Ανατέθηκαν οι συγκεκριμένες υπηρεσίες στη δική της εταιρεία η οποία, με διοριστήριο έγγραφο ημερομηνίας 29/02/2022, ανέλαβε να παρέχει στην Ενάγουσα υπηρεσίες διαχείρισης και εταιρικές υπηρεσίες. Στα πλαίσια παροχής διοικητικών και εταιρικών υπηρεσιών προς την Ενάγουσα η ίδια διορίστηκε διευθύντριά της και σήμερα είναι η μόνη διευθύντρια. Από όσα της είχαν λεχθεί η Εναγόμενη 1 είχε αναλάβει να παρέχει στην Ενάγουσα υπηρεσίες έναντι αμοιβής αναφορικά με τη σύσταση, τη διαχείριση, τη λειτουργία και την οργάνωση ως προς τη μετοχική δομή και τη διοίκηση, συμπεριλαμβανομένης και της εκπλήρωσης των νομικών υποχρεώσεων της Ενάγουσας έναντι του Τμήματος Φόρου Εισοδήματος, του Εφόρου Εταιρειών και άλλων αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες η Εναγόμενη 1 εξέδιδε τιμολόγια τα οποία η Ενάγουσα εξοφλούσε. Η Εναγόμενη 2 είχε αναλάβει να παρέχει στην Ενάγουσα, μέχρι τον Ιούνιο του 2011, έναντι αμοιβής, λογιστικές, ελεγκτικές και φορολογικές υπηρεσίες. Για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες η Εναγόμενη 2 εξέδιδε τιμολόγια τα οποία εξοφλούνταν από την Ενάγουσα κατά τη διάρκεια των ετών της συνεργασίας τους. Η Εναγόμενη 1 διόρισε τις Εναγόμενες 3, 4 και 5 ως διευθύντριες της Ενάγουσας για συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Όσον αφορά την υπερπληρωμή του φόρου κατέγραψε ότι το έτος 2004 υπήρχε υποχρέωση υποβολής στο Τμήμα του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος, μέχρι την 01/08/2004, του υπολογισμού προσωρινής φορολογίας εταιρείας, δηλαδή υπολογισμού του φόρου που θα ήταν πληρωτέος στη βάση του υπολογισμένου φορολογητέου εισοδήματος. Υπήρχε παράλληλα δικαίωμα υποβολής αναθεωρημένου υπολογισμού πριν τις 31/12/2004 και δικαίωμα διεκδίκησης του καθ' υπέρβαση καταβληθέντος ποσού φόρου εντός προθεσμίας 6 χρόνων από τη λήξη της προθεσμίας για υποβολή της φορολογικής δήλωσης για το συγκεκριμένο έτος. Η συγκεκριμένη προθεσμία έληγε στις 31/12/
- Στις 12/08/2004 ο Gorbunov, αντιπρόσωπος του Alexey Petrov, τότε τελικού δικαιούχου της Ενάγουσας, απέστειλε προς την Εναγόμενη 2 τηλεομοιότυπο μήνυμα με το οποίο την ενημέρωνε ότι το αναμενόμενο φορολογητέο εισόδημα της Ενάγουσας, για το έτος 2004, θα ήταν $10.000.000(USD) και η Εναγόμενη 2 υπέβαλε, για λογαριασμό της Ενάγουσας, στις 31/08/2004, υπολογισμό προσωρινής φορολογίας της εταιρείας για το
- Στις 12/10/2004 υποβλήθηκε από την Εναγόμενη 2 αναθεωρημένος υπολογισμός προσωρινής φορολογίας, ενώ τον Δεκέμβριο του 2004 υποβλήθηκε εκ νέου αναθεωρημένος υπολογισμός φορολογίας σύμφωνα με τον οποίο ο πληρωτέος φόρος για το έτος 2004 ήταν Λ.Κ182.410, ήτοι €311.665,
- Το συγκεκριμένο ποσό καταβλήθηκε από την Ενάγουσα. Ενάμιση χρόνο πριν λήξει η προθεσμία των 6 χρόνων για την ανάκτηση της όποιας υπερπληρωμής φόρου, συγκεκριμένα στις 12/01/2010, ο Gorbunov απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα σε υπάλληλο της Εναγόμενης 2 στο οποίο επισύναψε τη δανειακή σύμβαση μεταξύ της Audley Group Limited και της Ενάγουσας και της ζήτησε όπως προχωρήσει με τη διαδικασία διόρθωσης του φόρου που καταβλήθηκε για το
- Στις 04/02/2010 η υπάλληλος της Εναγόμενης 2 ζήτησε από τον Gorbunov όπως της αποστείλει την αρχική συμφωνία ημερομηνίας 24/01/2003, την οποία ο Gorbunov απέστειλε αυθημερόν. Όμως, παρά και την υπενθύμιση του Gorbunov προς την Εναγόμενη 2, ημερομηνίας 13/09/2010 και την προθυμία του να ταξιδέψει για να προωθήσει το θέμα, η Εναγόμενη 2 δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα για επιστροφή του φόρου, μέχρι και τα μέσα του 2011 που διακόπηκε η συνεργασία μεταξύ τους. Η εταιρεία Anmexis ανάθεσε, στις 19/07/2012, στο ελεγκτικό γραφείο KPMG την εκτέλεση των ελεγκτικών εργασιών που αφορούσαν την Ενάγουσα. Η KPMG διαπίστωσε ότι ο πραγματικός οφειλόμενος φόρος της Ενάγουσας, για το 2004, ανερχόταν στο ποσό των €5.041,
- Καταγράφει ότι η Εναγόμενη 2 όχι μόνο δεν προέβη στα απαραίτητα διαβήματα ώστε να διορθώσει την υπερπληρωμή του φόρου για το 2004 έγκαιρα, αλλά ούτε καν προειδοποίησε ή ενημέρωσε την Ενάγουσα και/ή τον Gorbunov για την προθεσμία άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος. Η προθεσμία για τη διεκδίκηση της υπερπληρωμής γνωστοποιήθηκε στην Ενάγουσα από την KPMG. Η επιστροφή της υπερπληρωμής του φόρου, η οποία ανέρχονταν σε €306.623,99, μπορούσε να διεκδικηθεί από το Τμήμα Φορολογίας, από την Εναγόμενη 2, αφού από τις 12/01/2010 είχε στην κατοχή της το σχετικό συμβόλαιο το οποίο είχε διαβιβαστεί από τον Gorbunov με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Μπορούσε επίσης να διεκδικηθεί από την Εναγόμενη 5, αφού ήταν διευθύντρια της Ενάγουσας και θα έπρεπε να έχει στενή επικοινωνία με την Εναγόμενη
- Στις 30/05/2014 οι δικηγόροι της Ενάγουσας, σε συνεργασία με τους ελεγκτές της, διαβίβασαν επιστολή προς τον Έφορο Φόρου Εισοδήματος για συμψηφισμό του ποσού ύψους €209.503,41, που η Ενάγουσα χρωστούσε ως φόρο για τα έτη 2001 μέχρι 2010, με το ποσό της υπερπληρωμής των €306.623,
- Το συγκεκριμένο αίτημα απορρίφθηκε στις 20/10/2014, λόγω του ότι είχε παρέλθει η προθεσμία των 6 χρόνων. Υποστήριξε ότι η Ενάγουσα υπέστη χρηματική ζημιά ύψους €306.623,
- Παρά το γεγονός ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 παρείχαν υπηρεσίες προς την Ενάγουσα και οι Εναγόμενες 3‑5 ήταν διευθύντριες της, ουσιαστικά αδιαφορούσαν για την αναζήτηση στοιχείων τα οποία χρειάζονταν με σκοπό την ετοιμασία των φορολογικών δηλώσεων και οικονομικών καταστάσεων για τα προηγούμενη έτη από τον Gorbunov ή τον Alexey Petrov. Σχολιάζει το γεγονός ότι ζητήθηκε από υπάλληλο της Εναγόμενης 1, στις 12/04/2007, όπως διαβιβαστεί ηλεκτρονικά από τον Gorbunov το λογιστικό φύλλο της Ενάγουσας για τα έτη 2001-2003, παρά το γεγονός ότι το κατείχαν σε έγγραφη μορφή. Ζήτησαν εκτός από το συγκεκριμένο φύλλο, 9 μήνες μετά, στις 23/01/2008, από τον Gorbunov αντίγραφα των συμβολαίων που επισυνάπτονταν σε λίστα. Ο Gorbunov ενημέρωσε την ίδια μέρα ότι τα είχε παραδώσει, σε δύο σακούλες, κατά την διάρκεια επίσκεψής του στην Κύπρο μεταξύ των ημερομηνιών 03/03/2005 με 04/03/2005 στον τότε διευθυντή της Εναγόμενης
- Τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν ανευρέθηκαν και λόγω του ότι ο Gorbunov δεν είχε κρατήσει αντίγραφα έπρεπε να ανευρεθούν αντίγραφα. Στάλθηκαν αντίγραφα των συμβολαίων στις 09/02/
- Στις 10/09/2009 διαβιβάστηκε ηλεκτρονικό μήνυμα από την Brigid Χρυσοστόμου, υπάλληλο της Εναγόμενης 2, στον Gorbunov με το οποίο τον ενημέρωνε ότι θα επικοινωνούσαν μαζί του αναφορικά με ερωτήματα που είχαν. Στις 15/10/2009 διαβιβάστηκε, στον Gorbunov, ανανεωμένη λίστα με εκκρεμότητες που αφορούσαν την Ενάγουσα. Στις 31/03/2010 είχε σταλεί ηλεκτρονικό μήνυμα, από τον τότε διευθυντή της Εναγόμενης 2, στον Gorbunov με το οποίο τον πληροφορούσε ότι η Εναγόμενη 2 δεν ήταν σε θέση να ολοκληρώσει την εργασία της λόγω ελλείψεως υποστηρικτικών εγγράφων, χωρίς όμως να εξειδικεύει τα υποστηρικτικά έγγραφα που ήταν αναγκαία. Ακολούθησε ηλεκτρονικό μήνυμα του Gorbunov, στις 15/04/2010, το οποίο απαντήθηκε από τον τότε διευθυντή της Εναγόμενης 2 στις 16/04/
- Λόγω του ότι είχαν χαθεί οι καταστάσεις λογαριασμού της Ενάγουσας, για την περίοδο 2002-2005, στην Deutsche Bank AG έπρεπε να ληφθούν αντίγραφα τα οποία απαιτούσαν χρόνο και χρήμα, ιδιαίτερα λόγω του ότι ο λογαριασμός είχε κλείσει το
- Ακολούθησε ανταλλαγή πολλών ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ του Gorbunov, της Χρυσοστόμου και του τότε διευθυντή της Εναγόμενης 2, το περιεχόμενο των οποίων επαναλαμβάνεται και σχολιάζεται. Το ίδιο ισχύει και για την παράδοση των εγγράφων της Ενάγουσας στην Anmexis Corporate Services Ltd, η οποία είχε αποφασιστεί από τον Gorbunov στις 21/06/
- Στις 19/07/2012 διορίστηκαν, ως Ελεγκτές της Ενάγουσας, η KPMG οι οποίοι μέσα σε 5 μήνες κατάφεραν και ολοκλήρωσαν την εργασία, ήτοι τις οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας για τα έτη 2001- 2010, στις 13/12/
- Κατά τη δική της άποψη λόγω του αντί - επαγγελματισμού και της αδιαφορίας της Εναγόμενης 2 χάθηκε η προθεσμία για επιστροφή της υπερπληρωμής του φόρου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το βιογραφικό της σημείωμα, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών που αφορά την εταιρεία VESTACORP LTD, τους Διευθυντές και τους Γραμματείς της, ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της άδειας με αριθμό 191/96 που αφορά την εταιρεία VESTACORP LTD, ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο από την ιστοσελίδα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που αφορά τις θυγατρικές εταιρείες της VESTACORP LTD, ως Τεκμήριο 5 δέσμη εγγράφων που εκτυπώθηκαν από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών και αφορούν την Ενάγουσα Εταιρεία, ως Τεκμήριο 6 δέσμη εγγράφων του Εφόρου Εταιρειών που αφορά τη σύσταση της Εναγόμενης 1, ως Τεκμήριο 7 εκτύπωση από την ιστοσελίδα της Εναγόμενης 1, ως Τεκμήριο 8 δέσμη εγγράφων που αφορά την Εναγόμενη 2 εταιρεία, όπως αυτή εκτυπώθηκε από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών, ως Τεκμήριο 9 μια σύμβαση μεταξύ της VESTACORP LTD και της Ενάγουσας ημερομηνίας 29/09/2022, ως Τεκμήριο 10 δέσμη από τιμολόγια της Εναγόμενης 1 που αφορούν τις ημερομηνίες από 01/11/2004 μέχρι και 19/02/2008, ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο της λογιστικής σελίδας της Ενάγουσας της Εναγόμενης 1, ως Τεκμήριο 12 κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας ημερομηνίας 15/10/2012, ως Τεκμήριο 13 σύμβαση συνεργασίας «letter of engagement» μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 26/04/2001, ως Τεκμήριο 14 τις οδηγίες της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 2 με ημερομηνία 25/08/2008, ως Τεκμήριο 15 δέσμη τιμολογίων της Εναγόμενης 2 προς την Ενάγουσα για την περίοδο 10/12/2004 μέχρι και 30/12/2008, ως Τεκμήριο 16 αντίγραφο από τη σελίδα των λογιστικών βιβλίων της Ενάγουσας, ως Τεκμήριο 17 αντίγραφο του φαξ ημερομηνίας 12/08/2004 που διαβίβασε ο Gorbunov προς την Εναγόμενη 2, ως Τεκμήριο 18 αντίγραφο του εγγράφου που υποβλήθηκε στο Γραφείο Φόρου Εισοδήματος ημερομηνίας 25/06/2004, ως Τεκμήριο 19 έντυπο υπολογισμού προσωρινής φορολογίας, το οποίο παραλήφθηκε από το Γραφείο Εισπράξεως Φόρων στις 12/10/2014, ως Τεκμήριο 20 έντυπο που υποβλήθηκε στον Φόρο Εισοδήματος 08/12/2004, ως Τεκμήριο 21 απόδειξη εισπράξεως του Φόρου Εισοδήματος ημερομηνίας 14/12/2004 για το ποσό των Λ.Κ.52.076,67, ως Τεκμήριο 22 δέσμη εγγράφων που απαρτίζεται από ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 12/01/2010 στην οποία είναι επισυνημμένη ανυπόγραφη σύμβαση μεταξύ της Audley Group LTD και της Ενάγουσας, ως Τεκμήριο 23 ηλεκτρονικό μήνυμα με ημερομηνία 13/01/2010, ως Τεκμήριο 24 δέσμη εγγράφων ημερομηνίας 04/02/2010 με τα οποία ζητείται η αποστολή της πρωτότυπης σύμβασης, ως Τεκμήριο 25 ηλεκτρονικό μήνυμα από τον Gorbunov προς την κα Χρυσοστόμου ημερομηνίας 13/10/2010, ως Τεκμήριο 26 αλληλογραφία μεταξύ της τότε διευθύντριας της Ενάγουσας προς τον τότε δικηγόρο της εταιρείας, ως Τεκμήριο 27 ηλεκτρονικό μήνυμα από τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού προς τον Gorbunov σε σχέση με ερωτήματα που αφορούσαν τραπεζικά θέματα, ως Τεκμήριο 28 επιστολή ημερομηνίας 30/05/2014 από τον τότε δικηγόρο της Ενάγουσας προς τον Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, ως Τεκμήριο 29 απαντητική επιστολή του Εφόρου Φορολογίας ημερομηνίας 20/10/2014, ως Τεκμήριο 30 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12/04/2007, ως Τεκμήριο 31 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 23/01/2008 στο οποίο υπάρχει και μήνυμα ημερομηνίας 14/01/2008, ως Τεκμήριο 32 ηλεκτρονικά μηνύματα ημερομηνίας 20/03/2008, ως Τεκμήριο 33 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 20/03/2008 του Gorbunov προς την Εναγόμενη 2, ως Τεκμήριο 34 έγγραφο που συνιστά ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 11/12/2008, το οποίο δεν είναι ευκρινές, ως Τεκμήριο 35 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 09/02/2009 από τον Gorbunov προς τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού, ως Τεκμήριο 36 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 19/02/2009 από τον Gorbunov προς τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού, ως Τεκμήριο 37 ηλεκτρονικό μήνυμα από τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού προς τον Gorbunov με ημερομηνία 19/02/2009, ως Τεκμήριο 38 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 10/09//2009 από τον Gorbunov και απαντητικό μήνυμα εκ μέρους της Εναγόμενης 2, ως Τεκμήριο 39 ηλεκτρονικό μήνυμα με ημερομηνία 17/11/2009 από υπάλληλο της Eναγόμενης 2 προς τον Gorbunov, ως Τεκμήριο 40 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 14/01/2010 από τον Gorbunov προς την Eναγόμενη 2 καθώς και δέσμη εγγράφων, ως Τεκμήριο 41 ηλεκτρονικό μήνυμα της Eναγόμενης 2 προς τον Gorbunov ημερομηνίας 31/03/2010, ως Τεκμήριο 42 ηλεκτρονικό μήνυμα μαζί με επιστολή του Gorbunov ημερομηνίας 15/04/2010 καθώς και απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα από την Εναγόμενη 2 ημερομηνίας 16/04/2010, ως Τεκμήριο 43 ηλεκτρονικό μήνυμα του Gorbunov προς την κα Χρυσοστόμου ημερομηνίας 20/04/2010, ως Τεκμήριο 44 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 26/04/2010 από την Χρυσοστόμου προς τον Gorbunov και απαντητικό μήνυμα από τον Gorbunov προς την κα Χρυσοστόμου της ίδιας ημερομηνίας, ως Τεκμήριο 45 τα ηλεκτρονικά μηνύματα ημερομηνιών 02/06/2010 και 17/06/2010 από τον Gorbunov προς την Εναγόμενη 2, ως Τεκμήριο 46 ηλεκτρονικό μήνυμα του Gorbunov προς την Εναγόμενη 2 εταιρεία ημερομηνίας 21/06/2010, ως Τεκμήριο 47 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 05/07/2010 από τον Gorbunov προς την Εναγόμενη 2, ως Τεκμήριο 48 ηλεκτρονικό μήνυμα από τον Gorbunov προς την Εναγόμενη 2 ημερομηνίας 08/07/2010, ως Τεκμήριο 49 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 13/10/2010 από τον Gorbunov προς την Εναγόμενη 2, ως Τεκμήριο 50 δέσμη εγγράφων και ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 13/07/2010, ως Τεκμήριο 51 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 14/07/2010, ως Τεκμήριο 52 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 31/08/2010 από την Εναγόμενη 2 προς τον Gorbunov, ως Τεκμήριο 53 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 16/09/2010, ως Τεκμήριο 54 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 22/11/2010, ως Τεκμήριο 55 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 26/11/2010, ως Τεκμήριο 56 επιστολή προς τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού ημερομηνίας 22/12/2010, ως Τεκμήριο 57 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 05/01/2011 από μ. Παναγιώτη Στυλιανού, ως Τεκμήριο 58 ηλεκτρονικό μήνυμα 21/06/2011 μαζί με επιστολή από τον Gorbunov προς την Eναγόμενη 2, ως Τεκμήριο 59 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 22/06/2011 μαζί με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 23/06/2011, ως Τεκμήριο 60 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 13/07/2011 μαζί με αλληλογραφία που ακολούθησε στις 18 και 19 Ιουλίου 2011, ως Τεκμήριο 61 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 13/10/2011, ως Τεκμήριο 62 δέσμη εγγράφων που αφορά ηλεκτρονικά μηνύματα των ημερομηνιών 12/10/2011, 18/07/2011, 13/07/2011 και 01/07/2011, ως Τεκμήριο 63 δέσμη εγγράφων που αφορά ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 20/12/11 και 21/12/11 μαζί με τιμολόγιο, ως Τεκμήριο 64 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 16/01/2012, ως Τεκμήριο 65 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 19/01/12, ως Τεκμήριο 66 ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της κας Χρυσοστόμου και της κας Καραπατέα με ημερομηνία 19/01/2012, ως Τεκμήριο 67 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 23/01/2012 και απάντηση ημερομηνίας 24/01/2013, ως Τεκμήριο 68 ηλεκτρονικό μήνυμα μεταξύ των μερών ημερομηνίας 23/01/2012, ως Τεκμήριο 69 δέσμη εγγράφων που αφορά τα ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν στις 06/02/2012 και 16/02/2012, ως Τεκμήριο 70 τις οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας για τα έτη 2001 ‑ 2010 όπως ετοιμάστηκαν από το ελεγκτικό γραφείο KPMG, ως Τεκμήριο 71 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 25/06/2008 και ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 02/07/2008, ως Τεκμήριο 72 έρευνα στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την Ενάγουσα εταιρεία και ως Τεκμήριο 73 έντυπο του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ως αυτό εκτυπώθηκε από το Σύστημα Πληροφοριών. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση δέσμη εγγράφων με ημερομηνία 04/03/2009 μέχρι και 25/10/2012 και ως Τεκμήριο Β προς αναγνώριση δέσμη εγγράφων που αφορούν τιμολόγια της Εναγόμενης 2 προς την Ενάγουσα με ημερομηνίες 27/02/2009 μέχρι και 05/07/
- Ως Τεκμήριο Γ προς αναγνώριση κατατέθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα της Εναγόμενης 2 προς τον Gorbunov με το οποίο ενημερωνόταν για τις έρευνες της ΜΟΚΑΣ σε σχέση με την Ενάγουσα. Αντεξεταζόμενη, η Μ.Ε.1, παραδέχθηκε ότι η δική της εταιρεία προσφέρει διοικητικές υπηρεσίες και ότι δεν εντάσσονται, στο προσωπικό της εταιρείας, άτομα με νομική κατάρτιση. Όμως προώθησε τη θέση ότι η εταιρεία της συνεργάζεται με δικηγόρους, έτσι ώστε να μπορεί να παρέχει υπηρεσίες εγγεγραμμένου γραφείου. Υποστήριξε ότι η εταιρεία της φέρει ευθύνη για οτιδήποτε πράξει εκ μέρους της εταιρείας στην οποία προσφέρει τις υπηρεσίες. Ερωτηθείσα ανάφερε ότι ασκεί τα καθήκοντα διευθύντριας της Ενάγουσας για ένα περίπου χρόνο και εξήγησε ότι τον Gorbunov τον είχε δει δύο με τρεις φορές, πριν διοριστεί διευθύντρια της Ενάγουσας, όταν επισκέφθηκε τη Μόσχα, για να λάβει οδηγίες. Ανέφερε ότι δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον Αlexey Petrov, τότε τελικό δικαιούχο της Ενάγουσας, όμως γνωρίζει τον σημερινό τελικό δικαιούχο της τον Αlexey Karlov. Εξήγησε ότι ο Gorbunov εκπροσωπούσε τον Karlov, ο οποίος ήταν πελάτης της εταιρείας της και ο οποίος γνώριζε τον Petrov. Ο Karlov είχε συνεργαστεί με τον Petrov και οι συγκεκριμένες συνεργασίες τύχαιναν διαχείρισης από τον Gorbunov εκ μέρους του Petrov. Ήταν σε γνώση της ότι η συνεργασία με τον Gorbunov τερματίστηκε όταν ανέλαβε ο Karlov ως δικαιούχος της Ενάγουσας, όμως δεν γνώριζε τι προβλήματα είχε προκαλέσει ο Gorbunov στην Ενάγουσα και τους λόγους της απόλυσής του. Ερωτηθείσα ανάφερε ότι η Ενάγουσα ασχολείται με επενδύσεις σε ακίνητα για σκοπούς ενοικίασης και ότι κατέχει ακίνητα στην Κυπριακή Δημοκρατία, συγκεκριμένα τρία διαμερίσματα, τα οποία ενοικιάζει με σκοπό το κέρδος. Προηγουμένως ασχολείτο με γενικό εμπόριο. Οι σημερινοί ελεγκτές της είναι η εταιρεία Cosmoco όμως, όσον αφορά τα έτη 2001 με 2012, ελεγκτές ήταν η KPMG και προηγουμένως η Moore Stevens. Συμφώνησε ότι η Ενάγουσα έχει αλλάξει 5 ελεγκτικά γραφεία από το 2001 μέχρι το
- Εξήγησε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία δεν έχει υπαλλήλους αλλά έχει μόνο διευθυντές, οι οποίοι την εκπροσωπούν. Συμφώνησε ότι ο Gorbunov διαχειριζόταν, μέχρι την παύση του, αποκλειστικά όλες τις δραστηριότητες που είχαν σχέση με τις επιχειρήσεις της Ενάγουσας. Όμως προώθησε τη θέση ότι δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις δραστηριότητές της που σχετίζονται με το νομικό πλαίσιο και τις υποχρεώσεις της προς τις Κυπριακές Αρχές, εξ' ου και πλήρωνε τους Εναγόμενους για να εκτελέσουν το συγκεκριμένο καθήκον. Αναγνώρισε το έγγραφο που της υποδείχθηκε ως πληρεξούσιο έγγραφο από την Ενάγουσα προς τον Gorbunov, το οποίο είχε εκδοθεί στις 26/07/2001 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Παραδέχθηκε ότι λόγω του γεγονότος ότι η Ενάγουσα δεν είχε υπαλλήλους ο καθορισμός των εσόδων της ήταν αρμοδιότητα του Gorbunov, ο οποίος έλεγχε και διοικούσε την Ενάγουσα Εταιρεία. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 9 παραδέχθηκε ότι η δική της εταιρεία, που παρέχει στην Ενάγουσα υπηρεσίες διοίκησης, αποκλείει την ευθύνη για αμέλεια και αναγνώρισε ότι είναι ο διευθυντής, ο οποίος καθορίζεται, που λογοδοτεί στον τελικό δικαιούχο της Εταιρείας. Παράλληλα, προβλέπεται στο συγκεκριμένο συμβόλαιο πρόνοια για παροχή κάλυψης για οποιανδήποτε ενέργεια διενεργηθεί στα πλαίσια των εργασιών του εντολοδόχου διευθυντή. Υποστήριξε ότι ο διευθυντής ή ο γραμματέας της εταιρείας υπογράφει όλες τις οικονομικές καταστάσεις της και τις φορολογικές της δηλώσεις. Λόγω της εμπειρίας της μπορούσε να συμπεράνει ότι η Εναγόμενη 1 παρείχε προς την Ενάγουσα υπηρεσίες διευθυντών, ότι οι συγκεκριμένοι διευθυντές εκπροσωπούσαν την εταιρεία στις Κυπριακές Αρχές και ότι για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες η Εναγόμενη 1 εξέδιδε τιμολόγια. Σε ερώτηση που της τέθηκε παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη 1 παρείχε στην Ενάγουσα υπηρεσίες εγγεγραμμένου γραφείου και την χρέωνε το ποσό των Λ.Κ.300 για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες. Συμφώνησε ότι στα τιμολόγια δεν είχαν χρεωθεί υπηρεσίες που αφορούσαν το Τμήμα Φορολογίας καθώς επίσης και ότι τα τιμολόγια που εκδόθηκαν, από την Εναγόμενη 1, πράγματι αντιπροσώπευαν υπηρεσίες οι οποίες είχαν παρασχεθεί προς την Ενάγουσα. Όμως προώθησε τη θέση ότι η Εναγόμενη 1 χρέωσε ως πραγματικά έξοδα, συγκεκριμένα το ποσό των Λ.Κ.15, για υπηρεσίες τις οποίες δεν παρείχε, ήτοι για την καταχώριση της ετήσιας οικονομικής έκθεσης της Ενάγουσας στον Έφορο Εταιρειών για το
- Συμφώνησε ότι για να υποβληθούν οι ετήσιες εκθέσεις θα έπρεπε να υπήρχαν τραπεζικοί λογαριασμοί της Ενάγουσας, οι οποίοι δεν υπήρχαν. Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 1 χρέωσε για γραμματειακές υπηρεσίες, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και η καταχώρηση των οικονομικών και ετήσιων εκθέσεων της Ενάγουσας στον Έφορο Εταιρειών, τις οποίες δεν παρείχε λόγω του ότι οι συγκεκριμένες εκθέσεις δεν υπήρχαν. Παρά το γεγονός αυτό η Εναγόμενη 1 συνέχισε να χρεώνει πραγματικά έξοδα και ο πελάτης αφέθηκε με την εντύπωση ότι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες προσφέρονταν. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 11 και 12 ερωτηθείσα υποστήριξε ότι τα εντόπισε στον φάκελο που της είχε παραδοθεί από τον προηγούμενο δικηγόρο της Ενάγουσας και εξήγησε ότι ήταν στην κατοχή της Εναγόμενης
- Παραδέχθηκε ότι η πληρωμή του φόρου, που είχε γίνει το 2004, είχε γίνει στη βάση της πρόβλεψης ότι η Ενάγουσα θα είχε κέρδος ύψους $10.000.000(USD), την οποία πρόβλεψη είχε διαβιβάσει ο Gorbunov, με επιστολή του, προς τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού, διευθυντή της Εναγόμενης
- Συμφώνησε με τη θέση ότι πράγματι ο Gorbunov είχε δώσει οδηγίες να γίνει η πληρωμή του φόρου, ως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 και ότι ο φόρος αναλογούσε στο ποσό των €311.655,
- Επίσης, συμφώνησε ότι ενόψει του γεγονότος ότι ο έλεγχος των δραστηριοτήτων της Ενάγουσας ήταν στα χέρια του Gorbunov, εκείνος ήταν ο γνώστης του προβλεπόμενου εισοδήματος της Ενάγουσας. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 22 υποστήριξε ότι η ίδια ερμήνευσε το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τεκμηρίου με βάση την συζήτηση που είχε με τον Gorbunov και ενόψει των όσων ο ίδιος της είχε αναφέρει. Ερωτηθείσα για την εταιρεία Audley Group ισχυρίστηκε ότι είχε τον ίδιο ιδιοκτήτη με την Ενάγουσα και εξήγησε ότι το άτομο που έδινε τις οδηγίες στη συγκεκριμένη εταιρεία ήταν ο Gorbunov, ο οποίος έλεγχε ή και εκτελούσε τις οδηγίες των πραγματικών δικαιούχων. Υποστήριξε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει κατά πόσο το Τεκμήριο 22, το οποίο είχε προχρονολογηθεί και έχει διαβιβαστεί στους ελεγκτές, ήταν αυθεντικό και παράπεμψε για εξηγήσεις στον Gorbunov. Όμως παραδέχθηκε ότι η δική της εταιρεία δεν θα αποδεχόταν μια ανυπόγραφη συμφωνία για να αξιώσει επιστροφή του φόρου. Επέμενε στη θέση της ότι η συγκεκριμένη συμφωνία που συνιστά το Τεκμήριο 22 δεν ήταν ψεύτικη συμφωνία, όμως δεν γνώριζε κατά πόσο είχε εισαχθεί στα βιβλία της Ενάγουσας. Η ίδια γνώριζε όσα της είχαν λεχθεί από τον Gorbunov, γι' αυτό και δεν γνώριζε κατά πόσο υπογράφτηκε η συγκεκριμένη συμφωνία. Όμως δεν την εντόπισε στα λογιστικά βιβλία της Ενάγουσας, που αφορούσαν το έτος 2004, τη συγκεκριμένη συμφωνία. Η ίδια γνώριζε αυτά που της είχε αναφέρει ο Gorbunov, δηλαδή ότι η συγκεκριμένη συμφωνία είχε χαθεί. Ερωτηθείσα ανάφερε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο το Τεκμήριο 24 είχε διαβιβαστεί σε οποιονδήποτε ή κατά πόσο είχε εκτελεστεί. Σε ερωτήσεις που της τέθηκαν δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πώς λειτουργεί η απαίτηση για επιστροφή της υπερπληρωμής του φόρου. Με αναφορά στο Τεκμήριο 29 της υποβλήθηκε ότι η ίδια επέλεξε να μην παρουσιάσει την επιστολή ημερομηνίας 28/05/2015 σκόπιμα γιατί σε εκείνη καταγράφετο, από τον Φόρο Εισοδήματος, ότι πιθανόν να υπάρχουν αλλότρια κίνητρα στο αίτημα για επιστροφή του φόρου. Κατά τη δική της άποψη από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή της η Εναγόμενη 2 δεν είχε λάβει οποιοδήποτε μέτρο για διόρθωση του φόρου που είχε καταβληθεί σε σχέση με το έτος
- Ερωτηθείσα ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τι παρουσιάστηκε στην εταιρεία KPMG, έτσι ώστε να προχωρήσει στους δικούς της ελέγχους. Αυτά που γνώριζε, στην έκταση που τα γνώριζε, της τα είχε αναφέρει ο Gorbunov. Όταν της υποβλήθηκε ότι η Eναγόμενη 2 δεν προσέφερε προς την Ενάγουσα υπηρεσίες φορολογίας, η ίδια προώθησε τη θέση ότι από όσα είχε διαβάσει υπήρχε και συμφωνία παραχώρησης υπηρεσιών φορολογίας και ότι δεν είχε δει, στα ηλεκτρονικά μηνύματα που είχαν ανταλλαχθεί, να καταγράφεται η προθεσμία των 6 χρόνων. Όταν της υποβλήθηκε ότι το Τεκμήριο 27 δεν καταγράφει τα όσα η ίδια προώθησε ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν τιμολόγια που αφορούσαν τον φόρο. Η ίδια παραδέχθηκε ότι η Ενάγουσα τηρεί λογαριασμούς σε γερμανική τράπεζα και ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός τηρείτο μέχρι το τέλος του 2005 και ότι χειριστής του συγκεκριμένου λογαριασμού ήταν ο Gorbunov. Επίσης, παραδέχθηκε ότι λογαριασμούς, από τη γερμανική τράπεζα, είχε εξασφαλίσει ο Gorbunov περί το τέλος του 2010 με αρχές του 2011, λίγο πριν διακόψει τη συνεργασία του με τους Εναγόμενους 1 και
- Παραδέχθηκε ότι ένας ελεγκτής, που ελέγχει τα βιβλία μίας συγκεκριμένης εταιρείας, θα πρέπει να έχει στην κατοχή του όχι μόνο όλα τα έγγραφα αλλά και τους λογαριασμούς της συγκεκριμένης εταιρείας στις τράπεζες. Παραδέχθηκε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός στην γερμανική τράπεζα είχε κλείσει, όμως δεν γνώριζε τον λόγο για τον οποίο είχε κλείσει. Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι η Ενάγουσα είχε οδηγηθεί στο Δικαστήριο, στην Γερμανία, με ισχυρισμό για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Γνώριζε ότι είχε εκδοθεί απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ο συγκεκριμένος ισχυρισμός. Συμφώνησε με την υποβολή ότι ένας ελεγκτής πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός με τη δουλειά του όταν υπάρχουν υποψίες για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος από τον πελάτη του και ότι αν η ίδια είχε πελάτη, για τον οποίο εκκρεμούσε υπόθεση που να αφορά ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, θα τον έδιωχνε από πελάτη της. Ερωτηθείσα απάντησε ότι δεν γνώριζε ότι ο Gorbunov έτυχε διερεύνησης και από την Μονάδα ΜΟΚΑΣ της Κύπρου. Όσον αφορά τη θέση ότι έγγραφα που παρουσίασε ο Gorbunov στην Eναγόμενη 2 είχαν χαθεί, εξήγησε ότι είχε ενημερωθεί για το συγκεκριμένο γεγονός από τον Gorbunov και ότι δεν το γνώριζε προσωπικά η ίδια. Από την αλληλογραφία που η ίδια είχε δει και από τα λόγια του Gorbunov, ότι δεν είχε κρατήσει αντίγραφα των συγκεκριμένων εγγράφων, υποστήριξε ότι ήταν πολύ χρονοβόρο να εντοπίσει αντίγραφα αλλά και τις ίδιες τις συμφωνίες έτσι ώστε να τις παρουσιάσει. Ερωτηθείσα σε σχέση με την υπερπληρωμή του φόρου, η οποία είχε γίνει το 2004, ισχυρίστηκε ότι για το συγκεκριμένο θέμα θα πρέπει να ρωτηθεί ο Gorbunov που γνώριζε τα γεγονότα. Υποστήριξε ότι η ίδια δεν μπορούσε να κρίνει κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 5 ήταν αμελείς ή κατά πόσο έκαναν σωστά την δουλειά τους. Σχετικά με την ετοιμασία και υποβολή λογαριασμών παραδέχθηκε ότι από το 2019 και μετά δεν είχαν υποβληθεί λογαριασμοί γιατί ήταν λίγο δύσκολη η επικοινωνία με την προηγούμενη διευθύντρια της Ενάγουσας για να παραληφθούν τα αρχεία και να ξεκινήσει η ετοιμασία. Όμως δήλωσε ότι η δική της εταιρεία εργάζεται πάνω στους συγκεκριμένους λογαριασμούς, οι οποίοι θα υποβληθούν σύντομα. Παράλληλα, εξήγησε ότι καταχωρίστηκε και αγωγή εναντίον της πρώην διευθύντριας της Ενάγουσας, η οποία καταχράστηκε λεφτά της εταιρείας για δικές της επιχειρήσεις. Παραδέχθηκε ότι η εταιρεία KPMG δεν είχε κατηγορήσει τους προηγούμενους ελεγκτές της Ενάγουσας και προώθησε τη θέση ότι αυτό που είχε αναφέρει είναι ότι υπάρχουν επιβαρύνσεις λόγω καθυστέρησης υποβολής των ετήσιων λογαριασμών. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Κώστα Kαλιά, Μ.Ε.2, ο οποίος κατέγραψε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 2 στη διαδικασία. Στην γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι είναι συνέταιρος στον ελεγκτικό οίκο KPMG και ασκεί το επάγγελμά του ελεγκτή για 28 και πλέον χρόνια. Σύμφωνα με την εμπειρία του στην KPMG, τα έγγραφα οποιασδήποτε εταιρείας και τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή ελέγχου φυλάγονται για 7 χρόνια από την ημερομηνία διεκπεραίωσης του ελέγχου. Αναφορικά με τις οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας για τα έτη 2001 ‑ 2010 ο ίδιος δεν μπορούσε να τις επιβεβαιώσει, αφού ο διορισμός της δικής του ελεγκτικής εταιρείας έγινε το
- Όσον αφορά τη γνώμη που είχε εκφράσει, σε σχέση με τον έλεγχο που διενεργήθηκε για τα έτη 2001 - 2010, κατέγραψε ότι το διοικητικό συμβούλιο μιας εταιρείας είναι υπεύθυνο για την κατάρτιση οικονομικών καταστάσεων που δίνουν την αληθινή και δίκαιη εικόνα της εταιρείας, σύμφωνα και με τις απαιτήσεις του περί Εταιρειών Νόμου. Η ευθύνη του ελεγκτή είναι να εκφράσει γνώμη επί των οικονομικών καταστάσεων μετά την διενέργεια ελέγχου, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα που απαιτούν τη συμμόρφωση με τους κανόνες δεοντολογίας, καθώς και του ελέγχου με σκοπό τη διασφάλιση ότι οι οικονομικές καταστάσεις είναι απαλλαγμένες από οποιοδήποτε ουσιώδεις σφάλμα. Ο έλεγχος περιλαμβάνει τη διενέργεια διαδικασιών για την απόκτηση ελεγκτικών τεκμηρίων σχετικά με τα ποσά καθώς και τις γνωστοποιήσεις στις οικονομικές καταστάσεις. Αναφορικά με τις οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας ισχυρίστηκε ότι οι οικονομικές καταστάσεις της για τα έτη 2001 - 2010 δίνουν την αληθινή και δίκαιη εικόνα της χρηματικής οικονομικής θέσης της. Προκύπτει ότι κατά τον χρόνο διορισμού της KPMG είχε τεθεί υπόψη τους ότι το 2004 είχε καταβληθεί ως προσωρινή φορολογία, ως καθορίστηκε από τη διεύθυνση της Ενάγουσας, το ποσό των Λ.Κ182,410 το οποίο αποτελούσε υπερπληρωμή. Είχαν ενημερώσει, την τότε Διευθύντρια της Ενάγουσας, ότι δεν μπορούσε να γίνει αξίωση για επιστροφή λόγω του ότι είχε παρέλθει η προθεσμία των 6 ετών. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου για το έτος 2004 είχε διαπιστωθεί ότι η φορολογία ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.2.951 και ότι υπήρχε υπερπληρωμή για το ποσό των Λ.Κ.179.
- Ενώπιον του Δικαστηρίου υποδείχθηκε στον μάρτυρα το Τεκμήριο 70 και ερωτηθείς ανάφερε ότι το μόνο που αναγνωρίζει στις συγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις είναι η υπογραφή του και το audit report. Δεν μπορούσε να σχολιάσει τους αριθμούς γιατί δεν υπήρχαν στοιχεία. Όσον αφορά τους λογαριασμούς του 2010 ο ίδιος είχε διατυπώσει μία επιφύλαξη ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Για τις προηγούμενες χρονιές δεν είχε οποιεσδήποτε επιφυλάξεις. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τι είχε συμβεί 12 χρόνια πριν και ποιος είχε δώσει τις οδηγίες εκ μέρους της Ενάγουσας. Παραδέχθηκε ότι δεν μπορεί ένας επαγγελματίας ελεγκτής να προβεί σε έλεγχο οποιασδήποτε εταιρείας χωρίς να έχει στην κατοχή του τις τραπεζικές καταστάσεις της εταιρείας. Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο τους είχαν παρασχεθεί, κατά τον έλεγχο, καταστάσεις από την Deutsche Bank. Συμφώνησε ότι εάν γνώριζε, ως ελεγκτής, ότι η εταιρεία διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στο εξωτερικό θα διαβίβαζε επιστολή στην Τράπεζα για να λάβει πληροφόρηση κατά πόσο αυτά που αναφέρει ο πελάτης, σε σχέση με τον λογαριασμό που η εταιρεία έχει στο εξωτερικό, είναι ορθά. Επέμενε στη θέση του ότι την ευθύνη παράδοσης των στοιχείων στον ελεγκτή την φέρει το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας. Εξέφρασε την άποψη ότι για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων ευθύνεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και ότι αυτό που πράττουν οι ελεγκτές είναι να ελέγξουν τις συγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις. Εξήγησε ότι όταν εργοδοτηθεί νέος ελεγκτής τότε διαβιβάζει επιστολή στον παλαιό ελεγκτή της εταιρείας με την οποία τον ερωτά κατά πόσο υπάρχουν οποιοιδήποτε λόγοι να μην αποδεχτεί τον διορισμό. Ισχυρίστηκε ότι εάν η δική του εταιρεία γνώριζε ότι υπήρχαν θέματα με τον συγκεκριμένο πελάτη δεν υπήρχε περίπτωση να τον αποδεχθεί ως πελάτη. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν γνώριζε τον λόγο για τον οποίο οι υπηρεσίες της δικής του εταιρείας είχαν τερματισθεί από το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας. Όσον αφορά την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.182.410 ως φόρο εξήγησε ότι υπήρξε μία προπληρωμή του φόρου και ακολούθως διαπιστώθηκε, από την KPMG, ότι η πραγματική φορολογία ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.2.
- Κατά τη δική του άποψη το γεγονός ότι η Ενάγουσα πλήρωσε περισσότερο φόρο είναι θέμα του διοικητικού συμβουλίου. Υποστήριξε ότι πρέπει να ερωτηθεί το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας κατά πόσο το συγκεκριμένο θέμα είναι ύποπτο. Από την εμπειρία του όταν ο φόρος έχει υπερπληρωμή τότε ελέγχονται οι οικονομικές καταστάσεις, όμως ο λόγος της υπερπληρωμής είναι ένα ερώτημα που πρέπει να τεθεί στο διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας. Αντεξετασθείς από τον συνήγορο της Εναγόμενης 2 υποστήριξε ότι η άποψη του, ότι έχουν τηρηθεί τα κατάλληλα λογιστικά βιβλία, αφορά τα έτη 2001 μέχρι
- Επέμενε στη θέση του ότι οι οικονομικές καταστάσεις μιας εταιρείας ετοιμάζονται από το διοικητικό της συμβούλιο και όχι από τους ελεγκτές. Περαιτέρω εξήγησε ότι ο ελεγκτικός έλεγχος γίνεται σε δειγματοληπτική βάση και από ότι μπορούσε να θυμηθεί οι οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας ήταν εντάξει. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Στέλιο Ιωάννου, Μ.Ε.3, λογιστή-ελεγκτή, ο οποίος παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Στην γραπτή του δήλωση κατέγραψε τα προσόντα του καθώς και το γεγονός ότι ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα για 22 και πλέον χρόνια. Είναι ο διευθυντής της εταιρείας Cosmoco Ltd η οποία παρέχει λογιστικές και ελεγκτικές υπηρεσίες. Προώθησε τη θέση ότι το επίπεδο δεξιότητας ενός ελεγκτή είναι σταθερό όμως οι υπηρεσίες που θα παράσχει εξειδικεύονται με την εκάστοτε συμφωνία παροχής υπηρεσιών που προκύπτει κατά τη συνεργασία των μερών. Ο ίδιος διάβασε τη συμφωνία ημερομηνίας 26/04/2001, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 και κατέγραψε ότι είναι ευθύνη των διευθυντών της Ενάγουσας να τηρούν λογιστικά αρχεία και να ετοιμάζουν οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες να συμφωνούν με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου. Οι διευθυντές της κάθε εταιρείας έχουν υποχρέωση όπως έχουν διαθέσιμα, στους ελεγκτές, όλα τα απαιτούμενα έγγραφα και αρχεία της εταιρείας. Εξήγησε ότι για να μπορεί να εκφέρει, ένας ελεγκτής, την ελεγκτική του γνώμη σχετικά με το εάν οι οικονομικές καταστάσεις δίνουν δίκαιη και αληθινή εικόνα για τις υποθέσεις της εταιρείας θα πρέπει να τηρούνται τα κατάλληλα λογιστικά αρχεία στην εταιρεία και να παραδίδονται τόσο τα αρχεία καθώς και όλες οι πληροφορίες στους λογιστές ‑ ελεγκτές. Επέμενε ότι για την ελεγκτική εργασία είναι απαραίτητο για έναν ελεγκτή να έχει όλα τα αποδεικτικά έγγραφα τα οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν συμφωνίες, τιμολόγια εσόδων και εξόδων, τραπεζικές καταστάσεις και την καταχώρηση τους στα λογιστικά αρχεία της εταιρείας. Με βάση τις τραπεζικές καταστάσεις ο λογιστής θα ελέγξει τα έγγραφα και τα λογιστικά βιβλία και θα τα αντιπαραβάλει με τις κινήσεις που αντικατοπτρίζονται στις συγκεκριμένες καταστάσεις. Εάν υπολείπονται οποιαδήποτε έγγραφα τότε ο ελεγκτής τα ζητά από την εταιρεία και τους διευθυντές της. Εάν οι διευθυντές δεν συνεργάζονται, έτσι ώστε να παράσχουν τα απαραίτητα έγγραφα, τότε ο ελεγκτής δεν μπορεί να ολοκληρώσει την εργασία. Σε μια τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με τα διεθνή εκτελεστικά πρότυπα και κώδικα δεοντολογίας, ο ελεγκτής θα πρέπει να παραιτηθεί, αφού πρώτα ενημερώσει τους διευθυντές της εταιρείας ή σε περίπτωση που δεν μπορεί να παραιτηθεί η ελεγκτική του γνώμη να περιλαμβάνει επιφυλάξεις ή δεν θα μπορεί να δώσει ελεγκτική γνώμη. Κατέγραψε ότι τέθηκε υπόψη του το τιμολόγιο ημερ. 06/06/2006, το οποίο είχε εκδοθεί από την Εναγόμενη 2, για το ποσό των $17.190, το οποίο αφορούσε την παροχή λογιστικών, ελεγκτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών για τα έτη 2002 ‑
- Για τα ίδια έτη είχε εκδοθεί και τιμολόγιο για το ποσό $5.110 με αιτιολόγηση την παροχή λογιστικών, φορολογικών και ελεγκτικών υπηρεσιών. Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 2 χρέωσε για την παροχή, μεταξύ άλλων και ελεγκτικών υπηρεσιών για τα έτη 2002 μέχρι
- Ισχυρίστηκε ότι με βάση το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερομηνίας 26/04/2001, η Εναγόμενη 2 είχε υποχρέωση να ετοιμάσει τις οικονομικές καταστάσεις βάσει των λογιστικών αρχείων που διατηρούσε η Ενάγουσα, καθώς και να ετοιμάσει υπολογισμό του κέρδους προσαρμοσμένο στις πρόνοιες της Φορολογικής Νομοθεσίας, για σκοπούς υπολογισμού του τελικού φόρου. Η Εναγόμενη 2, κατά τη δική του άποψη, είχε αναλάβει όπως παρέχει συμβουλές για θέματα που σχετίζονται με τις φορολογικές υποχρεώσεις της Ενάγουσας, τις επιπτώσεις οποιωνδήποτε επιχειρηματικών συναλλαγών καθώς και για άλλα φορολογικά θέματα. Στα τιμολόγια ημερομηνίας 06/06/2006 φαίνεται η Εναγόμενη 2 να χρεώνει την παροχή φορολογικών υπηρεσιών για τα έτη 2002 ‑
- Κατέγραψε ότι για κάθε φορολογικό έτος, περί το μέσο του έτους, δηλώνεται στο Τμήμα Φορολογίας το εκτιμώμενο κέρδος μίας εταιρείας και σε αυτή τη βάση πληρώνεται προσωρινή φορολογία συνήθως σε 3 δόσεις, τον Αύγουστο, τον Σεπτέμβριο και τον Δεκέμβριο του τρέχοντος έτους. Μετά το τέλος του έτους και την ετοιμασία και υποβολή των ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας και της τελικής φορολογικής δήλωσης διαφαίνεται κατά πόσο υπάρχει υπερπληρωμή φόρου. Η συγκεκριμένη υπερπληρωμή, εάν υπάρχει, μπορεί να απαιτηθεί εντός 6 ετών από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή φορολογικής δήλωσης για το έτος που έχει πληρωθεί ο προσωρινός φόρος. Ένας λογιστής ‑ ελεγκτής έχει καθήκον να ενημερώσει τον πελάτη του ότι εάν η πληρωμή φόρου υπερβαίνει το τελικό ετήσιο κέρδος μπορεί να γίνει απαίτηση για επιστροφή της και ότι υπάρχει συγκεκριμένη προθεσμία για υποβολή του αιτήματος. Παράλληλα, ένας λογιστής - ελεγκτής έχει καθήκον να ενημερώσει τον πελάτη, στον οποίο παρέχει φορολογικές υπηρεσίες, ότι η καθυστέρηση της υποβολής φορολογικών δηλώσεων δημιουργεί επιβαρύνσεις. Όταν ένας πελάτης δηλώσει ότι έχει απολέσει το κείμενο οποιασδήποτε συμφωνίας το περιεχόμενο της μπορεί να επιβεβαιωθεί με εναλλακτικές ελεγκτικές διαδικασίες π.χ. μπορεί να επαληθευθεί από τραπεζικές καταστάσεις. Εάν ο πελάτης είναι εμπλεκόμενος σε ξέπλυμα βρώμικου χρήματος τότε ο ελεγκτής οφείλει να ενημερώσει τις εποπτικές αρχές, ιδιαίτερα εάν υποψιάζεται ή έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει τη συγκεκριμένη εμπλοκή του πελάτη του. Εάν ο ελεγκτής γνωρίζει ότι ο πελάτης του εμπλέκεται σε τέτοιου είδους συμπεριφορά τότε οφείλει να παρακολουθεί και να ενημερώνεται για τις εξελίξεις της οποιασδήποτε έρευνας. Όσον αφορά το περιεχόμενο της επιστολής του Εφόρου Φορολογίας, ημερομηνίας 28/05/2015, προς την Ενάγουσα το οποίο κάνει αναφορά σε «αλλότριους σκοπούς», κατά τη δική του άποψη η συγκεκριμένη θέση προκύπτει από το γεγονός ότι δεν υπήρχε συμμόρφωση της Ενάγουσας με τις φορολογικές υποχρεώσεις της ως προς την υποβολή δήλωσης και καταβολής των φόρων και ότι η καταβολή του ποσού Λ.Κ.182.410, το 2004, ως προσωρινή φορολογία, δεν αποσκοπούσε στη συμμόρφωση της Ενάγουσας αλλά είχε αλλότρια κίνητρα. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι η εταιρεία του είναι σήμερα οι εξωτερικοί ελεγκτές της Ενάγουσας. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 13 ισχυρίστηκε ότι συνιστά τη συμφωνία δέσμευσης μεταξύ του ελεγκτή και της Ενάγουσας. Αναγνώρισε τα τιμολόγια στα οποία έκανε αναφορά ως μέρος της δέσμης εγγράφων που συνιστά το Τεκμήριο
- Όταν του υποδείχθηκε η επιστολή του Εφόρου Φορολογίας, ημερομηνίας 28/05/2015, την αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι η δική του εταιρεία προσφέρει στην Ενάγουσα ελεγκτικές υπηρεσίες τα τελευταία 4 με 5 χρόνια. Προηγουμένως τα καθήκοντα αυτά τα εκτελούσε η εταιρεία KPMG. Ερωτηθείς από ποιον λαμβάνονται οι οδηγίες ισχυρίστηκε ότι πιθανόν να είναι από τους διευθυντές της Ενάγουσας αλλά ο ίδιος δεν γνώριζε. Προώθησε τη θέση ότι η δική του εταιρεία προβαίνει στον τελικό έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ασχολήθηκε προσωπικά με την συλλογή των στοιχείων που αφορούν την Ενάγουσα και εξήγησε ότι αυτή η δουλειά γίνεται από την ομάδα που χειρίζεται τα θέματα της Ενάγουσας. Συμφώνησε ότι δεν έχουν καταχωριστεί οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας από το 2019 και εξήγησε ότι η καθυστέρηση οφείλεται στο γεγονός ότι εκκρεμούσε ποινική υπόθεση εναντίον της προηγούμενης διευθύντριας της εταιρείας, η οποία είχε καταγγελθεί για υπεξαίρεση χρημάτων στην Αστυνομία. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι αναμένονταν κάποιες γνωστοποιήσεις για να κλείσουν οι τελικοί λογαριασμοί. Ερωτηθείς εξήγησε ότι υπάρχει ελεγκτικό ρίσκο σε κάθε περιοχή ελέγχου και στο τέλος της ημέρας οι ελεγκτές καλούνται να δώσουν μια ελεγκτική γνώμη, ήτοι κατά πόσο οι οικονομικές καταστάσεις της κάθε εταιρείας καταδεικνύουν την αληθινή εικόνα της χρηματοοικονομικής θέσης της εταιρείας. Κατά τη δική του άποψη οι ελεγκτές δεν είναι υπόχρεοι να εντοπίσουν οποιανδήποτε απάτη, εκτός και αν φανεί κάτι ύποπτο και αναλόγως λαμβάνονται τα δέοντα μέτρα. Προώθησε τη θέση ότι πρώτιστα η δουλειά του ελεγκτή είναι το ελεγκτικό κομμάτι και η δουλειά που αφορά το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος είναι δευτερεύουσα. Όμως αν υπάρχει γνώση, υποψία ή εύλογη υποψία ότι υπάρχει ξέπλυμα βρώμικου χρήματος τότε υπάρχει υποχρέωση για καταγγελία προς τις αρχές. Υποστήριξε ότι ένας λογιστής ‑ ελεγκτής οφείλει να είναι προσεκτικός για κάθε εταιρεία, όμως, αν υπάρχει υποψία, οφείλει να καταγγείλει την υπόθεση στη ΜΟΚΑΣ. Προώθησε τη θέση ότι η δική του εταιρεία είχε προβεί στη διαδικασία, το λεγόμενο KYC και δεν είχε βρεθεί οτιδήποτε εναντίον της Ενάγουσας. Στην επιμονή του συνηγόρου Υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι σε σχέση με την Ενάγουσα δεν γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω. Παραδέχθηκε όμως ότι το ελεγκτικό ρίσκο είναι αυξημένο, εάν η Ενάγουσα αντιμετώπισε κατηγορία ξεπλύματος βρώμικου χρήματος στην Γερμανία. Συμφώνησε με την υποβολή ότι ένας ελεγκτής δεν μπορεί να προβεί σε έλεγχο χωρίς να έχει στην κατοχή του τις καταστάσεις των τραπεζικών λογαριασμών μίας εταιρείας αφού πρώτον, πρέπει να υπάρχουν οι καταστάσεις για να επιβεβαιώνονται τα ποσά που υπάρχουν στις συμφωνίες και δεύτερον, πρέπει να υπάρχουν τα έγγραφα που να επιβεβαιώνουν τα λογιστικά αρχεία. Όσον αφορά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 75 ο ίδιος αποδίδει το περιεχόμενο του στο γεγονός ότι ο Φόρος Εισοδήματος δεν είχε παραλάβει τις φορολογικές δηλώσεις για αρκετά έτη και η Ενάγουσα ζητούσε από τον Φόρο όπως γίνει συμψηφισμός για υπερπληρωμή που είχε γίνει. Λόγω του ότι είχαν παρέλθει τα 6 χρόνια δεν μπορούσε να γίνει ο συγκεκριμένος συμψηφισμός. Αν υπήρχαν κατά τη δική του άποψη οποιοιδήποτε αλλότριοι σκοποί, το Τμήμα Φορολογίας θα μπορούσε να ελέγξει ανά πάσα στιγμή την Ενάγουσα. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Εναγόμενης 2 ισχυρίστηκε ότι οι οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας Εταιρείας έχουν ολοκληρωθεί μέχρι το έτος 2021, αλλά αναμένονται κάποιες επιβεβαιώσεις πριν να κατατεθούν. Ερωτηθείς ανέφερε ότι αναμένονται τελικές γνωστοποιήσεις σε σχέση με την ποινική υπόθεση της υπεξαίρεσης ποσού από την πρώην διευθύντρια της Ενάγουσας. Παραδέχτηκε ότι εκκρεμεί η υποβολή των οικονομικών καταστάσεων από το 2018 μέχρι το
- Αποδέχτηκε τη θέση ότι οι διευθυντές μίας εταιρείας οφείλουν να κρατούν όλα τα λογιστικά αρχεία και ότι έχουν την ευθύνη να κατέχουν τα αρχεία της εταιρείας, είτε αυτά είναι λογιστικά είτε είναι οποιαδήποτε άλλα αρχεία. Υποστήριξε ότι υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες ο λογιστής ‑ ελεγκτής μπορεί να αποταθεί στον τελικό δικαιούχο της εταιρείας για να λάβει κάποια στοιχεία, όμως επέμενε στη θέση του ότι τα περισσότερα στοιχεία ζητούνται από τους διευθυντές μιας εταιρείας. Ερωτηθείς εξέφρασε την άποψη ότι από τα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί από την Εναγόμενη 2 οι συγκεκριμένες υπηρεσίες είχαν παρασχεθεί στην Ενάγουσα Εταιρεία γι' αυτό και τιμολογήθηκαν. Τελευταίος μάρτυρας της Ενάγουσας ήταν ο Gennadii Gorbunov, Μ.Ε.
- Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο το οποίο μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα και σημειώθηκε ως Έγγραφο 4 το κείμενο στην ρωσική γλώσσα και ως Τεκμήριο 4Α το κείμενο στην ελληνική γλώσσα. Καταγράφει ότι η Ενάγουσα ιδρύθηκε το 2001 και πραγματικός της δικαιούχος, κατά τον δεδομένο χρόνο, ήταν ο Alexey Petrov. Ο ίδιος ενεργούσε ως συνδετικός κρίκος μεταξύ του Petrov, των υπεύθυνων της Ενάγουσας στην Κύπρο και της Deutsche Bank. Από την ίδρυσή της η Ενάγουσα συνεργάστηκε με την Εναγόμενη 1, η οποία της παρείχε διοικητικές υπηρεσίες, δηλαδή για τη σύσταση, τη διαχείριση, τα λογιστικά και την οργάνωση ως προς τη μετοχική δομή και τη διοίκηση της εταιρείας, ενώ παράλληλα διόριζε διευθυντές και γραμματείς. Για την παροχή ελεγκτικών, λογιστικών και άλλων συμβουλευτικών υπηρεσιών η Ενάγουσα αποτάθηκε στην Εναγόμενη
- Του είχε δοθεί γενικό πληρεξούσιο από τους διευθυντές της Ενάγουσας, λόγω της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Εταιρείας σε όλον τον κόσμο, έτσι ώστε να εκπροσωπεί τον πραγματικό ιδιοκτήτη και να παραλαμβάνει έγγραφα εκ μέρους του. Ο ίδιος είχε επικοινωνία τόσο με την Εναγόμενη 1 καθώς και την Εναγόμενη 2 για τις υπηρεσίες που παρείχε, η κάθε μια ξεχωριστά, στην Ενάγουσα που πολλές φορές οι υπηρεσίες ήταν αλληλένδετες. Με τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού, εκ των συνεταίρων της Εναγόμενης 2, ο ίδιος συνεργαζόταν από τη δεκαετία του 1990 και υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης. Ο ίδιος είχε παραδώσει προσωπικά δύο μεγάλες σακούλες με έγγραφα που είχε στην κατοχή του, έτσι ώστε να ετοιμαστούν οι οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας, στο γραφείο του μ. Παναγιώτη Στυλιανού σε επίσκεψή του Κύπρο στις 03/03/2005 με 04/03/
- Ο μ. Παναγιώτης Στυλιανού κάλεσε την Brigid Χρυσοστόμου, η οποία προσπάθησε να σηκώσει τις τσάντες αλλά λόγω του βάρους τους θα τις παραλάμβανε αργότερα και γι' αυτό ο μ. Παναγιώτης Στυλιανού τις τοποθέτησε σε ερμάρι στο γραφείο του. Ο ίδιος έχει παραδώσει πίνακα Excel με τις συναλλαγές της εταιρείας για τα έτη 2001 ‑
- Το 2007 παρέλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από υπάλληλο της Εναγόμενης 1 με το οποίο του ζητείτο η διαβίβαση, σε ηλεκτρονική μορφή, του πίνακα Excel για να ετοιμαστούν οι οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας από τους ελεγκτές. Στις 14/01/2008 του διαβιβάστηκε μήνυμα από την κα Χρυσοστόμου, υπάλληλο της Εναγόμενης 2, το οποίο περιείχε κατάλογο με συμβόλαια, για τα οποία ζητούνταν αντίγραφα, έτσι ώστε να ετοιμαστούν οι οικονομικές καταστάσεις. Ο ίδιος ξαφνιάστηκε γιατί είχαν παρέλθει 3 χρόνια από την παράδοση των εγγράφων στον μ. Παναγιώτη Στυλιανού. Ως απάντηση στην κα Χρυσοστόμου ανάφερε ότι είχε παραδώσει ό,τι έγγραφα κατείχε κατά την επίσκεψη του τον Μάρτιο του
- Κατέγραψε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τι έγγραφα απαιτούνταν για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Ενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι δεν είχε υποχρέωση να το γνωρίζει. Προώθησε τη θέση ότι όλα τα έγγραφα της Ενάγουσας είχαν παραδοθεί τον Μάρτιο του 2005, όπως του είχε ζητηθεί και έπρεπε να φυλάγονταν από την Εναγόμενη
- Ο ίδιος συνέχισε να υπενθυμίζει, με ηλεκτρονικά μηνύματα, την ανάγκη όπως ετοιμαστούν οι οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας. Σε ηλεκτρονικό μήνυμα που έχει διαβιβάσει ο ίδιος στις 20/03/2008, έλαβε απάντηση από τον ίδιο τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού, την ίδια ημέρα, στο οποίο δηλωνόταν η θέση ότι δεν είχαν σταλεί όλα τα απαραίτητα έγγραφα που αφορούσαν τη δραστηριότητα της Ενάγουσας έτσι ώστε να μπορούν να ετοιμαστούν οι λογαριασμοί της εταιρείας και ζητούνταν εκ νέου όλα τα έγγραφα, οι τραπεζικές καταστάσεις και τα τιμολόγια. Το ζήτημα των χαμένων εγγράφων είχε τεθεί εκ νέου, από τον ίδιο, σε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού με ημερομηνία 11/12/
- Λόγω της απώλειας των εγγράφων ο χρόνος κυλούσε με αρνητικές συνέπειες για την Ενάγουσα. Παράλληλα, ο μ. Παναγιώτης Στυλιανού τον επιβεβαίωνε ότι γίνονταν έρευνες έτσι ώστε να βρεθούν τα συγκεκριμένα έγγραφα. Παρά το γεγονός ότι η δική του εμπιστοσύνη προς την Εναγόμενη 2 είχε κλονιστεί, δεν είχε λάβει οδηγίες από τον τελικό δικαιούχο της Ενάγουσας για διακοπή της συνεργασίας με τις Εναγόμενες 1 και
- Όμως, για να βοηθήσει, απευθύνθηκε εκ νέου σε πρόσωπα, εταιρείες και τράπεζες που συναλλάσσονταν με την Ενάγουσα έτσι ώστε να συλλέξει εκ νέου τα έγγραφα. Απέστειλε όλα τα έγγραφα που είχε μαζέψει μέχρι τις 09/02/2009, τα οποία έγγραφα παραδόθηκαν στη συνέχεια στην κα Χρυσοστόμου. Στις 31/03/2010 ο μ. Παναγιώτης Στυλιανού του διαβίβασε μήνυμα καταγράφοντας ότι υπήρχε έλλειψη εγγράφων και γι΄αυτόν τον λόγο οι οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας δεν μπορούσαν να ετοιμαστούν. Απαντώντας στο συγκεκριμένο μήνυμα ο ίδιος αναφέρθηκε στη συνάντηση του Δεκεμβρίου του 2009, στην οποία είχε ζητηθεί η ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων και στην οποία είχε συμφωνηθεί όπως ο ίδιος προμηθεύσει την Eναγόμενη 2 με τα σημαντικά συμβόλαια για τη δραστηριότητα της εταιρείας τα οποία ήταν καθοριστικά για το φορολογικό εισόδημά της. Εάν υπήρχαν οποιεσδήποτε ερωτήσεις εκ μέρους των ελεγκτών, ο ίδιος θα ήταν στη διάθεσή τους για να απαντήσει. Κατέγραψε επίσης ότι θα ήταν «ανήθικο» να αποταθεί ο ίδιος στη Deutsche Bank για να αποκτήσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας γιατί είχε αντιμετωπίσει ποινική υπόθεση στην Γερμανία, το 2004, για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και γι' αυτόν τον λόγο οι λογαριασμοί της Ενάγουσας, στην συγκεκριμένη Τράπεζα, είχαν παγοποιηθεί. Η υπόθεση είχε απορριφθεί λόγω του χρόνου που είχε παρέλθει. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός της Deutsche Bank αποπαγοποιήθηκε και στη συνέχεια έκλεισε στις 25/11/
- Μετά από συμβουλή του μ. Παναγιώτη Στυλιανού ο ίδιος είχε διαβιβάσει επιστολή στην Deutsche Bank, σε σχέση με τα έγγραφα που υπολείπονταν. Μέχρι τις 02/06/2010 ο ίδιος είχε δώσει το 95% των συμβολαίων της Ενάγουσας και παρέμεινε η απόκτηση των τραπεζικών καταστάσεων της Deutsche Bank, οι οποίες ζητήθηκαν από τη διευθύντρια της Ενάγουσας στις 15/09/
- Κατέγραψε τη θέση ότι παρά το γεγονός ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 γνώριζαν ότι ήταν αναγκαίοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί, καθυστέρησαν στο να ζητήσουν την προσκόμισή τους και κατά συνέπεια πέρασαν τα χρόνια με αποτέλεσμα να κλείσει ο λογαριασμός το
- Στις 26/11/2010 παρέλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από την κα Χρυσοστόμου στο οποίο ενημερωνόταν ότι δεν κατέστη δυνατή η εξασφάλιση των τραπεζικών λογαριασμών της Deutsche Bank και ότι χωρίς τις συγκεκριμένες καταστάσεις δεν μπορούσε να συνεχιστεί η εργασία. Ο ίδιος είχε ενημερωθεί από την Deutsche Bank ότι οι τραπεζικές καταστάσεις θα ετοιμάζονται μόλις καταβαλλόταν το ανάλογο κόστος. Παραλήφθηκαν αρχές του
- Μέχρι τότε ο ίδιος είχε αγανακτήσει για την αδιαφορία των Εναγόμενων 1 και 2 και είχε λάβει εντολή από τον πραγματικό δικαιούχο της Ενάγουσας όπως διακόψει τη συνεργασία μαζί τους και όπως τους αντικαταστήσει. Στις 22/06/2011 διαβιβάστηκαν σχετικά τιμολόγια των Εναγόμενων 1 και 2 και τότε ο ίδιος αντέδρασε με την αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος καταγράφοντας ότι δεν είχαν ετοιμαστεί οι οικονομικές καταστάσεις. Απαντώντας, στο ηλεκτρονικό μήνυμα, η κα Χρυσοστόμου εξήγησε ότι τα τιμολόγια αφορούσαν εργασία που είχε γίνει για να αποκτηθούν οι καταστάσεις της Deutsche Bank, για να ολοκληρωθεί η εργασία και για τις δύο συναντήσεις που ο ίδιος είχε στην Εναγόμενη
- Κατά τον ίδιο χρόνο ο πραγματικός ιδιοκτήτης της Ενάγουσας άλλαξε, αποκτήθηκε από τον Alexei Karlov με τον οποίο ο ίδιος είχε συμφωνήσει ότι δεν θα μπορούσαν να συνεργαστούν λόγω των διαφωνιών μεταξύ τους και ο ίδιος αποχώρισε. Όσα έγγραφα είχαν παραδοθεί στους προηγούμενους διευθυντές της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 είχαν παραχωρηθεί και στους νέους διευθυντές και τους νέους ελεγκτές. Με την αλλαγή των ελεγκτών ενημερώθηκε ότι η καθυστέρηση στην ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Ενάγουσας και η καθυστέρηση στην υποβολή των φορολογικών δηλώσεων δημιουργεί χρηματική επιβάρυνση για την εταιρεία. Το γεγονός αυτό δεν είχε τεθεί ποτέ υπ' όψιν του. Την δεδομένη στιγμή έμαθε ότι το αίτημα για αξίωση επιστροφής πληρωμής φόρου θα πρέπει να υποβληθεί εντός 6 ετών. Όταν του ζητήθηκε, το 2004, το αναμενόμενο κέρδος της εταιρείας για το 2004 ο ίδιος δήλωσε, κατόπιν οδηγιών του πραγματικού δικαιούχου της Ενάγουσας, ότι θα ανερχόταν στα $10.000.000(USD). Ως αποτέλεσμα πληρώθηκε προσωρινή φορολογία, σύμφωνα με τους υπολογισμούς και τις οδηγίες των ελεγκτών, ύψους Λ.Κ182.
- Όταν ενημερώθηκε, τον Ιανουάριο του 2010, ότι το εισόδημα της Ενάγουσας ήταν πολύ λιγότερο από τα $10.000.000(USD), ο ίδιος ενημέρωσε τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού ότι θα έπρεπε να ληφθεί υπ' όψιν η συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Audley Group Ltd, η οποία ήταν ανάμεσα στα έγγραφα που του είχε παραδώσει τον Μάρτιο του
- Του ζητήθηκε όπως αποστείλει προσχέδιο της συμφωνίας έτσι ώστε να εξεταστούν οι όροι της. Διαβιβάστηκε το συγκεκριμένο προσχέδιο στην Εναγόμενη 2 στις 12/01/2010 πλην όμως, στις 04/02/2011, του ζητήθηκε εκ νέου να στείλει την αρχική συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Audley, πράγμα το οποίο έπραξε την ίδια ημέρα έτσι ώστε να διορθωθεί η προσωρινή φορολογία που είχε καταβληθεί. Δεν του αναφέρθηκε ποτέ ότι υπήρχε προθεσμία για υποβολή της απαίτησης της επιστροφής του φόρου. Όταν ετοιμάστηκαν στη συνέχεια οι ετήσιες καταστάσεις από την KPMG Ltd διαφάνηκε ότι υπήρχε πράγματι υπερπληρωμή για το έτος 2004, η οποία όμως ουδέποτε δηλώθηκε εγκαίρως. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 76 έγγραφο έρευνας στον Έφορο Εταιρειών, ως Τεκμήριο 77 την επιστολή της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 21/09/2004, ως Τεκμήριο 78 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 29/06/2011 που απαρτίζεται από 4 σελίδες, ως Τεκμήριο 79 αντίγραφο του διαβατηρίου του με χειρόγραφες σημειώσεις επί του διαβατηρίου και ως Τεκμήριο 80 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 19/04/2010 που συνιστά μέρος του Τεκμηρίου Γ προς αναγνώριση. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι έχει γενικό πληρεξούσιο να εκπροσωπεί την Ενάγουσα και να χειρίζεται όλες τις συναλλαγές της και προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος εκτελούσε όλες τις εργασίες της Ενάγουσας εταιρείας, με τις οδηγίες του πραγματικού της δικαιούχου, αφού η συγκεκριμένη εταιρεία δεν είχε ούτε ένα υπάλληλο. Η εταιρεία ασχολείτο με διεθνές εμπόριο, διεθνείς διεργασίες και τα συμβόλαια ήταν υπογεγραμμένα από τους πραγματικούς δικαιούχους ή/και πραγματικούς ιδιοκτήτες της. Ο ίδιος δεν συμμετείχε στις υπογραφές των συμβολαίων γι' αυτό και έχει γενική γνώση του περιεχόμενου τους. Παραδέχθηκε ότι λάμβανε αμοιβή για τις υπηρεσίες του όμως δήλωσε ότι η Ενάγουσα είχε τους δικούς της διευθυντές που αντιπροσωπεύονταν από την Εναγόμενη
- Ο ίδιος έδινε οδηγίες, σε σχέση με τις πληρωμές, στους συγκεκριμένους διευθυντές. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι ο ίδιος διαχειριζόταν τον λογαριασμό της εταιρείας στην Deutsche Bank. Όσον αφορά την παράδοση των εγγράφων, υποστήριξε ότι τα έγγραφα του είχαν δοθεί και ο ίδιος τα είχε βάλει σε δύο μεγάλες αθλητικές τσάντες τις οποίες παρέδωσε στον μ. Παναγιώτη Στυλιανού. Μπορούσε να θυμηθεί και σε ποιο ερμάρι τα είχε τοποθετήσει ο μ. Παναγιώτης Στυλιανού, ενώ μπορούσε επίσης να θυμηθεί ότι η κα Χρυσοστόμου βλέποντας τα συγκεκριμένα έγγραφα έδειξε χαρούμενη. Ερωτηθείς γιατί δεν ζήτησε εξηγήσεις σε σχέση με τα έγγραφα, ήταν η δική του θέση ότι από το 1990 που συνεργαζόταν με τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού αυτός ουδέποτε ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του και εν πάση περιπτώσει, δεν είχε αποκλείσει ότι είχε παραλάβει τα έγγραφα αλλά του ανάφερε ότι τα ψάχνει. Εξήγησε ότι ο ίδιος διατηρούσε την ελπίδα ότι θα βρισκόντουσαν τα έγγραφα, γι' αυτό και δεν τους είχε απολύσει. Ήταν ένας τεράστιος όγκος εγγράφων από εκπροσώπους στην Κίνα, την Ινδία και το Χονγκ Κονγκ. Πολλές από τις εταιρείες είχαν παύσει τις εργασίες και πολλά γραφεία είχαν καταστραφεί. Ερωτηθείς για τα έγγραφα που παραδόθηκαν στην KPMG ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε γιατί είχαν παραδοθεί χωρίς τη δική του συμμετοχή από την Εναγόμενη 1 στην Anmexis. Προώθησε τη θέση ότι στις 09/02/2009 είχαν διαβιβαστεί κάποια έγγραφα με DHL ή UPS στον μ. Παναγιώτη Στυλιανού και όταν διακόπηκε η συνεργασία με την Εναγόμενη 1 ανάλαβε η Anmexis, η οποία απαιτούσε τα έγγραφα πλέον από την Εναγόμενη
- Σε ερώτηση που του τέθηκε διευκρίνισε ότι ο ίδιος, το 2005, είχε παραδώσει προσωπικά δύο μεγάλες τσάντες με έγγραφα στον μ. Παναγιώτη Στυλιανού και στις 09/02/2009 είχε στείλει, με UPS, στον μ. Παναγιώτη Στυλιανού 1020 σελίδες από έγγραφα των οποίων η παραλαβή πιστοποιήθηκε. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 17 παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε δηλώσει ότι η Ενάγουσα Εταιρεία είχε φορολογητέο εισόδημα το οποίο ανερχόταν τα $10.000.000(USD). Την συγκεκριμένη πληροφόρηση την είχε λάβει από τους πραγματικούς δικαιούχους, τον ιδιοκτήτη και την είχε μεταφέρει στον μ. Παναγιώτη Στυλιανού. Παραδέχθηκε ότι ο φόρος για το συγκεκριμένο αναμενόμενο εισόδημα είχε πληρωθεί από την Εναγόμενη 1 σε 3 δόσεις. Όταν του υποβλήθηκε ότι τελικά το φορολογικό εισόδημα της Ενάγουσας ήταν γύρω στις Λ.Κ.30.000 ο ίδιος προώθησε τη θέση ότι πρώτη φορά άκουγε το συγκεκριμένο ποσό και δεν γνώριζε ότι τελικά ο φόρος που έπρεπε να καταβληθεί ανερχόταν στις Λ.Κ.2.
- Υποστήριξε ότι ο ίδιος γνώριζε για εισόδημα ύψους $10.000.000(USD) και ισχυρίστηκε ότι το πραγματικό κέρδος το προσδιόρισε η KPMG το
- Εξήγησε, ότι τον Γενάρη του 2010, ο πραγματικός ιδιοκτήτης της Ενάγουσας του είχε αναφέρει ότι το αναμενόμενο κέρδος των $10.000.000(USD) δεν υπήρχε. Ερωτηθείς γιατί χρειάστηκαν 6 χρόνια για να διαπιστωθεί το γεγονός αυτό υποστήριξε ότι το 2004 είχε ασκηθεί εναντίον του, στην Γερμανία, ποινική υπόθεση για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και ο λογαριασμός της Ενάγουσας στην τράπεζα είχε παγοποιηθεί. Το πάγωμα των λογαριασμών της Ενάγουσας διήρκησε για 1 χρόνο και ίσως αυτή να ήταν η αίτια που δεν εισπράχθηκε το αναμενόμενο κέρδος από τον πραγματικό ιδιοκτήτη της Ενάγουσας. Ισχυρίστηκε ότι οι Γερμανικές Αρχές είχαν υποψίες ότι ο ίδιος προέβαινε σε ξέπλυμα βρώμικου χρήματος μέσω το λογαριασμών της Ενάγουσας. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 40 και του υποβλήθηκε η θέση ότι στην ποινική υπόθεση στην Γερμανία δεν είχε αθωωθεί αλλά το αδίκημα έχει παραγράφει, ο ίδιος είχε αντίθετη άποψη και προώθησε τον ισχυρισμό ότι είχε διαβιβάσει αλληλογραφία και ζητήθηκε από τις αρχές του Χονγκ Κονγκ, της Κίνας, της Ινδίας και της Ελβετίας πληροφόρηση από την οποία προέκυψε ότι δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του, μετά που ελέγχθηκαν τα έγγραφα και αποφάσισε ο Γενικός Εισαγγελέας της Γερμανίας. Αρνήθηκε την υποβολή ότι στα έγγραφα που παραδόθηκαν στο Δικαστήριο της Γερμανίας συμπεριλαμβανόταν και η πληρωμή του φόρου εισοδήματος στην Κύπρο. Με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22 ισχυρίστηκε ότι το πρωτότυπο της συγκεκριμένης συμφωνίας είχε χαθεί αφού βρισκόταν μέσα τα έγγραφα που υπήρχαν στις βαλίτσες και ο ίδιος είχε βρει αντίγραφο το οποίο διαβίβασε στην κα Χρυσοστόμου. Παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο είναι πρόχειρο και επέμενε στη θέση ότι το πρωτότυπο βρισκόταν στις βαλίτσες. Υποστήριξε ότι το πρωτότυπο ήταν υπογεγραμμένο και έφερε σφραγίδα. Από ό,τι θυμόταν είχε υπογραφτεί από τον κ. Σεργίδη, ο οποίος ήταν ο διευθυντής που είχε καθοριστεί από την Εναγόμενη
- Βλέποντας το έγγραφο ισχυρίστηκε ότι πιθανόν να υπάρχει κάποια διαφορά στη σύνταξη ή κάποιο λάθος. Παραδέχθηκε ότι το είχε «ξαναφτιάξει» το έγγραφο, στην προσπάθεια του να βοηθήσει την κα Χρυσοστόμου, για να υποστηρίξει, στη συνέχεια, ότι το συγκεκριμένο προσχέδιο το είχαν συντάξει οι εκπρόσωποι των πραγματικών ιδιοκτητών της Ενάγουσας. Ερωτηθείς κατά πόσο γνώριζε το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου αποδέχθηκε ότι είχε γνώση και αυτό που κατέγραφε ήταν ότι το συγκεκριμένο ποσό θα παραχωρείτο ως δάνειο και δεν θα υπήρχε γι' αυτό φορολογική ευθύνη. Ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει πώς καθόρισε το κέρδος, το 2003, ο πραγματικός δικαιούχος της Ενάγουσας. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει για ποιο λόγο η KPMG είχε καταλήξει ότι το φορολογητέο εισόδημα για το έτος 2004 ανερχόταν σε Λ.Κ.30.000 γιατί στο μεταξύ είχε απολυθεί. Παραδέχθηκε ότι η συγκεκριμένη αγωγή καταχωρίστηκε μετά τον θάνατο του Παναγιώτη Στυλιανού. Ερωτηθείς αποδέχθηκε ότι δεν υπήρχαν έγγραφα της Deutsche Bank στις συγκεκριμένες τσάντες που παρέδωσε στον μ. Παναγιώτη Στυλιανού. Προώθησε την θέση ότι μαζί με τις τσάντες, το 2005, ο ίδιος είχε διαβιβάσει σε excel αλλά και σε χάρτινη μορφή έγγραφα τα οποία αφορούσαν τις καταστάσεις λογαριασμού. Συμφώνησε με τη θέση ότι κανένας σοβαρός ελεγκτής δεν μπορεί να κάμει τον έλεγχο μιας εταιρείας στη βάση μόνο ενός εγγράφου excel που ετοιμάζει ο πελάτης. Όμως προώθησε τη θέση ότι η κα Χρυσοστόμου δεν του ζήτησε ποτέ τις καταστάσεις της Τράπεζας το
- Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 50 και του υποβλήθηκε ότι η κα Χρυσοστόμου του είχε διαβιβάσει αλληλογραφία με την οποία του ζητούσε τα έγγραφα για την ετοιμασία των λογαριασμών, υποστήριξε ότι ο μ. Παναγιώτης Στυλιανού του είχε προτείνει όπως σταλεί ερωτηματολόγιο στην Deutsche Bank, από τους διευθυντές της Εναγόμενης 1, με το οποίο να ζητούνται οι καταστάσεις λογαριασμού της Ενάγουσας. Στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει ή να εξηγήσει το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο 75 ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε μεμπτό. Όσον αφορά δε την αλλαγή των λογιστών από την Ενάγουσα, είχε χρησιμοποιήσει 5 διαφορετικά λογιστικά γραφεία, υποστήριξε ότι βρισκόταν σε μια προσπάθεια να βρει ειλικρίνεια. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είχε παραδώσει οποιαδήποτε έγγραφα στον μ. Παναγιώτη Στυλιανού ο ίδιος απάντησε ότι διατηρούσε σχέση μόνο με τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού και ότι ο μ. Παναγιώτης Στυλιανού απλώς είχε θεωρήσει ότι δεν του παρέδωσε τα έγγραφα. Υποστήριξε ότι υπεύθυνη για τις καθυστερήσεις ήταν η Εναγόμενη
- Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Εναγόμενης 2 ισχυρίστηκε ότι το 2004 είχαν ξεκινήσει στην Ενάγουσα κάποια ακατανόητα προβλήματα και η διεκπεραίωση κάποιων εργασιών καθυστερούσε. Λόγω του ότι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες δεν μπορούσαν να αντιληφθούν γιατί δεν προχωρούσαν οι εργασίες της Ενάγουσας, θεώρησαν ότι ήταν δικό του φταίξιμο και τελικά τον απέλυσαν. Μετά από την απόλυσή του δεν έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με την Ενάγουσα, πλην όμως επειδή ο πραγματικός της ιδιοκτήτης του ζήτησε να την βοηθήσει δεν αρνήθηκε. Θεώρησε καθήκον του να βοηθήσει να ανευρεθεί η αλήθεια, γιατί οι επιχειρήσεις της Ενάγουσας ήταν διαφανείς. Ερωτηθείς για τη θέση του, ότι ο ίδιος συνιστούσε τον συνδετικό κρίκο της Ενάγουσας με την Deutsche Bank, υποστήριξε ότι λόγω του γεγονότος η συγκεκριμένη τράπεζα είναι μια τράπεζα πρώτης τάξης στον κόσμο και επειδή η Τράπεζα της Κίνας απαιτούσε να υπάρχει εγγύηση από μία πρώτης τάξεως τράπεζα, η Ενάγουσα χρησιμοποιούσε τη συγκεκριμένη τράπεζα. Στον ίδιο είχαν δοθεί οδηγίες από τον πραγματικό ιδιοκτήτη της Ενάγουσας, τις οποίες και μετέφερε στην Deutsche Bank αφού ο ίδιος μιλά και τη γερμανική γλώσσα. Εξήγησε ότι μετά που έκλεισε ο λογαριασμός στην Deutsche Bank η Ενάγουσα είχε ανοίξει λογαριασμούς στην Alpha Bank και όλες οι εργασίες της είχαν μεταφερθεί στην Αlpha Bank. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τον Γιώργο Στυλιανού, Μ.Υ.1, ο οποίος είναι διευθύνων σύμβουλος της Εναγόμενης
- Κατάθεσε τις θέσεις του σε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Στη δήλωσή του καταγράφει ότι η Εναγόμενη 2 ιδρύθηκε το 1980 από τον πατέρα του μ. Παναγιώτη Στυλιανού και στην πορεία άλλαξε όνομα. Είναι μέρος της Moore Global Network Limited, η οποία συγκαταλέγεται στα καλύτερα και πιο αναγνωρίσιμα λογιστικά και ελεγκτικά γραφεία στον κόσμο και καταγράφεται ως το 110 μεγαλύτερο δίκτυο λογιστικών εταιρειών στον κόσμο. Επεξηγεί τον τρόπο λειτουργίας της Moore Global Network Limited ως προς την διασφάλιση της τήρησης των κατάλληλων προτύπων και προδιαγραφών και τα υψηλά επίπεδα ποιότητας, σε σχέση με τις παρασχεθείσες υπηρεσίες. Αναφέρει ότι η συμμόρφωση με το Διεθνές Πρότυπο Ποιοτικού Ελέγχου 1, ISQC1, βοηθά στον περιορισμό του κινδύνου της αμέλειας και εξασφαλίζει την διατήρηση υψηλότερων επαγγελματικών προτύπων κατά την διενέργεια των ελέγχων, ότι ως ελεγκτές ελέγχουν, ταξινομούν και αναλύουν τα δεδομένα στα λογιστικά βιβλία εταιρειών, καθώς και τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους και εκφράζουν άποψη για τις οικονομικές ετήσιες εκθέσεις των συγκεκριμένων εταιρειών. Εάν εντοπιστεί ότι κάποια διαδικασία της εταιρείας δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε δίδονται οι ανάλογες οδηγίες. Το καθήκον της Εναγόμενης 2 δεν περιορίζεται μόνο στην εταιρεία που είναι πελάτης της αλλά εκτείνεται και στις Τράπεζες και στο Τμήμα Φορολογίας. Για να μπορεί η Εναγόμενη 2 να εκφράσει εξειδικευμένη άποψη και να ετοιμάσει τους λογαριασμούς πρέπει να έχει ικανοποιηθεί, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και τα ευρωπαϊκά και διεθνή ελεγκτικά πρότυπα, καθώς και τα πρότυπα που καθορίζει το δίκτυο Moore στο οποίο ανήκει. Η Ενάγουσα ήταν πελάτης της Εναγόμενης 2 και τύγχανε χειρισμού από τον πατέρα του και την κα Χρυσοστόμου όμως ο ίδιος γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Υποστηρίζει ότι η μη ετοιμασία των λογαριασμών της Ενάγουσας οφειλόταν στην αδυναμία του Gorbunov να προσκομίσει τα απαραίτητα στοιχεία για να ολοκληρωθεί η εργασία. Ένα από αυτά τα στοιχεία ήταν οι τραπεζικές καταστάσεις του λογαριασμού που η Ενάγουσα τηρούσε το 2004 στην Deutsche Bank στην Γερμανία. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός τύγχανε διαχείρισης μόνο από τον Gorbunov εκ μέρους του ιδιοκτήτη. Χωρίς τις συγκεκριμένες καταστάσεις ήταν αδύνατο να ολοκληρωθούν οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας. Καταγράφει ότι δεν τίθεται θέμα να μην του είχε αναφερθεί ότι έπρεπε να τις προσκομίσει και εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος γνώριζε από τις δραστηριότητές του αλλά και την εμπλοκή του ότι ήταν απολύτως απαραίτητο να παρουσιαστούν. Για αυτό το λόγο είχε ετοιμάσει ο Gorbunov το εξώφυλλο excel, το οποίο για να ετοιμαστεί έπρεπε να υπάρχει πρόσβαση στις τραπεζικές καταστάσεις. Ο ίδιος ο Gorbunov είχε δώσει οδηγίες, με ηλεκτρονική επικοινωνία ημερομηνίας 12/08/2004, ότι το προβλεπόμενο φορολογητέο εισόδημα της Ενάγουσας για το 2004 ανερχόταν στα $10.000.000(USD) και ακολούθως ενέκρινε, ο ίδιος, την πληρωμή του φόρου για το
- Εξήγησε ότι ο λόγος που γίνεται η προσωρινή πληρωμή είναι για να μην επιβαρυνθεί η εταιρεία με πρόστιμο (10%) και με τόκους (9%). Κατά τη δική του άποψη είναι εκτός λογικής κάποιος που δηλώνει, τον Αύγουστο του 2004, ως υπολογιζόμενο φορολογητέο εισόδημα το ποσό των $10.000.000(USD) όταν διαπιστώνει ότι υπάρχει τεράστια απόκλιση να συνεχίζει να πληρώνει τις επόμενες δόσεις, ιδιαίτερα τον Δεκέμβριο που ο χρόνος είχε συμπληρωθεί. Ένας συνετός επιχειρηματίας θα αντιδρούσε και θα ζητούσε να μην πληρώσει τις επόμενες δόσεις. Προωθεί την άποψη ότι η πληρωμή της συγκεκριμένης φορολογίας πιθανόν να εξυπηρετούσε τις ποινικές διαδικασίες που εκκρεμούσαν στην Γερμανία εναντίον της Ενάγουσας και του Gorbunov προσωπικά. Εικάζει ότι εάν η Ενάγουσα απεδείκνυε ότι έχει κάποια υπόσταση και ότι πληρώνει κανονικά τους φόρους της θα δημιουργούσε καλή εντύπωση στις Γερμανικές Αρχές σε σχέση με τη νομιμότητα και διαφάνεια των εργασιών της. Η πρώτη φορά που τέθηκε θέμα επιστροφής φορολογίας ήταν 6 χρόνια μετά την υποβολή της φορολογικής δήλωσης του
- Εγείρει το ερώτημα, πώς αφήνει ένας επιχειρηματίας να περάσουν 6 χρόνια, ενώ έχει διαπιστώσει ότι το εισόδημα της εταιρείας του, για μια συγκεκριμένη χρονιά, ξεπερνά κατά πολύ το δηλωθέν. Δηλώνει απορία σε σχέση με το εισόδημα της Ενάγουσας που από τα $10.000.000(USD) κατέληξε στις $160.000(USD) με αποτέλεσμα ο καταβλητέος φόρος να ανέρχεται στα €5.000 (Λ.Κ.2.900). Λόγω του ότι η συγκεκριμένη διαφορά είναι τεράστια έπρεπε να τεκμηριωθεί με ισχυρά πειστήρια. Η Εναγόμενη 2, με σειρά ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ζήτησε από τον Gorbunov έγγραφα, τραπεζικές καταστάσεις και λογαριασμούς χωρίς ο ίδιος να ανταποκρίνεται. Παρά τον ισχυρισμό του Gorbunov ότι χάθηκαν τα έγγραφα μετά την παράδοσή τους από τον ίδιο στον πατέρα του, ο ίδιος προσπάθησε να είναι ευγενικός, όμως ουδέποτε στα χρόνια λειτουργίας της Εναγόμενης 2 χάθηκαν έγγραφα, πόσο μάλλον δύο σακούλες με όγκο εγγράφων. Με βάση τα πρότυπα ISO όλα τα μη ηλεκτρονικά έγγραφα έπρεπε να περαστούν σε μητρώο. Δεν επιδείχθηκε οποιαδήποτε αμέλεια από την Εναγόμενη 2, η οποία ήθελε να κάνει τη δουλειά της σωστά. Λόγω του ότι ο πελάτης δεν προσκόμιζε τα απαραίτητα έγγραφα η δουλειά δεν μπορούσε να προχωρήσει. Αν ο πελάτης θεωρούσε ότι δεν ενεργούσαν σωστά θα μπορούσε να αναθέσει την εργασία σε άλλους ελεγκτές. Η Εναγόμενη 2 ουδέποτε είχε πρόβλημα με πελάτες και ουδέποτε έχασε έγγραφα και ο ίδιος είναι σίγουρος ότι εάν είχαν παραδοθεί έγγραφα, είτε σε σακούλες είτε σε βαλίτσες, δεν υπήρχε περίπτωση να χαθούν. Η Εναγόμενη 2 πρώτη φορά αντιμετωπίζει υπόθεση για αμέλεια στα τόσα χρόνια λειτουργίας της. Όμως, ακόμη και αν έτσι είχαν τα πράγματα, στις συγκεκριμένες τσάντες δεν υπήρχαν οι τραπεζικές καταστάσεις που ήταν απαραίτητες για την ολοκλήρωση των ετήσιων καταστάσεων της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα, αν ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, ο τελικός δικαιούχος της Ενάγουσας ή ο Gorbunov, ο οποίος έλεγχε και διαχειριζόταν όλα τα θέματα της Ενάγουσας, θα τερμάτιζε τις υπηρεσίες της Εναγόμενης 2 από το 2008 και όχι το
- Ο ίδιος ο Gorbunov παραδέχθηκε ότι οι μη εκτελεστικοί διευθυντές της Ενάγουσας δεν είχαν οποιαδήποτε στοιχεία γιατί δεν τους τα είχε παραδώσει και ότι ο ίδιος είχε γενικό και ευρύτατο πληρεξούσιο από την Ενάγουσα και διαχειριζόταν τις υποθέσεις της μαζί με τον ιδιοκτήτη της χωρίς να ενημερώνει την Εναγόμενη 1 ή τους διευθυντές. Όσον αφορά το Τεκμήριο 22, το προσχέδιο συμφωνίας δανείου, τονίζει ότι είναι ανυπόγραφο και ουσιαστικά επενεργεί έτσι που το εισόδημα και το κέρδος της Ενάγουσας να μεταφερθεί στην εταιρεία Audley, η οποία είναι εταιρεία στο BVI, ανήκει στον ίδιο ιδιοκτήτη με την Ενάγουσα και της οποίας ο φορολογικός συντελεστής είναι 0%. Σε σχέση με το Τεκμήριο 24 είναι η θέση του ότι είναι προχρονολογημένο και δεν είναι υπογραμμένο. Κατά την δική του άποψη τα δύο Τεκμήρια είναι δημιουργήματα του Gorbunov ή του ιδιοκτήτη της Ενάγουσας, για να κτίσουν μια βάση για να διεκδικηθεί ο πληρωμένος φόρος του
- Εξηγεί ότι οι Φορολογικές Αρχές δεν αποδέχονται οποιαδήποτε δήλωση γίνει εκ των υστέρων, ιδιαίτερα αν έχει σημαντική απόκλιση από την προηγούμενη. Η ανατροπή του τεκμηρίου που δημιουργεί μια φορολογική αυτοδήλωση χρειάζεται ισχυρή τεκμηρίωση. Εάν οι συγκεκριμένες δύο συμφωνίες είχαν υπογραφτεί από τους διευθυντές της Ενάγουσας, ήτοι τους Εναγόμενους 1, 3, 4 και 5, γεννάται το εύλογο ερώτημα γιατί δεν κράτησαν αντίγραφα. Ο ίδιος δεν γνωρίζει τι στοιχεία δόθηκαν από την Ενάγουσα στην KPMG για να ολοκληρώσει τις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις της Ενάγουσας. Όμως, ακόμη και μετά την παύση της Εναγόμενης 2, η KPMG είχε 6 μήνες μέχρι την λήξη της προθεσμίας για να αιτηθεί την επιστροφή του φόρου. Καταλήγει, ότι είναι πολύ εύκολο για τον Gorbunov να επικαλείται συνομιλίες με έναν άνθρωπο που έχει αποβιώσει και πολύ βολικό που η αγωγή καταχωρίστηκε το 2013, μετά τον θάνατο του Παναγιώτη Στυλιανού. Ο Gorbunov, κατά τη δική του άποψη, προσπαθεί να μεταθέσει τις δικές του ευθύνες στους Εναγόμενους. Θέτει ερωτηματικά αναφορικά με το γεγονός ότι η Ενάγουσα έχει αλλάξει 5 ελεγκτικά γραφεία από το 2011 μέχρι σήμερα. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 15 το αναγνώρισε ως την συμφωνία που είχε γίνει μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 και εξήγησε ότι δεν υπάρχει συμφωνημένο ποσό για το 2004, αλλά είχε γίνει μια συνολική χρέωση για τα έτη 2002 ‑ 2005 ύψους $19.000, το οποίο αντιστοιχεί σε $4.750 ανά έτος. Εξήγησε ότι το συγκεκριμένο ποσό είναι ενδεικτικό και αντιστοιχείται με τις εργασίες οι οποίες είχαν παρασχεθεί στον πελάτη, η αξία των οποίων πιθανόν να ήταν και πιο ψηλή όταν ολοκληρωνόταν ο έλεγχος. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 35 παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη 2 είχε παραλάβει κάποια έγγραφα, τον Φεβρουάριο 2009, τα οποία τηρεί στην κατοχή της μέχρι και σήμερα. Είχαν παραληφθεί το 2009 και ήταν μέρος των στοιχείων σύμφωνα με τα οποία θα γινόταν ο έλεγχος της Ενάγουσας, πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω της καταχώρησης της αγωγής. Εξήγησε ότι ενόψει της δίκης ο ίδιος αποφάσισε να μελετήσει το περιεχόμενο των συγκεκριμένων εγγράφων, τα οποία ανέρχονταν σε 165.000 σελίδες. Υποστήριξε ότι τα συμβόλαια που περιέχονται μέσα σε αυτές τις 165.000 σελίδες είναι συμβόλαια της Ενάγουσας με τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα την εταιρεία Infomart, η αξία των οποίων ανερχόταν, για το 2004, σε 10.331 πωλήσεις και αφορούσαν μεταφορικά τα οποία πληρωνόντουσαν, pre charges, για πλοία ύψους $1.300.000,
- Οι αγοραπωλησίες της εταιρείας γίνονταν σε δολάρια, οπόταν οι πωλήσεις ανέρχονταν σε €9.000.000 και με τον συμψηφισμό των δύο ποσών προκύπτει ότι δεν θα απείχε κατά πολύ από τα $10.000.000(USD), τα οποία είχαν δηλωθεί ως προσωρινό ποσό για τη φορολογία του
- Η απόκλιση ήταν γύρω στο 10% και ο Φόρος Εισοδήματος επιτρέπει, όταν υποβάλλεται προσωρινή φορολογία, μια απόκλιση της τάξης του 25%. Σε μια τέτοια περίπτωση ο Φόρος δεν χρεώνει πρόστιμο. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 70 εξήγησε ότι είναι οι ελεγμένοι λογαριασμοί της Ενάγουσας, όπως ετοιμάστηκαν από την KPMG. Υπέδειξε στη σελίδα 6 των οικονομικών καταστάσεων του 2004 και προώθησε τη θέση ότι με βάση τα στοιχεία που είχαν διαβιβαστεί από τον Gorbunov το περιεχόμενο δεν ανταποκρίνεται στα όσα διαβιβάστηκαν από τον Gorbunov στην Εναγόμενη
- Τα μεικτά έσοδα της Ενάγουσας ανέρχονταν στα $10.331.000, ενώ η KPMG παρουσιάζει μεικτά έξοδα ύψους $13.951.
- Η απόκλιση, με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, είναι πολύ μεγάλη και απαγορεύεται σε έναν λογιστή να προβεί σε συμψηφισμό εσόδων και εξόδων για να οδηγήσει σε ένα πιο μικρό εισόδημα. Όμως επέμενε στη θέση ότι τα στοιχεία ήταν εντελώς διαφορετικά από αυτά που είχαν δοθεί στην Εναγόμενη
- Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι πράγματι τον Φεβρουάριο του 2009 είχε παραληφθεί σωρεία εγγράφων τα οποία η Εναγόμενη 2 κράτησε στην κατοχή της, όμως δεν ήταν ολοκληρωμένη η εικόνα σε σχέση με τις οικονομικές συναλλαγές της Ενάγουσας. Ερωτηθείς ανάφερε ότι την οικονομική έκθεση που ετοιμάστηκε από την KPMG την έλαβε στην κατοχή του μετά που δόθηκε μαρτυρία εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου και όχι πριν. Παραδέχθηκε ότι όλοι οι ελεγκτές έχουν ασφάλειες επαγγελματικής ευθύνης. Ερωτηθείς αναφορικά με τα προσόντα του, ανάφερε ότι υπηρετεί το συγκεκριμένο επάγγελμα για 30 και πλέον χρόνια, έχει διατελέσει μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Τράπεζας καθώς και Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συμβουλίου της USB Bank, οπόταν η εμπειρία του είναι ευρεία και μεγάλη. Εξήγησε ότι η συνεργασία με την Ενάγουσα ξεκίνησε από τη δημιουργία της, το 2001 και υπογράφτηκαν συμβόλαια παροχής υπηρεσιών, το Τεκμήριο 13 και το Τεκμήριο
- Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε τερματίστηκε η συγκεκριμένη συνεργασία. Παραδέχθηκε ότι η δική του εταιρεία δεν είχε εκφράσει κάποια άποψη σε σχέση με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας όπως είχε εκφράσει η KPMG. Συμφώνησε ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων της η Εναγόμενη 2 έχει καθήκον προς τον Έφορο Φορολογίας και το ίδιο καθήκον έχει και η εταιρεία KPMG. Ερωτηθείς για τις τραπεζικές καταστάσεις της Deutsche Bank ισχυρίστηκε ότι συνιστούν μέρος των αποδεικτικών στοιχείων που απαιτούνται για να ετοιμαστούν οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις μίας εταιρείας. Υποστήριξε ότι οι τράπεζες θεωρούνται ως ένα τρίτο πρόσωπο, το οποίο προσφέρει ανεξάρτητη μαρτυρία στην οποία μπορεί να στηριχθεί ένας ελεγκτής για να ετοιμάσει τις οικονομικές καταστάσεις οπόταν συνιστούν ένα πάρα πολύ σημαντικό στοιχείο για την ίδια την εταιρεία, για να ετοιμάσει τους λογαριασμούς της και το λογιστικό γραφείο στη συνέχεια να εκφέρει τη δική του άποψη επί των λογαριασμών. Λόγω του ότι προέρχονται από την Τράπεζα, οι τραπεζικοί λογαριασμοί «μιλούν» για τον πελάτη και αυτό δίνει την βεβαιότητα για να εκφραστεί άποψη. Το εξώφυλλο σε excel, που στάλθηκε από τον Gorbunov, δεν του έδινε την ασφάλεια να το χρησιμοποιήσει ως στοιχείο για να εκφράσει άποψη. Γι' αυτό, η Εναγόμενη 1, είχε ζητήσει από τον Gorbunov όπως της σταλούν οι τραπεζικές καταστάσεις της Deutsche Bank σε ηλεκτρονική μορφή. Υπέδειξε το Τεκμήριο 32 για να προωθήσει τη θέση του ότι υπήρχε κάποια προεργασία - διεργασία αναφορικά με το θέμα της διεξαγωγής ελέγχου της Ενάγουσας, η οποία είχε γίνει το 2005 μεταξύ του πατέρα του, της κας Χρυσοστόμου καθώς και του Gorbunov. Κατά τη δική του άποψη τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν στον πατέρα του και στην κα Χρυσοστόμου έδειχναν ότι η Ενάγουσα, από πλευράς Φορολογικών Αρχών, συμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις της και κατέβαλλε τους φόρους της. Επεσήμανε ότι είχε δηλωθεί από την ίδια την Ενάγουσα το ποσό των $10.000.000(USD), ως αναμενόμενο κέρδος για το 2004, εξ' ου και καθορίστηκε ως φόρος το ποσό των €180.
- Η προσπάθεια της Εναγόμενης 2 για να κλείσει τους λογαριασμούς της Ενάγουσας εταιρείας συνεχιζόταν και ο μ. Παναγιώτης Στυλιανού είχε προειδοποιήσει τον Gorbunov ότι αν δεν προσκομίζονταν όλα τα στοιχεία ο Έφορος Εταιρειών θα προχωρούσε με τη διαγραφή της Ενάγουσας. Εξήγησε ότι η Ενάγουσα τελούσε κάτω από ειδικό καθεστώς το 2004 και φορολογείτο στο 25%. Ερωτηθείς επέμενε στη θέση του ότι οι τραπεζικές καταστάσεις είναι απαραίτητες για τη διεξαγωγή της δικής τους εργασίας και ότι γνώριζε ότι το συγκεκριμένο πληρεξούσιο, επ' ονόματι του Gorbunov, ήταν γενικό, ευρύ και χωρίς ημερομηνία λήξης. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 53 το αναγνώρισε ως ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο είχε διαβιβαστεί στην Deutsche Bank για να παραχωρήσει στην Εναγόμενη 2 όλες τις τραπεζικές καταστάσεις και τα χρεωπιστωτικά σημειώματα που αφορούσαν τον συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η Ενάγουσα Εταιρεία. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις της Deutsche Bank είχαν παραδοθεί στην Εναγόμενη 2 το 2011 και επέμενε στη θέση του ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα ουδέποτε παραδόθηκαν στην Εναγόμενη
- Παραδέχθηκε ότι, ό,τι καταβλήθηκε ως προσωρινός φόρος για το 2004 είχε υπολογιστεί με βάση την εκτίμηση κέρδους που είχε αναφερθεί από τον Gorbunov. Υπέδειξε, με αναφορά στο Τεκμήριο 22, ότι το 2010 ο Gorbunov είχε διαβιβάσει μήνυμα, στο οποίο συμπεριλήφθηκε μια σύμβαση δανεισμού, η οποία δεν ήταν καν υπογεγραμμένη και φαινόταν να είναι ένα προσχέδιο, ζητώντας όπως η συγκεκριμένη σύμβαση ενσωματωθεί στην προσωρινή δήλωση φορολογίας του
- Κατά τη δική του άποψη είχε γίνει μια προσπάθεια από τον Gorbunov για μαγείρεμα των λογαριασμών. Παραδέχθηκε ότι ουδέποτε είχαν θέσει θέμα παρανομίας στον Gorbunov, γιατί δεν ήταν η θέση της Εναγόμενης 2 να το πράξει. Όμως σε τέτοιες περιπτώσεις χάνεται η εμπιστοσύνη προς τον πελάτη και στη συγκεκριμένη περίπτωση θα ενημερωνόταν ο πελάτης ότι δεν θα μπορούσαν πλέον να τον εξυπηρετήσουν ως ελεγκτές. Ο λόγος που δεν είχαν παραιτηθεί ήταν γιατί δεν είχε παρασχεθεί η ευκαιρία να σχηματιστεί ολοκληρωμένη άποψη αναφορικά με τα τεκμήρια αλλά, το 2010, το ελεγκτικό ρίσκο είχε αυξηθεί. Υποστήριξε ότι λόγω της πολύ άσχημης έκφρασης της αγγλικής γλώσσας από τον Gorbunov και λόγω του φτωχού λεξιλογίου του στα αγγλικά οι προτάσεις του παρερμηνεύονται και δεν μπορεί να εξαχθεί, από αυτές, κάποιο νόημα ή μια καθαρή οδηγία. Ο ίδιος δεν γνώριζε κάτω από ποιες συνθήκες είχαν διαβιβαστεί τα Τεκμήρια 22 και 24 στην κα Χρυσοστόμου. Σύμφωνα με την έρευνα που διενήργησε ο ίδιος στα αρχεία της Εναγόμενης 2 και αυτά που κατατέθηκαν στον Έφορο Φορολογίας διαπιστώθηκαν αυτά που καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Επέμενε ότι το 2004 είχε δοθεί στην Εναγόμενη 2 εντολή να πληρώσει τον φόρο εισοδήματος με βάση τα προσωρινά στοιχεία τα οποία υπήρχαν. Εξήγησε ότι ένας σωστός επιχειρηματίας, ο όποιος προβαίνει σε μια προσωρινή φορολογική δήλωση, γνωρίζει ότι έχει τρείς ευκαιρίες για διόρθωση. Στην αρχική φορολογική δήλωση του 2004, τον Σεπτέμβριο του 2004, καθώς και τέλος του 2004 για να προβεί σε αλλαγές πάνω στην εκτίμηση του κέρδους. Εξήγησε ότι οφείλει ο πελάτης να αναφέρει στον ελεγκτή ότι δεν έφτασε στο αναμενόμενο κέρδος, έτσι ώστε ο ελεγκτής να προβεί στην αλλαγή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό δεν έγινε, ούτε το 2005, ούτε το 2006 αλλά ούτε και μέχρι το
- Η πρώτη φορά που τέθηκε το θέμα της επιστροφής του φόρου ήταν όταν η Ενάγουσα είχε επισκεφθεί δικηγόρο, ο οποίος είχε ενεργοποιήσει τις διαδικασίες για να επιστραφεί ο φόρος που είχε καταβληθεί. Παραδέχθηκε ότι δεν είχαν ενημερωθεί οι πελάτες ότι υπήρχε προθεσμία 6 χρονών για να απαιτήσουν επιστροφή της υπερπληρωμής του φόρου, η οποία προθεσμία έληγε τον Δεκέμβριο του 2011, γιατί δεν γνώριζαν, ως ελεγκτές, ότι υπήρχε θέμα υπερπληρωμής. Ερωτηθείς αναφορικά με την αλλαγή δικηγόρου της Εναγόμενης 2 εξήγησε ότι ενόψει του γεγονότος ότι η Εναγόμενη 2 έχει επαγγελματική ασφάλεια, στην εταιρεία Minerva, η ασφαλιστική εταιρεία διόρισε το γραφείο του Χάρη Κυριακίδη ως δικηγόρους της Εναγόμενης
- Όμως προώθησε τη θέση ότι η Εναγόμενη 2 συνεργάζεται τόσο με το δικηγορικό γραφείο του κ. Παπαδοπούλου καθώς και του κ. Κυριακίδη. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Gorbunov είχε παραδώσει τον Μάρτιο του 2005 έγγραφα στον πατέρα του και υποστήριξε τη θέση ότι το τι καταγράφεται στο Τεκμήριο 31 είναι διαφορετικό από την πραγματικότητα. Ισχυρίστηκε ότι γνώριζαν με σιγουριά ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν υπήρχαν στο γραφείο γιατί, λόγω της πιστοποίησης του γραφείου με ISO, υπάρχουν κάποιες διαδικασίες οι οποίες πρέπει να τηρούνται ηλεκτρονικά, έτσι ώστε να αρχειοθετούνται τόσο τα εισερχόμενα καθώς και τα εξερχόμενα έγγραφα και δεν υπήρχε καταχώριση εγγράφων στα μητρώα που τηρούνταν στο γραφείο τους. Παραδέχθηκε ότι για ένα διάστημα η Εναγόμενη 1 ανήκε στον πατέρα του. Σε ερώτηση που του τέθηκε προώθησε τη θέση ότι είχε προηγηθεί αρκετή δουλειά, πριν το 2008, για να ετοιμαστούν οι συγκεκριμένες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας, με το μάζεμα των τεκμηρίων, όμως ο ίδιος δεν είχε ασχοληθεί με την συγκεκριμένη εταιρεία πριν το
- Γνώριζε ότι για να εκδοθεί ένα τιμολόγιο θα πρέπει να υπάρχουν ώρες, εργατοώρες, για τις οποίες να χρεωθεί ο πελάτης. Ο ίδιος βλέποντας τα ηλεκτρονικά μηνύματα διαπίστωσε ότι είχαν γραφτεί από την Ευτυχία Χαραλάμπους, Senior Manager της εταιρείας και την κα Χρυσοστόμου. Όταν του υποβλήθηκε ότι είχαν καταβληθεί ποσά για υπηρεσίες οι οποίες δεν παρασχέθηκαν ο ίδιος διαφώνησε και προώθησε τη θέση ότι συνεχώς ενημερωνόταν η Ενάγουσα για τον κίνδυνο διαγραφής της και για την αναγκαιότητα παρουσίασης των συγκεκριμένων στοιχείων. Υποστήριξε ότι ένας ελεγκτής δεν μπορεί, λόγω της πίεσης του χρόνου, να παρουσιάσει στοιχεία τα οποία θα έχουν κενά ή στοιχεία τα οποία δεν είναι συμπληρωμένα. Κατά την επανεξέταση αναγνώρισε στο Τεκμήριο 32 ένα ηλεκτρονικό μήνυμα της κας Θεοδώρου με ημερομηνία 20/03/2008, με το οποίο ενημέρωνε τον Gorbunov για τον κίνδυνο διαγραφής της Ενάγουσας εταιρείας. Μαρτυρία δόθηκε και από την κα Brigit Χρυσοστόμου, Μ.Υ.2, η δήλωση της οποίας σημειώθηκε ως Έγγραφο 6 στη διαδικασία. Στην γραπτή της δήλωση καταγράφει ότι είναι μέλος του ACCA για 35 χρόνια και απέκτησε ευρύ φάσμα ελεγκτικής εμπειρίας σε μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις. Εργάζεται στην Εναγόμενη 2 τα τελευταία 25 χρόνια ως υπεύθυνη του χαρτοφυλακίου πελατών Διεθνών Επιχειρήσεων. Ο μ. Παναγιώτης Στυλιανού διαχειριζόταν προσωπικά την Ενάγουσα και η ίδια τον βοηθούσε στη διαχείριση διαφόρων εκκρεμοτήτων που αφορούσαν την συγκεκριμένη εταιρεία και της είχε ανατεθεί, μεταξύ άλλων, ο έλεγχός της. Όλες οι οδηγίες, η αλληλογραφία και οι επαφές γίνονταν με τον Gorbunov, ο οποίος ήταν ο αντιπρόσωπος της Ενάγουσας. Όσον αφορά την προσωρινή καταβολή του φόρου για το 2004 είχε ληφθεί γραπτή εντολή, ημερομηνίας 12/08/2004, από τον Gorbunov, το Τεκμήριο
- Στην ίδια είχε ανατεθεί ο φάκελος της Ενάγουσας για έλεγχο μετά το
- Το 2008, κατά την ανταλλαγή αλληλογραφίας με τον Gorbunov, ο ίδιος είχε ισχυριστεί ότι η Εναγόμενη 2 είχε χάσει τους φακέλους που της είχε παραδώσει σε σακούλες το
- Στην δική της παρουσία ο Gorbunov δεν παρέδωσε κανένα αρχείο και ούτε ποτέ η ίδια τον αγκάλιασε, ως ισχυρίζεται, γιατί δεν είναι στην κουλτούρα της να αγκαλιάζει πελάτες σε επαγγελματικό επίπεδο. Μετά τον ισχυρισμό του Gorbunov οι χώροι στο γραφείο ερευνήθηκαν διεξοδικά, παρά το γεγονός ότι ήταν βέβαιη ότι ο ισχυρισμός του Gorbunov ήταν ανακριβής. Προσπάθησαν ευγενικά να εξηγήσουν στον Gorbunov ότι έψαξαν και δεν βρήκαν οτιδήποτε. Κατέγραψε ότι ποτέ δεν είχαν συναντήσει ένα τόσο μεγάλο όγκο εγγράφων, όπως αυτόν στον οποίο έκανε αναφορά ο Gorbunov. Κατά τον δεδομένο χρόνο υπήρχαν σε εφαρμογή διαδικασίες που επιβλήθηκαν από την πιστοποίηση ISO 9001 και αφορούσαν την διασφάλιση αρχείων. Ζητήθηκε επανειλημμένα από τον Gorbunov να στείλει όλα τα έγγραφα, πλην όμως προώθησε κάποια αλλά όχι ολοκληρωμένη δέσμη όλων των συναλλαγών της Ενάγουσας, των λογαριασμών, των τιμολογίων και των τραπεζικών καταστάσεων της. Η Ενάγουσα, κατά τον δεδομένο χρόνο, διατηρούσε λογαριασμό μόνο στην Deutsche Bank στην Γερμανία και η Εναγόμενη 2 ποτέ δεν έλαβε τις καταστάσεις του τραπεζικού λογαριασμού για την περίοδο του
- Ο συγκεκριμένος λογαριασμός τύγχανε διαχείρισης μόνο από τον Gorbunov και είχε την ευθύνη να παράσχει τις συγκεκριμένες τραπεζικές καταστάσεις. Όταν ο ίδιος δεν μπορούσε να τις προμηθευτεί από την Τράπεζα, ζήτησε από την Εναγόμενη 2 να επικοινωνήσει και να τις εξασφαλίσει. Η ίδια προσπάθησε να επικοινωνήσει, στέλνοντας και επιστολή στην Deutsche Bank, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Επικοινώνησε και τηλεφωνικά με την Deutsche Bank, για να ενημερωθεί ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός υπήρχε, πλην όμως δεν ήταν στο όνομα της Ενάγουσας. Μετά από δική της επιμονή της ανέφεραν ότι θα επικοινωνούσαν μαζί της για το κόστος παροχής των συγκεκριμένων τραπεζικών λογαριασμών. Ο Gorbunov απέκτησε τις συγκεκριμένες καταστάσεις τον Δεκέμβριο 2010 αλλά ποτέ δεν τις προώθησε στην Εναγόμενη
- Κατά τη δική της άποψη δεν προκλήθηκαν καθυστερήσεις από την Εναγόμενη 2 αλλά, έχοντας την ευθύνη διαχείρισης πολλών πελατών, η εργασία ιεραρχείται προσεκτικά. Τα εμπόδια στην ολοκλήρωση της εργασίας αποδίδονται στον Gorbunov, ο οποίος απέτυχε να παράσχει τα απαιτούμενα έγγραφα. Σε σχέση με το Τεκμήριο 22 ανέφερε ότι αυτό παραλήφθηκε στις 12/10/2010, ότι δεν ήταν υπογραμμένο και ότι είχε αναφορές στο 2003, παρά το ότι στάλθηκε το
- Με το συγκεκριμένο έγγραφο απορροφάτο το εισόδημα της Ενάγουσας για το 2004 και παρουσιαζόταν ως απλός παραλήπτης και πράκτορας του δανειστή, της Audley Group Ltd, BVI, η οποία φορολογείτο με 0%. Η Εναγόμενη 2 δεν θα δεχόταν ποτέ τις συγκεκριμένες συμφωνίες ως αποδεικτικό στοιχείο, λόγω του ότι ήταν προχρονολογημένες και δεν είχαν εκτελεστεί. Όσον αφορά τις χρεώσεις της Εναγόμενης 2 υποστήριξε ότι παρά το γεγονός ότι δεν συμπληρώθηκαν οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, είχαν συνταχθεί προσχέδια οικονομικών καταστάσεων με βάση τα αρχεία που υπήρχαν μέχρι το 2007, είχαν παρασχεθεί πολλές υπηρεσίες στην Ενάγουσα και είχε αφιερωθεί πολύς χρόνος και πόροι του γραφείου για την Ενάγουσα. Τα τιμολόγια που εκδόθηκαν αφορούσαν την περίοδο 2002 -
- Ερωτηθείσα ανάφερε ότι η ίδια δεν είχε παραδώσει οποιαδήποτε έγγραφα στην εταιρεία KPMG. Υποστήριξε ότι της είχαν τηλεφωνήσει από τη συγκεκριμένη εταιρεία και την είχαν ρωτήσει τον λόγο που δεν είχαν ολοκληρωθεί οι οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε προηγηθεί, από την KPMG, απαίτηση για παράδοση της επιστολής για «professional clearance letter». Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι δεν είχαν παραδοθεί τα στοιχεία της Ενάγουσας απευθείας στην KPMG. Εξήγησε ότι ο Gorbunov συνεργαζόταν με τον μ. Παναγιώτη Στυλιανού από το 2001 και παραδέχθηκε, σε ερώτηση που της τέθηκε, ότι πολλές φορές ζητούνται πληροφορίες από τον πελάτη κατά την ετοιμασία των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων. Ο φάκελος της Ενάγουσας της ανατέθηκε μετά το 2007 και είχε διαπιστώσει ότι είχαν καταχωρηθεί προσωρινές φορολογικές δηλώσεις. Είχε επίσης διαπιστώσει ότι στον συγκεκριμένο φάκελο δεν υπήρχαν τραπεζικές καταστάσεις της Ενάγουσας και ότι υπήρχε ένα φύλλο εργασίας των κινήσεων του τραπεζικού λογαριασμού. Ήταν η θέση της ότι ο μ. Παναγιώτης Στυλιανού ζητούσε συνεχώς τις καταστάσεις λογαριασμού excel για να καταχωριστούν στα αρχεία έτσι ώστε να διεκπεραιωθεί ο λογιστικός έλεγχος. Επέμενε ότι αυτό που υπήρχε στον φάκελο της Ενάγουσας Εταιρείας ήταν ένα εξώφυλλο excel και σύμφωνα με την πληροφόρηση που υπήρχε στον φάκελο ζητούνταν συνεχώς τα απαραίτητα έγγραφα τα οποία να υποστηρίξουν τις καταγραφές. Παραδέχθηκε ότι η ίδια στις 25/06/2008 είχε διαβιβάσει ηλεκτρονικό μήνυμα στον Gorbunov, το Τεκμήριο 71, με το οποίο τον ενημέρωνε ότι είχαν ολοκληρωθεί οι οικονομικές καταστάσεις που αφορούσαν το
- Όμως, λόγω του ότι είχε δει ένα άνοιγμα λογαριασμού το 2001, ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχαν συναλλαγές στον συγκεκριμένο λογαριασμό, γι' αυτό και δεν υπέβαλε τις συγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις του
- Ενημέρωσε τον πελάτη ότι χρειαζόταν αντίγραφα των συμβολαίων και όταν ο Gorbunov ισχυρίστηκε ότι τα είχε παραδώσει το 2005, η ίδια προσωπικά έψαξε εκτενώς για να τα εντοπίσει. Δεν είχε δει τον Gorbunov, η ίδια προσωπικά, να παραδίδει οποιαδήποτε έγγραφα στον μ. Παναγιώτη Στυλιανού. Αν πράγματι γινόταν κάτι τέτοιο δεν θα το ξεχνούσε και προκύπτει, από το Τεκμήριο 31, η δική της χειρόγραφη σημείωση ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με τις συγκεκριμένες τσάντες. Παραδέχθηκε ότι είχε διαβιβάσει ηλεκτρονική επικοινωνία ημερομηνίας 16/09/2010 στην Deutsche Bank ζητώντας τις τραπεζικές καταστάσεις της Ενάγουσας, η οποία Deutsche Bank την ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να καταβάλει το κόστος για να της διαβιβαστούν. Η ίδια είχε ζητήσει όπως της διαβιβαστούν σαρωμένα αντίγραφα, έτσι ώστε να μπορέσει να ξεκινήσει η εργασία για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων, όμως ακολούθησε αλληλογραφία, μεταξύ της ίδιας και των νέων διευθυντών της Ενάγουσας, για παράδοση των εγγράφων που η Εναγόμενη 2 είχε στην κατοχή της και αφορούσαν την Ενάγουσα. Αρνήθηκε τη θέση ότι αυτό που υπολειπόταν, για να ολοκληρωθούν οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, ήταν η υπογραφή του διευθυντή της Ενάγουσας και προώθησε τη θέση ότι χωρίς τις τραπεζικές καταστάσεις από την Deutsche Bank οι συγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας δεν θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας όλες οι πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με τη διαβίβαση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Όλοι οι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις τους με αναφορά στις αρχές και τη νομολογία, ενώ σχολίασαν και την μαρτυρία. Διευκρίνισαν, δια ζώσης, τα σημεία που οι ίδιοι θεωρούσαν σημαντικά για την υπόθεσή τους. Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις θέσεις τους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, έκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Η Μ.Ε.1, δεν είχε ιδίαν γνώση των γεγονότων. Παραδέχθηκε ότι η γνώση της σε σχέση με τα γεγονότα προέρχεται από τα όσα της είχαν λεχθεί από τον Gorbunov, τον οποίο είχε δει 2 ή 3 φορές πριν αναλάβει ως Διευθύντρια της Ενάγουσας στις 03/11/
- Βέβαια είναι αξιοθαύμαστη η λεπτομέρεια με την οποία της εξιστόρησε τα γεγονότα στη σύντομη γνωριμία τους και παράλληλα γεννά πολλά ερωτηματικά για την αμεροληψία της. Προσπάθησε να βοηθήσει την Ενάγουσα στην απόδειξη των αξιώσεών της, στην εξέλιξη όμως της μαρτυρίας της αποδέχθηκε ότι υπήρχε υποχρέωση, μέχρι την 01/08/2004, υποβολής του υπολογισμού προσωρινής φορολογίας για το έτος 2004 και τον Δεκέμβριο 2004 δικαίωμα υποβολής αναθεωρημένου υπολογισμού του φόρου, διαβήματα που λήφθηκαν από την Εναγόμενη
- Προώθησε τη θέση ότι είχαν χαθεί οι καταστάσεις λογαριασμού της Ενάγουσας από την Deutsche Bank, μια θέση που δεν υποστηρίχθηκε από την υπόλοιπη μαρτυρία και σίγουρα δεν υποστηρίχθηκε από τον ίδιο τον Μ.Ε.4 που ήταν ο κύριος πρωταγωνιστής των γεγονότων και της είχε παραχωρήσει όλη την πληροφόρηση. Παρά την τόση ευρεία γνώση της, ερωτηθείσα προώθησε τη θέση ότι δεν γνώριζε γιατί απολύθηκε ο Gorbunov και για τα προβλήματα που προκάλεσε στην Ενάγουσα. Αυτό υποστηρίζει την αρχική διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι επιθυμία της ήταν να βοηθήσει την Ενάγουσα, την πελάτιδά της, χωρίς να γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Αντεξεταζόμενη όμως, επειδή δεν είχε άλλη επιλογή, παραδέχθηκε ότι ο Gurbunov διαχειριζόταν αποκλειστικά τις δραστηριότητες που είχαν σχέση με τις επιχειρήσεις της Ενάγουσας και ότι ήταν αυτός που λάμβανε τις αποφάσεις σε σχέση με την Ενάγουσα Εταιρεία. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι αυτός «έλεγχε και διοικούσε» την Ενάγουσα γιατί ήταν ο «αποκλειστικός δικαιούχος» όπως η ίδια τον ονόμασε. Επίσης, παραδέχθηκε, παρά την αρχική της θέση, ότι η Εναγόμενη 1 δεν χρέωσε για υπηρεσίες που δεν προσέφερε και ότι τα τιμολόγια που εξέδωσε αντιπροσώπευαν τις παρασχεθείσες υπηρεσίες. Βέβαια για να αφήσει έστω και μια σκιά θεώρησε αναγκαίο να αναφέρει ότι η Εναγόμενη 1 χρέωσε το ποσό των Λ.Κ.15 για υπηρεσίες τις οποίες δεν παρείχε, ήτοι την καταχώριση της Ετήσιας Έκθεσης της εταιρείας για το 2004, προφανώς για να δικαιολογήσει τον αρχικό ισχυρισμό της ότι η Εναγόμενη 1 ήταν αμελής. Αναγνώρισε ότι η πληρωμή στο Φόρο Εισοδήματος το 2004 είχε γίνει σύμφωνα με την πρόβλεψη του Gorbunov, ο οποίος ήταν ο απόλυτος γνώστης των δεδομένων της Ενάγουσας αφού διαπραγματευόταν τα συμβόλαιά της και ότι η Ενάγουσα όντως ανέμενε εισοδήματα ύψους $10.000.000(USD). Παρά την άποψή της αναφορικά με την Συμφωνία, Τεκμήριο 22, η οποία σχηματίστηκε μετά από συζήτηση με τον Gurbunov, ότι δεν ήταν πλαστή, εξέφρασε τη θέση ότι ούτε η δική της εταιρεία θα την αποδεχόταν ως δεσμευτική αφού ήταν ανυπόγραφη. Δεν μπορούσε να απαντήσει κατά πόσο η συγκεκριμένη Συμφωνία ήταν πλαστή και ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο είχε εισαχθεί στα βιβλία της Ενάγουσας. Επίσης, παραδέχθηκε ότι για να καταρτιστούν οι ετήσιες οικονομικές εκθέσεις μιας εταιρείας θα πρέπει να υπάρχουν οι τραπεζικές της καταστάσεις εκτός από τα υπόλοιπα έγγραφα. Όμως παρά τις παραδοχές της προώθησε την θέση ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 ήταν αμελείς σε σχέση με τις παρασχεθείσες υπηρεσίες προς την Ενάγουσα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη θέση της αναφορικά με την εξέλιξη των γεγονότων αφού δεν είχε ιδίαν γνώση. Προσπάθησε απεγνωσμένα να βοηθήσει την Ενάγουσα, αφού είναι πελάτιδά της μέχρι και σήμερα, αναφέροντας ότι δεν είχε διαβάσει, στα ηλεκτρονικά μηνύματα που είχαν ανταλλαχθεί, να καταγράφεται η προθεσμία των 6 χρόνων για υποβολή απαίτησης επιστροφής του φόρου. Όμως παρά την προσπάθειά της δεν κατάφερε να αποδείξει τον ισχυρισμό της για αμέλεια των Εναγόμενων 1 και 2 αφού αποδέχθηκε ότι ούτε η δική της εταιρεία δεν θα αποδεχόταν το Τεκμήριο 22, λόγω του γεγονότος ότι ήταν ανυπόγραφο αλλά και γιατί και η ίδια θα απαιτούσε να της παρασχεθούν οι λογαριασμοί των τραπεζών πριν ετοιμαστούν τα βιβλία της εταιρείας, καθώς επίσης και ότι αν γνώριζε ότι ο πελάτης της αντιμετώπιζε υπόθεση ξεπλύματος χρημάτων θα τον έδιωχνε από πελάτη. Παραδέχθηκε, ότι από το 2019 δεν έχουν υποβληθεί ετήσιες οικονομικές εκθέσεις της Ενάγουσας γιατί η επικοινωνία με την προηγούμενη διευθύντριά της ήταν δύσκολη και γιατί υπολείπονται στοιχεία, δηλαδή η ιστορία φαίνεται να επαναλαμβάνεται. Οπόταν εύλογα γεννάται το ερώτημα γιατί η Εναγόμενη 2 να θεωρηθεί αμελής αφού και η ελεγκτική εταιρεία που ελέγχει την Ενάγουσα σήμερα ενεργεί με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή αναμένει την ολοκλήρωση των στοιχείων πριν προωθήσει τις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις. Το γεγονός ότι η ίδια δεν γνώριζε πως διενεργείται η απαίτηση επιστροφής φόρου αλλά προώθησε την άποψη ότι η Εναγόμενη 2 ήταν αμελής που δεν προώθησε τέτοια απαίτηση, καταδεικνύει ότι η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής και μεροληπτούσε προς όφελος της Ενάγουσας. Ο Μ.Ε.2, λογιστής στο επάγγελμα για πολλά χρόνια, ήταν προσεκτικός και ειλικρινής ενώ δεν δίστασε να αναφέρει ότι το μόνο που αναγνωρίζει στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, Τεκμήριο 70, είναι η υπογραφή του και ότι δεν μπορεί ένας επαγγελματίας ελεγκτής να προβεί σε έλεγχο οποιασδήποτε εταιρείας χωρίς να έχει στη διάθεσή του τις τραπεζικές καταστάσεις της συγκεκριμένης εταιρείας. Εξέφρασε την άποψη ότι οι οικονομικές καταστάσεις μιας εταιρείας ετοιμάζονται από το διοικητικό της συμβούλιο και όχι από τους ελεγκτές, καθώς επίσης και ότι το γεγονός ότι καταβλήθηκε από την Ενάγουσα περισσότερος φόρος αφορά αποκλειστικά το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και όχι τον ελεγκτή της Ενάγουσας. Καθόρισε την ευθύνη του ελεγκτή στην έκφραση γνώμης επί των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων μετά την διενέργεια ελέγχου, ο οποίος έλεγχος γίνεται με καθοδήγηση από τα αποδεικτικά τεκμήρια που προσκομίζει η εταιρεία και συγκεκριμένα τους τραπεζικούς λογαριασμούς, τα συμβόλαια και άλλα έγγραφα. Επίσης, είχε το θάρρος της άποψής του ότι είχαν τηρηθεί τα κατάλληλα λογιστικά βιβλία της Ενάγουσας για όλα τα έτη από το 2001 μέχρι το
- Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 2 είχε παράσχει τις υπηρεσίες για τις οποίες είχε χρεώσει την Ενάγουσα. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να μην αποδεχθεί τις θέσεις του αφού είναι σε αρμονία με τις θέσεις του Μ.Ε.3 και του Μ.Υ.1 όσον αφορά τον τρόπο λειτουργίας των ελεγκτών μιας εταιρείας και το ποιος ευθύνεται για την ορθή ετοιμασία των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων. Ο Μ.Ε.3 επίσης ελεγκτής στο επάγγελμα, λόγω του ότι είναι ο ελεγκτής της Ενάγουσας μέχρι σήμερα, δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο προφανώς σε μια προσπάθειά του να μην αναφέρει οτιδήποτε που θα βλάψει την πελάτισσά του, προσπαθώντας να την διατηρήσει ως πελάτισσα του. Στα πλαίσια αυτής του της προσπάθειας ανέφερε ότι δεν γνώριζε από ποιόν δίδονταν οι οδηγίες σε σχέση με την Ενάγουσα στην δική του εταιρεία και προσπάθησε να δικαιολογήσει την έλλειψη της συγκεκριμένης πληροφορίας αναφέροντας ότι ο έλεγχος της Ενάγουσας γίνεται από ομάδα λογιστών της εταιρείας του. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του αφού γνώριζε για ποιο λόγο είχε προσέλθει στο Δικαστήριο. Παρά τη θέση του, ότι η Εναγόμενη 2 είχε χρεώσει στα τιμολόγια της ποσό για την παροχή φορολογικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών για τα έτη 2002 μέχρι 2005 τις οποίες δεν είχε παραχωρήσει, παρέλειψε να αναφέρει κατά πόσο η δική του εταιρεία είχε πληρωθεί για τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας που δεν είχε υποβάλει μέχρι και σήμερα γιατί υπάρχουν εκκρεμότητες. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Εναγόμενης 2 άλλαξε άποψη και υποστήριξε ότι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες, που καταγράφονται στα τιμολόγια που έχουν εκδοθεί από την Εναγόμενη 2, έχουν παρασχεθεί στην Ενάγουσα. Αναγνώρισε ότι η τήρηση των ορθών λογιστικών αρχείων και της κατάρτισης των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων ανήκει στην ίδια την εταιρεία, καθώς επίσης και ότι για να διενεργηθεί η ελεγκτική εργασία είναι απαραίτητο για ένα ελεγκτή να έχει όλα τα απαραίτητα έγγραφα όπως συμφωνίες και τραπεζικές καταστάσεις. Στην αντεξέτασή του από τον συνήγορο της Εναγόμενης 2 αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι τα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί από την Εναγόμενη 2 προς την Ενάγουσα περιείχαν υπηρεσίες οι οποίες είχαν παρασχεθεί και για αυτό είχαν τιμολογηθεί. Η μαρτυρία του Μ.Ε.3 περιείχε αντιφάσεις, όπως έχει σημειωθεί πιο πάνω. Σε ερωτήσεις όμως που αφορούσαν τα ελεγκτικά πρότυπα και τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για να ετοιμαστούν οι ετήσιες οικονομικές εκθέσεις μιας εταιρείας δεν μπορούσε παρά να αποδεχθεί την καλά εδραιωμένη πρακτική ότι απαραίτητο αποδεικτικό στοιχείο είναι και οι καταστάσεις λογαριασμού. Όμως η θέση του ότι προτεραιότητα ενός ελεγκτή είναι η ελεγκτική εργασία και το κατά πόσο ο πελάτης του εμπλέκεται σε ξέπλυμα είναι δευτερεύουσας σημασίας προκάλεσε εντύπωση στο Δικαστήριο και το έπεισε ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής. Όσον αφορά τον Μ.Ε.4 είναι η κλασσική περίπτωση μάρτυρα που προσπαθεί να μετακυλήσει την ευθύνη από τον εαυτό του σ' όλους τους υπόλοιπους. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε δηλώσει, τον Αύγουστο 2004, στους ελεγκτές της Ενάγουσας ότι το αναμενόμενο εισόδημα της ήταν της τάξεως των $10.000.000(USD). Όμως ο ίδιος ποτέ μέχρι το 2010, Τεκμήριο 22, δεν είχε ενημερώσει την Εναγόμενη 2 ότι στην πραγματικότητα το εισόδημα ήταν λιγότερο. Προέκυψε ότι ήταν ο μόνος που γνώριζε τα έσ