← Κύπρος

Στέλλας Σάββα ν. Ανδρέα Χατζηγιάννη κ.α., Αρ. Αγωγής : 1714/2023, 10/12/2025

Στέλλας Σάββα ν. Ανδρέα Χατζηγιάννη κ.α., Αρ. Αγωγής : 1714/2023, 10/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 1714/2023 Στέλλας Σάββα Ενάγουσας και

  1. Ανδρέα Χατζηγιάννη
  2. ΟΝΙΚΟΝ SERVICES LIMITED Εναγόμενων Αίτηση ημ. 26/7/2023 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων Ημερομηνία: 10/12/2025 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα Αιτήτρια: κ. Ο. Καίλης με κ. Π. Θεοφάνους Για Εναγόμενους Καθ' ων η αίτηση: κ. Κ. Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Αιτούμενα Διατάγματα Με την υπό εξέταση αίτηση αξιώνονται τα ακόλουθα:
  4. Προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο 1, επικαλούμενος την ιδιότητα διευθυντή της εναγόμενης 2 ή άλλως πως , να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες σε [δικηγορική εταιρεία] να αποσύρει ή συμβιβάσει εξώδικα απαίτηση της εναγόμενης 2 κατά [Ασφαλιστικής Εταιρείας] υπό όρους που δεν θα τύχουν προηγούμενα της γραπτής έγκρισης της ενάγουσας και τούτο μέχρι το πέρας αυτής της αγωγής ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου
  5. Προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο 1, επικαλούμενος την ιδιότητα διευθυντή της εναγόμενης 2 ή άλλως πως να συμβληθεί με τον ιδιοκτήτη καταστήματος και να εγκαταλείψει ή συμβιβάσει τις εκκρεμότητες που η εναγόμενη 2 έχει με αυτόν σε σχέση με το ενοικιαστήριο ημερ 27/3/2017 υπό όρους που δεν θα τύχουν προηγούμενα της γραπτής έγκρισης της ενάγουσας και τούτο μέχρι το πέρας αυτής της αγωγής ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου
  6. Προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο 1, επικαλούμενος την ιδιότητα διευθυντή της εναγόμενης 2 ή άλλως πως να ενεργοποιήσει τον λογαριασμό της εναγόμενης 2 με [Τράπεζα] που σήμερα είναι απενεργοποιημένος και να δημιουργήσει υποχρεώσεις της εναγόμενης 2 προς τρίτους μέχρι το πέρας αυτής της αγωγής ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου.
  7. Προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο 1, επικαλούμενος την ιδιότητα διευθυντή της εναγόμενης 2 ή άλλως πως να συμβάλλεται με τρίτους κατά τρόπο που να δεσμεύει την εναγόμενη 2 χωρίς προηγούμενα να εξασφαλίζει την γραπτή έγκριση της ενάγουσας και τούτο μέχρι το πέρας αυτής της αγωγής ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου.» Η Αίτηση είχε καταχωρηθεί μονομερώς, αλλά διατάχθηκε η επίδοση της, με τον Καθ' ου η αίτηση 1 να καταχωρεί ένσταση. Έκθεση Απαίτησης εκ μέρους της Ενάγουσας Αιτήτριας καταχωρήθηκε πολύ μετά την καταχώρηση της αίτησης, ήτοι την 24/4/
  8. Σε αυτήν καταλογίζονται παράνομες ενέργειες, ψευδείς παραστάσεις, απάτη και δόλος στον Εναγόμενο Καθ' ου η αίτηση 1 και αξιώνεται ουσιαστικά να διαγραφεί από διευθυντής της Εναγόμενης
  9. Η μαρτυρία Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, η Αιτήτρια εξηγεί ότι η Εναγόμενη 2 αγοράστηκε από την ίδια και τον Καθ' ου η αίτηση 1, από 50%. Τις μετοχές κατείχε καταπιστευματοδόχος για κάποιο χρονικό διάστημα. Η εν λόγω εταιρεία διατηρούσε εστιατόριο, το οποίο υπέστη εκτεταμένες ζημίες από εμπρησμό και έκτοτε παραμένει κλειστό. Προς αποζημίωση της Εναγόμενης 2 εκκρεμεί αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την οποία χειριζόταν δικηγορικό γραφείο, όπως αυτό αναφέρεται στο αιτητικό

(1). Κατά ή περί την 17/2/2020 η Αιτήτρια διορίστηκε ως μοναδικός διευθυντής της Εναγόμενης 2 ενώ στην θέση γραμματέως διορίστηκε ο Καθ' ου η αίτηση 1 και παραιτήθηκε η Αιτήτρια. Ταυτόχρονα το μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 2 ενεγράφη στην Αιτήτρια και τον Καθ' ου η αίτηση 1 με ποσοστό 50% ο καθένας. Όπως αναφέρει η Αιτήτρια μετά από διαφωνίες της με τον Καθ' ου η αίτηση 1, ο τελευταίος προέβη σε καταχωρήσεις στον Έφορο Εταιρειών, ώστε να φαίνεται και ο ίδιος ως Διευθυντής της Εναγόμενης
  1. Η Αιτήτρια χαρακτηρίζει ως παράνομη την ως άνω πράξη του Καθ' ου η αίτηση 1, αφού δεν προηγήθηκε ούτε γενική συνέλευση των μετόχων που να αποφάσιζε τον διορισμό του ούτε απόφαση της ως μοναδικού συμβούλου της Εναγόμενης 2 που να τον διορίζει. Μόλις διαπίστωσε την παράνομη καταχώρηση διαμαρτυρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών με επιστολή ημερ 15/4/
  2. Επικοινώνησε τότε με τον Καθ' ου η αίτηση 1 και τον κάλεσε να αποσυρθεί διαφορετικά θα λάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον του. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 στις 30/5/2021 συμμορφώθηκε και έγινε η σχετική διόρθωση του μητρώου διευθυντών της Εναγόμενης
  3. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 επανέλαβε τον διορισμό του ως διευθυντής, ως περιγράφεται πιο πάνω, τον Μάρτιο του
  4. Η Αιτήτρια εισηγείται ότι εκείνη την περίοδο συζητείτο ο συμβιβασμός της υπόθεσης για αποζημίωση της Εναγόμενης 2, αλλά και καταγγελίας της Αιτήτριας εναντίον του δικηγορικού γραφείου που χειριζόταν την υπόθεση. Η Αιτήτρια διαμαρτυρήθηκε με 3 επιστολές της στον Έφορο Εταιρειών. Έτσι η Αιτητρια υποστηρίζει ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 δυνητικά θα προβεί στις ενέργειες που επιχειρεί να περιστείλει με την αίτηση της. Η Αιτήτρια στην παράγραφο 17 της ένορκης της δήλωσης, επιχειρεί να προλάβει ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση 1 αναφέροντας ότι ο κανονισμός 84 του καταστατικού προνοεί μεν για ελάχιστο αριθμό 2 συμβούλων «εκτός αν η εταιρεία αποφασίσει διαφορετικά σε γενική συνέλευση». Είναι προφανές, εισηγείται η Αιτήτρια, ότι οι μέτοχοι της έχουν υιοθετήσει την λειτουργία της υπό ένα διευθυντή και μόνο. Ως προς το κατεπείγον εγείρεται ότι με τις δύο φορές που επιχείρησε να τεθεί ως διευθυντής της Εναγόμενης 2, ο Καθ' ου η αίτηση 1 προσπαθεί να αναλάβει τον έλεγχο της και να χειριστεί τις υποθέσεις της από μόνος του. Σημειώνεται ότι τα μέρη συμφωνούν πως το μόνο περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης 2 είναι ό,τι αναμένει να ανακτήσει με την Αγωγή. Συμφωνούν επίσης στο ότι ο Κανονισμός 84 του καταστατικού της προνοεί για ελάχιστο αριθμό 2 συμβούλων εκτός αν η εταιρεία αποφασίσει διαφορετικά σε γενική συνέλευση. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 εγείρει μια σειρά λόγων ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται στους ακόλουθους: με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας δεν αποκαλύπτεται πραγματικός ή νομικός λόγος για να δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία αφορούν τα επίδικα. Η πλέον σημαντική της παράλειψη ή απόκρυψη από το Δικαστήριο, είναι η απόκρυψη της ύπαρξης της συμφωνίας μετόχων της Εναγόμενης 2, δηλαδή της ίδιας και του Εναγόμενου 1, για τον τρόπο του χειρισμού της αγωγής από το δικηγορικό γραφείο που τη χειρίζεται. Εγείρεται ακόμη προσπάθεια παραπλάνησης από την Αιτήτρια, αφού ουδέποτε συμφωνήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο από την ίδρυση της Εναγόμενης 2 μέχρι και σήμερα ότι ο Κανονισμός 84 του Καταστατικού της Εταιρείας δε θα εφαρμόζεται, εξού και δεν υπάρχει σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της Εναγόμενης
  5. Σε κάθε περίπτωση ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει προχωρήσει στην όποια πράξη που να δεικνύει πρόθεση να προβεί στα όσα αναφέρονται στα αιτητικά. Τέλος επιζητείται όπως εμποδιστεί ο Καθ' ου η αίτηση 1 να εξασκήσει συγκεκριμένα δικαιώματα ή εξουσίες του ως σύμβουλος, όταν αυτά δε θα μπορούσαν να εξασκηθούν μόνο από τον ίδιο, ως ένα εκ των δύο συμβούλων. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση του κ. Κλεόπα Στυλιανού, δικηγόρου του Καθ' ου η αίτηση
  6. Ο κ. Στυλιανού, καταθέτει εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση 1, λόγω προβλημάτων υγείας του τελευταίου. Καταθέτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση συμφωνία μεταξύ της Αιτήτριας, του Καθ' ου η αίτηση 1 και του δικηγορικού γραφείου, ως προς τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης, την πληρωμή του εν λόγω γραφείου και διαμοιρασμού του οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεων τυχόν εξασφαλιστεί. Επί του εν λόγω τεκμηρίου αναφέρεται ότι: «Οποιονδήποτε ποσό ήθελε πληρωθεί από [Ασφαλιστική Εταιρεία] ως αποζημίωση με βάση της σύμβασης ασφαλιστηρίου εγγράφου "Εμπορικών Κινδύνων" με αρ. [..] θα διαμοιραστεί εξίσου μεταξύ των μετόχων αφού προηγουμένως πληρωθούν όλες οι οφειλές ..». Στο Τεκμήριο 1 ρητώς αναφέρονται οι μέτοχοι της Εναγόμενης
  7. Στη βάση αυτού, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 εισηγείται ότι, δε θα μπορούσε εκ των πραγμάτων αλλά και εκ της ως άνω συμφωνίας να διευθετήσει από μόνος του την εν λόγω αγωγή. Το εν λόγω δικηγορικό γραφείο, ήταν υποχρεωμένο να αναφέρει οποιαδήποτε εξέλιξη και στους δύο μετόχους της Εναγόμενης
  8. Η Ενάγουσα προχωρούσε σε μονομερείς ενέργειες σε σχέση με τη συμφωνία ενοικίασης αλλά και την πώληση της επιχείρησης, χωρίς ο Καθ' ου η αίτηση 1 να είναι ενήμερος, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Ο μόνος λόγος που προχώρησε σε διορισμό είναι για μπορέσει, σύμφωνα με πρόνοιες του Καταστατικού της Εναγόμενης 2, να προχωρήσει σε γενική συνέλευση και να αναγκάσει την Αιτήτρια να τον ενημερώσει. Προς τούτο επισυνάπτει επιστολές προς πρόσωπα που είχαν υπογράψει προσύμφωνο για την αγορά της επιχείρησης, τους ιδιοκτήτες του υποστατικού όπου στεγαζόταν το εστιατόριο, τους δικηγόρους της Αιτήτριας, όπως και προσκλητήριο γενικής συνέλευσης όπου εν τέλει η Ενάγουσα δεν παραβρέθηκε. Όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα στάλθηκαν τον Απρίλιο του
  9. Ως ένδειξη καλής πίστης ο Καθ' ου η αίτηση 1 παραιτήθηκε από σύμβουλος της Εναγόμενης
  10. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 υποστηρίζει επιπλέον ότι η έλλειψη ενημέρωσης τον οδήγησε να προχωρήσει και πάλι, ως δικαιούται σύμφωνα με το Καταστατικό της Εναγόμενης 2, να διοριστεί ως διευθυντής της εταιρείας. Προσπάθεια του ήταν και είναι να λάβει ενημέρωση. Ούτε είχε, αλλά ούτε έχει πρόθεση να προχωρήσει σε οποιεσδήποτε μονομερείς ενέργειες σε σχέση με την Εναγόμενη
  11. Δόθηκε άδεια στην Αιτήτρια όπως καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εκεί αναφέρει ότι το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση Στυλιανού σε καμία περίπτωση δεν διασφαλίζει τα συμφέροντα της και δεν την προστατεύει από τις παράνομες ενέργειες του Καθ' ου η αίτηση
  12. Προσθέτει ότι ο αποκλεισμός της έγινε από το συγκεκριμένο δικηγόρο λόγω διαφωνίας της ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης και γι' αυτό ενημέρωνε μόνο τον Καθ' ου η αίτηση
  13. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο Καθ' ου η αίτηση ήταν ενήμερος για την πορεία των διαπραγματεύσεων και τις προσπάθειες που κατέβαλλε για εξεύρεση ενοικιαστή, με τον ίδιο να προχωρεί σε αυτοδιορισμό του, να θέτει προσκόμματα και να μην συνεργάζεται, ζητώντας παράλογα ποσά και όρους στις συμφωνίες υπενοικίασης με τους ενδιαφερομένους. Του είχε αποστείλει προσύμφωνο που υπέγραψε με συγκεκριμένη εταιρεία, μέσω μηνύματος, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 4 που επισύναψε. Αναλόγως ενημερωνόταν και για την επικοινωνία για διευθέτηση των όποιων οφειλών είχε η Εναγόμενη 2 προς του ιδιοκτήτες του κτιρίου, όπου στεγαζόταν το εστιατόριο. Επισύναψε σχετική αλληλογραφία. Ο Καθ' ου η αίτηση 1, δε, μπορούσε να συγκαλέσει γενική συνέλευση υπό την ιδιότητα του ως μέτοχος, ως το Καταστατικό ορίζει, χωρίς δηλαδή να αυτοδιοριστεί διευθυντής. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση 1 ότι δεν παρέστη σε γενική συνέλευση που συγκάλεσε και ότι ανακάλεσε τον πρώτο του διορισμό ως ένδειξη καλής πίστης. Αντιτείνει ότι δεν μπορούσε εκείνη την ημερομηνία να συναντηθούν και πρότεινε άλλες ημερομηνίες, για να συναντηθούν τελικώς ώστε να συζητήσουν τον παράνομο διορισμό του και να τον ανακαλέσει. Επίσης διαφωνεί με τη θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι ποτέ δεν συμφωνήθηκε ότι η Εναγόμενη 2 θα παραμείνει με ένα διευθυντή. Προς τούτο επισυνάπτει ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 19/2/2020 στο οποίο συμφωνεί ο Καθ' ου η αίτηση 1 όπως διοριστεί η Αιτήτρια διευθύντρια και ο ίδιος γραμματέας (Τεκμήριο 14) και σχετικό προσχέδιο πρακτικών (Τεκμήριο 15). Οι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα γίνεται αναφορά, όπου κρίνεται σκόπιμο. Εκείνο που είναι καίριο και προκύπτει από την αγόρευση της Αιτήτριας είναι ότι στο διαρρεύσαν διάστημα από την καταχώρηση της αίτησης μέχρι σήμερα, το δικηγορικό γραφείο που αναφέρεται στο αιτητικό Α έχει αποσυρθεί από την εκπροσώπηση της Εναγόμενης
  14. Έτσι η Αιτήτρια ρητώς αναφέρει ότι δεν θα προωθηθεί το Αιτητικό Α και το αποσύρει.
  15. Νομική Βάση/ Υπαγωγή Κατά προτεραιότητα θα εξεταστεί ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση 1 για απόκρυψη γεγονότων από την Αιτήτρια. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Διατάγματα, Πρώτη Έκδοση, 2016, σελ. 164: «η υποχρέωση αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε μονομερείς αιτήσεις και όχι σε περιπτώσεις αιτήσεων ex parte οι οποίες μετατρέπονται σε δια κλήσεως.» Την αρχή αυτή ανευρίσκουμε σε απόφαση του Α. Πασχαλίδη Δικαστή Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε, στην Αναφορικά με τη Γαβριέλλα Βαλεντίνα Μιχαήλ [2012] 1 ΑΑΔ 1943, η οποία υιοθετήθηκε σε μεταγενέστερη νομολογία[1]. Συνεπώς το Δικαστήριο, δεν δύναται να εξετάσει εν προκειμένω ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, αφού δεν έχει εκδοθεί μονομερώς διάταγμα. Εξουσία για έκδοση διατάγματος της φύσεως του επίδικου παρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (14/1960). Εξετάζεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και αν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του Διατάγματος. Ως προς τον τρόπο εξέτασης των προϋποθέσεων που το άρθρο 32 θέτει, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της[2]. Ως προς την συζητήσιμη υπόθεση ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αυτό είναι αλληλένδετο με την βάση της αγωγής ή της κυρίως αίτησης. Η έννοια του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση» δεν αφορά στη «σοβαρότητα της υπόθεσης», αλλά στο κατά πόσον το δικόγραφο του Αιτητή αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα[3]. Εν προκειμένω προκύπτει να επιζητούνται διατάγματα προς θεραπεία παρανομίας στην οποία προέβη ο Καθ' ου η αίτηση 1, με τον αυτοδιορισμό του ως διευθυντής της Εναγόμενης
  16. Εξειδικεύονται μάλιστα συγκεκριμένες παράνομες ενέργειες του ή ακόμη και απάτη και ψευδείς παραστάσεις κατά την Αιτήτρια. Συνεπώς γεννάται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Δεν εγέρθηκε και δεν θα εξεταστεί σε αυτό το στάδιο αν το διάβημα που λαμβάνεται από την Αιτήτρια είναι το δικονομικά ορθό, ως η νομολογία ορίζει. Αναφορικά με το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1940, η έννοια της ορατής πιθανότητας έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις[4]. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του[5]. Επίσης κρίνεται ότι καταδείχθηκαν σοβαρές ενδείξεις περί ύπαρξης ουσιαστικού δικαιώματος της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα η Αιτήτρια εγείρει την παρανομία του Καθ' ου η αίτηση να αυτοδιοριστεί ως διευθυντής και ουσιαστικά αυτήν επιχειρεί να διορθώσει με την αγωγή της. Η παρανομία αυτή φαίνεται να προκύπτει από το Καταστατικό, αλλά αν υφίσταται ή όχι τέτοια παρανομία είναι κάτι που θα κριθεί τελικώς. Οφείλω δε να σημειώσω ότι καμία πλευρά δεν αποκάλυψε το πλήρες καταστατικό της Εναγόμενης 2, ώστε να καταδειχθεί ο εκεί καθορισμένος τρόπος διορισμού συμβούλων, ως το άρθρο 4
(5)(α) του Κεφαλαίου 113 απαιτεί. Σε αυτό το στάδιο όμως και στο επίπεδο που πιο πάνω αναφέρεται προκύπτει να υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Τα ως άνω αναφέρονται χωρίς σε καμία περίπτωση να προβαίνω σε πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, σύμφωνα πάντα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσω των ενόρκων δηλώσεων των μερών. Άλλωστε στο πρώιμο αυτό στάδιο της διαδικασίας δεν αναμένεται ούτε και είναι ορθό να επιλύονται και να αποφασίζονται αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία, για τα οποία θα ακολουθήσει λεπτομερής επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση στα πλαίσια της ακρόασης της ουσίας της αγωγής[6]. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού[7]. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη[8]. Στην υπό κρίση περίπτωση έχει αποσυρθεί το αιτητικό
(1)για το οποίο το μέρη προσέφεραν την περισσότερη μαρτυρία. Ως προς το αιτητικό
(2), ήτοι το συμβιβασμό των οφειλών της Εναγόμενης 2 σε ιδιοκτήτες ακινήτου που η τελευταία ενοικίαζε, η αλληλογραφία που καταχώρησε η Αιτήτρια δεικνύει την πρόθεση κάθε εμπλεκόμενου. Συγκεκριμένα από το Τεκμήριο 3 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προκύπτει ότι η συζήτηση με τους ιδιοκτήτες γινόταν από την Αιτήτρια. Στη συζήτηση περιλαμβανόταν και ο Καθ' ου η αίτηση 1 και μάλιστα οι προσπάθειες ναυάγησαν λόγω της διαφωνίας Αιτήτριας και Καθ' ου η αίτηση 1. Είναι χαρακτηριστικό, δε, ότι ο ίδιος ο ιδιοκτήτης συμβουλεύει τα μέρη να τα βρουν μεταξύ τους και μετά να αποταθούν στον ίδιο. Καταδεικνύεται έτσι γνώση του ιδιοκτήτη του ακινήτου για την σε εξέλιξη προστριβή Αιτήτριας και Καθ' ου η Αίτηση 1, αλλά και ότι δεν είναι διατεθειμένος να διευθετήσει την οφειλή χωρίς να έχει τις απόψεις και την έγκριση αμφότερων. Αναφορικά με το αιτητικό
(3)αυτό άπτεται της μη ενεργοποίησης λογαριασμού τράπεζας. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να δύναται να γίνει μόνο από τον Καθ' ου η αίτηση 1, αφενός γιατί δεν υπάρχουν ρευστοποιημένα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προς ενεργοποίηση του λογαριασμού και ο λογαριασμός έχει μηδενικό υπόλοιπο. Αφετέρου γιατί η ίδια η Αιτήτρια επισύναψε το Τεκμήριο 14, όπου φαίνεται να συμφωνεί με τον Καθ' ου η αίτηση να χρειάζεται υπογραφή και των 2 για τα ζητήματα της Τράπεζας. Η Αιτήτρια μάλιστα καθησυχάζει τον Καθ' ου η αίτηση 1 ότι θα γίνει όπως ζήτησε (ήτοι να φύγει το και/ή και να χρειάζεται υπογραφή και από τους 2 στην Τράπεζα). Η μαρτυρία δηλαδή που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με αυτό ο ζήτημα είναι πενιχρή και δεν καταδεικνύει ότι δύναται με τον οποιοδήποτε τρόπο ο Καθ' ου η αίτηση 1 να ενεργοποιήσει τον εν λόγω λογαριασμό ή έστω να δημιουργήσει μέσω αυτού την όποια ζημιά στην Αιτήτρια ή την Εναγόμενη 2. Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα στοιχείο ή τεκμήριο αναφορικά με τον λογαριασμό, μέσω του οποίου να αποκαλύπτεται η φύση και τα ιδιαίτερα στοιχεία του, πολλώ δε μάλλον να καταδεικνύεται ποια ζημιά δύνατο να υποστεί η Αιτήτρια εξ' αυτού. Γενικότερα ένα από τα ελάχιστα που οι διάδικοι συμφωνούν είναι ότι το μόνο περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης 2 είναι το ποσό που δύναται να λάβει ως αποζημίωση από την αγωγή. Αυτό το περιουσιακό στοιχείο δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, συνεπώς καμιά ζημιά συνδεδεμένη με περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης 2 δεν μπορεί να επηρεάσει την Αιτήτρια. Τέλος η επιδίωξη όπως απαγορευτεί στον Καθ' ου η αίτηση να συμβάλλεται με τρίτους κατά τρόπο που να δεσμεύει την Εναγόμενη 2 χωρίς προηγούμενα να εξασφαλίζει την γραπτή έγκριση της Αιτήτριας, ως το αιτητικό
(4), επίσης δεν φαίνεται να προκύπτει κίνδυνος επικείμενης ζημιά για την τελευταία. Δεν τέθηκε ενώπιον μου καμία μαρτυρία που να δεικνύει ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 επιχείρησε να συμβληθεί με τον οποιοδήποτε εκ μέρους της Εναγόμενης
  1. Παρά μόνο ζήτησε να ενημερωθεί για τις εξελίξεις συζητήσεων σε σχέση με εκκρεμή ζητήματα. Σε μια εκ των περιπτώσεων μάλιστα λήφθηκε εξ απήνης, με την Αιτήτρια να τον ενημερώνει μόνο αφού υπέγραψε προσύμφωνο και έλαβε χρήματα από επίδοξους υπενοικιαστές. Ο ίδιος, όμως, δεν προκύπτει να προσέγγισε ή να προσεγγίστηκε από τον οποιοδήποτε και να εξέφρασε έστω την πρόθεση να συμβληθεί με αυτόν. Τα διατάγματα που επιζητεί η Αιτήτρια, ως η ίδια περιγράφει στην παράγραφο 15 της ένορκης της δήλωσης, σκοπεύουν στο να την προστατεύσουν από ενέργειες που ο Καθ' ου η αίτηση 1 δύναται να λάβει. Αφορούν δηλαδή ζημιά που η ίδια θεωρεί ότι δύναται να επέλθει και όχι ζημιά η οποία υπέστη και επιχειρεί να παύσει ή να περιοριστεί. Επιζητεί δηλαδή διατάγματα τύπου Quia-Timet. Όπως εύστοχα αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Διατάγματα, όπως πιο πάνω, σελ. 188, εκδίδονται πολλά τέτοια διατάγματα στο παρεμπίπτον στάδιο, χωρίς βέβαια να αναφέρεται στο ίδιο το διάταγμα ότι πρόκειται για «Quia Timet», γι' αυτό και δεν είναι ευρέως γνωστά και ίσως η μόνη διαφορά να είναι ότι απαιτείται σαφής μαρτυρία για την επαπειλούμενη ζημιά που θα προκύψει. Όπως αναφέρθηκε πρόσφατα στην GGH-RE Investment Partners Ltd κ.α. v. Golub Gethouse Realty Company κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε56/2024, 29/5/2025: «Η λατινική έκφραση Quia-Timet σημαίνει «because he fears, «διότι φοβάται» ή «διότι ανησυχεί»» και το διάταγμα τύπου Quia-Timet είναι ένα διάταγμα του κοινοδικαίου που σκοπό έχει να εμποδίσει άδικες πράξεις οι οποίες επαπειλούνται ή είναι άμεσες αλλά οι οποίες ακόμα δεν έχουν αρχίσει. Έχει τις ρίζες του στην απόφαση Fletcher v. Bealey [28 Ch. D. 688] at p.698 όπου έχει αναφερθεί ότι τα απαραίτητα κριτήρια που πρέπει να αποδειχτούν ούτως ώστε τα δικαστήρια της επιείκειας (Equity courts) να εκδώσουν ένα τέτοιο διάταγμα είναι: «
  2. Proof of imminent danger;
  3. Proof that the threatened injury will be practically irreparable; and
  4. Proof that whenever the injurious circumstances ensue, it will be impossible to protect plaintiff's interests, if relief is denied.» Όπως αναφέρεται και στην Drapper v. British Optical Association [1938] 1 Ail ER 115: «there must be before the court, before it will entertain a quia timet action, satisfactory evidence that the defendant is threatening or intending to do that which it is said he is not entitled to do, or that which, it is said, will lead to serious damage to the plaintiff.» Ο επαυξημένος κίνδυνος που απαιτείται για την έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων, θα πρέπει να είναι άμεσος και θα πρέπει να υπάρχει αυξημένη πιθανότητα ότι θα επέλθει ζημιά μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής. Η ζημιά δεν πρέπει να είναι απομακρυσμένη για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα[9]. Εν προκειμένω δεν έχει αποδειχθεί τέτοιος επικείμενος κίνδυνος ή έστω η όποια συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση 1 που να δεικνύει πρόθεση ή σκοπό να προβεί στις ενέργειες που αναφέρονται στην αίτηση. Από το διορισμό του ως διευθυντής τον Μάρτιο του 2023, μέχρι και σήμερα, δυόμιση και πλέον χρόνια μετά, δεν προκύπτει να επιχείρησε να συμβληθεί με τον οποιοδήποτε ή να προβεί σε πράξεις που να δεσμεύουν την Εναγόμενη 2, εν αγνοία της Αιτήτριας. Τουναντίον ζήτησε πληροφόρηση για εκκρεμή ζητήματα και τελικώς προκύπτει ότι επιλύθηκε το πρόβλημα που ανησυχούσε περισσότερο την Αιτήτρια, ήτοι η εκπροσώπηση της Εναγόμενης 2 σε αγωγή για αποζημιώσεις. Συνεπώς δεν έχει καταδειχθεί αφενός ότι η Αιτήτρια δύναται να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αξιούμενα διατάγματα και αφετέρου επικείμενος κίνδυνος από τις πράξεις ή συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση 1, που να δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων.
  5. Κατάληξη Στη βάση των ως άνω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα ύψους €1400 υπέρ του Καθ΄ ου η αίτηση 1 και εναντίον της Αιτήτριας καταβλητέα μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στυλιανού Δέσπω ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ [2015] 1 ΑΑΔ 2672, ECLI:CY:AD:2015:A816 [2] Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2015, 5/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A119 [3] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Cybarco Contracting LTD κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. E53/21, 10/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:A81 [4] Odysseos v. Pieris Estates and Others [1982] 1 C.L.R. 557 [5] T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation [2002] 1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D. [1999] 1 A.A.Δ. 225 [6] Κοζάκου κ.α. ν. Νικολάου, Πολιτική Εφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 [7] βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co [1997] 1 A.A.Δ. 1791 [8] Κυρίσαββα κ.α ν Χάρη Γεώργιου Κύζη ως Διαχειριστή της περιουσίας της Αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κίζη [2001]1Α.Α.Δ.1245 [9] Fletcher v Bealey
(1885)28 Ch 688 και Hooper v Rogers [1974] 3 All ER 417 όπου ερμηνεύεται ο όρος "imminent danger" για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Quia Timet και Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Διατάγματα, Πρώτη Έκδοση, 2016, σελ. 189 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.