VLADIMIR SKURIKHIN ν. LIUDMILA BARNEY κ.α., Αρ. Αγωγής: 3818/2021, 17/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3818/2021 Μεταξύ: VLADIMIR SKURIKHIN Ενάγουσας και
- LIUDMILA BARNEY
- WELLMAN LIMITED Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 7/5/22 για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου, 2025 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 1 - Aιτήτρια: κος Παπαχριστοδούλου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σια Δ.Ε.Π.Ε Για Ενάγοντα -Καθ΄ ου η αίτηση : κος Λύτρας για Lytras & Associates ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αιτήτρια στις 19.1.24 καταχώρησε αίτηση με την οποία αιτείται, μεταξύ άλλων, όπως εκδοθούν Διατάγματα με τα οποία το Δικαστήριο να διατάσσει την απόρριψη, παραμερισμό, ή αναστολή της παρούσας αγωγής για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος αναφέρεται στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης στην αίτηση, ότι δηλαδή «τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής έχουν εκδικαστεί (ή μπορούσαν και έπρεπε να εγερθούν και να εκδικαστούν) σε προηγούμενες αγωγές, ήτοι την αγωγή 872/2012 και την αγωγή 16/2016 και επομένως η παρούσα πρέπει να απορριφθεί στην βάση των αρχών του δεδικασμένου και του κωλύματος». Ο δεύτερος λόγος αναφέρεται στην παράγραφο 17: «ότι μέχρι σήμερα εκκρεμεί από τον Ενάγοντα η πληρωμή των εξόδων της Εναγόμενης 1 για την 16/
- Αυτό παρά τις υπενθυμίσεις που στάληκαν στους δικηγόρους τους» καθώς και την παράγραφο 18: «Συνεπώς υπάρχει ακόμη ένας επιπρόσθετος λόγος για να ανασταλεί η διαδικασία ως κατάχρηση. Ο Εναγόμενος ασεβεί προς τις διαταγές των Κυπριακών Δικαστηρίων όταν αφορά τις υποχρεώσεις του που διακηρύχθηκαν με απόφαση του Δικαστηρίου. Την ίδια ώρα συνεχίζει να προσφεύγει (καταχρηστικά και καταπιεστικά) σε αυτά για τους δικούς του αλλότριους σκοπούς». Στις 22/5/2024 καταχωρήθηκε ένσταση στην αίτηση παραμερισμού η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Άγη Χαραλάμπους (στο εξής η ΕΔ ένστασης). Στην παράγραφο 7 της ΕΔ ένστασης λέχθηκε σχετικά με τον πρώτο λόγο πιο πάνω ότι ο Ενάγοντας έλαβε γνώση για τα γεγονότα της παρούσας κατά τον Οκτώβριο του έτους 2020 κατά τη διάρκεια επίσκεψης στα γραφεία της PWC και ότι «Ως εκ των πιο πάνω δεν ήταν δυνατή η συμπερίληψη σε οποιαδήποτε προηγούμενη δικαστική διαδικασία (και δη στην αγωγή 16/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας) των ισχυρισμών που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας αγωγής». Με την παρούσα αίτηση ζητείται Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της αιτήτριας στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 19/1/
- Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.1 Θ.2, Δ.18 Θ. 1(α) και 2, Δ.39, θ. 1 - 11 και Δ.48 Θ.1 - 9, 10, 11 και 12, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρα 2, 3, 21, 23, 30, 31, 32 και 43 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την αίτηση φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και στην ένορκη δήλωση του Κυριάκου Χαραλάμπους, δικηγόρου, ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Ο ενόρκως δηλών δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη 1 να προβεί στην παρούσα αίτηση, προς υποστήριξη της αίτησης της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 19/1/2024 (η Πρώτη ΕΔ). Χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους της Εναγόμενης 1 μαζί με μια ομάδα άλλων δικηγόρων από το γραφείο τους και έχει γνώση των γεγονότων τα οποία αναφέρει μέσω της προσωπικής του εμπλοκή, από πληροφόρηση που έλαβε το γραφείο τους άμεσα από την ίδια την Εναγόμενη 1, καθώς και από τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα. Ως ο ενόρκως δηλών αναφέρει ορκίζεται στην παρούσα ένορκη δήλωση καθότι τα ζητήματα της αίτησης είναι κυρίως νομικής φύσεως και αφορούν αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των δικηγόρων της υπόθεσης. Ως επίσης εξηγεί, το αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης γίνεται καθότι με την ένορκη δήλωση του Άγη Χαραλάμπους ημερομηνίας 22/5/2024 (η ΕΔ ένστασης) έχουν προβληθεί ισχυρισμοί περί νέων γεγονότων μετά την καταχώρηση της Αγωγής 16/2016 αναφορικά με τραπεζικές συναλλαγές της Εναγόμενης
- Συγκεκριμένα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση για περαιτέρω συναλλαγές μετά την καταχώρηση της Αγωγής 16/2016 και μάλιστα ότι έλαβε έγγραφα που βρίσκονταν στο γραφείο της PWC το έτος 2020, κάτι που είναι εσφαλμένο καθότι ο Εναγόμενος είχε λάβει όλα τα απαραίτητα έγγραφα και μάλιστα είχαν γίνει συναντήσεις μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων αλλά και στην PWC κατά την περίοδο 2015-
- Συνεπώς είναι η θέση τους ότι απαιτείται η παράθεση σχετικής μαρτυρίας προκειμένου το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκεται να επεξηγηθεί στο Δικαστήριο ότι ο Ενάγοντας είχε γνώση για τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά στην ΕΔ ένστασης πολύ πριν την καταχώρηση της Αγωγής 16/
- Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση (μαζί με τα τεκμήρια της) προκειμένου να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η συμπληρωματική μαρτυρία της οποίας επιζητείται η προσαγωγή. Είναι η θέση του ότι είναι ορθό, δίκαιο, προς το καλύτερο συμφέρον της δικαιοσύνης και αναγκαίο για την διασφάλιση της αξιοπιστίας της διαδικασίας όπως το Δικαστήριο επιτρέψει την καταχώρηση της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Προσθέτει ότι μόνο με την παραχώρηση της σχετικής άδειας θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολοκληρωμένη, πλήρης και αληθινή εικόνα του ζητήματος. Ο Ενάγοντας/Καθ' ου η Αίτηση ( στο εξής ο «Καθ' ου η Αίτηση») καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Δ.48, Θ.Θ. 1 - 4
(1)
(2)και 9, Δ.59 και Δ.64, στη νομολογία, στο Κοινοδίκαιο, στο δίκαιο της Επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι, αυτούσιοι, οι ακόλουθοι:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και/ή των δικονομικών κανονισμών και/ή της νομολογίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος προς καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης (η «ΣΕΔ»).
- Δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να δοθεί άδεια καταχώρισης ΣΕΔ καθώς οι λόγοι που προβάλλει η Αιτήτρια προς υποστύλωση του αιτήματος της δεν είναι επαρκείς και/ή είναι γενικοί και/ή αόριστοι.
- Δεν υπάρχει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση της ΣΕΔ, τόσο εξαιτίας του περιεχόμενου της αλλά και λόγω της φύσης της διαδικασίας στην οποία επιχειρείται να καταχωρηθεί.
- Η Αιτήτρια επιδιώκει να εισαγάγει μαρτυρία που βρισκόταν εις γνώση της και/ή στην κατοχή της πριν την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού ημερομηνίας 19/01/2024 (η «Αίτηση Παραμερισμού») και συνεπώς μπορούσε να συμπεριληφθεί στην ένορκη δήλωση της Ευφροσύνης Χαραλάμπους ημερομηνίας 18/01/2024 (η «ΕΔ ΕΧ»), η οποία υποστήριζε την Αίτηση Παραμερισμού, εάν επιθυμούσε να την παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Η αντίκρουση ισχυρισμών και/ή λόγων ένστασης οι οποίοι προβλήθηκαν από τον Καθ' ου η Αίτηση με την ένταση ημερομηνίας 22/05/2024 στην Αίτηση Παραμερισμού, η οποία υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Άγη Χαραλάμπους (η «ΕΔ ΑΧ»), αποτελούν φυσιολογική συνέπεια των ισχυρισμών που η ίδια η Αιτήτρια προέβαλε και δεν μπορούν να συνιστούν καλό λόγο για να δοθεί άδεια καταχώρισης ΣΕΔ. Σε κάθε περίπτωση το εν λόγω θέμα ήταν πάντοτε στην γνώση της Αιτήτριας.
- Η Αιτήτρια τεχνηέντως προσπαθεί να εισάγει μαρτυρία η οποία έχει ήδη τεθεί ενώπιον δικαστηρίου μέσω της ΕΔ ΕΧ και συνεπώς αποτελεί αδικαιολόγητη επανάληψη της μαρτυρίας που έχουν ήδη προβάλει.
- Με την ΣΕΔ η Αιτήτρια αποσκοπεί στην εκ των υστέρων επίκληση πρόσθετων νομικών ισχυρισμών καθώς και/ή στη διόρθωση και/ή συμπλήρωση των κενών και/ή παραλείψεων που παρουσιάζει η μαρτυρία τους με την αρχική τους Ε/Δ ΕΧ.
- Με την ΣΕΔ η Αιτήτρια επιχειρεί να θεραπεύσει και/ή να συγκαλύψει και/ή να αποσιωπήσει προγενέστερα σφάλματα και/ή παραλείψεις της, σχετικά με το πρόσωπο που προέβηκε στην Ε/Δ ΕΧ, καθότι η εν λόγω ένορκη δήλωση λανθασμένα και/ή αντικανονικά καταχωρήθηκε από δικηγόρο ενώ η Αιτήτρια είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου.
- Με την ΣΕΔ επιχειρείται να προσαχθεί μαρτυρία η οποία είναι ανεπίτρεπτη και/ή άσχετη και/ή αχρείαστη και/ή στερείται ουσιαστικής συνάφειας με τα επίδικα θέματα.
- Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή εσφαλμένη καθόσον ερείδεται επί της Αίτησης Παραμερισμού, η οποία είναι πρόωρη και στερείται νομικής βάσης, καθιστώντας την παρούσα Αίτηση προς απόρριψη.
- H Αίτηση είναι παραπλανητική και/ή καταχρηστική και/ή επιπόλαια και/ή κακόπιστη και αποσκοπεί στην περαιτέρω καθυστέρηση και/ή εκτροχιασμό της διαδικασίας και/ή στην πρόκληση αχρείαστων εξόδων και/ή χρησιμοποιείται ως ένα μέσο καταπίεσης του Καθ' ου η Αίτηση και/ή των έννομων συμφερόντων του και/ή προσβολής των δικαιωμάτων του Καθ' ου η Αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης του και/ή καθορισμό των δικαιωμάτων του εντός εύλογου χρόνου.
- Από τη μαρτυρία που συνοδεύει την ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση, ημερομηνίας 22/05/2024, στην Αίτηση Παραμερισμού, δεν προκύπτει ανάγκη διευκρίνησης οποιουδήποτε ζητήματος, ώστε να δικαιολογείται η καταχώρηση ΣΕΔ.
- Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι άκυρη και πρέπει να αγνοηθεί. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στον δικαστηριακό φάκελο και στην ένορκη δήλωση της Θέας Καλλασίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Lytras & Associates LLC ("L&A") η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους του. Εκτός όπου αναφέρει διαφορετικά, η πηγή της πληροφόρησης της είναι ο Καθ' ου η αίτηση και τα όσα δηλώνει συνιστούν τις θέσεις του. Σε ό,τι αφορά αναφορές της σε νομικά θέματα, έχει λάβει νομική συμβουλή από το δικηγόρο κ. Χριστόφορο Λύτρα, από τους L&A, οι οποίοι εκπροσωπούν τον Καθ' ου η αίτηση. Ως εξηγεί,ο λόγος που προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση είναι επειδή ο Καθ' ου η αίτηση είναι μόνιμος κάτοικος Ρωσίας και η φυσική παρουσία του στην Κύπρο ήταν εξαιρετικά δυσχερής, κυρίως λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων. Σε κάθε περίπτωση, η παρούσα αίτηση πραγματεύεται πρωτίστως ζητήματα νομικής φύσεως και διαδικαστικά θέματα για τα οποία έχει προσωπική γνώση. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει τα ακόλουθα: Η προτεινόμενη Συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Liudmila Baraney (στο εξής «ΣΕΔ») επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Κυριάκου Χαραλάμπους (στο εξής «ΕΔ ΚΧ»). Η ΣΕΔ επιδιώκεται να καταχωριστεί ως συμπληρωματική της ένορκης δήλωσης της Ευφροσύνης Χαραλάμπους, ημερομηνίας 18/01/2024 (στο εξής η «ΕΔ ΕΧ») η οποία συνοδεύει την αίτηση της αιτήτριας για παραμερισμό της αγωγής, ημερομηνίας 19/01/
- Ο Καθ' ου η αίτηση έχει καταχωρίσει ένσταση στην αίτηση παραμερισμού στις 22/05/2024, υποστηριζόμενη από την ένορκη δήλωση του Άγη Χαραλάμπους (η «ΕΔ ένστασης»). Δεδομένου ότι οι προστιθέμενοι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν έχουν ακόμα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν θεωρεί ότι επί του παρόντος είναι αναγκαίο να παραθέσει τις θέσεις του Καθ' ου η Αίτηση επί αυτών. Ωστόσο, από όσα καλύτερα γνωρίζει αλλά και όπως πληροφορείται από τον Καθ' ου η Αίτηση, σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα της αιτήτριας, θα είναι αναγκαία η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από πλευράς του, ούτως ώστε να απαντηθούν οι παραπλανητικοί και ανακριβείς ισχυρισμοί της αιτήτριας και ώστε οι θέσεις του Καθ' ου η Αίτηση να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αιτήτρια με την ΣΕΔ επιχειρεί, παράτυπα και αντικανονικά, να εισάγει μαρτυρία η οποία είναι ανεπίτρεπτη και αχρείαστη στο παρόν στάδιο καθότι αντίκειται στις σχετικές νομολογιακές αρχές. Με την ΕΔ ΚΧ, η αιτήτρια απέτυχε να προσδιορίσει κατά τρόπο συγκεκριμένο και σαφή ποια γεγονότα και ποιοι ισχυρισμοί που προωθήθηκαν μέσω της ΕΔ ένστασης χρήζουν κατά την άποψη της απάντησης ή διευκρίνισης μέσω της προσκόμισης πρόσθετων στοιχείων, με αποτέλεσμα η ΣΕΔ να καθίσταται αόριστη και ασαφής. Σύμφωνα με την ΕΔ ΚΧ, ο λόγος τον οποίο η Αιτήτρια επικαλείται προκειμένου να καταχωρήσει την ΣΕΔ, είναι για να απαντήσει στους ισχυρισμούς που προβάλλονται μέσω της ΕΔ ένστασης και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά γεγονότα στην πλήρη τους διάσταση. Ωστόσο, τα εν λόγω γεγονότα ήταν πάντοτε εις γνώση της αιτήτριας και όφειλε ή μπορούσε ευλόγως να προβλέψει εκ των προτέρων ότι θα τα επικαλείτο ο Καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω, ακόμη και με μια απλή ανάγνωση της ΣΕΔ διαπιστώνεται ευκόλως ότι η αιτήτρια δεν επιδιώκει να απαντήσει σε αμφισβητούμενα γεγονότα ή θέσεις του Καθ' ου η αίτηση, οι οποίες τέθηκαν για πρώτη φορά μέσω της Ε/Δ ένστασης και οι οποίες δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν εκ των προτέρων, καθώς δεν προέβηκε σε καμία ουσιαστική διευκρίνηση πέραν όσων ήδη γνώριζε κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού. Ως εκ τούτου, σκοπός της δεν είναι η υποβοήθηση του Δικαστηρίου στην απόκτηση ολοκληρωμένης εικόνας επί των γεγονότων για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αλλά η παραπλάνηση του Δικαστηρίου μέσω προσκόμισης αχρείαστης ή άσχετης μαρτυρίας, με αποτέλεσμα την κατάχρηση των διαδικασιών και τη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Περιπλέον, με την ΣΕΔ η αιτήτρια επιδιώκει να συμπληρώσει προγενέστερα κενά και παραλείψεις της καθώς και να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία ήταν γνωστή σε αυτή κατά την σύνταξη και καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού και της Ε/Δ ΕΧ. Συγκεκριμένα, η ΣΕΔ αποσκοπεί στην ανεπίτρεπτη κατάχρηση της διαδικασίας, καθώς η αιτήτρια επιχειρεί να θεραπεύσει παραλείψεις της και να συγκαλύψει τεχνηέντως προγενέστερα σφάλματα της αναφορικά με το πρόσωπο που προέβη στην Ε/Δ ΕΧ. Η Ε/Δ ΕΧ αντικανονικά και λανθασμένα υπογράφτηκε και καταχωρήθηκε από δικηγόρο ενώ η αιτήτρια διατηρεί τη μόνιμη της κατοικία στην Κύπρο, γεγονός που καθιστά τη διαδικασία μη σύμφωνη με τις νομοθετικές και νομολογιακές απαιτήσεις και φανερώνει ότι η αιτήτρια με την παρούσα αίτηση έχει ως απώτερο σκοπό να νομιμοποιήσει αναδρομικά πλημμέλειες που έπλητταν την αίτηση παραμερισμού. Είναι η θέση της ότι οι σχετικές νομολογιακές αρχές που αφορούν στην ύπαρξη καλού λόγου, ο οποίος να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης, δεν επιτρέπουν την καταχώρηση ΣΕΔ η οποία απλώς τείνει να απαντήσει και να απορρίψει την εκδοχή της άλλης πλευράς ως ανυπόστατης, εφόσον στον παρών ενδιάμεσο στάδιο δεν εξετάζεται ούτε διαπιστώνεται η αποδεικτική της αξία. Ομοίως, δεν επιτρέπουν την καταχώρηση ΣΕΔ με σκοπό την διόρθωση αρχικών σφαλμάτων παραλείψεων, ως η αιτήτρια επιδιώκει με την παρούσα αίτηση. Περαιτέρω, η παρούσα αίτηση έχει καταχωριστεί καταχρηστικά καθότι σκοπός της αιτήτριας πέραν της δημιουργίας εντυπώσεων με αθέμιτο τρόπο και της πρόθεσης της να διορθώσει αρχικά σφάλματα και παραλείψεις της, είναι η καθυστέρηση της εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού και η παρεμπόδιση καθορισμού των δικαιωμάτων του Καθ' ου η αίτηση σε εύλογο χρόνο. Πιθανή έγκριση της αίτησης θα επιφέρει αχρείαστα έξοδα και ταλαιπωρία στον Καθ' ου η αίτηση, καθώς και περιπλοκή του έργου του Δικαστηρίου, εφόσον θα εισαχθεί μαρτυρία που προσομοιάζει ή είναι ίδια με αυτήν που ήδη ενυπάρχει στον φάκελο του Δικαστηρίου, άσχετη ή αχρείαστη με τα επίδικα θέματα και που σκοπό έχει να συγκαλύψει ή αποσιωπήσει σφάλματα ή παραλείψεις της αιτήτριας. Περαιτέρω, η έγκριση της αίτησης, θα επιφέρει αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ενδεχομένως να προκαλέσει τον εκτροχιασμό της διαδικασίας, μέσω μίας ατέρμονης διαδικασίας προσκόμισης εκατέρωθεν πρόσθετων ισχυρισμών, εφόσον ο Καθ' ου η αίτηση θα αναγκαστεί να προσφέρει μαρτυρία σε απάντηση των όσων θα τεθούν από την Αιτήτρια Στη βάση όλων των ανωτέρω, είναι η θέση της ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δεν συντρέχει καλός λόγος για την καταχώρηση της ΣΕΔ και συνακόλουθα, θεωρεί ορθό και δίκαιο να απορριφθεί η αίτηση με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Με τις εμπεριστατωμένες τους αγορεύσεις οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές και τα επιχειρήματα των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Η Δ.48 Θ.4
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Το κατά πόσο θα δοθεί άδεια σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εμπίπτει στην σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ. Αναφορικά με την αίτηση των Φιλόκυπρου Ματθαίου και άλλων
(2008)1 ΑΑΔ 510). Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης. Ο «καλός λόγος» δεν ερμηνεύεται στην πιο πάνω διάταξη, είναι όμως άρρηκτα συνυφασμένος με τη φύση της αίτησης, τις ιδιαιτερότητες της και το είδος των θεραπειών που αυτή επιζητεί και θα πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με το δικαίωμα των διαδίκων να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το σχετικό αναγκαίο μαρτυρικό υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν είναι δυνατό να εγκριθεί όπου περιέχει απλή επανάληψη των όσων αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση (Βλ. Παπακόκκινου κ.α ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ.1)
(2012)1 Α.Α.Δ.643). Όταν δεν έχει εκδοθεί μονομερώς οποιοδήποτε διάταγμα, πιο εύκολα μπορεί να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση της ύπαρξης καλού λόγου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η ένορκη δήλωση που για καλό λόγο μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα, έννοια μάλλον ενστάσιμη καθ' όσον αφορά την περίπτωση που ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλιστεί στη βάση της αρχικής, ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη ένορκη δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Στην απόφαση Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν Ανδρέα Λεωνίδου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1195 συνοψίζονται στοιχεία που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σύμφωνα με τη Δ.48, Θ.4
(2): «Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά τη κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών τα επί μέρους κριτήρια είναι αμέτρητα, όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω πρώτα το εγειρόμενο θέμα παρατυπίας της ένορκης δήλωσης στην υπό κρίση αίτηση στη βάση του ότι σε αυτήν ορκίζεται δικηγόρος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση εισηγήθηκε ότι κανένας ουσιαστικός λόγος δεν προβλήθηκε γιατί ορκίστηκε δικηγόρος, ο οποίος μάλιστα χειρίζεται, όπως αναφέρει, την υπόθεση μαζί με άλλους δικηγόρους του γραφείου τους, αντί η Εναγόμενη 1. Διαφωτιστική ως προς το θέμα είναι η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση TSENTAS DEVELOPERS LTD κ.α. v Μιχαηλίδης, Πολιτική Έφεση Αρ. 101/2018, ημερ.23.4.24, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Οι αρχές επί του θέματος αυτού είναι αποκρυσταλλωμένες. Να τις επαναλάβουμε εν τάχει. Δεν νοείται δικηγόρος να δίνει μαρτυρία (προφορική ή γραπτή) και παράλληλα να αναλαμβάνει το νομικό χειρισμό της υπόθεσης. Όταν τα κρίσιμα γεγονότα τα γνωρίζει ο δικηγόρος ένεκα της προσωπικής του εμπλοκής κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, μπορεί βέβαια να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση, αλλά τον χειρισμό της υπόθεσης θα πρέπει να τον αναλάβει άλλος δικηγόρος (βλ. Μιχαήλ v. Σκορδή
(2003)1 Α.Α.Δ. 1108). Σε τέτοιες περιπτώσεις, ορθό είναι το Δικαστήριο να ενεργεί αποτρεπτικά, εφιστώντας την προσοχή του δικηγόρου και δίδοντας την ευκαιρία για τη λήψη διορθωτικών ενεργειών. Απ' εκεί και πέρα θα πρέπει να αποθαρρύνεται γενικά η πρακτική, δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις. Μπορεί ωστόσο να ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση δικηγόρου, όταν δοθεί ή συνάγεται, λογική εξήγηση για το γεγονός τούτο, όπως για παράδειγμα όταν ο πελάτης βρίσκεται στο εξωτερικό (βλ. Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου,
(2013)1 Α.Α.Δ. 82). Στη σελ.1202 της πιο πάνω απόφασης αναφέρονται τα εξής: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v.Elena Rybolovleva
(2010)1Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεωρώντας ότι «το σημείο που εγείρεται» και «οι λόγοι για τους οποίους υποβάλλεται το αίτημα» δεν είναι «καθαρά νομικοί» και αφού «δεν δόθηκε εξήγηση», θεώρησε την εν λόγω ένορκη δήλωση «παράτυπη». Με άλλα λόγια, η παρατυπία στην οποία αναφέρεται το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν αφορούσε στον [δυνητικό] διπλό ρόλο του δικηγόρου, ήτοι μάρτυρα γεγονότων και νομικού χειριστή της υπόθεσης, αλλά στο ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία όμως, παρά το ανεπιθύμητο και την εν γένει αποθάρρυνση, την οποία επαναλαμβάνουμε και εμείς, ένορκη δήλωση δεν αγνοείται, ούτε απορρίπτεται για τον λόγο και μόνον ότι έγινε από δικηγόρο. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό φαίνεται να έπραξε ουσιαστικά το πρωτόδικο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου, πέραν των νομικών ζητημάτων, γίνεται αναφορά σε γεγονότα που γνώριζε άμεσα και από «πρώτο χέρι», ως εκ της προσωπικής του εμπλοκής - πλείστα εκ των οποίων ήταν ουσιώδη για το αίτημα των εφεσειόντων. Συνεπώς, μπορούσε να προβεί [και] ο δικηγόρος σε ένορκη δήλωση.» Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση o KX προβάλλει τους λόγους για τους οποίους προβαίνει o ίδιoς ως δικηγόρος στην ένορκη δήλωση. Κρίνω ότι οι λόγοι που προβάλλονται στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τη νομολογία δικαιολογούν επαρκώς γιατί δεν προβαίνει στην ένορκη δήλωση η Εναγόμενη 1 αλλά ο εν λόγω δικηγόρος. Σημειώνεται δε, αφενός ότι ο ΚΧ δεν είναι ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την αίτηση αυτή και επομένως δεν τίθεται οποιοδήποτε κώλυμα στο να είναι ο ενόρκως δηλών και ότι αφετέρου αναφέρεται σε θέματα σε σχέση με τα οποία έχει άμεση γνώση και δη στην αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των δικηγόρων της υπόθεσης. Έπεται πως οι λόγοι που επικαλείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση δεν καθιστούν την ένορκη δήλωση του ΚΧ ανεπίτρεπτη και αντικανονική και επομένως αυτή δύναται να ληφθεί υπόψιν. Έρχομαι στη συνέχεια στην εξέταση του κατά πόσον έχει καταδειχθεί καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για την καταχώρηση της επιχειρούμενης να κατατεθεί ΣΕΔ. Αποτέλεσε θέση του ευπαίδευτου συνήγορου του Καθ' ου η αίτηση ότι ήταν εις γνώση της Εναγόμενης 1 ότι η παρούσα Αγωγή ερείδεται στην ύπαρξη νέων γεγονότων και ή εγγράφων τα οποία ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι περιήλθαν εις γνώση του μεταγενέστερα της Αγωγής 16/2016, εφόσον αποτελούν ρητή και διάχυτα δικογραφημένη θέση στην Έκθεση Απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε επτά μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού. Ως εκ τούτου, στη βάση του συλλογισμού του δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Εναγόμενη 1 έλαβε γνώση του ότι η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε λόγω του ότι νέα γεγονότα και ή έγγραφα ήρθαν στην γνώση του Ενάγοντα μετά την καταχώρηση της αγωγής 16/2016 μέσω της Ε/Δ στην ένσταση στην αίτηση παραμερισμού του ΑΧ, καθώς τούτο ήταν ήδη γνωστό και αποτυπωμένο στη δικογραφία πολύ πριν από αυτήν. Από την άλλη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι η υπο κρίση αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί ούτως ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης καθώς και να απαντηθούν αντικειμενικά αναληθείς και ανυπόστατοι ισχυρισμοί που ήταν αδύνατο να προβλεφθούν πριν την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού και της ένορκης δήλωσης στην ένσταση. Η προτεινόμενη ΣΕΔ, σύμφωνα με τη θέση του παραθέτει μαρτυρία και αναντίλεκτα τεκμήρια τα οποία δείχνουν πως ο Καθ' ου η Αίτηση είχε γνώση όλων των γεγονότων πριν την καταχώρηση της Αγωγής 16/2016. Κρίνω ότι τα πιο πάνω στοιχεία που η αιτήτρια επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπό κρίση αίτησης και αποτελούν απάντηση σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση. Επιπλέον, είναι απαραίτητα για να έχει το Δικαστήριο ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων που περιβάλλουν τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο ο Καθ' ου η αίτηση έλαβε γνώση των επίδικων γεγονότων που αφορούν το πλαίσιο και την εξέταση της εκκρεμούσας κυρίως αίτησης. Δεν διαπιστώνω ότι τα όσα πιο πάνω προσπαθεί να προσθέσει με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η αιτήτρια συνιστούν ανεπίτρεπτη μαρτυρία αλλά γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Κρίνω συνεπώς ότι έχει στοιχειοθετηθεί καλός λόγος σύμφωνα με τη νομολογία μας. Περαιτέρω, θεωρώ ότι είναι προφανές ότι ο κανόνας που αναφέρεται στην υπόθεση Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA Σημαίας Μάλτας
(2001)1 A.A.Δ. 1220 ότι δηλαδή «δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο» εφαρμόζεται σε περιπτώσεις προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπου η προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς και έτσι δεν τυγχάνει εφαρμογής σε διαδικασίες όπως η εκκρεμούσα αίτηση παραμερισμού. Για τον πιο πάνω λόγο δεν συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση ότι με την καταχώρηση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η αιτήτρια επιχειρεί να καλύψει κενά τα οποία ήταν ήδη γνωστά κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης. Για σκοπούς πληρότητας και με όλο το σέβας στον ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση, δέον να αναφερθεί ότι δεν βλέπω με ποιο τρόπο η προτεινόμενη ΣΕΔ συνιστά επανάληψη της αρχικής ένορκης δήλωσης. Εξετάζοντας, επομένως, όλα τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν πιο πάνω σωρευτικά κρίνω ότι αποτελούν καλό λόγο για να δοθεί άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε συνάρτηση βέβαια με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διάδικου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο, το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό ή επιθυμητό υπόβαθρο πριν την ακρόαση της αίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση εγκρίνεται. Δίδεται άδεια παρουσίασης της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης ως το Τεκμήριο 1, η οποία να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από σήμερα και να παραδοθεί αντίγραφο στον Καθ' ου η αίτηση. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ........... Μ. Παπαϊωάννου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο