Αναφορικά με την Θ. Χ., Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 16/2024, 8/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 16/2024 (i-justice) Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015. Αναφορικά με την Θ. Χ. (Α.Δ.Τ. .) από .. Λευκωσία ---------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ.3/1/2025 για ακύρωση του διατάγματος ημερ.25/11/2024, δια του οποίου επιβλήθηκε στους Αιτητές/Πιστωτές το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής σε σχέση με την Χρεώστιδα Ημερομηνία: 8/12/2025 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές/Πιστωτές: κα Μ. Βαταμίδου για Στέλιος Στυλιανίδης & Σία ΔΕΠΕ Για την Καθ'ης η αίτηση/Χρεώστιδα και τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας: Κ. Μαυρόκωστας & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η H επίδικη αίτηση Με την επίδικη αίτησή τους, οι Αιτητές εξαιτούνται «την ακύρωση του Διατάγματος ημερομηνίας 25/11/2024, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, και διά του οποίου επιβάλλεται στους Αιτητές/ Πιστωτές το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής το οποίο απέρριψαν σε σχέση με την Χρεώστιδα Θ. Χ.». Η αίτηση στηρίζεται στον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 (Ν. 65(Ι)/2015), ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό, στα Άρθρα 41-77, στον Περί Πτώχευσης Νόμο, Κεφ. 5, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, και στον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2016 (5/2016), Κανονισμοί 4, 5, 10, 15, 16, 22, 23 και 24, και επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Διατ. 48, Καν. 1, 2, 3, 5 και 9, καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Άδωνι Ζαμπά, ο οποίος είναι υπάλληλος της Themis Portfolio Management Ltd, η οποία είναι διαχειρίστρια των χαρτοφυλακίων των Αιτητών, στους οποίους επίσης παρέχει υπηρεσίες και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας. Ως αναφέρει, οι τελευταίοι αποτελούν τους καθορισμένους Πιστωτές και Αιτητές στην επίδικη αίτηση και έχουν υποκαταστήσει ή και αντικαταστήσει την Bank of Cyprus Public Company Ltd (στο εξής η Τράπεζα Κύπρου) στα δικαιώματα της που αφορούν στο επίδικο Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής (στο εξής ΠΣΑ). Από εκεί και πέρα, ο μάρτυρας αναφέρεται στην έκδοση του επίδικου ΠΣΑ και βεβαίως στους λόγους για τους οποίους οι Αιτητές θεωρούν πως θα πρέπει να ακυρωθεί. Η ένσταση της Καθ'ης η Αίτηση και του Συμβούλου Αφερεγγυότητας Η Καθ'ης η αίτηση αντέδρασε στην εν λόγω αίτηση και μαζί με τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας καταχώρισαν ένσταση, στην οποία προβάλλουν έντεκα
(11)λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης είναι συγκεκριμένα οι εξής: «
- Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατη και/ή αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντικανονική και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του σεβαστού Δικαστηρίου και/ή δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένη νομοθετική πράξη και/ή στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή νομική βάση.
- Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν σε καμία περίπτωση οι προϋποθέσεις που τίθενται από τον Νόμο και την σχετική και/ή καθοδηγητική νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή για την επιτυχία της παρούσας Αίτησης.
- Η παρούσα Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική και/ή σκοπεί στην πρόκληση της εκποίησης κύριας κατοικίας και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court).
- Με την παρούσα Αίτηση, η Αιτήτρια επιδιώκει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραβλέποντας και/ή καταστρατηγώντας το σκοπό για τον οποίο είναι δυνατό να γίνει επίκληση και/ή χρήση της δικονομικής δυνατότητας για παραμερισμό και/ή ακύρωση διατάγματος επιβολής Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής δυνάμει του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου του 2015 (65(Ι)/2015).
- Η παρούσα Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή γίνεται κατά παράβαση του Νόμου και της σχετικής και/ή καθοδηγητικής Νομολογίας, καθώς η Αιτήτρια απέτυχε να παρουσιάσει στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι: α. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου του 2015 (65(Ι)/2015) και ειδικότερα εκείνες του άρθρου 72
(1)και του άρθρου 65 στην βάση των οποίων εκδόθηκε το Διάταγμα ημερομηνίας 25/11/2024 το οποίο επιδιώκει να παραμερίσει με την παρούσα Αίτηση, και/ή β. Η Αιτήτρια δεν θα είναι στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρισκόταν ως πιστωτής, εάν η παρουσία της χρεώστιδας εδιατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πτώχευσης Νόμου.
- Σε κάθε περίπτωση όλα τα ουσιώδη και σχετικά γεγονότα που αφορούν την έκδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 25/11/2024 είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της Αίτησης της χρεώστιδας ημερομηνίας 15/11/2024 στην βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα που η Αιτήτρια επιδιώκει να ακυρώσει και/ή να παραμερίσει με την παρούσα Αίτηση.
- Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Άδωνη Ζαμπά ημερομηνίας 03/01/2025 η οποία συνοδεύει την παρούσα Αίτηση, δεν είναι καθοριστικοί σχετικά με το κατά πόσον το σεβαστό Δικαστήριο θα αποφασίσει να εκδώσει του αιτούμενο διάταγμα και/ή είναι ισχυρισμοί οι οποίοι δεν θα επηρεάσουν και/ή δεν θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της παρούσας Αίτησης.
- Η παρούσα Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα Αίτηση καθώς ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας πριν από την προώθηση της διαδικασίας για έκδοση προστατευτικού διατάγματος και επιβολής του επίδικου προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής παράθεσε πρόταση αναδιάρθρωσης των χρεών, την οποία η Αιτήτρια απέρριψε αδικαιολόγητα και καταχρηστικά.
- Η παρούσα Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική και/ή σκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης στην επιβολή του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής και ως εκ τούτου αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court).
- Η παρούσα Αίτηση δεν είναι δικαιολογημένη και αντίκειται στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της ισότητας των όπλων.
- Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην αξίωση των εξόδων της παρούσας Αίτησης. » Η ένσταση βασίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Κ.1, Κ.2, Κ.3, Κ.6, Κ.16, Κ.23, Κ.25, Κ.39, στα άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα άρθρα 2, 3, 6, 7, 7Α, 24, 28, 30, 31, 32, 33, 35, 37, 38, 39, 40-71, 72- 77 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος του 2015 (65(Ι)/2015), στους Κανονισμούς 2, 4, 5, 10, 11, 13, 15,16, 22-24, 26 και 28 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2016, στον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, στις αρχές της Επιείκειας, στη Νομολογία και στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες καθώς και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ.Πέτρου Ιωαννίδη, ο οποίος είναι αδειοδοτημένος από την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας ως Σύμβουλος Αφερεγγυότητας και διορίστηκε από την Καθ' ης η αίτηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.65(Ι)/2015 και ως αναφέρει γνωρίζει τα γεγονότα. Από δικής του πλευράς βεβαίως, ο μάρτυρας υποστηρίζει ότι ορθά εκδόθηκε το επίδικο ΠΣΑ και πως η αίτηση των Αιτητών θα πρέπει να απορριφθεί. Επιχειρηματολογία των συνηγόρων - Γραπτές αγορεύσεις Οι θέσεις των δύο πλευρών, περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους. Οι αγορεύσεις έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο να παραθέσω εδώ ό,τι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους και θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω, αν αυτό κριθεί αναγκαίο. Νομική πτυχή Η επίδικη αίτηση εδράζεται κυρίως στις πρόνοιες του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου του 2015 (Ν.65(Ι)/2015-στο εξής ο Νόμος)[1]. Σύμφωνα με τα γεγονότα, η παρούσα υπόθεση αφορά μη συναινετικό ΠΣΑ. Τα μη συναινετικά ΠΣΑ διέπονται από τα άρθρα 72-77 του Νόμου. Για να μπορεί ένας χρεώστης να αιτηθεί μονομερώς από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να επιβάλλεται σε όλους τους πιστωτές το ΠΣΑ, θα πρέπει να πληρούνται οι προυποθέσεις που προνοούνται στο άρθρο 72 του Νόμου. Πιο συγκεκριμένα, για να είναι επιλέξιμος ένας χρεώστης προκειμένου να επιβληθεί στους πιστωτές του ΠΣΑ, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(1)Το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, του οποίου ζητείται η επιβολή, να απορρίφθηκε από τη συνέλευσή των πιστωτών σύμφωνα με τις διάταξεις του Τίτλου ΙΙ του Νόμου· και
(2)Τουλάχιστον ένας από τους πιστωτές του είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, ο οποίος έχει εξασφάλιση επί της κύριας κατοικίας του χρεώστη η οποία βρίσκεται στη Δημοκρατία, η αγοραία αξία της οποίας δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€350.000)· και
(3)Η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του χρεώστη, εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας του, δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000)· και
(4)Ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39, και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός του κατά τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) ή περισσότερο·[2] και
(5)Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας έχει υπογράψει δήλωση με την οποία επιβεβαιώνει αυτά που ρητά καθορίζονται στο εδάφιο
(1)(στ) του άρθρου 72. Ο χρεώστης δε, με βάση την δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 72
(1), οφείλει να υποβάλει την αίτηση του «καλή τη πίστει». Επιπρόσθετα, το άρθρο 73 του Νόμου προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 72 μόνον: (α) στις περιπτώσεις που το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής που απορρίφθηκε από τους πιστωτές, θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία τέτοιοι πιστωτές θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου και (β) στις περιπτώσεις όπου το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής το οποίο απορρίφθηκε από τους πιστωτές δεν προνοεί ότι ο χρεώστης θα απωλέσει την ιδιοκτησία της κύριας κατοικίας του. Επισημαίνεται εδώ ότι σύμφωνα με το άρθρο 77 του Νόμου: «Οι διατάξεις των άρθρων 62 έως 71 εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν σε Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής το οποίο επιβάλλεται κατόπιν διατάγματος δικαστηρίου, σύμφωνα με τον παρόντα Τίτλο, τηρουμένου του όρου ότι οποιαδήποτε αλλαγή στο Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής θα εφαρμόζεται μόνο κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος δικαστηρίου.» Ως εκ τούτου, σε μη συναινετικό ΠΣΑ εφαρμόζονται κατ' αναλογία και οι πρόνοιες του άρθρου 65 του Νόμου, όπου αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δύναται να προσβληθεί το ΠΣΑ. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, το μη συναινετικό ΠΣΑ προκύπτει πως μπορεί να προσβληθεί, μεταξύ άλλων, και για τους πιο κάτω λόγους:
(1)Δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις διαδικαστικές απαιτήσεις του Νόμου.
(2)Υπάρχει ουσιαστική ανακρίβεια ή παράλειψη στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων, η οποία παραβλάπτει ουσιωδώς τα συμφέροντα του πιστωτή.
(3)Ο χρεώστης δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται στο άρθρο 35 όταν προτάθηκε το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής. Τέλος, ως προς το δικαίωμα ενός καθορισμένου πιστωτή[3] να προσφύγει στο Δικαστήριο για την ακύρωση του διατάγματος που έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 72 ανωτέρω, σχετικό είναι το άρθρο 72
(5)του Νόμου. Όπως θα διαφανεί δε από την ανάλυση που ακολουθεί, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι οι Αιτητές αποτελούν καθορισμένους πιστωτές εν τη εννοία του Νόμου. Εξέταση της Αίτησης Έχω μελετήσει με προσοχή όλη τη μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον μου, η οποία υποστηρίζει την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα και βεβαίως όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, σε συνάρτηση με την αίτηση ημερ.15/11/2024 στο πλαίσιο της οποίας επιβλήθηκε στους πιστωτές το επίδικο ΠΣΑ αλλά και το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης εν γένει[4]. Κατ' αρχάς, πριν υπεισέλθω στα επιμέρους ζητήματα που τίθενται και χρήζουν εξέτασης, σημειώνω ότι όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της παρούσας αποτελούν παραδεκτά και ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα ακόλουθα:
- Οι πιστωτικές διευκολύνσεις που αφορούν οι λογαριασμοί που αναφέρονται κατωτέρω και οι οποίοι αποτελούν αντικείμενα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης ΠΣΑ αλλά και της επίδικης Αίτησης, παραχωρήθηκαν στην Χρεώστιδα από την Τράπεζα Κύπρου.
- Οι Αιτητές έχουν υποκαταστήσει και ή αντικαταστήσει αυτόματα την Τράπεζα Κύπρου, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015) ως έχει τροποποιηθεί και ή δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού, το οποίο επικυρώθηκε στις 12/10/2022 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας βάσει των Άρθρων 198 - 200 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 19/10/2022, αναφορικά με τα δικαιώματα της Τράπεζας Κύπρου που, μεταξύ άλλων, απορρέουν από τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, συναφείς με αυτές εγγυήσεις, υποθήκες και εξασφαλίσεις, καθώς επίσης και των δικαιωμάτων τα οποία απορρέουν από έγγραφα, βιβλία και αρχεία (βλ. το Διάταγμα επικύρωσης του Σχεδίου Διακανονισμού και το Σχέδιο Διακανονισμού - Τεκμήριο 1 στην αίτηση).
- Ως εκ των ανωτέρω, όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου βάσει αυτών, έχουν τοιουτοτρόπως μεταβιβαστεί στους Αιτητές και οι Αιτητές έχουν αυτόματα αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου στην παρούσα Αίτηση και σε ότι αφορά τους επίδικους λογαριασμούς.
- Η Χρεώστιδα είναι και ήταν προ της έναρξης της διαδικασίας υποβολής ΠΣΑ οφειλέτιδα στους δύο κατωτέρω Λογαριασμούς: - Αρ. Λογαριασμού .475 (παλαιός αριθμός ..631), από τον οποίο απορρέει δικαστικής απόφασης χρέος ύψους €246.742,60 πλέον τόκοι και έξοδα, στην Αγωγή Αρ. 1870/2021 και αφορά οφειλή της Χρεώστιδας και του συζύγου της από κοινού. - Αρ. Λογαριασμού .356 (παλαιός αριθμός .593), από τον οποίο απορρέει δικαστικής απόφασης χρέος ύψους €137.221,49 πλέον τόκοι και έξοδα, στην Αγωγή Αρ. 1870/2021, ο οποίος αφορά και πάλι χρέος της Χρεώστιδας και του συζύγου της από κοινού.
- Το συνολικό οφειλόμενο και απορρέον από τους εν λόγω λογαριασμούς χρέος της Χρεώστιδας προς τους Αιτητές, ανέρχεται στο ποσό των €383.964,09, πλέον τόκοι και έξοδα (βλ. την επαλήθευση χρέους ημερ. 29/8/2024 καθώς και την εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της Χρεώστιδας και του συζύγου της στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 1870/2021 - Τεκμήριο 2 στην αίτηση). Το συνολικό χρέος και οι υποθήκες είναι μέρος της επαλήθευσης χρέους ημερ. 29/8/2024, η οποία έχει γίνει αποδεκτή από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας της Χρεώστιδας στις 30/8/
- Το ανωτέρω χρέος που απορρέει από τους δύο αναφερόμενους λογαριασμούς, εξασφαλίζεται με τις υφιστάμενες Α' και Β' Υποθήκες με Αρ. Εγγραφής Υ./2009 και Υ./2010 αντίστοιχα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, επί ακινήτου στη Λευκωσία, το οποίο ανήκει εξ ολοκλήρου στη Χρεώστιδα και αποτελεί την κύρια της κατοικία και με Β' Υποθήκη με Αρ. Εγγραφής Υ./2018 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, επί άλλου ακινήτου στη Λευκωσία (βλ. τα σχετικά με την υποθήκευση έγγραφα - Τεκμήριο 3 στην αίτηση).
- Το προτεινόμενο υπό του Συμβούλου Αφερεγγυότητας ΠΣΑ 16/2024 τέθηκε εις ψηφοφορία για όλους τους πιστωτές την 09/10/2024 και καταψηφίστηκε από τη συνέλευση των πιστωτών, με τους Αιτητές να ψηφίζουν κατά του ΠΣΑ (βλ. αντίγραφο του ΠΣΑ 16/2024, ως υποβλήθηκε από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας και τα αποτελέσματα της Συνέλευσης Πιστωτών ημερομηνίας 09/10/2024, καθώς και την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων ημερομ. 25/09/2024 της Χρεώστιδας - Τεκμήριο 4 στην αίτηση). Ας σημειωθεί ότι παρά την αποστολή ειδοποιήσεων προς τους Αιτητές από τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας (βλ. Τεκμήριο 1 στην ένσταση), δύο φορές μέχρι την σύγκληση συνέλευσης στις 25/9/2024, οι Αιτητές δεν απέστειλαν σχετικές εισηγήσεις και ή παρατηρήσεις ούτως ώστε να εξεταστούν και ενδεχομένως να συμπεριληφθούν στο προτεινόμενο ΠΣΑ που τέθηκε προς ψήφιση στις 09/10/2024 στην συνέλευση των πιστωτών και καταψηφίστηκε, και στη συνέχεια επιβλήθηκε στους πιστωτές στις 25/11/2024 μετά απο την αίτηση της Χρεώστιδας ημερομηνίας 15/11/
- Στις 20/12/2024 επιδόθηκε στους Αιτητές το ανωτέρω αναφερθέν Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 25/11/2024, με το οποίο το Δικαστήριο διέταξε την επιβολή του ΠΣΑ 16/2024 σ' όλους τους πιστωτές (βλ. αντίγραφο του Διατάγματος - Τεκμήριο 5 στην αίτηση).
- Αναφορικά με τον σύζυγο της Χρεώστιδας, έχει ομοίως εξασφαλιστεί μονομερώς Διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ημερομηνίας 29/11/2024, διά του οποίου έχει επιβληθεί, μεταξύ άλλων, εις τους Αιτητές εις την παρούσα Αίτηση, το ΠΣΑ 15/2024 που αφορά απορρέον χρέος από τους ανωτέρω αναφερόμενους λογαριασμούς. (βλ. το διάταγμα επιβολής του ΠΣΑ 15/2024 καθώς και το ΠΣΑ 15/2024 - Τεκμήριο 6 στην αίτηση). Αποτελεί θέση των Αιτητών ότι η Χρεώστιδα δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας για το ΠΣΑ, το προταθέν ΠΣΑ δεν πληροί και δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες της νομοθεσίας και δεν πληρούνται ούτε τα ελάχιστα κριτήρια που προνοεί η σχετική νομοθεσία για την επικύρωση του. Κατ΄ αρχάς, οι Αιτητές αρνούνται ότι πληρούται η προυπόθεση του άρθρου 72
(1)(ε) του νόμου. Ο Ζαμπάς αναφέρει συγκεκριμένα στις παραγράφους 17-19 της ένορκης του δήλωσης τα εξής (όταν αναφέρεται σε Χρεώστη, ομιλεί για τον σύζυγο της Καθ'ης η αίτηση/Χρεώστιδας) : «
- Καταρχάς, δεν έχει προσκομιστεί ικανοποιητική μαρτυρία ότι η Χρεώστιδα αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη της λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής της κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός ελέγχου της τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματος της κατά τουλάχιστον 25%. Εξ' όσων γνωρίζω από μελέτη της σχετικής Νομοθεσίας, αλλά και εξ' όσων με ενημερώνουν οι δικηγόροι των Αιτητών, η μείωση των εισοδημάτων του χρεώστη κατά τουλάχιστον 25% από το 2009 και εντεύθεν κα[5] πριν από την αίτηση προστατευτικού διατάγματος, ως αποτέλεσμα γεγονότων εκτός του ελέγχου του, αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση στην περίπτωση των μη συναινετικών ΠΣΑ, όπως είναι και η προκειμένη περίπτωση.
- Κατόπιν μελέτης της Αίτησης Επιβολής της Χρεώστιδας, παρατηρώ ότι τα τεκμήρια που έχουν προσκομιστεί δεν θεμελιώνουν τον ισχυρισμό ότι η Χρεώστιδα έχει υποστεί ουσιαστική μείωση κατά τουλάχιστον 25% των εισοδημάτων της από το 2009 και εντεύθεν ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου της. Συγκεκριμένα η Χρεώστδα[6] και ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας προσκομίζουν μόνο ως Τεκμήριο 17 στην Αίτηση Επιβολής συνοπτική κατάσταση απολαβών από το 2006 έως και το
- Το εν λόγω έγγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 στην παρούσα. Ουδεμία φορολογική δήλωση παρουσιάζεται από την Χρεώστιδα που να δεικνύει την οικονομική της κατάσταση και τα ετήσια έσοδά της. Σύμφωνα με την κατάσταση αποδοχών που προσκομίζεται, κατ' αρχάς επισημαίνεται ότι συγκριτικά με τα εισοδήματα που έλαβε η Χρεώστιδα το 2009, πέρα από τα έτη 2013-2016, κατά τα λοιπά έτη παρουσιάζεται σημαντική αύξηση στα εισοδήματα της. Πιο συγκεκριμένα, το 2009 έλαβε ως συνολικό ετήσιο εισόδημα το ποσό των €4.133, για τα έτη 2010-2012 τα εισοδήματά της παραμένουν σταθερά με μικρές αυξομειώσεις και από το 2017 έως και το 2023 τα εισοδήματα της Χρεώστιδας αυξάνονται αισθητά. Ενδεικτικά αναφέρω ότι το 2022 έλαβε ποσό ύψους €11.509 και το 2023 €10.
- Σε κάθε περίπτωση, έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι η Χρεώστιδα δεν δύναται να επικαλείται οιαδήποτε μείωση στα εισοδήματά της, η οποία να επήλθε πριν την εκ συμφώνου έκδοση απόφασης εναντίον της. Η Χρεώστιδα, ως φαίνεται από την εκ συμφώνου απόφαση ημερομ. 01/12/2022 στα πλαίσια της Αγωγής 1870/2021, Τεκμήριο 2 στην παρούσα, και βάσει των τότε οικονομικών της δεδομένων κατέληξε στο συγκεκριμένο πλάνο αποπληρωμής του επίδικου χρέους. Για τον λόγο αυτό πιστεύω πως η Χρεώστιδα δεν δύναται να επικαλείται σήμερα οιανδήποτε μεμονωμένη μείωση εισοδημάτων, όταν κατά την 01/12/2022 συμφωνούσε στην αποπληρωμή του χρέους με τα εισοδήματα που λάμβανε τότε η ίδια και ο Χρεώστης. Μάλιστα, σύμφωνα με ενημέρωση που λαμβάνω αλλά και ως φαίνεται από την απόφαση ημερομηνίας 01/12/2022, η Χρεώστιδα και ο Χρεώστης θα έπρεπε να καταβάλλουν το ποσό των €265.000,00 έως την 15/06/2024 έναντι του παραμένοντος εξ αποφάσεως χρέους. Ωστόσο, την 28/05/2024 εκδόθηκε προστατευτικό διάταγμα για την Χρεώστιδα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ως έντιμα και ειλικρινά πιστεύω και ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Αιτητών, η Χρεώστιδα εντελώς παραπλανητικά και μεθοδευμένα αναφέρεται σε υποτιθέμενη μείωση των εισοδημάτων της κατά 25%, ιδίως ενόψει της μεγάλης αύξησης που σημειώνεται στα εισοδήματά της από το
- Πρόσθετα, ο ισχυρισμός της αυτός θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστικός ενόψει της συμφωνίας έκδοσης απόφασης δυνάμει της οποίας δεσμεύτηκε να αποπληρώσει το χρέος, γεγονός που υποδηλοί ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να το αποπληρώσει.» Προς απάντηση στα πιο πάνω, ο Ιωαννίδης αναφέρει τα εξής στις παραγράφους 20-22 της δικής του ένορκης δήλωσης: «
- Η μείωση στα εισοδήματα τόσο της Χρεώστιδας όσο και της οικογένειας της είναι δεδομένη από τα στοιχεία που θα παραθέσω εκ νέου κατωτέρω προς απάντηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας. Εφόσον στον υπολογισμό των εισοδημάτων για σκοπούς διαμόρφωσης ενός προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα και αναγκαία έξοδα διαβίωσης όλης της οικογένειας, σαν θέμα αρχής, θα πρέπει να ληφθούν, όπως και λήφθηκαν, εκ μέρους μου η εισοδηματική κατάσταση και των υπολοίπων μελών της οικογένειας που διαμένουν στο ακίνητο, ήτοι και του συζύγου της Χρεώστιδας δια τον οποίο εκδόθηκε επίσης διάταγμα επιβολής στα πλαίσια του ΠΣΑ 15/2024 ενώπιον του ΕΔ Λευκωσίας.
- Όπως διαφαίνεται στην συνολική κατάσταση ασφαλιστικού λογαριασμού από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για όλα τα έτη την οποία επισυνάπτω και παρουσιάζω ως Τεκμήριο 6, τα έτη 2015 και 2016 η Χρεώστιδα είχε μείωση των εισοδημάτων της 100% καθώς ένεκα της οικονομικής κρίσης έμεινε άνεργη. Περαιτέρω το 2013, από €4.081 εισόδημα που έλαβε συνολικά το 2012, έλαβε μόνο €453,00 με αποτέλεσμα τα εισοδήματα της να μειωθούν άνω του 25%. Το 2014 παρά την αύξηση του ετήσιου εισοδήματος στα €2.720 στη συνέχεια τα έτη 2015 και 2016 παρέμεινε άνεργη με μηδενικά εισοδήματα. Το 2017 κατόρθωσε να βρει εργασία και έλαβε ετήσιο εισόδημα €9.703, το 2018 το ποσό των €9.926, το 2019 το ποσό των €9.604 και το 2020 το ποσό των €10,
- Το 2021, η Χρεώστιδα έλαβε συνολικά €7.068 σε σχέση με το 2020 που έλαβε €10.618 με αποτέλεσμα να μειωθούν τα εισοδήματα της εκ νέου πέραν του 25%. Περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία για την οικονομική της κατάσταση περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 2 και 14 της Ένορκης Δήλωσης της Χρεώστιδας που συνοδεύει την Αίτηση ημερομηνίας 15/11/
- Σημειώνεται, ότι η Χρεώστιδα δεν έχει και δεν είχε οποιαδήποτε άλλη πηγή εισοδήματος όπως άλλωστε διαφαίνεται και από την ΚΠΟΣ της η οποία επισυνάπτεται επίσης ως Τεκμήριο 4 στην ΕΔ του ΑΖ. Σημειωτέο δε, προς απάντηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ένεκα του γεγονός[7] ότι δεν έλαβε ποτέ εισόδημα άνω των €19.500 η Χρεώστιδα, δεν ήταν υποχρεωμένη για υποβολή φορολογικής δήλωσης και ως εκ τούτου δεν έχει προσκομιστεί φορολογική δήλωση ή άλλο μέσο για να παρουσιαστούν τα εισοδήματα της και να καταχωρηθεί ως Τεκμήριο. Άλλωστε, δεν παρουσιάζει η Αιτήτρια οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο συνηγορεί ότι η Χρεώστιδα απέκρυψε οποιοδήποτε εισόδημα της.
- Περαιτέρω λαμβάνοντας υπόψη το οικογενειακό εισόδημα το οποίο αποτελείται από το εισόδημα της Χρεώστιδας και του συζύγου της Νικόλαου Αντωνίου και καθώς το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής είναι κοινό με το σύζυγο της, σε σύγκριση με το 2014 όταν το οικογενειακό εισόδημα ήταν €32.282 το 2015 μειώθηκε στο ποσό των €22.579 και συνέχισε στο ίδιο επίπεδο, με αποτέλεσμα να υποστεί μείωση πέραν του 25%. Το 2016 το συνολικό οικογενειακό εισόδημα μειώθηκε περαιτέρω καθώς ήταν €22.217 και ως εκ τούτου το ποσοστό μείωσης του οικογενειακού εισοδήματος ήταν πέραν του 25% για δεύτερη φορά. Περαιτέρω, ενώ το 2021 το οικογενειακό εισόδημα ήταν €45.990, το 2023 μειώθηκε στο ποσό των €34.067 και ως εκ τούτου μειώθηκε εκ νέου άνω του 25%. Επισυνάπτω κατάσταση ασφαλιστικού λογαριασμού του συζύγου Νικόλαου Αντωνίου για όλα τα έτη ως Τεκμήριο 7 η οποία σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 6 παρουσιάζουν το συνολικό οικογενειακό εισόδημα.» Δεν διαφεύγουν βεβαίως και όσα στη συνέχεια αναφέρει ο Ιωαννίδης για τους λόγους που «αδυνατούσε και αδυνατεί η Χρεώστιδα μέχρι και σήμερα να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή των χρεών της προς τους πιστωτές» (βλ. παρ. 23). Πέραν όμως των όσων αναφέρει, υπενθυμίζω ότι με βάση το άρθρο 72
(2): «.. τεκμαίρεται ότι οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη και πιο συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονομική κρίση.» Η Χρεώστρια για να δείξει τα εισοδήματα της έχει παρουσιάσει Ασφαλιστικό Λογαριασμό των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 7 στην αίτηση - Τεκμήριο 6 στην ένσταση). Είναι γεγονός βεβαίως πως ο ορθός τρόπος απόδειξης του ετήσιου εισοδήματος ενός προσώπου, είναι η παρουσίαση των φορολογικών δηλώσεων που υπέβαλε στο αρμόδιο τμήμα. Εν προκειμένω όμως, δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του Συμβούλου Αφερεγγυότητας ότι η Χρεώστιδα δεν ήταν υποχρεωμένη να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις διότι το εισόδημα της δεν ξεπερνούσε το ποσό που ανέφερε και επίσης ότι δεν είχε άλλη πηγή εισοδήματος πέραν της εργασίας της. Έχοντας υπόψη την κατάσταση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προκύπτει ότι οι αποδοχές της για τα έτη 2013-2016 μειώθηκαν σοβαρά. Με βάση δε όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και με δεδομένο ότι οι Αιτητές δεν παρουσίασαν μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η μείωση των εισοδημάτων της για τα έτη 2013-2015 οφειλόταν σε άλλο λόγο, συνάγεται ότι η εν λόγω μείωση οφειλόταν στην οικονομική κρίση. Για να υπάρχει όμως πλήρης εικόνα για τη μείωση που αναφέρθηκε αλλά και προκειμένου να γίνει κατανοητό το σκεπτικό του Δικαστηρίου που ακολουθεί, στο σημείο αυτό παραθέτω τις αποδοχές της με βάση τον εν λόγω Ασφαλιστικό Λογαριασμό για τα έτη 2009-2023: 2009 - € 4.133 2010 - € 4.083 2011 - € 4.088 2012 - € 4.081 2013 - € 453 2014 - € 2.720 2015 - € 0 2016 - € 0 2017 - € 9.703 2018 - € 9.926 2019 - € 9.604 2020 - €10.618 2021 - € 7.068 2022 - €11.509 2023 - €10.692 Με αυτά υπόψη και έχοντας εξετάσει τις θέσεις αμφότερων των πλευρών, θεωρώ πως οι αναφορές του Συμβούλου Αφερεγγυότητας περί δήθεν ουσιαστικής μείωσης του εισοδήματος της Χρεώστιδας, κατά την έννοια του άρθρου 72
(1)(ε), δεν ερείδονται στα πραγματικά οικονομικά δεδομένα. Πράγματι, κατά τα έτη 2013-2016, ως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει σοβαρή μείωση των εισοδημάτων της, πλην όμως η μείωση αυτή ήταν περιορισμένη χρονικά και δεν συνεχίστηκε στη μετέπειτα περίοδο. Αντιθέτως, από το 2017 έως και το 2023 καταγράφονται σταθερά αυξημένα ετήσια εισοδήματα (με τη μείωση που φαίνεται το 2021 εν σχέσει με το 2020 και το 2023 εν σχέσει με το 2022, για τις οποίες όμως δεν δόθηκε καμία εξήγηση), τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ τα επίπεδα της προ κρίσης περιόδου και σαφώς δεν συνάδουν με τη διατήρηση οικονομικής αδυναμίας λόγω μείωσης εισοδήματος. Υπό το φως των πιο πάνω, καθίσταται πρόδηλο ότι δεν αποδεικνύεται ουσιαστική μείωση του εισοδήματος της Χρεώστριας κατά τουλάχιστον 25%, ούτε και υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πρόσκαιρης μείωσης των ετών 2013-2016 και της επικαλούμενης αδυναμίας αποπληρωμής κατά την παρούσα αίτηση. Θεωρώ δε, πως η απομόνωση συγκεκριμένων ετών από τον Σύμβουλο, προς ανάδειξη μιας φαινομενικής μείωσης, δεν συνάδει με την απαιτούμενη κατά τον νόμο συνολική αξιολόγηση της οικονομικής πορείας της Χρεώστριας. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Συμβούλου Αφερεγγυότητας ότι επηρεάστηκε η επιχείρηση του συζύγου της από την οικονομική κρίση και τερμάτισε τη λειτουργία της το 2013, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να μείνει χωρίς εργασία και η Χρεώστιδα αφού εργαζόταν στην εν λόγω επιχείρηση, επισημαίνω ότι πρόκειται για γενικό και μη ειδικώς τεκμηριωμένο ισχυρισμό. Ούτως ή άλλως όμως, πρόκειται για ισχυρισμό που αντιφάσκει με δικές της δηλώσεις στο πλαίσιο της ΚΠΟΣ ημερ. 28/3/2024 (βλ. Τεκμ.Γ1 στην αίτηση της ημερ.14/5/2024, με την οποία ζήτησε αρχικά προστατευτικό διάταγμα 95 ημερών), όπου στο «Μέρος 2: Επάγγελμα» δήλωσε ότι τα εισοδήματα που είχε τον Δεκέμβριο του 2013 και την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουνίου του 2014 προέρχονταν από τη συγκεκριμένη επιχείρηση. Εν πάση όμως περιπτώσει, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη ως βάσιμος ο ισχυρισμός της περί πλήγματος στην επιχείρηση του συζύγου της από την οικονομική κρίση, η θέση αυτή δύναται να διασυνδεθεί λογικά με την περίοδο 2013-2016 όπου τα έτη 2013-2014 επήλθε μείωση των εισοδημάτων της και τα έτη 2015-2016 ήταν άνεργη. Επισημαίνεται εδώ πως έχει ήδη γίνει αποδεκτό - βάσει του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 72
(2)- ότι για την περίοδο 2013-2015 υπήρξε ουσιαστική επιδείνωση της οικονομικής της κατάστασης λόγω της οικονομικής κρίσης. Πέραν όμως της εν λόγω περιόδου, από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου δεν έχει καταδειχθεί ότι η Χρεώστιδα αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη της λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής της κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου της σε μεταγενέστερο χρόνο, κατά την έννοια του άρθρου 72
(1)(ε). Αντιθέτως, τα εισοδήματά της μετά το 2017 παρουσιάζονται αυξημένα και επαναλαμβάνεται ότι για τη μείωση που φαίνεται το 2021 εν σχέσει με το 2020 και τη μείωση του 2023 εν σχέσει με το 2022, δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε πειστική εξήγηση ως προς την αιτία τους. Περαιτέρω, η επιλογή της ίδιας και του συζύγου της να στηρίξουν οικονομικά τις σπουδές των θυγατέρων τους τις περιόδους 2017-2021 και 2021 και εντεύθεν, με την πληρωμή ποσού €1000-1500 μηνιαίως, πρόκειται για εκούσια οικονομική επιλογή των ιδίων και όχι για γεγονός εκτός του ελέγχου τους, ικανό να τεκμηριώσει αδυναμία πληρωμής στο πλαίσιο που συζητούμε. Οι Αιτητές επίσης, με την αγόρευση των συνηγόρων τους, προωθούν τη θέση πως ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας στην παράγραφο 22 της ένορκης του δήλωσης, προβαίνει λανθασμένα σε υπολογισμό της μείωσης εισοδήματος συνυπολογίζοντας τα εισοδήματα του ζευγαριού. Ως προκύπτει από τη μελέτη της εν λόγω παραγράφου, ο Σύμβουλος αναφέρεται ουσιαστικά σε μείωση του οικογενειακού εισοδήματος πέραν του 25%, παραπέμποντας και στην κατάσταση του ασφαλιστικού λογαριασμού του συζύγου της Χρεώστιδας. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υποβλήθηκε κοινό ΠΣΑ για την Χρεώστιδα και το σύζυγο της. Η υποβολή κοινής πρότασης για ΠΣΑ είναι δυνατή με βάση το άρθρο 33
(3)του Νόμου, εφόσον υπάρχουν συνοφειλέτες σε όλα τα χρέη που θα καλύπτονται από το ΠΣΑ. Τώρα, αν στην προκειμένη περίπτωση, ορθά υποβλήθηκε κοινή πρόταση με δεδομένο ότι στο δάνειο της ΚΕΔΙΠΕΣ (αρ..779-7) οφειλέτης είναι μόνον ο σύζυγος της Χρεώστιδας και η τελευταία είναι εγγυήτρια, δεν χρειάζεται να με απασχολήσει. Αυτό που έχει σημασία να λεχθεί, είναι πως κατά την κρίση μου οι Αιτητές έχουν δίκαιο. Το άρθρο 72
(1)(ε) αναφέρεται ρητά σε μείωση εισοδημάτων του χρεώστη και χειροτέρευση της κατάστασης του και πουθενά δεν αναφέρεται σε μείωση του οικογενειακού εισοδήματος. Άλλη ερμηνεία στη συγκεκριμένη διάταξη, η οποία είναι σαφής, δεν μπορεί να δοθεί. Ανεξάρτητα τούτου όμως, και παρά το γεγονός ότι για τον σύζυγο της αναμενόταν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο φορολογικές δηλώσεις όσο και οικονομικές καταστάσεις της αναφερόμενης επιχείρησης του προκειμένου να δοθεί η πραγματική εικόνα των εισοδημάτων του, αναφέρεται εδώ πως σε κάθε περίπτωση από μελέτη του ασφαλιστικού λογαριασμού του συζύγου της Χρεώστιδας (βλ. Τεκμήριο 7 στην ένσταση), συνάγεται πως τα εισοδήματα του όχι μόνον δεν μειώθηκαν λόγω οικονομικής κρίσης αλλά ουσιαστικά παρουσιάζουν αύξηση έκτοτε. Για να δοθεί και πάλιν σαφής εικόνα, παραθέτω τις αποδοχές του συζύγου με βάση τον Ασφαλιστικό Λογαριασμό για τα έτη 2009-2023: 2009 - €10.206 2010 - €10.251 2011 - €10.219 2012 - €10.247 2013 - €10.791 2014 - €29.562 2015 - €22.579 2016 - €22.217 2017 - €22.579 2018 - €22.583 2019 - €25.337 2020 - €32.524 2021 - €38.922 2022 - €31.025 2023 - €23.375 Συνδυαστικά, λοιπόν, με όσα αναφέρθηκαν αναφορικά με τα εισοδήματα της Χρεώστιδας ανωτέρω, ουδείς μπορεί να υποστηρίξει βάσιμα ότι το οικογενειακό εισόδημα υπέστη την ουσιαστική μείωση που θέλει το άρθρο 72
(1)(ε). Θα σημειώσω όμως και εδω, ότι η απομόνωση συγκεκριμένων ετών από τον Σύμβουλο ουδόλως βοηθά τη θέση περί ουσιαστικής μείωσης του οικογενειακού εισοδήματος κατά τουλάχιστον 25% εν τη εννοία του Νόμου. Περιπλέον, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η Χρεώστιδα κωλύεται να επικαλείται μείωση στα εισοδήματα της, η οποία να επήλθε πριν την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον της την 1/12/2022 στα πλαίσια της αγωγής 1870/2021 (βλ. Τεκμήριο 2 στην αίτηση). Για την έκδοση της απόφασης, ο Σύμβουλος πέραν της αναφοράς του περί παράλειψης των Αιτητών ν' αναφέρουν τη μερική συμμόρφωση της Χρεώστιδας με την παραχώρηση ακινήτου αξίας €155.000, που δεν αμφισβητείται, στη συνέχεια κατηγορεί ουσιαστικά τους Αιτητές ότι στόχος τους ήταν η πώληση της πρώτης κατοικίας από τη στιγμή που γνώριζαν ότι η Χρεώστιδα και ο σύζυγος της δεν είχαν τη δυνατότητα να αποπληρώσουν το υπόλοιπο ποσό και ότι ήταν στο σύστημα Άρτεμις, γεγονός που δεν τους επιτρέπει να αναζητήσουν δανειοδότηση από άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Επί τούτου, θα πρέπει βεβαίως να λεχθεί ότι από τη στιγμή που εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση, η οποία προνοούσε για αναστολή υπό κάποιες προυποθέσεις και οι Χρεώστες γνώριζαν τα δεδομένα, μαζί και το ενδεχόμενο εκποίησης των ακινήτων που αναφέρονται στην απόφαση εάν δεν συμμορφωθούν με τους όρους αναστολής, δεν μπορεί να προβάλλεται μια τέτοια θέση. Η λογική του πράγματος, συνηγορεί μάλλον με την έτερη του θέση, σε άλλο σημείο της ένορκης του δήλωσης, πως είχαν πρόθεση να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις αποδεχόμενοι την απόφαση και προσπάθησαν να εξεύρουν δανεισμό από άλλο πιστωτικό ίδρυμα χωρίς αυτό να καταστεί δυνατό γιατί είχαν καταχωριστεί στο σύστημα Άρτεμις. Δεν θεωρώ λοιπόν πως η αποδοχή απόφασης την 1/12/2022, η οποία συνοδευόταν με την εκτίμηση προφανώς πως θα μπορούσαν να ανταποκριθούν, όσο λανθασμένη και αν η εκτίμηση αυτή φαίνεται ενδεχομένως εκ των υστέρων, είναι ένα στοιχείο που από μόνο του θα μπορούσε να θεωρηθεί κώλυμα για την Χρεώστιδα να προβάλει τη θέση περί μείωσης εισοδημάτων, εάν τούτο πράγματι ευσταθούσε. Εξάλλου, το κρίσιμο χρονικό σημείο για το Νόμο δεν είναι ο χρόνος έκδοσης ή αποδοχής της δικαστικής απόφασης, ούτε όμως η αποδοχή της απόφασης ισοδυναμεί με δέσμευση ότι τα εισοδήματα δεν είχαν μειωθεί προηγουμένως. Λέγοντας αυτά, αποτελεί κατάληξη μου ότι δεν πληρούτο η προυπόθεση του άρθρου 72
(1)(ε) του νόμου και συνεπώς δεν υπήρχε δυνατότητα υποβολής αίτησης από μέρους της Χρεώστιδας για την έκδοση διατάγματος επιβολής στους πιστωτές του ΠΣΑ που απερρίφθη στη συνέλευση. Παρόλο που με την πιο πάνω διαπίστωση η έκβαση της παρούσας έχει κριθεί, προχωρώ για σκοπούς πληρότητας στην εξέταση και των λοιπών ζητημάτων. Αποτελεί θέση των Αιτητών επίσης, ότι το προτεινόμενο ΠΣΑ δεν πληρούσε τις υποχρεωτικές προυποθέσεις του άρθρου 46
(2)(δ) και του άρθρου 73 που αφορά το μη συναινετικό ΠΣΑ, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ότι το ΠΣΑ τους θέτει, ως πιστωτές, στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Πτωχεύσεων Νόμου. Στο πλαίσιο αυτό ισχυρίζονται ότι στο επίδικο ΠΣΑ εντοπίζονται ασάφειες, όπως για παράδειγμα η έλλειψη τεκμηριωμένης εξήγησης και στοιχειώδους ανάλυσης αναφορικά με τον τρόπο που κατέληξε ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας στα ποσά που προβλέπονται εντός του ΠΣΑ. Επίσης δεν υπάρχει τεκμηριωμένη εξήγηση και στοιχειώδης ανάλυση που να αποδεικνύει ότι τα προβλεπόμενα ποσά πληρωμών θα μπορούν να εξασφαλιστούν αδιάκοπα για το καθορισμένο από το ΠΣΑ χρονικό διάστημα, ενώ η Χρεώστιδα και ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας παραλείπουν να υπολογίσουν ή προσμετρήσουν σημαντικούς παράγοντες που θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό των εισοδημάτων. Με αυτά υπόψη οι Αιτητές θεωρούν πως δεν μπορεί να εξακριβωθεί με βεβαιότητα η βιωσιμότητα του ΠΣΑ. Πιο συγκεκριμένα, οι Αιτητές εγείρουν κατ' αρχάς το ζήτημα της ενοικίασης μέρους της κατοικίας. Ως αναφέρει ο Ζαμπάς «..ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας και η Χρεώστιδα έχουν λάβει ως δεδομένο ότι θα λαμβάνεται από το 2° έτος ισχύος του ΠΣΑ ενοίκιο ύψους €300, από τη μίσθωση των δωματίων του κάτω ορόφου της κύριάς τους κατοικίας. Ουδέν αποδεικτικό προσκομίστηκε σχετικά με τη δυνατότητα μίσθωσης μέρους της κύριάς του κατοικίας ενώ έχει ληφθεί ως δεδομένο ότι θα λαμβάνεται σε βάθος χρόνου και για περίοδο 25 ετών ενοίκιο ύψους €300.» Ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας απαντά ότι η Χρεώστρια και η οικογένεια της είναι πρόθυμοι με καλή πίστη, να εκμεταλλευτούν κάθε μέσο για να ικανοποιήσουν το χρέος τους και «για αυτό έθεσαν προς ενοικίαση μέρος της κατοικίας τους». Η Χρεώστρια δε αναμένει την οριστικοποίηση του διατάγματος για να μπορεί να συμβληθεί με ενδιαφερόμενο ενοικιαστή, άλλωστε για αυτό δόθηκε και η προθεσμία των 12 μηνών. Όπως προκύπτει από μελέτη του ΠΣΑ (βλ. τον Πίνακα Αποπληρωμής - Πίνακας 5), έχει συνυπολογιστεί καθαρό μηνιαίο εισόδημα από την είσπραξη ενοικίου το ποσό των €
- Με αστερίσκο δε κάτω από τον πίνακα, σημειώνεται η πρόθεση των χρεωστών να ενοικιάσουν τον κάτω όροφο-βοηθητικά δωμάτια και πως «αναμένετε[8] ότι το καθαρό ενοίκιο που θα προκύψει θα ανέρχεται στα €300 το μήνα και αναμένεται ότι αυτό θα λαμβάνεται από τους Χρεώστες κατά το 2ο έτος του ΠΣΑ και έπειτα». Από τα όσα αναφέρθηκαν δεν προκύπτει βεβαίως από πουθενά ότι οι Χρεώστες έθεσαν προς ενοικίαση μέρος της κατοικίας τους. Δηλώνουν απλά την πρόθεση τους να ενοικιάσουν τον κάτω όροφο της κατοικίας, χωρίς όμως να παραθέσουν αποδείξεις ότι θα μπορούσε το μέρος αυτό να ενοικιαστεί και να εξασφαλίζει τέτοιο εισόδημα. Ούτε παρουσιάζουν κάποια εκτίμηση της μηνιαίας ενοικιαστικής αξίας του ή έστω κάποια στοιχεία για προκαταρτικές έρευνες από μέρους τους για ύπαρξη κάποιου ενδιαφέροντος προς ενοικίαση του μέρους αυτού της κατοικίας - αν δύναται να ενοικιαστεί ως έχει - και για το ενοίκιο που προσφέρεται. Με βάση αυτά λοιπόν, είναι σαφές πως και η αναφορά στο ΠΣΑ ότι αναμένεται καθαρό ενοίκιο €300 μηνιαίως είναι αυθαίρετη. Γενικότερα δε, η θέση περί ενοικίασης μέρους της κατοικίας με ενοίκιο €300 μηνιαίως, η οποία θα αρχίσει μετά από 12 μήνες και η οποία μάλιστα θα συνεχίσει ουσιαστικά για 25 χρόνια, δεν μπορεί παρά να κριθεί ως γενική και αόριστη. Ένα άλλο ζήτημα που τίθεται από τους Αιτητές, είναι πως ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας « δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψιν στους υπολογισμούς του ότι οι αποπληρωμές επεκτείνονται στο 71ο έτος της ηλικίας της Χρεώστιδας, και δεν παραθέτει οποιαδήποτε επεξήγηση ή εξασφάλιση για την δυνατότητα αποπληρωμής και καταβολής δόσης συνολικού ύψους €1.025 για το πρώτο έτος ισχύος του ΠΣΑ και έπειτα €1.325 μέχρι τη λήξη του. » Επί τούτου, ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας αναφέρει ότι «..η Χρεώστιδα και ο σύζυγος της είναι πρόθυμοι να συνεχίσουν να εργάζονται μετά το 65° έτος της ηλικίας τους και την συνταξιοδότηση του[9] σε τέτοιο βαθμό, ούτως ώστε να ικανοποιούν τους όρους του ΠΣΑ. Άλλωστε δεν θεωρούν προτιμότερο σενάριο, να απωλέσουν την πρώτη κατοικία τους και να αναζητούν στέγη, παρά να εργαστούν για όσο χρειαστεί προκειμένου να προστατέψουν την πρώτη κατοικία τους. Αναφέρω δε, ότι ο Νόμος δεν απαγορεύει κάτι τέτοιο και δίνει εξουσία στον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας με την συγκατάθεση των χρεωστών, να λάβουν ριζικά μέτρα προκειμένου να προστατευτεί η πρώτη κατοικία τους. Επιπρόσθετα, το χρέος θα έχει μειωθεί τόσο σημαντικά μετά το 65° έτος ηλικίας του χρεώστη που οι θυγατέρες του χρεώστη θα μπορούσαν να αποπληρώσουν το υπόλοιπο χρέος του δανείου, κάτι το οποίο θα αξιολογηθεί εν ευθέτω χρόνο όπως ορίζει ο Νόμος. » Είναι γεγονός ότι δεν υφίσταται υποχρεωτικός τερματισμός της απασχόλησης λόγω συνταξιοδότησης, ενώ δεν είναι ασυνήθες πρόσωπα είτε εκούσια είτε αναγκαστικά να συνεχίζουν να εργάζονται και μετά το 65ο έτος της ηλικίας τους. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι η απλή δήλωση πρόθεσης για εργασία μετά το εν λόγω ηλικιακό όριο αρκεί, αφ' εαυτής, για να θεμελιώσει τη βιωσιμότητα ενός ΠΣΑ. Πράγματι, η ηλικία καθαυτή δεν καθιστά το ΠΣΑ ανεφάρμοστο· εντούτοις, όσο η αποπληρωμή εκτείνεται σε προχωρημένο ηλικιακό στάδιο, κατά την κρίση μου τόσο αυξάνεται και η ανάγκη για συγκεκριμένη και επαρκή τεκμηρίωση της δυνατότητας αποπληρωμής. Εν προκειμένω, ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας προβαίνει σε γενικές και αόριστες αναφορές, χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία ως προς το ύψος της σύνταξης, το είδος της τυχόν απασχόλησης μετά το 65ο έτος ή το αναμενόμενο εισόδημα. Ομοίως, η γενική αναφορά ότι, μετά το 65ο έτος, θα μπορούσαν οι θυγατέρες της Χρεώστιδας να αποπληρώσουν το υπόλοιπο του δανείου, δεν συνιστά στοιχείο που δύναται να ληφθεί υπόψη κατά το παρόν στάδιο, ελλείψει οποιασδήποτε συγκεκριμένης πληροφόρησης ή δέσμευσης αναφορικά με τη δυνατότητα ή τη βούληση συνεισφοράς τρίτων προσώπων. Το τελευταίο ζήτημα που τίθεται από τους Αιτητές για να καταδειχθεί ότι στο ΠΣΑ υπάρχουν ασάφειες, αφορά το γεγονός ότι σε παλαιότερη ΚΠΟΣ της Χρεώστιδας ημερ. 28/3/2024 (βλ. Τεκμήριο 8 στην αίτηση), η τελευταία φαίνεται να έχει ένα τέκνο ηλικίας 21 ετών, τα λογικά έξοδα του οποίου δεν φαίνεται να συνυπολογίζονται από την Χρεώστιδα και τον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας στη νεότερη ΚΠΟΣ (βλ. Τεκμήριο 4 στην αίτηση). Αποτελεί θέση τους δε πως καμία εξήγηση δεν δίδεται σε σχέση με το τέκνο της Χρεώστιδας και τον λόγο για τον οποίο ενώ θεωρείται εξαρτώμενο τον Μάρτιο του 2024, τον Σεπτέμβριο του 2024 δεν είναι. Πρόσθετα, φαίνεται να μην έχει προσμετρηθεί το γεγονός ότι τα έξοδα της Χρεώστιδας ενδεχομένως να διαφοροποιηθούν, λαμβάνοντας υπόψιν σαν παράδειγμα τα έξοδα σπουδών που ενδέχεται να υπάρχουν ή να προκύψουν στο άμεσο μέλλον. Αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας στην παράγραφο 29 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι ο λόγος μη συμπερίληψης της θυγατέρας της Κ.Α. στη νεότερη ΚΠΟΣ τον Οκτώβριο του 2024, σε σύγκριση με την ΚΠΟΣ του Μαρτίου 2024, είναι ότι η θυγατέρα της αντιλαμβανόμενη την δύσκολη οικονομική κατάσταση της οικογένειας και το ενδεχόμενο να απωλέσουν οι γονείς της την κατοικία τους, από τον Σεπτέμβριο του 2024 ξεκίνησε να εργάζεται περιστασιακά παράλληλα με τις σπουδές της στην Αθήνα, ενώ τον Ιούνιο του 2025 ολοκληρώνει τις σπουδές της. Ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται την οικονομική στήριξη της οικογένειας καθώς καλύπτει από μόνη της τα έξοδα διαβίωσης της όπως και η μεγαλύτερη θυγατέρα τους, Μ.Α., η οποία πλέον εργάζεται. Περαιτέρω ως ενήλικη, η Κ.Α., δεν θεωρείται εξαρτώμενο μέλος της οικογένειας, ειδικά όταν πλέον εργάζεται και δεν χρειάζεται τη συνεισφορά της οικογένειας της. Επι τούτου, αναφέρω πως η θέση του Συμβούλου Αφερεγγυότητας περί εξεύρεσης εργασίας από την Κ.Α. και πλήρους κάλυψης των εξόδων διαβίωσης της παρουσιάζεται χωρίς την αναγκαία εξειδίκευση και αποδεικτική υποστήριξη. Ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας σε άλλο σημείο της ένορκης του δήλωσης ανέφερε πως η Κ.Α. για τα έξοδα διαβίωσης της είχε μηνιαίο κόστος κατά την περίοδο της φοίτησης της €1000-€1500[10]. Η γενική και αόριστη αναφορά του λοιπόν περί εξεύρεσης εργασίας και κάλυψης των εξόδων της δεν πείθει, εφόσον δεν έχει γίνει καμία αναφορά για τη φύση της εργασίας, στην οποία μάλιστα σύμφωνα με τον ίδιο τον Σύμβουλο εργάζεται περιστασιακά, και το εισόδημα που λαμβάνει, ούτε παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία. Με αυτά υπόψη σημειώνω πως δεν έχει καταδειχθεί ότι έχει διακοπεί σε οποιοδήποτε στάδιο η χρηματοδότηση της ενήλικης Κ.Α., ενώ ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η τελευταία ολοκλήρωσε τις σπουδές της τον Ιούνιο 2025, δεν μπορεί το Δικαστήριο ελλείψει στοιχείων να καταλήξει ότι δεν θα συνεχίσει να χρειάζεται τη στήριξη των γονιών της για την κάλυψη των εξόδων της, είτε για συνέχιση ενδεχομένως με κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα, είτε μέχρι να βρει κανονική εργασία στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Ενδεχόμενο το οποίο, αναμφίβολα, συνεπάγεται την επιβάρυνση του οικογενειακού προυπολογισμού με πρόσθετα και αυξημένα έξοδα. Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι οι υπολογισμοί του Συμβούλου Αφερεγγυότητας βασίζονται σε ατεκμηρίωτα ποσά, ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οικονομικά δεδομένα τα οποία ενδεχομένως να επηρεάζουν την δυνατότητα αποπληρωμής από μέρους της Χρεώστιδας και ότι, εν τέλει, η οικονομική βιωσιμότητα του επίδικου ΠΣΑ είναι αβέβαιη. Ως εκ των ανωτέρω, δεν μπορεί να εξακριβωθεί εάν το επίδικο ΠΣΑ θα θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία της Χρεώστιδας εδιατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτωχεύσεως Νόμου και εν πάση περιπτώσει δεν αποδεικνύεται αυτό από την Χρεώστιδα και συνεπώς το επίδικο Διάταγμα θα πρέπει και γι' αυτόν τον λόγο να ακυρωθεί. Συναφώς, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου πως το επίδικο ΠΣΑ δεν πληροί τις αναγκαίες προυποθέσεις του Νόμου για επιβολή του στους Πιστωτές. Σχολιασμός Λόγων Ένστασης Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, στο σημείο αυτό θα προβώ σε σύντομο σχολιασμό των λόγων ένστασης που εγείρουν ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας και η Χρεώστρια. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης, προκύπτει από την αγόρευση των συνηγόρων της Χρεώστριας και του Συμβούλου Αφερεγγυότητας (βλ. παρ.19) ότι η θέση ουσιαστικά περί λανθασμένης νομικής βάσης στηρίζεται στο γεγονός ότι οι Αιτητές αναφέρονται στους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρεται δε πως ένεκα τούτου και της προώθησης ουσιαστικά της αίτησης με βάση τους τελευταίους, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως εξ υπαρχής άκυρη και παράτυπη. Πέραν όμως του ότι το θέμα τέθηκε κατά τρόπο γενικό, χωρίς παραπομπή σε κάποιο σύγγραμμα ή νομολογία, θεωρώ πως στην πραγματικότητα δεν προκύπτει κάτι ουσιαστικό από την απλή αναφορά στη νομική βάση των παλαιών Θεσμών. Όπως αναφέρθηκε ήδη, η επίδικη αίτηση βασίζεται και στο Ν.65(Ι)/2015, άρθρα 41-77, αλλά και στον σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό του 2016[11], Κανονισμοί 4, 5, 10, 15, 16, 22, 23 και
- Το δικαίωμα προσφυγής δε κατά του διατάγματος επιβολής του μη συναινετικού ΠΣΑ προνοείται στο άρθρο 72
(5), ενώ ο Τύπος της αίτησης και η διαδικασία που ακολουθείται προνοούνται στον Κ.
- Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις του Κανονισμού 2, έρχονται στο προσκήνιο και εφαρμόζονται μόνον αν δεν υπάρχει κάποια ειδική ρύθμιση στον Κανονισμό. Συνεπώς, δεν προκύπτει εν προκειμένω ζήτημα προώθησης της αίτησης με λανθασμένη νομική βάση και ο πρώτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ως προς τους λόγους ένστασης 2 και 4-7, θεωρώ πως έχουν απαντηθεί με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και απορρίπτονται. Με τον τρίτο λόγο ένστασης προβάλλεται ότι η επίδικη αίτηση είναι κακόπιστη και ή εκδικητική και ή σκοπεί στην πρόκληση της εκποίησης κύριας κατοικίας και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). Η επίδικη νομοθεσία δίνει το δικαίωμα στους Αιτητές, εντός περιόδου 15 ημερών από την έκδοση διατάγματος επιβολής ΠΣΑ, να προσφύγουν στο Δικαστήριο και να ζητήσουν ακύρωση του για τους λόγους που προνοούνται στο νόμο. Αυτό έπραξαν οι Αιτητές στην παρούσα. Από την εξέταση της αίτησης δε, προέκυψε ότι πράγματι έχουν δίκαιο να παραπονούνται για το ΠΣΑ που τους επιβλήθηκε. Από εκεί και πέρα, αν με το πέρας της παρούσας έχουν πρόθεση να ασκήσουν το δικαίωμα που έχουν με βάση το νόμο για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, δεν δύναται, από μόνο του, να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε με κακοπιστία ή ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Άρα, απορρίπτεται ο τρίτος λόγος ένστασης. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 8, η αίτηση είναι κακόπιστη και ή καταχρηστική και οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να την προωθούν, επειδή απέρριψαν αδικαιολόγητα και καταχρηστικά την πρόταση αναδιάρθρωσης των χρεών. Πέραν του ότι το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απορρίφθηκε η πρόταση αναδιάρθρωσης αφου δεν έχει ενώπιον του οιαδήποτε στοιχεία περί του θέματος αυτού και δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να αποφανθεί επί της ισχυριζόμενης κακοπιστίας, σημειώνω πως δεν βλέπω σε κάθε περίπτωση ποια είναι η σημασία της απόρριψης μιας πρότασης αναδιάρθρωσης και πως διασυνδέεται με την παρούσα, στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο εξετάζει αν πληρούντο οι προυποθέσεις του Νόμου για την επιβολή του επίδικου ΠΣΑ στους Πιστωτές. Συναφώς, απορρίπτεται και ο όγδοος λόγος ένστασης. Ερχόμενος στον ένατο λόγο ένστασης, σημειώνω ότι από πουθενά δεν προκύπτει πως οι Αιτητές ενεργούν κακόπιστα και ή εκδικητικά και ή ότι επιδιώκουν καθυστέρηση στην επιβολή του ΠΣΑ και ότι συναφώς ενεργούν καταχρηστικά. Οι Αιτητές, ως ήδη αναφέρθηκε, απλά άσκησαν ένα δικαίωμα που τους παρέχει η νομοθεσία και ζητούν την ακύρωση του διατάγματος που έχει εκδοθεί, θεωρώντας ότι συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι που προνούνται στο νόμο. Και επαναλαμβάνω ότι, όπως έχει διαφανεί από την ανάλυση που προηγήθηκε, έχουν δίκαιο. Συνεπώς, ο ένατος λόγος ένστασης είναι επίσης καταδικασμένος σε απόρριψη. Τέλος, θεωρώ πως οι λόγοι ένστασης 10 και 11 παρέμειναν μετέωροι και είναι έκθετοι σε απόρριψη. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Α της αίτησης. Το αιτητικό Β[12] απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης €2.500.- συμπεριλαμβανομένων ΦΠΑ και πραγματικών εξόδων επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ'ης η αίτηση/Χρεώστριας. (Υπ.) .................. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Για μια γενική αναφορά στις πρόνοιες και τους σκοπούς του Νόμου και ειδικότερα στις προϋποθέσεις που καθορίζει, προκειμένου να εγκριθεί και εφαρμοστεί αίτημα για ΠΣΑ, βλέπε Hellenic Public Company Limited v. Δημητράκη Αναστασίου, Πολ.Έφ. Ε129/22, ημερ.18/1/
- [2] Το εδάφιο 2 του άρθρου 72 προνοεί τα εξής : «
(2)Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(1), τεκμαίρεται ότι οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη και πιο συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονομική κρίση.» [3] Με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου «καθορισμένος πιστωτής», σε σχέση με προστατευτικό διάταγμα, σημαίνει πιστωτή που καθορίζεται σε προστατευτικό διάταγμα το οποίο βρίσκεται σε ισχύ, ως πρόσωπο στο οποίο οφείλεται συγκεκριμένο χρέος και, σε σχέση με Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, σημαίνει πιστωτή, μέρος σε Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής που έχει επικυρωθεί ή επιβληθεί από το δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου 2, του Τρίτου Μέρους και το οποίο βρίσκεται σε ισχύ· [4] Ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αντλήσει πληροφόρηση από τον φάκελο της υπόθεσης βλ. Κύπρος Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938. [5] Sic. [6] Sic. [7] Sic. [8] Sic. [9] Sic. [10] Βλ. παρ. 23 (ζ). [11] Ο περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2016 (5/2016). [12] «Οποιαδήποτε άλλη Διαταγή ή Απόφαση ή Οδηγία». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο