THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 983/2024, 5/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κάρνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 983/2024 Μεταξύ: THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Ενάγουσας -και-
- ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ από τη Λεμεσό
- ΕΡΑΤΩΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ από τη Λεμεσό Εναγομένων Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτούσα: κα Τ. Κουκούνης, για ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Χρ. Χριστοφόρου για ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ( σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία εδράζεται κατ' ουσίαν στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων για παράδοση σε αυτήν κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου που περιγράφεται στην αίτηση (εφεξής: «το ακίνητο») καθώς και για άρση της παράνομης επέμβασης στο εν λόγω ακίνητο (βλ. αιτητικά Α - Στ). Επιπλέον, η ενάγουσα εξαιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ της, για ποσό Ευρώ 2.550 μηνιαίως, ως ενδιάμεσα οφέλη και/ ή αποζημιώσεις λόγω της παράνομης επέμβασης των εναγομένων επί του ακινήτου για την περίοδο από 8/6/24 μέχρι την ανάκτηση της κατοχής αυτού από την ίδια, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που το κάθε ποσό κατέστη ή πρόκειται να καταστεί πληρωτέο. Πέραν των ανωτέρω, η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης για αποζημιώσεις εν σχέσει με ζημιές τις οποίες υφίσταται συνεπεία της παράνομης επέμβασης των εναγομένων επί του ακινήτου, πλέον τα έξοδα της διαδικασίας. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ΝΤ, ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Διαχείρισης Ακινήτων της ενάγουσας και ενεργεί ως υπεύθυνος δικαστηριακός λειτουργός της για υποθέσεις ανάκτησης κατοχής ακινήτων (εφεξής: «η ΕΔ ΝΤ»). Δια της εν λόγω ΕΔ ο ομνών υιοθετεί τα όσα δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης καθώς και στην Απάντηση της ενάγουσας στην Υπεράσπιση των εναγομένων, τα οποία δικόγραφα καταχωρίστηκαν πριν την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης και συγκεκριμένα σημειώνει τα εξής: Η ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, κατέχουσα άδεια εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων δυνάμει του περί Αγοραπωλησίας Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου Ν.169(Ι)/
- Είναι επίσης από την 29/6/23 η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, ως προκύπτει από τον τίτλο ιδιοκτησίας αυτού, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται στην ΕΔ ΝΤ ως Τεκμήριο ΝΤ
- Ως προκύπτει από αντίγραφο παλαιότερου τίτλου ιδιοκτησίας, ο οποίος επισυνάπτεται στην ΕΔ ΝΤ ως Τεκμήριο ΝΤ2, οι εναγόμενοι ήταν οι προηγούμενοι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου, κατά ½ μερίδιο έκαστος. Περί τον Ιούνιο 2021, κατ' εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 18 του Νόμου Ν.169(Ι)/2015 και δυνάμει προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η Bank of Cyprus Public Company Limited (εφεξής: «η Τράπεζα Κύπρου») μεταβίβασε στην ενάγουσα, μεταξύ άλλων, τις πιστωτικές διευκολύνσεις που είχε παραχωρήσει στους εναγόμενους, καθώς και τις εξασφαλίσεις που της είχαν δοθεί σε σχέση με αυτούς. Ως εκ τούτου η ενάγουσα αυτόματα υποκατέστησε την Τράπεζα Κύπρου αναφορικά με το εν λόγω δάνειο και εξασφαλίσεις. Σχετικώς με την πιο πάνω διαδικασία μεταβίβασης, οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν με επιστολές ημερομηνίας 14/6/21, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται στην ΕΔ ΝΤ, ως Τεκμήριο ΝΤ
- Ακολούθως, με επιστολή της ημερομηνίας 17/8/23 (Τεκμήριο ΝΤ4) η ενάγουσα ενημέρωσε τους εναγόμενους ότι από την 29/6/23 κατέστη νόμιμη ιδιοκτήτρια του ακινήτου και κάλεσε αυτούς όπως εντός δέκα ημερών, της αποστείλουν οποιαδήποτε έγγραφα ή στοιχεία που να δικαιολογούν την παρουσία τους στο ακίνητο. Εν συνεχεία η ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 17/5/24, η οποία επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 20/5/24, τερμάτισε, με άμεση ισχύ, την οποιαδήποτε χρήση του ακινήτου από τους εναγόμενους και τους κάλεσε όπως της παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου μέχρι την 7/6/
- Αντίγραφο της σχετικής επιστολής και ένορκης δήλωσης επίδοσης, επισυνάπτονται στην ΕΔ ΝΤ ως Τεκμήριο ΝΤ
- Παρά τη λήψη των πιο πάνω επιστολών οι εναγόμενοι αρνούνται και παραλείπουν μέχρι σήμερα να παραδώσουν στην ενάγουσα την κατοχή του ακινήτου και συνεχίζουν να επεμβαίνουν σε αυτό παράνομα. Ως σημειώνεται περαιτέρω στην ΕΔ ΝΤ, πριν την καταχώριση της ως άνω Απαίτησης, η ενάγουσα απέστειλε στους εναγόμενους επιστολή απαίτησης σύμφωνα με τον Τύπο III του Παραρτήματος I, Ενότητα ΙΙ του Μέρους 3 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, ημερομηνίας 18/7/24, η οποία τους επιδόθηκε στις 7/8/24 (Τεκμήριο ΝΤ6), πλην όμως οι εναγόμενοι παρέλειψαν να ανταποκριθούν. Σε ότι αφορά την αγοραία αξία του ακινήτου, αυτή είναι, σύμφωνα με τον ομνύοντα, ύψους Ευρώ 440.000 και σε ότι αφορά την ενοικιαστική του αξία, αυτή ανέρχεται σε Ευρώ 2.550 μηνιαίως. Αντίγραφο σχετικής Έκθεσης Εκτίμησης, ημερομηνίας 15/7/24, επισυνάπτεται στην ΕΔ ΝΤ ως Τεκμήριο ΝΤ
- Στη βάση των ανωτέρω γεγονότων, ο ομνύων εκφράζει την πεποίθηση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία προοπτική επιτυχίας υπεράσπισης, ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο να πρέπει η παρούσα υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη. Επιπλέον ο ομνύων απορρίπτει τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων, ημερομηνίας 28/11/24, ως ανυπόστατους και υιοθετεί το περιεχόμενο της Απάντησης στην Υπεράσπιση που καταχώρισε η ενάγουσα. Για καλύτερη κατανόηση των όσων σχετικώς αναφέρει ο ομνύων, παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό σύνοψη της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι η όποια εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι της ενάγουσας ήταν δόλια και/ ή παράνομη και ότι η ενάγουσα ουδέποτε κατέβαλε την αξία του ακινήτου στους εναγόμενους και/ ή βασίζεται σε αντισυνταγματικές πρόνοιες της νομοθεσίας και/ ή δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες στο Νόμο διαδικασίες και/ ή η ενάγουσα δεν έχει αποκτήσει καλό και νόμιμο τίτλο και καμία συμβατική σχέση υπήρξε μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενων για απόκτηση του ακινήτου από την ενάγουσα. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η κατοχή και χρήση του ακινήτου από τους ίδιους είναι νόμιμη, καθότι ουδέποτε η ενάγουσα απέκτησε καλό τίτλο. Σε ότι αφορά την αγοραία αξία του ακινήτου, οι εναγόμενοι δικογραφούν ότι αυτή ανέρχεται σε Ευρώ 640.000 και όχι Ευρώ 440.000, ως λανθασμένα επικαλείται η ενάγουσα. Δια της Ανταπαίτησής τους ζητούν ακύρωση της εγγραφής του ακινήτου επ' ονόματι της ενάγουσας και επανεγγραφή του στο όνομα τους ή διαζευκτικά την καταβολή σε αυτούς ποσού Ευρώ 640.000, το οποίο αντιπροσωπεύει, κατά τη θέση τους, την αξία του ακινήτου. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, την οποία ο ομνύων υιοθετεί, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η Τράπεζα Κύπρου ήταν ενυπόθηκος δανειστής των εναγομένων, οι οποίοι υποθήκευσαν προς όφελός της το ακίνητο, δυνάμει της υποθήκης Υ8081/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Λόγω του ότι οι εναγόμενοι δεν προέβηκαν στην αποπληρωμή του δανείου τους, ως οι συμβατικές τους υποχρεώσεις, η Τράπεζα Κύπρου ενεργοποίησε όλες τις νόμιμες διαδικασίες για πλειστηριασμό του ακινήτου, ενημερώνοντας σχετικά τους εναγόμενους, ως προβλέπεται στο σχετικό Νόμο. Σχετικώς με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, ο ομνύων επισυνάπτει στην ΕΔ ΝΤ ως Τεκμήριο ΝΤ8, αντίγραφα επιστολών και ειδοποιήσεων που αποστάλθηκαν στους εναγόμενους καθώς και στον Επίσημο Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας τους, με τις οποίες αυτοί ενημερώθηκαν αναφορικά με τον επικείμενο πλειστηριασμό σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/
- Επιπλέον, επισυνάπτονται στην ΕΔ ΝΤ ως Τεκμήριο ΝΤ9, αποτελέσματα αναζήτησης από το Μητρώο Πτωχεύσεων του Τμήματος Αφερεγγυότητας, από το οποίο φαίνεται ότι οι εναγόμενοι είχαν πτωχεύσει και έπειτα αποκαταστάθηκαν αυτοδικαίως. Ακολούθως, επειδή το ακίνητο δεν πωλήθηκε κατά τον πλειστηριασμό ημερομηνίας 21/11/22, η ενάγουσα, στη βάση των άρθρων 44ΙΑ και 44ΙΒ του Νόμου Ν.9/65, κατέστη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια αυτού και ενημέρωσε τους εναγόμενους με επιστολή της ημερομηνίας 17/8/
- Σημειώνεται επίσης ότι προτού το ακίνητο εγγραφή επ' ονόματί της, η ενάγουσα κατέβαλε όλους τους πληρωτέους φόρους, τέλη και άλλα έξοδα. Σε ότι αφορά τη διαδικασία αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου στη βάση των άρθρων 44ΙΑ και 44ΙΒ του Νόμου Ν.9/65, επισυνάπτονται στην ΕΔ ΝΤ, ως Τεκμήριο ΝΤ10, αντίγραφα σχετικών επιστολών που αποστάλθηκαν προς τους εναγόμενους, καθώς επίσης και διάφορες αποδείξεις πληρωμών, φόρων και τελών που έγιναν από την ενάγουσα, προκειμένου να καταστεί εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Σημειώνεται επίσης ότι οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν και από το Τμήματα Φορολογίας αναφορικά με την πληρωμή της σχετικής φορολογίας εκ μέρους της ενάγουσας, αλλά ουδέν έπραξαν για να εμποδίσουν την εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι της. Συνεπώς, σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι εναγόμενοι έχουν νομίμως απωλέσει την ιδιοκτησία του ακινήτου και συνεχίζουν να το κατέχουν, ως παράνομοι επεμβασίες, από τη στιγμή που η ενάγουσα, ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια αυτού, τους ζήτησε να της παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή του ακινήτου. Αποτελεί επιπλέον θέση του ομνύοντος ότι προτού το ακίνητο εγγραφεί στο όνομα της ενάγουσας, έγινε ορθή και νόμιμη εκτίμηση της αξίας του που είναι Ευρώ 440.000 και όχι Ευρώ 640.000 ως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και η ενάγουσα κατέβαλε την αξία του, ως προβλέπεται στο Αρ.44ΙΑ του Νόμου Ν.9/
- Η Ένσταση: Οι εναγόμενοι, μέσω του συνηγόρου τους, καταχώρισαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, στη βάση έντεκα λόγων, κάποιοι εκ των οποίων εγκαταλείφθηκαν, εφόσον δεν προωθήθηκαν, κατά την ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί θέση των εναγομένων ότι τα όσα εγείρουν δια της Έκθεσης Υπεράσπισής τους θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση της Απαίτησης, ειδικότερα εφόσον αμφισβητούν τη νομιμότητα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της ενάγουσας και/ή των συνθηκών εγγραφής του ακινήτου στο όνομά της. Επιπλέον, οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι το περιεχόμενο της ΕΔ ΝΤ, δεν συνάδει με την Έκθεση Απαίτησης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, ο οποίος αναφέρεται κατ' αρχάς στην καταχώριση των δικογράφων στα πλαίσια της ως άνω Απαίτησης κι έπειτα εξαιτείται την απόρριψη της αίτησης, επαναλαμβάνοντας όλους τους λόγους ένστασης. Επί της ουσίας της Απαίτησης, ο ομνύων περιορίζεται στην αναφορά ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν τη νομιμότητα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου και τις συνθήκες εγγραφής του επ' ονόματι της ενάγουσας και ισχυρίζονται ότι η εν λόγω εγγραφή θα πρέπει να ακυρωθεί από το Δικαστήριο ως παράνομη και αυθαίρετη και ακολούθως το ακίνητο να επανεγγραφεί στο όνομα των εναγομένων. Μετά την καταχώριση της ένστασης, έλαβε χώρα, εκ συμφώνου, η αντεξέταση του ΝΤ από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων, ο οποίος υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η ενάγουσα δεν απέκτησε νομίμως τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις των εναγομένων προς την Τράπεζα Κύπρου, στη βάση του άρθρου 18 του Νόμου Ν.168(Ι)/2015, ότι δεν έγιναν δυο εκτιμήσεις της αξίας του ακινήτου πριν την ανάκτησή του από την ενάγουσα και ότι οι εναγόμενοι δεν παρέλαβαν ποτέ Ειδοποιήσεις στον Τύπο ΙΑ αναφορικά με τον πλειστηριασμό του ακινήτου. Ο ΝΤ απέρριψε τις εν λόγω υποβολές και επανέλαβε τις θέσεις του παραπέμποντας στα σχετικά τεκμήρια. Ακολούθως, οι συνήγοροι καταχώρισαν στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με προσοχή. Από πλευράς ενάγουσας ο κύριος Κουκούνης με παραπομπή σε αγγλικά συγγράμματα και νομολογία, καθώς και σε πρωτόδικες αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων, υποστηρίζει ότι από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον Δικαστηρίου, στην οποία αναφέρθηκε αναλυτικά, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας υπεράσπισης της απαίτησης και επιπλέον δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή κάποιο ζήτημα να πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Σε ότι αφορά τη θέση των εναγομένων ότι το περιεχόμενο της ΕΔ ΝΤ δεν συνάδει με την Έκθεση Απαίτησης, ο ευπαίδευτος συνήγορος ισχυρίζεται ότι όλα τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά στην ΕΔ ΝΤ περιλαμβάνονται τόσο στην Έκθεση Απαίτησης, όσο και στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η οποία καταχωρίστηκε εκ μέρους της ενάγουσας καθόλα νομότυπα, σύμφωνα με τον Κανονισμό 16.9
(4)των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Από πλευράς του ο κύριος Χριστοφόρου υποστηρίζει, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, ότι τα όσα οι εναγόμενοι εγείρουν δια της Έκθεσης Υπεράσπισής τους θα πρέπει να αποφασιστούν στα πλαίσια κανονικής δίκης. Επίσης αποτελεί θέση του συνηγόρου ότι η ΕΔ ΝΤ στην έκταση που περιλαμβάνει γεγονότα τα οποία δεν δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψιν. Σχετικώς ο συνήγορος παραπέμπει σε νομολογία σύμφωνα με την οποία η Απάντηση στην Υπεράσπιση δεν προσφέρεται για προβολή αξίωσης, ούτε για όποια διαφοροποίηση ή τροποποίηση των γεγονότων που περιβάλλουν την αξίωση. Στο στάδιο της Απάντησης, δεν επιτρέπετε απόκλιση από την προηγούμενη δικογραφία. Σε ότι αφορά την ουσία της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος υποστηρίζει τα εξής: « Το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο από τις 29/6/23 είναι εγγεγραμμένο δυνάμει τίτλου ιδιοκτησίας, επ' ονόματι των εναγόντων δεν δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο νόμιμης ιδιοκτησίας του από αυτούς». Παραπέμποντας σε σχετική νομολογία ο κύριος Χριστοφόρου αναφέρει ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας συνιστά εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ιδιοκτησίας ακινήτου, η ισχύς του οποίου υποχωρεί μόνο εφόσον καταδειχθεί λάθος στην εγγραφή του ή αποδειχθεί ότι τρίτο πρόσωπο απέκτησε την ιδιοκτησία του ακινήτου ως αποτέλεσμα εχθρικής κατοχής. Επιπλέον, ο συνήγορος σχολιάζει ότι η ενάγουσα δεν προσδιορίζει επ' ακριβώς από πότε διεκδικεί αποζημιώσεις, καθότι στην αίτηση η σχετική αξίωση προβάλλεται διαζευκτικά ήτοι από «29/6/23 και/ ή 8/6/24». Νομική Πτυχή: Ως έχει ήδη αναφερθεί η υπό κρίση αίτηση εδράζεται κατ' ουσίαν στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το οποίο διέπει τη διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τους εν λόγω Κανονισμούς. Ειδικότερα, ως ορίζει ο Κανονισμός 24.2
(1)(α)(
- ii)και (β), το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος, εάν κρίνει ότι «ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος» και ότι «δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη». Σε ότι αφορά τη διαδικασία, σύμφωνα με τον Κανονισμό 24.3, αίτηση για συνοπτική απόφαση, ως στην προκειμένη περίπτωση, δύναται να καταχωριστεί μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης από πλευράς εναγομένου ή κατόπιν άδειας Δικαστηρίου. Εν σχέση με τον ορθό τύπο και περιεχόμενο τέτοιας αίτησης, σχετικός είναι ο Κανονισμός 24.4, σύμφωνα με τον οποίο επιβάλλεται όπως προσδιορίζεται περιεκτικά στην αίτηση οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφα στα οποία στηρίζεται ο αιτητής. Επιπλέον, πρέπει στην αίτηση να αναφέρεται η πεποίθηση του αιτητή ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και επιπλέον ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή κάποιο ζήτημα στα πλαίσια αυτής, θα πρέπει να εκδικαστεί. Συνεπώς, με βάση το περιεχόμενο της αίτησής της, η ενάγουσα φέρει το βάρος να αποδείξει ότι στη βάση της μαρτυρίας που έχει προσκομίσει, καθώς και όλων των σχετικών γεγονότων και στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα θεωρεί πως δεν υπάρχει καμία πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης, ούτε οποιοσδήποτε επιτακτικός λόγος για διεξαγωγή δίκης. Εν συνεχεία, εάν και εφόσον η ενάγουσα αποσείσει το βάρος αυτό, ο εναγόμενος αποκτά το αποδεικτικό βάρος αντίκρουσης της πιο πάνω θέσης, καταδεικνύοντας ότι σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η ενάγουσα, υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας υπεράσπισης από πλευράς του ή κάποιο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια δίκης. Ως υποδεικνύεται στην παράγραφο 24.2.5 του White Book του 2021 ως προς το βάρος απόδειξης σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, στη βάση πανομοιότυπης πρόνοιας των αγγλικών θεσμών πολιτικής δικονομίας: «In ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; EWCA 472, it was said that under r24.2 the overall burden of proof rests on the applicant to establish that there are grounds to believe that the respondent has no real prospect of success and that there is no other reason for a trial [.] If the applicant adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some reason for a trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant's statement of belief [.] The language or r. 24.2 ("no real prospect. no other reason.") indicates that, in determining the question, the court must apply a negative test. The respondent's case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] C.P. Rep. 51 at [10]). In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192 a [29]). However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini-trial (Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91). Therefore, the court hearing a Pt 24 application should be wary of trying issues of fact on evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side. Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it (Fashion Gossip Ltd v Esprit Telecoms UK Ltd 27 July 2000, unrep., CA; cf. Day v RAC Motoring Services Ltd [1999] 1 All E.R. 1007, per Ward LJ at 1013 propounding the adoption of a negative test on applications to se aside default judgments). When deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at the trial, namely the balance of probabilities on the evidence presented; on an application for summary judgment the court should also consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550, CA).» (Ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, σε ότι αφορά την έννοια των φράσεων «πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης» και «επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη», στην παράγραφο 24.2.3 του White Book του 2021 αναφέρονται τα εξής: «The following principles applicable to applications for summary judgment were formulated by Lewison J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) at [15] and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd's Rep. I.R. 301 at 24:
- i)The Court must consider whether the claimant has a realistic as opposed to a fanciful prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91;
- ii)A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8]; iii) In reaching its conclusion the Court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman;
- iv)This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases, it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted with contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10];
- v)However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550;
- vi)Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] F.S.R. 3; vii) On the other hand it is not uncommon for an application under Pt 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the Court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725. » ( Ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Χρήσιμη καθοδήγηση αντλείται επίσης από το σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, Principles of Practice, 4η έκδοση, 2021 από το οποίο παραθέτω εκτενές απόσπασμα: «9.59. An applicant for summary judgment must establish that the respondent has no real prospect of succeeding; it is not for the respondent to show a real prospect of success. A respondent will be called upon to show its hand only if the applicant has established that there are grounds for concluding that the respondent has no real prospect of success. 9.60, In Swain v Hillman Lord Woolf MR said that the "words 'no real prospect of succeeding' do not need any amplification, they speak for themselves. The word 'real' distinguishes fanciful prospects of success or they [sic] direct the court to the need to see whether there is a 'realistic' as opposed to a 'fanciful' prospect of success". It has been said that "real" means that the respondent has to have a case, which is better than merely arguable but has some degree of conviction, even if it is difficult to make out. But even these elaborations fail to convey a clear measure of what has to be established in order to obtain summary judgment and different judges may well have different conceptions of what counts as "real" and what counts as "fanciful" or what is better than "merely arguable". It is of course not possible to obtain precision in a test of this kind, but adequate consistency can be achieved only if the test is better articulated so that judges can apply it in the context of a shared understanding of its nature and purpose. 9.61 To appreciate the full implications of the test one must first articulate its rationale. The pre-CPR position was that only claimants could apply for summary judgment, and they had to demonstrate that the defendant had "no defense" to the claim. It was not enough for the court to conclude that the defendant was unlikely to succeed in its defence; it had to be convinced beyond reasonable doubt that the defendant could not succeed. As a result, leave to defend had to be given even where the defence was very weak, or "shadowy", though the court had the power to impose conditions on the leave to defend if it considered the defence to be doubtful or lacking in substance. 9.62 In his Access to Justice reports Lord Woolf found the old rule unsatisfactory because it allowed unmeritorious cases to go to trial when they should have been disposed of summarily. The test of "a real prospect of succeeding" must therefore be understood in the context of the reports' policy to promote proportionate use of resources. The purpose of the CPR test is to avoid the use of the normal pre-trial and trial procedures for resolving disputes that cannot benefit from use of these procedures. It follows that summary judgment must be given where the normal processes are not likely to turn up something that could make a difference to the outcome. 9.63 Whether a party has a real prospect of success therefore depends on an assessment of two distinct matters: first, whether the party has a real prospect of success on the basis of the facts that are known at the time; and second, whether there is a real prospect that some material support for the party's case would emerge if the case followed the normal procedural route. It is only when the court is convinced that the party has no real prospect in respect of both these matters that the use of the normal process would be wasteful. 9.64 Support for this interpretation of the test is found in S v Gloucestershire County Council where the Court of Appeal explained that before giving summary judgment the court must be satisfied of the following matters:
(1)that it had before it all substantial relevant facts that were reasonably capable of being before it;
(2)that those facts were undisputed or there was no real prospect of successfully disputing them; and
(3)that there was no real prospect of oral evidence affecting the court's assessment of the facts. The Court of Appeal stressed that even where there were gaps in the evidence, the court could proceed to summary judgment if there was no real prospect that the gaps would be filled". (Ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Εφαρμογή των πιο πάνω αρχών στα γεγονότα: Από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης από πλευράς εναγομένων και ότι στην ΕΔ ΝΤ που τη συνοδεύει, καταγράφεται η πεποίθηση του ομνύοντος εκ μέρους της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας υπεράσπισης και ότι η ενάγουσα δεν γνωρίζει οποιοδήποτε άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση θα πρέπει να οδηγηθεί σε δίκη. Τα συμπεράσματα αυτά ευλόγως προκύπτουν, κατά την κρίση μου, από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί από πλευράς ενάγουσας προς υποστήριξη της αίτησης, ήτοι την ΕΔ ΝΤ, καθώς και όλα τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτήν. Η θέση του κυρίου Χριστοφόρου ότι το περιεχόμενο της ΕΔ ΝΤ δεν συνάδει με την Έκθεση Απαίτησης, καθώς και το ότι δια της Απάντησης στην Υπεράσπιση αλλοιώνεται το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και ως εκ τούτου το περιεχόμενο της Απάντησης στην Υπεράσπιση, το οποίο ο ΝΤ υιοθετεί, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψιν, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Από απλή ανάγνωση των δικογράφων, προκύπτει ότι δια της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η ενάγουσα απαντά στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε διαφοροποίηση των δικογραφημένων στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμών της. Προσθέσει απλώς περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο με τον οποίο κατέστη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Επομένως, δεδομένης της συμμόρφωσης της ενάγουσας με τις ανωτέρω προϋποθέσεις των Κανονισμών 24.3
(1)και 24.4, θα πρέπει ακολούθως να εξεταστεί κατά πόσον, στη βάση της ένστασης και ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, οι εναγόμενοι έχουν αντικρούσει τις πιο πάνω θέσεις, καταδεικνύοντας ότι υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης και ανταπαίτησης την οποία προβάλλουν. Έχοντας μελετήσει με προσοχή τις θέσεις αμφότερων των δυο πλευρών, η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι κατά την κρίση μου αρνητική. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς των εναγομένων ότι η ενάγουσα ενεγράφη ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου δολίως και/ ή ενεργώντας παράνομα και/ ή αντισυνταγματικά και/ ή αυθαίρετα και ότι ως εκ τούτου δεν έχει αποκτήσει καλό τίτλο ιδιοκτησίας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτοί παρέμειναν γενικοί, αόριστοι και παντελώς ατεκμηρίωτοι, εφόσον ούτε καν δόθηκαν στο Δικαστήριο οποιεσδήποτε λεπτομέρειες του κατ' ισχυρισμό δόλου ή παρανομίας ή αυθαιρεσίας. Ως αποδέχεται ο κύριος Χριστοφόρου δια της γραπτής του αγόρευσης, ο τίτλος ιδιοκτησίας της ενάγουσας (Τεκμήριο ΝΤ1) αποτελεί μαχητό τεκμήριο της εν λόγω ιδιοκτησίας. Καμία όμως μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους εναγόμενους που να καταδεικνύει ότι το τεκμήριο αυτό μπορεί να ανατραπεί κατά τη δίκη. Ούτε και έχει υποστηριχθεί από τους εναγόμενους ότι αναμένεται να υπάρξουν διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία κατά τη δίκη, τα οποία για κάποιο λόγο δεν είναι διαθέσιμα στο παρόν στάδιο. Εφόσον οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι η ενάγουσα ενήργησε παρανόμως και ή δολίως, όφειλαν τουλάχιστον να εξηγήσουν στο Δικαστήριο σε ποιες ακριβώς ενέργειες και πράξεις της ενάγουσας αναφέρονται και για ποιο λόγο αυτές συνιστούν δόλο ή παραβιάσεις συγκεκριμένων προνοιών της σχετικής νομοθεσίας ή του Συντάγματος. Υπενθυμίζεται ότι το κατά πόσον καταδεικνύεται πραγματική πιθανότητα επιτυχίας της υπεράσπισης (real prospect of success) αποφασίζεται στη βάση των γεγονότων που είναι ήδη γνωστά και τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου ή λαμβάνοντας υπόψιν ότι σχετική μαρτυρία αναμένεται να είναι διαθέσιμη κατά τη δίκη. Δεν έχει προσκομιστεί όμως ίχνος μαρτυρίας από πλευράς εναγομένων ικανή να καταδείξει ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας της υπεράσπισης, ούτε προβλήθηκε ισχυρισμός ότι σχετική μαρτυρία θα είναι διαθέσιμη κατά τη δίκη. Αν και δεν αναμένεται ασφαλώς οι θέσεις των εναγομένων να αποδειχθούν στο στάδιο αυτό στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, εντούτοις, θα πρέπει να είναι σε κάποιο βαθμό πειστικές, στη βάση συγκεκριμένης μαρτυρίας και στοιχείων. Στείρα άρνηση των θέσεων της ενάγουσας και θεωρητικές τοποθετήσεις περί παρανομίας και δόλου, δεν δικαιολογούν την παραχώρηση στους εναγόμενους άδειας για υπεράσπιση. Σκοπός της όλης διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης δεν είναι άλλος από την αποφυγή αχρείαστης και άσκοπης σπατάλης δικαστικού χρόνου και δημιουργίας εξόδων για δίκες στις οποίες δεν υπάρχει κανένα ζήτημα που πρέπει να εκδικαστεί. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι ήταν οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες του ακινήτου και συνεχίζουν να το κατέχουν, παρά την αλλαγή του ιδιοκτησιακού του καθεστώτος, επειδή δεν αποδέχονται την εν λόγω αλλαγή, δεν καταδεικνύει αφ' εαυτού ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ.148, κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας θεωρείται «το πρόσωπο το οποίο δικαιούται έναντι του κυρίου ακίνητης ιδιοκτησίας να κατέχει ή χρησιμοποιεί αυτή και ελλείψει τέτοιου προσώπου τον κύριο της ιδιοκτησίας αυτής». Ως σχετικώς αναφέρεται στην Adamou v. Christofi
(1974)1 CLR 100, εν σχέση με το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης «There is no doubt that a de facto possession gives a right to retain the possession and undisputed enjoyment as against all wrong-doers, except the lawful owner». (Ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Παραπέμπω επίσης στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η έκδοση, Κεφάλαιο 19, παραγράφους 12-28 έως 19-29, σύμφωνα με το οποίο η απαίτηση για ανάκτηση κατοχής του ακινήτου από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη αυτού, του δίδει δικαίωμα για έγερση Αγωγής για παράνομη επέμβαση. Επομένως, είναι ορθή η θέση του κυρίου Κουκούνη ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν παράνομοι επεμβασίες επί του ακινήτου αφ' ης στιγμής η ενάγουσα, ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια αυτού, τους ζήτησε με την επιστολή της - Τεκμήριο ΝΤ5, την οποία οι εναγόμενοι δεν αρνούνται ότι παρέλαβαν, να της παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου εντός ταχθείσας προθεσμίας, αλλά αυτοί παρέλειψαν να το πράξουν. Με βάση το ανωτέρω σκεπτικό, καταλήγω ότι η ενάγουσα δικαιούται σε έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ της ως τα αιτητικά Α, Β και Γ τα οποία έχουν ως εξής: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους εναγόμενους 1 και 2 να παραδώσουν στους ενάγοντες ελεύθερη και κενή κατοχή του οικοπέδου και της διώροφης κατοικίας στην Οδό Ανδρέα Μακρίδη 1, Άγιος Αθανάσιος, με αρ. εγγραφής 0/13316, Φύλλο/Σχέδιο --/2-206-341, Τμήμα 3, Τεμάχιο 84, τοποθεσία Άγιος Στυλιανός-Τσουπαρκακά, ενορία Άγιος Στυλιανός, Δήμος Αγίου Αθανασίου, Επαρχία Λεμεσού, Κύπρος. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους εναγόμενους 1 και 2 όπως εκκενώσουν πλήρως το οικόπεδο και τη διώροφη κατοικία στην Οδό Ανδρέα Μακρίδη 1, Άγιος Αθανάσιος, με αρ. εγγραφής 0/13316, Φύλλο/Σχέδιο -2-2026-341, Τμήμα 3, Τεμάχιο 84, τοποθσία Άγιος Στυλιαναός-Τσουπαρκακά, ενορία Άγιος Στυλιανός, Δήμος Αγίου Αθανασίου, Επαρχία Λεμεσού, Κύπρος. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους εναγόμενους 1 και 2 όπως άρουν την παράνομη επέμβαση τους στο οικόπεδο και στη διώροφη κατοικία στην Οδό Ανδρέα Μακρίδη 1, Άγιος Αθανάσιος, με αρ. εγγραφής 0/13316, Φύλλο/Σχέδιο --/2-206-341, Τμήμα 3, Τεμάχιο 84, τοποθεσία Άγιος Στυλιανός-Τσουπαρκακά, ενορία Άγιος Στυλιανός, Δήμος Αγίου Αθανασίου, Επαρχία Λεμεσού, Κύπρος». Σε ότι αφορά τα αιτητικά Δ, Ε και Στ, στην έκταση που αυτά στρέφονται εναντίον οποιονδήποτε άλλων προσώπων κατέχουν ή/και χρησιμοποιούν το ακίνητο, εκτός από τους εναγόμενους, κρίνω ότι προκύπτει ζήτημα το οποίο θα πρέπει να οδηγηθεί σε δίκη, ώστε να τύχει περαιτέρω διερεύνησης, καθότι τα εν λόγω αιτητικά στρέφονται εναντίον άγνωστων προσώπων, οι οποίοι ενδεχομένως να κατέχουν το ακίνητο υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες και οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην Αγωγή. Τέλος, αναφορικά τα αιτητικά Ζ, Η και Θ, δια των οποίων η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στο ακίνητο, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν από τον Δικαστή Μαλαχτό στην απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 9/1/24, στην Πολιτική Έφεση αρ.Ε205/2017, μεταξύ MYKHTAR MOHAMED AL NWILI v. MAREMONTE INVESTMENTS LTD, δια της οποίας παραμερίστηκε συνοπτική απόφαση που είχε εκδοθεί στη βάση της Διαταγής 18 των προηγούμενων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αξίωση για παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής ακινήτου και για αποζημιώσεις ύψους Ευρώ 1.500 μηνιαίως, στη βάση της ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου, μέχρι την παράδοσης της κατοχής. Το Εφετείο σημείωσε ότι η αξίωση για αποζημιώσεις στη βάση εκτίμησης της αξίας του ακινήτου, έπρεπε να αποδειχθεί με μαρτυρία η οποία να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης αυτής «στο πλαίσιο της μόνης προσφερόμενης διαδικασίας, της «κανονικής» δίκης». Επιπλέον, αναφέρθηκαν από το Εφετείο τα εξής: «Υπόλογος ή όχι να πληρώσει αποζημιώσεις για την κατοχή της κατοικίας μέχρι την παράδοσή της, ο Εφεσείων είχε κάθε δικαίωμα να αντεξετάσει τον εκτιμητή της Εφεσίβλητης και να παρουσιάσει και δικό του για να κατδείξει ότι η ενοικιαστική αξίας της κατοικίας ήταν μικρότερη και συνεπώς και η αποζημίωση που όφειλε να καταβάλει πιο μικρή. Αυτό μόνο στο πλαίσιο της «κανονικής» δίκης μπορούσε να γίνει». Δεν μου διαφεύγει ότι η πιο πάνω Έφεση κρίθηκε στη βάση της Δ.18 των προηγούμενων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πλην όμως τα όσα αποφασίστηκαν ανωτέρω, τυγχάνουν κατά την κρίση μου εφαρμογής και εν προκειμένω. Ο ομνύων, ΝΤ, ο οποίος έδωσε έγγραφη μαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας ως προς το ύψος των αποζημιώσεων που αξιώνονται, δεν είναι πρόσωπο που έχει ιδίαν γνώση της αξίας του ακινήτου, αλλά βασίστηκε, κατά τη μαρτυρία του, σε έκθεση εκτίμησης άλλου προσώπου, τον οποίο οι εναγόμενοι δεν είχαν την ευκαιρία να αντεξετάσουν και να αμφισβητήσουν. Κατάληξη: Για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων ως τα αιτητικά Α, Β και Γ της αίτησης. Λόγω του ότι στο ακίνητο υπάρχει διώροφη κατοικία στην οποία, ως γίνεται αντιληπτό, διαμένουν οι εναγόμενοι και εν όψει των εορτών των Χριστουγέννων, δίδεται στους εναγόμενους προθεσμία για συμμόρφωση, εντός δυο μηνών από την επίδοση της παρούσας απόφασης σε αυτούς. Σε ότι αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά, δίδεται άδεια στους εναγόμενους να υπερασπιστούν την απαίτηση και να προβάλουν ανταπαίτηση εν σχέση μόνο με το χρηματικό ποσό που διεκδικούν ως την αξία του ακινήτου η οποία κατά τη θέση τους δεν έχει καταβληθεί από την ενάγουσα. Τα έξοδα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων, μειωμένα κατά το ¼, εφόσον η αίτηση έχει πετύχει μερικώς. Ως προς το ύψος των εξόδων θα ακολουθήσει συνοπτικός υπολογισμός τους από το Δικαστήριο στη βάση του καταλόγου εξόδων που έχει καταχωριστεί εκ μέρους της ενάγουσας. ........... Α. Κάρνου Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο