← Κύπρος

Σταύρου Σταύρου ν. Σπύρου Λάκου, Αρ. Αγωγής: 1531/2024, 28/11/2025

Σταύρου Σταύρου ν. Σπύρου Λάκου, Αρ. Αγωγής: 1531/2024, 28/11/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1531/2024 Μεταξύ: Σταύρου Σταύρου Ενάγοντα -και- Σπύρου Λάκου Εναγόμενου Αίτηση ημ. 24/4/2025 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 28/11/2025 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα Αιτητή: κ. Κ. Μίτα Για Εναγόμενο Καθ' ου η αίτηση: κ. Χ. Δημητριάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής επιδιώκει την έκδοση συνοπτικής απόφασης για τα κάτωθι αιτητικά: «( Α. ) Απόφαση εναντίων του Εναγόμενου για το ποσό των €4.000,00 σεντ, στην βάση παράβασης και/ή δυνάμει γραπτής και / ή προφορικής συμφωνίας και / ή παράνομης κατοχής ακινήτου και/ή παράνομης επέμβασης και/ή διάρρηξη συμφωνίας ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και / ή ως συμφωνηθείσα τιμή και / ή αναγνωρισμένης και / ή ξεκαθαρισμένης οφειλής και / ή δυνάμει παράνομης κατοχής ακινήτου και / ή παράνομης επέμβασης ως αποζημιώσεις και/ή άλλως πως και/ή ως ενοικιαστική αξία και/ή απώλεια χρήσης ή / και απώλεια ενοικίων και ενδιάμεσα ενοίκια εκ €400 μηνιαίως μέχρι την επίλυση του προβλήματος εκ του ισόγειου υποστατικού και/ή ακινήτου και/ή οικίας εις την οδό Τηλέμαχου 1, Έγκωμη, Τ.Κ. 2400, Λευκωσία. ( Β. ) Διαζευκτικά του ( A ) ανωτέρω, απόφαση εναντίων του Εναγόμενου για το ποσό που αναγράφεται στην ( A ) ανωτέρω, ως αποζημιώσεις και/ή άλλως πως και/ή ίσες προς την ενοικιαστική αξία του ακινήτου και/ή απώλεια χρήσης ή / και απώλεια ενοικίων και ενδιάμεσα ενοίκια εκ €950 μηνιαίως μέχρι την επίλυση του προβλήματος εκ του ισόγειου υποστατικού και/ή ακινήτου και/ή οικίας εις την οδό Τηλέμαχου 1, Έγκωμη, Τ.Κ. 2400, Λευκωσία. ( Γ. ) Απόφαση εναντίων του Εναγόμενου για έξωση ή / και παράδοση της ελεύθερης και κενής κατοχής του ισόγειου υποστατικού και/ή ακινήτου και/ή οικίας εις την οδό Τηλέμαχου 1, Έγκωμη, Τ.Κ. 2400, Λευκωσία» Μετά την καταχώρηση των δικογράφων και ερωτηματολογίου από τον Εναγόμενο, ο Ενάγων επέλεξε να καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση, πριν καταχωρήσει Ερωτηματολόγιο. Με ένορκη του δήλωση ο Ενάγων υποστηρίζει ότι είναι νόμιμος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, όπως περιγράφεται στα ανωτέρω αιτητικά (Τεκμήριο 1). Στο επίδικο υποστατικό διέμενε μέχρι και τον θάνατο του την 28/02/2013 ο πατέρας του Ενάγοντα, όντας ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου και δεν ενοικιαζόταν ούτε προσφερόταν προς ενοικίαση πριν τον θάνατο του. Προς τούτο επεσύναψε λογαριασμό κοινής ωφελείας ως Τεκμήριο 2. Τα μέρη υπέγραψαν συμφωνία ενοικίασης του του επίδικου ακινήτου την 27/12/2018, χωρίς την υπογραφή δύο μαρτύρων. Η συμφωνία προέβλεπε ότι κατά τη λήξη του Ενοικιαστηρίου ο Ενοικιαστής χάνει οποιαδήποτε δικαιώματα ενοικίασης και οφείλει να παραδώσει το υποστατικό σε καλή κατάσταση, όπως το είχε παραλάβει. Μετά τη λήξη του ενοικιαστηρίου, την 31/12/2020, ο Εναγόμενος συνέχισε να διαμένει στο ακίνητο, καταβάλλοντας το ίδιο ποσό ως ενοίκιο. Και τούτο παρά το γεγονός ότι στη συμφωνία των μερών προβλεπόταν ότι ο Ενοικιαστής μπορεί να επεκτείνει την ενοικίαση ακόμη μία περίοδο με αύξηση ενοικίου που μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ του ενοικιαστή και του ιδιοκτήτη. Μετά τη λήξη της περιόδου ο Ενάγων αναφέρει ότι ειδοποίησε τον Εναγόμενο ότι κατέχει παράνομα, αυθαίρετα και ετσιθελικά το επίδικο ακίνητο και τον καλούσε προς παράδοση του με κανένα όμως αποτέλεσμα. Την 3/2/2024 οι δικηγόροι του Ενάγοντα απέστειλαν επιστολή τερματισμού στον Εναγόμενο και ζητούσαν να τους παραδώσει το επίδικο ακίνητο εντός ενός μήνα (Τεκμήριο 4). Ο Εναγόμενος δεν αποχώρησε από το ακίνητο και έτσι ο Ενάγων διόρισε εμπειρογνώμονα, εκτιμητή, ο οποίος υπολόγισε το αγοραίο ενοίκιο στα 950 ευρώ. Ακολούθως απεστάλη επιστολή ως Προδικαστικό Πρωτόκολλο στον Εναγόμενο. Ο Ενάγων υποστηρίζει ότι δεν προκύπτει η ύπαρξη υπεράσπισης του Εναγόμενου. Αναφέρει ότι: ο Εναγόμενος μέσω της Υπεράσπισης του δεν στοιχειοθετεί οιονδήποτε ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση και δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με οποιαδήποτε πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία να εγείρουν οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία κατά πόσο δικαιούμαι σε απόφαση. Ο Εναγόμενος με τους λόγους ένστασης του αντιτείνει ότι διαθέτει πραγματική και ουσιαστική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης, καθώς προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς και πραγματικά περιστατικά που χρήζουν εξέτασης από το Δικαστήριο. Θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη ζητήματα τόσο ως προς τα πραγματικά γεγονότα όσο και ως προς τη νομική τους αξιολόγηση, τα οποία είναι σαφώς αμφισβητούμενα και δεν μπορούν να κριθούν χωρίς την προσήκουσα διερεύνηση μέσω πλήρους δίκης. Υπάρχει επιτακτικός λόγος, για τον οποίο η επίδικη διαφορά πρέπει να εκδικαστεί κανονικά. Τέλος αμφισβητεί πραγματικά και νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο Ενάγων δικαιούται σε απόφαση. Ο Εναγόμενος με την ένορκη του δήλωση του, μέσω της οποίας υποστηρίζει τους λόγους ένστασης, εκφέρει ως κύρια θέση του το ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αγωγής και αποκλειστική δικαιοδοσία για επίλυση της επίδικης διαφοράς έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας. Προς τούτο επιχειρηματολογεί αναφέροντας ότι είναι θέσμιος ενοικιαστής του επίδικου ακινήτου, αφού το ενοικίασε για πρώτη φορά το 2015 και προς τον σκοπό αυτό υπέγραψε με τον Ενάγοντα Συμφωνία Ενοικίασης για την περίοδο από 1/7/2015 μέχρι 30/6/2017 και ενοίκιο €500 τον μήνα. Όταν έληξε η πρώτη συμφωνία ενοικίασης, συνέχισε να διαμένει εντός της επίδικης κατοικίας με τη σύζυγο μου και τα τρία ανήλικα παιδιά του και πλήρωνε στον Ενάγοντα το συμφωνηθέν ενοίκιο των €500 μέχρι το τέλος του 2018. Την 27/12/2018 υπέγραψε με τον Ενάγοντα δεύτερη Συμφωνία Ενοικίασης για την περίοδο από 1/1/2019 μέχρι 31/12/2020. Παρά τη λήξη της συνεχίζει να κατέχει την ισόγεια κατοικία ως θέσμιος ενοικιαστής, όπως ισχυρίζεται πάντα ο Ενάγων και να πληρώνει ανελλιπώς στον Ενάγοντα το συμφωνηθέν ενοίκιο των €550 κάθε μήνα. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι η ισόγεια κατοικία ήταν πάντοτε ενοικιασμένη ή προς ενοικίαση, ακόμα και πριν την ενοικιάσει ο ίδιος. Ήταν ενοικιασμένη σε φοιτητές για δυο περίπου χρόνια και πριν από τους φοιτητές, κατά καιρούς ήταν ενοικιασμένη σε άλλα πρόσωπα, τα οποία κατονομάζει, ως του μετέφεραν τρίτοι. Ο πατέρας του Ενάγοντα και η οικιακή του βοηθός διέμενα, μέχρι τον θάνατο του πρώτου, σε υπόγειο στούντιο, κάτω από το επίδικο ακίνητο. Ο Εναγόμενος περαιτέρω υποστηρίζει ότι στον όρο 6 της Συμφωνίας Ενοικίασης ημερομηνίας 27/12/2018 αναφέρεται ότι: «Συμφωνείται ότι η αύξηση επί του ενοικίου θα καταβάλλεται σύμφωνα με τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας», γεγονός που κατά τον ίδιο καταδεικνύει ότι ήταν θέσμιος ενοικιαστής του επίδικου ακινήτου. Ακόμα είναι παραδεχτό ότι η εν λόγω συμφωνία δεν είναι υπογεγραμμένη από δύο μάρτυρες. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι πρότεινε συγκεκριμένη αύξηση του ενοικίου στον Ενάγοντα, αλλά ο τελευταίος δεν την αποδέχτηκε. Απορρίπτει, δε, την εκτίμηση που επισυνάπτει ο Ενάγων στην ένορκη του δήλωση, γιατί ο εκτιμητής ουδέποτε εισήλθε εντός της επίδικης οικίας και ουδέποτε επιθεώρησε την κατάσταση στην οποία αυτή βρίσκεται. Οι επισυνημμένες στην έκθεση φωτογραφίες όσο και οι αναφορές σ' αυτήν, αφορούν προηγούμενα χρόνια, όταν χρειάστηκε να γίνει εκτίμηση για δανειοληπτικούς και άλλους σκοπούς του Ενάγοντα. Εξηγεί επίσης ότι απάντησε μέσω των δικηγόρων του στην επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα για τερματισμό της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης. Τα μέρη κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Αναφορά σε αυτές θα γίνεται όπου κριθεί σκόπιμο. Το Μέρος 24.2 καθορίζει πότε εκδίδεται συνοπτική απόφαση με το εξής λεκτικό: «Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον. εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν: (α) κρίνει ότι: (
  2. ii)ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και (β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.» Όπως συνάγεται από την πιο πάνω διάταξη, η εξέταση αιτήσεων για συνοπτική απόφαση γίνεται σε δύο στάδια. Στην εξέταση αν υπάρχει αφενός πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και αφετέρου αν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση να πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Ως έχει νομολογηθεί σε τέτοιου είδους αιτήσεις πρέπει να αποφεύγεται η διεξαγωγή «μίνι δίκης» (mini trial)[1]. Το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στον Αιτητή για να τεκμηριώσει την υπόθεση του και εφόσον το πράξει το βάρος μετατίθεται στον Καθ' ου η αίτηση, ώστε να καταδείξει ότι έχει ρεαλιστική, πραγματική προοπτική επιτυχίας[2] και κάποιο βαθμό πειστικότητας[3]. Στην JSC VTB Bank v Skurikhin and others [2014] EWHC 271 (Comm), αναφέρονται τα ακόλουθα: «So far as Part 24,2(
  3. b)is concerned, there will be a compelling reason for trial where 'there are circumstances that ought to be investigated'» Η αγγλική νομολογία ασχολήθηκε με την έγερση και απόφανση επί νομικών ζητημάτων στο πλαίσιο αιτήσεων για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην AK Investment CJSC v Kyrgyz Mobil Tel Ltd [2012] 1 WLR 1804 παρ. [84] αναφέρονται τα ακόλουθα: «The general rule is that it is not normally appropriate in a summary procedure (such as an application to strike out or for summary judgment) to decide a controversial question of law in a developing area, particularly because it is desirable that the facts should be found so that any further development of the law should be on the basis of actual and not hypothetical facts.» Στη Marsfield Automotive Inc v Siddiqi [2017] EWHC 187 (Comm), στην παράγραφο 35 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «35. The issue is clearly capable of prolonged argument and is not suitable for determination on a summary basis. Moreover, it appears to me desirable that if and when a court has to decide the issue it does so when all the surrounding facts and circumstances of the case have been found after trial. That is particularly desirable when the claim arises out of a developing area of the law such as restitution. This defence is therefore a further reason for refusing summary judgment.» Εκ των ως άνω προκύπτει ότι δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση αφενός όταν υπάρχουν περιστάσεις οι οποίες πρέπει να διερευνηθούν και αφετέρου όταν εγείρεται νομικό ζήτημα, για το οποίο πρέπει να διαπιστωθούν τα γεγονότα και οι περιστάσεις που το περιβάλλουν. Εν προκειμένω τίθεται το ζήτημα της καθ' ύλην αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Συμφωνώ με τον Ενάγοντα ότι για να εγερθεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας ο Εναγόμενος οφείλει να πρώτα να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης σύμφωνα με το Μέρος 10 και να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή η οποία υποδηλώνει την πρόθεση αυτή, αλλά και να υποβάλει σχετική αίτηση εντός 14 ημερών (ΚΠΔ 12.2 και 12.3). Παρά ταύτα ο Κανονισμός 12.5 ορίζει ότι ακόμα και αποδοχή από διάδικο δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου. Ο Εναγόμενος ήγειρε την πρόθεση του για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στο σημείωμα εμφάνισης που καταχώρισε, αλλά δεν προέβη σε σχετική αίτηση. Ακόμα όμως και στην υπεράσπιση του, όσο και προηγουμένως, κατά την αλληλογραφία του με τον Ενάγοντα, αλλά και μετά στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης είχε τη σταθερή θέση περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Αυτή η συνεπής στάση του Εναγόμενου, σε κάθε περίσταση της υπόθεσης, να αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του παρόντς Δικαστηρίου, θεωρώντας τον εαυτό του θέσμιο ενοικιαστή, αλλά και να εκφράζει την πρόθεση του να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία από το πρώτο δικονομικό του διάβημα, ήτοι την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης του, καταδεικνύει ότι δεν αποδέχτηκε δίχως άλλο τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου[4]. Σε κάθε περίπτωση η κυπριακής προέλευσης διάταξη του Κανονισμού 12.5, καταδεικνύει ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας δεν τερματίζεται, ακόμα και όταν ο Εναγόμενος αποδεχτεί δικαιοδοσία. Συνεπώς η μη έγερση αίτησης, ως ο Κανονισμός 12.3 ορίζει δεν προσδίδει ταυτόχρονα δικαιοδοσία στο Δικαστήριο, ούτε τερματίζει κάθε συζήτηση ως προς το ζήτημα. Είναι σαφές φρονώ, ότι το εν λόγω ζήτημα δεν μπορεί να αποφασιστεί στο πλαίσιο της εκδίκασης μιας συνοπτικής αίτησης. Ενέχει μια σειρά πολύπλοκων νομικών ζητημάτων αλλά και ζητημάτων μαρτυρίας, τα οποία μόνο μέσω της επ' ακροατηρίω διαδικασίας δύναται να επιλυθούν. Αρχικά θα πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία για την ημερομηνία ολοκλήρωσης του ακινήτου και αν κείτεται στις ελεγχόμενες περιοχές, ώστε να φανεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που παρέχουν δικαιοδοσία στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, ως ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (23/1983), προβλέπει. Το πιο σημαντικό όμως, στην παρούσα, για το οποίο εγείρονται αντικρουόμενες θέσεις από τα μέρη, είναι το αν το επίδικο ακίνητο βρισκόταν υπό ή προς ενοικίαση την 31η Δεκεμβρίου 1999[5]. Προς τούτο ο Ενάγων αναφέρει ότι μέχρι το 2013 ο πατέρας του διέμενε στο επίδικο ακίνητο, ενώ ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ανέκαθεν αυτό ήταν υπό ενοικίαση, όπως έχει πληροφορηθεί από τρίτα πρόσωπα. Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο με δεδομένο ότι ο πατέρας του Ενάγοντα έχει αποβιώσει[6]. Τούτη η διάσταση στις θέσεις των μερών καθιστά τις περιστάσεις γύρω από το ζήτημα της δικαιοδοσίας, θολές, χωρίς διαυγές πραγματικό υπόβαθρο, με αποτέλεσμα να υφίσταται ανάγκη να ξεκαθαριστεί, να αποφασιστεί μέσω δικαστικής κρίσης και σχετικών ευρημάτων, τούτο το πραγματικό υπόβαθρο. Όπως άλλωστε αποφασίστηκε στην LCA Domiki Limited ν. Ice Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011, 28/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:A323 σε απόφαση η οποία εκδόθηκε αναφορικά με τους παλιούς θεσμούς, αλλά καθίσταται χρήσιμη και σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα της προκείμενης υπόθεσης: «Το κατάλληλο στάδιο εξέτασης και απόφασης επί των θεμάτων που εγείρονταν στην ένορκη δήλωση και ειδικότερα το θέμα της κατά τόπο δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ήταν αυτό της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Τότε είναι που οι δύο πλευρές θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τη μαρτυρία τους και το Δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγηση της και στην εξαγωγή των συμπερασμάτων και ευρημάτων του σε σχέση με το θέμα της κατά τόπο δικαιοδοσίας.» Κρίνεται ότι τα ως άνω ισχύουν κατ' αναλογία και στην υπό κρίση αίτηση. Χρειάζεται μαρτυρία με την οποία θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι θέσεις των μερών, ώστε να εξαχθούν ευρήματα αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας, όπως αναλύθηκε παραπάνω. Ο λόγος της LCA Domiki, πιο πάνω, ουσιαστικά καταδεικνύει ότι ζητήματα δικαιοδοσίας, απαιτούν την αξιολόγηση μαρτυρίας, με τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές το πλαίσιο γεγονότων που συνθέτει την υπόθεση και είναι αναγκαίο για την απόφανση επί των σχετικών νομικών θεμάτων. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας αποτελεί νομικό ζήτημα, το οποίο δεν δύναται να επιλυθεί, χωρίς σαφήνεια ως προς το πλαίσιο γεγονότων που το περιβάλλει. Εδώ όχι μόνο δεν ξεκαθαρίστηκε το πλαίσιο γεγονότων, αλλά οι θέσεις των μερών ως προς τα κρίσιμα γεγονότα είναι αντίθετες. Πέραν όμως των ως άνω ο Ενάγων στηρίζει την Απαίτηση του και σε μαρτυρία εκτιμητή. Η έκθεση του, ως πραγματογνώμονα, δύναται να αμφισβητηθεί από τον Εναγόμενο. Τέτοια αμφισβήτηση εκ πρώτης όψεως φαίνεται να αφορά την μη επίσκεψη του επίδικου ακινήτου από τον εκτιμητή, ως ο Εναγόμενος εγείρει στην ένορκη του δήλωση. Όπως έχει νομολογηθεί η μη επιθεώρηση του εσωτερικού κατοικίας αποτελεί αξιολογήσιμο παράγοντα κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας εκτιμητή[7]. Συνεπώς υπάρχει αμφισβήτηση σε αυτή κάθε αυτή τη μαρτυρία που προσφέρει ο Ενάγοντας, η οποία ουσιαστικά καθορίζει και το ύψος των αποζημιώσεων που επιζητεί. Συμπερασματικά υπάρχουν ζητήματα στην προκείμενη Απαίτηση τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, ζητήματα που πρέπει να αποφασιστούν μέσω ακροαματικής διαδικασίας, συνεπώς δεν δύναται το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Η Αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος αυτά να μην έχουν το ίδιο αποτέλεσμα, με αυτό της αίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα. Το ποσό καθορίζεται στα €400 πλέον ΦΠΑ ως ο συνοπτικός υπολογισμός στον οποίο προέβη το Δικαστήριο (Βλ. Κανονισμοί 39.4

(1)(α) και 39.7), καταβλητέα αμέσως. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι οι διάδικοι δεν καταχώρησαν σχετικό κατάλογο ως ήταν καθήκον τους και ο Θεσμός 39.9 ορίζει. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή [1] Okpabi v Royal Dutch Shell Plc [2021] UKSC 3, Sucden Financial Ltd v TMT Metals Ag and others [2024] EWHC 1051 (Comm) [2] Patel v Minerva Services Delaware Inc and others, [2023] EWHC 856 (Ch) και New Zealand Cricket (Incorporation) v Neo Sports Broadcast PVT Ltd and another [2017] EWHC 3615 (Comm) [3] International Finance Corporation v Utexafrica Sprl [2001] All ER (D) 101 (May) [4] Βλ. και Deutsche Bank AG London Branch v Petromena ASA (in bankruptcy) [2015] EWCA Civ 226 [5] Σχετικές είναι οι αρχές που καθορίστηκαν στην Φυσεντζίδη ν. K&C Snooker & Pool Entertainment, Πολιτική Έφεση ΑΡ. 30/2019, 1/6/2020, ECLI:CY:AD:2020:A171 [6] Βλ. αρχές για δηλώσεις αποβιωσάντων Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ 1481 [7] Σάββα ν Τηλεμάχου [2011] 1(Β) ΑΑΔ 1032 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.