← Κύπρος

DIGIMED COMMUNICATION LTD ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Aγωγή αρ.: 1591/2016, 16/12/2025

DIGIMED COMMUNICATION LTD ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Aγωγή αρ.: 1591/2016, 16/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Koντοπούλου, Π.Ε.Δ. Aγωγή αρ.: 1591/2016 Μεταξύ: DIGIMED COMMUNICATION LTD Ενάγοντες -και-

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  2. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης
  3. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου Εναγομένων --------------- Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Μ. Μιχαήλ για Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε Για εναγόμενους 2 και 3: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα αξιώνει €340.000 ως υπόλοιπο καταθέσεων και/ή ως αποζημιώσεις για ζημιές που έχει υποστεί από βαριά αμέλεια κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης το 2013 στη Cyprus Popular Bank Ltd. Δικογραφία των Μερών Η Εναγόμενη 2 ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του νόμου 17

(1)/
  1. Κατά τον επίδικο χρόνο, οι Ενάγοντες διατηρούσαν καταθέσεις στη Λαϊκή Τράπεζα στις 25/03/2013 για το συνολικό ποσό των €334.
  2. Το ποσό των €276.351 ήταν στον λογαριασμό ΧΧΧΧ060561 και το υπόλοιπο ποσό των €58.895 στο λογαριασμό ΧΧΧΧ
  3. Οι τράπεζες παρέμειναν κλειστές από τις 16/03/2013 μέχρι 28/03/2013 και την 22/03/2013 δημοσιεύτηκε ο νόμος 17
(1)/
  1. Στη συνέχεια, ίσχυαν για μεγάλο χρονικό διάστημα περιορισμοί στις συναλλαγές, ιδίως σε σχέση με το ύψος ποσού που μπορούσε να αποσυρθεί από την τράπεζα. Την 25/03/2013 επιτεύχθηκε πολιτική συμφωνία στο Eurogroup. Η συμφωνία που ανακοινώθηκε, προνοούσε τη διάλυση της Λαϊκής Τράπεζας και τον διαχωρισμό της Λαϊκής σε καλή και κακή τράπεζα και την απορρόφηση της καλής από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ακολούθησε μνημόνιο της διάσωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προηγουμένως, στις 16/03/2013 είχε επιτευχθεί πολιτική συμφωνία στο Eurogroup με βάση την οποίαν, το πρόβλημα των τραπεζών θα αντιμετωπίζετο με εφάπαξ εισφορά αλληλεγγύης, όμως η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 19/03/2017 απέρριψε το σχετικό νομοσχέδιο. Στις 25/03/2013 λήφθηκε από κοινού απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών και αποφασίστηκε λήψη μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής δυνάμει του πιο πάνω νόμου. Δημοσιεύθηκαν στη συνέχεια στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Παράρτημα ΙΙΙ Μέρος I τα ακόλουθα Διατάγματα (τα Διατάγματα) ως Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις (ΚΔΠ) που αφορούσαν τη Λαϊκή, τους καταθέτες, μετόχους, το ενεργητικό, παθητικά και εργασίες της ήτοι: (α) ΚΔΠ 94/13 Περί της Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular (ημερ. 25.3.13) Bank Public Co Ltd Διάταγμα του
  2. (β) ΚΔΠ 97/13 Περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών (ημερ.26.3.13) της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του
  3. (γ) ΚΔΠ 104/13 Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της (ημερ. 29.3.13) Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του
  4. (δ) ΚΔΠ 105/13 Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο (ημερ. 1.4.13) Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του
  5. (ε) ΚΔΠ 133/13 Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus (ημερ. 21.4.13) Popular Bank Public Co Ltd (Τροποποιητικό) Διάταγμα του
  6. (στ) ΚΔΠ 156/13 Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus (ημερ. 14.5.13) της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Τροποποιητικό 2) Διάταγμα του
  7. (ζ) ΚΔΠ 276/13 Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus (ημερ. 30.7.13) της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Τροποποιητικό 3) Διάταγμα του
  8. (η) ΚΔΠ 279/13 Περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της (ημερ.30.7.13) Τράπεζας Κύπρου προς αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του
  9. (θ) ΚΔΠ 462/13 Περί της Πώλησης Ορισμένων της Cyprus (ημερ.20.12.13) Popular Bank Co Ltd (Συμπληρωματικό) Διάταγμα του
  10. Την 25/03/2013 διορίστηκε η Άντρη Αντωνιάδου ως ειδική διαχειρίστρια της Λαϊκής. Η AΔΠ 197/13 είναι ανυπόστατη και χωρίς νομική αξία, διότι δεν λήφθηκαν από εξουσιοδοτημένο συλλογικό όργανο, δηλαδή της Αρχής Εξυγίανσης, αλλά από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Η Εναγόμενη 2 δεν ήταν νόμιμα συγκροτημένη. Τα διατάγματα ήταν νομικά ανίσχυρα και δεν παρήγαγαν κανένα αποτέλεσμα. Η αποφασιστική συμμετοχή του Υπουργού Οικονομικών στην από κοινού απόφαση, παραβιάζει την αρχή διάκρισης των εξουσιών. Η Άντρη Αντωνιάδου υλοποίησε τα διατάγματα, διαπραγματεύτηκε και υπέγραψε συμφωνίες πώλησης περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής και ενεργούσε ως διαχειριστής της Λαϊκής υποκαθιστώντας το Διοικητικό Συμβούλιο της Λαϊκής το οποίο παραιτήθηκε. Δεν έλαβε μέτρα για την ακύρωση των διαταγμάτων. Στις 22/05/2013, απέστειλε καταστάσεις λογαριασμών στους Ενάγοντες με τις καταθέσεις τους στις 26/03/2013, το ποσό των 100.000 ευρώ ως εξασφαλισμένο ποσό μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Το υπόλοιπο ποσό των €237.008, περιγράφηκε ως ποσό απομείωσης. Οι Ενάγοντες έλαβαν κατάσταση λογαριασμού από την Τράπεζα Κύπρου για τις καταθέσεις τους €100.
  11. Τα διατάγματα εκδόθηκαν κατά παράβαση των εκ του Νόμου καθηκόντων των εναγομένων 2 και υλοποιήθηκαν από τους εναγόμενους 1 (μέσω της Άντρης Αντωνιάδου) κατά παράβαση των ιδίων εκ του Νόμου καθηκόντων τους. Λεπτομέρειες παράβασης εκ του Νόμου καθηκόντων Μεταχειρίστηκαν με διαφορετικό τρόπο τους καταθέτες των εις Κύπρο υποκαταστημάτων της Λαϊκής με τους καταθέτες των στην Ελλάδα και εις το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) υποκαταστημάτων της Λαϊκής κατά παράβαση της υποχρέωσης που τους επιβάλλει το αρ. 3
(2)(γ) του N. 17(Ι)/13 ήτοι εφαρμόζοντας το μέτρο εξυγίανσης της πώλησης εργασιών διασφάλισε στους καταθέτες των στην Ελλάδα και εις ΙΙΒ υποκαταστημάτων τη διαθεσιμότητα και πρόσβαση στο σύνολο των καταθέσεων τους αμέσως ενώ στους καταθέτες των στην Κύπρο υποκαταστημάτων της Λαϊκής μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες διασφάλισε εφαρμόζοντας το ίδιο μέτρο τη διαθεσιμότητα και πρόσβαση αμέσως σε μόνο ποσό μέχρι €100.000,00 το δε υπόλοιπο εξ' αυτών παρέμεινε οφειλόμενο από τη Λαϊκή σε αυτούς χωρίς δυνατότητα αποπληρωμής περιγραφόμενο από τους ιδίους ως ποσό απομείωσης. Περαιτέρω διασφάλισαν το 72.5% ή και 100% των καταθέσεων ορισμένων κατηγοριών καταθετών στην Κύπρο ενώ στους ενάγοντες και σε άλλους που ευρίσκοντο στην ίδια μοίρα μόνο €100.000,00. Κατά παράβαση της υποχρέωσης τους που επιβάλλει το αρ. 3
(2)(δ) του Ν.17(Ι)/13 έθεσαν τους καταθέτες (πιστωτές) των στην Κύπρο υποκαταστημάτων της Λαϊκής μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες σε δυσμενέστερη οικονομική θέση από ότι θα ευρίσκοντο αν η Λαϊκή τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση ήτοι ενώ σε εκκαθάριση το όποιο έλλειμα (αν υπήρχε) της περιουσίας και ενεργητικού της Λαϊκής (μετά την πληρωμή των εξασφαλισμένων πιστωτών) σε σχέση με τις απαιτήσεις των μη εξασφαλισμένων πιστωτών μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες θα επιμερίζετο κατ' αναλογία (pail pasu) στους μη εξασφαλισμένους πιστωτές με τις ΚΔΠ μεγάλος αριθμός μη εξασφαλισμένων απαιτήσεων ικανοποιήθηκαν πλήρως (άνευ ικανοποιητικού ανταλλάγματος) με αποτέλεσμα να μειωθεί το μέρισμα στο οποίο Θα δικαιούνται οι εναπομείναντες πιστωτές. Περαιτέρω διέθεσαν το ενεργητικό και περιουσία της Λαϊκής σε εξευτελιστικές τιμές (που προέκυψαν μετά από αυθαίρετες εκτιμήσεις) και έλαβαν αντί χρημάτων μετοχές (σε υπό εξυγίανση ίδρυμα) που είναι εν πάση περιπτώσει αβέβαιης αξίας επένδυση ενώ σε εκκαθάριση το ενεργητικό και περιουσιακά στοιχεία θα πωλούντο έναντι μετρητών και στην πραγματική τους αξία και η απόδοση τους θα αύξανε και/ή υπερκάλυπτε τις απαιτήσεις των μη εξασφαλισμένων πιστωτών μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες. Κατά παράβαση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει το αρ. 3
(2)(ζ) του Ν.17(Ι)/13 επενέβησαν επί των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, δικαιώματα σε ίση μεταχείριση κ.α. των εναγόντων και άλλων πιστωτών παραβιάζοντας αυτά κατά τρόπο που υπερβαίνει τις πρόνοιες του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύβασης για την Προάσπιση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής η Σύμβαση) όπως εξηγείται πιο κάτω. Περαιτέρω παραβίασαν τα εκ του Συντάγματος και της Σύμβασης δικαιώματα των εναγόντων. Έλαβαν μέτρα εξυγίανσης ενώ δεν δικαιούντο με βάση τις πρόνοιες του αρ. 6
(1)
(2)και
(3)του Ν. 17(Ι)/
  1. Διαχώρισαν τις εργασίες Λαϊκής αναλόγως της χώρας της Ευρωπαϊκής 'Ένωσης (ΕΕ) στην οποία διεξάγοντο κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους με βάση τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής η Συνθήκη). Διαχώρισαν τους πιστωτές/καταθέτες της Λαϊκής με βάση τη χώρα της ΕΕ στην οποία ζουν ή δραστηριοποιούνται ή επέλεξαν να συμβληθούν με τη Λαϊκή ενώ δεν είχαν τέτοια ευχέρεια. Διαχώρισαν τη Λαϊκή που είναι και ήταν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους μια οντότητα και οι εργασίες και επιχείρηση της ενιαία σε πολλές οντότητες και/ή επιχειρήσεις (ήτοι στα διάφορα υποκαταστήματα απ' όπου διεξάγοντο οι δραστηριότητές της) αναλόγως της γεωγραφικής τοποθεσίας των γραφείων ή υποκαταστημάτων της. Ενήργησαν δέσμια των συμφωνιών της κυβέρνησης (ως η παρ. 5) και απέτυχαν να ασκήσουν οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια που τους παρείχε ο Νόμος 17(Ι)/
  2. Δεν τήρησαν τις διαδικασίες και πρόνοιες του αρ. 9 του Ν.17(Ι)/13 και ειδικότερα χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του ισχυρισμού, τις πρόνοιες του αρ. 9
(2),
(3),
(4)
(5),
(8). Δεν τήρησαν τις διαδικασίες και πρόνοιες του αρ. 22 και 23 του Ν.17(Ι)/
  1. Δεν διασφάλισαν ως θα έπρεπε τα δικαιώματα των πιστωτών καταθετών που επιβάλλουν τα αρ. 24 και 25 του Ν.17(Ι)/
  2. Χρησιμοποίησαν το προϊόν πώλησης των περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού και επιχείρησης της Λαϊκής προς εξυγίανση/ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αντί προς εξυγίανση της Λαϊκής ως θα έπρεπε. Παράνομα χρησιμοποίησαν τη ρευστότητα που παρείχαν οι καταθέσεις των εναγόντων στη Λαϊκή για να αποδώσουν ποσό μέχρι €100.000,00 στους μικροκαταθέτες και έτσι να αποφύγουν τη δική τους εγγύηση μέσω του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων και/ή άλλως πως. Παραβίασαν το αρ. 3
(2)(η) αφού οι ενέργειες τους συνιστούσαν δημόσια ενίσχυση της Τράπεζας Κύπρου και παραβιάζετο το Κοινοτικό Κεκτημένο. Ενήργησαν δέσμια των μελετών και αποφάσεων και/ή συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του ΕΥΡΩ αντί να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια προς όφελος της Λαϊκής των καταθετών και μετόχων της. Περαιτέρω ή διαζευκτικά οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 2 εκδίδοντας και/ή εφαρμόζοντας τα Διατάγματα ενήργησαν αμελώς και/ή με βαριά αμέλεια απερίσκεπτα γνωρίζοντας ότι η συμπεριφορά τους θα προκαλούσε ζημιά στους ενάγοντες και άλλους που ευρίσκονται σε παρόμοια θέση. Λεπτομέρειες βαριάς αμέλειας και/ή αμέλειας εναγομένων
  1. Όλες οι ανωτέρω εκτιθέμενες παραβάσεις εκ του νόμου καθηκόντων. Οι ενέργειες κατά παράβαση των εκ του Συντάγματος και της Σύμβασης ως εκτίθενται κατωτέρω. Πώλησαν τις στην Ελλάδα εργασίες της Λαϊκής ενώ γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν ότι αυτή η ενέργεια θα προκαλούσε οικονομικά προβλήματα στη Λαϊκή και/ή θα μείωνε το ποσό που Θα λάμβαναν σε εκκαθάριση οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές της Λαϊκής. Πώλησαν τις στην Ελλάδα εργασίες της Λαϊκής στην Τράπεζα Πειραιώς σε τιμή κατά 2 δισεκατομμύρια τουλάχιστον χαμηλότερη της πραγματικής ή δικαίας αξίας τους. Διέθεσαν το όποιο χρηματικό αντάλλαγμα έλαβαν για την πώληση των εν Ελλάδι εργασιών της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για να αποκτήσουν μετοχές σε αυτήν ενεργώντας σαν επενδυτές καιροσκόποι αντί να το λάβουν σε μετρητά και να ενισχύσουν τη Λαϊκή. Ενήργησαν κατά τον ίδιο πιο πάνω (παρ. (iii), (iv), και (ν)) τρόπο αναφορικά με τις εργασίες της Λαϊκής στο Ηνωμένο Βασίλειο πωλώντας τις στην Bank of Cyprus (UK) Ltd, επίσης δε αναφορικά με Θυγατρικές εταιρείες της Λαϊκής ως εις τα Διατάγματα περιγράφεται με την τιμή διάθεσης να είναι πολύ χαμηλότερη της πραγματικής ή δικαίας αξίας. Πώλησαν/διέθεσαν το ενεργητικό και περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής στην Κύπρο και αλλού (με εξαιρέσεις ως την ΚΛΠ 104/13 προνοείται) στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε τιμή πολύ χαμηλότερη της πραγματικής ή δικαίας τιμής. Έλαβαν σε αντάλλαγμα της πιο πάνω (παρ. (vii)) πώλησης/διάθεσης μετοχές στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αντί μετρητών ενέργεια αφ' εαυτή αλόγιστη απερίσκεπτη και επιπόλαια αφού οι μετοχές είναι αβέβαιου αξίας και ευάλωτες σε πολλούς παράγοντες. Ουσιαστικά επένδυσαν το όποιο προϊόν πώλησης/διάθεσης της περιουσίας και ενεργητικού της Λαϊκής και/ή έλαβαν αντί μετρητών, μετοχές στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μια εταιρεία που εν γνώσει τους είχε προβλήματα και ευρίσκετο και αυτή σε καθεστώς εξυγίανσης και κατά συνέπεια αβέβαιου ή προβληματικού μέλλοντος ενεργώντας ούτω σαν επενδυτές τζογαδόροι ή καιροσκόποι. Χρησιμοποίησαν το προϊόν πώλησης των περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού και επιχείρησης της Λαϊκής προς εξυγίανση/ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αντί προς εξυγίανση της Λαϊκής ως θα έπρεπε. Έλαβαν τα πιο πάνω μέτρα χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους και/ή να λάβουν υπόψη εξελεγμένους λογαριασμούς της Λαϊκής για το 2012 και χωρίς να έχουν την πραγματική εικόνα της οικονομικής κατάστασης της Λαϊκής. Ενήργησαν με βάση αυθαίρετες και/ή καθοδηγούμενες και/ή εξαιρετικά συντηρητικές εκτιμήσεις της αξίας της περιουσίας και/ή ενεργητικού και/ή επιχείρησης της Λαϊκής και επακόλουθες εκτιμήσεις επί εκτιμήσεων. Ενήργησαν με βάση συμβουλές ή εκτιμήσεις συμβούλων ενώ υπήρχαν και διαφορετικές εκτιμήσεις απερίσκεπτα επιλέγοντας τη χειρότερη. Στις εκτιμήσεις τους χρησιμοποίησαν και/ή εφάρμοσαν αυστηρά ενδεικτικούς δείκτες που οι εναγόμενοι 3 έθεσαν και που αφορούσαν τη λειτουργία των Τραπεζών και όχι τη φερεγγυότητά τους και που διαφοροποιήθηκαν πρόσφατα (τότε) και που καμιά Τράπεζα δεν πληρούσε και χρειάζετο χρόνος προσαρμογής. Αφού έλαβαν τις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ άσκησαν το δικαίωμα ψήφου απερίσκεπτα ψηφίζοντας υπέρ της μείωσης της ονομαστικής αξίας των μετοχών και αύξησης του κεφαλαίου επιφέροντας έτσι επιπλέον μείωση της αξίας των μετοχών που έλαβαν σε αντάλλαγμα της πώλησης της περιουσίας ενεργητικού και επιχείρησης της Λαϊκής. Ενήργησαν δέσμια των συμφωνιών και/ή συναντιλήψεων της Κυβέρνησης με το EUROGROUP και των μελετών ή επιθυμιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ενώ δεν έπρεπε αφού έπρεπε να ασκήσουν δική τους κρίση. Ανέχθηκαν την έκδοση και/ή τη διατήρηση των Διαταγμάτων υπό του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ενώ δεν έπρεπε. Εν προκειμένω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 2 δεν έπρεπε να ενεργήσουν ως ανωτέρω και ότι προέβλεπαν ότι οι ενέργειες τους Θα προξενούσαν ζημιά στους ενάγοντες και άλλους που ευρίσκοντο στην ίδια μοίρα αδιαφορώντας πλήρως για το αν Θα προξενούσαν ζημιά στους ενάγοντες ή άλλους απερίσκεπτα και επιπόλαια παρά την υποχρέωσή τους να λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα για αποφυγή πρόκλησης ζημιάς στους ενάγοντες και άλλους που ευρίσκοντο στην ίδια ή παρόμοια θέση. Οι ενάγοντες θα στηριχθούν μεταξύ άλλων και στην αγοραία αξία των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και στην αρχή res ipsa loquitur. Περαιτέρω ή διαζευκτικά οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 3 αμελώς προκάλεσαν ζημιά στη Λαϊκή γνωρίζοντας ή προβλέποντας ή ενώ ήταν λογικά προβλεπτό ότι αυτή η ζημιά θα είχε αρνητικές ζημιογόνες επιπτώσεις στους ενάγοντες και άλλους σε παρόμοια θέση. Βαριά αμέλεια και/ή αμέλεια εναγομένων 3 μεταξύ άλλων Ενώ γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν ότι η απομείωση των Ελληνικών Ομολόγων Θα επέφερε τεράστια ζημιά στη Λαϊκή και κατ' επέκταση στους καταθέτες και μετόχους της δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα για αποφυγή ή αντιστάθμιση αυτής της ζημιάς και περαιτέρω ανέχθηκαν την απομείωση των ομολόγων που κατείχε η Λαϊκή. Ενώ γνώριζαν τον Μάϊο/Ιούνιο 2012 ότι η Λαϊκή είχε ανάγκη από ρευστότητα συγκατατέθηκαν στην αύξηση κεφαλαίου της Λαϊκής με έκδοση μετοχών στη Δημοκρατία έναντι έκδοσης Ομολόγου αντί μετρητών. Ενώ γνώριζαν ότι η πώληση περιουσιακών στοιχείων ή εργασιών ήταν ένα μέτρο απόκτησης ρευστότητας απαγόρευσαν την πώληση περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής τον Ιούνιο του
  2. Ανέχθηκαν τη ρητορική των πολιτικών και κυρίως των κυβερνώντων ότι προβλήματα είχαν οι Τράπεζες και όχι η Κυπριακή Οικονομία που προκαλούσε απόσυρση των καταθέσεων από τις Τράπεζες και Απερίσκεπτα άλλαξαν τους δείκτες πρωτοβαθμίων κεφαλαίων, κεφαλαιακές απαιτήσεις κ.α. χωρίς να παράσχουν εύλογα ικανοποιητικό χρόνο προσαρμογής. Υποκατέστησαν τις δικές τους εκτιμήσεις της οικονομικής κατάστασης της Λαϊκής αντί αυτής της Λαϊκής. Μετέδιδαν εσφαλμένη και/ή κακή εικόνα της Λαϊκής στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ώθησαν τη Λαϊκή στη λήψη ή εξασφάλιση Emergency liquidity Assistance (LA) και/ή παραχώρησαν ή συναίνεσαν σε αυτό με πρόσχημα το χαμηλότοκο του ή/και για πολιτικούς σκοπούς αδιαφορώντας για το ότι αυτή μπορούσε να καταστεί άμεσα απαιτητή και πληρωτέα και περαιτέρω συναίνεσαν και/ή ανέχθηκαν τη μεταφορά του [LA στα εις Ελλάδα υποκαταστήματα. Δεν άσκησαν ή ελλιπώς άσκησαν τις εποπτικές και άλλες εξουσίες τους στη Λαϊκή μέχρι το 2012 με αποτέλεσμα να προκληθούν προβλήματα. Ενήργησαν με πολιτικά κίνητρα σε σχέση με τη Λαϊκή ως οι ίδιοι παραδέχθηκαν. Ανέχθηκαν ή συναίνεσαν στην πώληση εργασιών της Λαϊκής ως τις ΚΛΠ διαλαμβάνεται και υπό συνθήκες ως την παρ. 13 και 14 ανωτέρω περιγράφονται. Περαιτέρω ή διαζευκτικά οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 ενήργησαν κακόπιστα και/ή δολίως με σκοπό να καταδολιεύσουν τους ενάγοντες και άλλους που ευρίσκοντο σε παρόμοια θέση με αυτούς και να αποκομίσουν οι ίδιοι όφελος και δια ψευδών ή αναληθών παραστάσεων έπεισαν τους ενάγοντες να διατηρήσουν τις καταθέσεις τους στη Λαϊκή εις ζημίαν τους. Λεπτομέρειες δόλου Ενώ γνώριζαν ότι είχε ετοιμασθεί νομοσχέδιο που Θα προωθείτο στη Βουλή των Αντιπροσώπων για εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων (ως ο Ν.17(Ι)113) διέδιδαν και/ή διαβεβαίωναν ότι δεν υπήρχε πιθανότητα «κουρέματος» των καταθέσεων. Ενώ γνώριζαν ότι εγίνοντο μελέτες σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή και Κεντρικής Τράπεζας με διάφορα σενάρια για τις Τράπεζες περιλαμβανομένων και μεθόδων προστασίας της Ελληνικής Οικονομίας και/ή Τραπεζικού συστήματος που προνοούσαν μεταξύ άλλων πώληση των εις Ελλάδα υποκαταστημάτων των Κυπριακών Τραπεζών, κούρεμα των καταθέσεων, διάλυση Τραπεζών, προστασία του Ταμείου Προστασίας καταθετών κλπ διαβεβαίωναν ότι δεν έτρεχε οτιδήποτε και ότι δεν υπήρχε πιθανότητα «κουρέματος» καταθέσεων. Οι εναγόμενοι 3 εγγράφως με επιστολές ημερομηνίας 11.2.13 προς τους εναγόμενους 1 και προς επαγγελματικούς συλλόγους όπως Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος διαβεβαίωναν ότι δεν Θα εγίνετο «κούρεμα» καταθέσεων επικαλούμενοι μεταξύ άλλων ότι αυτό αντίκειτο στο Σύνταγμα και την Σύμβαση και Πρώτο Πρωτόκολλο αυτής αρ.1 ενώ γνώριζαν ότι προετοίμασαν νομοσχέδιο που το επέτρεπε και/ή επέβαλλε και ότι το «κούρεμα» ήταν μέσα στους σχεδιασμούς τους και μάλιστα το προκρινόμενο από αυτούς. Σιωπηρώς υιοθέτησαν και/ή ανέχθηκαν τις εξαγγελίες της κυβέρνησης που δια του πρώτου τη τάξει πολίτη του Προέδρου της Δημοκρατίας διαβεβαίωναν και δεσμεύοντο ότι δεν επρόκειτο να γίνει «κούρεμα» καταθέσεων ενώ γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν ότι αυτό ήταν σοβαρό ενδεχόμενο αν όχι βεβαιότητα. Ενώ γνώριζαν ότι η Λαϊκή είχε προβλήματα ρευστότητας και/ή βιωσιμότητας την κρατούσαν στον αναπνευστήρα για πολιτικούς ή προεκλογικούς σκοπούς μεταδίδοντας ούτω την εντύπωση ότι Θα υποστήριζαν και στήριζαν εμπράκτως τη συνέχιση των εργασιών της Λαϊκής και/ή ότι είχε ικανοποιητική ρευστότητα. Όλα τα πιο πάνω οι εναγόμενοι 2,3 παρίσταναν καλώς γνωρίζοντες ότι είναι αναληθή ή όντας απερίσκεπτα αμελείς ως προς το αν ήταν αληθή ή όχι γνωρίζοντας ότι οι ενάγοντες Θα λάμβαναν γνώση (είτε απ' ευθείας είτε μέσω της Λαϊκής ή των επαγγελματιών με τους οποίους συνεργάζοντο) που ήταν και η πρόθεσή τους και θα άλλαζαν την πορεία τους πειθόμενοι από τις παραστάσεις και θα διατηρούσαν τις καταθέσεις τους στη Λαϊκή ενώ διαφορετικά Θα τις απέσυραν. Εν προκειμένω οι ενάγοντες πείσθηκαν και διατήρησαν τις καταθέσεις τους στη Λαϊκή και υπέστησαν ζημιά. Παράλληλα οι εναγόμενοι ωφελήθηκαν από τα αποτελέσματα του δόλου τους. Περαιτέρω ή διαζευκτικά οι εναγόμενοι 2,3 ενήργησαν ως ανωτέρω δολίως συναποφασίζοντας και/ή αποφασίζοντας τα όσα το ανακοινωθέν του Eurogroup της 25.3.13 προνοεί, οι εναγόμενοι 2 συναποφασίζοντας να Θέσουν τη Λαϊκή υπό καθεστώς εξυγίανσης, οι εναγόμενοι 2 εκδίδοντας και εφαρμόζοντας τις ΚΛΠ με τον τρόπο που τις εφάρμοσαν και οι εναγόμενοι 3 με τον τρόπο που ενήργησαν τόσο πριν τη λήψη των μέτρων που περιγράφονται στις παραγράφους ό και 7 όσο και μετά με σκοπό να καταδολιεύσουν τους ενάγοντες και άλλους που ευρίσκοντο στην ίδια θέση με αυτούς και να χρησιμοποιήσουν τις αποταμιεύσεις τους ή καταθέσεις τους προς ίδιον όφελος και/ή προς επίτευξη των δικών τους σκοπών και επιδιώξεων ήτοι μεταξύ άλλων για να: Εξασφαλίσουν δανεισμό για τη Δημοκρατία. Αποφύγουν την πληρωμή των εγγυημένων €100.000,00 καταθέσεων στους καταθέτες (αν το πέτυχαν). Ενισχύσουν την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Προστατεύσουν το Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα και/ή την Ελληνική Οικονομία από τα προβλήματα ρευστότητας των εναγομένων 1 και/ή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ενισχύσουν το Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα με τα ποσά που έλαβε η Λαϊκή σε έκτακτη βοήθεια ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance ELA) και μετέφερε στην Ελλάδα. Εξασφαλίσουν τη συνέχιση του ύψους του δανεισμού ΕLΑ στα ίδια επίπεδα για την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή τις Κυπριακές Τράπεζες. Επιτύχουν τους σκοπούς που περιγράφονται στο αρ. 3
(1)του N. 17(Ι)/13 και στην από κοινού απόφαση και/ή τις ΚΛΠ. Επιπλέον οι ίδιοι κόπτονται ότι με τις ενέργειές τους ως περιγράφονται ανωτέρω πέτυχαν τα εξής. Περαιτέρω ή διαζευκτικά οι εναγόμενοι 2,3 ενήργησαν ως ανωτέρω δολίως συναποφασίζοντας και/ή αποφασίζοντας τα όσα το ανακοινωθέν του Eurogroup της 25.3.13 προνοεί, οι εναγόμενοι 2 συναποφασίζοντας να Θέσουν τη Λαϊκή υπό καθεστώς εξυγίανσης, οι εναγόμενοι 2 εκδίδοντας και εφαρμόζοντας τις ΚΛΠ με τον τρόπο που τις εφάρμοσαν και οι εναγόμενοι 3 με τον τρόπο που ενήργησαν τόσο πριν τη λήψη των μέτρων που περιγράφονται στις παραγράφους ό και 7 όσο και μετά με σκοπό να καταδολιεύσουν τους ενάγοντες και άλλους που ευρίσκοντο στην ίδια θέση με αυτούς και να χρησιμοποιήσουν τις αποταμιεύσεις τους ή καταθέσεις τους προς ίδιον όφελος και/ή προς επίτευξη των δικών τους σκοπών και επιδιώξεων ήτοι μεταξύ άλλων για να: Εξασφαλίσουν δανεισμό για τη Δημοκρατία. Αποφύγουν την πληρωμή των εγγυημένων €100.000,00 καταθέσεων στους καταθέτες (αν το πέτυχαν). Ενισχύσουν την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Προστατεύσουν το Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα και/ή την Ελληνική Οικονομία από τα προβλήματα ρευστότητας των εναγομένων 1 και/ή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ενισχύσουν το Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα με τα ποσά που έλαβε η Λαϊκή σε έκτακτη βοήθεια ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance ELA) και μετέφερε στην Ελλάδα. Εξασφαλίσουν τη συνέχιση του ύψους του δανεισμού ΕLΑ στα ίδια επίπεδα για την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή τις Κυπριακές Τράπεζες. Επιτύχουν τους σκοπούς που περιγράφονται στο αρ. 3
(1)του N. 17(Ι)/13 και στην από κοινού απόφαση και/ή τις ΚΛΠ. Επιπλέον οι ίδιοι κόπτονται ότι με τις ενέργειές τους ως περιγράφονται ανωτέρω πέτυχαν τα εξής: Τη διατήρηση και συνέχιση προσφοράς των βασικών και κρίσιμων τραπεζικών εργασιών, με αποτέλεσμα να διασφαλίζεται η χρηματοοικονομική σταθερότητα του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος στην ολότητά του. Την πλήρη προστασία των καταθέσεων που Θα αποζημιώνονταν από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων σε περίπτωση ενεργοποίησής του με τη διασφάλιση των ασφαλισμένων καταθέσεων. Απέφυγαν την μετακύληση του κόστους εξυγίανσης των τραπεζών στους φορολογούμενους. Απέφυγαν το ενδεχόμενο χιλιάδες εργαζομένων της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας να βρεθούν στην ανεργία. Επιπρόσθετα στην περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου, οι ενδιαφερόμενοι έτυχαν χειρισμού σύμφωνα με τις πρόνοιες του Διατάγματος ΚΛΠ 103/2013, ' πως έχει τροποποιηθεί. Εν προκειμένω μεταξύ άλλων η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής στην Τράπεζα Πειραιώς και/ή στην Τράπεζα Κύπρου συνιστούσε δόλια μεταβίβαση και/ή δόλια προτίμηση και είτε αυτές πρέπει να ακυρωθούν είτε να αποζημιωθούν. Περαιτέρω ή διαζευκτικά οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Ν.17(Ι)/13 και οι ΚΛΠ είναι αντισυνταγματικός και/ή παραβιάζουν τα εκ του Συντάγματος και της Σύμβασης και Πρώτου Πρωτοκόλλου αυτής αρ.1 δικαιώματα των εναγόντων. Λεπτομέρειες Αντισυνταγματικότητας και Παραβίασης της Σύμβασης Κατά παράβαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας των αιτητών που κατοχυρώνεται από το αρ. 23 του Συντάγματος και τη Σύμβαση επεμβαίνουν στην ιδιοκτησία των εναγόντων και τους την αποστερούν ή περιορίζουν στην έκταση που αυτή υπερβαίνει το ποσό των €100.000,00 χωρίς αποζημίωση. Εν προκειμένων η κατάθεση των εναγόντων οπωσδήποτε και αν θεωρηθεί είτε ως άμεσα διαθέσιμα χρήματα επί τη απαιτήσει τους είτε ως αγώγιμο δικαίωμα είναι δικαίωμα ιδιοκτησίας το οποίο κατέχεται, ή πωλείται ή εκχωρείται ή υποθηκεύεται ή δεσμεύεται ή μεταβιβάζεται ή ρευστοποιείται ή κληρονομείται και ξοδεύεται όπως όλα τα άλλα είδη ιδιοκτησίας κινητής ή ακίνητης. H ΚΔΠ 104/13 ως τροποποιήθηκε καθώς και οι υπόλοιπες ΚΛΠ στην ολότητά τους και ο Ν.17(Ι)/13 αρ. 3,4,8,9-25 έχουν σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας που προστατεύεται από το αρ. 23 και τη Σύμβαση και του αρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου χωρίς αποζημίωση και/ή για ιδιωτικό σκοπό. Παραβιάσθηκαν τα εκ του αρ. 24 του Συντάγματος δικαιώματα και υποχρεώσεις των εναγόντων. Εν προκειμένω το αρ. 24.1 επιβάλλει υποχρέωση στον κάθε ένα να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων του υπό τις προϋποθέσεις και περιορισμούς των αρ. 24.2, 24.3 και 24.4. Αυτό σημαίνει ότι η υποχρέωση είναι η ίδια για όλους και ότι ο καθένας έχει δικαίωμα να μην συνεισφέρει σε μη δημόσια βάρη (δηλ. ιδιωτικά) ή να μην συνεισφέρει σε βάρη που άλλοι δεν συνεισφέρουν. Στην έκταση που οι σκοποί του αρ. 3
(1)του Ν.17(Ι)/13 ως και αυτοί που αναφέρονται στην από κοινού απόφαση και εις μίαν εκάστη ΚΛΠ (προοίμιο τούτων) Θεωρούνται και/ή είναι δημόσιοι σκοποί αυτοί συνιστούν δημόσιο βάρος στο οποίο έκαστος οφείλει να συνεισφέρει αναλόγως των δυνάμεων του. Στην έκταση που οι σκοποί του αρ. 3
(1)του Ν.17(Ι)/13 ως και αυτοί που αναφέρονται στην από κοινού απόφαση και εις μίαν εκάστη ΚΛΠ δεν είναι δημόσιοι σκοποί τότε δεν συνιστούν δημόσιο βάρος και έκαστος δικαιούται να μην συνεισφέρει είτε αναλόγως των δυνάμεων του είτε διαφορετικά. Με τις ΚΛΠ και/ή το αρ. 4 του Ν.17(Ι)/13 επιβάλλεται στους ενάγοντες συνεισφορά ανόμοια με εκείνη που επιβάλλεται σε άλλους με τις ίδιες ακριβώς περιστάσεις (είτε είναι καταθέτες της Λαϊκής είτε άλλων Τραπεζών) με μέτρο άλλο από τις δυνάμεις τους έστω και αν η μοναδική διαφορά είναι η αναβολή της είσπραξης του λαβείν τους (που δεν είναι) και έτσι παραβιάζονται όλες οι εκφάνσεις του δικαιώματος. Περαιτέρω ως αναφέρεται για το αρ. 28 κατωτέρω του οποίου μια έκφανση είναι το αρ. 24.Οι ενάγοντες Θα στηριχθούν μεταξύ άλλων και στην απορριφθείσα από τη Βουλή πρόταση της κυβέρνησης. Αντίκεινται στο αρ.25 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα της εργασίας και/ή της ενασχόλησης με επικερδή εργασία και/ή της επαγγελματικής και/ή επιχειρηματικής ελευθερίας και/ή ενασχόλησης, αλλά επίσης αντίκειται και στα άρθρα 15 και 16 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της E. E. Παραβιάζονται από τις ΚΛΠ και ιδίως την ΚΛΠ 104/13 καθώς και από τα αρ. 4,8,9,14 και 24 του Ν. 17(Ι)/13 το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι που κατοχυρώνεται από το αρ. 26 του Συντάγματος ήτοι αλλάζει τον συμβαλλόμενο τους και αποδυναμώνει τούτον διαχωρίζει το αντικείμενο της συμφωνίας και περιορίζει ή παραποιεί τα συμβατικά δικαιώματα και/ή τα τροποποιεί μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας. Παραβιάζεται το δικαίωμα των εναγόντων σε ίση μεταχείριση και ισότητα που κατοχυρώνεται από το αρ. 28 του Συντάγματος ήτοι: γίνεται διαφορετική μεταχείριση των καταθετών της Λαϊκής από καταθέτες άλλων τραπεζών στην επίτευξη των στόχων του αρ. 3
(1)του Ν. 17(Ι)113 ενώ η ίδια η εκτελεστική εξουσία πρόκρινε άλλο μέτρο ως η απορριφθείσα από τη Βουλή των Αντιπροσώπων πρόταση της. Γίνεται διαφορετική μεταχείριση των εναγόντων και άλλων καταθετών στα εις Κύπρο υποκαταστήματα της Λαϊκής από τους καταθέτες στα υποκαταστήματα της Λαϊκής εκτός Κύπρου στους οποίους διασφαλίζεται αμέσως η διαθεσιμότητα του συνόλου των καταθέσεων τους. Γίνεται διαφορετική μεταχείριση των εναγόντων στους οποίους διασφαλίζει μόνο €100.000,00 εκ των καταθέσεων τους ενώ στους ακόλουθους καταθέτες των υποκαταστημάτων της Λαϊκής στην Κύπρο διασφαλίζεται: Το σύνολο των υποχρεώσεων της Λαϊκής προς τη «Γενική Κυβέρνηση» της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή την Κυπριακή Δημοκρατία. Ποσοστό 72.5% επί των υποχρεώσεων της Λαϊκής προς ασφαλιστικές εταιρείες. Το σύνολο των υποχρεώσεων της Λαϊκής προς την ιδιωτική εταιρεία JCC Payment Systems Ltd. Ποσοστό 72,5% των υποχρεώσεων της Λαϊκής προς φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ποσοστό 72.5% των υποχρεώσεων της Λαϊκής προς σχολεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα. Εν προκειμένω οι ΚΛΠ στην ολότητά τους και το γράμμα και το πνεύμα του Ν. 17(Ι)/3 παραβιάζουν τα ως άνω δικαιώματα των εναγόντων. Οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης και αποκατάστασης/αποζημίωσης που περιέχονται στα άρθρα 12
(16), 25, 26
(1)-
(3)και 29 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο αποτελούν κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 30 του Συντάγματος και των άρθρων 6 και 13 της Σύμβασης και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ένωσης αφού με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά εκμηδενίζεται το δικαίωμα των εναγόντων για δικαστική προστασία και/ή αποτελεσματική προσφυγή στη δικαιοσύνη και/ή πρόσβαση στα δικαστήρια καθώς για διεκδίκηση αποκατάστασης της πραγματικής ζημίας που έχουν υποστεί. Περαιτέρω έρχονται σε αντίθεση και με το άρθρο 3
(2)(ζ) και 26 του ιδίου νόμου τα οποία προνοούν ότι, (a) η επέμβαση επί των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις πρόνοιες του Συντάγματος και της Σύμβασης αλλά και (β) ότι το δικαίωμα δικαστικής αμφισβήτησης της ληφθείσας από την Αρχή Εξυγίανσης απόφασης σχετικά με το προσδιοριζόμενο αντάλλαγμα για το Θιγόμενο δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα αναζήτησης οικονομικής επανόρθωσης του Θιγόμενου προσώπου από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν επηρεάζονται. Παραβιάζεται το δικαίωμα των εναγόντων να απολαμβάνουν τα δικαιώματα του ΜΕΡΟΥΣ ΙΙ Περί Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών του Συντάγματος εκτός σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που κατοχυρώνεται από το αρ. 33 του Συντάγματος. Τέλος παραβιάζεται το αρ. 179 του Συντάγματος. Εξαιτίας όλων των πιο πάνω, η Λαϊκή παρέμεινε με ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία και χωρίς εργασίες και αδυνατούσε να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της προς τους Ενάγοντες με αποτέλεσμα να μην έχει μέχρι σήμερα, καταβάλει το ποσό των 237.008 ευρώ στους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν κοινή δικογραφημένη Υπεράσπιση στην αγωγή. Ήγειραν προδικαστική ένσταση, ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Ήγειραν δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο, στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τη νομιμότητα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17.
(1)/.13. Επίσης, εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων, έχει παραγραφεί. Επίσης εγείρουν ακόμα μίαν προδικαστική ένσταση, ότι το αγώγιμο δικαίωμα είναι πρόωρο, καθότι δεν έχει ολοκληρωθεί η εξυγίανση. Παραδέχονται ότι στις 28/05/2013 η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να προβαίνει στην ανάληψη νέων υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικής οφειλής. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, είναι νόμιμο πρόσωπο που ιδρύθηκε δυνάμει προνοιών του Συντάγματος. Είναι θεσμικά ανεξάρτητη, αυτόνομη και νομικά ενσωματωμένη στο ευρωπαϊκό σύστημα Κεντρικών Τραπεζών. Ο νόμος 17.
(1).2013 ορίζει ότι η Αρχή Εξυγίανσης σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Τον Μάρτιο του 2013 εκδόθηκαν διατάγματα τα οποία επέβαλλαν περιοριστικά μέτρα δυνάμει του περί της Επιβολής Περιοριστικών Μέτρων στις συναλλαγές σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης νόμου 12
(1)/
  1. Τα διατάγματα εκδόθηκαν από τον Υπουργό Οικονομικών μετά που εισήγηση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Επειδή υπήρχε έλλειψη ουσιαστικής ρευστότητας και κίνδυνος εκροής καταθέσεων, οι πιο πάνω αποφάσεις δημοσιεύτηκαν με γνωστοποιήσεις που εξέδωσε ο Υπουργός Οικονομικών ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου 69 του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου 2002 μέχρι
  2. Πλην της έκδοσης διαταγμάτων τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της από κοινού απόφασης και των διαταγμάτων για την εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου και της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd έχουν ως εξής: Κατά ή περί το Μάιο τον 2011 η Κυπριακή Δημοκρατία, μετά τις συνεχιζόμενες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας από τούς οίκους αξιολόγησης, αποκλείστηκε για σκοπούς χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές. H κεφαλαιακή Θέση της Εναγόμενης 1 επιδεινώθηκε αμέσως μετά τον Οκτώβριο τον 2011, όταν λήφθηκε η απόφαση για απομείωση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και λόγω της χειροτέρευσης της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου, ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης σε Κύπρο και Ελλάδα. H απομείωση των Ελληνικών ομολόγων και η σταδιακή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων επηρέασε αρνητικά την κερδοφορία της τράπεζας και συνεπώς την κεφαλαιακή της βάση. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω Θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. Κατά ή περί τις 3/01/2012, η Κεντρική Τράπεζα με επιστολή της προς την Τράπεζα Κύπρου, στα πλαίσια των εξουσιών και καθηκόντων της, σύμφωνα με Ευρωπαϊκές οδηγίες και την κείμενη νομοθεσία, για διενέργεια εποπτικών ελέγχων, μεταξύ άλλων, για τον υπολογισμό των απαιτούμενων εποπτικών κεφαλαίων, απαίτησε, μετά τη διενέργεια εποπτικής αξιολόγησης, από την Τράπεζα Κύπρου να διατηρεί ελάχιστο δείκτη πρωτοβάθμιων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση, ύψους 11,4%. H Τράπεζα Κύπρου παρουσίαζε συνολικό έλλειμμα κεφαλαίου ε903 εκατομμυρίων κατά την 30/09/2011 σε σχέση με τις εποπτικές απαιτήσεις της Κεντρικής Τράπεζας με βάση το προφίλ κινδύνου της Τράπεζας Κύπρου. Εντός του Νοεμβρίου 2012 συμφωνήθηκε το προκαταρτικό μνημόνιο συναντίληψης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Τρόικα στο οποίο υπήρχε η πρόνοια για ποσό μέχρι €10δις. για κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας Κύπρου, οι οποίες θα προσδιορίζονταν μέσω του διαγνωστικού ελέγχου της PIMCO πού Θα ολοκληρωνόταν στις αρχές του
  3. Ως εκ των πιο πάνω, λόγω της προοπτικής της υπογραφής του μνημονίου, αναμενόταν η Κυβέρνηση να έχει στη διάθεσή της επαρκείς πόρους για ανακεφαλαιοποίηση από το πρόγραμμα στήριξης την Τράπεζα Κύπρου. Κατά ή περί την 20/07/2012 η Κεντρική Τράπεζα, ενόψει του γεγονότος ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν τηρούσε τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, ούτε συμμορφωνόταν με τους ελάχιστους εποπτικούς δείκτες ρευστότητας, απαγόρευσε την εκποίηση στοιχείων ενεργητικού της τράπεζας και τη μεταφορά κεφαλαίου ή/και ρευστότητας σε οποιαδήποτε θυγατρική της εταιρεία, χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Κατά ή περί την 7/11/2012 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αποφάσισε, με ισχύ από τις 14/11/2012, την αναστολή πρόσβασης της Τράπεζας Κύπρου και των υποκαταστημάτων της στα πιστοδοτικά μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος για προληπτικούς λόγους, λόγω μη τήρησης των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας. Ως αποτέλεσμα, στις 14/11/2012 η Τράπεζα Κύπρου αιτήθηκε στην Κεντρική Τράπεζα και της παραχωρήθηκε έκτακτη ρευστότητα (Emergency Liquidity Assistance -ELA) €2 δις, η οποία χρησιμοποιήθηκε μαζί με άλλα ρευστά διαθέσιμα της Τράπεζας Κύπρου για την αποπληρωμή ρευστότητας €3,85 δις την οποία ελάμβανε μέχρι εκείνη τη στιγμή η Τράπεζα Κύπρου μέσω πιστοδοτικών πράξεων Ευρωσυστήματος. H παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα προϋποθέτει τη μη ένσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Μέχρι τις 30/11/2012 η Τράπεζα Κύπρου αποπλήρωσε την έκτακτη ρευστότητα £2 δις με χρήση διαθεσίμων από διατραπεζικές καταθέσεις και ρευστοποίηση ομολόγων. Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας Κύπρου στις 31/12/2012, με βάση τα προκαταρτικά αποτελέσματα για το έτος 2012, τα οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είχαν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας Κύπρου, ήταν 1,5% για το δείκτη Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (5% στις 30/09/2012), 3,8% για το δείκτη Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (7,3% στις 30 Σεπτεμβρίου 2012) και 4,2% για το δείκτη Συνολικών Ιδίων Κεφαλαίων (7,6% στις 30 Σεπτεμβρίου 2012). Οι εν λόγω δείκτες υστερούσαν σημαντικά των εποπτικών απαιτήσεων πού για το έτος 2012 ανέρχονταν σε 8% ελάχιστο δείκτη Κυρίων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων, 9,5% ελάχιστο δείκτη Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων και 11,5% ελάχιστο δείκτη Συνολικών Ιδίων Κεφαλαίων. Οι προκαταρτικοί δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στις 31/12/2012, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρουσίασαν σημαντική μείωση σε σχέση με τούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στις 30/09/2012 ως αποτέλεσμα των αυξημένων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις πού διενεργήθηκαν το τελευταίο τρίμηνο του
  4. Ενδεικτικά, με βάση τα προκαταρτικά αποτελέσματα για το έτος 2012, τα οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είχαν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας Κύπρου, οι προβλέψεις για επισφαλείς χορηγήσεις ανήλθαν στα £1,860 δις για το έτος 2012 σε σχέση με £426 εκατομμύρια για το έτος
  5. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω Θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. Με βάση τα προκαταρτικά ενοποιημένα αποτελέσματα του 2012 η Τράπεζα Κύπρου πραγματοποίησε ζημιές μετά από προβλέψεις και προ φόρων €1,536 δις. Με βάση τα προκαταρτικά αποτελέσματα για το έτος 2012 και τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακών απαιτήσεων της Οδηγίας προς τις τράπεζες για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων του 2006 έως (Αρ.2) του 2011 το έλλειμμα Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων ανερχόταν στα €1,463 δις και το έλλειμμα Συνολικών Κεφαλαίων ανερχόταν στα €1,628 δις. Με βάση τα τελικά ελεγμένα οικονομικά αποτελέσματα για το έτος 2012 πού ανακοινώθηκαν από την τράπεζα στις 11/10/20 13, η Τράπεζα Κύπρου κατέγραψε ζημιές μετά από προβλέψεις και προ φόρων ύψους €2,210 δις, προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις ύψους €2,306 δις και παρουσίασε έλλειμμα Κυρίων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων €2,134 δις και έλλειμμα Συνολικών Κεφαλαίων €2,285 δις. Επίσης, ο δείκτης Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων της τράπεζας κατά την ίδια περίοδο ήταν αρνητικός 1,9% και ο δείκτης των Συνολικών Κεφαλαίων της τράπεζας ανερχόταν σε 0,9%, σημαντικά χαμηλότερος από τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις. Κατά ή περί την 1/02/2013 ολοκληρώθηκε η μελέτη πού εκπονήθηκε από τον οίκο PIMCO στη βάση του διαγνωστικού ελέγχου πού διενέργησε στο κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του προκαταρτικού Μνημονίου Συναντίληψης πού συμφωνήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κατόπιν διαβούλευσης με τούς εντεταλμένους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Από τα αποτελέσματα του ανεξάρτητού διαγνωστικού ελέγχου πού διενέργησε ο πιο πάνω οίκος πρόκυπτε ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας Κύπρου υπολείπονταν σημαντικά των υποχρεώσεων της. H Εναγόμενη 3 επιφυλάσσεται να αναφερθεί σε περαιτέρω λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο. H ρευστότητα της Τράπεζας Κύπρου επιδεινώθηκε σημαντικά κατά τούς πρώτους τρεις μήνες του 2013, λόγω των αυξημένων εκροών καταθέσεων. Συγκεκριμένα, το σύνολο των καταθέσεων της Τράπεζας Κύπρου σε Κύπρο και Ελλάδα, που είναι οι κύριες αγορές που δραστηριοποιείτο το Συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου, ανήλθαν στα €24,024 δις στις 15/03/2013, μειωμένες κατά €2,058 δις σε σχέση με τις 31/12/
  6. Ως αποτέλεσμα των αυξημένων εκροών καταθέσεων η Τράπεζα Κύπρου αιτήθηκε το Φεβρουάριο του 2013 την παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα (Emergency Liquidity Assistance - ELA) και στη συνέχεια αιτήθηκε παροχή επιπλέον έκτακτης ρευστότητας. Σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 46 του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου 138(Ι)/2002, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να παρέχει δάνεια σε τράπεζες με εξασφάλιση και γι' αυτό, για την πιο πάνω παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα (Emergency Liquidity Assistance - ELA) η Τράπεζα Κύπρου παρείχε, κατά καιρούς, εξασφαλίσεις επί των περιουσιακών στοιχείων της προς υπερκάλυψη της παρεχόμενης ρευστότητας. H παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα προϋποθέτει την μη ένσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Κατά ή περί την 31/03/2011 η θυγατρική της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα Μαρφίν Εγνατία Τράπεζα A.E. μετατράπηκε σε υποκατάστημα. Παράλληλα κατά την ίδια περίοδο, το ελληνικό δανειακό χαρτοφυλάκιο της Λαϊκής Τράπεζας συνέχιζε να επιδεινώνεται, οδηγώντας σε ανάγκη υψηλότερων προβλέψεων, η οποία επιδείνωσε την ήδη πολύ κακή επιχειρησιακή απόδοση των εργασιών Ελλάδος. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. Κατά ή περί το Σεπτέμβριο του 2011, η ρευστότητα της Λαϊκής Τράπεζας επιδεινώθηκε σημαντικά, λόγω των αυξημένων εκροών καταθέσεων. Ως αποτέλεσμα, η Λαϊκή Τράπεζα αιτήθηκε για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 2011 την παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα (Emergency Liquidity Assistance - ELA). H παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα προϋποθέτει τη μη ένσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. H κεφαλαιακή Θέση της Λαϊκής Τράπεζας επιδεινώθηκε αμέσως μετά τον Οκτώβριο του 2011, όταν λήφθηκε η απόφαση για απομείωση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς επίσης λόγω της χειροτέρευσης της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης σε Κύπρο και Ελλάδα. H κατάσταση ρευστότητας της Λαϊκής Τράπεζας σημείωνε ήδη σημαντικές αδυναμίες, παρουσιάζοντας παραβάσεις από τις αρχές του 2011 στην τήρηση των εποπτικών δεικτών ρευστότητας που εφάρμοζε η Κεντρική Τράπεζα και παραβάσεις για περίοδο πολύ πριν το 2011 στην τήρηση των εποπτικών δεικτών ρευστότητας πού εφάρμοζε η Τράπεζα της Ελλάδος, σε σχέση με τις Ελληνικές εργασίες του Ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας. Κατά ή περί την 7/11/2011, η Κεντρική Τράπεζα με σχετική επιστολή της προς τη Λαϊκή Τράπεζα της επέβαλε σημαντικούς περιορισμούς σε Θέματα ρευστότητας προς αντιμετώπιση της επιδεινούμενης ρευστότητας της. Κατά ή περί το Δεκέμβριο 2011, η Κεντρική Τράπεζα, με βάση εποπτική αξιολόγηση που διενήργησε, απαίτησε από την Λαϊκή Τράπεζα, με βάση το προφίλ κινδύνου της τράπεζας, να διατηρεί ελάχιστο δείκτη πρωτοβάθμιων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση, ύψους 15,86% - εξαιρουμένων των κινδύνων σε κυβερνητικά ομόλογα. Επιπλέον του πιο πάνω ποσοστού απαιτούνταν κεφάλαια για τους κινδύνους από την έκθεση σε κυβερνητικά ομόλογα ύψους €1,561 δις. Το συνολικό έλλειμμα κεφαλαίων ανερχόταν στα €3,062 δις. H Κυβέρνηση δεσμεύθηκε ότι θα στηρίξει τη Λαϊκή Τράπεζα σε περίπτωση όπου το σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης της δεν υλοποιείτο πλήρως μέσω ιδιωτικών πόρων. Ως εκ των πιο πάνω παρόλο πού δεν τηρούνταν οι ελάχιστοι εποπτικοί δείκτες κεφαλαιακός επάρκειας, η Λαϊκή Τράπεζα Θεωρείτο και ή ήταν φερέγγυα. Κατά ή περί την 18/05/2012 η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε την παροχή κρατικής στήριξης Λαϊκή Τράπεζα, ύψους €1,800 δις με την έκδοση σχετικού διατάγματος (Κ.Λ.Π. 182/2012) κατόπιν αίτησης που είχε υποβάλει η Λαϊκή Τράπεζα, με σκοπό την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος για τη συμμόρφωση με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών με ημερομηνία 8/12/2011, σχετικά με τη δημιουργία προσωρινών αποθεμάτων κεφαλαίου για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον τραπεζικό τομέα. Από το Σεπτέμβριο του 2011 και μετά, λόγω των συνεχιζόμενων εκροών καταθέσεων, των υποβαθμίσεων ομολόγων με αποτέλεσμα να καθίστανται μη επιλέξιμα για σκοπούς χρηματοδότησης από το Ευρωσύστημα, καθώς και λόγω της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για αναστολή πρόσβασης της Λαϊκής Τράπεζας και των υποκαταστημάτων της στα πιστοδοτικά μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος για προληπτικούς λόγους από τις 3/07/2012, η Λαϊκή Τράπεζα συνέχισε να αιτείται την παροχή επιπλέον έκτακτης ρευστότητας, έχοντας ως αποτέλεσμα στις 22/03/2013 το συνολικό υπόλοιπο έκτακτης ρευστότητας πού λάμβανε η Λαϊκή Τράπεζα να ανέρχεται σε £9,5 δις. Για την πιο πάνω παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα (ELA) η Λαϊκή Τράπεζα παρείχε, κατά καιρούς, εξασφαλίσεις επί των περιουσιακών στοιχείων της προς υπερκάλυψη της παρεχόμενης ρευστότητας. H παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα προϋποθέτει τη μη ένσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Κατά ή περί την 9/07/2012 η Κεντρική Τράπεζα, ενόψει του ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν τηρούσε τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, ούτε συμμορφωνόταν με τους ελάχιστους εποπτικούς δείκτες ρευστότητας, απαγόρευσε την εκποίηση στοιχείων ενεργητικού της τράπεζας και τη μεταφορά κεφαλαίου και ρευστότητας σε οποιαδήποτε θυγατρική εταιρεία χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας της Λαϊκής Τράπεζας στις 31/12/2012, με βάση τα προκαταρτικά αποτελέσματα, τα οποία δεν είχαν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της Λαϊκής Τράπεζας, ήταν 0,7% για το δείκτη Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (2,7% στις 30/09/2012), 3,3% για το δείκτη Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (5,4% στις 30/092012) και 3,5% για το δείκτη Συνολικών Ιδίων Κεφαλαίων (5,5% στις 30/09/2012). Οι εν λόγω δείκτες υστερούσαν σημαντικά των εποπτικών απαιτήσεων που για το έτος 2012 ανέρχονταν σε 8% ελάχιστο δείκτη Κυρίων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων, 9,5% ελάχιστο δείκτη Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων και 11,5% ελάχιστο δείκτη Συνολικών Ιδίων Κεφαλαίων. Οι προκαταρτικοί δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στις 31/12/2012 παρουσίασαν σημαντική μείωση σε σχέση με τους δείκτες, κεφαλαιακής επάρκειας στις 30/09/2012 ως αποτέλεσμα των αυξημένων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις που διενεργήθηκαν το τελευταίο τρίμηνο του
  1. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι με βάση τα τότε προκαταρτικά αποτελέσματα για το έτος 2012, τα οποία δεν είχαν εγκριθεί ακόμη από το Διοικητικό Συμβούλιο της Λαϊκής Τράπεζας, οι προβλέψεις για επισφαλείς χορηγήσεις ανήλθαν στα €1,779 δις για το έτος 2012 σε σχέση με €1,151 δις για το έτος
  2. Με βάση τα προκαταρκτικά αποτελέσματα η Λαϊκή Τράπεζα πραγματοποίησε κατά το 2012 ζημιές μετά προβλέψεις και προ φόρων €2,543 δις. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. Με βάση τα προκαταρτικά αποτελέσματα για το έτος 2012 και τους ελάχιστούς δείκτες κεφαλαιακών απαιτήσεων της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας προς τις τράπεζες για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων του 2006 έως (Αρ.2) του 2011 το έλλειμμα Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων ανερχόταν στα €1,622 δις και το έλλειμμα Συνολικών Κεφαλαίων στα €1,782 δις. Εντός του Νοεμβρίου 2012 συμφωνήθηκε το προκαταρτικό μνημόνιο συναντίληψης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Τρόικα στο οποίο υπήρχε η πρόνοια για ποσό μέχρι £10δις. για κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών συμπεριλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας, οι οποίες θα προσδιορίζονταν μέσω του διαγνωστικού ελέγχου της PIMCO που Θα ολοκληρωνόταν στις αρχές του
  3. Ως εκ των πιο πάνω, λόγω της προοπτικής της υπογραφής του μνημονίου αναμενόταν η Κυβέρνηση να έχει στη διάθεσή της επαρκείς πόρους για την περαιτέρω ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας, από το πρόγραμμα στήριξης. Από τα αποτελέσματα του ανεξάρτητου διαγνωστικού ελέγχου πού διενέργησε η εταιρεία PIMCO, όπως αναφέρεται πιο πάνω, προέκυπτε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας υπολείπονταν σημαντικά των υποχρεώσεων της και το έλλειμμα κεφαλαίων της Λαϊκής Τράπεζας υπολογίστηκε στα £2.782 δις με βάση το βασικό σενάριο και £3.835 δις. με βάση το ακραίο σενάριο. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω θα δοθούν κατά την δικάσιμο. Μέσα στα πλαίσια των προσπαθειών για την υπογραφή του μνημονίου με την Τρόικα αναμενόταν ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση μετά την λήψη της πρώτης δόσης Θα ήταν σε Θέση να στηρίξει τις τράπεζες, ώστε να έχουν επαρκή κεφάλαια σύμφωνα με τους Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις 16/03/2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις Κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν μεταξύ άλλων, την εισαγωγή εφάπαξ εισφοράς αλληλεγγύης που θα εφαρμοζόταν σε καταθέτες. Στις 19/03/2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το νομοσχέδιο για την εφάπαξ εισφορά επί των καταθέσεων. Στις 21/03/2013 το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε σε σχέση με παροχή έκτακτης ρευστότητας που ζήτησε η Κεντρική Τράπεζα να επιτρέψει την παροχή έκτακτης ρευστότητας μέχρι 25/03/2013 και έπειτα να συνεχιζόταν η παροχή μόνο αν θα ετίθετουν η εφαρμογή προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που θα εξασφάλιζε τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. Από το συνολικό ποσό της χρηματοδότησης και το απόθεμα ρευστών διαθέσιμων της Τράπεζας Κύπρου στις 22/03/2013, τη δεδομένη στιγμή προέκυψε ότι δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις της αν εξέλειπε η παροχή έκτακτης ρευστότητας. Από το απόθεμα ρευστών διαθέσιμων της Λαϊκής Τράπεζας στις 22/03.2013, προέκυπτε ότι η Λαϊκή Τράπεζα τη δεδομένη χρονική στιγμή, δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις της αν εξέλειπε η παροχή έκτακτης ρευστότητας. Στις 25/03/2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία για την εγκαθίδρυση προγράμματος οικονομικής προσαγωγής προς αποφυγή χρεωκοπίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συμφωνήθηκε η Λαϊκή Τράπεζα να διαχωριστεί σε καλή και κακή τράπεζα και όπως η καλή τράπεζα απορροφηθεί από την Τράπεζα Κύπρου και στην καλή τράπεζα να μεταφερθούν 9 δισεκατομμύρια έκτακτης παροχής ρευστότητας . Τα χρήματα του προγράμματος 10 δισεκατομμύρια, δεν θα χρησιμοποιηθούν για να ανακεφαλαιοποίηση της Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου και η ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου θα γίνει από τους ίδιους πόρους. Το Eurogroup 25/03/2013 ζήτησε από τις Κυπριακές αρχές την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να οριστικοποιήσουν μνημόνιο συναντίληψης μέχρι τις αρχές Απριλίου
  4. Ενόψει του άμεσου κινδύνου για πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και κατάρρευση του συνόλου του τομέα με καταστροφικές συνέπειες, η Αρχή Εξυγίανσης ασκώντας τις εξουσίες της δυνάμει του νόμου 17.1.13, μετά από κοινή απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών και βάσει της έκθεσης αρμόδιας εποπτικής αρχής και το σχέδιο εξυγίανσης που ετοιμάστηκε από την αρχή εξυγίανσης και αφού αποφάσισαν δυνάμει του άρθρου 6.1 του νόμου 17
(1)13 ότι συνέτρεχαν επιτακτικοί λόγοι δημόσιου συμφέροντος, εκδόθηκαν διατάγματα για μη λήψη μέτρων εξυγίανσης της Τράπεζας Κύπρου και Λαϊκής Τράπεζας. Τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, μεταβιβάστηκαν και υπολογίστηκαν στην εύλογη αξία τους στη βάση αποτίμησης από ανεξάρτητο εκτιμητή. Μέχρι τις 30/07/2013, παραδόθηκε στην Αρχή Εξυγίανσης έκθεση αποτίμησης ανεξάρτητου οίκου σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου. Η Αρχή Εξυγίανσης δεδομένης της περαιτέρω μετατροπής 10% των ανασφάλιστων καταθέσεων στην Τράπεζα Κύπρου σε μετοχές A και αφού καθόρισε την εύλογη αξία των καθαρών περιουσιακών στοιχείων των δύο τραπεζών με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, εξέδωσε διάταγμα ΚΔΠ279/2013 και η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε και παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα μετοχές τάξης A ονομαστικής αξίας ενός ευρώ, ώστε η Λαϊκή να κατέχει το 18.056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου. Τα διατάγματα με από κοινού απόφαση, έχουν νομική αξία και ισχύ, διότι εκδόθηκαν εντός του πλαισίου του νόμου που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης αρνούνται ότι τα διατάγματα είναι αντισυνταγματικά. Όλες οι πράξεις, διατάγματα, αποφάσεις και όλες οι προπαρασκευαστικές πράξεις, εκδόθηκαν αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη γεγονότα περιστατικά που έγιναν κατά ή περί της 16/03/2013 και λήφθηκαν νόμιμα και ορθά σύμφωνα με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 2 και 3 λέγουν τα πιο κάτω: Αρνούνται ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 3
(2)(γ) του Νόμου 17(Ι)/2013 αναφορικά με την πώληση των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε ό,τι αφορά την πώληση εργασιών της Εναγόμενης 1 στην Ελλάδα η Εναγόμενη 2 λέγει τα πιο κάτω: Η πώληση των εργασιών της Εναγόμενης 1 στην Ελλάδα προηγήθηκε χρονικά της K.Δ.Π. 104/
  1. Συνεπώς, κατά την ημερομηνία έκδοσης του Διατάγματος Κ.Δ.Π.104/2013, οι εργασίες της Εναγόμενης 1 στην Ελλάδα δεν περιλαμβάνονταν στα βιβλία της εν λόγω τράπεζας και συνεπώς δεν τίθεται Θέμα προνομιακής μεταχείρισης ορισμένων καταθετών έναντι των Εναγόντων. Η πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων των Κυπριακών Τραπεζών είχε τεθεί ως προϋπόθεση από τους διεθνείς δανειστές της Κύπρου για την έγκριση του προγράμματος στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά ή περί την 4η Μαρτίου
  2. Προς επίτευξη του στόχου αυτού κατά ή περί την 11/03/2013 αντιπροσωπεία από λειτουργούς της Κεντρικής Τράπεζας του Υπουργείου Οικονομικών και της Τρόικας μετέβησαν στην Ελλάδα για απευθείας διαπραγματεύσεις με την Τράπεζα της Ελλάδας και άλλες αρμόδιες αρχές. Λόγω του ότι δεν υπήρξε συμφωνία, αποφασίστηκε όπως η συζήτηση συνεχιστεί στις Βρυξέλλες στα πλαίσια του Eurogroup της 15ης Μαρτίου
  3. όπου συμφωνήθηκαν όροι στο περιεχόμενο των οποίων οι Εναγόμενοι 2 και 3 Θα αναφερθούν κατά τη δικάσιμο. H πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων των Κυπριακών Τραπεζών στην Ελλάδα έγινε με τους πιο πάνω όρους. Κατά ή περί τον Μάρτη του 2013 η Τράπεζα Πειραιώς εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά και στις 23/03/2013 εκπρόσωποι της Τράπεζας Πειραιώς ήλθαν στην Κύπρο για συζήτηση των λεπτομερειών και υπογραφή των σχετικών συμβολαίων. Οι διαπραγματεύσεις τελικά ολοκληρώθηκαν στις 26 Μαρτίου 2013 και εκδόθηκαν τα σχετικά Διατάγματα της Αρχής Εξυγίανσης. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, η απόφαση και/ή συμφωνία για την πώληση των Ελληνικών υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 ήταν απόφαση πού λήφθηκε σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο για την έγκριση του προγράμματος στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας και την διάσωση του τραπεζικού συστήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυπριακής Οικονομίας γενικότερα. H πώληση των Ελληνικών υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 υπό τις περιστάσεις ήταν λογική και/ή ήταν εύλογη εμπορική πράξη. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι παραβιάστηκε το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου 17(Ι)/2013 και ειδικότερα αρνούνται ότι οι Ενάγοντες βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομικά θέση από αυτή που θα βρίσκονταν εάν η Εναγόμενη 1 τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Σε περίπτωση εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας θα ενεργοποιούνταν οι πρόνοιες του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και θα έπρεπε να αποζημιωθούν άμεσα όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις, με το συνολικό κόστος να ανέρχεται σε 7,5 δις περίπου με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία με ημερομηνία αναφοράς 31/12/2012. Το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων δεν διέθετε τα απαιτούμενα κεφάλαια για να καλύψει τους ασφαλισμένους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου και/ή της Λαϊκής Τράπεζας. Παράλληλα, η οφειλή έκαστης τράπεζας σε σχέση με την έκτακτη ρευστότητα που της είχε παρασχεθεί θα καθίστατο απευθείας ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και η Κεντρική Τράπεζα, για σκοπούς είσπραξης του ποσού θα αξιοποιούσε τα περιουσιακά στοιχεία εκάστης τράπεζας που είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση. Ως εκ τούτου, τα περιουσιακά στοιχεία αυτά δεν Θα ήταν στη διάθεση του εκκαθαριστή προς ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών και των μετόχων. Επιπλέον, χιλιάδες εργαζομένων της Τράπεζας κύπριού και της Λαϊκής Τράπεζας θα βρίσκονταν στην ανεργία. Σε κάθε περίπτωση, η Κυπριακή Δημοκρατία θα τίθετο σε ανυπέρβλητα δεινή οικονομική κατάσταση με καταστροφικές συνέπειες για τους καταθέτες, λοιπούς πιστωτές, όπως οι Ενάγοντες, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το κοινωνικό σύνολο. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι παραβιάστηκαν οι υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 3
(2)(ζ) του Νόμου 17(Ι)/2013 και αρνούνται ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες και πρόνοιες του άρθρου 9 του Νόμου 17(Ι)/2013 το οποία αφορά το μέτρο της πώλησης εργασιών και λέγει ότι το μέτρο αυτό εφαρμόστηκε ορθά στην περίπτωση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες των άρθρων 22 και 23 του Νόμου 17(Ι)/2013 και αρνείται ότι παραβιάστηκαν τα άρθρα 24 και 25 του Νόμου και/ή οποιεσδήποτε άλλες νομοθετικές διατάξεις. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι χρησιμοποίησαν το προϊόν πώλησης των περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού και επιχείρησης της Εναγόμενης 1 προς εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου. Όλα τα μέτρα που λήφθηκαν, αποσκοπούσαν στην προστασία της Cyprus Popular Bank Ltd και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των υπόλοιπων τραπεζών και του τραπεζικού συστήματος της Δημοκρατίας. Αρνούνται ότι η πώληση των εν Ελλάδι της Εναγόμενης 1 προκάλεσε οικονομικά προβλήματα στη Λαϊκή και μείωσε το ποσό που θα λάμβαναν οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές της Λαϊκής. Αρνούνται ότι η πώληση των εργασιών στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο έγινε σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική και δίκαια αξία. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι η Εναγόμενη 3 προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στην Εναγόμενη 1 και/ή στους Ενάγοντες και λέγουν τα πιο κάτω: Σε σχέση με την απομείωση των ελληνικών ομολόγων οι Εναγόμενοι 2 και 3 λέγουν ότι κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο ενημέρωσαν τον Υπουργό Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας σε σχέση με την έκθεση των Κυπριακών Τραπεζών στα Ελληνικά ομόλογα και σε σχέση με τις επιπτώσεις σε αυτές σε περίπτωση αποδοχής του PSI. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά οι αποφάσεις που λήφθηκαν σε σχέση με το Ελληνικό PSI λήφθηκαν σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο από τούς αρχηγούς των κρατών. Αναφορικά με την παροχή κρατικής στήριξης στην Εναγόμενη 1, οι Εναγόμενοι 2 και 3 λέγουν ότι η έγκριση της παροχής κρατικής στήριξης στη Λαϊκή Τράπεζα ύψους €1,800 δις με την έκδοση σχετικού διατάγματος (Κ.Δ.Π. 182/2012) έγινε κατόπιν αίτησης που είχε υποβάλει η Λαϊκή Τράπεζα, με σκοπό την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος για τη συμμόρφωση με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών με ημερομηνία 8/12/2011, σχετικά με τη δημιουργία προσωρινών αποθεμάτων κεφαλαίου για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον τραπεζικό τομέα. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι η αλλαγή σε οποιουσδήποτε δείκτες πρωτοβάθμιων κεφαλαίων και/ή άλλων έγινε απερίσκεπτα και υιοθετούν και επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο των παραγράφων 12 και 13 πιο πάνω. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι ώθησαν την Λαϊκή Τράπεζα στη λήψη ELA και λέγουν ότι πριν την παραχώρηση ELA προς τη Λαϊκή Τράπεζα, η Εναγόμενη 3 ακολουθούσε όλες τις απαιτούμενες διαδικασίες και προέβαινε στις απαραίτητες αξιολογήσεις. Κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν ενδεδειγμένο και/ή νόμιμο να παρέχεται E.L.A. στη Λαϊκή Τράπεζα, ειδικότερα λαμβανομένης υπόψιν και της προοπτικής υπογραφής Μνημονίου Συναντίληψης με την Τρόικα, βάσει του οποίου οι κυπριακές τράπεζες θα ανακεφαλαιοποιούνταν πλήρως με χρηματοδότηση από το πρόγραμμα στήριξης. Περαιτέρω, η παραχώρηση ELA κατά τον ουσιώδη χρόνο προς την Λαϊκή Τράπεζα έγινε σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και αφού με τα τότε δεδομένα, η εν λόγω τράπεζα δεν ήταν αφερέγγυα εξαιτίας της προοπτικής υλοποίησης του σχεδίου ανακεφαλαιοποίησης της και της Θέσης της Κυβέρνησης να την στηρίξει, η οποία Κυβέρνηση αναμενόταν να έχει στη διάθεση της επαρκείς πόρους για να ανακεφαλαιοποιήσει περαιτέρω και πλήρως, από το πρόγραμμα στήριξης, τη Λαϊκή Τράπεζα. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μέχρι την 25/03/2013, δεν είχε προβάλει σε σχέση με την παροχή ELA από την Κεντρική Τράπεζα προς την Λαϊκή Τράπεζα, ή προς οποιαδήποτε άλλη τράπεζα ένσταση τέτοια που ενδεχομένως να εδείκνυε ότι η εν λόγω τράπεζα δεν ήταν φερέγγυα. Περαιτέρω, οι τράπεζες παρείχαν επαρκείς εξασφαλίσεις επί των περιουσιακών στοιχείων τούς προς υπερκάλυψη της παρεχόμενης ρευστότητας. Περαιτέρω στα πλαίσια των εποπτικών της αρμοδιοτήτων η Εναγόμενη 3, μεταξύ άλλων, έλαβε τα ακόλουθα μέτρα και/ή προέβη στις ακόλουθες ενέργειες σε σχέση με την Λαϊκή Τράπεζα και/ή υποκαταστήματα και/ή θυγατρικές αυτής σε όσες χώρες δραστηριοποιούνταν. Μέσα στα πλαίσια της ετήσιας εποπτικής αξιολόγησης του Ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας η Εναγόμενη 3 απέστειλε σχετικές επιστολές προς την Διεύθυνση της Λαϊκής Τράπεζας στις οποίες γίνεται πλήρης αναφορά στο ύψος των κινδύνων που αναλαμβάνει ο Όμιλος. Λεπτομέρειες αναφορικά με τα ανωτέρω Θα δοθούν κατά την δικάσιμο Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε την παραχώρηση νέων χρηματοδοτήσεων/χορηγήσεων ή την απαλλαγή εξασφαλίσεων που κάλυπταν υφιστάμενες χρηματοδοτήσεις/χορηγήσεις προς τους συμβούλους και τους διευθυντές του Ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας ή με συνδεδεμένα με αυτούς πρόσωπα χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε στον Όμιλο της Λαϊκής Τράπεζας να παραχωρεί συνολικά χρηματοδοτήσεις/χορηγήσεις πέραν των €250 χιλιάδων σε πελάτες ή ομίλους πελατών που δραστηριοποιούνται σε χώρες όπου ο δείκτης δανείων (πριν τις προβλέψεις) προς καταθέσεις της τράπεζας υπερβαίνει το 100% χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε την παραχώρηση οποιασδήποτε άλλης επιπρόσθετης χρηματοδότησης προς τον ίδιο πελάτη ή όμιλο πελατών πέραν του συνολικού ποσού των €250 χιλιάδων που αναφέρεται πιο πάνω πριν την έλευση χρονικού διαστήματος τουλάχιστον ό μηνών χωρίς την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα επέβαλε την άμεση ακύρωση όλων των αχρησιμοποίητων ορίων πελατών πέραν των €50 χιλιάδων. Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα επέβαλε την ακύρωση στην λήξη τους όλων των χρησιμοποιηθέντων χρηματοδοτήσεων/χορηγήσεων που παραχωρήθηκαν κάτω από αναπληρούμενα όρια (revolving credit facilities). Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε την διαγραφή οφειλών πελατών προς την τράπεζα πέραν των €50 χιλιάδων χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε την αποδέσμευση καταθέσεων που έχουν ληφθεί ως εξασφάλιση χρηματοδότησης/χορήγησης της τράπεζας προς πελάτη της εξαιρουμένης της περίπτωσης πλήρους εξόφλησης των δανειακών υπολοίπων του εν λόγω πελάτη/ομίλου συνδεδεμένων προσώπων. Σχετική είναι η επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 12/10/
  1. Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε την αποδέσμευση οποιονδήποτε εξασφαλίσεων που κάλυπταν χρηματοδοτήσεις/χορηγήσεις που δόθηκαν σε οποιονδήποτε πελάτη ή όμιλο πελατών χωρίς την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε τις επενδύσεις σε χρεόγραφα ή μετοχές εταιρειών χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Κατά ή περί την 7/11/2011 η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευσε την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον Όμιλο της Λαϊκής Τράπεζας χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Περαιτέρω η Κεντρική Τράπεζα καθ' όλους τους ουσιώδης με την παρούσα αγωγή χρόνους εφάρμοζε αυστηρή και συνεχή εποπτεία των δραστηριοτήτων της Λαϊκής Τράπεζας ειδικότερα από την 7 Νοεμβρίου 2011 και μεταγενέστερα. H Κεντρική Τράπεζα απέστειλε σωρεία επιστολών προς την τράπεζα με τις οποίες την καλούσε να συμμορφωθεί με τούς απαιτούμενους δείκτες ρευστότητας. Αντίγραφα των επιστολών θα παρουσιαστούν κατά την δικάσιμο. Με επιστολή της η Κεντρική Τράπεζα, ημερομηνίας 29/11/2011, απαίτησε την άμεση απομάκρυνση του Διευθύνοντος Συμβούλου της Λαϊκής Τράπεζας κ. Ε. Μπουλούτα, προς εξασφάλιση των συμφερόντων των καταθετών και ενόψει της συνεχιζόμενης επιδείνωσης της κατάστασης ρευστότητας της τράπεζας. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι έπεισαν με οποιοδήποτε τρόπο τούς Ενάγοντες και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να διατηρήσουν τις καταθέσεις τούς στην Εναγόμενη
  2. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 2 και 3 λέγουν τα πιο κάτω: Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι προέβαιναν σε διαδόσεις και/ή διαβεβαιώσεις και/ή παραστάσεις και/ή σε οποιεσδήποτε παραπλανητικές διαβεβαιώσεις προς τούς Ενάγοντες και/ή προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι οι Ενάγοντες στηρίχτηκαν σε οποιεσδήποτε παραστάσεις, δηλώσεις ή διαβεβαιώσεις των Εναγομένων για να μην αποσύρουν και/ή μεταφέρουν οποιαδήποτε χρήματα και/ή καταθέσεις τούς από την Εναγόμενη
  3. Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι είχαν πρόθεση και/ή γνώση και/ή λόγο να γνωρίζουν ότι οι Ενάγοντες Θα στηρίζονταν σε ισχυριζόμενες δηλώσεις και/ή διαβεβαιώσεις και/ή ότι οι οποιεσδήποτε δηλώσεις τούς θα τους ωθούσαν να διατηρήσουν και/ή να μην αποσύρουνε τις καταθέσεις τούς. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, καθ' όλους τους ουσιώδης χρόνους οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις και/ή αναφορές έγιναν σε σχέση με την βιωσιμότητα της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd αποτελούσαν την καλόπιστη άποψη και/ή γνώμη και/ή γίνονταν πάντοτε με δεδομένη τη Θέση της Κυβέρνησης να στηρίξει την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, η Κυβέρνηση είχε την προοπτική υπογραφής μνημονίου, βάσει του οποίου οι κυπριακές τράπεζες θα αν κεφαλαιοποιούνταν πλήρως με χρηματοδότηση από το πρόγραμμα στήριξης. H οικονομική κατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν κοινώς και/ή ευρέως γνωστή. Περαιτέρω, τα αποτελέσματα και οικονομικά δεδομένα των τραπεζών φαίνονταν και/ή ήταν κοινώς γνωστά και/ή καταγράφονταν στις ετήσιες οικονομικές τούς καταστάσεις, οι οποίες ήταν διαθέσιμες και/ή προσβάσιμες στο κοινό περιλαμβανομένων των Εναγόντων. Η Εναγόμενη 2 προσέγγισε την Ελληνική Τράπεζα, τη Eurobank Cyprus Ltd, την Alpha Bank Cyprus Ltd και τις κάλεσε να δηλώσουν αν ενδιαφέρονται για την απόκτηση των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας και οι τρεις πιο πάνω τράπεζες, απάντησαν αρνητικά. Εκτός από τα περίπου 9 δισεκατομμύρια του ELA που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου, εκχωρήθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας αξίας μεγαλύτερης από το ELA. Η οφειλή της Λαϊκής Τράπεζας από το ELA, μεταφέρθηκε διά της εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου και περιλάμβανε ανάγκη σε ρευστότητα της ίδιας της Τράπεζας Κύπρου, δηλαδή ποσό 1.2 δισεκατομμύρια που αντιστοιχούσε σε οφειλή της Τράπεζας Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα λόγω του ότι η Λαϊκή Τράπεζα χρηματοδότησε στις 26/03/2013 οφειλή της Τράπεζας Κύπρου προς την Τράπεζα Πειραιώς εκ της πώλησης των εν Ελλάδι εργασιών της Τράπεζας Κύπρου. Αρνιόνται ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 23 του Συντάγματος και παράβαση της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Οι Ενάγοντες ήταν απλά πιστωτές της Εναγόμενης
  4. Αρνούνται ότι παραβιάστηκε το άρθρο 25 του Συντάγματος ή το άρθρο 26 του Συντάγματος. Υπήρχε ίση μεταχείριση σε σχέση με καταθέτες, διότι τα μέτρα εξυγίανσης λήφθηκαν για πιστωτικά ιδρύματα στα οποία εφαρμόζονταν οι διατάξεις του νόμου 17
(1).13 για τράπεζες που χρειάζονταν τα μετρά εξυγίανσης για την ανακεφαλαιοποίηση τους. Οποιαδήποτε διαφοροποίηση που έγινε σε σχέση με συγκεκριμένες κατηγορίες καταθετών, έγινε νόμιμα. Οι εξαιρέσεις που έγιναν, είναι για σκοπούς προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος για την προστασία της εκπαίδευσης του φιλανθρωπικού έργου, την προστασία της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού και πιστωτικού τομέα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Έγιναν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα
  1. Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διά μετοχών εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με το Νόμο. Σχετικά παρουσιάζεται και κατατίθεται ως Τεκμήριο 1 Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών για σύσταση των Εναγόντων στις 10/08/1988 και ως Τεκμήριο 2 Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 18/11/2024 ότι η Ενάγουσα Εταιρεία εξακολουθεί να υφίσταται.
  2. Στις 26/03/2013 0ι Ενάγοντες διατηρούσαν στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd τους πιο κάτω λογαριασμούς με συνολικά πιστωτικά υπόλοιπα €337.008,11 ως ακολούθως: (α) [ ] €58.958,15 (συμπεριλαμβάνονται οι δεδουλευμένοι τόκοι μέχρι 26/03/2013), (β) [ ] €278.049,96 (συμπεριλαμβάνονται οι δεδουλευμένοι τόκοι μέχρι 26/03/2013), και (γ) [ ] χωρίς ποσό.
  3. Μετά την έκδοση των Διαταγμάτων που αναφέρονται στην παρ. 7.1 της Έκθεσης Απαίτησης, από το συνολικό ποσό των €337.008,11 των καταθέσεων των Εναγόντων, ποσό €100.000 μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και το υπόλοιπο ποσό των €237.008,11 απομειώθηκε και οφείλεται από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd προς τους Ενάγοντες.
  4. Οι Ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση επαλήθευσης χρέους στον Εκκαθαριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd για το ποσό των €237.008,
  5. Στις 07/02/2023, ο Εκκαθαριστής της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ενημέρωσε ότι η επαλήθευση χρέους έγινε αποδεκτή για το ποσό των €237.008,
  6. Σχετικά παρουσιάζεται και κατατίθεται ως Τεκμήριο 3 το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 07/02/2023 του Εκκαθαριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Αυγουστίνου Παπαθωμά.
  7. Στις 22/03/2023 η παρούσα αγωγή αποσύρθηκε εναντίον της Εναγόμενης 1 Cyprus Popular Bank Public Co Ltd.
  8. Οι Ενάγοντες δεν έχουν μέχρι σήμερα λάβει οποιοδήποτε ποσό έναντι της ως άνω οφειλής από τον Εκκαθαριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Ο μοναδικός μάρτυρας των εναγόντων Σάββας Ταντής είναι ορκωτής λογιστής κατάθεσε το βιογραφικό του σημείωμα και ανέφερε ότι εξαιτίας της επαγγελματικής του ενασχόλησης με χρηματοοικονομικά θέματα παρακολουθούσε την πορεία των Κυπριακών Τραπεζών και τον τρόπο διακυβέρνησης και εποπτείας τους. Το 2011 ζήτησε συνάντηση με τον υπουργό οικονομικών επειδή ανησυχούσε ότι οι τράπεζες οδηγούνταν προς πτώχευση. Οι τράπεζες είχαν μεγάλη έκθεση στα Ελληνικά ομόλογα και υπήρχαν μεγάλα δάνεια στην Ελλάδα χωρίς επαρκείς εξασφαλίσεις. Εισηγήθηκε ταμείο σταθερότητας που θα αντλούσε κεφάλαια εκδίδοντας διαπραγματεύσιμα ομόλογα και το κράτος να είναι εγγυητής του τόκου. Εκείνη την εποχή η οικονομία είχε ρευστότητα και οι τράπεζες έδειχναν κερδοφορία. Σε άρθρο που δημοσίευσε το 2011 ανέλυσε την υποβάθμιση των Κυπριακών Τραπεζών και προειδοποίησε την έκθεση των τραπεζών στα Ελληνικά ομόλογα και την μεγάλη υπεραξία που υπήρχε στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας. Υπήρχε έκθεση των τριών τραπεζών σε δάνεια ύψους 30δις ευρώ της Ελλάδας. Σε άλλο άρθρο σημείωσε ότι μέτρα βελτίωσης της οικονομίας που ψήφισε η Βουλή δεν θα βοηθούσαν την κατάσταση. Προειδοποίησε με άλλο δημοσίευμα για οικονομική καταστροφή των τραπεζών εξαιτίας έκθεσης στην Ελληνική οικονομία. Οι τράπεζες είχαν επενδύσει 180% του ΑΕΠ τους σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Το πρώτο εξάμηνο του 2012 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια δεν είχαν κτυπήσει τις τράπεζες και οι τρύπες των τραπεζών στη Ελλάδα δεν είχαν φανεί εξαιτίας το κούρεμα των ομολόγων που ξεπέρασε το 70%. Έθεσε διάφορα ερωτήματα αναφορικά με την Λαϊκή Τράπεζα για τα δάνεια που δόθηκαν για αγορά μετοχών της MIG και ποιες εξασφαλίσεις είχαν τα συγκεκριμένα δάνεια. H Τράπεζα Κύπρου δεν κατάφερε να μαζέψει τα αναγκαία κεφάλαια που απαιτούσε η Κεντρική Τράπεζα με στόχο τα εποπτικά κεφάλαια να αυξηθούν στο 9%. Διερωτήθηκε γιατί δεχθήκαν αυξήσεις κεφαλαίων που αντιστοιχούν με 23% του ΑΕΠ. Η Κυπριακή Κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να επιστρέψει τις αγορές πριν σταθεροποιηθεί το τραπεζικό σύστημα. Κατά τη επίδικη περίοδο οι Εναγόμενοι Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου υπό την ιδιότητα τους ως επόπτες των τραπεζών, επέδειξαν επαγγελματική αμέλεια, και ενέργησαν αντιεπαγγελματικά αφού προέβηκαν σε ενέργειες και παραλείψεις μη συνάδουσες προς το επίπεδο και το λογικά αναμενόμενο για Κεντρική Τράπεζα, είτε ως εποπτική αρχή είτε ως Αρχή Εξυγίανσης, το οποίο όφειλαν να επιδείξουν. Περαιτέρω, με αμελείς παραστάσεις και με μη εντοπισμό ουσιωδών γεγονότων και παραβιάζοντας σημαντικές υποχρεώσεις τους, απέτυχαν να εντοπίσουν σημαντικές ζημίες και εσφαλμένες λογιστικές πρακτικές οι οποίες παρουσίαζαν μια παραπλανητική οικονομική κατάσταση της τράπεζας ενώ στη πραγματικότητα η οικονομική κατάσταση που παρουσιαζόταν για την ΛΤ δεν ήταν η πραγματική και δεν ήταν η ορθή ή/και δίκαιη και δεν ενεργήσαν ως όφειλαν ως ανεξάρτητοι επόπτες για να προστατέψουν τους καταθέτες και τους επενδυτές της τράπεζας. Oι παραβιάσεις ή άλλες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων στηρίζονται σε πέντε πυλώνες. Συγκεκριμένα: Ο πρώτος πυλώνας είναι η εξαγορά του ποσοστού που κατείχε η HSBC στην AT και η εξαγορά του ποσοστού αυτού από την Marfin Financial Group, το Tosca Fund και την Laiki Bank (Nominees) Ltd. Ο δεύτερος πυλώνας είναι οι παράνομες πιστωτικές διευκολύνσεις που έδωσε η ΛT στην Ελληνική θυγατρική της. Ο τρίτος πυλώνας σχετίζεται με την Ελληνική θυγατρική Marfin Egnatia Bank (στο εξής ΜΕΒ) και συγκεκριμένα την μη αποτροπή της απόφασης για την διασυνοριακή συγχώνευση της ΜΕΒ σε υποκαταστήματα, η μεγάλη έκθεση της ΛΤ στην ΜΕΒ, οι μη επαρκείς προβλέψεις σε δάνεια που δόθηκαν κυρίως από τη ΜΕΒ στην Ελλάδα και η μεγάλη έκθεση της ΜΕΒ στα Ελληνικά ομόλογα. Ο τέταρτος πυλώνας είναι η είναι η μη απαίτηση από την ΚΔ οικονομικής στήριξης ως αντάλλαγμα για την Θετική ψήφο στην επιμήκυνση και την απομοίωση (PSI) του Ελληνικού χρέους και η μη σύσταση Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας όμοιου με το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Ο πέμπτος πυλώνας είναι η μερική πώληση τραπεζικών εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου. Όσον αφορά τον τέταρτο πυλώνα στην Ελλάδα, το 2010 ψηφίστηκε ο νόμος Ν.3864/2010 και συστάθηκε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (στο εξής «ΤΧΣ»), με σκοπό την στήριξη των Ελληνικών τραπεζών όποτε και εάν αυτό χρειαστεί (Τεκμήριο Β17, πηγή σελίδα 2, Έκθεση διαχείρισης του ΔΣ, Οικονομικές καταστάσεις του 2011, ΤΧΣ) Στις 09/10/2011 το ΤΧΣ διέσωσε την Proton Bank και έγινε o μοναδικός της μέτοχος. Στις 15/03/2012 το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) έδωσε στο ΤΧΣ ομόλογα αξίας 25 δις ευρώ τα οποία μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να κεφαλαιοποιεί τις Ελληνικές τράπεζες, πράγμα που έκανε την 20/04/2012 όταν το ΤΧΣ παραχώρησε δεσμευτικές επιστολές κεφαλαιακής ενίσχυσης προς τις τράπεζες Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος (6,9 δις ευρώ ), EFG Ευrοbαnk-Εργασίας (4,2 δις ευρώ), Alpha Bank (1,9 δις Ευρώ) και Τράπεζα Πειραιώς (5,0 δις Ευρώ) - τεκμήριο B17 πηγή σελίδα 6, έκθεση διαχείρισης του ΔΣ, Οικονομικές καταστάσεις του 2011, ΤΧΣ). Στις 13/12/2012 το ΕΤΧΣ έδωσε στο ΤΧΣ άλλα 16 δις ευρώ σε ομόλογα. (Τεκμήριο Β19, πηγή σελίδα 6, Οικονομικές καταστάσεις ΤΧΣ 2012). Στις 31/12/2012 το ΤΧΣ συνολικά εισέφερε ομόλογα ονομαστικής αξίας 24,262εκ στις 4 πιο πάνω συστημικές τράπεζες (Τεκμήριο Β20 αναλυτικός πίνακας Ομολόγων ΤΧΣ προς τις 4 συστημικές Τράπεζες, πηγή σελίδα 8, Οικονομικές καταστάσεις ΤΧΣ 2012). Όταν η Ελλάδα δέχτηκε την βοήθεια για βοηθήσει τις τράπεζες της μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής σταθερότητας το χρέος της προς ΑΕΠ αυξήθηκε πάνω από 160%. Όταν η Κύπρος κούρεψε τους καταθέτες της το χρέος προς ΑΕΠ ήταν 79.3 %. Δεν τίθετο θέμα μη βιώσιμου χρέους. Η Κύπρος ήταν εκτός αγορών περίπου από τον Μάρτιο του 2011, όταν οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ήταν πάνω από το 6%, ενώ αρχές Ιουλίου του 2011 ξεπέρασαν το 8%. (Τεκμήριο Β24) πηγή γράφημα αποδόσεων κρατικών Ομολόγων διαφόρων Ευρωπαϊκών χωρών συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, πηγή σελίδα 22, Ετήσια Οικονομική Έκθεση ΚΤΚ του 2011). Το κράτος εξυπηρετούσε τις χρηματοδοτικές ανάγκες του, αντλώντας κεφάλαια από την εγχώρια αγορά . Την ίδια στιγμή το κράτος είχε μεγάλα δημοσιονομικά ελλείματα από το
  9. Συγκεκριμένα, η Κυπριακή Δημοκρατία (ΚΔ) το 2009 είχε δημοσιονομικό έλλειμα €1,014,7εκ., δηλαδή 5.4% του ΑΕΠ. Το 2010 η ΚΔ είχε δημοσιονομικό έλλειμα 911,7εκ Ευρώ, ήτοι 4.7% του ΑΕΠ. Το 2011 το έλλειμα ανέβηκε στο στα 1,122,1εκ, δηλαδή 5.7% του ΑΕΠ, όπως ακριβώς ήταν και το έλλειμα για το
  10. Ήταν ξεκάθαρο ότι η ΚΔ δεν θα μπορούσε να στηρίξει τις Τράπεζες της σε περίπτωση που χρειαζόταν διότι δεν μπορούσε να αντλήσει κεφάλαια από τις αγορές. Η Λαϊκή Τράπεζα κρατούσε σύνολο 3.052 δις ΟΕΔ και είχε τελικά ζημιά από το κούρεμα των ΟΕΔ 2.331 δις, ενώ τα καθαρά κεφάλαια της μετά την αφαίρεση της υπεραξίας την 31-12-2010 ήταν μόνον 1.9 δις ευρώ. Το ποσό αυτό προκύπτει από την αφαίρεση της αξίας των ιδίων περιουσιακών στοιχείων το 2010 από την αξία των ιδίων κεφαλαίων, όπως τα δύο αυτά ποσά φαίνονται στο πιο πάνω Τεκμήριο. Την 31/12/2010, η Τράπεζα Κύπρου κρατούσε ΟΕΔ ονομαστικής αξίας 2.087 δις και είχε τελικά ζημιά από το κούρεμα των ΟΕΔ 1.729 δις (Τεκμήριο Β27, πηγή σημείωση 15, Οικονομικές Καταστάσεις ΤΚ την 31/12/2011), ενώ τα ίδια κεφάλαια της την 31-12-2010 ήταν 2.737 δις ευρώ (Τεκμήριο Β28 Ισολογισμός Τράπεζας Κύπρου, πηγή, Οικονομικές καταστάσεις ΤΚ της 31/12/2012). Οι δύο μεγάλες τράπεζες κρατούσαν Ελληνικά ομόλογα περισσότερα από τα καθαρά ίδια κεφάλαια τους. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας μετέβηκε στη σύνοδο χωρών της Ευρωζώνης τον Οκτώβριο 2011 και συμφώνησε στο κούρεμα των Ελληνικών Ομολόγων ύψους 50% χωρίς να εξασφαλίσει πρώτα χρηματοδότηση για τις Κυπριακές τράπεζες. Κάτω από την οικονομική κρίση ήταν βέβαιο ότι δεν θα εξασφάλιζαν ιδιωτική χρηματοδότηση. Υπήρχε έλλειψη συντονισμού μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και Κυπριακής Δημοκρατίας εξαιτίας μη ενημέρωσης. Τον Ιούνιο 2012 η Κυπριακή Δημοκρατία αιτήθηκε στην Τρόικα χρηματοδότηση 17.5 δις ευρώ και το αίτημα δεν έγινε αποδεκτό στη βάση ότι το δάνειο για να είναι βιώσιμο δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 10δις ευρώ. Το χρέος της Κύπρου προς ΑΕΠ το 2012 ήταν 79.3 %. Η μη δημιουργία στην Κύπρο ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ήταν απαράδεκτη. Αναφορικά με τον πέμπτο πυλώνα είπε τα εξής: Στις 29/03/2013, με το διάταγμα Κ.Δ.Π 104/2013 της K.T.K. ως Αρχή Εξυγίανσης, πωλήθηκαν μέρος των τραπεζικών εργασιών της ΛΤ προς την ΤΚ. Ως αντάλλαγμα, αντί να δοθούν μετρητά από την ΤΚ προς την ΛΤ, δόθηκαν 845,758 χιλ. μετοχές της ΤΚ ονομαστικής αξίας 1 ευρώ, (Διάταγμα K.Δ.Π. 279/2013 ημερομηνίας 30/07/2013) το οποίο αντιστοιχούσε με το 18.1% του συνολικού εκδομένου κεφαλαίου της ΤΚ. H απόφαση να δοθούν μετοχές αντί μετρητών ήταν εσφαλμένη, καθότι η ΤΚ βρισκόταν σε καθεστώς εξυγίανσης όπως επίσης κανένας δεν γνώριζε την πραγματική της αξία αφού μέχρι εκείνη την μέρα (την ημέρα που δόθηκαν οι μετοχές αντί μετρητά), η ΤΚ δεν είχε ακόμα δημοσιοποιήσει τις οικονομικές της καταστάσεις για το έτος
  11. Στις 21/11/2016 η ΤΚ ανακοίνωσε ένα σχέδιο διακανονισμού για την δημιουργία μιας νέας μητρικής εταιρείας η οποία θα αγοράσει όλες τις μετοχές της ΤΚ δίνοντας μετοχές της ΒΑΝΚ OF CYPRUS HOLDINGS PLC (εφεξής «ΒΟΟΗ») προς τους μετόχους της ΤΚ σε αναλογία μια μετοχή της BOCH για κάθε 20 μετοχές που κατείχαν οι μέτοχοι της ΤΚ (Τεκμήριο 30 πηγή, ανακοίνωση ΤΚ την 21/11/2016, πρόταση για εισαγωγή νέας μητρικής εταιρείας , σελίδες 10 και 11). Το σχέδιο ολοκληρώθηκε αρχές του
  12. Κατ' επέκταση, η ΛΤ κρατούσε αρχές του 2017, 42,287,900 μετοχές της BOCH (845,758 χιλιάδες Ι20=42,287,900). Στις 11/05/2017, η ΛΤ πώλησε τις μισές μετοχές που κατείχε στην ΒΟΟΗ (21,467,720 μετοχές) για Ευρώ 65,476,546 (Τεκμήριο 31, πηγή stockwatch, ανακοινώσεις πράξεων συνδεδεμένων προσώπων της ΒΟΟΗ ημερομηνίες 11/05/2017) ενώ συνεχίζει να κατέχει ακόμα 21,467,719 μετοχές έκθεση εκκαθαριστή ΛΤ ημερομηνίας 31/05/2024). Στις 27/09/2024 η μετοχή της BOCH έκλεισε στα Ευρώ 4,74 πηγή stockwatch, τιμή κλεισίματος μετοχής BOCH). H σημερινή αξία των μετοχών της BOCH που συνεχίζει να κατέχει η ΛΤ είναι Ευρώ 101,756,988 (21,467,719 μετοχές χ τιμή 4.74 ευρώ = 101,756,988 Ευρώ). H ζημία της ΛΤ έως την 24/09/2024 από το γεγονός ότι της δόθηκαν, με διατάγματα της ΚΤΚ, μετοχές της ΤΚ αντί μετρητά, είναι Ευρώ 678,524,466 (Ευρώ 845,758,000 (Ευρώ 65,476,546 - 101,756,988). Αυτά τα χρήματα θα ήταν σήμερα στην διάθεση του εκκαθαριστή της Λαϊκής να τα διανείμει στους πιστωτές, με προτεραιότητα στους καταθέτες, όπως είναι και οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ότι λίγες μόνο μέρες πριν την επιβολή της διάσωσης των τραπεζών με ίδια μέσα (κούρεμα καταθέσεων) στις 10/2/2013, η Financial Times δημοσίευσε άρθρο με το οποίο έφερνε στην δημοσιότητα ένα εμπιστευτικό σημείωμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το οποίο είχε συνταχθεί ενόψει της προσεχούς συνάντησης των υπουργών οικονομικών της ευρωζώνης, και το οποίο προέβλεπε ως μια επιλογή για την οικονομική διάσωση της Κύπρου, την επιβολή «bail - in», δηλαδή την συμμετοχή των μη ασφαλισμένων καταθετών και την δραστική συρρίκνωση του κυπριακού τραπεζικού τομέα. Η ΚΤΚ κλήθηκε από το Sigmalive να τοποθετηθεί για το πιο πάνω δημοσίευμα, και την επόμενη μέρα, 11/2/2013 η εκπρόσωπος τύπου της ΚΤΚ το διέψευσε δηλώνοντας πως: «Ούτε τέθηκε ούτε τίθεται θέμα των δικαιωμάτων των καταθετών, ούτως ή άλλως μια τέτοια ενέργεια θα ήταν αντισυνταγματική όπως επίσης αντισυνταγματική θα ήταν η όποια ενέργεια περιορισμού στην ανάληψη και χρήση των καταθέσεων από τους ιδιοκτήτες τους». Λίγες μέρες αργότερα, επιβλήθηκε και περιορισμός στις τραπεζικές συναλλαγές/αναλήψεις, και κούρεμα στις καταθέσεις, με την ΚΤΚ μάλιστα να συνηγορεί και να επιχειρηματολογεί μέχρι σήμερα για την «ορθότητα» και «νομιμότητα» αυτού του μέτρου. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι το επίσημο του προσόν είναι certified accountant. Του χορηγήθηκε άδεια άσκησης του επαγγέλματος του ανεξάρτητου λογιστή από το υπουργείο οικονομικών. Έχει δικό του λογιστικό γραφείο στο Κίτι. Ένα διάστημα εργαζόταν στην Sharelink ως επαγγελματίας χρηματιστής. Στα πλαίσια δραστηριοτήτων του ως χρηματιστής μάζεψε τα δημοσιευμένα στοιχεία δημόσιων εταιρειών. Έβλεπε την αξιολόγηση των πιστοληπτικών εταιρειών. Παραδέχθηκε ότι οι γνώσεις του περί του εποπτικού ρόλου της Κεντρικής Τράπεζας είναι περιορισμένες. Αναφορικά με το να μην αποδεχτεί το Δικαστήριο την ελληνική θυγατρική της Λαϊκής Τράπεζας να γίνει υποκατάστημα η κεντρική δεν συμβούλευσε το Δικαστήριο. Ασχολήθηκε με τον ρόλο της κεντρικής ως αρχή εξυγίανσης για να αποφασίσει η Λαϊκή Τράπεζα να πάρει μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και όχι μετρητά. Γνωρίζει σχεδόν καθόλου τη νομοθεσία για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στις τράπεζες. Δεν εκφράζει γνώμη για την νομιμότητα της απόφασης αλλά το θέμα είναι οι 850 εκατομμύρια μετοχές της Τράπεζας Κύπρου που δόθηκαν στην Λαϊκή Τράπεζα. Οι πρώτες συζητήσεις για το PSI των Ελληνικών ομολόγων έγιναν το καλοκαίρι του
  13. Μετά ακολούθησε το PSI plus. Αυτό έγινε Οκτώβριο
  14. Τον Μάρτιο 2012 ολοκληρώθηκαν οι συζητήσεις και κατέληξαν σε κούρεμα 73.6%. Ως χρηματιστής είχε ανησυχίες για την έκθεση της τράπεζας στα Ελληνικά ομόλογα. Πήγε να δει κάποιο στο υπουργείο οικονομικών το
  15. Συμφώνησε ότι τα Migo δάνεια της τράπεζας δόθηκαν το 2007 και η θυγατρική της Λαϊκής Τράπεζας μετατράπηκε σε υποκατάστημα τον Μάρτιο
  16. Η τριπλή συγχώνευση των εταιρειών στην Ελλάδα έγινε το
  17. Η κεντρική έπρεπε να συμβουλεύσει επειδή γνώριζε τα πολύ σοβαρά προβλήματα που είχε η Ελληνική θυγατρική. Δεν είναι νομικός και τα βλέπει μόνο υπό την σκοπιά του χρηματιστή. Προήρθαν τεράστιες ζημιές από την Ελληνική θυγατρική που τελικά η Λαϊκή δεν μπορούσε να σωθεί στην Κύπρο. Συμφώνησε ότι το ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ελλάδας δημιουργήθηκε τον Ιούνιο 2010 μετά τον Μάιο 2010 όταν η Ελλάδα μπήκε σε μνημόνιο. Η εισήγηση του στον αντιπρόσωπο του υπουργείου ήταν η δημιουργία ιδιωτικού ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας που θα έβαζαν χρήματα οι ασφαλιστικές εταιρείες κτλ. και όχι η Τρόικα. Συμφώνησε ότι τότε που έκανε την εισήγηση η Κύπρος ήταν εκτός αγορών. Συμφώνησε ότι το κράτος ικανοποιούσε τις χρηματοδοτικές του ανάγκες εκδίδοντας ομόλογα σε ντόπια ταμεία. Δεν επιμένει ότι το συγκεκριμένο εγχείρημα θα είχε επιτυχία. Συμφώνησε ότι μέσω του blog δεν πρόβλεψε το κούρεμα των καταθέσεων των Κυπριακών τραπεζών. Στα άρθρα που είχε αναρτήσει είχε συμπεριλάβει αρκετές προειδοποιήσεις. Ήταν θέση του ότι τα καθαρά κεφάλαια της τράπεζας μετά την αφαίρεση της υπεραξίας τον Δεκέμβρη 2010 ήταν 1.9.δις ενώ οι ζημιές από το κούρεμα των Ελληνικών ομολόγων ήταν 2.331 δις. Οι ζημιές ήταν πιο πολλές από τα κεφάλαια προέρχονταν από τα Ελληνικά ομόλογα. Μόνο τα 1.9 δις μετρούν ως πραγματικά κεφάλαια της τράπεζας. Η υπεραξία αφαιρείται από το κεφάλαια όταν γίνεται ο υπολογισμός των εποπτικών κεφαλαίων και δεν λαμβάνεται υπόψη. Αφαίρεσε την υπεραξία για να δει χειροπιαστά την ζημιά από το PSI και η Λαϊκή δεν είχε κεφάλαια. Δεν συμφωνεί με τους λογιστές της Λαϊκής τράπεζας που υπέγραψαν εκείνες τις οικονομικές καταστάσεις διότι εκείνη η υπεραξία που αφορούσε την εξαγορά ελληνικών θυγατρικών δεν υπήρχε και δεν υπήρχε βάση διεθνές λογιστικού προτύπου. Η υπεραξία έπρεπε να διαγραφεί από το
  18. Το ποσοστό των ζημιών της Λαϊκής Τράπεζας από το PSI ήταν 80% και συμφώνησαν χωρίς να πάρουν ανταλλάγματα. Συμφώνησαν ότι οι τράπεζες είχαν την επιλογή να μην δεχθούν το PSI αλλά να υποστούν τις συνέπειες. Συμφώνησε ότι το 2013 η μόνη εναλλακτική της εκκαθάρισης της Λαϊκής ήταν η εξυγίανση. Δεν αμφισβητείται ο τρόπος που λειτούργησε η κεντρική σε όλες τις αποφάσεις και σε όλα τα διατάγματα. Αναφέρεται μόνο για την απόφαση να δοθούν στην τράπεζα μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Αυτό ήταν το λάθος. Η Τράπεζα Κύπρου λειτουργούσε σε κλίμα οικονομικής αβεβαιότητας και η μετοχή της θα έχανε την αξία της. Θα έπρεπε να δοθούν μετρητά για τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία. Δεν αμφισβητεί την αναλογιστική μελέτη για την αξία των περιουσιακών στοιχείων. Η Λαϊκή Τράπεζα πήρε 845 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου πώλησε τις μισές και ο εκκαθαριστής αναφέρθηκε σε ένα ποσό γύρω στα 200-250 εκατομμύρια που θα έπαιρναν πίσω οι καταθέτες. Συμφώνησε ότι η Λαϊκή Τράπεζα προσπάθησε αρχές 2012 να εκδώσει κεφάλαια σε ιδιώτες επενδυτές και απέτυχε. Μετά ακολούθησε η στήριξη από το κράτος 1.8 δις και κρατήθηκε στην ζωή ακόμη 8 μήνες. Συμφώνησε ότι εκείνη την εποχή οι τράπεζες ήταν υποχρεωμένες να συμμορφωθούν με την απαίτηση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών για την τήρηση χρονοδιαγραμμάτων για κεφαλαιακή επάρκεια. Αναφορικά με την μελέτη της PIMCO διαφώνησε με την θέση της ότι η Λαϊκή έπρεπε να βρει 3.5 δις σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης. Ήταν αναμενόμενο ότι θα αποτυγχάναν οι εκδόσεις κεφαλαίου της τράπεζας. Συμφώνησε ότι το 2012 δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι η PIMCO διορίσθηκε με απαίτηση της ΤΡΟΙΚΑ. Δεν έχει αμφιβολία για την νομιμότητα των διαταγμάτων που ακολούθησε η κεντρική τράπεζα στο πλαίσιο του νόμου για την εξυγίανση. Κατά την αντεξέταση φάνηκε ότι τα επίσημα προσόντα του μάρτυρα είναι αυτά του Chartered Accountant. Δίδασκε σε κολλέγιο χρηματοοικονομικά και λογιστικά. Του χορηγήθηκε άδεια επαγγέλματος του ανεξάρτητου λογιστή. Ήταν συνεργάτης χρηματιστής της Sharelink. Στην συνέχεια άνοιξε δικό του λογιστικό γραφείο. Εργάζεται και σε μια φθαρτεμπορική εταιρεία. Δήλωσε ότι οι γνώσεις του για τον εποπτικό ρόλο των τραπεζών της Κεντρικής Τράπεζας είναι περιορισμένες 'σχεδόν καθόλου'. Στην έκθεση του δεν μπαίνει σε νομικά θέματα που να αφορούν την εποπτεία. Ένα θέμα που θίγει είναι ότι δεν συμβούλευσε η Κεντρική το Δικαστήριο αναφορικά με το να μην αποδεκτούν η ελληνική θυγατρική να γίνει υποκατάστημα. Είναι θέση του ότι μπορεί να εκφράσει γνώμη για θέματα εξυγίανσης υπό την ιδιότητα του ως χρηματιστής. Αναφορικά με το κούρεμα των Ελληνικών ομολόγων ξεκίνησε η διαδικασία πέριξ του Ιουνίου, Ιουλίου
  19. Το πρώτο πρόγραμμα έδωσε επιλογή σε ιδιώτες κατόχους ομολόγων ανταλλαγής με νέα ομόλογα μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας. Απέτυχε το πρώτο και μετά τον Οκτώβρη έγινε το πρόγραμμα PSI plus. Αυτό ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο 2012 και κατέληξε σε 73% κούρεμα των ομολόγων. Ως χρηματιστής ανησυχούσε και είδε τον Αντρέα Τρόκκο και του είπε ότι θα έπρεπε να συσταθεί ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Τότε δεν υπήρχε υπόνοια κατάρρευσης της Κυπριακής οικονομίας. Αυτή η συζήτηση έγινε μέσα του 2011 πριν το κούρεμα των ομολόγων. Έγιναν δάνεια για να αγοράσει ο κόσμος τις μετοχές της MIG με μόνη εξασφάλιση τις μετοχές. Υπήρχε ανησυχία όταν η θυγατρική έγινε υποκατάστημα της Λαϊκής στην Κύπρο. Οι ζημιές από την Ελλάδα και δάνεια που δόθηκαν με χαμηλές εξασφαλίσεις θα γυρίζαν ως μη εξυπηρετούμενα και θα γίνονταν ζημιές της Λαϊκής Τράπεζας. Τα Mig δάνεια δόθηκαν μέσα του
  20. Η συγχώνευση των τριών εταιρειών στην Ελλάδα που έγιναν μετά θυγατρική της Λαϊκής έγινε το
  21. Η θέση του είναι ότι η Κεντρική Τράπεζα είχε συμβουλευτική ιδιότητα που θα πρέπει να είχε ασκήσει συμβουλεύοντας το Δικαστήριο. Ο κ. Πουλλής ετοίμασε έκθεση και αριθμούσε τους κινδύνους στην οποία ήταν η θυγατρική και ότι όλες οι ζημιές της θα μεταφερόταν στην Λαϊκή. Δεν είναι νομικός βλέπει τις ζημιές από την σκοπιά του λογιστή. Εάν η θυγατρική πήγαινε για εκκαθάριση θα ήταν ευθύνη της Κεντρικής της Ελλάδας. Όταν έγινε υποκατάστημα οι ζημιές θα αφορούσαν την Λαϊκή. Συμφώνησε ότι η ιδέα του ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας δεν τέθηκε υπόψη του κ. Τρόκκου στα πλαίσια εμπεριστατωμένης έκθεσης. Στην Ελλάδα εκπονήθηκε τέτοιο ταμείο αφού η Ελλάδα μπήκε σε μνημόνιο. Συμφώνησε ότι η συμφωνία μνημονίου έγινε στα πλαίσια της Τρόικας με σκοπό την διάσωση της οικονομίας της χώρας. Η εισήγηση του ήταν να μπουν χρήματα ασφαλιστικών στο ταμείο και να γίνει συνεισφορά από άλλους ιδιώτες. Συμφώνησε ότι κατά τον χρόνο που έκανε την εισήγηση η Κύπρος ήταν εκτός αγορών. Αφορούσε τον χρόνο μετά την έκρηξη του Μαρί και ανέβαιναν οι αποδόσεις των Κυπριακών ομολόγων. Μέσα από το Blog εισηγήθηκε ότι εγγυητής του ταμείου θα ήταν το κράτος που ήταν τότε εκτός αγορών. Ανέφερε ότι κατά την διάρκεια του 2011 είχαν βρεθεί ντόπιοι επενδυτές να δίνουν χρήματα στο κράτος. Δεν εγγυάται ότι το συγκεκριμένο εγχείρημα θα είχε επιτυχία. Συμφώνησε ότι οι ζημιές από τα Ελληνικά ομόλογα ήταν 2.331 δισεκατομμύρια ευρώ. Ήταν θέση του ότι κακώς ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποδέχθηκε το κούρεμα των ομολόγων χωρίς να πάρει ανταλλάγματα. Η Κεντρική τράπεζα ελέγχει τα πρωτοβάθμια κεφάλαια των τραπεζών από τα οποία αφαιρείται το 'goodwill'. Προσπάθησε να βρει τα εποπτικά κεφάλαια και αφαίρεσε την υπεραξία να δει τα χειροπιαστά κεφάλαια της τράπεζας και να συγκρίνει τα χειροπιαστά κεφάλαια με την ζημιά από το PSI. Η Λαϊκή με την σύγκριση δεν είχε κεφάλαια. Δεν συμφώνησε με τους λογιστές της Λαϊκής Τράπεζας που υπέγραψαν τότε τις οικονομικές καταστάσεις. Για την εξαγορά των ελληνικών θυγατρικών δεν χρησιμοποιήθηκε το διεθνές λογιστικό πρότυπο και η υπεραξία του κεφαλαίου που θα έπρεπε να διαγραφεί από
  22. Συμφώνησε ότι κατά το έτος 2013 ή μόνη εναλλακτική της εξυγίανσης της Λαϊκής ήταν η εκκαθάριση. Δεν αμφισβήτησε τον τρόπο που λειτούργησε η Κεντρική σε όλες τις αποφάσεις και για όλα τα διατάγματα και πράξεις. Μίλησε μόνο για την απόφαση να δοθούν στη Λαϊκή μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Ο λόγος είναι διότι δεν γνώριζε την πραγματική οικονομική κατάσταση της τράπεζας το
  23. Αυτό ήταν λάθος επειδή θα συνέχισε η άλλη τράπεζα να λειτουργεί σε κλίμα αβεβαιότητας της οικονομικής κρίσης. Ήταν βέβαιο ότι η μετοχή θα έχανε την αξία της. Δοθήκαν 850 εκατομμύρια περιουσιακά στοιχεία στην Τράπεζα Κύπρου και η Τράπεζα Κύπρου θα έδιδε 850 εκατομμύρια μετοχές του ενός ευρώ. Δεν αμφισβήτησε την έκθεση αποτίμησης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Ήταν θέση του ότι λανθασμένα δόθηκαν μετοχές αντί μετρητά. Στην υποβολή κατά πόσο γνωρίζει εάν οι καταθέτες έχουν αποζημιωθεί από την εκκαθαριστή της Λαϊκής Τράπεζας απάντησε ότι ο εκκαθαριστής είχε αναφερθεί σε ένα ποσό περίπου 200 εκατομμύρια δηλαδή ένα ποσοστό 8% με 9% του συνόλου για να θα δοθεί στους καταθέτες. Δεν γνωρίζει κατά πόσο έχουν πάρει ακόμη χρήματα. Αναφορικά με το κούρεμα των Ελληνικών ομολόγων η Λαϊκή Τράπεζα έχανε 1.5 δισεκατομμύρια με το 50% και τα εποπτικά της κεφάλαια ήταν 1.9 δισεκατομμύρια. Εκείνη την ημέρα η Τράπεζα Κύπρου έχανε το 45% των κεφαλαίων της. Η Κύπρος ήταν η μοναδική χώρα που έχανε τα περισσότερα χρήματα από τις τράπεζες της. Τα ποσοστά των ζημιών της χώρας ήταν μεγαλύτερα από αυτά της Ελλάδας. Στην υποβολή κατά πόσο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα μπορούσε να ασκήσει βέτο είπε όχι αλλά θα μπορούσε να διαβουλευτεί. Συμφώνησε ότι η μόνη του γνώση γι' αυτές τις διεργασίες ήταν αυτά που έμαθε από τα ΜΜΕ. Δεν αμφισβήτησε ότι σε πρώτο στάδιο είχε αποφασιστεί οι Τράπεζες να βρουν κεφάλαια μόνοι τους για την ανακεφαλαιοποίηση με αναφορά το τεκμήριο
  24. Απέτυχε η ανακεφαλαιοποίηση και σε δεύτερο στάδιο στηρίχθηκε η Τράπεζα με 1.8 δισεκατομμύρια από το κράτος που της έδωσε λίγους μήνες ζωής. Το 2012 το κράτος αποτάθηκε στο Ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης. Συμφώνησε ότι μέχρι τον Ιούνιο 2012 οι τράπεζες έπρεπε να έχουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό κεφαλαίων. Οι τράπεζες ήταν υποχρεωμένες να συμμορφωθούν με την απαίτηση της Ευρωπαϊκής Αρχής τραπεζών. Συμφώνησε ότι η αδυναμία των τραπεζών ήταν ένας από τους λόγους που το κράτος αποτάθηκε στον μηχανισμό στήριξης. Επίσης θεωρεί λάθος ότι έφεραν την Pimco να ξεσκονίσουν και να ελέγξουν τις τράπεζες. Ανέφερε ότι δεν έπρεπε να είναι τόσο επιθετικοί για το ζήτημα κεφαλαίων σε περίοδο οικονομικής κρίσης. Στην υποβολή ότι ήρθε η Pimco ως όροι εντολής και απαίτηση της Τρόικας ανέφερε ότι όταν αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο λάθος το 2012 δεν το γνώριζε ότι ήταν απαίτηση στην Τράπεζα. Η υπεράσπιση κάλεσε μόνο ένα μάρτυρα τον Μιχάλη Στυλιανού (ΜΥ1) Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Λειτουργών της Κεντρικής Τράπεζας και που από το 2013 μετατέθηκε στο τμήμα εξυγίανσης της οποίας ήταν προϊστάμενος μέχρι την 28 Μαΐου
  25. Τον Μάρτιο 2013 δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 17
(1)/2013 εκδόθηκε από την αρχή εξυγίανσης μαζί με Υπουργό Οικονομικών διάταγμα εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας. Αναφέρθηκε στο τεκμήριο 36 ήτοι, της συμφωνίας Αρχηγών Κρατών για τον τραπεζικό τομέα την αποφυγή πιστοληπτικής κρίσης και βελτίωσης της ποιότητας και ποσότητας της κεφαλαιακής βάσης Ευρωπαϊκών τραπεζών. Απαιτήθηκε από τις τράπεζες η επίτευξη δείκτης βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9% μετά την αφαίρεση λογιστικών ζημιών που προέκυπταν από επενδύσεις σε κυβερνητικά ομόλογα κατά τις 30.9.2011 περιλαμβανομένων των ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου(ΟΕΔ). Αυτή η απαίτηση έπρεπε να επιτευχθεί μέχρι 30.6.2012 στη βάση σχεδίων ανακεφαλοποίησης. Η αύξηση θα χρηματοδοτείτο με ιδιωτικούς πόρους. Οι εθνικές κυβερνήσεις θα παρείχαν στήριξη μόνο στην περίπτωση που αυτές δεν πετυχαίναν ανακεφαλαιόποιηση μέσω ιδιωτικών κεφαλαίων. Εάν η κυβέρνηση δεν διέθετε τους πόρους θα χρηματοδοτείτο με δάνειο από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής σταθερότητας που συστάθηκε τον Ιούνιο
  1. Λόγω απομείωσης των ΟΕΔ και αυξημένων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου σε Κύπρο και Ελλάδα η Λαϊκή Τράπεζα είχε υποστεί σημαντικές ζημιές που την οδήγησαν σε έλλειμα κεφαλαίων με βάση την σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ). Το έλλειμα της Λαϊκής υπολογίστηκε στα 1.971 εκατομμύρια με βάση την σύσταση της ΕΑΤ. Η Λαϊκή Τράπεζα υπέβαλε στην Κεντρική Τράπεζα σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης που είχε εγκριθεί από το διοικητικό της συμβούλιο. Η κυβέρνηση με επιστολή ημερομηνίας 2.3.2012 προς τον διοικητή της Κεντρικής τράπεζας δήλωσε ότι θα στηρίξει την Λαϊκή Τράπεζα σε περίπτωση αποτυχίας του ιδιωτικού σχεδίου ανακεφαλοποίησης. Όντως απέτυχε και η Βουλή Αντιπροσώπων ενέκρινε κρατική στήριξη ύψους 1.8 δισεκατομμύρια ευρώ με την έκδοση αναδοχής των δικαιωμάτων προτίμησης της Cyprus Popular bank Co διατάγματος ΚΔΠ 182/
  2. Παρά την κρατική στήριξη η τράπεζα δεν κατόρθωσε να καλύψει το χρηματικό έλλειμα για να καλύψει 9% βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ως προνοούσε η συμφωνία αρχηγών κρατών και της σύστασης ΕΑΤ. Εν το μεταξύ λόγω συνεχών εκροών καταθέσεων από τον Σεπτέμβριο 2011 η Λαϊκή Τράπεζα αιτείτο από την Κεντρική Τράπεζα έκτακτη ρευστότητα (ELA). Για να εξασφαλίσει την ρευστότητα παρέχει επαρκείς εξασφαλίσεις στην Κεντρική Τράπεζα . Η Κεντρική Τράπεζα μπορούσε να εγκρίνει τέτοια χορηγία με την μη ένσταση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ. Στις 2.3.2012 η κυβέρνηση δήλωσε ότι θα στήριζε και την Τράπεζα Κύπρου ύψους 500 εκατομμύρια ευρώ για δικό της έλλειμα. Στις 25.6.2012 η Κυπριακή Δημοκρατία αποτάθηκε στον μηχανισμό στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για σύναψη δανείου για οικονομική στήριξη με σκοπό την χρηματοδότηση των κεφαλαιακών αναγκών του χρηματοπιστωτικού τομέα και για δημοσιονομικό έλλειμμα. Κατέφθασε στην Κύπρο η Τρόικα για συνομολόγηση προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής. Κατά τις συζητήσεις με την ΤΡΟΙΚΑ που έγιναν με τις Κυπριακές αρχές τον Ιούλιο του 2012 συμφωνήθηκε o διορισμός ανεξάρτητού εξωτερικού συμβούλου για εκτίμηση των κεφαλαιακών αναγκών του τραπεζικού τομέα. O υπολογισμός των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών μέσω ανεξάρτητού διαγνωστικού ελέγχου τέθηκε ως προϋπόθεση από τούς διεθνείς δανειστές για τη χορήγηση δανείου και τη σύναψη συμφωνίας προγράμματος οικονομικής στήριξης. Συμφωνήθηκε επίσης ότι η επίβλεψη και ο συντονισμός του έργου του ανεξάρτητου εξωτερικού συμβούλου Θα ανατίθετο σε Συντονιστική Επιτροπή (Steering Committeee) στην οποία θα συμμετείχαν το Υπουργείο Οικονομικών, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και η Υπηρεσία Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών εκ μέρους των κυπριακών αρχών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η ΕΑΤ εκ μέρους των διεθνών δανειστών. H Συντονιστική Επιτροπή, στην οποία συμμετείχε μαζί με άλλους υπαλλήλους της Κεντρικής Τράπεζας, επέλεξε κατόπιν προσφορών την εταιρεία PACIFIC INVESTMENT MANAGEMENT COMPANY LLC, γνωστή ως PIMCO, για τη διενέργεια τον ανεξάρτητού διαγνωστικού ελέγχου για υπολογισμό των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών. Σχετική είναι η Ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 28/09/2012 με τίτλο «Ανεξάρτητος διαγνωστικός έλεγχος του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου». Τα πιστωτικά ιδρύματα πού συμμετείχαν στον ανεξάρτητο διαγνωστικό έλεγχο ήταν η Τράπεζα Κύπρου, η Λαϊκή Τράπεζα, η Ελληνική Τράπεζα, η Eurobank, η Alpha Bank καθώς και 15 Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα. Τα συμμετέχοντα πιστωτικά ιδρύματα κάλυπταν το 73% του τραπεζικού τομέα. H PIMCO εκτίμησε τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (έλλειμα ή πλεόνασμα) κάθε συμμετέχοντος ιδρύματος κατά τις 30.06.2012 με ελάχιστο δείκτη βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων το 9% για το βασικό σενάριο και 6% για το ακραίο σενάριο. H εν λόγω εκτίμηση έγινε για κάθε πιστωτικό ίδρυμα πού συμμετείχε στον έλεγχο, αφού υπολογίστηκαν οι αναμενόμενες ζημιές από το δανειακό χαρτοφυλάκιο για την περίοδο 1.07.2012-30.06.2015 καθώς και τα αναμενόμενα κέρδη πριν τις προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις για την ίδια περίοδο. Στις 23 Νοεμβρίου του 2012 συμφωνήθηκε προκαταρτικό Μνημόνιο Συναντίληψης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή/ Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα/Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΤΡΟΪΚΑ). Στο Προκαταρκτικό Μνημόνιο υπήρχε πρόνοια για χρηματοδότηση μέχρι €10δις για κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας. Οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών θα προσδιορίζονταν μέσω του διαγνωστικού ελέγχου πού θα διενεργούσε η PIMCO και θα ολοκληρωνόταν στις αρχές του
  3. Αναφορά σχετικά με την χρηματοδότηση των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών γίνεται στην παράγραφο 1.10 στη σελίδα 4 του προκαταρκτικού Μνημονίου. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη το προκαταρτικό Μνημόνιο Συναντίληψης, το οποίο συμφωνήθηκε με τους διεθνείς δανειστές, η Κυβέρνηση διασφάλισε ότι θα είχε στη διάθεση της επαρκείς πόρους για την ανακεφαλαιοποίηση τόσο της Τράπεζας Κύπρου, όσο και της Λαϊκής Τράπεζας. Το έλλειμμα της Λαϊκής υπολογίστηκε στα 2.782 εκατομμύρια στο βασικό σενάριο και στα 3.835 εκατομμύρια στο ακραίο σενάριο. Στις 16.3.2025 η κυβέρνηση κατέληξε σε συμφωνία με το Eurogroup που αφορούσε, μεταξύ άλλων, την εισβολή ενός one-off stability levy επί όλων των καταθέσεων σε όλες τις τράπεζες. Αυτό το σχέδιο υποβλήθηκε σε νομοσχέδιο και απορρίφθηκε από την Βουλή στις 19.3.
  4. Το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε να επιτρέψει έκτακτη ρευστότητα προς την Λαϊκή Τράπεζα μέχρι 25.3.2025 σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας με την τρόικα. Χωρίς την ρευστότητα προέκυψε ότι και οι δύο τράπεζες δεν ήταν σε θέση να καλύψουν τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες τους και θα έπρεπε να κηρύξουν στάση πληρωμών. Αυτό θα οδηγούσε σε πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας. Θα προέκυπταν δυσμενείς επιπτώσεις για όλους τους καταθέτες των τραπεζών και το κράτος δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει τις πρώτες εγγυημένες καταθέσεις των €100.000 ανά πελάτη. Ενόψει αυτού η Βουλή ψήφισε τον νόμο 17
(1)/
  1. Με απλά λόγια όταν αναφερόμαστε στην εξυγίανση μιας τράπεζας, η οποία στα αγγλικά μεταφράζεται ως «resolution of a bank», εννοείται η διασφάλιση της συνέχισης των κρίσιμων λειτουργιών μίας τράπεζας για την οικονομία της χώρας, μέσω της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης. Ουσιαστικά, τα μέτρα εξυγίανσης σε αντίθεση με την χρεοκοπία και εκκαθάριση της τράπεζας, οδηγούν στη διάσωση του συνόλου ή μέρους των εργασιών της τράπεζας, περιλαμβανομένων πάντοτε όλων των ασφαλισμένων καταθέσεων μέχρι του ποσού των ε100.000, καθώς και στη διασφάλιση συνεχούς πρόσβασης των πελατών της τράπεζας στους λογαριασμούς τους για σκοπούς διενέργειας τραπεζικών συναλλαγών. Με αυτό τον τρόπο, επιτυγχάνεται, μεταξύ άλλων, η συνέχιση κρίσιμων για την οικονομία και την κοινωνία τραπεζικών λειτουργιών (λήψη καταθέσεων, χορήγηση δανείων και διενέργεια πληρωμών) και η διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Προς αποφυγή χρεοκοπίας των δύο πιο πάνω τραπεζών και κατ' επέκταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα, στις 25.03.20 13 επιτεύχθηκε στο Eurogroup νέα πολιτική συμφωνία με την Κυπριακή κυβέρνηση για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Σύμφωνα με την Ανακοίνωση του Eurogroup που εκδόθηκε στις 25.03.2013, συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα τεθεί άμεσα σε εξυγίανση με πλήρη συνεισφορά των μετόχων, ομολογιούχων και ανασφάλιστων καταθετών στη βάση απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, με την χρήση του νέου νομοθετικού πλαισίου για την εξυγίανση τραπεζών. Περαιτέρω, η πολιτική συμφωνία στο Eurogroup προνοούσε το διαχωρισμό της Λαϊκής Τράπεζας σε καλή και κακή τράπεζα, την απορρόφηση της καλής τράπεζας από την Τράπεζα Κύπρου και τη σταδιακή διάλυση της κακής τράπεζας (run down over time). Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι με την καλή τράπεζα θα μεταφέρονταν στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό της έκτακτης ρευστότητας (ELA) πού χορηγήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα, καθώς και όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις μέχρι του ποσού των £100.
  2. Επίσης, σε αντίθεση με τις πρόνοιες τον Προκαταρκτικού Μνημονίου Συναντίληψης που συμφωνήθηκε στις 23.11.2012 και της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών, η απόφαση του Eurogroup προνοούσε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι 10 δις) δεν θα χρησιμοποιούνταν για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου. Περαιτέρω, το Eurogroup απαιτούσε την άμεση εφαρμογή συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Ελλάδος για τα υποκαταστήματα των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων αυτών της Λαϊκής Τράπεζας, με σκοπό την προστασία της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών συστημάτων τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδος. Σύμφωνα με την πιο πάνω Ανακοίνωση, το Eurogroup απαιτούσε από τις κυπριακές αρχές και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ να οριστικοποιήσουν ένα Μνημόνιο Συναντίληψης μέχρι τις αρχές Απριλίου
  3. Το τμήμα εποπτείας και ρύθμισης τραπεζικών ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας σε σχετική έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Λαϊκή Τράπεζα ήταν μη βιώσιμη επειδή δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Επιπλέον, η Μονάδα Εξυγίανσης ετοίμασε στις 24.03.2013 Έκθεση Αξιολόγησης των προϋποθέσεων που έθετε το άρθρο 6 του Νόμου 17
(1)/2013 για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Λαϊκή Τράπεζα. Η Έκθεση αυτή κατατίθεται ως Τεκμήριο 48. Το εδάφιο
(1)του άρθρου 6 του πιο πάνω Νόμου, ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προβλέπει ότι η Αρχή Εξυγίανσης λαμβάνει μέτρα εξυγίανσης σε πιστωτικό ίδρυμα, μόνο εάν ισχύουν όλες οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) Το πιστωτικό Ίδρυμα δεν είναι βιώσιμο ή πιθανόν να καταστεί μη βιώσιμα. (β) Χωρίς τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, άλλες ενέργειες που δυνατό να ληφθούν από το πιστωτικό ίδρυμα ή από την αρμόδια εποπτική αρχή, δεν επαρκούν ούτως ώστε το ίδρυμα να μπορεί να τηρεί τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας ή και ρευστότητας, και (γ) Το μέτρο εξυγίανσης είναι αναγκαίο για την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. H πιο πάνω Έκθεση Αξιολόγησης κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ισχύουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις του Νόμου 17(Ι)/2013 για λήψη μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα. Αναφορικά με την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης που απαιτεί το εδάφιο
(1)του άρθρου 6 του Νόμου 17
(1)/2013, δηλαδή τη βιωσιμότητα της Λαϊκής Τράπεζας, η Μονάδα Εξυγίανσης αξιολόγησε την επάρκεια των διαθέσιμων κεφαλαίων, την επάρκεια των ρευστών διαθεσίμων και την εμπιστοσύνη του κοινού προς την τράπεζα και κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: Αναφορικά με την κεφαλαιακή επάρκεια, από τα στοιχεία που βρίσκονταν στη διάθεση της Κεντρικής Τράπεζας, προέκυπτε ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν τηρούσε τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας. Επίσης, τα αποτελέσματα του διαγνωστικού ελέγχου της PIMCO κατέδειξαν ότι το κεφαλαιακό έλλειμμα στις 30 Ιουνίου 2012 ανέρχετο σε €3,8 δις. Αναφορικά με τη ρευστότητα της τράπεζας, στην Έκθεση αναφερόταν ότι αυτή εξαρτάτο εξ' ολοκλήρου από τον μηχανισμό άντλησης έκτακτης ρευστότητας (ELA) από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου χωρίς η τράπεζα να διαθέτει εναλλακτικές πηγές άντλησης χρηματοδότησης. Σημειωνόταν, επίσης, ότι η έκτακτη ρευστότητα που χορηγήθηκε προς την τράπεζα είχε φθάσει τα €9,5 δις χωρίς ο Όμιλος να διαθέτει άλλες αποδεκτές εξασφαλίσεις για την άντληση πρόσθετης ρευστότητας. Περαιτέρω, γινόταν αναφορά στην απόφαση που λήφθηκε στις 21 Μαρτίου 2013 από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ με την οποία η παροχή έκτακτης ρευστότητας προς την τράπεζα μετά τις 25 Μαρτίου 2013 θα εξεταζόταν από την ΕΚΤ μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα τίθετο σε ισχύ συμφωνία για πρόγραμμα χρηματοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από της ΕΕ/ΔΝΤ το οποίο θα εξασφαλίζει τη φερεγγυότητα της τράπεζας. Τέλος, σημειωνόταν ότι τα αποθέματα ρευστότητας της τράπεζας ήταν εξαιρετικά χαμηλά και ανέρχονταν σε μόνο €44 εκ περίπου και μειώνονταν συνεχώς λόγω εκροών καταθέσεων. Τονίζεται ότι η τράπεζα δεν είχε πρόσβαση σε εναλλακτικές πηγές άντλησης χρηματοδότησης πέραν του μηχανισμού παροχής έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα (ELA). Αναφορικά με την εμπιστοσύνη του κοινού προς την τράπεζα, σημειωνόταν ότι οι συνολικές πελατειακές καταθέσεις στην Κύπρο και Ελλάδα, οι οποίες είναι οι κύριες αγορές που δραστηριοποιείτο η τράπεζα, παρουσίασαν μείωση κατά €3.7δις, ένδειξη ότι η εμπιστοσύνη του κοινού προς την τράπεζα είχε κλονιστεί. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση που σχετίζεται με τη δημόσια ωφέλεια και το δημόσιο συμφέρον, αξιολογήθηκε κατά πόσο αυτά εξυπηρετούνται με τη λήψη μέτρων εξυγίανσης αντί ενδεχόμενης εκκαθάρισης πού ήταν η μοναδική αναμενόμενη εξέλιξη υπό τις περιστάσεις, σε περίπτωση πού η Λαϊκή Τράπεζα δεν τίθετο σε εξυγίανση και έχοντας υπόψη ότι η τράπεζα είχε αξιολογηθεί ως μη βιώσιμη χωρίς τη λήψη μέτρων εξυγίανσης. Στην πιο πάνω Έκθεση έγινε αναφορά ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης της τράπεζας θα ενεργοποιούνταν οι πρόνοιες του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και Θα έπρεπε να αποζημιωθούν άμεσα όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις με το συνολικό κόστος να ανέρχεται σε €7,5δις περίπου με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία με ημερομηνία αναφοράς 31 Δεκεμβρίου 2012. Επίσης, αναφέρεται ότι το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων δεν διέθετε τα κεφάλαια για να καλύψει τούς ασφαλισμένους καταθέτες του πιστωτικού ιδρύματος και, συνεπώς, Θα ήταν αδύνατο να καταβληθεί η αποζημίωση που προνοείται στη νομοθεσία. Παράλληλα, η οφειλή του πιστωτικού ιδρύματος σε σχέση με την έκτακτη ρευστότητα πού του είχε παρασχεθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή Θα καθίστατο απευθείας ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και η Κεντρική Τράπεζα για σκοπούς είσπραξης του ποσού θα αξιοποιούσε τα περιουσιακά στοιχεία του πιστωτικού ιδρύματος που είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση. Ως εκ τούτου, τα περιουσιακά στοιχεία αυτά δεν θα ήταν στη διάθεση του εκκαθαριστή προς ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών. Επιπλέον, χιλιάδες εργαζόμενοι του πιστωτικού ιδρύματος θα βρίσκονταν στην ανεργία. Συνεπώς, η Κυπριακή Δημοκρατία θα τίθετο σε δεινή οικονομική κατάσταση με καταστροφικές συνέπειες για τους καταθέτες και πιστωτές των τραπεζών, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το κοινωνικό σύνολο. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και εν όψει του άμεσου κινδύνου για πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και κατάρρευση του συνόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα με καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της χώρας και την κοινωνία, με βάση την πιο πάνω Έκθεση, η λήψη μέτρων εξυγίανσης κρίθηκε αναγκαία για την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Η αρχή εξυγίανσης βάση του νόμου 17
(1)/2013 με την σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών και αφού διαπίστωσε ότι συντρέχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6
(1)του νόμου την έθεσε σε εξυγίανση και εξέδωσε διάταγμα περί πώλησης της εργασιών της τράπεζας. Σύμφωνα με το Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/2013 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τα Διατάγματα Κ.Δ.Π.133/2013, ΚΔ.Π.156/2013 και Κ.Δ.Π.276/2013, η Λαϊκή Τράπεζα μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου όλες τις ασφαλισμένες καταθέσεις των πελατών της, την οφειλή της προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε σχέση με του ELA, καθώς και σχεδόν όλα τα περιουσιακά της στοιχεία. H απόφαση για μεταφορά του ELA από τη Λαϊκή Τράπεζα προς την Τράπεζα Κύπρου ήταν μέρος και περιλαμβάνετο ως απαραίτητη προϋπόθεση στην απόφαση του Eurogroup της 25ης Μαρτίου 2013 για την παροχή οικονομικής στήριξης στη Δημοκρατία, την οποία η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κλήθηκε να εφαρμόσει κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης. Με επιστολή ημερομηνίας 28.03.13 προς τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ο Υπουργός Οικονομικών, μεταξύ άλλων, υπέδειξε ότι για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος δυνάμει των προνοιών του Ν.17(Ι)/2013, Θα πρέπει να περιληφθούν στις υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται με βάση το πιο πάνω Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 104/2013) από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου το σύνολο (100%) των καταθέσεων των Πιστωτικών Ιδρυμάτων, Ασφαλιστικών Εταιρειών, Γενικής Κυβέρνησης, Εγχώριων Επικουρικών Χρηματοοικονομικών Οργανισμών και Φορέων (S124) που δεν είναι εγγεγραμμένοι στον Έφορο Εταιρειών, η JCC Payments System Ltd και Υποχρεώσεις που προκύπτουν από Συμφωνίες Επαναγοράς Χρηματοοικονομικών Μέσων (repo transactions). Περαιτέρω, στις 28/03/2013 η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε δυνάμει του άρθρου 3
(1)του Ν. Ι 7(Ι)/2013 για λόγους προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, για την προάσπιση της εκπαίδευσης και του φιλανθρωπικού έργου, όπως οι κατηγορίες καταθέσεων των Φιλανθρωπικών Ιδρυμάτων και των Σχολείων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εξαιρεθούν από τις πρόνοιες των Διαταγμάτων πού θα εκδοθούν βάσει του Ν. 17(Ι)/2013 και να μεταβιβαστούν επίσης σε ποσοστό 100% από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου. Υπό το φως των πιο πάνω, δυνάμει της υπό-παραγράφου
(2)(γ) της παραγράφου 5 του Διατάγματος Κ.Δ.Π.104/2013 μεταβιβάστηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου ολόκληρο (100%) το ποσό των καταθέσεων που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ της K.Δ.Π. 104/
  1. Οι κατηγορίες καταθέσεων πού μεταβιβάστηκαν εξ' ολοκλήρου (100%) στην Τράπεζα Κύπρου αφορούν τούς πιο κάτω:
  2. Πιστωτικά ιδρύματα,
  3. Ασφαλιστικές Εταιρείες,
  4. Γενική Κυβέρνηση,
  5. Εγχώριοι Επικουρικοί Χρηματοοικονομικοί Οργανισμοί και Φορείς που δεν είναι εγγεγραμμένοι στον Έφορο Εταιρειών,
  6. Υποχρεώσεις που προκύπτουν από Συμφωνίες Επαναγοράς Χρηματοοικονομικών Μέσων (repo transactions),
  7. Καταθέσεις τι οποίες κατέχει η JCC Payments Systems Ltd,
  8. Φιλανθρωπικά ιδρύματα,
  9. Σχολεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σε μεταγενέστερο στάδιο και κατόπιν συνάντησης του Υπουργού Οικονομικών με το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας που έγινε στις 20.04.2013, ο Υπουργός Οικονομικών απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 21.04.2013 προς τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας με την οποία εισηγήθηκε, μεταξύ άλλων, την τροποποίηση του Παραρτήματος ΙΙ της K.Δ.Π. 104/2013, με σκοπό την μείωση του ποσού των καταθέσεων πού μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου και, συνεπώς, την ελάφρυνση των επηρεαζόμενων ανασφάλιστων καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας. Ως εκ τούτου, η K.Δ.Π. 104/2013 τροποποιήθηκε ακολούθως με το Διάταγμα K.Δ.Π. 133/2013 με την αντικατάσταση του Παραρτήματος ΙΙ με νέο, ώστε (α) οι καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, των ιδρυμάτων πληρωμών, της Γενικής Κυβέρνησης και οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από Συμφωνίες Επαναγοράς Χρηματοοικονομικών Μέσων (repo transactions) να συνεχίσουν να μεταβιβάζονται σε ποσοστό 100% από την Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου, και (β) οι καταθέσεις των ασφαλιστικών εταιρειών, των εγχώριων επικουρικών χρηματοοικονομικών οργανισμών και φορέων που δεν είναι εγγεγραμμένοι στον Έφορο Εταιρειών, και το ανασφάλιστο ποσό των καταθέσεων (αυτό που υπερβαίνει τις €100.000) των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, των σχολείων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, να μεταβιβάζονται σε ποσοστό 72,5% από την Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου. Τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου στην εύλογη αξία τους (fair value) στη βάση Έκθεσης Αποτίμησης από τον ανεξάρτητο ελεγκτικό οίκο KPMG LLP UK ημερ. 26.07.2013, «Εύλογη αξία» («fair value») και η τιμή που αναμένεται να εισπραχθεί για την πώληση ενός περιουσιακού στοιχείου ή να καταβληθεί για τη μεταβίβαση μιας υποχρέωσης σε μια κανονική συναλλαγή υπό ομαλές συνθήκες της αγοράς μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Σύμφωνα με την πιο πάνω Έκθεση της KPMG, η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου υπολογίστηκε στα €15.999 εκ. και η εύλογη αξία των υποχρεώσεων στα €15.617 εκ. H διαφορά των €382 εκ. στην αποτίμηση της εύλογης αξίας των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου με την εύλογη αξία των υποχρεώσεων εξοφλήθηκε με την έκδοση μετοχών ισόποσης αξίας της Τράπεζας Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Πιο συγκεκριμένα, η Αρχή Εξυγίανσης αφού καθόρισε την εύλογη αξία των καθαρών περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας με βάση την πιο πάνω Έκθεση του ανεξάρτητού Οίκου KPMG LLP UK και παρόμοια Έκθεση που ετοιμάστηκε από τον ίδιο οίκο αναφορικά με την Τράπεζα Κύπρου και λαμβάνοντας υπόψη τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, εξέδωσε το Διάταγμα K.Δ.Π. 279/
  10. Σύμφωνα με το Διάταγμα αυτό η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε και παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα τόσες Μετοχές Τάξης A' ονομαστικής αξίας ένα
(1)εύρω έκαστη, έτσι ώστε η Λαϊκή Τράπεζα να αποκτήσει το 18,056% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου ως αντίτιμο για την καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας πού μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Εκτός από την επένδυση στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου, τα λοιπά κύρια περιουσιακά στοιχεία πού παρέμειναν στη Λαϊκή Τράπεζα αποτελούντο από επενδύσεις σε Θυγατρικές τράπεζες και χρηματοοικονομικά ιδρύματα στο εξωτερικό (Ελλάδα, Μάλτα, Σερβία, Ρουμανία, Ουκρανία και Ρωσία). Σύμφωνα με Έκθεση Αποτίμησης της KPMG LLP Ilk ημερομηνίας 16.08.20 13 η δίκαιη αξία (fair value) του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που παρέμειναν στη Λαϊκή Τράπεζα ανερχόταν σε €769εκ., περιλαμβανομένων €3 82εκ. περίπου πού αντιπροσώπευαν τη δίκαιη αξία των μετοχών στην Τράπεζα Κύπρου πού έλαβε ως αντίτιμο η Λαϊκή Τράπεζα για την καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων πού μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου. Επίσης, το σύνολο των υποχρεώσεων που παρέμειναν στη Λαϊκή Τράπεζα ήταν, σύμφωνα με την εν λόγω Έκθεση, €4.929εκ, περιλαμβανομένων ανασφάλιστων καταθέσεων πελατών ύψους €3.880εκ. Τονίζεται ότι τυχόν απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρού το 2013 και συγκεκριμένα μετά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, για ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας Θα οδηγούσε, σύμφωνα με το άρθρο 33Β τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)197, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση της τράπεζας. Σε μία τέτοια περίπτωση, οι εποπτικές/ρυθμιστικές αρχές των Θυγατρικών τραπεζών εκτός Κύπρου θα προχωρούσαν σε λήψη μέτρων εναντίον των θυγατρικών εταιρειών της Λαϊκής Τράπεζας, περιλαμβανομένων είτε ανάκληση της άδειας λειτουργίας τούς είτε αναγκαστικής πώλησης μέρους ή όλων των εργασιών τους σε άλλη τράπεζα, εφόσον ο κύριος μέτοχος τους θα κηρυσσόταν ουσιαστικά σε πλήρη πτώχευση με αδυναμία άσκησης ελέγχου επί των θυγατρικών. Αυτό θα σήμαινε απώλεια του ανακτήσιμου ποσού που θα λάμβανε η Λαϊκή Τράπεζα από την πώληση αυτών των περιουσιακών της στοιχείων. Για αποφυγή αυτού του ενδεχομένου, η Κεντρική Τράπεζα, αντί να ανακαλέσει την άδεια της Λαϊκής Τράπεζας, προχώρησε στις 28.05.2013 σε τροποποίηση της τραπεζικής της άδειας, με την οποία απαγορευόταν η ανάληψη καταθέσεων ή άλλων υποχρεώσεων προς το κοινό. Ως αποτέλεσμα των μέτρων εξυγίανσης που λήφθηκαν στην Λαϊκή Τράπεζα και της τροποποίησης της τραπεζικής της άδειας η Λαϊκή Τράπεζα έπαυσε να διεξάγει τραπεζικές εργασίες και να προσφέρει τραπεζικές υπηρεσίες. Σε ότι αφορά την πώληση των υποκαταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα, (i) H πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών είχε τεθεί ως προϋπόθεση από τους διεθνείς δανειστές της Κύπρου για την έγκριση του προγράμματος στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην Ανακοίνωση του Eurogroup ημερομηνίας 16.03.2013 το Eurogroup καλωσόριζε την επίτευξη συμφωνίας για την πώληση των υποκαταστημάτων των ελληνικών τραπεζών, η οποία θα προστάτευε την σταθερότητα των τραπεζικών συστημάτων τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου και δεν Θα επιβάρυνε το ελληνικό δημόσιο χρέος (βλέπε Τεκμήριο 44). Σχετική επίσης είναι η Ανακοίνωση του Eurogroup ημερομηνίας 25.03.2013 (Τεκμήριο 46). Σε περίπτωση που η Κυπριακή Κυβέρνηση δεν συναινούσε σε αυτή τη πώληση, οι διαπραγματεύσεις με την ΤΡΟΪΚΑ για τον καταρτισμό του τελικού Μνημονίου Συναντίληψης για οικονομική στήριξη της Κύπρου θα διακόπτονταν με συνεπακόλουθο την άτακτη χρεοκοπία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας. (ii) Τον Μάρτιο του 2013, πριν από την απόφαση του Eurogroup ημερομηνίας 25.03.2013, η Τράπεζα Πειραιώς εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα και στις 23.03.2013 εκπρόσωποι της Τράπεζας Πειραιώς ήλθαν στην Κύπρο για συζήτηση των λεπτομερειών και υπογραφή των σχετικών συμβολαίων. Οι διαπραγματεύσεις τελικά ολοκληρώθηκαν στις 26.03.2013 και εκδόθηκαν τα σχετικά Διατάγματα της Αρχής Εξυγίανσης. Ο Νόμος 17
(1)/2012 καταργήθηκε αφού αντικαταστάθηκε από τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και επενδυτικών εταιρειών νόμου 22
(1)/2016 που είναι εναρμονιστικός ευρωπαϊκής οδηγίας. Με βάση το άρθρο 115
(1)του νόμου θεωρείται ότι όλα τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν δυνάμει του προηγούμενου νόμου ήταν σε ισχύ κατά την έναρξη του νέου νόμου. Την 8.1.2021 εκδόθηκε διάταγμα για την εκκαθάριση της τράπεζας μαζί με τον διορισμό εκκαθαριστή. Οι δικαιούχοι των ανασφάλιστων καταθέσεων, όπως φαίνεται να είναι και οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή, οι οποίοι παρέμειναν στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας θα συμμετάσχουν στη διαδικασία εκκαθάρισης της περιουσίας της τράπεζας και θα λάβουν το ποσοστό πού αναλογεί σε αυτούς από τη διανομή των εισπράξεων από την ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εν λόγω τράπεζας. Σε περίπτω

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.