← Κύπρος

Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας ν. Ι. Σ. κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 433/25, 8/10/2025

Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας ν. Ι. Σ. κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 433/25, 8/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 433/25 Μεταξύ: Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας Αιτητών και

  1. Ι. Σ.
  2. Μ. Κ. Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημ. 25/9/2025 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 8/10/2025 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Μ. Κούρος Λοϊζίδης Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Σ. Σωφρονίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές καταχώρησαν Γενική Αίτηση, Έντυπο Απαίτησης για Μέρος
  3. Με αυτό αξιώνουν αναγνωριστικές αποφάσεις, αναφορικά με το δικαίωμα τους σε μετάγγιση παραγώγων αίματος στη θυγατέρα των Καθ' ων η αίτηση, χωρίς την εξουσιοδότηση των τελευταίων. Με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκεται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, ως εξής: «Διάταγμα Δικαστηρίου που να επιτρέπει στους παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας και/ή σε ιατρούς της Παιδιατρικής Κλινικής στο Νοσοκομείο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος III και/ή στη Δρ. Θάλεια Παπαδούρη, Παιδίατρος - Νεογνολόγος - Διευθύντρια Παιδιατρικής Κλινικής με εξειδίκευση στην Εντατική Θεραπεία Νεογνών, Διευθύντρια Μονάδας Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών, NAM III (στο εξής η «ΜΕΝΝ») και/ή σε άλλον επί καθήκοντι παροχέα υπηρεσίας υγείας, οι οποίοι είναι ιατρικά αρμόδιοι να παρέχουν υπηρεσίες υγείας και/ή φροντίδα υγείας και/ή περιθάλπουν το νεογνό θήλυ Β/Ο Ι. Σ./ημερομηνίας γέννησης [ ] /2025 - Διάρκειας Κύησης 35 εβδομάδων και 5 ημερών/40 εβδομάδων/Αρ. Φακέλου 303341, ενόσω αυτό βρίσκεται στην ΜΕΝΝ και/ή ενόσω νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος III, να προβούν και/ή να προβαίνουν σε άμεση χορήγηση/μετάγγιση παραγώγων αίματος (αίμα, πλάσμα, αιμοπετάλια κ.α.) προς το πιο πάνω νεογνό χωρίς τη συγκατάθεση των γονέων του, ήτοι των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, επειδή αυτό κρίνεται αναγκαίο και/ή απαραίτητο και/ή είναι προς το καλώς νοούμενο συμφέρον του νεογνού και επειδή βρίσκεται σε κατάσταση που συνιστά επείγον ιατρικό περιστατικό, ήτοι κατάσταση που απειλεί με κίνδυνο τη ζωή του νεογνού ή σοβαρή μη αναστρέψιμη κλινική επιδείνωση στην περίπτωση που δεν πραγματοποιηθεί η χορήγηση/μετάγγιση παραγώγων αίματος (αίμα, πλάσμα, αιμοπετάλια κ.α.) μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της Απαίτησης Μέρος 8 και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στα Άρθρα 21, 29, 32, 41 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 Μέρη 23.1., 23.2

(1), 23.4, 23.5, 23.8, 25.1
(1)(α), 25.7, 32.14, 32.15, τον περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμο του 2004 (1(Ι)/2005), τον Περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχεία και Ταμείων Συντάξεων) Νόμο του 1967 (Ν.16/1967), τους Περί Ιατρικής Επαγγελματικής Δεοντολογίας Κανονισμούς του 1991 (Κ.Δ.Π. 100/91), τα άρθρα 7 και 15 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού η οποία κυρώθηκε με τους Περί της Σύμβασης Περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικούς) Νόμους του 1990 και του 2000 και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τη νομολογία, τις αποφάσεις των Δικαστηρίων, τις αρχές του Κοινοδικαίου και της επιείκειας, τη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Δρ. Θάλειας Παπαδούρη, Νεογνολόγου - Διευθύντριας Παιδιατρικής Κλινικής με εξειδίκευση στην Εντατική Θεραπεία Νεογνών, Διευθύντριας Μονάδας Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών, NAM III στο Νοσοκομείο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος III, του οποίου η λειτουργία, η διαχείριση, ο έλεγχος και η εποπτεία τελεί υπό την ευθύνη των Αιτητών. Η ομνύουσα αναφέρει και δεν αμφισβητείται ότι είναι η υπεύθυνη της ομάδας θεραπόντων ιατρών του πρόωρου νεογνού 35 εβδομάδων και 5 ημερών/40 εβδομάδων, της Ι. Σ., με αριθμό φακέλου 303341 και ημερομηνία γέννησης 21/09/2025, θυγατέρας των Καθ' ων η αίτηση. Περιγράφει την ιατρική κατάσταση του νεογνού, με λεπτομέρεια. Κρίσιμα για την παρούσα είναι τα ακόλουθα: Το νεογνό λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του μεταφέρθηκε αμέσως μετά τη γέννηση του στη Μονάδας Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών. Η κρίσιμη κλινική του κατάσταση επέβαλλε την παροχή φαρμακευτικής αγωγής με σωρεία σχετικών σκευασμάτων. Έχει, δε, ήδη προκύψει επείγουσα και άμεση ανάγκη μετάγγισης παραγώγων αίματος, και ειδικότερα πλάσματος και συμπυκνωμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων προς αποτροπή άμεσου κινδύνου για τη ζωή του πρόωρου νεογνού στις 22/09/2025 και 23/09/2025 αντίστοιχα. Λόγω της προωρότητας και των επιπλοκών αυτής, καθώς και της σοβαρής και κρίσιμης κλινικής κατάστασης του πρόωρου νεογνού στην παρούσα φάση υφίστανται αυξημένοι κίνδυνοι να προκύψουν επιπλοκές, οι οποίες, χωρίς τη σωστή και άμεση αντιμετώπιση μπορεί να καταστούν θανατηφόρες για το πρόωρο νεογνό. Η δυνατότητα άμεσης παρέμβασης με μεταγγίσεις αίματος και παραγώγων αίματος (αίμα, πλάσμα, αιμοπετάλια κ.α.) αποτελεί μείζονα υποστηρικτική θεραπεία σε νεογνά σε κρίσιμη γενική κατάσταση για κυκλοφορική και αναπνευστική σταθεροποίηση, για επείγουσα αντιμετώπιση των επιπλοκών και για βελτίωση του προσδόκιμου ζωής του πρόωρου νεογνού αυτού. Οι γονείς του πρόωρου νεογνού, Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, ως μάρτυρες του Ιεχωβά, αρνούνται να συναινέσουν στη χορήγηση/μετάγγιση παραγώγων αίματος (αίμα, πλάσμα, αιμοπετάλια κ.α.) στο πρόωρο νεογνό σε περίπτωση που καταστεί αναγκαίο. Γεννάται έτσι κίνδυνος για τη ζωή του πρόωρου νεογνού κι υφίσταται κίνδυνος η υγεία του να υποστεί σοβαρή και μη αναστρέψιμη κλινική επιδείνωση όταν δεν χορηγηθεί η απαραίτητη θεραπεία, η αναγκαία, άμεση χορήγηση/μετάγγιση παραγώγων αίματος. Λόγω της σοβαρής κλινικής κατάστασης που παρουσιάζει το πρόωρο νεογνό, υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες να προκόψουν εκ νέου επικίνδυνες για τη ζωή του επιπλοκές που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με την άμεση χορήγηση/μετάγγιση αίματος και παραγώγων αυτού. Ως εκ τούτου, αδιαμφισβήτητα, η χορήγηση/μετάγγιση αίματος και παραγώγων αυτού είναι προς το συμφέρον του πρόωρου νεογνού. Εν όψει της κρίσιμης κατάστασης που βρίσκεται το πρόωρο νεογνό και της ρητής άρνησης παροχής συγκατάθεσης από τους γονείς του, καθίσταται αναγκαία η απρόσκοπτη παροχή θεραπείας προς αυτό, ως αυτή κρίνεται αναγκαία από τους θεράποντες ιατρούς του και υπάρχει άμεση ανάγκη αντιμετώπισης του κωλύματος μετάγγισης για να αποφευχθεί περαιτέρω επιδείνωση ή ακόμα και ο θάνατος του πρόωρου νεογνού. Οι Καθ' ων η αίτηση τοποθετήθηκαν ενιστάμενοι προφορικά στο Δικαστήριο, μέσω του Καθ' ου η αίτηση 2, ως εξής: «Όπως είχαμε πει και πριν, λόγω των θρησκευτικών μας πεποιθήσεων, δεν μπορούμε να δεχτούμε την Αίτηση. Εμείς, αυτό που θέλει η δική μας πλευρά, δεν αποδεχόμαστε την μετάγγιση αίματος και τα παράγωγα αίματος. Από την άλλη, έχουμε εμπιστοσύνη στους γιατρούς, έχουμε μια πολύ καλή συνεργασία μαζί τους, ξέρουμε ότι θα κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για το παιδί μας, από την άλλη δεν μπορούμε, λόγω των θρησκευτικών μας πεποιθήσεων να δεχτούμε αυτήν την έγκριση και αφήνουμε στον λόγο του Δικαστηρίου, για να αποφασίσει για την απόφαση.» Οι συνήγοροι των μερών αγόρευσαν, ο μεν κ. Λοϊζίδης μέσω κειμένου γραπτής αγόρευσης και ο δε κ. Σωφρονίου προφορικά. Επιγραμματικά ο συνήγορος των Αιτητών αναφέρθηκε σε σχετική νομοθεσία και νομολογία επί του θέματος, προς υποστήριξη της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Ο κ. Σωφρονίου εστιάστηκε στην δυνατότητα παροχής εναλλακτικών θεραπειών στο νεογνό, τις οποίες δεν προκύπτει να διαθέτουν οι Αιτητές. Εξουσία για έκδοση διατάγματος της φύσεως του επίδικου παρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (14/1960). Εξετάζεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και αν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του Διατάγματος. Ως προς τον τρόπο εξέτασης των προϋποθέσεων που το άρθρο 32 θέτει, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της[1]. Ως προς την συζητήσιμη υπόθεση ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αυτό είναι αλληλένδετο με την βάση της αγωγής ή της κυρίως αίτησης. Η έννοια του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση» δεν αφορά στη «σοβαρότητα της υπόθεσης», αλλά στο κατά πόσον το δικόγραφο του Αιτητή αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα[2]. Ο Νομοθέτης προνόησε ειδικώς ότι οι Αιτητές θα πρέπει να αποτείνονται στο Δικαστήριο για να αναζητήσουν θεραπεία, ανάλογη με αυτήν που επιζητείται. Συγκεκριμένα στο άρθρο 13
(4)του περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμος του 2004 (1(I)/2005), ορίζεται ότι: «Εάν το πρόσωπο που κατά νόμο διορίστηκε ή, σε περίπτωση ανηλίκου, ο γονέας, ή άλλο πρόσωπο σύμφωνα με το εδάφιο
(3), αρνείται να δώσει τη συγκατάθεσή του και ο παροχέας υπηρεσιών υγείας ο οποίος θα προσφέρει φροντίδα υγείας είναι της άποψης ότι η φροντίδα είναι προς το συμφέρον του ασθενούς, εάν παρέχεται χρόνος, το ζήτημα, παραπέμπεται για απόφαση σε δικαστήριο ή σε άλλο όργανο, όπως νόμος εκάστοτε ορίζει: Νοείται ότι, σε περίπτωση επείγοντος ιατρικού περιστατικού, ο παροχέας υπηρεσιών υγείας ενεργεί κατά την κρίση του, σύμφωνα με το καλώς νοούμενο συμφέρον του ασθενούς.» Όπως ορθά έθεσε ο κ. Λοϊζίδης, το Άρθρο 54 των περί Ιατρικής Επαγγελματικής Δεοντολογίας Κανονισμών του 1991(ΚΔΠ 100/91), προνοεί ότι σε περίπτωση ανήλικου, του οποίου οι γονείς είναι μάρτυρες του Ιεχωβά και δεν συγκατατίθενται σε θεραπεία, επιδιώκεται απόφαση Δικαστηρίου. Στη βάση των πιο πάνω κρίνεται ότι γεννάται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αφού οι Αιτητές ουσιαστικά αξιώνουν τα όσα ο Νόμος προβλέπει, ώστε να παρέχουν την βέλτιστη δυνατή φροντίδα σε ασθενή. Πολλώ δε μάλλον αν στην εξίσωση προστεθεί και το ότι πρόκειται για νεογνό το οποίο αναντίλεκτα διατρέχει κίνδυνο για τη ζωή του, αν δεν του παρασχεθεί σχετική φροντίδα. Αναφορικά με το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1940, η έννοια της ορατής πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις[3]. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του[4]. Και αυτή η προϋπόθεση πληρείται, αφού η μόνη ιατρική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου είναι αυτή της ομνύουσας. Μέσω αυτής της μαρτυρίας αναπόδραστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι το νεογνό χρειάζεται την αιτούμενη θεραπεία, ώστε όχι απλώς να βελτιωθεί η υγεία του αλλά για να επιζήσει. Πρόκειται λοιπόν για κατ' εξοχήν υπόθεση, για την οποία ο ως άνω Νόμος και οι Κανονισμοί προνοούν την έκδοση διατάγματος. Τα ως άνω αναφέρονται χωρίς σε καμία περίπτωση να προβαίνω σε πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, σύμφωνα πάντα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσω ενόρκων δηλώσεων. Άλλωστε στο πρώιμο αυτό στάδιο της διαδικασίας δεν αναμένεται ούτε και είναι ορθό να επιλύονται και να αποφασίζονται αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία, για τα οποία θα ακολουθήσει λεπτομερής επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση στα πλαίσια της ακρόασης της ουσίας[5]. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης βλάβης, αυτή αφορά το κατά πόσο, αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο παράγοντας αποζημίωσης είναι σημαντικός αλλά δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η εν λόγω προϋπόθεση δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη έννοια της προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία[6]. Σημειώνεται ότι το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δεν αγνοεί τις επιπτώσεις που ενδεχομένως να προκύπτουν σε τρίτα άτομα όταν είναι ουσιαστικές[7]. Εν προκειμένω μόνο επιχείρημα των Καθ' ων η αίτηση είναι ότι δεν αναζητήθηκε εναλλακτική θεραπεία για το νεογνό, παρά το ότι ευθαρσώς αναφέρουν ότι δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τους ιατρούς και τους Αιτητές. Παρά ταύτα δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι υφίσταται η όποια εναλλακτική θεραπεία, άλλη από εκείνη που οι Αιτητές εισηγούνται. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου για την ύπαρξη τέτοιας εναλλακτικής θεραπείας, πόσω μάλλον για την αποτελεσματικότητα της και το πόσο πρόσφορη είναι. Δεν μπορεί, λοιπόν, με κανένα τρόπο να αμφισβητηθεί η μαρτυρία της Δρος. Παπαδούρη, ότι υπάρχει άμεση ανάγκη αντιμετώπισης του κωλύματος της μετάγγισης για να αποφευχθεί περαιτέρω επιδείνωση ή ακόμα και ο θάνατος του πρόωρου νεογνού. Οι Αιτητες μάλιστα προκύπτει ότι προσέτρεξαν να εξασφαλίσουν σχετικό διάταγμα αμέσως, κάποιες μέρες μετά την ανάγκη για μετάγγιση του νεογνού. Συνεπώς τυχόν μη έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στο νεογνό και δη επιδείνωση στην υγεία του ή ακόμα και αποστέρηση του πολυτιμότερου αγαθού. Στο πλαίσιο του ισοζυγίου της ευχέρειας, στην υπό εξέταση περίπτωση τίθενται στη ζυγαριά το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση στη θρησκευτική τους πεποίθηση με το δικαίωμα της ζωής του νεογνού, δικαιώματα που κατοχυρώνουν τα άρθρα 18 και 7 του Συντάγματος αντίστοιχα. Τα κυπριακά δικαστήρια ασχολήθηκαν πριν από τρεις δεκαετίες με το ζήτημα, ως ορθώς έθεσε ο κ. Σοφρωνίου, στην Χαραλάμπους Τίτος ν. Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας [1994] 1 A.A.Δ. 398, αποφασίζοντας ότι το πρώτιστο δικαίωμα στην εκεί περίπτωση το είχε το παιδί, το δικαίωμα ζωής, το οποίο διασφαλίζεται από το άρθρο 7 του Συντάγματος. Από τότε υπήρξε σειρά εξελίξεων στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Στην συνθήκη του Οβιέδο, του 1997, κατοχυρώνεται ότι συγκατάθεση αναφορικά με ανήλικο δίδεται από τους γονείς του, αλλά μπορεί να αποσυρθεί για το καλώς νοούμενο συμφέρον του ασθενή (άρθρο 6). Προνοείται ακόμη ότι αν υφίσταται επείγουσα κατάσταση και δεν υπάρχει σχετική εξουσιοδότηση, ο ιατρός δικαιούται να παρέμβει προς όφελος της υγείας του ασθενούς (άρθρο 9). Το ΕΔΔΑ επιτάσσει όπως το κράτος όχι μόνο απέχει από πράξεις που αποστερούν τη ζωή αλλά λαμβάνει και τα ανάλογα μέτρα για να διασφαλίσει το δικαίωμα στη ζωή[8]. Στην PINDO MULLA v. SPAIN, 15541/20, 17/09/2024, το ΕΔΔΑ έθεσε τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στη στάθμιση των εν λόγω ανθρώπινων δικαιωμάτων στις παραγράφους 146 έως 153, για να καταλήξει ότι τελικώς παραβιάστηκε το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και την ελευθερία σκέψης συνείδησης και θρησκείας των αιτητών, άρθρα 8 και 9 της ΕΣΔΑ. Πλην όμως πολλή σημασία δίδεται στην ως άνω απόφαση στην δεδηλωμένη έκφραση αντίθεσης προς την μετάγγιση από τον Αιτητή και σε προηγούμενες περιστάσεις. Ειδικότερα στην Pindo Mulla, πιο πάνω, τέθηκαν οι ακόλουθες αρχές: (α) σε συνηθισμένες διαδικασίες ιατρικής περίθαλψης, ένας κοινός, ενήλικας ασθενής έχει το δικαίωμα ενσυνείδητα και ελεύθερα να αρνηθεί ιατρική φροντίδα, ακόμα και σε περιπτώσεις πολύ σοβαρών ή και θανάσιμων συνεπειών που δυνατόν να φέρει αυτή η άρνηση του. (β) κατά τις επείγουσες καταστάσεις, όταν διακυβεύεται το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα προσώπου να αποφασίσει αν θα λάβει ιατρική θεραπεία συνυπολογίζεται με το: (
  1. i)αν αυτή η απόφαση να αρνηθεί τη λήψη σωτήριας για τη ζωή θεραπείας λήφθηκε αυτόνομα και ελεύθερα, από πρόσωπο που δύναται νομικά να τη λάβει και έχει αντιληφθεί τις συνέπειες της απόφασης του. (
  2. ii)πρέπει να διασφαλιστεί ότι αυτή η απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στο ιατρικό προσωπικό, είχε ληφθεί με τις περιστάσεις που επικρατούσαν, ξεκάθαρα, συγκεκριμένα και αναμφίβολα και (iii) όταν εγείρονται αμφιβολίες για τα πιο πάνω θα πρέπει να γίνονται εύλογες προσπάθειες να διαλυθούν αυτές οι αμφιβολίες, ως προς την άρνηση λήψης θεραπείας και όταν αυτό είναι αδύνατο, είναι καθήκον να προστατευθεί η ζωή του ασθενή με την απαραίτητη ιατρική φροντίδα. (γ) τα κράτη μέλη έχουν ευρεία ευχέρεια σχετικά με την έκδοση ιατρικών εγκυκλίων, οδηγιών και άλλων μέσων στον ιατρικό χώρο. Στη νεότερη, LINDHOLM AND THE ESTATE AFTER LEIF LINDHOLM v. DENMARK, 25636/22, 5/11/2024 λαμβάνοντας υπόψη την Pindo Mulla, πιο πάνω, αφού κρίθηκε ότι οι εκεί ιατροί σεβάστηκαν την επιθυμία του ασθενή να μην του γίνει μετάγγιση, τέτοια μετάγγιση έλαβε χώρα μόνο όταν απειλήθηκε ουσιαστικά η ζωή του. Επομένως δεν κρίθηκε ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα των άρθρων 8 και 9 της ΕΣΔΑ (παρ. 90-101). Αξίζει να σημειωθεί ότι καμία από τις ως άνω υποθέσεις δεν αφορούσε ανήλικο. Συνεπώς στην υπό κρίση περίπτωση θα πρέπει να συνυπολογιστεί και το ότι το νεογνό, ως το πρόσωπο που θα λάβει τη θεραπεία, δεν δύναται να λάβει την απόφαση αν θα δεχθεί ιατρική φροντίδα ή όχι. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται μετά από εξουσιοδότηση από τους γονείς του και αφορά τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των ίδιων. Με την υπό εξέταση αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, οι ιατροί εκφράζουν την ανησυχία τους για την υγεία του νεογνού, το οποίο μπορεί ακόμη και να αποβιώσει αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αν δεν μεταγγισθεί. Καταγράφεται από την αρμόδια ιατρό η αγωνία ως προς την κατάσταση του νεογνού και επιδιώκει να της επιτραπεί να το σώσει από τον κίνδυνο ζωής που διατρέχει. Οι Καθ' ων η αίτηση από την άλλη σε συνεχόμενες τοποθετήσεις τους, αυτοπροσώπως και μέσω του δικηγόρου τους, εξέφρασαν την εμπιστοσύνη τους στους ιατρούς και εξήραν τις προσπάθειες τους. Ανέφεραν μάλιστα ότι σέβονται, οι ιατροί, και τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Οι όποιες αναφορές τους σε εναλλακτικές θεραπείες, δεν στοιχειοθετήθηκαν με καμία μαρτυρία, ώστε να δοθεί η ευχέρεια στο Δικαστήριο να τις εξετάσει, ακόμα και στο επίπεδο που δύναται σε αυτό το πρώιμο στάδιο. Με τα ως άνω δεδομένα, λοιπόν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει προς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των Καθ' ων η αίτηση είναι σεβαστές από την πολιτεία, τους ιατρούς και το Δικαστήριο. Εν προκειμένω όμως, διακυβεύεται η ζωή ενός νεογνού, το οποίο έχει άμεση ανάγκη, την προτεινόμενη ιατρική θεραπεία, ώστε να επιβιώσει. Τούτη η άμεση ανάγκη, προς διάσωση της ζωής του νεογνού, γέρνει την πλάστιγγα προς την έκδοση του διατάγματος. Η αίτηση επιτυγχάνει. Το λεκτικό του διατάγματος κρίνεται ότι θα πρέπει να τροποποιηθεί και το εύρος του να περιοριστεί, ώστε να συνάδει με το λόγο της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στους παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας, σε ιατρούς της Παιδιατρικής Κλινικής στο Νοσοκομείο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος III, στη Δρ. Θάλεια Παπαδούρη και σε άλλον επί καθήκοντι παροχέα υπηρεσίας υγείας, οι οποίοι είναι ιατρικά αρμόδιοι να παρέχουν υπηρεσίες υγείας και φροντίδα υγείας και περιθάλπουν το νεογνό, θήλυ Β/Ο Ι. Σ. με ημερομηνία γέννησης 21/09/2025 - Διάρκειας Κύησης 35 εβδομάδων και 5 ημερών/40 εβδομάδων/Αρ. Φακέλου 303341, ενόσω αυτό βρίσκεται στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών και ενόσω νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος III, να προβαίνουν σε άμεση χορήγηση/μετάγγιση παραγώγων αίματος προς το πιο πάνω νεογνό χωρίς τη συγκατάθεση των γονέων του, ήτοι των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, μόνο όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο ώστε να μην δημιουργηθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην υγεία, να μην περιοριστεί το προσδόκιμο ζωής ή να κινδυνεύσει η ζωή του νεογνού, μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της Απαίτησης Μέρος 8 ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2015, 5/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A119 [2] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Cybarco Contracting LTD κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. E53/2021, ECLI:CY:AD:2022:A81, 10/2/2022 [3] Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 [4] T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225 [5] Κοζάκου κ.α. ν. Νικολάου, Πολιτική Εφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 [6] M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co. [1997] 1(Γ) A.A.Δ. 1791 [7] Ερωτοκρίτου και Αρτέμης, Διατάγματα, 2016, σελ. 63 [8] LOPES DE SOUSA FERNANDES v. PORTUGAL, 56080/13, 19/12/2017, παρ. 164 «take appropriate steps to safeguard the lives of those within its jurisdiction» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.