← Κύπρος

TMF ADMINISTRATIVE SERVICES CYPRUS LTD ν. Alexander Grebnev κ.α., Αρ. Αγωγής: 3286/2023, 27/10/2025

TMF ADMINISTRATIVE SERVICES CYPRUS LTD ν. Alexander Grebnev κ.α., Αρ. Αγωγής: 3286/2023, 27/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3286/2023 Μεταξύ: TMF ADMINISTRATIVE SERVICES CYPRUS LTD Εναγόντων -και- 1. Alexander Grebnev 2. Victor Mangazeev Εναγόμενων Αίτηση ημ. 21/5/2025 Ημερομηνία: 27/10/2025 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 1 Αιτητή: κα. Φ. Παπαγιώργη και κα. Χ. Χαραλαμπίδου Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Σία ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Η Αίτηση Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν ποσό €80.812,23, για παροχή υπηρεσιών. Με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκεται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/02/2024 με το οποίο επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοση του Εντύπου Απαίτησης και/ή άλλων δικαστικών εγγράφων που αφορούν την απαίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό στον Εναγόμενο 1, (ί) μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην ηλεκτρονική διεύθυνση [ ]@parity.com και (
  2. ii)μέσω εταιρείας ταχυμεταφορών courier στη διεύθυνση 117, [ ], Apartment [ ], [ ] House, [ ], London, United Kingdom. B. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση της επίδοσης του Εντύπου Απαίτησης και/ή άλλων δικαστικών εγγράφων που αφορούν την απαίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, στον Εναγόμενο 1. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός της απόφασης ημερομηνίας 23/10/2024 που εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου 1 ερήμην. Δ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο.» Αναγκαία καθίσταται η παράθεση του ιστορικού έκδοσης του διατάγματος και της απόφασης, των οποίων επιδιώκεται ο παραμερισμός. Την 22/2/2024 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο επιτρεπόταν η υποκατάστατη επίδοση στον Αιτητή, μετά από μονομερή αίτηση των Καθ' ων η αίτηση. Παρατίθεται αυτούσιο το προσβαλλόμενο διάταγμα: «Δίδεται άδεια για επίδοση της Απαίτησης και της Έκθεσης Απαίτησης της υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης μετά του παρόντος διατάγματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση του εντύπου απαίτησης και της Έκθεσης Απαίτησης ως το Β (μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος) και Γ (με υπηρεσίες ταχυμεταφοράς) της αίτησης με τη διευκρίνηση ότι η επίδοση θα πρέπει να γίνει και με τους δύο τρόπους. Εάν ο Εναγόμενοι 1 και 2 επιθυμούν να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης στην πιο πάνω απαίτηση μπορεί να πράξουν τούτο εντός 20 ημερών από την ημερομηνία της επίδοσης ως το παρόν διάταγμα. Σε περίπτωση που ο Εναγόμενοι 1 και 2 δεν καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης ως πιο πάνω, τότε κάθε αίτηση που τυχόν καταχωρηθεί θα θεωρείται δεόντως επιδοθείσα εάν πιστό αντίγραφο της αίτησης αναρτηθεί στο πινάκιο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για περίοδο 5 ημερών και/ή να αναρτηθεί στο ηλεκτρονικό φάκελο της απαίτησης. Τα έξοδα επιφυλάσσονται.» Με ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16/10/2024 καταδεικνύεται από τους Ενάγοντες Καθ' ων η αίτηση ότι έλαβε χώρα η επίδοση στις διευθύνσεις που αναφέρονται παραπάνω. Την 23/10/2024 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και Εναντίον του Εναγόμενου 1, λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Την 6/5/2025 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από τον Εναγόμενο 1, με τη σημείωση ότι προτίθεται να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ακολούθησε την 21/5/2025 η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. 2. Η μαρτυρία Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, ίδιας ημερομηνίας, στα αγγλικά. Η ένορκη δήλωση, μεταφρασμένη στα ελληνικά, καταχωρήθηκε την 25/6/2025. Ο Αιτητής αναφέρεται στη συνεργασία εταιρειών στις οποίες συμμετείχε μαζί με τους Καθ' ων η αίτηση και τη συνακόλουθη μεταξύ τους συμφωνία, η οποία συμφωνία δεν είχε τύχει ουσιαστικής διαπραγμάτευσης. Εξηγεί την επιχειρηματική του σχέση με τον Εναγόμενη 2 και τη συνακόλουθη λύση της συνεργασίας τους τον Ιανουάριο του 2021. Τη 17/12/2021 οι Καθ' ων η αίτηση έπαψαν να παρέχουν υπηρεσίες στις εν λόγω εταιρείες. Ο Αιτητής αμφισβητεί έντονα ότι η αξία του ποσού που αξιώνεται ως τιμολόγιο από του Καθ' ων η αίτηση είναι νόμιμη, λόγω της αποτυχίας τους να εκπληρώσουν τις βασικές τους υποχρεώσεις βάσει των Συμφωνιών Παροχής Υπηρεσιών. Ως παραδείγματα αυτής της αποτυχίας, εγείρει παράληψη να καταθέσουν λογαριασμούς ή άλλα έγγραφα ενώπιον των αρμόδιων αρχών, παράληψη να παράσχουν στους συμβούλους, μετόχους ή και στον ίδιο ως τελικό πραγματικό δικαιούχο οποιαδήποτε έγγραφα, αλληλογραφία και ειδοποιήσεις που εστάλησαν στις εταιρείες. Ως αποτέλεσμα τούτου είναι η θέση του Αιτητή ότι συγκεκριμένη εταιρεία διαγράφηκε, με αποτέλεσμα να επωμιστεί τα έξοδα επαναφοράς της. Εξηγεί ότι η εν λόγω αμφισβήτηση ως προς το ποσό που οι Καθ' ων η αίτηση απαιτούν εκφράστηκε και μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων στην προσπάθεια διευθέτησης της υπόθεσης (Τεκμήριο 5). Σε αυτά φαίνεται να αμφισβητούνται ποσά και υπηρεσίες. Ο Αιτητής αμφισβητεί επίσης την υποχρέωση του όπως, ο ίδιος προσωπικά, καταβάλει τα όποια ποσά οφείλονται από συγκεκριμένες εταιρείες, δυνάμει της σύμβασης με τους Καθ' ων η αίτηση. Προβαίνει προς τούτο σε συγκεκριμένη ερμηνεία των όρων της σύμβασης Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση. Υποστηρίζει ακόμη ότι υπάρχει ο κίνδυνος έκδοσης ασυνεπών αποφάσεων σε σχέση με τον ίδιο και τον Εναγόμενο 2. Ως προς την υποκατάστατη επίδοση που έλαβε χώρα, πέραν των ενστάσεων ως προς την ορθότητα της έκδοσης του σχετικού διατάγματος, αναφέρει ότι αφενός το email στο οποίο διατάχθηκε επίδοση δεν χρησιμοποιείτο από το 2021 και το γνώριζαν οι Καθ' ων η αίτηση, αφού αντάλλαζαν αλληλογραφία στο προσωπικό του email. Αφετέρου αναφέρει ότι είχε μετακομίσει από το 2020 από τη διεύθυνση όπου έγινε επίδοση. Ακόμα και η επίδοση της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην επιδόθηκε σε υπάλληλο των Καθ' ων η αίτηση ο οποίος παλαιότερα εξυπηρετούσε εταιρεία συμφερόντων του Αιτητή. Μόλις ο τελευταίος ενημερώθηκε για την υπόθεση έδωσε οδηγίες για έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης, το Μάρτιο του 2025 έδωσε οδηγίες ώστε να επικοινωνήσουν με τους Καθ' ων η αίτηση και τελικώς για να προχωρήσουν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Οι Καθ' ων η αίτηση εγείρουν σωρεία λόγων ένστασης. Αδρομερώς υποστηρίζουν ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί καθυστερημένα, δεν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση, δεν αποκαλύπτονται όλα τα στοιχεία που αφορούν το Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, ενώ το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης εκδόθηκε νόμιμα και με τρόπο που να λάβει γνώση ο Αιτητής. Τέλος υποστηρίζεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική, καθότι έχει καταχωρηθεί σε γλώσσα που δεν αποτελεί επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ η μεταφρασμένη εκδοχή της καταχωρήθηκε καθυστερημένα και χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Κωνσταντινίδη, εκ των διευθυντών και γραμματέα των Καθ' ων η αίτηση. Πέραν της επανάληψης κάποιων από τους λόγους ένστασης, όπως το παράτυπο της μετάφρασης της ένορκης δήλωσης του Αιτητή και την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, ο κ. Κωνσταντινίδης, επιχειρεί να αντικρούσει και σειρά ισχυρισμών του Αιτητή. Ειδικότερα αναφέρει ότι οι υπηρεσίες των Καθ' ων η αίτηση παρασχέθηκαν με επαγγελματισμό και συνέπεια, χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση τους κατά τον χρόνο παροχής τους. Άλλες εταιρείες συμφερόντων του Αιτητή διαγράφηκαν, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να συνενωθούν στην αγωγή. Εξηγεί τα του τερματισμό όλων των υπηρεσιών που προσέφεραν στις εταιρείες συμφερόντων του Αιτητή, λόγω διαφωνιών των ιδιοκτητών των εταιρειών και απλήρωτων τιμολογίων, όπως αυτός έλαβε χώρα την 3/12/2021. Από την ημερομηνία του τερματισμού και εντεύθεν, δεν έχουν προσφέρει οποιοσδήποτε μορφής υπηρεσία, δεν έχουν αξιώσει την καταβολή οποιουδήποτε ποσού, ούτε και έχουν εισπράξει οποιοδήποτε ποσό. Δεν μπορούν λοιπόν να ευθύνονται για τη διαγραφή συγκεκριμένης εταιρείας συμφερόντων του Αιτητή, ένα χρόνο αργότερα. Ο κ. Κωνσταντινίδης αναφέρει ότι οι όποιες διαπραγματεύσεις με τους Εναγόμενους, έγιναν άνευ βλάβης. Πλην όμως είχαν φτάσει σε σημείο να ετοιμαστεί προσχέδιο συμφωνίας, με τους Εναγόμενους να υπαναχωρούν. Είναι σε αυτό το πλαίσιο, της υπό εξέλιξη τότε διαπραγμάτευσης που είχαν αποσταλεί τα ηλεκτρονικά μηνύματα Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, με σκοπό να διευκρινιστούν συγκεκριμένα ποσά. Ήταν δηλαδή εκείνη η αλληλογραφία, Τεκμήριο 5, το μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας συμβιβασμού και όχι απτή απόδειξη αμφισβήτησης των επίδικων τιμολογίων, εισηγείται ο κ. Κωνσταντινίδης. Αναφέρεται ακόμα και σε όρο της σύμβασης των μερών όπου καθορίζεται ο χρόνος των 14 ημερών ως χρόνος αμφισβήτησης των τιμολογίων και αν αυτός παρέρχετο τα τιμολόγια θα θεωρούνταν ότι έγιναν αποδεκτά. Η μη αμφισβήτηση λοιπόν, σε αυτό τον χρόνο, των τιμολογίων, τα καθιστά αποδεκτά και αποστερεί τους Εναγόμενους από κάθε υπεράσπιση. Παραπέμπει επίσης σε συγκεκριμένη πρόνοια της σύμβασης μέσω της οποίας οι Εναγόμενοι εγγυούνται να καταβάλουν όποια τυχόν οφειλόμενα συγκεκριμένης εταιρείας, οφειλόμενα τα οποία ουσιαστικά αφορούν τα αξιούμενα με την αγωγή. Αναφορικά με τη διαδικασία επίδοσης, ο κ. Κωνσταντινίδης ισχυρίζεται ότι η διαδικασία που προβλέπει η Σύμβαση της Χάγης είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα και πολύπλοκη, γι' αυτό επιλέγηκε η επίδοση με το εκδοθέν διάταγμα, αφού ήταν δυνατό να φέρει αποτέλεσμα τη λήψη γνώσης των Εναγομένων συντομότερα. Η επίδοση που διατάχθηκε δεν αντίκειται στα όσα η εν λόγω Σύμβαση ορίζει, ενώ είχαν τεθεί και δικλείδες ασφαλείας για να επιτευχθεί σκοπός της επίδοσης. Τελικώς, όπως φαίνεται και από το φάκελο της υπόθεσης, τα έγγραφα παραδόθηκαν με υπηρεσία ταχυμεταφορών στη διεύθυνση του Αιτητή. Την εν λόγω διεύθυνση είχε δηλώσει ο ίδιος ο Αιτητής στη συμφωνία παροχής υπηρεσιών που υπέγραψαν τα μέρη τον Οκτώβριο του 2020, ενώ αυτή η διεύθυνση προέκυπτε και από τον έλεγχο δέουσας επιμέλειας του Αιτητή τον Σεπτέμβριο του 2020. Η συγκεκριμένη διεύθυνση είχε τεθεί και στο προσχέδιο της συμφωνίας διευθέτησης. Ο κ. Κωνσταντινίδης εγείρει ότι είχε ο ίδιος επικοινωνία με τον Αιτητή στο email που φαίνεται στο διάταγμα, ως το email του Αιτητή. Ουδέποτε δηλώθηκε άλλο email, ενώ είχε δοθεί ευκαιρία, είχε ζητηθεί να διευκρινιστεί ποιο email χρησιμοποιεί ο Αιτητής (Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης Κωνσταντινίδη). Είναι λοιπόν η θέση του ότι ο Αιτητής είχε λάβει γνώση της διαδικασίας. Τα μέρη καταχώρησαν και συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις. Συγκεκριμένα ο Αιτητής, καταχώρησε πάλι στα αγγλικά συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία μεταφράστηκε στα ελληνικά. Εκεί επαναλαμβάνει ότι υπήρχαν ανησυχίες και αμφισβήτηση ως προς την έκταση των υπηρεσιών των Καθ' ων η αίτηση και τη σχετική τιμολόγηση. Κατέθεσε τιμολόγια των Καθ' ων η αίτηση όπου χρεώνουν διαχείριση επίλυσης διαφορών μεταξύ των UBO, παρά την αναφορά Κωνσταντινίδη ότι δεν ενεπλάκη στις εν λόγω διαφορές. Στην παράγραφο 15 της εν λόγω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ο Αιτητής καταγράφει 5 σημεία επί των οποίων αμφισβητήθηκαν τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση, κατά την αλληλογραφία μεταξύ των μερών, πολύ μετά την έκδοση των τιμολογίων. Ως προς τον ισχυρισμός για καθυστέρηση ο Αιτητής αναφέρει ότι από το Μάρτιο του 2025 όταν και ενημερώθηκε για την Απαίτηση οι δικηγόροι του έπρεπε να αποκτήσουν τον δικαστικό φάκελο, να εξετάσουν όλες τις αιτήσεις, ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια που καταχωρήθηκαν για να μπορέσουν να ετοιμάσουν την Αίτηση. Ο Αιτητής επισυνάπτει ως Τεκμήρια 2 και 3 έγγραφα που δεικνύουν ότι μετακόμισε από τη διεύθυνση όπου έγινε η υποκατάστατη επίδοση από τον Αύγουστο του 2020. Αναφέρει τέλος ότι όπως αποκαλύπτεται και από την αλληλογραφία των μερών, οι Καθ' ων η αίτηση γνώριζαν το προσωπικό του email και σε αυτό κοινοποιούσαν την αλληλογραφία τους. Με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο κ. Κωνσταντινίδης απορρίπτει ότι η πλευρά του Αιτητή αμφισβήτησε τα τιμολόγια, παρά μόνο ότι μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων επιχειρούσε να διευκρινίσει συγκεκριμένα ποσά. Επιμένει ότι καμιά υπηρεσία δεν θα μπορούσε να προσφερθεί μετά τον τερματισμό τον 12/2021, ενώ θα χρειαζόταν και η αρωγή των Εναγομένων. Επιμένει ότι η διεύθυνση στην οποία διατάχθηκε όπως γίνει η επίδοση, ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση του Αιτητή και ουδέποτε ενημέρωσε για την όποια αλλαγή στη διεύθυνση. Τα μέρη κατέθεσαν γραπτώς αγορεύσεις, στις οποίες αναλύονται οι θέσεις τους. Αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου κρίνεται σκόπιμο. 3. Ευρήματα Κρίνεται απαραίτητη η εξαγωγή συγκεκριμένων ευρημάτων, ώστε να διαπιστωθούν ζητήματα, καίρια για την απόφανση της υπό κρίση αιτήσεως[1]. Η επίδοση όπως είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο είχε λάβει χώρα, ως δεικνύεται από την ένορκη δήλωση Μάριου Νικολάου ημ. 16/10/2024 και τα έγγραφα που σε αυτήν αναφέρονται και φαίνονται στον φάκελο. Μέσω της μαρτυρίας του Αιτητή, προκύπτει ότι αυτός δεν έλαβε γνώση της εναντίον του διαδικασίας, καθώς έχει αποδείξει μέσω της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης ότι δεν διέμενε στη διεύθυνση που επιδόθηκαν τα έγγραφα. Η εναπόθεση της παλαιάς διεύθυνσης σε μια ανυπόγραφη συμφωνία διευθέτησης και ο λογαριασμός κατανάλωσης ρεύματος σε περίοδο αμέσως πριν την αποχώρηση από αυτήν, δεν δύνανται να καταρρίψουν τον ισχυρισμό του Αιτητή. Τουναντίον όπως ο ίδιος έθεσε, είχε αποχωρήσει από το ακίνητο όπου διατάχθηκε η επίδοση, από τον Αύγουστο του 2020, πολύ πριν καταχωρηθεί η υπό εξέταση αγωγή. Γίνεται επίσης αποδεκτός ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με το email, αφού και οι Καθ' ων η αίτηση είναι στο προσωπικό email που του απέστελναν αλληλογραφία από το 2022 (βλ. Τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή) και όχι στο email που αναφέρεται στο διάταγμα. 4. Νομική Βάση Ως προς την μετάφραση των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή, σχετικός είναι ο Θεσμός 32.15

(22), όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όταν ένορκη δήλωση είναι σε ξένη γλώσσα, διάδικος που επιθυμεί να στηριχθεί σε αυτή, πρέπει: (α) να την μεταφράσει, και (β) να καταχωρίσει στο δικαστήριο την ξενόγλωσση ένορκη δήλωση και (γ) ο μεταφραστής να προβεί σε ένορκη δήλωση και να την καταχωρίσει στο δικαστήριο επιβεβαιώνοντας τη μετάφραση και επισυνάπτοντας ως τεκμήρια τόσο τη μετάφραση όσο και αντίγραφο της ξενόγλωσσης ένορκης δήλωσης.» Από το λεκτικό της ως άνω πρόνοιας προκύπτει ότι χρονικά προηγείται η καταχώρηση της ένορκης δήλωσης σε ξένη γλώσσα και έπεται η διαδικασία μετάφρασης της, χωρίς να τίθεται χρονικός προσδιορισμός του πότε πρέπει να καταχωρηθεί μεταφρασμένη η ένορκη δήλωση. Εν προκειμένω η μετάφραση καταχωρήθηκε περί τον ένα μήνα μετά την ένορκη δήλωση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή. Ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να κριθεί ως υπέρμετρος, συνεπώς δεν προκύπτει να μην συμμορφώθηκε με τον ως άνω Θεσμό η πλευρά του Αιτητή. Σε κάθε περίπτωση το άρθρο 5 του περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 (67/1988), επιτρέπει όπως γίνεται αποδεκτή ένορκη δήλωση σε ξένη γλώσσα και το Δικαστήριο να δύναται να διατάξει σχετική μετάφραση. Στην υπό κρίση περίπτωση υπάρχει μετάφραση στο φάκελο, ενώ δεν προκύπτει να παραβιάστηκαν τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση, αφού ο κ. Κωνσταντινίδης παραδέχεται ότι γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, ενώ όλη η επικοινωνία μεταξύ των μερών γινόταν σε αυτή. Αναφορικά με την αξίωση για παραμερισμό του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση, η σχετική νομική βάση αναπτύχθηκε σε απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημ. 12/3/25 αναφορικά με το ίδιο διάταγμα. Όπως εκεί αναλύθηκε, οι πρόνοιες του Κανονισμού 6.10
(3)των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρουν ότι: «Όταν δίδεται άδεια από το δικαστήριο για επίδοση εντύπου απαίτησης σε ξένη χώρα με την οποία ισχύει ή θα ισχύει σύμβαση με την Κυπριακή Δημοκρατία σε σχέση με τέτοια επίδοση, τότε εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία, τηρουμένων τυχόν ειδικών προνοιών της Σύμβασης». Στο κείμενο που έπεται του ανωτέρω Κανονισμού περιγράφεται μια εκτενής διαδικασία η οποία λαμβάνει χώρα, με υποβολή σχετικών εγγράφων, καταβολή τελών και άλλα διαβήματα που λαμβάνουν χώρα από κυβερνητικές υπηρεσίες (Κανονισμοί 6.10
(4)έως
(8)). Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δίδετο ευχέρεια εφαρμογής του Κανονισμού 6.13, ήτοι της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας μέσω υποκατάστατης επίδοσης. Παρατηρείται όμως ότι ο ως άνω Κανονισμός δεν εφαρμόζεται όταν η επίδοση γίνεται εκτός δικαιοδοσίας. Το ίδιο το κείμενο του Κανονισμού 6.13, αναφέρει ότι: «Σε κάθε περίπτωση που ήθελε φανεί στο δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο με τον οποίο προβλέπεται στις Ενότητες ΙΙ ή ΙΙΙ του παρόντος Μέρους» Ο ίδιος ο Κανονισμός δηλαδή περιορίζει την ισχύ του σε άλλες ενότητες και όχι στην Ενότητα ΙV, η οποία αφορά την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Με αυτό τον τρόπο οι πρόνοιες του Κανονισμού 6.13, δεν δύνανται να έχουν ισχύ σε επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αφού ο ίδιος ο Κανονισμός καθορίζει περιοριστικά σε ποιες περιστάσεις έχει εφαρμογή, με τη διαδικασία της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, να μην είναι μια από αυτές. Είναι άλλωστε λογικό, να υπάρχουν αυστηρές διαδικασίες για να επιτευχθεί η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αφού όπως έχει νομολογηθεί «υπάρχουν αυτοπεριορισμοί στη διεθνή δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων, που πηγάζουν από την αβρότητα από την οποία πρέπει να διαπνέονται οι διεθνείς σχέσεις, αλλά κυρίως το σεβασμό της κυριαρχίας των ξένων κρατών»[2]. Οι κανόνες που τίθενται τόσο δικονομικά όσο και στη Σύμβαση της Χάγης, σκοπό έχουν να διασφαλίσουν με ποιο τρόπο δύναται να γίνει επέμβαση στην κυριαρχία άλλου κράτους, για να επιδοθεί έγγραφο σε πολίτη που διαμένει εκεί. Δεν αποτελούν τυπολατρικό ή παρελκυστικό διάβημα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο διασφαλίζεται ότι θα τηρηθούν οι διεθνείς συμφωνίες και η αβρότητα μεταξύ των κρατών. Εν προκειμένω, δε, οι ίδιοι οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν, και συμφωνώ, ότι υπήρχε ευχέρεια να επιτευχθεί επίδοση μέσω της Σύμβασης της Χάγης, με ταχυμεταφορά, δηλαδή ήταν εφικτή η χωρίς χρονοτριβή επίδοση, έστω με τα όσα ορίζονται στη Σύμβαση. Είναι άλλωστε παραδεκτό ότι η Σύμβαση της Χάγης ισχύει για Αγγλία και Κύπρο, ενώ από το κείμενο του Νόμου 40/1982, προκύπτει η υποχρέωση εφαρμογής της εν λόγω Σύμβασης. Στην απόφαση Knauf UK GmbH v British Gypsum Ltd & Anor [2001] EWCA Civ 1570 (24 October 2001) αποφασίστηκε ότι: «It may be necessary to make exceptional orders for service by an alternative method where there is "good reason": but a consideration of what is common ground as to the primary method for service of English process in Germany suggests that a mere desire for speed is unlikely to amount to good reason, for else, since claimants nearly always desire speed, the alternative method would become the primary way.» Σχετική είναι και η SMO (a child) v Tiktok Inc and others, [2022] All ER (D) 29 (Mar), στην οποία αναφέρεται ότι: «On its own, delay caused by the requirement to serve a claim form on a defendant in compliance with the Hague Convention could not justify bypassing its requirements by the simple expedient of an alternative service order. A litigant had to recognise that, factor in the potential delay and prosecute his litigation accordingly.» Ακόμα στην Punjab National Bank (International) Ltd v Srinivasan and others [2019] EWHC 3495 (Ch) τονίστηκε ότι: «permission to permit service by alternative means in a Hague Service Convention case should only be permitted if exceptional circumstances existed.» Είναι σαφές δηλαδή και στην Αγγλική νομολογία ότι η ταχύτητα στην επίδοση της Απαίτησης, δεν αποτελεί καλό λόγο και δη λόγο για τον οποίο να μην τύχει εφαρμογής η Σύμβαση της Χάγης. Ακόμα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή, όπου οι σε ισχύ δικονομικοί κανόνες έχουν καθιερωθεί και φρονώ ότι είναι ελαστικότεροι, απαιτούνται εξαιρετικές περιστάσεις για να υποσκελιστεί η Σύμβαση της Χάγης και να επιτευχθεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με άλλους τρόπους. Παρά ταύτα πράγματι στη βάση της Σύμβασης της Χάγης μπορεί να γίνει επίδοση μέσω ταχυμεταφοράς όταν το κράτος προορισμού δεν ενίσταται στο συγκεκριμένο τρόπο επίδοσης[3]. Η Αγγλία δεν αποκλείει αυτό τον τρόπο επίδοσης. Πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση η επίδοση μέσω ταχυμεταφοράς δεν διατάχθηκε στη βάση της Σύμβασης της Χάγης, αλλά στο πλαίσιο υποκατάστατης επίδοσης, ως το διάταγμα του Δικαστηρίου σαφώς καταγράφει. Η ίδια η Σύμβαση της Χάγης δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας των Καθ' ων η αίτηση, ούτε καταδείχθηκε ότι εφαρμόστηκαν τα όσα ορίζονται στους επόμενους Κανονισμούς 6.10
(4)έως
(10). Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα αν μπορεί να θεραπευτεί αυτό το δικονομικό ατόπημα, της επίκλησης υποκατάστατης επίδοσης παρά της Σύμβασης της Χάγης, από τη στιγμή που η μέθοδος, ο τρόπος επίδοσης που διατάχθηκε και τελικώς έλαβε χώρα, επιτρέπεται από την εν λόγω Σύμβαση. Σχετικός είναι ο Κανονισμός 3.8 στον οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: «
(1)Όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό: (α) το σφάλμα δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το δικαστήριο∙ και (β) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.
(2)Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι: (α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό∙ και (β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.» Στην Αγγλία ο σχετικός Κανονισμός 3.10, αν και με διαφορετικό λεκτικό κινείται στο ίδιο πνεύμα διόρθωσης ή μη ακύρωσης της διαδικασίας λόγω διαδικαστικών λαθών. Στο Civil Procedure του White Book Service, 2017, par. 3.10.2 αναφέρεται ότι: «In many cases the way in which the discretion is exercised will depend in whether it appears that the other parties have suffered prejudice as consequence of the error but the rule gives the court the widest possible discretion and the court can look at all the circumstances. » Στην Integral Petroleum SA v SCU-Finanz AG [2014] EWHC 702 (Comm), ως τέτοιο διαδικαστικό λάθος κρίθηκε η επίδοση με ηλεκτρονικό μήνυμα, με το εξής λεκτικό: «Returning to the facts of the instant case, in my view the error of procedure in serving the Particulars of Claim by e-mail was a failure to comply with a rule or practice direction which falls within CPR 3.10.» Στην Pantheon International Advisors Ltd v Co-Diagnostics Inc, [2023] EWHC 1984 (KB) επετράπη αναδρομικά τελεσθείσα επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μέσω της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όπως την παρέχει ο Κανονισμός 3.10. Αναλόγως στην Phillips and another (suing as administrators of the estate of Michailidis) v Symes and others [2008] UKHL 1, το Δικαστήριο ασκώντας τις εξουσίες του δυνάμει του Κανονισμού 3.10 θεώρησε ότι η απαίτηση είχε επιδοθεί δεόντως στους Εναγόμενους, παρά τα διαδικαστικά σφάλματα, τα οποία είχαν λάβει χώρα κατά την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Λαμβάνοντας υπόψη ότι: Α. Η μέθοδος με την οποία πραγματοποιήθηκε η επίδοση στον Αιτητή περιλαμβάνεται στους τρόπους που ορίζει η Σύμβαση της Χάγης, έστω και αν η επίδοση δεν διατάχθηκε με βάση τη Σύμβαση. Β. Το Δικαστήριο πέραν της έκδοσης διατάγματος επίδοσης με ταχυμεταφορά, επαναλαμβάνω μέσου που νομολογιακά κρίθηκε ότι συνάδει με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης, διέταξε και επιτεύχθηκε επίδοση και με ηλεκτρονικό μήνυμα. Γ. Ο πρωταρχικός σκοπός επιτάσσει τη διασφάλιση ταχείας και με αναλογικό κόστος διαδικασίας, κάτι που δεν θα επιτευχθεί με τυχόν επιτυχία της Αίτησης. Το αντίθετο μάλιστα. Οι Καθ' ων η αίτηση, θα κληθούν να υποβάλουν εκ νέου αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσία, ώστε να επιδώσουν στον Αιτητή, ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο που επέδωσαν αρχικώς, έστω σε διαφορετική διεύθυνση. Δ. Όπως φαίνεται και στην αγγλική νομολογία σκοπός των προνοιών του Κανονισμού 3.8 είναι η διόρθωση διαδικαστικών σφαλμάτων και το σφάλμα εν προκειμένω, δεν μπορεί παρά να κριθεί ως διαδικαστικό. Στον ως άνω Κανονισμό προνοείται ρητά ότι δεν ακυρώνεται διάβημα που έχει ληφθεί, παρά μόνο αν το διαδικαστικό σφάλμα είναι σοβαρό και είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εδώ, ως εμφαίνεται και παραπάνω, δεν προκύπτει σοβαρό διαδικαστικό σφάλμα, ενώ το συμφέρον της δικαιοσύνης, κάθε άλλο παρά επιτάσσει την ακύρωση της διαδικασίας, ως ο Αιτητής αξιώνει. Σχετικά με το αιτητικό για παραμερισμό της ερήμην απόφασης εναντίον του Αιτητή, Νομική βάση της αίτηση αποτελεί το Μέρος 14 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρατίθεται το λεκτικό του εν λόγω Θεσμού για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «14.1 Πεδίο Εφαρμογής του παρόντος Μέρους
(1)Οι κανονισμοί αυτού του Μέρους παραθέτουν τη διαδικασία παραμερισμού ή διαφοροποίησης απόφασης, η οποία εκδίδεται δυνάμει του Μέρους 13 (απόφαση ερήμην). 14.2 Περιπτώσεις όπου το δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει απόφαση, η οποία εκδόθηκε, δυνάμει του Μέρους 13
(1)Το δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει απόφαση, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του Μέρους 13, ανεξαρτήτως της σπουδής που επέδειξε ο εναγόμενος ή, στην περίπτωση ανταπαίτησης, ο ενάγων, ή, σε σχέση με την προοπτική επιτυχίας τους, αν η απόφαση εκδόθηκε εσφαλμένα: (α) στην περίπτωση απόφασης, λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, για τον λόγο ότι δεν ικανοποιήθηκε οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 13.3
(1)∙ (β) στην περίπτωση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης, για τον λόγο ότι δεν ικανοποιήθηκε οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 13.3
(1)και 13.3
(2)∙ (γ) για τον λόγο ότι η απαίτηση ή ανταπαίτηση ικανοποιήθηκε στο σύνολό της πριν από την έκδοση απόφασης∙ ή (δ) για τον λόγο ότι το έντυπο απαίτησης δεν επιδόθηκε στην πραγματικότητα. 14.3 Περιπτώσεις όπου το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13
(1)Σε κάθε άλλη περίπτωση, το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13 με τέτοιους όρους ως κρίνεται δίκαιο αν: (α) ο εναγόμενος ή ο ενάγων έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση ή ανταπαίτηση∙ ή (β) το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει άλλος καλός λόγος για τον οποίο: (i) πρέπει να παραμεριστεί ή διαφοροποιηθεί η απόφαση∙ ή (ii) πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπιστεί την απαίτηση.
(2)Το δικαστήριο, εξετάζοντας αν πρέπει να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13, στα θέματα τα οποία λαμβάνει υπόψη του περιλαμβάνεται και το κατά πόσο το πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση της απόφασης, υπέβαλε τη σχετική αίτηση χωρίς χρονοτριβή.» Στη βάση των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν Ενάγων αποδείξει ότι έλαβε χώρα η επίδοση και ο Εναγόμενος ότι δεν παρέλαβε τα έγγραφα, δεν γεννάται αυτομάτως λόγος παραμερισμού της απόφαση, αλλά ο Εναγόμενος θα πρέπει να καταδείξει λόγους παραμερισμού, ως Θεσμός 14.3 ορίζει[4]. Παρά ταύτα το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο Εναγόμενος δεν έλαβε γνώση λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην απόφαση κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος παραμερισμού απόφασης. Σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στην Godwin v Swindon Borough CouncilGlyn Edwards [2001] 4 All ER 641, p. 49, ως ακολούθως: «Rule 13.3
(1)(b) has a disjunctive alternative, so that the court may set aside or vary judgment entered in default if it appears to the court that there is some other good reason why the judgment should be set aside or varied or the defendant should be allowed to defend the claim. In my view, this is plainly capable of extending to circumstances where the defendant has not received the claim form and particulars of claim before judgment was entered against him. It is not an absolute right, but does not have to depend on the defendant having a real prospect of successfully defending the claim. The court therefore has sufficient power to do justice in these cases and will, no doubt, normally exercise this discretion in favour of a defendant who establishes that he had no knowledge of the claim before judgment in default was entered unless it is pointless to do so. The defendant, for instance, may have no defence to the claim, but may justifiably want to have the judgment set aside on the basis that, had he known about the claim, he would have satisfied it immediately without having an embarrassing judgment recorded against him» Οι Αιτητές υποστηρίζουν περαιτέρω ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Για το εν λόγω ζήτημα στην Redbourn Group Ltd v Fairgate Development Ltd [2017] EWHC 1223 (TCC) καθορίζονται οι σχετικές αρχές ως εξής: «
  1. The test is the same as that which applies on an application for summary judgment: the defendant must demonstrate that it has a "realistic" prospect of success. That means that its defence must be shown to carry some degree of conviction, and must be more than merely arguable: see ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ. 472....
  2. It will be seen from this that, although the court must be careful not to embark on a detailed 'mini-trial', it ought to test the assertions being made by the party seeking, in this case, to set aside judgment, to see if they have any real substance, and/or whether they are contradicted by contemporaneous documents. It is also necessary to see whether a further opportunity to put in further evidence and/or documents would or could make any difference. » Από τα όσα έχουν εκτεθεί ενώπιον μου κρίνεται ότι λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι αφενός ο Αιτητής δεν έλαβε γνώση της εναντίον του διαδικασίας και αφετέρου της υπεράσπισης που επιδιώκει να εγείρει, γεννάται καλός λόγος παραμερισμού της απόφασης. Συγκεκριμένα, συμφωνώ με τον Αιτητή ότι με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 29/5/2022, αμφισβήτησε αφενός την ποιότητα των υπηρεσιών που είχε προσφερθεί από τους Καθ' ων η αίτηση και αφετέρου το ύψος των ποσών των τιμολογίων, ακόμα και για τα επίδικα ποσά. Έχω λάβει υπόψη μου τον ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση ότι στη βάση της σύμβασης τα τιμολόγια έπρεπε να αμφισβητούνται εντός 14 ημερών, παρά ταύτα είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, ούτε προβάλλονται ως τέτοια, αλλά υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας[5]. Υπάρχει και νομική υπόσταση στα όσα ο Αιτητης εισηγείται, ήτοι ότι δεν φέρει ο ίδιος προσωπικά ευθύνη για τα τιμολόγια που εκδίδονταν σε εταιρείες συμφερόντων του. Οι Καθ' ων η αίτηση παραπέμπουν στην παράγραφο 2.1 των Πρόσθετων Όρων και εισηγούνται ότι αφορά μία τυπική και απλή εγγύηση του Αιτητή και του Εναγόμενου 2 σχετικά με όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας. Διαφορετική βεβαίως είναι η ανάλυση και ερμηνεία των συνηγόρων του Αιτητή, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι υφίσταται αντιφατικός όρος στο σώμα της ίδιας της σύμβασης, ο οποίος όρος υπερισχύει των πρόσθετων όρων. Τυχόν προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος αυτού θα οδηγούσε σε μίνι δική, κάτι ανεπίτρεπτο στο παρόν στάδιο. Γεννάται, τέλος και ζήτημα αντιφατικής απόφασης σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, δεδομένο που στη βάση της νομολογίας λαμβάνεται υπόψη, ως ορθώς έθεσαν οι συνήγοροι του Αιτητή[6]. Για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για παραμερισμό της ερήμην απόφασης, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει και να λάβει υπόψη αν η αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς χρονοτριβή. Στην PXC v AB College and others [2022] EWHC 3571 (KB) αναφέρεται ότι: «If you fail to be prompt you are not necessarily deprived of a set aside, but you may be. The court's duty is to "have regard" is a duty to weigh and assess. It helps structure discretion; it is an inescapable part of the balance sheet. I approach a lack of promptitude in that way. It is not necessarily fatal to the application, but could be.» Στην Avanesov v Shymkentpivo [2015] EWHC 394 (Comm) καταγράφονται τα ακόλουθα: «Promptness is not to be measured by reference solely to the length of time which has passed before an application is made, but also by reference to the reasons for the delay. If the application is made as soon as could reasonably have been expected in the circumstances, it will have been made promptly even if made a considerable period after the defendant first became aware of the judgment. Conversely an application made a short time after notice of the judgment may not be prompt if it could reasonably have been made earlier.» Στην υπό κρίση περίπτωση ο Αιτητής ενημερώθηκε για την εναντίον του διαδικασία το Μάρτιο του 2025, και από τότε έδωσε οδηγίες σε δικηγόρους να επικοινωνήσουν με τους Καθ' ων η αίτηση, να λάβουν γνώση των εγγράφων του φακέλου, να ετοιμάσουν την αίτηση και να την καταχωρήσουν το Μάιο του
  3. Δεν κρίνεται ότι ο Αιτητής χρονοτρίβησε με τα ως άνω δεδομένα.
  4. Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω διατάσσεται ο παραμερισμός της ερήμην απόφασης ημερομηνίας 23/10/2024 όπως εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου 1 Αιτητή. Αναφορικά με τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη τη μερική επιτυχία της αίτησης, ήτοι ενός από τα 3 διατάγματα που ζητούνταν, αλλά και το δεδομένο ότι έλαβε χώρα, έστω, διαδικαστικό σφάλμα εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] HOSSAN v. Γ. & Χ. ΛΑΜΨΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E134/2014, 21/4/2021 [2] Jive Maritime Ltd v Sea Power Marine S.A.A. [2001]1(Γ) Α.Α.Δ.1951 και Bunkernet Ltd ν. PNO Shipmanagement Ltd και Άλλων [2014] 1 ΑΑΔ 609, ECLI:CY:AD:2014:D190 [3] Kean Soft Drinks Ltd ν. Safmarine Container Lines NV και Άλλων [2001] 1 ΑΑΔ 1784 [4] Marla International Ltd v Ready4S Ltd [2021] EWHC 1968 (Ch) at paras [9]-[17]. [5] Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited [2002] 1(B) A.A.Δ.962 [6] Fox ν Wiggins and others
(2019)EWHC 2713 QB cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.