Gardabani Holdings B.V. ν. Γεωργίας, Αρ. Γενικής Αίτησης:5/22, 14/7/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ:Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π. Ε. Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης:5/22 Ημερομηνία:14/07/2025 Mεταξύ: Gardabani Holdings B.V. εξ Ολλανδίας Αιτητών και Γεωργίας Καθ' ης η Αίτηση Εμφανίσεις: Για Αιτητές:κ. Οικονόμου μαζί με κ. Ζιβανάρη Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ά. Γεωργιάδης μαζί με κα Χ. Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές εξ Ολλανδίας έχουν καταχωρήσει την παρούσα αίτηση και ζητούν τα ακόλουθα: Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να γράφεται και/ή να αναγνωρίζεται και/ή τα καθίσταται εκτελεστή στην Κύπρο ως να ήταν απόφαση και/ή διαταγή του Δικαστηρίου αυτού, η διαιτητική απόφαση του ινστιτούτου διαιτησίας του εμπορικού επιμελητηρίου της Στοκχόλμης (Arbitration Institute of the Stocholm of Commerce‑ SCC)ημερομηνίας 23/11/2021, με τίτλο Second Partial Award on Damages που εκδόθηκε στα πλαίσια της Διαιτησίας SCC Αρ. V2018/039 υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Η νομική βάση της αίτησης βασίζεται στον περί Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμο 84/1979, στη Σύμβαση περί Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης, και στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/
(2)gives the court the right not to recognize the award if the person against whom it is invoked is able to prove any of the matters set out in that subsection and if the court is satisfied that the award should not be recognized, the matter ends there. Η ίδια η σύμβαση διακρίνει μεταξύ της αναγνώρισης της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης αυτής και την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εντός της εδαφικής επικρατείας του κράτους αφού έχει επέλθει η αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης με αντικείμενο τις διαφορές μεταξύ προσώπων, φυσικών ή νομικών. Το διαδικαστικό πλαίσιο για την αναγνώριση και την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης είναι απλό και εύκολο ώστε χωρίς εμπόδια να πετυχαίνεται η αναγνώριση. Οι πρόνοιες του άρθρου III επιτρέπουν στα συμβαλλόμενα κράτη της Σύμβασης να προχωρήσουν εύκολα στην αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων περιορίζοντας την δυνατότητα τους να αρνηθούν την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης εντός του lex fori. Εκείνο που επεξήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης Ιntersputnik International Organization of Space Communications v. Alrena Investments Πολιτική Έφεση 298/2013 ημερομηνίας 4.4.2017, ECLI:CY:AD:2017:A122 είναι ότι η φιλοσοφία των Διεθνών Συμβάσεων που διέπουν τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες, είναι η παροχή ενός γρήγορου μηχανισμού απονομής δικαιοσύνης και επίλυσης των διαφορών σε διεθνές επίπεδο. Τόσο ο Νόμος αρ. 84/79, που έχει ως βάση τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958, όπως ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος αρ. 101/87, και ο περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή, και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος αρ. 121(Ι)/2000, παρέχουν μια ιδιάζουσα και αυτόνομη διαδικασία. Αναφορικά με τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης ειδικά λέχθηκαν τα ακόλουθα: Η πιο φιλελεύθερη αυτή προσέγγιση συνάδει με το σκοπό και φιλοσοφία της ίδιας της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, όπως αυτή εξηγείται στο Guide to the Interpretation of the 1958 New York Convention: A Handbook for Judges (May 2012 Edition), το οποίο αποσαφηνίζει ότι η Σύμβαση βασίζεται σε «pro-enforcement bias», εξυπηρετώντας έτσι το σκοπό του διεθνούς εμπορίου και των επιχειρήσεων. Ιδωμένα διαφορετικά δεν υπάρχει θετική υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών να εξετάσουν την αίτηση μικροσκοπικά και εξαντλητικά ώστε να αρνηθούν την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης που συνάδει με τις ελάχιστες προϋποθέσεις που θέτει η σύμβαση. Τα μέρη έχουν συνάψει συμφωνία που παραπέμπει τη διαφορά σε διεθνή διαιτησία και εκ των πραγμάτων έχουν υποκύψει στη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου προς επίλυση της εν λόγω διαφοράς. Η απόφαση έχει εκδοθεί από Διεθνή Δικαστήριο Διαιτησίας ως προνοεί η σύμβαση. Συνεπώς αναφορικά με το ζήτημα της δικαιοδοσίας το Lex Fori του Δικαστηρίου που καλείται να αναγνωρίσει ή να εκτελέσει την διαιτητική απόφαση καθορίζει το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Στην Κύπρο το ζήτημα της δικαιοδοσίας για σκοπούς αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης δεν περιορίζεται νομοθετικά και η ίδια η Σύμβαση θέτει το ουσιαστικό δίκαιο που οριοθετεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Άρθρο III). Eπομένως, το παρόν Δικαστήριο ως Δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους της Σύμβασης είναι αρμόδιο στην επικράτεια του κράτους για την αναγνώριση της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης αυτής. Περαιτέρω, το άρθρο III προβλέπει ότι διάδικος που διεκδικεί την αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης που έχει εκδοθεί σε συμμόρφωση με τους κανόνες της Σύμβασης δεν πρέπει να αντιμετωπίζει αυστηρότερους κανόνες από τον διάδικο που επιδιώκει την εκτέλεση ημεδαπής απόφασης. Αναφορικά με τη δεσμευτικότητα της απόφασης που έχει εκδοθεί σε επί μέρους ζητήματα δημιουργείται ζήτημα δεσμευτικότητας μεταξύ των μερών (issue estoppel) επί των μερικών θεμάτων που έχουν αποφασισθεί τελικώς. Το ζήτημα τελικών και δεσμευτικών αποφάσεων σε επί μέρους ζητήματα ή αναφορικά με όλη την διαφορά εμπίπτει στις πρόνοιες της Σύμβασης και έτσι δύναται να υπάρχει τελεσιδικία σε σχέση με αποφάσεις που αφορούν μέρους της διαφοράς και που δύναται να αναγνωριστούν για σκοπούς εκτέλεσης επί των ζητημάτων για τα οποία υπάρχει απόφαση. Το επί μέρους ζήτημα όμως θα πρέπει να διαχωρίζεται από την υπόλοιπη διαφορά. Στην παρούσα περίπτωση το ζήτημα των αποζημιώσεων που αφορά τους αιτητές έχει αποφασιστεί ξεχωριστά καθότι το Διαιτητικό Δικαστήριο διέταξε την πληρωμή των συγκεκριμένων αποζημιώσεων εντός 30 ημερών. Παραπέμπω σε Νομολογία Δικαιοδοσίας άλλων συμβαλλόμενων μερών της σύμβασης με αντικείμενο πραγματικές περιπτώσεις αναγνώρισης και εκτελεστότητας ξεχωριστών αποφάσεων που να αφορούν μόνο μέρος της διαφοράς. Επί παραδείγματι, στην υπόθεση Techsnabexport v.Globe NuclearServs 656 F.Supp 2d 550 επικυρώθηκε πρωτόδικη κρίση Ομόσπονδου Δικαστηρίου των ΗΠΑ το οποίο βρήκε σε επί μέρους διαιτητική απόφαση τους εναγόμενους υπεύθυνους για παράβαση συμφωνίας ενώ στην τελική απόφαση επιδίκασε ποσό υπέρ των εναγόμενων. Ο απαιτητής ζήτησε την ακύρωση της τελικής απόφασης σε Σουηδικό Δικαστήριο και επικύρωση της επί μέρους απόφασης σε Δικαστήριο των ΗΠΑ. Αντιστρόφως ο εναγόμενος ζήτησε την αναγνώριση και εφαρμογή της τελικής απόφασης ενώπιον Δικαστηρίου των ΗΠΑ. Το Δικαστήριο επικύρωσε και αναγνώρισε την τελική απόφαση και αρνήθηκε την εφαρμογή της επί μέρους απόφασης. Κρίθηκε ότι δεν υπήρχε σύγκρουση μεταξύ των δύο αποφάσεων εξαιτίας του γεγονότος ότι αφορούσαν αποφάσεις επί ξεχωριστών αυτοτελών θεμάτων και οι διαιτητές δεν είχαν καταστεί functus officio μετά την έκδοση της απόφασης σε σχέση με το επί μέρους ζήτημα. Στην δική μας περίπτωση η επί μέρους απόφαση ημερομηνίας 23.11.2021 δεν επηρεάζεται ως προς την τελεσιδικότητα της και την εφαρμογή της σε σχέση με την πληρωμή των USD 18 εκατομμυρίων ενόψει της έκδοσης μεταγενέστερης τελικής απόφασης. Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει επικαλεστεί επιχείρημα ότι η απόφαση δεν είναι έγκυρη για λόγους που την καθιστούν τρωτή. Περαιτέρω, δεν έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου το περιεχόμενο της μεταγενέστερης τελικής απόφασης με την οποία να εισηγούνται ότι η μια ανατρέπει ή επηρεάζει την άλλη σε σχέση με την πληρωμή των χρημάτων. Η απόφαση αποδεικνύεται ότι είναι αυτοτελής ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και είναι τελική και δεσμευτική. Το πώς κατέληξε το Διαιτητικό Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση δεν ενδιαφέρει και δεν επηρεάζει την αναγνώριση της απόφασης. Από το κείμενο της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ρητώς ότι η απόφαση ασχολείται και επιδικάζει αποζημιώσεις που αφορούν την Gardaani 'for the period from 31.3.2013 to 31.12.2025 and the forecast period from 1.1.2021 to 31.12.2025.' Το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε διαφορετικές αποφάσεις για διαφορετικά ξεχωριστά ποσά χρημάτων σε σχέση με τους αιτητές και την Telasi. Τα ποσά επιδικάσθηκαν και διατάχθηκαν να πληρωθούν αμέσως. Το μόνο επίδικο χρέος που παραπέμφθηκε να πληρωθεί και να επιλυθεί σε κατοπινό στάδιο με την τελική απόφαση ήταν η απαίτηση των Αιτητών για οφειλόμενο τόκο επί του επιδικασθέντος ποσού. Ενόψει του ότι η απόφαση για κάθε μέρος της διαφοράς είναι ξεχωριστή είναι αβάσιμο το επιχείρημα των καθ' ων η αίτηση ότι αυτή η διαδικασία πάσχει επειδή δεν έχει επιδοθεί σε άλλα μέρη που εμπλέκονται στην όλη διαδικασία της διαιτησίας. Αυτό διότι το θέμα αναγνώρισης ξεχωριστής απόφασης για πληρωμή με σκοπό την εκτέλεσης αυτής δεν επηρεάζει τους άλλους απαιτητές της όλης διαφοράς. Η έκδοση της τελικής απόφασης ως προκύπτει από την μερική απόφαση ημερομηνίας 23.11.2025 δεν θα επηρέαζε την υποχρέωση των Καθ' ων η αίτηση να πληρώσουν το ποσό των USD 18,663,
- Τα ποσά που επιδικάσθηκαν σε άλλους να πληρώσουν στα πλαίσια της μερικής απόφασης δεν επηρεάζουν την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής. Είναι πρόνοια της Σύμβασης (βλ. Άρθρο III) ότι η δικονομική δυνατότητα της αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν πρέπει να περιέχει αυστηρότερους όρους από διαιτητική διαδικασία αναγνώρισης που να αφορά ημεδαπή διαφορά. Το δικονομικό πλαίσιο σε ημεδαπές αστικές διαδικασίες επιτρέπει την εκτέλεση επί μέρους αποφάσεων και /ή προσωρινών ενδιάμεσων αποφάσεων κατά ξεχωριστών διαδίκων εάν αυτό προβλέπεται στην απόφαση. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καταδείξει ότι η εν λόγω απόφαση που είναι αυτοτελής επηρεάζει άλλο μέρος της διαδικασίας παρά μόνο τους αιτητές στους οποίους το ποσό οφείλεται από το
- Η διαιτητική απόφαση αφορά ξεχωριστή απαίτηση των Αιτητών για την οποία επιδιώκεται αναγνώριση για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Ενόψει της αυτοτέλειας της απόφασης σε σχέση με το συγκεκριμένο ποσό δεν εμπλέκεται άλλο μέρος για να ήταν αναγκαίος διάδικος να προστεθεί στην παρούσα διαδικασία. Αναφορικά με τις διαδικασίες διαιτησίας ενώπιον του International Centre for Settlements of Investment Disputes (ICSID) under the agreement on Encouragement and reciprocal protection of investments between Georgia and the Kingdom of the Netherlands που τέθηκε σε ισχύ την 1 Απριλίου 1999 ήταν θέση των Αιτητών ότι δεν θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα διπλής αποζημίωσης των Αιτητών αφ' ης στιγμής δεν έχει πληρωθεί καμία αποζημίωση των Αιτητών. Η προώθηση των παράλληλων διαιτησιών έγινε με αναφορά την δυνατότητα αναγνώρισης αντίστοιχων διαιτητικών αποφάσεων και της δυνατότητας εκτέλεσης τέτοιας ξεχωριστής απόφασης. Το άρθρο VII της Σύμβασης προνοεί ότι η σκοπός της σύμβασης δεν είναι να επηρεάζει άλλες διμερείς ή διεθνές συμβάσεις που να αφορούν την αναγνώριση και/η εκτέλεση διαιτητικών Δικαστηρίων στις οποίες τα κράτη είναι συμβαλλόμενοι. Ούτε επιτρέπεται η απαγόρευση σε προσφυγή σε Διαιτητικό Δικαστήριο άλλου νομικού σχήματος διαιτησίας ώστε ο διάδικος ' to avail himself of an arbitral award in the manner and to the extent allowed by the law or the treaties of the country where such an award is sought to be relied upon.' Επομένως, δεν υπάρχει κάτι που να εμποδίζει την προώθηση παράλληλων διαδικασιών που να παράγουν αποτέλεσμα ακόμη και για τα ίδια ζητήματα. Σε κάθε περίπτωση οι δύο διαδικασίες φαίνεται να διαφέρουν ως προς το αντικείμενο τους και δεν τίθεται ζήτημα οι αιτητές να έχουν εισπράξει το ίδιο οφειλόμενο ποσό διπλά. Ακόμη και με δεδομένο ότι οι αιτητές έχουν αποταθεί στο (ICSIS) για θεραπεία το παρόν ένδικο διάβημα δεν έχει σκοπό την επίλυση κάποιας ή ίδιας διαφοράς με εκείνη. Πρόκειται για μέτρο αναγνώρισης διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Δεν είναι πρωτάκουστο επιτυχόντας διάδικος σε δικαστική διαφορά να προωθεί πέραν του ενός μέτρου εκτέλεσης. Λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας και το ενδεχόμενο προώθησης παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στην εκτέλεση της απόφασης δεν τίθεται ζήτημα καταχρηστικότητας παράλληλων ή πολλαπλών μέτρων εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης. Σε κάθε περίπτωση η διαδικασία στα πλαίσια της γενικής αίτησης 60/2023 έχει συμφωνήσει να μην προωθείται μέχρι το Διαιτητικό Δικαστήριο να εξετάσει αίτηση της καθ' ης η αίτηση για ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Δεν συντρέχει καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5 της σύμβασης το οποίο συνθέτει τους λόγους που δικαιούται το Δικαστήριο να αρνηθεί την αναγνώριση της διαιτητικής απόφασης ως εξής: Άρθρον V
- Η αναγνώρισις και εκτέλεσις της αποφάσεως δύναται να απορριφθή, τη αιτήσει του µέρους εναντίον του οποίου γίνεται επίκλησις αυτής, µόνον εάν το εν λόγω µέρος παράσχη εις την αρµοδίαν αρχήν, ενώπιον της οποίας επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις, απόδειξιν ότι: (α) τα µέρη της εν άρθρω 11 αναφεροµένης συµφωνίας διετέλουν, κατά την εφαρµοστέαν επ' αυτών νοµοθεσίαν, υπό τινά ανικανότητα, ή ότι η ειρηµένη, συμφωνία δεν είναι έγκυρος δυνάµει της νοµοθεσίας εις την οποίαν τα µέρη έχουν υποβάλει ταύτην ή, εν ελλείψει οιασδήποτε προς τούτο ενδείξεως, δυνάµει της νοµοθεσίας της χώρας ένθα εξεδοθή η απόφασις· ή (β) το µέρος εναντίον του οποίου γίνεται επίκλησις της αποφάσεως δεν είχεν ειδοποιηθή προσηκόντως περί του διορισµού του διαιτητού ή περί της διαιτητικής διαδικασίας ή άλλως πως δεν ηδυνήθη να παρουσιάση την υπόθεσιν αυτού· ή (γ) η διαιτητική απόφασις πραγµατεύεται διαφοράν µη προβλεποµένην υπό των όρων, ή µη εµπίπτουσαν εντός των όρων της υποβολής εις διαιτησίαν, ή ότι αύτη περιέχει αποφάσεις επί θεµάτων πέραν των ορίων της υποβολής εις διαιτησίαν νοείται ότι, εάν αι αποφάσεις επί θεµάτων υποβληθέντων εις διαιτησίαν είναι δυνατόν να αποχωρισθούν εκ των µη υποβληθέντων τοιούτων, το µέρος της αποφάσεως το οποίον περιέχει αποφάσεις επί θεµάτων υποβληθέντων εις διαιτησίαν δύναται να αναγνωρισθή και εκτελεσθή· ή (δ) η σύνθεσις της διαιτητικής αρχής ή η διαιτητική διαδικασία δεν ήτο σύµφωνος προς την συµφωνίαν των µερών ή ελλείψει τοιαύτης συµφωνίας, δεν ήτο σύµφωνος προς την νοµοθεσίαν της χώρας ένθα έλαβε χώραν η διαιτησία· ή (ε) η διαιτητική απόφασις δεν κατέστη εισέτι δεσµευτική διά τα µέρη, ή ότι αύτη, ηκυρώθη, ή ανεστάλη υπό τινός αρµοδίας αρχής της χώρας εις την οποίαν, δυνάµει της νοµοθεσίας της οποίας, εξεδόθη, η απόφασις
- Η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαιτητικής τινος αποφάσεως δύναται ωσαύτως να απορριφθή εάν η αρµοδία αρχή της χώρας ένθα επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαπιστώση ότι— (α) το αντικείµενον της διαφοράς δεν δύναται να διευθετηθή διά διαιτησίας δυνάµει της νοµοθεσίας της χώρας ταύτης· ή (β) η αναγνώρισις ή εκτέλεσις της αποφάσεως αντίκειται προς την δηµοσίαν τάξιν της χώρας ταύτης Δεν έχει προβληθεί κανένας από τους πιο πάνω λόγους στα πλαίσια της ένστασης των καθ' ων η αίτηση ώστε να δικαιολογείται η εξέταση άρνησης του Δικαστηρίου να προχωρήσει με την αναγνώριση της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Περαιτέρω, οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν θέσει κανένα ζήτημα σε σχέση με την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει ακυρωθεί ή ανατραπεί και ακόμη ισχύει. Μοναδικό επιχείρημα που προβάλλεται στην ένσταση από την Καθ' ης η αίτηση προς απόρριψη της αίτησης είναι ότι η διαιτητική απόφαση στρέφεται κατά κυρίαρχο κράτος. Το αντικείμενο με το οποίο καταπιάνεται η διαιτητική απόφαση ανήκει στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου και ως απόφαση που ασχολείται με ζητήματα δημόσιου δικαίου συνιστά λόγο που δύναται το Δικαστήριο να αρνηθεί την αναγνώριση της απόφασης με σκοπό την εκτέλεση εξαιτίας ασυλίας της Καθ' ης η αίτηση ως κυρίαρχο κράτος. Όπως έχει επεξηγηθεί στο σύγγραμμα New York Convention Beck, Somon, Hart, Second Edition Section I paragraph 140: Today it is generally established under the doctrine of restrictive sovereign immunity that a state's immunity against liability applies only where that state performs public acts in the exercise of governmental authority ( acta Jure imperii). On the other hand a, State cannot rely on immunity where it or its subdivisions or agencies participate in commercial activity (acta jure gestionis). Θα πρέπει επίσης να γίνει διαχωρισμός μεταξύ της ασυλίας που επικαλείται κύριαρχο κράτος ώστε να υποκύψει στη διαδικασία της διαιτησίας προς επίλυση διαφοράς που διέπεται από πρόνοια στη συμφωνία παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία και ασυλίας που επικαλείται το κυρίαρχο κράτος ώστε να αντισταθεί στην εκτέλεση διαιτητικής απόφασης που έχει εκδοθεί από Διαιτητικό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει νομίμως υποκύψει στη δικαιοδοσία του προς επίλυση της διαφοράς για την οποία έχει συμβληθεί. Η συμφωνία της διαιτησίας (τεκμήριο 2Β στην αίτηση) προνοεί τα ακόλουθα στην παράγραφο 8.4 σε σχέση με την παραπομπή ζητήματος προς επίλυση σε διαιτησία: Any dispute controversy or claim arising out of or in connection with this agreement or the breach termination or invalidity thereof shall be finally settled by arbitration in accordance with the Arbitration rules of the arbitration Institute of the Stockholm Chamber of Commerce. By virtue of this agreement the parties hereby unambiguously waive their rights to use any other form of appeal reconsideration or application to the court of any other country or other judicial authority in case if such waiver is legal. Ξεκάθαρα ως η πιο πάνω συμβατική πρόνοια η Καθ' ης η αίτηση είχε συγκατατεθεί να υποκύψει στη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου προς επίλυση συμβατικής διαφοράς που να αφορά τις υποχρεώσεις και δικαιώματα της δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας. Κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα κρατικής ασυλίας ώστε η Καθ' ης η αίτηση που έχει υποκύψει στη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου προς επίλυση συμβατικής διαφοράς, και που με την ένστασή της δεν έχει αμφισβητήσει τα ευρήματα του Διαιτητικού Δικαστηρίου ή την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης, να θέτει ζήτημα κρατικής ασυλίας σε σχέση με την επίλυση της διαφοράς ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Η συμβατική πρόνοια βάση της οποίας το κυρίαρχο κράτος συγκατατέθηκε να υποκύψει στην δικαιοδοσία του διαιτητικού Δικαστηρίου προς επίλυση της διαφοράς που τελεσφόρησε με διαιτητική απόφαση δημιουργεί κώλυμα σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα της επί μέρους απόφασης (issue estoppel). Αυτό το κώλυμα περιλαμβάνει σιωπηρή αποποίηση της κρατικής ασυλίας σε σχέση με το αποτέλεσμα της απόφασης και κώλυμα στο στάδιο της αναγνώρισης της απόφασης προς εκτέλεση της απόφασης (enforcement proceedings) του δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση προς αναθεώρηση της συμφωνίας από τα Δικαστήρια των συμβαλλόμενων κρατών μελών της Σύμβασης. Το ότι σιωπηρά οι καθ' ων η αίτηση έχουν αποποιηθεί το δικαίωμα να εγείρουν κρατική ασυλία σε σχέση με το αντικείμενο της απόφασης ημερομηνίας 23.11.2021 υποστηρίζεται δυνάμει της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών 2004 άρθρο 17 (Effect of Arbitration Agreement) και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1972 για την κρατική ασυλία όπου στο προοίμιο της Σύμβασης του 2004 επεξηγείται ότι 'consenting to a commercial arbitration necessarily implies consent to all the natural and logical consequences of the commercial arbitration contemplated.' Τούτο όπως επεξηγείται στην παράγραφο 143 του Συγγράμματος, «New York Convention» πιο πάνω, συνεπάγεται και περιλαμβάνει την υποταγή του κυρίαρχου κράτους σε Δικαστήριο άλλου συμβαλλόμενου κράτους με δικαιοδοσία να εποπτεύει την εφαρμογή της διαιτητικής συμφωνίας. Ο χαρακτήρας της διαιτητικής διαφοράς ήταν εμπορικός καθότι πραγματοποιήθηκε η πώληση μετοχών των δύο εταιρειών Khrami τα οποία ανήκαν προηγουμένως στην Γεωργία. Το αντικείμενο της διαφοράς είναι αναφορικά με τις υποχρεώσεις της Γεωργίας κάτω από τη συμφωνία πώλησης των μετοχών 100% δικαιωμάτων συμμετοχής στις δύο εταιρείες για ποσό που ξεπερνά το ποσό των USD 100 εκατομμύρια. Οι εταιρείες αφορούσαν την παραγωγή ηλεκτρισμού στη Γεωργία και η συμφωνία έγινε στα πλαίσια της ιδιωτικοποίησης των εν λόγω εταιρειών. Σε σχόλια πρόσφατης απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου Κύπρου Alison Fashion v Κυπριακής Δημοκρατίας 28/2020 ημερομηνίας 12.5.2025 διατυπώνεται η διάκριση μεταξύ της σύμβασης δημόσιου δικαίου και της σύμβασης που έχει ιδιωτικό σκοπό. Σε εκείνη την υπόθεση ο σκοπός της δημόσιας σύμβασης ήταν η κάλυψη στεγαστικών αναγκών του τμήματος φορολογίας. Εξαιτίας του χαρακτήρα του σκοπού κρίθηκε ότι η σύμβαση ήταν ιδιωτικής φύσεως με αποτέλεσμα να μην ελέγχεται η απόφαση της διοίκησης στη βάση του άρθρου 146 του συντάγματος. Στην υπόθεση Svenska Petroleum Exploration v Government of the Republic of Lithuania [2006] EWCA Civ 1529 κρίθηκε ότι η συμφωνία εκμετάλλευσης φυσικών πόρων του κράτους από ιδιώτη επρόκειτο για εμπορική συμφωνία παρόλο ότι αφορούσε την διαχείριση φυσικών πόρων του κράτους. At the time the Agreement was entered into Geonafta (EPG), although a state body, had separate legal personality from the Government and was put forward by the Government for the express purpose of entering into the Agreement with Svenska. It seems odd to say that the agreement between Svenska and Geonafta is anything other than a commercial transaction (especially in the light of the fact that Geonafta is a private company), or that the Agreement can be characterised as a commercial transaction as far as Geonafta is concerned but as an exercise of sovereign authority as far as the Government is concerned. The reality is that at the time the parties entered into the Agreement (which is the point at which we think the transaction falls to be characterised) both Geonafta and the Government were playing their respective parts on behalf of the state in a transaction entered into for the purpose of exploiting the country's natural resources. Ομοίως στη δική μας την περίπτωση η διαφορά που αφορούσε συμφωνία διαχείρισης των 100% μετοχών δικαιωμάτων συμμετοχής σε δύο εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εντάσσεται στο πεδίο της εμπορικής συναλλαγής. Η εκμετάλλευση των μετοχών που είχαν σκοπό το εμπορικό κέρδος για τους αγοραστές αιτητές δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως δημόσια σύμβαση παρόλο ότι ο έλεγχος και ρύθμιση της τιμής ηλεκτρικού ρεύματος θα μπορούσε να έχει χαρακτήρα δημόσιας ωφέλειας. Το ότι η συμφωνία ήταν εμπορική ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο δεύτερος πωλητής των μετοχών προς του αγοραστές-αιτητές των μετοχών αφορούσε την εταιρεία «State Service Bureau» ξεχωριστή νομική οντότητα που ελέγχεται από το κράτος της Γεωργίας. Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι η έννοια της αναγνώρισης με σκοπό την εκτέλεση διαιτητικής απόφασης (enforcement proceedings) διαφέρει ως προς το αποτέλεσμα της διαδικασίας με βάση το διεθνές δίκαιο με την απλή εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης κατά συγκεκριμένης περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση με σκοπό την είσπραξη του ποσού αποζημίωσης ή την εφαρμογή της συμφωνίας. H διαδικασία της αναγνώρισης με σκοπό την εκτέλεση είναι το πρώτο βήμα που λαμβάνεται προκειμένου ο αιτούντος της θεραπείας να προχωρήσει με την εκτέλεση της απόφασης. Το στάδιο της αναγνώρισης της εκτέλεσης της απόφασης είναι επέκταση του σταδίου της εκδίκασης της διαιτητικής διαφοράς ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που καλείται να αναγνωρίσει την απόφαση με σκοπό να την εφαρμόσει πηγάζει από τη Σύμβαση. Το ερώτημα που τέθηκε στην υπόθεση Svenka, πιο πάνω, είναι κατά πόσο η αίτηση για την αναγνώριση της απόφασης με σκοπό την εκτέλεση συνιστά 'adjudication' σε σχέση με θέμα που εμπίπτει στη συμφωνία για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Το Αγγλικό Δικαστήριο στην υπόθεση Svenska αποφάνθηκε ότι οι λέξεις 'related to' σε σχέση με την νομοθεσία που αφορά την άρση κρατικής ασυλίας σε σχέση με εμπορικά ζητήματα που τα μέρη έχουν συμφωνήσει ότι θα επιλυθεί στα πλαίσια διαιτησίας περιλαμβάνει και την αναγνώριση της απόφασης με σκοπό την εκτέλεσή της. That gave rise to two questions: whether s 1 of the State Immunity Act 1978 applies to an application to register a judgment under the 1920 Act; and, if so, whether, in a case where the underlying cause of action arises out of a commercial transaction, such an application involves proceedings "in relation to" the transaction within the meaning of s 3 of the Act. In Alcom Ltd v Republic of Colombia [1984] AC 580, [1984] 2 All ER 6, [1984] 2 WLR 750Lord Diplock at p 600 drew attention to the fact that the State Immunity Act 1978 draws a distinction between the jurisdiction of the courts of the United Kingdom to adjudicate on claims against foreign states (the "adjudicative" jurisdiction) and the jurisdiction to enforce by legal process judgments pronounced in the exercise of that adjudicative jurisdiction (the "enforcement" jurisdiction). Stanley Burnton J held that an application to register a foreign judgment under the 1920 Act involves the exercise of the court's jurisdiction to adjudicate on matters before it, involving, as it does, consideration of certain aspects of the circumstances surrounding the judgment and an exercise of its discretion. We think that must be correct. More difficult is the question whether an application of that kind involves proceedings "relating to" the transaction on which the judgment is based. The judge in that case held that it does not, because the issues that arise on an application of that kind relate to the regularity of the judgment, not to whether it is correct as a matter of fact or law. He noted that in Holland v Lampen-Wolfe Lord Millett had drawn a distinction between claims arising out of a transaction and claims in tort arising independently of the transactions but in the course of its performance. [136] Mr Bools submitted that AIcom Ltd v Federal Government of Nigeria was wrongly decided. He submitted that the expression "relating to" naturally bears a broad meaning and does not require that the proceedings arise directly out of the transaction in question. He argued that Svenska's application in the present case "related to" the Agreement and therefore fell within the scope of s
- Construing s 3 in that way, he submitted, would ensure that proper effect was given to the principle that a state should not be immune from suit in relation to its commercial activities. [137] In our view the expression "relating to" is capable of bearing a broader or narrower meaning as the context requires. Section 3 is one of a group of sections dealing with the courts' adjudicative jurisdiction and it is natural, therefore, to interpret the phrase in that context as being directed to the subject matter of the proceedings themselves rather than the source of the legal relationship which has given rise to them. To construe s 3 in this way does not give rise to any conflict with s 9, which is concerned with arbitration as the parties' chosen means of resolving disputes rather than with the underlying transaction. In our view Alcom Ltd v Federal Government of Nigeria was correctly decided and Gloster J was right to follow it in the present case. [138] For these reasons we think the judge was right to hold that the Government of Lithuania is not immune from proceedings to enforce the second award. We therefore dismiss the appeal. Έχω εξηγήσει αναλυτικά ,πιο πάνω, γιατί η αίτηση εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δυνάμει του νόμου 84/
- Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης. Ως εκ τούτου έχει την υποχρέωση να εφαρμόσει τη σύμβαση και τις πρόνοιες αυτής που καθορίζουν τα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης αναγνώρισης της απόφασης με σκοπό την εκτέλεση (enforcement proceedings). Το κατά πόσο θα πρέπει να πληρωθεί το ποσό που επιδίκασε το Διαιτητικό Δικαστήριο υπέρ των Αιτητών στα πλαίσια της επί μέρους απόφασης ημερομηνίας 23.11.2021 είναι ζήτημα που εμπίπτει στην εμπορική συμβατική διαφορά που οριοθετείται στη βάση της συμφωνίας τεκμήριο 2Β της αίτησης. Το ζήτημα της αναγνώρισης με σκοπό την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης πηγάζει από τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των μερών και για την οποία διαφορά η Καθ' ης η αίτηση υπέκυψε στη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου προς επίλυση της διαφοράς και για τη διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της με βάση την εν λόγω εμπορική συμφωνία. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η Καθ' ης η αίτηση στο στάδιο αυτό και ενόψει του ότι δεν έχει επικαλεστεί νόμιμο λόγο άρνησης της αναγνώρισης ως προβλέπει η σύμβαση και συγκεκριμένα το άρθρο V, κωλύεται να εγείρει ζήτημα κρατικής ασυλίας για να αποφύγει την αναγνώριση της απόφασης με σκοπό την εκτέλεσή της στην επικράτεια της Κύπρου. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο