ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ GORNY ADRIAN DARIUSZ, Αρ. Αίτησης: 18/25, 29/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 18/25 ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 16
(1)ΚΑΙ
(2)ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟΥ 133(Ι) ΤΟΥ 2014 (ο «Νόμος 133(Ι)/2004») -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ GORNY ADRIAN DARIUSZ Ημερομηνία: 29η Δεκεμβρίου, 2025 Εμφανίσεις: Για Κεντρική Αρχή: κος Μ. Κουτσόφτας Για Εκζητούμενο: κα Ο. Γρηγορίου με κο. Β. Ακάμα Εκζητούμενος παρών Μεταφραστής παρών Απόφαση αναφορικά με Αίτημα για έκδοση του Εκζητούμενου Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (το «ΕΕΣ») που εκδόθηκε από τις αρχές της Πολωνίας και το κατά πόσο ο πιο πάνω Εκζητούμενος θα πρέπει να παραδοθεί προκειμένου να εκτίσει ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε in absentia. Ως προς το σκοπό της διαδικασίας, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ' επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας [.]. Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ' ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του Άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήτοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2009. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004»[1]. Το πιο πάνω περιεκτικό κείμενο εμπερικλείει όλες τις σχετικές αρχές που εν προκειμένω εφαρμόζονται. Ιστορικό της διαδικασίας Αξίζει να καταγραφεί, εν πρώτοις, το ιστορικό που οδήγησε τη διαδικασία σε Ακρόαση: Το Δικαστήριο, αρχικά υπό άλλη σύνθεση, επιλήφθηκε της υπόθεσης κατά τις 8.11.25, οπότε και προέβη στην ταυτοποίηση που προνοείται από το Άρθρο 17 του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο 133(Ι) του 2014 (στο εξής ο «Νόμος» - οι αναφορές σε άλλους Νόμους θα γίνονται με πλήρη αναγραφή). Διευκρινίζεται ότι το ζήτημα της ταυτοποίησης δεν αμφισβητείται. Την ίδια μέρα και κατόπιν σχετικού αιτήματος του συνηγόρου της Κεντρικής Αρχής, το ίδιο Δικαστήριο διέταξε κι όπως ο Εκζητούμενος παραμείνει υπό κράτηση δυνάμει του Άρθρου 18 του Νόμου, ζήτημα τ' οποίο επίσης δεν αποτέλεσε σημείο αντιπαράθεσης. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν σε αντίστοιχο πρακτικό μου ημερομηνίας 11.12.25, η διαδικασία Ακρόασης ολοκληρώθηκε με κάποια καθυστέρηση, αρχικώς λόγω του ότι η διαδικασία διορισμού δικηγόρου για τον Εκζητούμενο διήρκησε 5 ημέρες, ενώ η διαδικασία διευκρίνισης του κατά πόσο ο Εκζητούμενος θα διωκόταν εν τέλει γι' άλλα ποινικά αδικήματα στην Κύπρο είχε μεγαλύτερη διάρκεια, ομοίως και η συζήτηση του κατά πόσο εν τέλει, θα συγκατατίθετο στην παράδοση πλην όμως υπό τον όρο να εξέτιε στην Κύπρο την ποινή που του επιβλήθηκε ερήμην στην Πολωνία. Η ανάλογη καθυστέρηση μ' οδήγησε να ενεργοποιήσω την πρόνοια του Άρθρου 3
(2)των περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Διαδικαστικός Κανονισμός του 2021 (17/2021) (οι «Κανονισμοί»). Ακρόαση Αυτά ως προς το ιστορικό. Έρχομαι τώρα στην Ακρόαση, η οποία κατέστη αναγκαία, μία κι ο Εκζητούμενος δεν συγκατατέθηκε στην παράδοσή του στις Πολωνικές αρχές για έκτιση της ποινής που του επιβλήθηκε. Μοναδικός μάρτυρας στην υπόθεση κλήθηκε και κατέθεσε ο Προκόπης Χίντικος (ο «Μ1»), λειτουργός της Κεντρικής Αρχής, δηλαδή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης στο Τμήμα Διεθνούς Συνεργασίας. Ο Μ1 ανέφερε ότι στις 10.11.25 η Κεντρική Αρχή έλαβε επιστολή από το εθνικό γραφείο «Sirene» με ενημέρωση ότι ο Εκζητούμενος συνελήφθη στις 8.11.
- Στις 13.11.25 οι Αρχές της Πολωνίας, απέστειλαν στην Κεντρική Αρχή επιστολή στην οποία επισύναψαν το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ημερομηνίας 26.9.
- Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι έλαβε και 3η επιστολή, στις 27.11.25, αυτή τη φορά από τους συνηγόρους του Εκζητούμενου με την οποία εισηγούνταν την έκτιση της ποινής του στην Κύπρο. Σχετικά με τα πιο πάνω ο Μ1 κατέθεσε και αντίστοιχα Τεκμήρια 1 έως 3 στης διαδικασία. Ο Μ1 υπεβλήθη σε σχετικά εκτενή αντεξέταση από τους ευπαίδευτους συνηγόρους του Εκζητούμενου: Πρώτο ζήτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσο η σύλληψη του Εκζητούμενου έγινε στη βάση του ΕΕΣ, μια και, όπως προκύπτει από τα όσα κατέθεσε ο ίδιος ο Μ1, το ΕΕΣ προωθήθηκε στην Κεντρική Αρχή στις 13.11.25, ενώ η σύλληψη προηγήθηκε κι' έγινε στις 8.11.
- Επί του θέματος, ο Μ1 ανέφερε ότι το ΕΕΣ ήταν στην κατοχή του γραφείου Sirene και ότι η ενημέρωση που είχε από τις Αστυνομικές Αρχές ήταν ότι ο Εκζητούμενος συνελήφθη δυνάμει του ΕΕΣ. Το δεύτερο ζήτημα με τ' οποίο καταπιάστηκε η αντεξέταση σχετιζόταν με την επιβολή της ποινής στην Πολωνία στην απουσία του Εκζητούμενου. Αναδείχθηκε η διαδικασία επίδοσης ειδοποίησης για παρουσία του Εκζητούμενου στη δίκη του αφενός, αλλά, κι αφετέρου, το ότι στο ίδιο το ΕΕΣ δεν δίδονται οποιεσδήποτε εγγυήσεις αναφορικά είτε με τη διασφάλιση και προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του Εκζητούμενου είτε με το κατά πόσο, εάν ο Εκζητούμενος εκδοθεί, η υπόθεσή του θα τύχει αναθεώρησης ή αν θα του δοθεί δικαίωμα έφεσης και εάν θα του δοθεί δικαίωμα επαναξέτασης του ζητήματος πιθανής κράτησής του μέχρι να ολοκληρωθεί τυχόν έφεση ή αναθεώρηση. Επ' αυτού ο Μ1 συμφώνησε μεν ότι δεν αναγράφονται στο σώμα του ΕΕΣ εγγυήσεις, αλλά παρέπεμψε στην εξουσία του Δικαστηρίου ν' αναζητήσει διευκρινίσεις από τις Πολωνικές Αρχές και τόνισε τ' ότι ο ρόλος της Κεντρικής Αρχής είναι επικουρικός και ότι δεν είναι σε θέση να δώσει η ίδια οποιεσδήποτε εγγυήσεις. Τρίτος άξονας της αντεξέτασης στην οποία υπεβλήθη ο Μ1 ήταν το κατά πόσο η έκδοση του Εκζητούμενου για να εκτίσει ποινή την Πολωνία θα παραβίαζε τ' ανθρώπινα δικαιώματά του, εν όψει συγκεκριμένης έκθεσης ειδικής επιτροπής κατά των βασανιστηρίων που συστάθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης (η «CPT») και η οποία έκθεση αφορά συγκεκριμένα τις συνθήκες κράτησης και των φυλακών της Πολωνίας και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 στης διαδικασία. Αντιμέτωπος με τη συγκεκριμένη έκθεση, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δηλώθηκε από κοινού μεταξύ συνηγόρου του Εκζητούμενου και συνηγόρου της Κεντρικής Αρχής ότι αποτελεί και την τελευταία δημοσιευμένη έκθεση της CPT, ο Μ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σχετικά με την κατάσταση στις Πολωνικές φυλακές και δεν ήταν σε θέση να σχολιάσει οποιαδήποτε από τα στοιχεία που του υπέδειξε ο συνήγορος του Εκζητούμενου ως να προκύπτουν από την εν λόγω έκθεση και να υποδεικνύουν, ως ισχυρίστηκε, ότι σε περίπτωση έκδοσης του Εκζητουμένου θα παραβιαστούν από τις Πολωνικές Αρχές τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματά του. Σημειώνω ότι, παρά το γεγονός ότι ο Μ1 δεν αναγνώριζε το Τεκμήριο 4, θεώρησα ορθό όπως επιτρέψω την κατάθεσή του προκειμένου να δώσω κάθε ευκαιρία στην πλευρά του Εκζητούμενου να παραθέσει πλήρως και τεκμηριωμένα την θέση της στο Δικαστήριο. Αγορεύσεις Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ1 κι αφού η πλευρά του Εκζητουμένου δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα, άκουσα τους συνηγόρους, οι οποίοι αμφότεροι παρέδωσαν γραπτά κείμενα αγόρευσης, τα οποία συνόψισαν και προφορικά. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα ανέφεραν στην πλήρη μορφή τους και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω αυτολεξεί. Τα συνοψίζω όμως ως ακολούθως: Ο συνήγορος της Κεντρικής Αρχής υπεραμύνθηκε, εν πρώτοις, του νομότυπου της σύλληψης του Εκζητούμενου, κι έπειτα του ορθού και νομότυπου της διαδικασίας εκδίκασης κι επιβολής ποινής ερήμην του στην Πολωνία. Έχουν δοθεί, υποστηρίζει ο συνήγορος, πρόσθετες εγγυήσεις στον Εκζητούμενο ότι θα έχει δικαίωμα έφεσης με την προθεσμία για τούτο να ξεκινά από την εκ νέου επίδοση του ΕΕΣ. Ο συνήγορος ύστερα καταπιάνεται με την τυπική συμμόρφωση του ΕΕΣ με τα όσα προνοούνται στο Άρθρο 4 του Νόμου, με το ζήτημα του «διττού αξιόποινου» και με τους σκοπούς του Νόμου όπως ερμηνεύθηκαν από τη Νομολογία. Ως προς το ζήτημα της ερμηνείας του Άρθρου 14
(2)του Νόμου, ο συνήγορος παρέπεμψε σε Νομολογία για να καταλήξει ότι σε περίπτωση που δοθούν οι εγγυήσεις που προνοούνται στα εδάφια (α) έως (δ), τότε η αυτόματα αφαιρείται και η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο ν' αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ στη βάση προαιρετικών λόγων μη εκτέλεσης. Τέλος και όσων αφορά τον ισχυρισμό για πιθανή παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του Εκζητούμενου εάν εκδοθεί, ο συνήγορος παραπέμπει στο πρωταρχικό σκοπό της θέσπισης του σχετικού Νόμου ως προς την απλούστευση της διαδικασίας παράδοσης σε συνδυασμό με την νομολογιακή ερμηνεία του ρόλου που, εντός του πλαισίου, διαδραματίζουν ο σεβασμός και η διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να εισηγηθεί καταληκτικά ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για να εκτελεστεί το ΕΕΣ. Εξ αντιθέτου οι συνήγοροι του Εκζητούμενου με τη δική τους μακροσκελή αγόρευση ουσιαστικά αναλύουν τα ζητήματα που εγέρθηκαν και κατά την αντεξέταση του Μ1, δηλαδή τους 3 άξονες (α) της νομιμότητας της σύλληψης, (β) των εγγυήσεων που θα έπρεπε να είχαν δοθεί δεδομένου του ότι ο Εκζητούμενος καταδικάστηκε στην Πολωνία στην απουσία του και (γ) της κατάστασης των Πολωνικών φυλακών και των συνθηκών κράτησης. Ξεκινώντας από τον δεύτερο άξονα, οι συνήγοροι, με αναφορά σε Νομολογία, εισηγούνται ότι δεν έχουν δοθεί επαρκείς δικονομικές εγγυήσεις στον Εκζητούμενο κι επομένως το Δικαστήριο μπορεί και οφείλει ν' ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που παρέχει το Άρθρο 14
(2)του Νόμου και ν' απορρίψει το αίτημα για έκδοση. Αναφορικά με τον τρίτο άξονα, οι συνήγοροι αναλύουν τις προσεγγίσεις τόσο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να καταλήξουν ότι το ζήτημα της διασφάλισης και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων θα πρέπει ν' απασχολεί το Δικαστήριο εκτέλεσης κατά την εξέταση αιτήματος έκδοσης εάν, από αντικειμενικά κι ενημερωμένα στοιχεία, όπως - μεταξύ άλλων - αναφορών οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης, προκύπτουν συστημικές ή γενικευμένες πλημμέλειες αναφορικά με τη συνθήκες κράτησης στο Κράτος Έκδοσης. Έπειτα οι συνήγοροι αναδεικνύουν το ρόλο της CPT ως αξιόπιστης πηγής ενημέρωσης αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούν σε φυλακές κρατών μελών της Ένωσης. Με αναφορές σε καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΑΔ κατά της Πολωνίας, εισηγούνται ότι ουδείς μπορεί να διασφαλίσει τα δικαιώματα του Εκζητούμενου. Τέλος και όσων αφορά τον πρώτο άξονα, η εισήγησή τους εστιάζεται στ' ότι η μαρτυρία του Μ1 αναφορικά με την ορθότητα, αλλά και τις ίδιες τις συνθήκες, σύλληψης, ήταν εξ ακοής και στη βάση του Άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, καλούν το Δικαστήριο να μην προσδώσει σ' αυτή βαρύτητα και, σε συνδυασμό με τον τρόπο που αναφέρεται ότι εκτελέστηκε το ΕΕΣ, να διαπιστώσει ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 16 του Νόμου κι επομένως να θεωρήσει τη σύλληψη του Εκζητούμενου παράνομη και ν' αρνηθεί να εκτελέσει το ΕΕΣ. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχοντας ακούσει όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα - Μ1. Πρέπει να πω ότι σχημάτισα γενικά θετική εντύπωση για τη μαρτυρία του, κυρίως λόγω της αμεσότητας και σταθερότητας στον τρόπο που απαντούσε. Πέραν των εξωτερικών γνωρισμάτων της όμως, ο Μ1 ήταν ευθύς και θεωρώ ειλικρινής και επί της ουσίας, με προφανή διάθεση να πει στο Δικαστήριο όλα όσα πραγματικά γνώριζε επί του θέματος. Τούτο διαφάνηκε και από τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις των συνηγόρων του Εκζητουμένου, δηλαδή, αντιμέτωπος με όλα τα ζητήματα που έθιξαν οι συνήγοροι, ούτε προσπάθησε να υπεκφύγει ούτε δίστασε ακόμα και να δεχθεί, όπου συμφωνούσε, τις θέσεις τους. Ούτε κι εντόπισα ν' αποπειράθηκε να επεκτείνει τη μαρτυρία του κατά τρόπο που να προκαλέσει την εντύπωση ότι σκόπευε να καλύψει κατ' ισχυρισμό κενά είτε στη διαδικασία είτε στο ίδιο το ΕΕΣ. Αντίθετα ο ίδιος επεξήγησε τον επικουρικό ρόλο της Κεντρικής Αρχής αναγνωρίζοντας ότι, κατέχουσα το ρόλο τούτο, δεν ήταν σε θέση να πράξει οτιδήποτε άλλο παρά να προχωρήσει με τις ενέργειες που καταγράφηκαν. Η θέση του ότι το ζήτημα παροχής ελάχιστων εγγυήσεων αφορά το Δικαστήριο, σε αντίθεση με τη θέση της πλευράς του Εκζητούμενου, ανάγεται σε νομικής φύσεως διαφωνία και όχι σε παράμετρο γι' αξιολόγηση της αξιοπιστίας του. Αξίζει στο σημείο αυτό ν' αναφερθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της αντεξέτασης του Μ1 επικεντρώθηκε στο να υποδεικνύονται ζητήματα που πρόκυπταν από την όψη του ΕΕΣ, τα οποία - κατά την πλευρά του Εκζητουμένου - αποτελούν λόγους άρνησης της εκτέλεσης του, και τα οποία και πάλι δεν ανάγονται, αυστηρά ομιλούντες, σε ζήτημα αμφισβητούμενων γεγονότων. Ως θεωρώ είναι αντιληπτό από το πρακτικό του Δικαστηρίου, δεν υπήρξε ουσιαστική διαφωνία επί των όσων εξ όψεως είτε καταγράφηκαν είτε παραλείφθηκαν να καταγραφούν στο ΕΕΣ κι έτσι τα ζητήματα τούτα, όπως και το θέμα των εγγυήσεων που ανέφερα προηγουμένως, θα πρέπει να επιλυθούν σε νομικό επίπεδο από το Δικαστήριο. Πέραν τούτων μπορεί μεν η μαρτυρία του Μ1 σχετικά με τις συνθήκες σύλληψης του Εκζητούμενου να ήταν εξ ακοής, δηλαδή από πληροφορίες που έλαβε από το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων, πλην όμως η ορθότητα των πληροφοριών που μετέφερε, όπως θα καταδείξω με λεπτομέρεια στην ανάλυση που ακολουθεί, επιβεβαιώνονται από τα ίδια τα πρακτικά του Δικαστηρίου, δηλαδή από το απλό γεγονός ότι το ΕΕΣ πράγματι τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υπό άλλη σύνθεση, στις 8.11.2025, δηλαδή κατά την πρώτη εμφάνιση του Εκζητουμένου ενώπιον του η οποία ήταν και η μέρα της σύλληψής του στη βάση του ΕΕΣ. Επομένως, η βαρύτητα της εξ ακοής μαρτυρίας του Μ1 εν σχέση με το κατά πόσο το ΕΕΣ ήταν στα χέρια της Αστυνομίας κατά την ημέρα της σύλληψης, εκτός του ότι - εκ των πραγμάτων - κρίνεται ήσσονος σημασίας ως παράγοντας αξιολόγησης της αξιοπιστίας του Μ1, καθίσταται και εν πολλοίς ακαδημαϊκή άσκηση εν όψει και της έναρξης της διαδικασίας κατά την ίδια την ημέρα της σύλληψης στη βάση του ΕΕΣ και της προαναφερθείσας κατάθεσης του φακέλου που περιείχε το ίδιο το ΕΕΣ στο Δικαστήριο κατά την επίμαχη πρώτη δικάσιμη. Όσων αφορά την έκθεση της CPT ήταν εξ αρχής η θέση του Μ1 ότι δεν γνώριζε, εκτός εξ όψεως, περί της CPT, ότι δεν γνώριζε για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 κι έτσι οι υποβολές που του γίνονταν κατόπιν συγκεκριμένων υποδείξεων, αποτελούσαν τις θέσεις της πλευράς του Εκζητουμένου, οι οποίες θα τύχουν ανάλογης συζήτησης υπό το πρίσμα της Νομικής πτυχής. Εν κατακλείδι κι εν όψει της περιορισμένης φύσης και περιεχομένου της μαρτυρίας του Μ1, αλλά και της εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτή δεν έχω λόγο να μην την αποδεχτώ στην ολότητά της και προβαίνω σε αντίστοιχα ευρήματα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα που παρέθεσε και τα οποία δεν ανάγονται ούτε σε νομική επιχειρηματολογία ούτε στην έκφραση άποψης. Νομική πτυχή, ανάλυση και κρίση Δικαστηρίου Έχοντας λάβει υπόψη μου τα πιο πάνω, προχωρώ, να τα υπαγάγω και να τα συζητήσω υπό το φως των Νομοθετικών προνοιών και της Νομολογίας: Περιεχόμενο και τύπος του ΕΕΣ Ως προτεραιότητα και καθηκόντως - παρά το γεγονός ότι το ζήτημα δεν εγέρθηκε από τους συνηγόρους του Εκζητουμένου - προχωρώ να εξετάσω εάν το ΕΕΣ πληροί τις ελάχιστες τυπικές προϋποθέσεις και περιεχόμενο που τίθενται στο Νόμο. Σχετικό είναι το Άρθρο 4 του Νόμου, στ' οποίο αναφέρονται τα εξής: «
(1)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου όπου είναι γνωστή· (β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος· (γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής· (δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης·. (ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη· (στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και (ζ) στο μέτρο του δυνατού, τις οποιεσδήποτε λοιπές συνέπειες, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε παρεπόμενης ποινής της αξιόποινης πράξης.
(2)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αφορά περισσότερες από μια αξιόποινες πράξεις.
(3)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος. Όταν υποβάλλεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στις κυπριακές αρχές θα πρέπει να είναι διατυπωμένο σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στην αγγλική γλώσσα.
(4)Η δικαστική αρχή έκδοσης υποχρεούται να συμπληρώνει το συνημμένο έντυπο, Παράρτημα Α, το οποίο παρέχει τα πιο πάνω στοιχεία». Απλή ανάγνωση του ΕΕΣ, τ' οποίο φέρει ημερομηνία 26.9.2024 και τ' οποίο κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου από τις 8.11.25, καταδεικνύει ότι το περιεχόμενό του δεν υπολείπεται σ' οτιδήποτε εκ των αναφερομένων στο Άρθρο 4 σημείων, αλλά και ότι συνοδεύεται από συμπληρωμένο Παράρτημα Α κι επομένως κρίνω ότι αυτό πράγματι πληροί τις ελάχιστες τυπικές προϋποθέσεις. Κατά πόσο η διαδικασία πάσχει λόγω των συνθηκών σύλληψης του Εκζητούμενου Δράττομαι της ευκαιρίας της πιο πάνω αναφοράς στην ημερομηνία κατά την οποία το ΕΕΣ τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά, να συζητήσω τον πρώτο άξονα του όλου επιχειρήματος των συνηγόρων του Εκζητούμενου, δηλαδή το θέμα της νομιμότητας της σύλληψής του. Η επιχειρηματολογία τους ότι το ΕΕΣ δεν ήταν στα χέρια του προσώπου που συνέλαβε των Εκζητούμενου κι ότι η Κεντρική Αρχή έλαβε αυτό με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 13.11.2025 - Τεκμήριο 2 -, φαίνεται να προσκρούει στα όσα περιλαμβάνονται στο δικαστηριακό φάκελο, αλλά και στα διαμειφθέντα κατά την διαδικασία της 8.11.
- Ως προανέφερα, κατά τις 8.11.2025 ο Εκζητούμενος συνελήφθη στη βάση του ΕΕΣ και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, όποτε και ξεκίνησε και η διαδικασία έκδοσής του με τη ταυτοποίηση. Το Δικαστήριο προέβη στη διαδικασία έχοντας ενώπιον του το φάκελο ο οποίος περιείχε: τη σχετική βεβαίωση αναφορικά με τα δικαιώματα συλληφθέντων στην Πολωνική, την κατάθεση Αστυφύλακα ο οποίος συνέλαβε τον Εκζητούμενο, το αντίγραφο του ΕΕΣ στα αγγλικά, τη σημείωση αναφορικά με την εκτέλεσή του ΕΕΣ, το Παράρτημα Α και το αντίγραφο του ΕΕΣ στην Πολωνική. Όπως δε προκύπτει από την κατάθεση του Αστυφύλακα ο οποίος συνέλαβε αρχικά τον Εκζητούμενο, η πρώτη σύλληψή του έγινε την προηγούμενη νύκτα, δηλαδή της 7.11.25, γι' αυτόφωρα αδικήματα που δεν σχετίζονταν με το ΕΕΣ. Η δε ύπαρξη του ΕΕΣ εναντίον του Εκζητουμένου, διαπιστώθηκε από έρευνα του ίδιου Αστυφύλακα στο μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας κατά την παραμονή του Εκζητούμενου στο Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας, ενόσω δηλαδή τελούσε υπό σύλληψη για τη διερεύνηση των αυτόφωρων αδικημάτων. Στη σημείωση που τοποθετήθηκε στο πίσω μέρος του ΕΕΣ αναγράφεται η μέρα και ώρα που εκτελέστηκε το ΕΕΣ, δηλαδή την 8.11.25 και ώρα 12.
- Σημειώνω, για σκοπούς πληρότητας, ότι ούτε η σύλληψη του Εκζητούμενου, ούτε η κράτησή του προσβλήθηκαν από την πλευρά του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Μόνο κατά την αντεξέταση του Μ1 το ζήτημα εγέρθηκε και τούτο κατά τον τρόπο και υπό τις περιστάσεις που περιεγράφηκαν προηγουμένως. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε σφάλμα στη διαδικασία. Τ' ότι ο Μ1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει επακριβώς τις συνθήκες σύλληψης δεν είναι δυνατό να επιμολύνει τη διαδικασία η οποία είχε προηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να έχει προσβληθεί. Υπάρχει και κάτι άλλο που τέθηκε από πλευράς Εκζητουμένου και τούτο αφορά στο κατά πόσο η Κεντρική Αρχή πράγματι έλαβε το ΕΕΣ για να μεριμνήσει για τη σύλληψη του Εκζητούμενου, στη βάση του Άρθρου 16 του Νόμου. Το εν λόγω Άρθρο 16 αναφέρει τα εξής: «16.
(1)Όταν η κεντρική αρχή λαμβάνει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μεριμνά για τη σύλληψη του εκζητούμενου προσώπου.
(2)(α) Σε περίπτωση επείγουσας φύσης η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης δύναται να εκδώσει προσωρινό ένταλμα σύλληψης εκζητούμενου προσώπου για το οποίο εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή για το οποίο υπάρχουν πληροφορίες ότι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης προτίθεται να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και πριν τη διαβίβαση ή την έκδοσή του, ανάλογα με την περίπτωση, αφού υποβληθεί σχετική αίτηση από το κράτος έκδοσης ταχυδρομικώς, τηλεγραφικώς, διά της Διεθνούς Οργάνωσης Εγκληματολογικής Αστυνομίας ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο: Νοείται ότι, σε περίπτωση που ζητείται η έκδοση προσωρινού εντάλματος σύλληψης εκζητουμένου προσώπου στη βάση πληροφοριών ότι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης προτίθεται να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψής του η σχετική αίτηση του κράτους έκδοσης περιλαμβάνει το ένταλμα σύλληψης του εκζητουμένου αυτού προσώπου που εκδόθηκε από τις αρχές του κράτους έκδοσης ή την απόφαση για την επιβολή ποινής φυλάκισης. (β) Η αναφερόμενη στην παράγραφο (α) προσωρινή σύλληψη δεν μπορεί να υπερβαίνει τις οκτώ
(8)ημέρες από την ημερομηνία σύλληψης του εκζητούμενου προσώπου. (γ) Αν δεν ληφθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εντός της προθεσμίας η οποία προνοείται στην παράγραφο (β) του παρόντος εδαφίου ο συλληφθείς αφήνεται ελεύθερος: Νοείται ότι, η απελευθέρωση του συλληφθέντος δεν αντίκειται σε νεότερη σύλληψη, εάν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ληφθεί μεταγενέστερα». Το συγκεκριμένο επιχείρημα των συνηγόρων του Εκζητουμένου, αφορούσε στην εμπλοκή του γραφείου Sirene, στ' οποίο έγινε αναφορά από τον Μ1, και κατά πόσο ο χειρισμός του ΕΕΣ μπορεί να θεωρηθεί ως να έγινε στη βάση του προαναφερθέντος Άρθρου. Όπως διαφαίνεται από το Τεκμήριο 1 που κατέθεσε ο Μ1 το Εθνικό Γραφείο Sirene υπάγεται στην Αστυνομία Κύπρου, η οποία αποτελεί Τμήμα του Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης δηλαδή της καθορισμένης, υπό του Άρθρου 5 του Νόμου, «Κεντρικής Αρχής». Εν προκειμένω ο διαχωρισμός του Γραφείο Sirene από το Τμήμα που εργάζεται ο Μ1 αφορά στην οργάνωση της Κεντρικής Αρχής και στη λειτουργεία της και δεν είναι δυνατόν, εν όψει των πιο πάνω δεδομένων, βάσιμα να υποστυλωθεί το επιχείρημα ότι για την παραλαβή του ΕΕΣ και τη σύλληψη του Εκζητουμένου δεν μερίμνησε η Κεντρική Αρχή σύμφωνα με το Άρθρο 16. Αναπόδραστα κι ενόψει όλων των πιο πάνω, ο πρώτος άξονας του επιχειρήματος της πλευράς του Εκζητουμένου απορρίπτεται. Κατά πόσο συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ Στην ενώπιον μου διαδικασία δεν έγινε οποιαδήποτε εισήγηση ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε υποχρεωτικοί λόγοι μη εκτέλεσης του ΕΕΣ στη βάση του Άρθρου 13 του Νόμου. Η συζήτηση περιορίστηκε στο κατά πόσο συντρέχουν οποιοιδήποτε προαιρετικοί λόγοι, στη βάση του ότι δεν δόθηκαν κατάλληλες εγγυήσεις από τις Πολωνικές Αρχές εν όψει της επιβολής της ποινής στην απουσία του Εκζητούμενου. Διευκρινίζω επίσης ότι ουδεμία αναφορά έγινε στην παρούσα αίτηση ως προς τη συνδρομή οποιασδήποτε εκ των περιπτώσεων αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του Άρθρου 14. Το ζήτημα περιστράφηκε γύρω από το Άρθρο 14
(2)του Νόμου, τ' οποίο αναφέρει τ' ακόλουθα: «
(2)Επιπροσθέτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν* στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης*, ο εκζητούμενος- (α) εν ευθέτω χρόνω- (
- i)είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, είτε είχε δι' άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης**· και (ii)είχε ενημερωθεί ότι δύναται να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί στη δίκη**· ή* (β) τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε ίδιος είτε το κράτος, να τον ή την εκπροσωπήσει στη δίκη και όντως εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τον εν λόγω δικηγόρο· ή* (γ) αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικό μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η δίκη δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης- (
- i)έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση· ή (
- ii)δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ταχθείσας προθεσμίας· ή* (δ) δεν έλαβε προσωπικά επίδοση της απόφασης αλλά- (
- i)η απόφαση θα του επιδοθεί προσωπικά και αμελλητί μετά την παράδοσή του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η διαδικασία αυτή δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης· και (
- ii)θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας δικαιούται να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, ως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
(3)Σε περίπτωση που το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και ο εκζητούμενος δεν έχει λάβει προηγουμένως επίσημη ενημέρωση για την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον του, ο εκζητούμενος έχει το δικαίωμα, κατά την ενημέρωσή του για το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και προτού παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές εκτέλεσης, να ζητήσει να λάβει αντίγραφο της απόφασης. Μόλις η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος ενημερωθεί για το ως άνω αίτημα του εκζητουμένου, παρέχει ευθύς στον εκζητούμενο, μέσω της δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εντάλματος, αντίγραφο της απόφασης: Νοείται ότι σε καμία περίπτωση το αίτημα του εκζητουμένου για λήψη αντιγράφου απόφασης δεν καθυστερεί τη διαδικασία παράδοσής του ή την απόφαση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: Νοείται, περαιτέρω, ότι η διαβίβαση της απόφασης στον εκζητούμενο γίνεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς σκοπούς και δεν κινεί τις όποιες προθεσμίες ενδέχεται να ισχύουν για αίτηση επανεκδίκασης της υπόθεσης ή άσκησης έφεσης.
(4)Σε περίπτωση που ο εκζητούμενος παραδίδεται υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και έχει ζητήσει επανεκδίκαση της υπόθεσης ή άσκηση έφεσης, μέχρι την ολοκλήρωση της επανεκδίκασης ή της έφεσης η κράτηση του εκζητουμένου επανεξετάζεται, ανά τακτά διαστήματα ή κατόπιν αίτησης του εκζητουμένου, στη βάση του δικαίου του κράτους έκδοσης. Η επανεξέταση παρέχει ειδικότερα τη δυνατότητα αναστολής ή διακοπής της κράτησης. Η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή η άσκηση της έφεσης αρχίζει εν ευθέτω χρόνω μετά την παράδοση». *έμφαση κι υπογράμμιση δοθείσες. **έμφαση δοθείσα σκοπίμως χωρίς υπογράμμιση. Ερμηνεύοντας την πιο πάνω Νομοθετική πρόνοια, προκύπτουν τα εξής: - Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια ν' αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ, σε περίπτωση που η ποινή έχει επιβληθεί από το Δικαστήριο της χώρας έκδοσης στην απουσία του εκζητούμενου. - Η διακριτική τούτη ευχέρεια που δίδεται στο Δικαστήριο, αφαιρείται εάν στο ίδιο το ΕΕΣ περιλαμβάνεται οποιαδήποτε από τις διαβεβαιώσεις που αναφέρονται στα σημεία (α) έως (δ) του επίμαχου εδαφίου
(2)του Άρθρου 14[2]. Όπως καθίσταται αντιληπτό και προς αποφυγή σύγχυσης, νοουμένου ότι στο ένταλμα αναφέρεται οποιαδήποτε εκ των διαβεβαιώσεων που αναφέρονται στα πιο πάνω σημεία (α) έως (δ), το Δικαστήριο εκτέλεσης δεν μπορεί ν' αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ επικαλούμενο το λόγο του εδαφίου
(2)του Άρθρου 14. Σημαντική για την πιο πάνω ερμηνεία κρίνεται η χρήση των διαζεύξεων που τόνισα κι υπογράμμισα παραθέτοντας το κείμενο του Άρθρου προηγουμένως, η οποία αναγράφεται επίσης και στον Τύπο του ΕΕΣ. Οι εν λόγω διαβεβαιώσεις επομένως είναι διακριτές και ισχύουν ανά περίπτωση. Ειδική αναφορά επί του θέματος τούτου γίνεται στην απόφαση Τιμπλαλέξης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 2/25, ημερομηνίας 5.9.25[3], στην οποία επιβεβαιώθηκε ότι αφαιρείται η διακριτική ευχέρεια από το Δικαστήριο έστω μία προϋπόθεση να πληρείται. Συγκεκριμένα, το σημείο (α) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου εκζητούμενος (τότε κατηγορούμενος) δεν εμφανίστηκε στη δίκη του αυτοπροσώπως ενώ είχε ειδοποιηθεί για την ημερομηνία και τόπο της δίκης και περί του ενδεχομένου να εκδοθεί απόφαση ερήμην του, ενώ το (β) όπου εκζητούμενος (τότε κατηγορούμενος) δεν εμφανίστηκε στη δίκη του ο ίδιος αυτοπροσώπως, αλλά είχε διορίσει και πράγματι εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο κατά την εν λόγω δίκη. Το δε σημείο (γ) αφορά τις περιπτώσεις εκείνες όπου η απόφαση είχε επιδοθεί στον εκζητούμενο κι ο ίδιος δεν αντέδρασε κατά τους τρόπους που περιγράφονται στα υποσημεία (i) και (ii). Τέλος, το σημείο (δ) αφορά στην περίπτωση που η απόφαση δεν επιδόθηκε προσωπικά στον εκζητούμενο, αλλά πρόκειται να του επιδοθεί μετά την παράδοση με συγκεκριμένες εγγυήσεις περί δυνατότητας αναθεώρησης ή επανεκδίκασης και των ισχυουσών προθεσμιών. Σχετική με την πιο πάνω ερμηνεία είναι η αιτιολογική σκέψη 42 στην υπόθεση C-399/2011 Stefano Melloni, 26.2.13[4], η οποία έτυχε εκτενούς αναφοράς στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πρόιος, Πολ. Έφεση 230/2019, ημερομηνίας 3.3.2020, την οποία σχολιάζω πιο κάτω. Ήταν η εισήγηση της πλευράς του Εκζητούμενου ότι το ΕΕΣ ήταν «γυμνό» (sic), ενώ η θέση της Κεντρικής Αρχής ήταν ότι το ΕΕΣ περιέχει επαρκείς πληροφορίες, αλλά σε κάθε περίπτωση το παρόν Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ζητήσει περαιτέρω διευκρινίσεις στη βάση του Άρθρου 21
(2)του Νόμου εάν θεωρηθεί ότι δεν δόθηκαν επαρκείς διαβεβαιώσεις[5]. Προκειμένου να εξεταστούν τα πιο πάνω, θα πρέπει να γίνει αναφορά στο ίδιο το κείμενο του ΕΕΣ στις επίμαχες ενότητες: Στην Ενότητα «Β» αναφέρεται ότι εκδόθηκε Απόφαση εναντίον του Εκζητούμενου την 1.10.21 και στην Ενότητα «C» ότι του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους μ' εναπομείνασα διάρκεια 11 μηνών και 29 ημερών. Στην Ενότητα «Ε» αναφέρεται ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στις 19.4.21 και αφορούσε στη σκόπιμη απόσπαση περιουσίας απ' όχημα και τ' οποίο αδίκημα διαπράχθηκε ενώ δεν είχε ακόμα περάσει η περίοδος των 5 ετών από την έκτιση ποινής 1 έτους και 10 μηνών μέχρι και την 6.3.21. Στην Ενότητα «D» επιβεβαιώνεται ότι: - ο Εκζητούμενος δεν παρουσιάστηκε στη δίκη του, - δεν ειδοποιήθηκε αυτοπροσώπως, αλλά ειδοποιήθηκε με άλλο τρόπο επίσημα αναφορικά με την ημερομηνία και τον τόπο της δίκης, πράγμα που ρητώς επιτρέπει την υπόθεση[6] ότι ειδοποιήθηκε για τη δίκη, - ειδοποιήθηκε επίσης αναφορικά με την πιθανότητα να εκδοθεί απόφαση ερήμην σε περίπτωση που δεν εμφανιζόταν, - ο Εκζητούμενος δεν παρουσιάστηκε στη δίκη του, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση, παρά του ότι ειδοποιήθηκε ως αναφέρθηκε προηγουμένως, - ο Εκζητούμενος δεν παρέλαβε την ειδοποίηση και στη βάση των Άρθρων 133 και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, παράδοση δύο ειδοποιήσεων ισοδυναμεί με επίδοση της διαδικασίας και - η Απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε[7] και κατέστη τελική και ισχύουσα στις 9.10.21. Ενώ στην Ενότητα «Η» αναφέρεται ότι το νομικό σύστημα της χώρας έκδοσης επιτρέπει αναθεώρηση της ποινής ή του μέτρου που επιβλήθηκε - κατόπιν αιτήματος ή τουλάχιστον μετά την πάροδο 20ετίας - με σκοπό την μη εκτέλεσή του ή και επιτρέπει την υποβολή αιτήσεων για να δοθεί χάρη σε πρόσωπα που θεωρούνται δικαιούχα. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται ν' αποφασίσει κατά πόσο πληρείται οποιαδήποτε εκ των προϋποθέσεων υπό σημεία (α) έως (δ) ανωτέρω, έτσι ώστε να μην παρέχεται πλέον στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια ν' αρνηθεί την εκτέλεση. Απλή ανάγνωση των γεγονότων που παρατίθενται στο ΕΕΣ, καθιστά ξεκάθαρο ότι το σημείο που εν προκειμένω εφαρμόζεται μπορεί να είναι μόνο το (α) ενώ - και για τους λόγους που πρόκειται να εξηγήσω - καταρρίπτεται ταυτοχρόνως και ο ισχυρισμός της πλευράς του Εκζητουμένου περί «γυμνού» ΕΕΣ. Στο κείμενο του ΕΕΣ περιλαμβάνονται σωρευτικά αναφορές και στα δύο υποσημεία (
- i)και (
- ii)του σημείου (α), ότι δηλαδή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο (αναφέρονται συγκεκριμένα άρθρα της Πολωνικής ποινικής δικονομίας) ο Εκζητούμενος θεωρείται ως να έχει δεόντως και νομίμως ειδοποιηθεί αναφορικά με την ημερομηνία και τόπο της δίκης καθώς και με το ενδεχόμενο να εκδοθεί ερήμην του απόφαση. Παρά ταύτα δεν εμφανίστηκε. Εκείνο που μένει ν' αποφασιστεί είναι εάν, παρά τις διαζεύξεις «ή» όπως τις ανέδειξα προηγουμένως, απαιτείτο, υπό τις περιστάσεις, και ρητή αναφορά στο ΕΕΣ στην ύπαρξη δικονομικής δυνατότητας του Εκζητούμενου να αιτηθεί εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης ως εγγύηση για την παροχή σ' αυτόν της ευχέρειας να παρουσιάσει τη θέση του, σε περίπτωση που δεν του επιδόθηκε η απόφαση. Το ζήτημα συζητήθηκε στην Κύπρο στην Πρόιος (ανωτέρω). Ομολογουμένως, η απόφαση και κατάληξη της πλειοψηφίας δεν φαίνεται να ταυτίζεται απόλυτα με τα σχετικά αποσπάσματα της Melloni (υποσημειώσεις 2 και 4 ανωτέρω) την οποία επικαλείται, ειδικά με τις σκέψεις 42 και 53, στις οποίες, αναδεικνύεται η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ως πρωταρχικός παράγοντας για τη θέσπιση του τότε νέου Άρθρου 4(α) στη σχετική Απόφαση - Πλαίσιο με την αντικατάσταση του προηγούμενου Άρθρου 5. Στη Melloni, διαπιστώνεται ότι η ερμηνεία του Άρθρου 4(α) της Απόφασης - Πλαίσιο έκλινε προς την επίτευξη της σκοπούμενης απλοποίησης των διαδικασιών, με εμφανή διαχωρισμό μεταξύ της νομικής εγγύησης του αντίστοιχου σημείου (δ) του εδαφίου 2 του Άρθρου 14 ως προς τη λήψη της απόφασης αμελλητί και με την παράλληλη ρητή αναφορά στο δικαίωμα εκ νέου δίκης και της υπό του σημείου (α) παράδοσης του εκζητουμένου ο οποίος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως στη δίκη του. Να μου επιτραπεί η εκ νέου παράθεση αποσπάσματος του κειμένου της σκέψης 42, όπως το περιέλαβα στην υποσημείωση 4 προηγουμένως, προς κατάδειξη του σκεπτικού μου: «εφόσον το πρόσωπο αυτό είχε ενημερωθεί εν ευθέτω χρόνο σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία διεξαγωγής της δίκης και σχετικά με το ενδεχόμενο εκδόσεως αποφάσεως σε περίπτωση μη εμφανίσεώς του ή το οποίο, τελούν εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο να το υπερασπισθεί, οπότε η εν λόγω δικαστική αρχή δεν μπορεί να εξαρτά την παράδοση από το ενδεχόμενο νέας δίκης παρουσία του ενδιαφερομένου εντός του κράτους μέλους εκδόσεως»*. *Εμφάσεις και η υπογράμμιση της διάζευξης δοθείσες. Παρά την όποια διαπιστωθείσα διάσταση μεταξύ του λόγου της Melloni και της μεταφοράς κι εφαρμογής της στην απόφαση της πλειοψηφίας στην Πρόιος όμως, η τελευταία έτυχε εξέτασης ως προς την ορθή μεταφορά του ενωσιακού δικαίου στην, ομόφωνη, απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σταύρου, πολ. Έφεση 317/2020, ημερομηνίας 17.2.21, ECLI:CY:AD:2021:A77. Στη Σταύρου επιβεβαιώθηκε ότι, παρά τη θέσπιση του Άρθρου 4(α) σε αντικατάσταση του Άρθρου 5 της Απόφασης - Πλαισίου, διασώθηκαν ασφαλιστικές δικλείδες που σκοπούν στη διαφύλαξη των δικαιωμάτων υπεράσπισης εκζητουμένου. Το Δικαστήριο στη Σταύρου εξήγησε το σκεπτικό του όχι με αναφορά στο καταργηθέν Άρθρο 5 της Απόφασης - Πλαισίου, αλλά στη διαχρονική απαίτηση για σεβασμό προς τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα στη βάση της σκέψης 12 της Απόφασης - Πλαισίου και του Άρθρου 6 της Συνθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την Melloni το ίδιο το ΔΕΕ φαίνεται να υιοθέτησε μια πιο ευρεία προσέγγιση στο ζήτημα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πάντοτε όμως εντός του σκεπτικού της απλούστευσης των διαδικασιών και χωρίς να παραγνωρίζονται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Σχετικές αναφορές γίνονται στην Απόφαση του Εφετείου στην Visokowski v Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 1/25, ημερομηνίας 27.2.25, πλην όμως τα ζητήματα που πραγματεύονται οι αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη Visokowski αφορούν στην εξέταση πιθανής παραβίασης θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεν φαίνεται να καταπιάνονται με το ζήτημα της ικανοποίησης - είτε σωρευτικά είτε συνδυαστικά - των ελάχιστων εγγυήσεων με αναφορά στο ΕΕΣ σε έστω ένα από τα σημεία (α) έως (δ) του εδαφίου 2 του Άρθρου 14. Τίθεται επομένως το ερώτημα εάν το γεγονός της παράλειψης αναφοράς του σημείου (δ) του Άρθρου 14
(2)στο εδώ κρίσιμο ΕΕΣ, ενώ συμπληρώνεται το πεδίο που σχετίζεται το σημείο (α) του ίδιου Άρθρου, αφαιρεί από το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει του εν λόγω Άρθρου ν' αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ. Συνδυασμένη ανάγνωση των αποφάσεων στις Πρόιος και Σταύρου (αμφότερες ανωτέρω) θα παρέπεμπε σε αρνητική απάντηση, πλην όμως το Εφετείο στην Τιμπλαλέξη (υποσημειώσεις 3 και 5 ανωτέρω) επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση να θεωρήσει την παροχή εγγύησης μόνο σχετικά με το ένα εκ των σημείων (α) έως (δ) - (συγκεκριμένα σ' εκείνη την περίπτωση του σημείου (β)) ως ικανοποιητική για να του αφαιρεθεί η διακριτική ευχέρεια να απορρίψει το αίτημα στη βάση του Άρθρου 14
(2). Μπορεί μεν στην απόφαση του Εφετείου να έγινε διαχωρισμός των περιστατικών της πρωτόδικης διαδικασίας με εκείνα που έτυχαν εξέτασης στις Πρόιος και Σταύρου, όμως θεωρώ μείζονος σημασίας τη διαπίστωση του Εφετείου στην Τιμπλαλέξη περί της επάρκειας της ύπαρξης μίας και μόνο εκ των προϋποθέσεων των σημείων (α) έως (δ)[8], σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τέθηκε ως γεγονός η καταδίκη του εκζητούμενου in absentia και, στη μια εκ των υποθέσεων για τις οποίες ζητείτο η έκδοσή του, δόθηκε ως μοναδική εγγύηση η υπό του σημείου (β) προβλεπόμενη, χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε αφορά το σημείο (δ). Κοντολογίς το πρωτόδικο Δικαστήριο στην Τιμπλαλέξη ικανοποιήθηκε περί της επάρκειας των εγγυήσεων - ακόμα και όταν στη μια εκ των περιπτώσεων δόθηκε μόνον η υπό του σημείου (β) - και η προσέγγισή του τούτη επικροτήθηκε από το Εφετείο στο σύνολό της, έχοντας ήδη αναφερθεί στην επάρκεια της πλήρωσης μόνο μίας εκ των προϋποθέσεων. Είναι η άποψή μου ότι η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει απόλυτα και με την απόφαση του Νομοθέτη να χρησιμοποιήσει τις διαζεύξεις «ή» μεταξύ των σημείων (α) έως (δ) του εδαφίου
(2), σύνταξη η οποία, ως προανέφερα, ενυπάρχει και στον ίδιο τον Τύπο του ΕΕΣ, αλλά και με τη αιτιολογική σκέψη 42 της Melloni όπως την παρέθεσα προηγουμένως. Ενδεχομένως εκ του περισσού, αλλά για περαιτέρω επίρρωση των πιο πάνω σημαντικές κρίνονται και οι πρόνοιες των εδαφίων
(3)και
(4): Ειδικά ως προς το
(3), καθίσταται εξ αυτού σαφές ότι, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν έλαβε επίσημη ειδοποίηση της ύπαρξης δικαστικής διαδικασίας εναντίον του και το ΕΕΣ ζητείται να εκτελεστεί για να εκτίσει ποινή φυλάκισης υπό τους όρους του σημείου (δ) του εδαφίου 2, η λήψη αντιγράφου της απόφασης αποτελεί δικαίωμα που θα πρέπει ν' ασκήσει ο εκζητούμενος, ενώ η άσκηση του δικαιώματος δεν μπορεί ν' αποτελέσει λόγο καθυστέρησης της διαδικασίας της απόφασης για εκτέλεση του ΕΕΣ ή της παράδοσης του εκζητουμένου. Εκ πρώτης όψεως η πιο πάνω πρόνοια ενδεχομένως να φαντάζει τυπικού χαρακτήρα. Παρά ταύτα, η επιφύλαξη που περιέχεται στο εδάφιο
(3)κι αφορά την προϋπόθεση της μη επίσημης ενημέρωσης του εκζητουμένου προκειμένου να ενεργοποιηθεί το δικαίωμά του για να λάβει την ερήμην εκδοθείσα απόφαση, καταμαρτυρεί και την πρόθεση του Νομοθέτη για την επάρκεια μίας εκ των προϋποθέσεων (α) έως (δ) ως λόγο αφαίρεσης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αφού το σημείο (α) προϋποθέτει ακριβώς την ύπαρξη επίσημης ενημέρωσης - είτε με τον ένα τρόπο του (
- i)είτε με τον άλλο του (
- ii)- του εκζητουμένου περί της ύπαρξης της εναντίον του δικαστικής διαδικασίας. Επιπροσθέτως από τη στιγμή που, στη βάση των δικονομικών προνοιών που τέθηκαν στο ΕΕΣ, ο Εκζητούμενος θεωρείται ως να ειδοποιήθηκε δεόντως ως επιτάσσει το σημείο (α), αλλά και ως να επέλεξε να μην παρευρεθεί στη δίκη του ή ακόμα και να αποποιήθηκε δια συμπεριφοράς του σχετικού δικαιώματός του να παρευρεθεί, αλλά κι από τη στιγμή που παρήλθε η προθεσμία για έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης, θεωρώ ότι η διαβεβαίωση υπό σημείο (α) είναι ικανοποιητική σε βαθμό που ν' αφαιρεί από το παρόν Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια ν' αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ. Παρά την αναφορά του Εφετείου στην Τιμπλαλέξη για διαφοροποίηση από την προσέγγιση της Πρόιος επί πραγματικού εδάφους, η ερμηνεία περί επάρκειας της ύπαρξης έστω ενός εκ των σημείων (α) έως (δ) ως γεγονός που αφαιρεί την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ν' αρνηθεί την εκτέλεση και η οποία - εξ ορισμού - αφίσταται της προσέγγισης της Πρόιος, δεν είναι δυνατό να παραγνωριστεί ούσα η πιο πρόσφατη επί του θέματος εφετειακή κρίση. Και κάτι τελευταίο επί του ζητήματος: όπως προανέφερα, το Άρθρο 14 αναφέρεται σε προαιρετικούς λόγους άρνησης και συνεπάγεται ότι η άρνηση τούτη βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία - βεβαίως - ασκείται δικαστικώς και με σεβασμό στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα τα οποία το Δικαστήριο είναι συνταγματικώς ταγμένο να περιφρουρεί. Η πιο πάνω ερμηνεία διακρίνεται από τους υποχρεωτικούς λόγους άρνησης του Άρθρου 13. Προκύπτει ότι τυχόν εύρημα του Δικαστηρίου περί παράλειψης, τ' οποίο όμως δεν ανάγεται σε παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων, δεν μετατρέπει αυτομάτως ένα προαιρετικό λόγο άρνησης σε υποχρεωτικό λόγο. Υπενθυμίζεται ότι δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 12 του Νόμου αλλά κι ενόψει του σκεπτικού που οδήγησε στη θέσπιση της Απόφασης - Πλαισίου, ο κανόνας είναι ότι ένα ΕΕΣ εκτελείται[9], υπό τις επιφυλάξεις των Άρθρων 13 έως 15. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε σχετικά πρόσφατα από το Εφετείο στην Vovk ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 6/24, ημερομηνίας 17.1.25 με παραπομπή στην C-158/21, Puig Gordi, ημερομηνίας 31/1/2023 ως προς την έννοια της Απόφασης - Πλαίσιο όπως τροποποιήθηκε: «[.] η δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, στηριζόμενη σε λόγο μη εκτέλεσης ο οποίος δεν απορρέει από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, όπως τροποποιήθηκε, αλλά αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης. Αντιθέτως, η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να εφαρμόσει εθνική διάταξη η οποία προβλέπει ότι προβάλλεται άρνηση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης όταν η εκτέλεσή του θα συνεπαγόταν προσβολή κατοχυρωμένου στο δίκαιο της Ένωσης θεμελιώδους δικαιώματος, εφόσον το περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης δεν βαίνει πέραν του περιεχομένου του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, όπως τροποποιήθηκε, όπως η διάταξη αυτή έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω τη συμπλήρωση του σημείου (α) του εδαφίου 2 του Άρθρου 14 από την αρχή έκδοσης του ΕΕΣ, επαρκή ούτως ώστε να μην μου παρέχεται διακριτική ευχέρεια ν' αρνηθώ την εκτέλεση του ΕΕΣ για οποιοδήποτε προαιρετικό λόγο. Η αντίστοιχη εισήγηση της πλευράς του Εκζητουμένου απορρίπτεται. Κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι σε περίπτωση παράδοσης του Εκζητούμενου αυτός θα υποστεί μεταχείριση που παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματά του, λόγω των συνθηκών στις Πολωνικές φυλακές Η πλευρά του Εκζητούμενου έθεσε ζήτημα πιθανής διακύβευσης των δικαιωμάτων του σε περίπτωση παράδοσής του για να εκτίσει ποινή στην Πολωνία, ότι δηλαδή, διατρέχει κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη κι εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ένεκα των συνθηκών που επικρατούν στις Πολωνικές φυλακές. Καθηκόντως και παρά το μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται ότι ένα Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του για σεβασμό των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[10], προχωρώ να εξετάσω την εισήγηση. Στη Vovk (ανωτέρω) έγινε αναφορά στην απόφαση του ΔΕΕ στη υπόθεση C-216/18 PPU, LM, η οποία επανάφερε στο προσκήνιο την εξέταση δύο επιπέδων που είχε προηγουμένως αναπτυχθεί στις κοινώς εξετασθείσες υποθέσεις C-404/15 και C-659/15 PPU, Aranyosi και Căldăraru ως ακολούθως: «60. Ως εκ τούτου, εφόσον, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, το πρόσωπο κατά του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως επικαλείται, αντιτασσόμενο στην παράδοσή του στην εκδούσα το ένταλμα δικαστική αρχή, την ύπαρξη συστημικών ή, τουλάχιστον, γενικευμένων πλημμελειών που, κατά τη γνώμη του, ενδέχεται να επηρεάσουν την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας στο κράτος μέλος που εξέδωσε το ένταλμα και, συνεπώς, να πλήξουν την ουσία του θεμελιώδους δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, η δικαστική αρχή εκτελέσεως υποχρεούται να εκτιμήσει την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου το οικείο πρόσωπο να υποστεί προσβολή αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος, οσάκις καλείται να αποφασίσει την παράδοσή του ή μη στις αρχές του κράτους μέλους που εξέδωσε το ένταλμα [.]. 61. Προς τον σκοπό αυτόν, η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει, σε πρώτο στάδιο, να αξιολογήσει βάσει αντικειμενικών, αξιόπιστων, συγκεκριμένων και δεόντως επικαιροποιημένων στοιχείων σχετικών με τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος στο κράτος μέλος το οποίο εξέδωσε το ένταλμα [.], την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, κινδύνου που συνδέεται με την έλλειψη ανεξαρτησίας των δικαστηρίων του ως άνω κράτους μέλους λόγω των συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών που χαρακτηρίζουν το δικαστικό του σύστημα.» Με βάση τα νομολογηθέντα στην υπόθεση LM (ανωτέρω), εάν υπήρχαν τέτοια στοιχεία τότε το Δικαστήριο θα έπρεπε περαιτέρω να προβεί σε ειδικό έλεγχο σε σχέση με τις περιστάσεις του εκζητούμενου: 75. Εάν προκύψει από τον έλεγχο αυτόν ότι οι ανωτέρω πλημμέλειες είναι ικανές να επηρεάσουν τα δικαστήρια, η δικαστική αρχή εκτελέσεως πρέπει επίσης να αξιολογήσει, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων προβληματισμών που εκφράζει το εκζητούμενο πρόσωπο και των πληροφοριών που αυτό τυχόν προσκομίζει, εάν συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματός του σε ανεξάρτητο δικαστήριο και, κατά συνέπεια, της ουσίας του θεμελιώδους δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής του καταστάσεως, της φύσεως του αδικήματος για το οποίο διώκεται, καθώς και του πραγματικού πλαισίου που αποτέλεσε τη βάση για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως». Το επιχείρημα των συνηγόρων του Εκζητούμενου βασίστηκε στο Τεκμήριο 4, δηλαδή στην έκθεση της CPT. Προέχει η εξέταση της εν λόγω έκθεσης προκειμένου το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εφαρμογή των δύο επιπέδων ελέγχου που αναφέρθηκαν στην υπόθεση LM (ανωτέρω). Έχω διεξέλθει με προσοχή την έκθεση στο σύνολό της και παρατηρώ τα εξής: Στην σελίδα 3 υπό τον τίτλο «Executive Summary» αναφέρεται ότι ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στην μεταχείριση και συνθήκες κράτησης ατόμων υπό αστυνομική κράτηση, ξένους υπηκόους που κρατούνται σε συγκεκριμένες δομές, υπόπτους (remand prisoners) και ψυχιατρικά ασθενείς. Στην ίδια παράγραφο πράγματι φαίνεται να διαπιστώνεται ότι, παρά την έβδομη επίσκεψη της Επιτροπής, η Πολωνία δεν προέβη σε ενέργειες για την πρακτική εφαρμογή μέτρων για θεμελιώδεις νομικές διασφαλίσεις ατόμων υπό αστυνομική κράτηση και υπόπτων (remand prisoners). Όπως διαπιστώνεται το Τεκμήριο 4 αφορά σχεδόν στο σύνολό του, μια έκθεση στοχευμένη στην ανάδειξη των συνθηκών κράτησης συγκεκριμένων κατηγοριών ατόμων που βρίσκονται για διάφορους λόγους υπό αστυνομική κράτηση. Ο περιορισμένος σκοπός του Τεκμηρίου 4 είναι διάχυτος σ' όλο το κείμενό του. Αναφέρεται σε αστυνομικά κρατητήρια (police establishments) και σε φυλακές (prisons) στις οποίες κρατούνται ξένοι υπήκοοι δυνάμει σχετικής περί αλλοδαπών νομοθεσίας. Στη σελίδα 4, στην οποία γίνεται ειδική μνεία σε «φυλακές», στην πρώτη παράγραφο της συγκεκριμένης ενότητας διευκρινίζεται εκ νέου ότι η επίσκεψη της Επιτροπής εστιάστηκε κυρίως σε συνεντεύξεις με νεοαφιχθέντες υπό κράτηση υπόπτους, αναφορικά με την μεταχείριση που έτυχαν από την Αστυνομία («primarily focused on interviews with newly arrived remand prisoners on the way they had been treated by police»). Έπειτα η αναφορά καταγράφει με ρητές αναφορές σε υπό κράτηση υπόπτους («remand prisoners») και σε πρόσωπα υπό αστυνομική κράτηση («persons in police custody») τα ευρήματά της. Η δε αναφορές στο Εθνικό Κέντρο Πρόληψης της Αντικοινωνικής Συμπεριφοράς δεν είναι δυνατό να ειπωθεί ότι σχετίζονται με το ενώπιον μου ζήτημα. Μεταξύ των σελίδων 9 - 24, εντοπίζονται οι αναλύσεις των εισαγωγικών αναφορών της Επιτροπής δηλαδή του περιορισμένου σκοπού της επίσκεψής της κι επομένως τα ευρήματα δεν αφορούν και δεν σχετίζονται με πρόσωπα που εκτίουν επιβληθείσες ποινές φυλάκισης. Στις σελίδες 25 - 28 στις οποίες γίνεται αναφορά σε «φυλακές» και πάλι η Επιτροπή ξεκαθαρίζει το στοχευμένο της επίσκεψής της, δηλαδή προκειμένου να διαπιστώσει τις συνθήκες μεταχείρισης από την Αστυνομία νεοαφιχθέντων υπόπτων. Σε συγκεκριμένες παραγράφους της υπό αναφορά Ενότητας γίνεται ρητή αναφορά σ' αυτή την κατηγορία κρατουμένων (βλ. παραγράφους 52, 54, 55, 60, 61 και 62 (στην οποία μάλιστα γίνεται διαχωρισμός μεταξύ «sentenced prisoners» και «remand prisoners»)). Στις παραγράφους που δεν γίνεται ρητή αναφορά σε υπόπτους τα ευρήματα της Επιτροπής περιορίζονται σε ζητήματα που άπτονται κυρίως των συνθηκών ιατρικής περίθαλψης και διατήρησης ιατρικών δεδομένων. Στην τελευταία Ενότητα της Έκθεσης υπό το γράμμα D γίνεται αναφορά στα ευρήματα της Επιτροπής που αφορούν στο Εθνικό Κέντρο Πρόληψης της Αντικοινωνικής Συμπεριφοράς, χωρίς, ως προανέφερα, να καταδειχθεί η όποια σύνδεση του συγκεκριμένου κέντρου - το οποίο φαίνεται να σχετίζεται με την κράτηση ψυχιατρικά ασθενών - με τον ενώπιον μου Εκζητούμενο. Εν όψει του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4, δεν θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί ενώπιον μου - σε οποιοδήποτε ικανοποιητικό βαθμό - η «ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, κινδύνου που συνδέεται με την έλλειψη ανεξαρτησίας των δικαστηρίων του ως άνω κράτους μέλους λόγω των συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών που χαρακτηρίζουν το δικαστικό του σύστημα», ως απαιτείται από το πρώτο στάδιο εξέτασης στ' οποίο έγινε αναφορά και στην Vovk (ανωτέρω). Η κατάληξή μου τούτη δεν επιτρέπει να προχωρήσω στο δεύτερο στάδιο εξέτασης περί διαπίστωσης συγκεκριμένου κινδύνου που πιθανόν να εκτεθεί ο Εκζητούμενος. Δεν διέλαθαν της προσοχής μου οι αναφορές των ευπαίδευτων συνηγόρων του Εκζητούμενου σε αποφάσεις του ΕΔΑΔ στις οποίες η Πολωνία καταδικάστηκε για διάφορες παραβιάσεις της των Άρθρων 3 και 8 της ΕΣΔΑ. Επ' αυτών έχω να σχολιάσω τα εξής: τα γεγονότα της απόφασης Orchowski (σελίδα 28 της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του Εκζητούμενου) εντοπίζονται μεταξύ των ετών 2003 και 2004, ενώ η Karabin (σελίδα 29 της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του Εκζητούμενου) εκδόθηκε το 2014 και αφορούσε, ως σαφώς προκύπτει από την παράγραφο 48 (σελίδα 30 της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του Εκζητούμενου), σε χώρο κράτησης υπόπτων («remand centre»). Στην Olszewski (επίσης στη σελίδα 30) η τελευταία περίοδος κράτησης του προσφεύγοντα διήρκησε μέχρι και το έτος 2008 και η κατάληξη του ΕΔΑΔ σε εύρημα παραβίασης του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ αφορούσε στην παροχή σ' αυτόν ιατρικής φροντίδας ενόσω ήταν κατάδικος. Τέλος στη Wenerski No. 2 (σελίδα 31 της αγόρευσης) το Δικαστήριο εξέτασε, βρίσκοντας και σχετικές παραβιάσεις της ΕΣΔΑ, την περίπτωση κατάδικου με πολυετή κράτηση σε φυλακές, ο οποίος έπασχε από επιληψία και κατά τη διάρκεια της κράτησής του δεν έτυχε επαρκούς ιατρικής περίθαλψης. Διαπιστώθηκε επίσης και υπερπληθυσμός στη συγκεκριμένη φυλακή, με την τελευταία περίοδο κράτησης του αιτούντος όμως να ήταν περί το έτος 2010. Εν όψει του χρονικού πλαισίου εντός του οποίου τοποθετούνται οι πιο πάνω τα γεγονότα και οι περιγραφείσες συνθήκες στις πιο πάνω αποφάσεις δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί βάσιμα ότι πρόκειται περί ενημερωμένων δεδομένων ικανών για να με οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι κατά τον παρόντα χρόνο παρατηρούνται γενικευμένες πλημμέλειες που αποτελούν κίνδυνο για το συγκεκριμένο Εκζητούμενο, ο οποίος αναζητείται για να εκτίσει ποινή φυλάκισης κατόπιν καταδίκης για περίοδο 11 μηνών και 29 ημερών, όπως προκύπτει από το ΕΕΣ. Πρέπει επίσης ν' αναφερθεί ότι μπορεί οι υποθέσεις που ήχθησαν ενώπιον του ΕΔΑΔ να περιέχουν κάποια στοιχεία που να παραπέμπουν σε μια γενικότερη εικόνα αναφορικά με ορισμένες πτυχές των συνθηκών κράτησης που επικρατούσαν σε συγκεκριμένες φυλακές σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, αλλά δεν είναι δυνατό να οδηγήσουν, το δίχως άλλο και χωρίς ρητές αναφορές, σε ασφαλή διαπίστωση περί της ύπαρξης γενικευμένων ή συστημικών πλημμελειών, ικανών ν' ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο ότι ένα Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του για σεβασμό της ΕΣΔΑ. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και η τελευταία εισήγηση της πλευράς του Εκζητουμένου δεν έχει περιθώριο επιτυχίας κι απορρίπτεται. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι κανένας εκ των προβαλλόμενων λόγων ένστασης δεν ευσταθεί κι επομένως διατάσσεται η εκτέλεση του ΕΕΣ και η παράδοση του Εκζητούμενου στις Αρχές της Πολωνίας. Στο μεταξύ ο Εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την παράδοσή του στις Αρχές της Πολωνίας σύμφωνα με το Άρθρο 29
(1)του Νόμου. Δίδονται οδηγίες στην Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να κοινοποιήσει αμέσως στη Δικαστική Αρχή Έκδοσης του ΕΕΣ την παρούσα απόφαση σύμφωνα με το Άρθρο 28 του Νόμου. .......... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Shini - Mehrabzadeh Said v Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2015)1 Α.Α.Δ. 2404 [2] Βλ. αιτιολογική σκέψη 40 στην υπόθεση C-399/2011 Stefano Melloni, 26.2.13, όπως αναφέρθηκε στην Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην John Constantinides v Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2015)1 Α.Α.Δ. 433: «Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η εν λόγω διάταξη προβλέπει προαιρετικό λόγο μη εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος για τους σκοπούς εκτελέσεως ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη η οποία κατέληξε στην καταδίκη του. Η ανωτέρω ευχέρεια, πάντως, συνδυάζεται με τέσσερις εξαιρέσεις στερούσες τη δικαστική αρχή εκτελέσεως από τη δυνατότητα αρνήσεως εκτελέσεως του επίδικου ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Εξ αυτού προκύπτει ότι το συγκεκριμένο άρθρο 4α, παράγραφος 1, απαγορεύει, σε τέσσερις υποθετικές περιπτώσεις, το να εξαρτά η αρμόδια δικαστική αρχή εκτελέσεως την παράδοση προσώπου καταδικασθέντος ερήμην από τη δυνατότητα αναθεωρήσεως της καταδικαστικής αποφάσεως με την αυτοπρόσωπη παρουσία του ιδίου» - έμφαση δοθείσα. [3] Στο κείμενο της Απόφασης: « [.] η δικαστική αρχή εκτέλεσης του ΕΕΣ δύναται να αρνηθεί την εκτέλεσή του, εκτός αν πληρείται έστω μια εκ των οριζόμενων στο άρθρα 14
(2)(α)-(δ) προϋποθέσεων.» - έμφαση δοθείσα. [4] Στο κείμενο της Απόφασης: «Με το νέο άρθρο 4α, η πιο πάνω διάταξη περιόρισε τη δυνατότητα άρνησης εκτέλεσης τέτοιου εντάλματος θέτοντας «προϋποθέσεις υπό τις οποίες δεν χωρεί άρνηση της αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αποφάσεως που εκδόθηκε σε δίκη στην οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως». Άρα, η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να προβεί στην παράδοση καταδικασθέντος ερήμην προσώπου, «εφόσον το πρόσωπο αυτό είχε ενημερωθεί εν ευθέτω χρόνο σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία διεξαγωγής της δίκης και σχετικά με το ενδεχόμενο εκδόσεως αποφάσεως σε περίπτωση μη εμφανίσεώς του ή το οποίο, τελούν εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο να το υπερασπισθεί, οπότε η εν λόγω δικαστική αρχή δεν μπορεί να εξαρτά την παράδοση από το ενδεχόμενο νέας δίκης παρουσία του ενδιαφερομένου εντός του κράτους μέλους εκδόσεως.» - έμφαση κι υπογράμμιση δοθείσα. [5] Για σκοπούς πληρότητας διευκρινίζεται ότι η αναζήτηση διευκρινίσεων είναι στην ευχέρεια του Δικαστηρίου και δεν αποτελεί υποχρέωση, όπως διευκρινίστηκε στην Τιμπλαλέξη (υποσημείωση 3 ανωτέρω). [6] Στο πρωτότυπο: «assumption». [7] Στο πρωτότυπο: «was not challenged» [8] Βλ. υποσημείωση 3 ανωτέρω. [9] Βλ. σχετική αναφορά στην Steinmetz v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 3/2023, ημερομηνίας 3.11.2023 [10] Βλ. σχετική αναφορά στην Steinmetz (υποσημείωση 9 ανωτέρω), η οποία μετέφερε το επίσης σχετικό σκεπτικό της Απόφασης του ΔΕΕ στην Dorobantu C-128/18, 15.10.2022 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο