ΚΩΣΤΑΣ ΕΥΤΥΧΙΟΥ κ.α. ν. ΝΤΟΛΟΡΕΣ ΕΥΤΥΧΙΟΥ, Αίτηση με αρ.: 28Φ/2024., 11/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ. Αίτηση με αρ.: 28Φ/
- Μεταξύ:
- ΚΩΣΤΑΣ ΕΥΤΥΧΙΟΥ
- ΕΛΕΝΗ ΕΥΤΥΧΙΟΥ
- ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΑΝΔΡΕΑ ΕΥΤΥΧΙΟΥ
- ΝΤΟΛΟΡΕΣ ΑΝΔΡΕΑ ΕΥΤΥΧΙΟΥ
- ΡΟΜΠΕΡΤ ΑΝΔΡΕΑ ΕΥΤΥΧΙΟΥ Αιτητών -και- ΝΤΟΛΟΡΕΣ ΕΥΤΥΧΙΟΥ Καθ' ης η Αίτηση ------------------- Ημερομηνία: 11/12/
- Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Μ. Κιτρομιλίδης εκ μέρους της Μ. Κιτρομιλίδης Δικηγόροι Δ.Ε.Π.Ε. και της Γεώργιος Θ. Κούμας Δ.Ε.Π.Ε., αμφότερες ενεργούσες ως ομόδικοι. Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Χατζησέργης εκ μέρους της Ανδρέας Χατζησέργης Δ.Ε.Π.Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ι. Αντικείμενο της Κρινόμενης Αίτησης Με την υπό εξέταση Αίτηση, οι Αιτητές αιτήθηκαν από το Δικαστήριο και εξασφάλισαν στις 21/10/2024 μονομερώς, την έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος, με το οποίο το Δικαστήριο διέταξε και απαγόρευσε στην Καθ' ης η Αίτηση να πωλήσει, μεταβιβάσει, αποξενώσει, υποθηκεύσει, εκποιήσει ή να επιβαρύνει με οποιονδήποτε τρόπο το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ 0/2-293-378, Τμήμα 14, Τεμάχιο [ ], στο Δήμο Παραλιμνίου της επαρχίας Αμμοχώστου, μερίδιο 1/
- Περαιτέρω, το διάταγμα απαγόρευσε στην Καθ' ης η Αίτηση να πωλήσει, μεταβιβάσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει με οποιονδήποτε τρόπο τις 1.000 μετοχές που κατέχει στην εταιρεία G.D.O. Toyland Ltd, οι οποίες αντιστοιχούν στο 100% του μετοχικού κεφαλαίου. Οι εν λόγω απαγορεύσεις ισχύουν μέχρι την πλήρη και τελεία εκδίκαση της επερχόμενης απαίτησης ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Μετά την επίδοση του διατάγματος στην Καθ' ης η Αίτηση, η οποία έχει εμφανιστεί στη διαδικασία και έχει καταχωρήσει ένσταση κατά της διατήρησής του σε ισχύ, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, το πιο πάνω διάταγμα θα πρέπει να οριστικοποιηθεί ή ακυρωθεί. ΙΙ. Η Μαρτυρία Η υπόθεση των Αιτητών Προς υποστήριξη της Αίτησης, οι Αιτητές έχουν προσκομίσει και βασίζονται στις ένορκες δηλώσεις των Μάρως Ευτυχίου και Κώστα Ευτυχίου, Αιτητή 1, μέσω των οποίων εκτίθενται τα πραγματικά γεγονότα και οι περιστάσεις που, κατά τους ισχυρισμούς τους, καθιστούσαν αναγκαία κατ' αρχάς την έκδοση και υποστηρίζουν τη διατήρηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος μέχρι την πλήρη και τελεία εκδίκαση της επερχόμενης απαίτησης. Ακολούθως, παρατίθεται συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη στοιχεία που προκύπτουν από τις εν λόγω ένορκες δηλώσεις. Στην ένορκη δήλωσή της, η Μάρω Ευτυχίου αναφέρει ότι είναι θυγατέρα του αποβιώσαντος, στις 13/04/2024, Γεωργίου Ευτυχίου, και αδελφή των Αιτητών 1 και 2, Κώστα και Ελένης Ευτυχίου. Αναφέρει επίσης ότι είχε ακόμη έναν αδελφό, τον Αντρέα Ευτυχίου, ο οποίος απεβίωσε το 2001, αφήνοντας τρία τέκνα, τους Κρίστοφερ, Ντολόρες και Ρόμπερτ Ευτυχίου, Αιτητές 3, 4 και
- Τέλος, δηλώνει ότι η ίδια, καθώς και οι Αιτητές 1 και 2, έχουν μία ετεροθαλή αδελφή, την Καθ' ης η Αίτηση, Ντολόρες Ευτυχίου. Η Μάρω Ευτυχίου περιγράφει τη σχέση της με τους Αιτητές 2, 3, 4 και 5 ως πολύ καλή και με τον Αιτητή 1, παρότι δεν έχουν ιδιαίτερα στενή επαφή, ως καλή. Σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση, αναφέρει ότι οι σχέσεις τους ήταν αρχικά καλές, αλλά διασαλεύθηκαν λόγω των γεγονότων που συνδέονται με την παρούσα υπόθεση. Η μάρτυρας περιγράφει την κατάσταση της υγείας του πατέρα της κατά την περίοδο πριν τον θάνατό του, αναφέροντας ότι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και μειωμένο επίπεδο συνείδησης. Ειδικότερα, καταθέτει ότι, λόγω αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου δεξιά κροταφοβρεγματικά, ο πατέρας της νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από 12/02/2024 έως 01/03/2024, ενώ ταυτόχρονα υπήρχαν υποκείμενες παθήσεις, περιλαμβανομένων κολπικής μαρμαρυγής, πνευμονίας από εισρόφηση με ανάγκη χορήγησης οξυγόνου, αρτηριακής υπέρτασης, σιδηροπενικής αναιμίας, ελκών κατακλίσεως, καθώς και ιστορικού νεφρεκτομής λόγω καρκίνου του νεφρού, με συνέπεια να διαθέτει έναν μόνο νεφρό, και προστατεκτομής. Κατά την περίοδο αυτή, ο πατέρας της παρουσίαζε αριστερή ημιπληγία, σύγχυση, ανησυχία και περιορισμένη επικοινωνία, ενώ η σίτιση και ενυδάτωσή του γινόταν μέσω ρινογαστρικού σωλήνα. Αναφέρει ότι με το εξιτήριο της 01/03/2024, παραπέμφθηκε και εισήχθη σε κέντρο αποκατάστασης/αναρρωτήριο, όπου παρέμεινε μέχρι τις 17/03/2024, οπότε και παραπέμφθηκε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας λόγω επιδείνωσης της κλινικής του εικόνας, πτώσης του επιπέδου συνείδησης και χαμηλής αρτηριακής πίεσης. Ακολούθως εισήχθη στην Παθολογική Κλινική του ίδιου νοσοκομείου, όπου και νοσηλεύτηκε μέχρι τον θάνατό του στις 17/04/2024, ο οποίος αποδόθηκε σε «σηπτική καταπληξία ─ πνευμονία». Κατά την είσοδό του στην Παθολογική Κλινική, ο πατέρας της, σύμφωνα με τη μάρτυρα, δεν επικοινωνούσε λεκτικά, δεν εκτελούσε εντολές, δεν άνοιγε τα μάτια του, ήταν συγχυτικός και πρόφερε λέξεις χωρίς περιεχόμενο. Μετά από εξέταση νευρολόγου στις 29/03/2024, διαπιστώθηκε, όπως καταθέτει, ότι ο πατέρας της είχε κλειστά τα μάτια, δεν επικοινωνούσε λεκτικά, δεν ανταποκρινόταν σε εντολές και παρουσίαζε μειωμένο επίπεδο συνείδησης. Η μάρτυρας ισχυρίζεται ότι, λόγω των σοβαρών συννοσηροτήτων και της επιβαρυμένης κλινικής του εικόνας, η κατάσταση της υγείας του ήταν εξαιρετικά εύθραυστη και κρίσιμη, και ότι ως οικογένεια είχαν ειδοποιηθεί να αναμένουν το χειρότερο. Η Μάρω Ευτυχίου καταθέτει ότι, παρά τη σοβαρά επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας του πατέρα της, κατά το τέλος Μαρτίου ή αρχές Απριλίου 2024, η ετεροθαλής αδελφή της, Ντολόρες Ευτυχίου, Καθ' ης η Αίτηση, της εισηγήθηκε την εξασφάλιση πληρεξουσίου από τον πατέρα τους. Όπως ισχυρίζεται, η Καθ' ης η Αίτηση επικαλέστηκε έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον αδελφό τους, Κώστα Ευτυχίου, Αιτητή 1, γνωρίζοντας ότι ούτε η ίδια τον εμπιστευόταν πλήρως. Κατά την εκδοχή της μάρτυρος, σκοπός του πληρεξουσίου θα ήταν ο διορισμός της Καθ' ης η Αίτηση ως πληρεξούσιας αντιπροσώπου του πατέρα τους, ώστε αυτή, δυνάμει του εγγράφου, να μεταβιβάσει την ακίνητη και κινητή του περιουσία στο όνομα της, αποκλείοντας κατ' αρχάς τον Αιτητή 1 από οποιαδήποτε επιρροή επί αυτής. Η μάρτυρας προσθέτει ότι η Καθ' ης η Αίτηση την διαβεβαίωσε πως, μετά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης στο όνομά της, θα κατένειμε εν συνεχεία την περιουσία που θα αποκτούσε στο όνομα όλων των κληρονόμων, αναλόγως του εκάστοτε κληρονομικού μεριδίου τους. Η Μάρω Ευτυχίου καταθέτει επίσης ότι, κατόπιν της μεταξύ τους προηγηθείσας συμφωνίας για εξασφάλιση πληρεξουσίου από τον πατέρα τους, η ετεροθαλής της αδελφή, Ντολόρες Ευτυχίου, Καθ' ης η Αίτηση, την ενημέρωσε κατά το τέλος Μαρτίου ή αρχές Απριλίου 2024 ότι είχε εξεύρει πιστοποιούντα υπάλληλο για τον σκοπό αυτόν, και ότι θα μετέβαιναν μαζί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου νοσηλευόταν ο πατέρας τους. Αναφέρει ότι πράγματι συναντήθηκαν στο νοσοκομείο η ίδια, η Καθ' ης η Αίτηση και ο πιστοποιών υπάλληλος, τον οποίο η τελευταία της σύστησε ως Λούκα Κωνσταντίνου, και ότι οι τρεις τους εισήλθαν στον Παθολογικό Θάλαμο όπου νοσηλευόταν ο πατέρας τους. Κατά την περιγραφή της μάρτυρος, ο πατέρας τους ήταν τότε κλινήρης, με κλειστά μάτια, χωρίς καμία ανταπόκριση σε λεκτικά ερεθίσματα, δεν μιλούσε, δεν αντιδρούσε, ως να ήταν αναίσθητος, και έφερε μάσκα οξυγόνου και ορούς. Η μάρτυρας καταθέτει περαιτέρω ότι η Καθ' ης η Αίτηση προσκόμισε έγγραφο, το οποίο της είπε ότι ήταν το πληρεξούσιο που είχε ετοιμάσει με το οποίο διοριζόταν ως γενική πληρεξούσια αντιπρόσωπός του πατέρα τους, και το επέδειξε τόσο σε εκείνη όσο και στον πιστοποιούντα υπάλληλο. Ο τελευταίος, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος, τους ανέφερε ότι ο πατέρας τους θα έπρεπε να υπογράψει το έγγραφο. Η Μάρω Ευτυχίου ισχυρίζεται επιπλέον ότι, λόγω της κατάστασης του πατέρα τους, ο οποίος, όπως επαναλαμβάνει, ήταν σε πλήρη έλλειψη επαφής με το περιβάλλον και ουσιαστικά αναίσθητος, ήταν αδύνατο να υπογράψει. Ο πιστοποιών υπάλληλος, κατά τα λεγόμενά της, εισηγήθηκε ότι μπορούσε, αντί υπογραφής, να τεθεί το δακτυλικό του αποτύπωμα με χρήση μελανιού. Η μάρτυρας δηλώνει ότι η ίδια και η Καθ' ης η Αίτηση έλαβαν τον αντίχειρα του πατέρα τους, τον εμβάπτισαν σε ταμπόν μελανιού και στη συνέχεια τον τοποθέτησαν στο πληρεξούσιο προκειμένου να δημιουργηθεί το αποτύπωμα. Τονίζει ότι ο πατέρας τους, καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, παρέμενε αναίσθητος, χωρίς αντίδραση ή αντιληπτική ικανότητα. Κατά τους ισχυρισμούς της, ο εν λόγω Λούκας Κωνσταντίνου προχώρησε εν συνεχεία στην πιστοποίηση της υπογραφής, ήτοι του δακτυλικού αποτυπώματος που ελήφθη με αυτόν τον τρόπο. Η μάρτυρας προσθέτει ότι, από τότε που θυμάται τον πατέρα της να δραστηριοποιείται στις επιχειρήσεις του, ο οποίος γνώριζε ανάγνωση και γραφή, πάντοτε υπέγραφε ο ίδιος ιδιοχείρως τα έγγραφά του, ουδέποτε δε είχε χρησιμοποιήσει δακτυλικό αποτύπωμα ως τρόπο υπογραφής. Η Μάρω Ευτυχίου καταθέτει επιπλέον ότι ο πατέρας τους, κατείχε ακίνητο στους Σοφτάδες επαρχίας Λάρνακας, το οποίο είχε εκφράσει την επιθυμία να μεταβιβάσει σε εκείνη και στην αδελφή της Ελένη Ευτυχίου, Αιτήτρια 2 με ίσο μερίδιο. Η ετεροθαλής αδελφή τους Ντολόρες Ευτυχίου, Καθ' ης η Αίτηση, γνώριζε την επιθυμία αυτή. Λίγες ημέρες μετά την εξασφάλιση του πληρεξουσίου με τον πιο πάνω τρόπο, η Καθ' ης η Αίτηση την ενημέρωσε ότι ήταν έτοιμη να μεταβιβάσει το ακίνητο, και εκείνη της ανέφερε την επιθυμία της το μερίδιό της να μεταβιβαστεί στο γιο της, Χαράλαμπο Βασιλείου. Η μεταβίβαση του ακινήτου στους Σοφτάδες πραγματοποιήθηκε στις 05/04/2024 δια δωρεάς ανά ½ στο γιο της και στην Καθ' ης η Αίτηση. Όταν η Αιτήτρια 2 βρισκόταν στην Κύπρο, στις 12/04/2024 μεταβιβάστηκε σε αυτήν το μερίδιο που αρχικά είχε μεταβιβαστεί στην Καθ' ης η Αίτηση. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, στις 13/04/2024, η μάρτυρας καταθέτει ότι επανειλημμένα ζήτησε από την Καθ' ης η Αίτηση να καλέσει όλους τους κληρονόμους για διαμοιρασμό της κληρονομίας, χωρίς αποτέλεσμα, ενώ ακολούθως η Καθ' ης η Αίτηση σταμάτησε να ανταποκρίνεται σε κάθε επικοινωνία. Κατά τον Μάιο του 2024, η ενόρκως δηλούσα ενημέρωσε για πρώτη φορά την Αιτήτρια 2 και, στη συνέχεια, τον Αιτητή 1, ο οποίος με τη σειρά του ενημέρωσε τους Αιτητές 3, 4 και 5, για τη διαδικασία εξασφάλισης του πληρεξουσίου από τον θανόντα σχετικά με την περιουσία του. Ως κληρονόμοι, αποφάσισαν να λάβουν έκαστος νομική συμβουλή και να ερευνήσουν την περιουσία του αποθανόντος. Η έρευνα αποκάλυψε ότι στις 05/04/2024, εκτός από το ακίνητο στους Σοφτάδες, η Καθ' ης η Αίτηση είχε επίσης μεταβιβάσει δια δωρεάς και άλλο ακίνητο στον Δήμο Παραλιμνίου, επαρχίας Αμμοχώστου στο όνομα της, χρησιμοποιώντας το ίδιο πληρεξούσιο έγγραφο. Επιπλέον, στις 03/04/2024, υπέβαλε στον Έφορο Εταιρειών αίτηση μεταβίβασης 100% των μετοχών που κατείχε ο πατέρας τους στην εταιρεία G.D.O. Toyland Ltd, επίσης στο όνομα της, και διορίζοντας τον εαυτό της ως διευθύντρια, χρησιμοποιώντας και πάλι το ίδιο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο. Η μάρτυρας και οι υπόλοιποι κληρονόμοι, αναφέρει επιπλέον, προέβησαν σε εξασφάλιση ιατρικών στοιχείων από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και ιατροδικαστικής εξέτασης από τον Δρ. Μάριο Ματσάκη, ο οποίος διαπίστωσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής του πληρεξουσίου (τέλος Μαρτίου/αρχές Απριλίου 2024) ο πατέρας τους δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι υπέγραφε, γεγονός που ενισχύεται και από τη προαναφερόμενη νευρολογική εξέταση της 29/03/
- Το γεγονός ότι η υπογραφή πραγματοποιήθηκε με δακτυλικό αποτύπωμα μέσω τρίτων προσώπων, ενώ ο πατέρας της ήταν αναίσθητος και ανίκανος να αντιληφθεί το περιβάλλον, υποδεικνύει, κατά την μάρτυρα και τη νομική συμβουλή που έλαβε, δόλο και καθιστά το πληρεξούσιο έγγραφο άκυρο και κατ' επέκταση, όλες τις πράξεις που έγιναν με βάση αυτό, άκυρες ή ακυρώσιμες. Ο Κώστας Ευτυχίου, Αιτητής 1, στην ένορκη δήλωσή του αναφέρει ότι είναι ένας εκ των νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντος Γεωργίου Ευτυχίου και ότι έχει πλήρη και προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, ενεργώντας ως εξουσιοδοτημένος και εκ μέρους των υπόλοιπων κληρονόμων, Αιτητών. Όσον αφορά τα γεγονότα για τα οποία έχει λάβει πληροφόρηση από τρίτους, δηλώνει τη σχετική πληροφόρηση. Ο πατέρας του Γεωργίος Ευτυχίου, αναφέρει, απεβίωσε στη Λευκωσία στις 13/04/2024 και άφησε ως μοναδικούς κληρονόμους τα τέκνα του, μεταξύ των οποίων ο ίδιος, η αδελφή του Μάρω Ευτυχίου, η αδελφή του Ελένη Ευτυχίου, Αιτήτρια 2 και η ετεροθαλής αδελφή του Ντολόρες Ευτυχίου, Καθ' ης η Αίτηση και τα αδελφοτέκνια του Κρίστοφερ, Ντολόρες και Ρόμπερτ Ευτυχίου, Αιτητές 3, 4 και
- Ο μάρτυρας δηλώνει ότι διατηρούσε καλές σχέσεις με τα αδέλφια και πάρα πολύ καλές με τα αδελφοτέκνια του, ενώ οι σχέσεις του με την Καθ' ης η Αίτηση ήταν περιορισμένες. Ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση, κατά ή περί το τέλος Μαρτίου 2024 ή αρχές Απριλίου 2024, απέσπασε περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα τους, χρησιμοποιώντας πλαστό ή άκυρο πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο εξασφαλίστηκε λίγο πριν από τον θάνατό του πατέρα τους με δόλο και απάτη. Ο Αιτητής 1 καταθέτει, κατά τρόπο εν πολλοίς σύμφωνο με όσα ανέφερε ανωτέρω η Μάρω Ευτυχίου, ότι κατά τον χρόνο εξασφάλισης του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου από την Καθ' ης η Αίτηση, ο πατέρας τους είχε υποστεί σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο και νοσηλευόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για παρατεταμένη περίοδο, αντιμετωπίζοντας σοβαρές συννοσηρότητες, μεταξύ των οποίων καρδιακά, πνευμονικά, νεφρικά και άλλα προβλήματα, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μειωμένης συνείδησης και νοητικής ικανότητας. Ειδικότερα, κατά την επανεισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 17/03/2024, ο αποβιώσας δεν επικοινωνούσε λεκτικά, δεν εκτελούσε εντολές και παρουσίαζε περιορισμένη διαύγεια πνεύματος, όπως προκύπτει και από τις σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ─ μεταξύ αυτών και της νευρολογικής εξέτασης της 29/03/2024 ─ καθώς και της έκθεσης του ιατροδικαστή Δρ. Μάριου Ματσάκη. Ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση, με τη βοήθεια της αδελφής τους Μάρως Ευτυχίου, κατάφερε να εξασφαλίσει από τον πατέρα τους πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο, όπως είχε τότε παραστήσει στη Μάρω Ευτυχίου, προοριζόταν για τη δίκαιη και σύννομη διανομή της περιουσίας μεταξύ όλων των κληρονόμων. Πλην όμως, τελικώς χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια μεταβιβάσεων περιουσίας όχι προς όφελος όλων των κληρονόμων, παραβαίνοντας τόσο τη νομοθεσία όσο και τη βούληση του αποβιώσαντος. Κατά τον μάρτυρα, η Μάρω Ευτυχίου εξαπατήθηκε με αυτόν τον τρόπο. Από την ίδια πληροφορήθηκε τα εν λόγω γεγονότα καθώς και τις περιστάσεις εξασφάλισης του πληρεξουσίου εγγράφου από την Καθ' ης η Αίτηση, οι οποίες ─ κατά τη θέση του ─ συνιστούν δόλο και απάτη, καθιστώντας το εν λόγω πληρεξούσιο άκυρο και πλαστό, αφού ο πατέρας του, κατά τον ουσιώδη χρόνο, όπως επιβεβαιώνεται και από την προαναφερόμενη ιατρική μαρτυρία, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι υπέγραφε. Κατ' επέκταση, υποστηρίζει, όλες οι πράξεις που διενεργήθηκαν με βάση αυτό είναι άκυρες ή ακυρώσιμες. Τους ισχυρισμούς της Μάρως Ευτυχίου τους υιοθετεί ως αληθείς, δηλώνοντας επιπλέον ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν έχει κανένα απολύτως παράπονο εναντίον της, καθώς θεωρεί ότι και η ίδια υπήρξε θύμα της Καθ' ης η Αίτηση. Ο Κώστας Ευτυχίου, Αιτητής 1 αναφέρει ότι ενημερώθηκε για τη μεταβίβαση του ακινήτου στους Σοφτάδες, επαρχίας Λάρνακας, σε μεταγενέστερο του συμβάντος στάδιο, τον Μάιο 2024, από την αδελφή του Μάρω Ευτυχίου. Ακολούθως, αφού μίλησε με τους υπόλοιπους κληρονόμους, Αιτητές, οι Αιτητές συνεννοήθηκαν για τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με την περιουσία του αποβιώσαντος, τη λήψη νομικής συμβουλής και την καταχώριση τελικά της υπό κρίση Αίτησης. Η απόφαση για την καταχώριση ελήφθη όταν διαπιστώθηκε ότι η Καθ' ης η Αίτηση είχε επίσης μεταβιβάσει δια δωρεάς χρησιμοποιώντας το ίδιο πληρεξούσιο έγγραφο, άλλο ακίνητο στον Δήμο Παραλιμνίου, επαρχίας Αμμοχώστου, στο όνομά της. Επιπλέον, ότι στις 03/04/2024, υπέβαλε στον Έφορο Εταιρειών αίτηση μεταβίβασης του 100% των μετοχών που κατείχε ο πατέρας τους στην εταιρεία G.D.O. Toyland Ltd στο όνομά της, διορίζοντας παράλληλα τον εαυτό της ως διευθύντρια. Οι Αιτητές, διατείνεται, κατέβαλαν τις ενέργειες αυτές, για να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση μέχρι την εκδίκαση και την τελική αποπεράτωση της απαίτησης που προτίθενται να καταχωρήσουν εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση σχετικά με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι μεταβιβάσεις της ακίνητης και κινητής περιουσίας του αποβιώσαντα, έγιναν χωρίς την συναίνεση και με πλήρη αδυναμία κατανόησης εκ μέρους του, και συνιστούν εκμετάλλευση της σωματικής και νοητικής κατάστασης του πατέρα τους, απάτη, δόλο και επαχθείς πράξεις σε βάρος των υπόλοιπων κληρονόμων από πλευράς της Καθ' ης η Αϊτηση. Ο μάρτυρας υποστηρίζει ότι η Καθ' ης η Αίτηση απέκτησε αθέμιτο όφελος από τις ενέργειες αυτές, οι οποίες είναι νομικά άκυρες και μπορούν να ακυρωθούν. Τονίζει ότι η μη έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος θα καθιστούσε αδύνατη την απονομή πλήρους δικαιοσύνης, ενώ η έκδοσή του διασφαλίζει την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων και προστατεύει τα δικαιώματα των κληρονόμων μέχρι την τελική εκδίκαση της απαίτησης που έχουν πρόθεση να καταχωρίσουν εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. Κατά την άποψή του, η συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση είναι ηθικά και νομικά κατακριτέα, και οι ενέργειες της αναδεικνύουν την ανάγκη αφενός κατεπείγουσας και αφετέρου ενδιάμεσης προστασίας της επίδικης περιουσίας για τη διασφάλιση της δυνατότητας δικαστικής απονομής της δικαιοσύνης. Η Υπόθεση της Καθ' ης η Αϊτηση Στον αντίποδα, η μαρτυρία της Ντολόρες Ευτυχίου/Καθ' ης η Αίτηση, όπως καταγράφεται στην ένορκη δήλωσή της, παρέχει διαφορετική εκδοχή των γεγονότων και διαφοροποιείται από τους ισχυρισμούς που προβάλλουν η Μάρω Ευτυχίου και οι Αιτητές. Η Καθ' ης η Αίτηση, αν και αποδέχεται κάποια από τα γεγονότα που παρουσιάζονται στην αναφερόμενη παραπάνω ένορκη δήλωση της αδελφής της Μάρως Ευτυχίου, ιδίως όσον αφορά βασικά στοιχεία της οικογενειακής τους κατάστασης και των συγγενικών σχέσεων τους, καθώς και την ημερομηνία αποβίωσης του αποθανόντος πατέρα τους, αμφισβητεί κατηγορηματικά σειρά ουσιωδών ισχυρισμών, επισημαίνοντας ότι σε πολλές περιπτώσεις τα γεγονότα παρουσιάζονται αναληθή, παραποιημένα ή με σκοπό την παραπλάνηση. Η Καθ' ης η Αίτηση αποδέχεται τους ισχυρισμούς της αδελφής της, Μάρως Ευτυχίου, σχετικά με τον σκοπό της υπό κρίση Αίτησης, δηλαδή όσον αφορά το διάταγμα που επιδιώκεται. Ωστόσο, αρνείται κατηγορηματικά και αμφισβητεί ότι μεταβίβασε την ακίνητη περιουσία και τις μετοχές που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Μάρως Ευτυχίου και στην Αίτηση χρησιμοποιώντας πλαστό ή άκυρο πληρεξούσιο έγγραφο, ή ότι η μεταβίβαση αυτή έγινε με δόλο ή απάτη. Ειδικότερα, δηλώνει ότι οι 1.000 μετοχές της εταιρείας G.D.O. Toyland Ltd, τις οποίες κατείχε ο αποβιώσας πατέρας τους, μεταβιβάστηκαν στις 03/04/2024 στο όνομά της από τον ίδιο, βάσει του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 10/3/2024 που είναι το επίδικο. Διευκρινίζοντας ότι, με βάση αυτό, πραγματοποιήθηκε στις 05/04/2024 και η μεταβίβαση στο όνομα της του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 0/[ ], Τμήμα 14, Φ/Σχ. 0 2-293-378, Τεμάχιο [ ], στο Δήμο Παραλιμνίου. Υποστηρίζει ότι το πληρεξούσιο αυτό ήταν απολύτως έγκυρο και νόμιμο, και ότι σε καμία περίπτωση δεν χρησιμοποιήθηκε πλαστό ή άκυρο έγγραφο, ούτε υπήρξε οποιαδήποτε μορφή δόλου, όπως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα αδελφή της. Η Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι η αδελφή της, Μάρω Ευτυχίου, είχε πλήρη γνώση του καταρτισμού του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου από τον πατέρα τους προς την ίδια, και γνώριζε ότι το έγγραφο αυτό δεν ήταν σε καμία περίπτωση πλαστό ή άκυρο, όπως σήμερα ισχυρίζεται. Τονίζει ότι ο πατέρας τους υπέγραψε και έθεσε το δακτυλικό του αποτύπωμα στο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο με πλήρη επίγνωση του περιεχομένου του και του σκοπού για τον οποίο το εξέδιδε, ενεργώντας με ελεύθερη βούληση και σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες. Προσθέτει ότι, τόσο οι λόγοι έκδοσης του πληρεξουσίου, όσο και οι πράξεις που θα πραγματοποιούνταν βάσει αυτού, είχαν εξηγηθεί από τον ίδιο τον πατέρα τους και ήταν γνωστά και στη Μάρω Ευτυχίου, η οποία τα είχε ακούσει προσωπικά από τον ίδιο. Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται επιπλέον ότι η αδελφή της Μάρω Ευτυχίου, γνώριζε ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο καταρτίστηκε νόμιμα ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου και συνοδευόταν από ιατρική βεβαίωση του Δρ. Γιώργου Σεντονάρη. Σύμφωνα με τη βεβαίωση αυτή, κατά την ημερομηνία έκδοσης του πληρεξουσίου στις 10/03/2024, ο πατέρας τους είχε πλήρη επικοινωνία με το περιβάλλον και ήταν ικανός να λαμβάνει αποφάσεις που τον αφορούσαν. Η Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι η αδελφή της αποκρύπτει εσκεμμένα τα στοιχεία αυτά από το Δικαστήριο. Η Καθ' ης η Αίτηση αναφέρει ότι, τόσο η Μάρω Ευτυχίου, όσο και η Ελένη Ευτυχίου, Αιτήτρια 2, είχαν πλήρως αποδεχθεί και συμφωνήσει να γίνουν μεταβιβάσεις ακινήτου μεγάλης αξίας στην Επαρχία Λάρνακας, ήτοι του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 50/52, Τμήμα 0, Τεμάχιο [ ], στην Κοινότητα Σοφτάδες, βάσει του ίδιου πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο σήμερα αμφισβητούν ως δήθεν πλαστό. Υποστηρίζει ότι η συμφωνία αυτή ήταν σύμφωνη με την εκπεφρασμένη επιθυμία του πατέρα τους, την οποία γνώριζαν και οι δύο πιο πάνω αδελφές της. Περιγράφει ότι στις 05/04/2024 μετέβη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας μαζί με τη Μάρω Ευτυχίου και τον υιό της, Χαράλαμπο Βασιλείου, προκειμένου να υλοποιηθούν οι μεταβιβάσεις. Κατά τον ισχυρισμό της, η Μάρω Ευτυχίου, της ζήτησε όπως το δικό της ½ μερίδιο του ακινήτου μεταβιβαστεί, όχι στο όνομά της, αλλά στο όνομα του υιού της, λόγω φορολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, και πράγματι η μεταβίβαση διενεργήθηκε στο όνομα του τελευταίου. Το άλλο ½ μερίδιο μεταβιβάστηκε αρχικά προσωρινά στο όνομα της Καθ' ης η Αίτηση, καθότι η Αιτήτρια 2 βρισκόταν στο εξωτερικό, και στη συνέχεια ─ περίπου μία εβδομάδα αργότερα, όταν η Αιτήτρια 2 αφίχθη στην Κύπρο ─ μεταβιβάστηκε στο όνομά της, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα τους. Η Καθ' ης η Αίτηση καταλήγει θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο είναι λογικό οι ως άνω μεταβιβάσεις, οι οποίες έγιναν ενώπιον των αδελφών της και με τη γνώση και συμφωνία τους, να θεωρούνταν τότε νόμιμες και έγκυρες βάσει του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου, ενώ το ίδιο έγγραφο να χαρακτηρίζεται ως πλαστό και άκυρο μόνο ως προς τις μεταβιβάσεις των μετοχών της εταιρείας και του ακινήτου στο Παραλίμνι, οι οποίες έγιναν σε χρονικά κοντινή περίοδο ─ και σε ορισμένη περίπτωση αυθημερόν ─ και υπό τις ίδιες ακριβώς διαδικασίες. Η Καθ' ης η Αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς της Μάρως Ευτυχίου για τις σχέσεις των Αιτητών με τον πατέρα της, ή και για τις μεταξύ τους σχέσεις. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι οι σχέσεις της αδελφής της Μάρως Ευτυχίου με την Ελένη Ευτυχίου, Αιτήτρια 2 δεν ήταν «πάρα πολύ καλές» πριν τον θάνατο του πατέρα τους, ότι οι σχέσεις της Μάρως Ευτυχίου με τα αδελφοτέκνια της, Αιτητές 3, 4 και 5 ήταν απλώς τυπικές και ότι οι σχέσεις της Μάρως Ευτυχίου με τον αδελφό τους Κώστα Ευτυχίου, Αιτητή 1 ήταν κακές. Η Καθ' ης η Αίτηση επισημαίνει ότι η μεταξύ τους σχέση ήταν καλή, ωστόσο επιδεινώθηκε μετά τον θάνατο του πατέρα τους λόγω της πίεσης που δέχθηκε από τις αδελφές της σχετικά με την αλλαγή των επιθυμιών του πατέρα τους όσον αφορά τα περιουσιακά του στοιχεία. Επιπλέον, οι σχέσεις του αποβιώσαντος πατέρα της με τον Κώστα Ευτυχίου, Αιτητή 1 ήταν κακές, με την Ελένη Ευτυχίου, Αιτήτρια 2 σχετικά καλές και με τη Μάρω Ευτυχίου καλές μέχρι περίπου το έτος 2021, όταν παρουσιάστηκαν κάποιες διαφορές μεταξύ τους. Η Καθ' ης η Αίτηση δηλώνει ότι η ίδια διατηρούσε πάντοτε καλές σχέσεις με τους γονείς της, διαμένοντας μαζί με τον πατέρα της και συνεργαζόμενη μαζί του στην εταιρεία G.D.O. Toyland Ltd για τουλάχιστον οκτώ έτη πριν τον θάνατό του. Τέλος, η Καθ' ης η Αίτηση σημειώνει ότι στην κηδεία του πατέρα τους παρευρέθηκαν μόνο η ίδια και η Μάρω Ευτυχίου, ενώ κανένας από τους Αιτητές δεν παρευρέθηκε, γεγονός που, κατά την ίδια, υποδηλώνει την αναληθή και κακόβουλη φύση των ισχυρισμών της Μάρως Ευτυχίου περί «πάρα πολύ καλών» σχέσεων και άλλων σχετικών ισχυρισμών. Η Καθ' ης η Αίτηση διαφωνεί με την Μάρω Ευτυχίου ως προς τον τρόπο παρουσίασης της σοβαρότητας της υγείας του πατέρα τους και την ιατρική πορεία του πριν τον θάνατό του. Υποστηρίζει ότι ο πατέρας τους ήταν υγιής και δραστήριος μέχρι την ξαφνική εμφάνιση αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου στις 12/02/2024, μετά το οποίο νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας έως την 01/03/
- Λόγω βελτίωσης της κατάστασής του, μεταφέρθηκε με φροντίδα της Καθ' ης η Αίτηση και της αδελφής της Μάρως Ευτυχίου, σε κέντρο αποκατάστασης/αναρρωτήριο, όπου παρέμεινε μέχρι τις 17/03/2024, πριν επιστρέψει για περαιτέρω νοσηλεία στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου και απεβίωσε στις 13/04/
- Παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, κατά την περίοδο αυτή διατηρούσε πλήρη διαύγεια, επικοινωνούσε κανονικά και ήταν σε θέση να λαμβάνει αποφάσεις για όλα τα θέματα που τον αφορούσαν, όπως αποδεικνύεται από το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Γεωργίου Σεντονάρη, ειδικά κατά την ημερομηνία κατάρτισης του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου στις 10/03/
- Η μάρτυρας αρνείται τους ισχυρισμούς της Μάρω Ευτυχίου σχετικά με την ικανότητα επικοινωνίας και τη συνείδηση του πατέρα τους κατά τη νοσηλεία του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από τις 17/03/2024 έως τις 13/04/
- Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι, παρά την επιβάρυνση της υγείας του κατά τη μεταφορά του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 17/03/2024, η επικοινωνία και η συνείδησή του παρέμειναν σταθερές καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας έως τον θάνατό του. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από την ιατρική έκθεση του Δρ. Χ. Φλούρου, ο οποίος παρακολουθούσε τον πατέρα τους καθ' όλη την περίοδο, η οποία αναφέρει ότι η ικανότητα επικοινωνίας του παρέμεινε σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας. Η Καθ' ης η Αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς της Μάρως Ευτυχίου σχετικά με το ποιος πρότεινε την εξασφάλιση πληρεξουσίου εγγράφου από τον πατέρα τους και υποστηρίζει ότι η πρωτοβουλία για τη σύνταξη του επίδικου πληρεξουσίου προήλθε αποκλειστικά από τον πατέρα τους, ο οποίος είχε ήδη αποφασίσει για τη διαχείριση της περιουσίας του και τους κληρονόμους που θα λάμβαναν τα περιουσιακά του στοιχεία. Επισημαίνει ότι ο πατέρας της, ήθελε να αποκλείσει τον Κώστα Ευτυχίου, Αιτητή 1 από την κληρονομιά, λόγω μακροχρόνιων κακών σχέσεων μαζί του και ότι η εναπομείνασα περιουσία διαμοιράστηκε όπως επιθυμούσε στα άλλα τρία παιδιά του ─ την ίδια, τη Μάρω Ευτυχίου και την Ελένη Ευτυχίου, Αιτήτρια 2 ─, ενώ η μεγαλύτερης αξίας περιουσία είχε ήδη διανεμηθεί προηγουμένως σε όλα τα παιδιά του. Η μάρτυρας απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Μάρως Ευτυχίου ότι ο πατέρας τους ήταν αναίσθητος και ανίκανος να υπογράψει το πληρεξούσιο έγγραφο, καθώς και ότι η τοποθέτηση του δακτυλικού του αποτυπώματος έγινε χωρίς επίγνωση ή συναίνεση. Υποστηρίζει ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο υπογράφηκε στις 10/03/2024 ενώ ο πατέρας τους νοσηλευόταν στο προαναφερόμενο κέντρο αποκατάστασης/αναρρωτήριο, παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου, και όχι στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπως ισχυρίζεται η Μάρω Ευτυχίου. Λόγω της αδυναμίας του να υπογράψει με το χέρι του, ο πατέρας τους επέλεξε να τοποθετήσει το δακτυλικό του αποτύπωμα στο πληρεξούσιο. Την ίδια ημέρα, ο Δρ. Γιώργος Σεντονάρης, ο οποίος παρακολουθούσε την υγεία του στο εν λόγω κέντρο αποκατάστασης/αναρρωτήριο, εξέδωσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό επιβεβαιώνοντας την κατάσταση της υγείας και τις δυνατότητες λήψης αποφάσεων του πατέρα τους. Η Καθ' ης η Αίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Μάρως Ευτυχίου ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, απέφυγε να καλέσει τους κληρονόμους για τον νόμιμο διαμοιρασμό της κληρονομίας και ότι χρησιμοποίησε το πληρεξούσιο έγγραφο του πατέρα ─ το οποίο, σύμφωνα με τη Μάρω Ευτυχίου, είχε υπογραφεί με δακτυλικό αποτύπωμα ενώ ήταν αναίσθητος ─ για να μεταβιβάσει περιουσία εν αγνοία των υπολοίπων κληρονόμων, γεγονός που, κατά τη Μάρω Ευτυχίου, διαπιστώθηκε εκ των υστέρων. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι η μεταβίβαση του ακινήτου στο Παραλίμνι στο όνομά της πραγματοποιήθηκε στις 05/04/2024, με πλήρη γνώση και παρουσία της Μάρως Ευτυχίου και του υιού της, ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση προς τον τελευταίο του ½ μεριδίου του ακινήτου στους Σοφτάδες, σε εκπλήρωση της επιθυμίας του πατέρα τους ─ γεγονός το οποίο, κατά την Καθ' ης η Αίτηση, η Μάρω Ευτυχίου δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, απορρίπτει τον ισχυρισμό της Μάρως Ευτυχίου ότι χρησιμοποίησε το ίδιο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο για να μεταβιβάσει στον εαυτό της τις μετοχές και τη διεύθυνση της εταιρείας G.D.O. Toyland Ltd υπό αμφισβητούμενες συνθήκες, αν και αναγνωρίζει ότι οι σχετικές πράξεις πράγματι πραγματοποιήθηκαν, αλλά ισχυρίζεται ότι δικαιολογούνται από τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της. Η μάρτυρας, σε σχέση με τη μαρτυρία της Μάρως Ευτυχίου ότι, σύμφωνα με την ιατρική μαρτυρία, ο πατέρας τους δεν είχε τη νοητική ικανότητα να κατανοήσει ή να συναινέσει στην υπογραφή του επίδικου πληρεξουσίου κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλώνει ότι απορρίπτει πλήρως τους ισχυρισμούς που στηρίζονται στην ιατροδικαστική έκθεση του Δρ. Μάριου Ματσάκη, την οποία θεωρεί εσφαλμένη και υποβολιμαία. Υποστηρίζει ότι μόνο οι θεράποντες ιατροί του πατέρα τους ─ των οποίων τα ιατρικά πιστοποιητικά επικαλείται ─ μπορούν να αξιολογήσουν την πραγματική του κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή στις 10/03/2024, ημερομηνία κατάρτισης του επίδικου πληρεξουσίου, για την οποία ο Δρ. Μάριος Ματσάκης δεν παρέχει καμία τεκμηριωμένη γνώμη. Η Καθ' ης η Αίτηση αρνείται πλήρως τους ισχυρισμούς του Κώστα Ευτυχίου, Αιτητή 1, δηλώνοντας ότι είναι αναληθείς, κακόβουλοι και χωρίς προσωπική γνώση εκ μέρους του, υποστηρίζοντας ότι οι περισσότεροι αποτελούν απλή αντιγραφή των προαναφερόμενων ισχυρισμών της Μάρως Ευτυχίου, και παραπέμπει στις ήδη διατυπωμένες θέσεις της ως πλήρη απάντηση στους ισχυρισμούς που αυτός προβάλλει εναντίον της. Η μάρτυρας αρνείται κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του Αιτητή 1 ότι ο πατέρας τους εξέφραζε πρόθεση για ίσο διαμοιρασμό της περιουσίας του, υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση ή επαφή με τον πατέρα τους για πολλά χρόνια και άρα δεν μπορούσε να γνωρίζει τέτοιες δήθεν δηλώσεις, γεγονός που ─ όπως τονίζει ─ αποδεικνύεται και από την απουσία του από την κηδεία και τις επισκέψεις του όταν ο πατέρας τους ήταν άρρωστος. Αναγνωρίζει μεν ότι ο Αιτητής 1 είναι νόμιμος κληρονόμος, αλλά δηλώνει ότι κατά τον χρόνο του θανάτου του πατέρα τους, δεν υπήρχε κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομά του για να διανεμηθεί. Η μάρτυρας αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του Αιτητή 1 εναντίον της, υποστηρίζοντας ότι οι πράξεις με το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο έγιναν νόμιμα και με τη βούληση του πατέρα τους, και θεωρεί τα αναφερόμενα του Δρ. Μάριου Ματσάκη, καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία που επικαλείται ο Αιτητής 1 και τα οποία κατά βάση προέρχονται από τη Μάρω Ευτυχίου, υποβολιμαία και αντικρουόμενα με τα δικά της ιατρικά τεκμήρια και τα όσα έχει ήδη ισχυριστεί κατά την αντίκρουση της μαρτυρίας της Μάρως Ευτυχίου. Η Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι η επιδίωξη του Κώστα Ευτυχίου, Αιτητή 1, και των υπολοίπων Αιτητών εναντίον της, αφορά μόνο την ακύρωση δύο συγκεκριμένων μεταβιβάσεων που έκανε στην ίδια ─ του ακινήτου στο Παραλίμνι και των 1.000 μετοχών της G.D.O. Toyland Ltd ─ και όχι άλλων μεταβιβάσεων που έγιναν με το ίδιο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο, αμφισβητώντας έτσι την αξιοπιστία των θέσεων των Αιτητών και ισχυρισμών της Μάρως Ευτυχίου και του Αιτητηή 1 σχετικά με την πλαστότητα του εν λόγω εγγράφου και, γενικότερα, τις προθέσεις και τους σκοπούς τους. ΙΙΙ. Νομική Πτυχή Στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και το Άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960 (εφεξής «ο Νόμος 14/1960»), το οποίο, όπως αναπτύχθηκε από τον συνήγορο των Αιτητών τόσο στη γραπτή του αγόρευση όσο και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο επί του οποίου οι Αιτητές στήριξαν κατ' αρχάς την έκδοση και υποστηρίζουν τη διατήρηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος μέχρι την πλήρη και τελεία εκδίκαση της υπόθεσης. Το Δικαστήριο, με βάση το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στην έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος (απαγορευτικό, ή προστακτικό), «εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις». Επιπλέον, σύμφωνα με το Άρθρο 32(Α1) του Νόμου 14/1960, η αίτηση για ενδιάμεσο διάταγμα μπορεί να υποβληθεί σε οποιονδήποτε χρόνο, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου πριν από την καταχώριση της απαίτησης. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/1960, το Δικαστήριο, προτού εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα, πρέπει να διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: (α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται θεραπεία, και (γ) θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Πρόκειται για τρία ειδικά κριτήρια για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, τα οποία πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Εάν δεν πληρούνται όλα, δεν μπορεί να εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα. Τα κριτήρια αυτά, αφορούν το πρώτο στάδιο της εξέτασης από το Δικαστήριο. Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις, προχωρεί στο δεύτερο στάδιο, το οποίο αφορά την εκτίμηση του κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα με το Άρθρο 31 του Νόμου 14/1960, η άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, στην οποία αναφέρεται το Άρθρο 32
(1)του ίδιου Νόμου, πρέπει να στηρίζεται επί του Νόμου ή των αρχών της επιείκειας. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και μ. Π. Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελίδα 55: «Η άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου προσδιορίζεται στο Άρθρο 31 του ιδίου Νόμου, το οποίο προβλέπει για την παροχή θεραπείας σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται στο νόμο ή στις αρχές της επιείκειας. Με την αναφορά αυτή, στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγων να ικανοποιήσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου». Και τονίζεται στη συνέχεια: «Γι' αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο ή τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία του απαγορευτικού διατάγματος. Στην περίπτωση παρεμπίπτοντος διατάγματος, το Δικαστήριο παραχωρεί τη συγκεκριμένη θεραπεία ακόμη και χωρίς πλήρη δίκη. Όμως ο ενάγων, ως αιτητής, θα αποτύχει αν δεν πείσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα». Γίνεται, μεταξύ άλλων, παραπομπή προς υποστήριξη στην απόφαση του Νικολάτου Δ. στην υπόθεση Re Zhigachov,
(2013)1 ΑΑΔ 133, στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή σε ουσιαστική θεραπεία». Και τονίστηκε, με αναφορά στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux, [2007] 1 W.L.R. 320, ότι το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δεν συνιστά από μόνο του αγώγιμο δικαίωμα, δεν υφίσταται αυτοτελώς, αλλά εξαρτάται από την ύπαρξη ήδη υπάρχοντος αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το ήδη υπάρχον αγώγιμο δικαίωμα. Όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και μ. Π. Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελίδα 101, η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος, αναγνωρισμένου από τον Νόμο ή τις αρχές της επιείκειας, ως προϋπόθεση για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το ευρύτερο ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ως ζήτημα που αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, εξετάζεται στο πλαίσιο της πρώτης προϋπόθεσης που πρέπει να ικανοποιείται με βάση το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η προϋπόθεση αυτή, όπως έχει ερμηνευθεί, συνδέεται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της δύναμης των δικογράφων ─ υπό την ευρεία έννοια του όρου, που περιλαμβάνει και τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες αποτελούν το υπόβαθρο για την αίτηση έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος ─ καθώς και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Σχετικά με τα πιο πάνω, στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Μ. Π. Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελίδα 123 διατυπώνονται τα εξής: «Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του είναι αναφορικά με τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι 'επιπόλαιο και ενοχλητικό' και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγόμενου. Σύμφωνα με τη νομολογία δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή αιτίας αγωγής ανύπαρκτης κατά τον χρόνο της καταχώρισης της αγωγής, εκτός και αν εμπίπτει στην κατηγορία διαταγμάτων Quia Time». Το κριτήριο είναι να πεισθεί το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντος, και όχι να αποδειχθεί πλήρως το δικαίωμα αυτό. Ωστόσο, η απλή προβολή του ισχυρισμού δεν αρκεί· πρέπει να παρουσιάζονται στοιχεία που να τον δικαιολογούν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. IV. Υπαγωγή των Πραγματικών Περιστατικών στη Νομική Πτυχή Δεδομένου ότι, όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, όταν διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, περιττεύει η εξέταση των άλλων προϋποθέσεων που τίθενται από το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960 και που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας, το Δικαστήριο θα προβεί αμέσως στην εξέταση του ζητήματος αυτού. Και τούτο, ειδικότερα, εφόσον στη νομική βάση της ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση, περιλαμβάνεται επίσης το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960, και με την ένστασή της προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι δεν πληρούνται ούτε ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του και ότι δεν υπάρχει καλή βάση για απαίτηση των Αιτητών εναντίον της, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση (λόγοι ένστασης (β) και (γ)). Στην προκείμενη περίπτωση, η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος των Αιτητών, αναγνωρισμένου από τον Νόμο ή τις αρχές της επιείκειας, συνδέεται με την ενεργητική νομιμοποίηση (locus standi). Οι Αιτητές υποστηρίζουν, με βάση τα γεγονότα που παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι έχουν locus standi έναντι της Καθ' ης η Αίτηση, στηριζόμενοι σε αγώγιμο δικαίωμα που δικαιολογεί την απόδοση θεραπείας υπέρ τους και εις βάρος της Καθ' ης η Αίτηση. Εγείρεται ζήτημα κατά πόσο οι Αιτητές, ως κληρονόμοι του αποθανόντος, έχουν απευθείας αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση για αδικοπραγία σε βάρος του σε σχέση με την περιουσία του, βάσει αγώγιμου δικαιώματος που επιβιώνει του θανάτου του, ή κατά πόσο locus standi διαθέτει ο προσωπικός του αντιπρόσωπος με βάση τον Νόμο. Το ζήτημα αυτό ετέθη στους συνηγόρους των διαδίκων κατά την επ' ακροατηρίου εξέταση της Αίτησης, και το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για σκοπούς της απόφασής του, τις τοποθετήσεις τους. Οι προσωπικοί αντιπρόσωποι διαθέτουν πολύ εκτεταμένες νομοθετικές εξουσίες για τη συλλογή, διαχείριση και διανομή των περιουσιακών στοιχείων του θανόντος και την εξόφληση των υποχρεώσεών του. Αυτές συχνά επεκτείνονται (και μερικές φορές περιορίζονται) με τη διαθήκη του θανόντος. Θεωρητικά ένας εκτελεστής (executor) μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε από αυτές τις εξουσίες οποτεδήποτε μετά το θάνατο του διαθέτη, αφού η εξουσία του απορρέει από τη διαθήκη, η οποία τίθεται σε ισχύ με το θάνατο· η χορήγηση του εγγράφου διαχείρισης (probate) αποτελεί απλώς επιβεβαίωση αυτής της εξουσίας. Στην πράξη, ωστόσο, δεν θα μπορεί να τις αξιοποιήσει ουσιαστικά πριν από την έκδοση παραχωρητηρίου επικύρωσης διαθήκης, καθώς τα πρόσωπα ή οι αρχές που ελέγχουν τα περιουσιακά στοιχεία του θανόντος συνήθως θα αρνηθούν να τα μεταβιβάσουν χωρίς την προσκόμιση του. Αν ο εκτελεστής ασκήσει τις εξουσίες του με ουσιαστικό τρόπο πριν από την έκδοση παραχωρητηρίου επικύρωσης διαθήκης, για παράδειγμα εισπράττοντας χρέη οφειλόμενα στον θανόντα και παρέχοντας αποδείξεις εξόφλησης ή διαθέτοντας τα κινητά προσωπικά αντικείμενα του θανόντος, τότε θα έχει προβεί σε πράξεις διαχείρισης (intermeddled) με την κληρονομία κατά τρόπο που υποδηλώνει αποδοχή του λειτουργήματος του εκτελεστή (βλ. New York Breweries Co v. AG, [1899] AC 62). Οποιαδήποτε προσπάθεια αποποίησης (renunciation) του παραχωρητηρίου στη συνέχεια θα αποτύχει και θα κληθεί να προβάλλει τη διαθήκη (propound the will) αν δεν προσέλθει ο ίδιος να επιτύχει επικύρωση της. Η εξουσία ενός διαχειριστή (administrator), ο ρόλος του οποίου διαφοροποιείται ως προς την προέλευση και την άσκηση των εξουσιών του, απορρέει από τη χορήγηση σε αυτόν παραχωρητηρίου επικύρωσης διαχείρισης. Συνεπώς, δεν μπορεί να ασκήσει καμία από τις εξουσίες του προσωπικού αντιπροσώπου πριν φτάσει στο στάδιο αυτό, και αν στο μεταξύ προβεί σε πράξεις διαχείρισης (intermeddling) της κληρονομίας, δεν μπορεί να εμποδιστεί από το να αποποιηθεί (renounce) από το δικαίωμά του να λάβει το παραχωρητήριο, αν και ενδέχεται να υπέχει ευθύνη ως εκτελεστής καθ' υπέρβαση εξουσίας (executor de son tort). Ο ρόλος και οι εξουσίες εκάστου εκτελεστή και διαχειριστή έχουν ιδιαίτερη σημασία ως προς την έναρξη δικαστικών διαδικασιών. Ένας εκτελεστής μπορεί να κινήσει δικαστικές διαδικασίες πριν από τη χορήγηση του παραχωρητηρίου επικύρωσης διαθήκης, στη βάση οποιασδήποτε αιτίας αγωγής που περιέρχεται σε αυτόν με τον θάνατο του διαθέτη, και μπορεί να συνεχίσει αυτές τις διαδικασίες μέχρι το σημείο που το Δικαστήριο του ζητήσει να αποδείξει τον τίτλο του με την προσκόμιση του παραχωρητηρίου. Αν το παραχωρητήριο επικύρωσης διαθήκης δεν του έχει χορηγηθεί μέχρι εκείνο το στάδιο, το Δικαστήριο, συνήθως, είναι διατεθειμένο να αναστείλει τις διαδικασίες για εύλογο χρόνο, προκειμένου να αναμένει την προσκόμιση του. Αντιθέτως, ένας διαχειριστής δεν μπορεί να κινήσει διαδικασίες πριν από τη χορήγηση του παραχωρητηρίου επικύρωσης διαχείρισης, καθώς τα αγώγιμα δικαιώματα του θανόντος δεν περιέρχονται σε αυτόν μέχρι τότε, ούτε η αρχή της αναδρομικής ισχύος (doctrine of relation back) λειτουργεί για να νομιμοποιήσει διαδικασία που έχει κατατεθεί πρόωρα (βλ. Ingall v. Moran, [1944] 1 All ER 97 και Milburn-Snell v. Evans, [2012] 1 WLR 41). Εάν η χορήγηση του παραχωρητηρίου επικύρωσης διαχείρισης είναι επείγουσα, σε αυτές τις συνθήκες, ενδέχεται να είναι σκόπιμο ο προσωπικός αντιπρόσωπος να αιτηθεί την έκδοση προσωρινού παραχωρητηρίου ad colligenda bona ─ που μεταφράζεται ως «για τη συγκέντρωση/διασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων» ─ και το οποίο λειτουργεί ανεξαρτήτως της κατάθεσης προειδοποίησης/«caveat» εν σχέση με την έκδοση παραχωρητηρίου επικύρωσης διαχείρισης. Ένα προσωρινό παραχωρητήριο ad colligenda bona, εκδίδεται για να διασφαλίσει την περιουσία προσωρινά, εν αναμονή απόφασης σχετικά με το ποιος έχει δικαίωμα να λάβει πλήρες παραχωρητήριο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο, συνήθως, επιδιώκει να διορίσει κάποιον που είναι ανεξάρτητος και αμερόληπτος, και όχι συνδεδεμένο με κάποιο από τα μέρη σε αντιδικία (βλ. Ghafoor v. Cliff, [2001] 1 WLR 3022 και Haastrup a.o. v. Haastrup a.o., [2016] EWHC 3311). Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Probate Disputes and Remedies, 1η έκδοση, στις σελίδες 12 και 13: « If a caveat has been lodged, a grant will not be sealed until it expires or is removed, or upon application following a court order. However, NCPR 1987, r 44 allows a grant to be obtained under SCA 1981, s 117 or for administration ad colligenda bona notwithstanding the caveat. (.) If the delay in obtaining a grant is such that the preservation of the deceased's estate is put at risk, an application may be made ex parte to the probate registrar for an order for a grant of letters of administration ad colligenda bona.». Δίνεται και το παράδειγμα της υπόθεσης IRC v. Stype Investments, [1982] 3 Αll ER 419 όπου η Υπηρεσία Εσωτερικών Εσόδων (IRC) της Αγγλίας ζήτησε τη χορήγηση προσωρινού παραχωρητηρίου ad colligenda bona στον Official Solicitor για την κληρονομία του Sir Charles Clore. Το αίτημα αυτό εγκρίθηκε από τον Senior Registrar και επικυρώθηκε από το Court of Appeal με την αιτιολογία ότι υπήρχε κίνδυνος η Υπηρεσία να χάσει τον φόρο μεταβίβασης κεφαλαίου επί περιουσιακών στοιχείων ύψους 20 εκατομμυρίων λιρών τα οποία είχαν μεταβιβαστεί σε εταιρεία του Τζέρσεϊ λίγο πριν από τον θάνατο. Οι εκτελεστές της διαθήκης του θανόντος, που ήταν και οι διευθυντές της εν λόγω εταιρείας, δεν είχαν, κατά τρόπο που να προκαλεί έκπληξη, προχωρήσει με την διαδικασία για να τους χορηγηθεί παραχωρητήριο επικύρωσης διαθήκης. Ο σκοπός και η λειτουργία ενός προσωρινού παραχωρητηρίου ad colligenda bona επεξηγούνται επίσης στην υπόθεση Re Cohen Deceased, [1975] VR 187, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο της πολιτείας Βικτώρια της Αυστραλίας ανέφερε ότι: «If there should be some existing circumstance whereby a grant of probate or administration cannot be made promptly and the nature of the estate of the deceased person requires protection by a personal representative of the deceased, the court has clear power to and will authorize some person to collect and protect the assets of the estate until a grant of probate of a will or full administration of an estate can be made. The foundation for making the grant is that the usual representation for some reason cannot be promptly obtained after death and the nature of the assets of the deceased require that something be done about their administration for their protection.». Χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής των πιο πάνω αρχών δικαίου, είναι και η υπόθεση Haastrup a.o. v. Haastrup a.o., [2016] EWHC
- Σε αυτήν, στο πλαίσιο αγωγής, οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτημα και πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος κατά των εναγόμενων ώστε να εμποδιστούν από οποιαδήποτε περαιτέρω διαχείριση των εσόδων από την πώληση συγκεκριμένου ακινήτου, καθώς και για την υποχρέωση του πρώτου εναγόμενου να δώσει λογαριασμό για τις ενέργειές του σχετικά με τη διαχείριση των υποθέσεων της κληρονομίας του αποθανόντος καπετάνιου Haastrup. Συνοπτικά, η αγωγή προωθούσε τον ισχυρισμό ότι ο πρώτος εναγόμενος, χωρίς εξουσιοδότηση, προσπάθησε να αποσπάσει τα έσοδα από την πώληση ακινήτου που ανήκε στην δεύτερη εναγόμενη. Η αγωγή αυτή αποτελούσε μόνον μία από αρκετές που έχουν ασκηθεί μεταξύ των ίδιων ή σχετιζόμενων μερών, τόσο στην Αγγλία όσο και στη Νιγηρία, από τον θάνατο του καπετάνιου Haastrup στην Αγγλία. Όλες αφορούσαν πτυχές της μεγάλης κληρονομίας του, η οποία ακόμη και μέχρι την εκδίκαση της πιο πάνω υπόθεσης παρέμενε χωρίς προσωπικό αντιπρόσωπο για τη διαχείρισή της. Η πρώτη ενάγουσα, ισχυριζόταν ότι ήταν η σύζυγος του καπετάνιου Haastrup, γεγονός που, εάν ίσχυε, θα την καθιστούσε κύρια δικαιούχο σε περίπτωση απουσίας διαθήκης (intestacy). Αυτό, ωστόσο, αμφισβητείτο από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος ισχυριζόταν ότι κατά τον χρόνο του θανάτου του καπετάνιου Haastrup είχαν διαζευχθεί. Ο δεύτερος ενάγων, ήταν αναγνωρισμένος γιος του καπετάνιου Haastrup, και υπήρχε έγγραφο φερόμενο ως διαθήκη του, σύμφωνα με την οποία ο δεύτερος ενάγων και τα δύο ανήλικα παιδιά της πρώτης εναγούσας (αλλά όχι η ίδια) θα ήταν οι κύριοι δικαιούχοι. Ωστόσο, η εγκυρότητά της αμφισβητείτο από την πρώτη ενάγουσα, σε δικαστική διαδικασία στη Νιγηρία. Ο πρώτος εναγόμενος, ισχυριζόταν επίσης ότι ήταν γιος του καπετάνιου Haastrup, και συγκεκριμένα το μεγαλύτερο παιδί του. Ωστόσο, η πατρότητα του αμφισβητείτο. Η δεύτερη εναγόμενη, ήταν εταιρεία συσταθείσα από τον καπετάνιο Haastrup ως μέσο διαχείρισης ακινήτων. Ήταν ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος και μέλος της· ενώ, ο πρώτος εναγόμενος, ο γραμματέας της. Στην πορεία της διαδικασίας, μεταξύ άλλων ενδιάμεσων αιτημάτων που καταχωρίστηκαν, οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση για την απόρριψη της αγωγής, και σε ανταπόκριση οι ενάγοντες υπέβαλαν δικό τους αίτημα για τον περιορισμένο διορισμό προσωπικού αντιπροσώπου σύμφωνα με το Section 116 της Senior Courts Act
- Οι εναγόμενοι, υποστήριξαν ότι οι ενάγοντες είχαν κινήσει την αγωγή εκ μέρους της κληρονομίας του αποθανόντος, αλλά καθώς δεν είχαν παραχωρητήριο διαχείρισης εκείνη τη στιγμή, δεν είχαν έννομο συμφέρον προς τούτο και συνεπώς, η αγωγή, σύμφωνα με τον κανόνα δικαίου που ετέθη στις υποθέσεις Ingall v. Moran, [1944] KB 160 και Milburn-Snell v. Evans, [2012] 1 WLR 41 ήταν άκυρη και ως εκ τούτου έπρεπε να απορριφθεί. Οι ενάγοντες, μεταξύ άλλων, υποστήριξαν ότι δεν ασκούσαν την αγωγή ως προσωπικοί αντιπρόσωποι της κληρονομίας, αλλά ως δικαιούχοι αυτής. Αυτό οφειλόταν είτε στο γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε αυτοανακηρυχθεί εκτελεστής καθ' υπέρβαση εξουσίας (executor de son tort) και οι ενάγοντες ζητούσαν από αυτόν λογαριασμό και απογραφή, είτε μέσω παράγωγης αγωγής (derivative claim) προς όφελος της κληρονομίας κατά του πρώτου εναγόμενου ως παραβάτη. Εξ ου και η προσθήκη της δεύτερης εναγόμενης ως διάδικου. Οι ενάγοντες, υποστήριξαν επίσης ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να τους εκδώσει περιορισμένο παραχωρητήριο διαχείρισης ad colligenda bona ή εναλλακτικά ad litem σύμφωνα με το Section 116 της Senior Courts Act 1981, και ότι, με την έκδοση του, τυχόν έλλειψη έννομου συμφέροντος θα μπορούσε να θεραπευτεί εκ των υστέρων. Αν και το Δικαστήριο, απορρίπτοντας κατ' αρχάς τα περί βάσιμου αγώγιμου δικαιώματος και ενεργητικής νομιμοποίησης υπό την ιδιότητα των εναγόντων ως κληρονόμων μέσω παράγωγης αγωγής (derivative claim) προς όφελος της κληρονομίας κατά του πρώτου εναγόμενου ως παραβάτη, τελικά έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν κίνησαν την αγωγή ως προσωπικοί αντιπρόσωποι ή εκ μέρους της κληρονομίας, αλλά εκ μέρους των ιδίων ως δικαιούχοι της κληρονομίας, ζητώντας την απόδοση λογαριασμού από έναν εκτελεστή καθ' υπέρβαση εξουσίας (executor de son tort) και ότι, ως εκ τούτου, η αγωγή δεν μπορούσε να απορριφθεί λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος. Στο πλαίσιο αυτό, στο υποθετικό ως κατέστη ─ λόγω της ανωτέρω κατάληξης του ─ ερώτημα, κατά πόσο ένα πρόσωπο που κινεί νομική διαδικασία ισχυριζόμενο ότι ενεργεί ως διαχειριστής ή κατά άλλον τρόπο εκ μέρους της κληρονομίας ενός αποθανόντος (αλλά όχι ως εκτελεστής της διαθήκης), και δεν επικαλείται την ύπαρξη παραχωρητηρίου διαχείρισης πριν την κατάθεση της αγωγής, μπορεί να δει την αγωγή του να απορρίπτεται εάν στη συνέχεια αποκτήσει ή τουλάχιστον αιτηθεί παραχωρητήριο διαχείρισης, ανέφερε: «The decision of the Court of Appeal in Ingall v Moran [1944] KB 160, that a claim begun by a person on behalf on an estate who at that date did not have a grant was an "incurable nullity" (.), was applied recently by the Court of Appeal in Milburn-Snell v Evans [2012] 1 WLR 41 (.). In the present case the Claimants have never had a grant of administration, and, although they have now applied for a limited grant, I have said that if it were necessary to decide the point I would have refused it. So on this view of the facts the title to the claim would not be perfected, Meerza could have no application, and I should have simply struck out the claim under Ingall v Moran and Millburn-Snell v Evans. The discretion to permit amendment to the claim to plead a subsequent grant would never have arisen.». Οι ανωτέρω αρχές βρίσκουν εφαρμογή και στο κυπριακό δίκαιο. Σύμφωνα με τη νομολογία, το πρόσωπο που έχει καθήκον και δικαίωμα επί της περιουσίας αποθανόντος για σκοπούς συλλογής και διανομής αυτής είναι ο διαχειριστής και όχι οποιοσδήποτε εκ των κληρονόμων. Σχετική είναι η υπόθεση Παναγή, κ.α. ν. Παναγή, υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγή, κ.α.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 145. Στην υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε διαφορά σχετικά με την κυριότητα κτήματος το οποίο, αν και φορολογημένο στο όνομα του Δημήτρη Παναγή, δεν ήταν εγγεγραμμένο σε κανέναν κατά τον χρόνο του θανάτου του
(1956). Παρά ταύτα, το 1964 εγγράφηκε στο όνομα της κόρης του Ελπινίκης, κατόπιν διαδικασίας ενώπιον του Κτηματολογίου. Ο εγγονός του αποβιώσαντος, ενεργώντας ως διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα του Κύπρου (ο οποίος ήταν με τη σειρά του κληρονόμος του Δημήτρη), άσκησε αγωγή επιδιώκοντας αφενός την ακύρωση της εγγραφής στο όνομα της Ελπινίκης λόγω δόλου και απάτης, και αφετέρου τη μεταβίβαση του κτήματος στο όνομα του (υπό την πιο πάνω ιδιότητα του). Το πρωτόδικο Δικαστήριο ─ παρά την απόρριψη των ισχυρισμών περί απάτης ─ ακύρωσε την εγγραφή και διέταξε την «επαναφορά» του κτήματος στην κληρονομιά του Δημήτρη. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά να εγείρει τέτοια αξίωση, διότι κανένας κληρονόμος δεν αποκτά εκ του νόμου ατομικό ή απευθείας δικαίωμα επί περιουσίας αποθανόντος πριν από τη νόμιμη διαχείρισή της. Μόνον ο διαχειριστής της κληρονομιάς ─ είτε διορίζεται από το Δικαστήριο, είτε ενεργεί εκ του νόμου σύμφωνα με το Άρθρο 26
(1)του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189 (εφεξής «το Κεφ. 189») (πριν την τροποποίηση του 1994) ─ έχει το δικαίωμα συλλογής, διαχείρισης και τυχόν διεκδίκησης της περιουσίας του αποβιώσαντος. Ελλείψει διαχείρισης της περιουσίας του Δημήτρη κατά τον ουσιώδη χρόνο (1956 - 1970), ο ενάγων δεν μπορούσε να ζητήσει, ούτε την ακύρωση της εγγραφής, ούτε την εγγραφή του κτήματος στο όνομά του, αφού προηγουμένως δεν είχε αποδοθεί νομοτύπως η περιουσία στον πατέρα του Κύπρο. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, ο κληρονόμος, δεν μπορεί να κινεί αγωγή απευθείας για περιουσία του αποβιώσαντος, ούτε να ζητεί μεταβίβαση υπέρ του, χωρίς να έχει προηγηθεί η νόμιμη διαχείριση και απόδοση της περιουσίας στον δικαιούμενο κληρονόμο. Αναφέρεται στην απόφαση του το εξής: «Η ουσία όμως του όλου εγχειρήματος ήταν ότι ο εφεσέιων δεν μπορούσε να έχει αξίωση για την εγγραφή του επιδίκου κτήματος στη δική του περιουσία ως διαχειριστής του πατέρα του, εφόσον όντως πριν τη διαχείριση της περιουσίας του παππού του Δημήτρη που έγινε επ' ονόματι της Ευαγγελίας το 1970, δεν είχε προηγηθεί άλλη διαχείριση, ως έπρεπε, μεταξύ του 1956, όταν απεβίωσε ο Δημήτρης, και του 1964 όταν ενεγράφη το κτήμα στο όνομα της Ελπινίκης. Η διαχείριση της περιουσίας του Δημήτρη, είτε στη βάση αιτήσεως προς τούτο από κληρονόμους, είτε από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ορθή απόδοση του κτήματος στον ή στους δικαιούχους. Ο εφεσείων δεν είχε δικαίωμα να ζητά να περιέλθει αυτό στη δική του περιουσία, χωρίς να μεσολαβούσε νομότυπα η προηγούμενη εγγραφή στον πατέρα του Κύπρο, είτε δυνάμει διαχείρισης, είτε δυνάμει προικοσυμφώνου, είτε δυνάμει χρησικτησίας για την οποία και δεν έγινε πρωτόδικα οποιοδήποτε εύρημα. Αντ' αυτού του τελευταίου, το Δικαστήριο εξέτασε το πιθανό δικαίωμα χρησικτησίας της Ελπινίκης για να καταλήξει ότι η αξίωση της προς εγγραφή αντλείτο από το κληρονομικό δικαίωμα στο οποίο και βασίστηκε το Κτηματολόγιο. Το ζητούμενο όμως ήταν η αξίωση του ιδίου του εφεσείοντος και βεβαίως ο επακριβής τρόπος δικογραφικής διατύπωσης της, που έπρεπε να καθορίσει και τον τρόπο χειρισμού της από το πρωτόδικο Δικαστήριο. (.). Ορθά ο κ. Κορακίδης στην πρωτόδικη αγόρευσή του, αλλά και ενώπιον του Εφετείου, έθεσε το ζήτημα της απόρριψης της αγωγής από πρωταρχικό στάδιο, με δεδομένο ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι ο Δημήτρης ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του κτήματος, ως ήταν η δικογραφημένη θέση του εφεσείοντος, αλλά απλώς ήταν φορολογημένο στο όνομα του και εν πάση περιπτώσει εκείνος που θα είχε καθηκόντως οποιοδήποτε δικαίωμα επί της περιουσίας του προς συλλογή και διανομή της θα ήταν ο διαχειριστής και όχι οποιοσδήποτε κληρονόμος. Δεν ζητείτο, με άλλα λόγια, οποιαδήποτε θεραπεία στα πλαίσια της γενομένης εκ των υστέρων διαχείρισης από την Ευαγγελία, ούτε και ζητείτο ακύρωση της εγγραφής επ' ονόματι της Ελπινίκης με στόχο το κτήμα να τύχει διανομής στα πλαίσια της διαχείρισης του Δημήτρη, η οποία και θα έπρεπε εν προκειμένω να επανανοιχθεί με νομότυπο τρόπο.». Σχετική είναι και η υπόθεση Emin v. Turkish Bank of Nicosia Ltd, a.o.,
(1963)2 C.L.R. 74. Στην υπόθεση αυτή, ο ενάγων, ήταν πιστωτής του αποβιώσαντος, ο οποίος θα εκτελούσε πληρωμές δυνάμει δικαστικής απόφασης σε δόσεις. Ο αποβιώσας πέθανε πριν την πρώτη πληρωμή που είχε καθοριστεί, και υπήρχε υπόλοιπο £900 σε συνδρομητικό λογαριασμό ταμείου πρόνοιας στο όνομά του στην Turkish Bank of Nicosia Ltd. Αμέσως μετά τον θάνατο, ο ενάγων υπέβαλε αίτηση για κατάσχεση του εν λόγω κεφαλαίου, αλλά αυτή απορρίφθηκε, δεδομένου ότι κατά την ακρόαση της δεν υπήρχε πληρωτέο ποσό εκείνη την στιγμή σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου για πληρωμή με δόσεις. Η χήρα και τα ανήλικα παιδιά του αποβιώσαντος υπέβαλαν ακολούθως αίτηση για καταβολή του ανωτέρω κεφαλαίου σε αυτούς ως κληρονόμους, και η τράπεζα κατέβαλε τα χρήματα στη χήρα, η οποία ρύθμισε μέρος του χρέους του αποβιώσαντος προς την τράπεζα. Ο ενάγων υπέβαλε νέα αίτηση για κατάσχεση, αυτή τη φορά σε βάρος της τράπεζας και των κληρονόμων, αλλά και αυτή απορρίφθηκε καθώς τα χρήματα είχαν ήδη καταβληθεί στους νόμιμους κληρονόμους. Ο ενάγων στη συνέχεια άσκησε αγωγή απαιτώντας να κατατεθούν τα χρήματα στον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου, επικαλούμενος το Άρθρο 26
(1)του Κεφ. 189, ισχυριζόμενος ότι η περιουσία του αποβιώσαντος περιήλθε στο Δικαστήριο λόγω θανάτου χωρίς διαθήκη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και η απόφασή του προσβλήθηκε ως προς την ορθότητά της με έφεση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγων δεν διέθετε ενεργητική νομιμοποίηση για την άσκηση της αγωγής. Με την αγωγή αυτή επιχειρούσε ουσιαστικά να εκπληρώσει καθήκοντα διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος, πλην όμως το Άρθρο 34
(7)του Κεφ. 189 τον απέκλειε ρητώς από τέτοιο ρόλο. Συναφείς συνεπώς, είναι και οι πρόνοιες του Άρθρου 34
(7)του Κεφ. 189, σύμφωνα με τις οποίες: «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 29, για τους σκοπούς λήψης δικαστικού μέτρου δυνάμει του άρθρου αυτού, κανένα πρόσωπο δεν δύναται να αντιπροσωπεύει την κληρονομιά αποθανόντος προσώπου, εκτός από τον προσωπικό αντιπρόσωπο.» Επισημαίνεται επίσης ότι, βάσει του Άρθρου 34
(1)του Κεφ. 189: «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, σε περίπτωση που αποθνήσκει οποιοδήποτε πρόσωπο μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού, όλες οι βάσεις αγωγής οι οποίες υπάρχουν κατά ή έχουν περιέλθει στον αποθανόντα επιβιώνουν κατά ή, αναλόγως της περίπτωσης, επ' ωφελεία της κληρονομιάς του.» Σημειώνεται ότι το πιο πάνω Άρθρο 29 του Κεφ. 189, ρυθμίζει ένα ειδικό, απλοποιημένο καθεστώς διαχείρισης μικρών κληρονομιών, μέσω έκδοσης πιστοποιητικού κληρονόμων (βλ. Χριστοδούλου, κ.α. ν. Λοΐζου, κ.α.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ.887). Υπό τις περιστάσεις, δεν αφορά την εξεταζόμενη περίπτωση. Ο λόγος της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Emin v. Turkish Bank of Nicosia, a.o.,
(1963)2 C.L.R. 74, υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Φιλίππου ν. Στυλιανού,
(1992)1 Α.Α.Δ. 448 και ακολούθως και στην Προδρόμου, ως Διαχειρίστρια της περιουσίας της Αποθανούσης Λευτέρη, κ.α. ν. Βασιλείου, κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2018, 10/01/2025, στην οποία το Εφετείο αναφέρθηκε και στην πιο πάνω υπόθεση Παναγή, κ.α. ν. Παναγή, υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγή, κ.α.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 145. Στην υπόθεση Φιλίππου ν. Στυλιανού,
(1992)1 Α.Α.Δ. 448, οι εφεσείοντες, θυγατέρα και εγγονός της αποβιώσασας Καλλούς Παναγή, διεκδίκησαν τμήμα γης το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, αποτελούσε μέρος του αρχικού Τεμαχίου 293 που ανήκε στην κληρονομούμενη και περιήλθε εκ παραδρομής στο όμορο Τεμάχιο 292. Στήριξαν δε την απαίτηση, είτε σε εχθρική κατοχή της κληρονομούμενης, είτε σε κληρονομικό δικαίωμα, είτε σε ισχυριζόμενο κτηματολογικό λάθος. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν η Καλλού Παναγή απέκτησε δικαιώματα λόγω εχθρικής κατοχής πριν τον θάνατό της, τα δικαιώματα αυτά ενσωματώθηκαν στην κληρονομική περιουσία και δύνανται να διεκδικηθούν μόνο από τον προσωπικό αντιπρόσωπο της αποβιώσασας, σύμφωνα με το Άρθρο 34
(7)του Κεφ. 189 και τη νομολογία Emin v. Turkish Bank of Nicosia, a.o.,
(1963)2 C.L.R.
- Οι εφεσείοντες, ενεργώντας ως απλοί κληρονόμοι και όχι ως διαχειριστές της περιουσίας, στερούνταν ενεργητικής νομιμοποίησης να προβάλουν δικαιώματα που ανήκαν στην κληρονομούμενη και συνεπώς, η διεκδίκησή τους ήταν νομικά αβάσιμη. Επισημαίνεται κατωτέρω το κρίσιμο απόσπασμα της απόφασης: «Οποιαδήποτε δικαιώματα απόκτησε η Καλλού Παναγή ανήκουν στην περιουσία της και μπορεί να διεκδικηθούν μόνο από τον προσωπικό αντιπρόσωπό της. (.). Μετά τη θέσπιση του περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου του 1954 - Κεφ. 189, καταργήθηκε και το δικαίωμα των κληρονόμων για τη διεκδίκηση περιουσίας του αποβιώσαντος κληρονομικώ δικαιώματι που είχε αναγνωριστεί στην A G. Patiki & Co. and Others v. Demetra Georghiou Patiki ΧΧ(Π) 77, και στη Demetrα G. Patiki v. A. G. Patiki & Co. and Others, XX(I) C.L.R.
- Η κατάληξη αυτή καταρρίπτει κάθε διεκδίκηση των εφεσειόντων για την εγγραφή του διαφιλονικούμενου κτήματος επ' ονόματί τους λόγω εχθρικής κατοχής.». Στην υπόθεση Προδρόμου, ως Διαχειρίστρια της περιουσίας της Αποθανούσης Λευτέρη, κ.α. ν. Βασιλείου, κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2018, 10/01/2025, η διαφορά αφορούσε την ιδιοκτησία ενός αγροτεμαχίου στην Τόχνη. Οι εφεσείουσες 1 και 2 ισχυρίζονταν ότι κληρονόμησαν το κτήμα από τον πατέρα της εφεσείουσας 1 και το κατείχαν νόμιμα, ενώ οι εφεσίβλητοι υποστήριζαν ότι είναι οι πραγματικοί κληρονόμοι του καταχωρημένου ιδιοκτήτη Γεωργάκη Βασίλη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εγγραφή στο όνομα των εφεσειουσών βασίστηκε σε λανθασμένο και ανακληθέν πιστοποιητικό, κατόπιν ψευδών παραστάσεων, και ότι οι εφεσίβλητοι είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι. Ακυρώθηκε έτσι η εγγραφή των εφεσειουσών και διατάχθηκε η εγγραφή του κτήματος στο όνομα του εφεσίβλητου 1 ως διαχειριστή της περιουσίας. Οι εφεσειούσες προέβαλαν ότι οι εφεσίβλητοι δεν μπορούσαν να στηριχθούν αποκλειστικά στο κληρονομικό τους δικαίωμα για να επιτύχουν την εγγραφή, καθώς το κτήμα ήταν ήδη εγγεγραμμένο και η αξίωση βασιζόταν μόνο σε ισχυριζόμενο κληρονομικό δικαίωμα. Υποστήριξαν επίσης ότι δεν είχαν κληθεί όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, όπως τα παιδιά του αποβιώσαντα, πράγμα που θα ήταν απαραίτητο για τη νομιμότητα της διαδικασίας. Το Εφετείο απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς. Καταρχάς, έκρινε ότι ο εφεσίβλητος 1, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, είχε νόμιμο δικαίωμα να αξιώσει την εγγραφή και μεταβίβαση του κτήματος για την ορθή διανομή της περιουσίας στους μοναδικούς κληρονόμους, οι οποίοι ήταν οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι. Σημειώθηκε ότι δεν υπήρχε άλλος διάδικος που θα μπορούσε να επηρεαστεί ή να θεωρηθεί αναγκαίος. Η προηγούμενη εγγραφή στα αποβιώσαντα παιδιά δεν ήταν αναγκαία, καθώς η Μαρία είχε ήδη αποβιώσει άτεκνη, αφήνοντας τον Κώστα ως μοναδικό κληρονόμο του πατέρα τους. Το Εφετείο επεσήμανε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία (Παναγή, κ.α. ν. Παναγή, υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγή, κ.α.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 145, Φιλίππου ν. Στυλιανού,
(1992)1 Α.Α.Δ. 448 και Emin v. Turkish Bank of Nicosia, a.o.,
(1963)2 C.L.R. 74), μόνο ο διαχειριστής μπορεί να αξιώσει την εγγραφή και μεταβίβαση για τη διανομή της περιουσίας στους κληρονόμους, και ότι δεν απαιτείται προηγούμενη εγγραφή ή συμμετοχή άλλων προσώπων όταν οι κληρονόμοι είναι γνωστοί και μοναδικοί. Περαιτέρω, και σε συνέχεια των ανωτέρω, η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινού παραχωρητηρίου ad colligenda bona, όπως προαναφέρθηκε, στην κυπριακή έννομη τάξη, παρέχεται από το Άρθρο 19 του Κεφ. 189 σύμφωνα με το οποίο: «Παραχωρητήρια δυνατό να περιέχουν χρονικούς περιορισμούς σχετικά με περιουσία, ή να αφορούν ειδικό σκοπό, και, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών, το Δικαστήριο ή οι Πρωτοκολλητές, κατά την έκδοση των εν λόγω παραχωρητηρίων, ακολουθούν την πρακτική επικύρωσης διαθηκών που επικρατεί εκάστοτε στην Αγγλία». Σχετικές ως προς τον χαρακτήρα που μπορούν να λάβουν οι αρχές δικαίου και η πρακτική που ισχύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Terzian, κ.α. ν. Terzian, κ.α.,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1252 και Μηνά, υπό την ιδιότητά της ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Μηνά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 376/2011, 17/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A406. Έχοντας, ως εκ τούτου, εξετάσει το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και τις αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων κατά το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960, κρίνεται αναγκαίο το Δικαστήριο να στραφεί τώρα στα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν του, τόσο προς υποστήριξη της Αίτησης, όσο και προς στήριξη της ένστασης, και τα οποία συνοψίστηκαν ήδη ανωτέρω, θα εξεταστούν κατά τον τρόπο που, σύμφωνα με τη νομολογία, επιτρέπεται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της ακρόασης ενδιάμεσης αίτησης, υπό το φως των προαναφερθεισών νομικών αρχών. Σκοπός είναι η υπαγωγή του συγκεκριμένου πραγματικού υποβάθρου, χωρίς εις βάθος αξιολογική κρίση, στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να καταλήξει στο ορθό συμπέρασμα επί των ζητημάτων που τίθενται προς κρίση. Ο Κώστας Ευτυχίου, Αιτητής 1, στην ένορκη δήλωσή του, στις παραγράφους 25 και 26, αναφέρει: «
- Εγώ ως εκ των νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντα πατέρα μας και οι υπόλοιποι Αιτητές, έχουμε αγώγιμο δικαίωμα να προσβάλουμε την νομιμότητα και εγκυρότητα των πιο πάνω πράξεων της Καθ' ης η Αίτηση και να αξιώσουμε την ακύρωση τους, με περαιτέρω αιτητικό όπως οι μεταβιβάσεις που έχουν λάβει χώρα να περιέλθουν στη περιουσία (estate) του αποβιώσαντα πατέρα μας κ. Γεώργιου Ευτυχίου και ως μας συμβουλεύον και οι δικηγόροι μας, να τύχει διανομής και διαχείρισης μετά το θάνατο αυτού με βάση τις διατάξεις του Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου Κεφ.
- Με την αγωγή που θα καταχωρηθεί αμέσως με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, θα επιδιώκεται μεταξύ άλλων, η ακύρωση των όσων μεταβιβάσεων έχουν λάβει χώρα, είτε που αφορούν κινητή ή ακίνητη περιουσία του τέως πατέρα μας.». Στη συνέχεια, στις παραγράφους 32, 33 και 34, δηλώνει: «
- Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι κατά τον χρόνο μεταβίβασης των επίδικων περιουσίων, η νοητική και σωματική κατάσταση του τέως πατέρα μας, όπως εν πάση περιπτώσει αναφέρει και ο Δρ. Μάριος Ματσάκης ήταν τέτοια που τον καθιστούσε ανίκανο να κατανοήσει την φύση των πράξεων/μεταβίβασης και τις συνέπειες τους για τον ίδιο, εφόσον επρόκειτο για πλήρη αποξένωση της περιουσίας του.
- Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι κατά τον χρόνο μεταβίβασης των επίδικων περιουσίων, η νοητική και σωματική κατάσταση του τέως πατέρα μας, όπως εν πάση περιπτώσει αναφέρει και ο Δρ. Μάριος Ματσάκης, δεν ήταν ελεύθερη συναίνεση αλλά προϊόν πραγματικής εκμετάλλευσης
- Ως μας συμβουλεύον οι δικηγόροι μας, οι πράξεις μεταβίβασης έγιναν χωρίς ο τέως πατέρας μας να έχει σώας τας φρένα του και ενόψει τούτου δεν ήταν ικανός προς το συμβάλλεσθε και ως εκ τούτου είναι άκυρες.». Ο δε συνήγορος των Αιτητών, στη γραπτή αγόρευσή του, στη σελίδα 19, στο μέρος όπου πραγματεύεται την πρώτη προϋπόθεση που πρέπει να ικανοποιείται με βάση το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960, δηλαδή την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, προωθεί την θέση των Αιτητών ότι: «Στην υπό συζήτηση παρούσα υπόθεση είναι ξεκάθαρη η θέση των Εναγόντων/Αιτητών ότι η βάση της αγωγής τους είναι ο δόλος και/ή οι ψευδείς παραστάσεις με τις οποίες ενήργησε η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση, χρησιμοποιώντας παράτυπα καταρτισμένο πληρεξούσιο έγγραφο, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες/Αιτητές να στερηθούν και να στερούνται περιουσία η οποία πραγματικά και δικαίως τους ανήκει ως νόμιμοι κληρονόμοι του αποθανόντος πατέρα ή παππού τους». Η Καθ' ης η Αίτηση, στην ένορκη δήλωσή της, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1, την Απαίτηση με αρ. 960/2025, η οποία τελικά καταχωρήθηκε εναντίον της από τους Αιτητές στις 25/06/
- Με την εν λόγω Απαίτηση, οι Αιτητές, ως νόμιμοι κληρονόμοι του θανόντος, ζητούν, μεταξύ άλλων, δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι μεταβιβάσεις που έγιναν από την Καθ' ης η Αίτηση στο όνομά της, μέσω του επίδικου πληρεξούσιου εγγράφου, αναφορικά με το πιο πάνω ακίνητο στο Παραλίμνι και το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της G.D.O. Toyland Ltd, είναι άκυρες, καθώς και διάταγμα για την επανεγγραφή των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων στο όνομα του αποθανόντος. Το Δικαστήριο, έχοντας εξετάσει στο σύνολό της την προσκομισθείσα κατά την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης μαρτυρία, ─ επαναλαμβάνεται, κατά τον τρόπο που σύμφωνα με τη νομολογία επιτρέπει η ενδιάμεση διαδικασία ─, υπό το φως των ανωτέρω παρατηρήσεων και των σχετικών αρχών δικαίου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το σχετικό βάρος που τους αναλογούσε, ώστε να πείσουν το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματός τους. Αυτό ισχύει, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή, το πρόσωπο που έχει το καθήκον και το δικαίωμα να ενεργεί επί της περιουσίας του αποβιώσαντος για σκοπούς συλλογής και διανομής αυτής ― όπως φαίνεται να επιδιώκουν οι Αιτητές σε σχέση με την περιουσία που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης του αποθανόντος πατέρα τους ― είναι ο διαχειριστής (περιλαμβανομένου διαχειριστή βάσει προσωρινού παραχωρητηρίου ad colligenda bona για τον περιορισμένο όμως σκοπό που θα του καθοριστεί), ο οποίος δύναται να διοριστεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.
- Από τα γεγονότα, ωστόσο, δεν προκύπτει ότι οι Αιτητές έχουν την ιδιότητα αυτή, αλλά αντιθέτως αποκαλύπτεται ότι ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως φερόμενοι κληρονόμοι του. Στο σημείο αυτό και καταληκτικά, πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι, από τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι ο Γεώργιος Ευτυχίου απεβίωσε αφήνοντας διαθήκη σχετικά με τη διάθεση της περιουσίας του μετά τον θάνατό του, ούτε ότι οι Αιτητές κατονομάστηκαν σε τέτοια διαθήκη ως εκτελεστές. Τουναντίον, φαίνεται να προκύπτει το αντίθετο. V. Κατάληξη Κατ' ακολουθία, η ως άνω Αίτηση απορρίπτεται και το ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21/10/2024 ακυρώνεται. Τα έξοδα, ποσού €4.000 πλέον Φ.Π.Α., όπως αυτά κατά την ακρόαση της Αίτησης συνοπτικά υπολογίστηκαν, συμφωνήθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως εύλογα και δίκαια υπό τις περιστάσεις, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, αλληλεγγύως ή κεχωρισμένως. Υπογραφή: ____________________ Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο