← Κύπρος

Ibrahim Tahha ν. Ραφαέλου Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 5210/2014, 23/12/2025

Ibrahim Tahha ν. Ραφαέλου Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 5210/2014, 23/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5210/2014 Μεταξύ: Ibrahim Tahha Ενάγοντα και Ραφαέλου Αντωνίου Εναγόμενου ----------------------------- Ημερομηνία: 23.12.2025 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κοτσέλη και κα. Ηλία για Ηλία & Ηλία Δ.Ε.Π.Ε Για τον Εναγόμενο: κ. Χρυσάνθου με κα. Κωμοδρόμου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 6.11.2013 επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα επί της οδού Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό. Εμπλεκόμενα πρόσωπα σε αυτό ήταν ο Ενάγοντας, ηλικίας τότε 48 ετών, οδηγός της μοτοσικλέτας, με αριθμούς εγγραφής [ ], και ο Εναγόμενος, οδηγός του οχήματος, με αριθμούς εγγραφής [ ]. Τα εν λόγω οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να υποστεί τραυματισμούς σε διάφορα μέρη του σώματος του. Είναι για το λόγο αυτό που ήγειρε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας από τον Εναγόμενο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, στον οποίο αποδίδει την αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Ο Εναγόμενος, μέσω σχετικής δήλωσης του συνηγόρου του, αποδέχθηκε εξ ολοκλήρου την πλήρη ευθύνη του για την πρόκληση του. Δηλώθηκε, περαιτέρω, παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγοντας δικαιούται γενικές αποζημιώσεις, ύψους €108.000, για τις σωματικές βλάβες, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη. Επιπρόσθετα, μεγάλο μέρος των ειδικών αποζημιώσεων που ο Ενάγοντας αξιώνει, δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός (Τεκμήριο 12). Δεν μπορώ στο στάδιο αυτό παρά να μην ευχαριστήσω ιδιαίτερα τους ευπαίδευτους συνηγόρους και των δύο πλευρών για το πνεύμα συνεργασίας που επέδειξαν μεταξύ τους. Τέτοιες ενέργειες συμβάλλουν στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων. Αποκτούν δε, τη δεδομένη χρονική στιγμή, ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα ενόψει της μεγάλης προσπάθειας που καταβάλλεται από όλους τους λειτουργούς της δικαιοσύνης (δικαστές και δικηγόρους) για την καταπολέμηση των καθυστερημένων υποθέσεων. Επανερχόμενος στα υπό κρίση γεγονότα, ενόψει των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, παρέμειναν ως μοναδικά επίδικα ζητήματα τα ακόλουθα: α) Κατά πόσο ο Ενάγοντας, συνεπεία των τραυματισμών του, ήταν σε θέση να επιστρέψει πίσω στην προ του δυστυχήματος εργασία του ως οδηγός λεωφορείου. Σε περίπτωση που η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική, κατά πόσο ο Ενάγοντας ήταν σε θέση, ενόψει των σωματικών βλαβών που υπέστη, να ασκήσει οποιαδήποτε άλλη εργασία. Σε συνάφεια με τα πιο πάνω, το Δικαστήριο στη συνέχεια θα εξετάσει κατά πόσο ο Ενάγοντας υπέστη οποιαδήποτε απώλεια απολαβών, την οποία αξιώνει υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, από την ημέρα του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος μέχρι και την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης του, αλλά και από την καταχώρηση αυτής μέχρι την δίκη του, και β) κατά πόσο ο Ενάγοντας υπέστη οποιαδήποτε απώλεια μελλοντικών απολαβών, την οποία και αξιώνει υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Επίδικο ζήτημα, τέλος, αποτελούν και οι εναπομείνασες ειδικές αποζημιώσεις που ο Ενάγοντας αξιώνει μέσω της Έκθεσης Απαίτησης του. Είναι, σε αδρές γραμμές, η εκδοχή του Ενάγοντα ότι ο ίδιος, συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος, κατέστη μόνιμα και ολικά ανίκανος για εργασία. Ήταν τέτοιου βαθμού και έκτασης οι τραυματισμοί του που δεν του επέτρεπαν, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του, να επιστρέψει πίσω στην προ του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, εργασία του, δηλαδή ως οδηγός λεωφορείου, αλλά ούτε και ήταν σε θέση να ασκήσει οποιαδήποτε άλλη μορφής εργασία. Αντίθετη, από την άλλη, ήταν η θέση του Εναγομένου, ως αυτή προωθήθηκε κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης. Είναι ο ισχυρισμός του ότι ο Ενάγοντας, από το 2015 και εντεύθεν, ήταν σε θέση, εφόσον επουλώθηκαν πλήρως τα τραύματα του, να επιστρέψει πίσω στα καθήκοντα του ως οδηγός λεωφορείου και εν πάση περιπτώσει, από το πιο πάνω χρονικό διάστημα και μετά, ήταν σε θέση να ασκήσει ελαφράς μορφής εργασία. Συνεπακόλουθα, απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι ο ίδιος, συνεπεία των τραυμάτων που υπέστη, κατέστη μόνιμα και ολικά ανίκανος για εργασία. Προτού παραθέσω την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία, κρίνω ορθότερο για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των επίδικων ζητημάτων να καταγράψω τις σωματικές βλάβες και τις χειρουργικές επεμβάσεις που ο Ενάγοντας υπεβλήθη, εφόσον τούτες αποτελούν κοινό τόπο των μερών. Η οποιαδήποτε διαφορά των δύο πλευρών, σε σχέση με αυτές, έγκειται στο εύρος και στην έκταση που αυτές είχαν, αλλά και σε ποιο βαθμό εν τέλει επέδρασαν ως προς την ικανότητα ή όχι του Ενάγοντα να ασκήσει την προτέρα του εργασία ή ως προς την ικανότητα του να ασκήσει οποιαδήποτε άλλη εργασία. Τούτων λεχθέντων, ο Ενάγοντας, συνεπεία του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, υπέστη τους ακόλουθους τραυματισμούς: Κατά την μεταφορά του την 6.11.2013 στο νοσοκομείο διαπιστώθηκε: - Υποκεφαλικό κάταγμα, συνοδό εξάρθρημα δεξιού ισχίου (τύπου Pimkin I) - Κάταγμα σκαφοειδούς αριστερού οστού του αριστερού χεριού. Την ίδια ημέρα έγινε, υπό γενική αναισθησία, ανάταξη του εξαρθρήματος δεξιού ισχίου και του τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας στο αριστερό χέρι. Έλαβε δε συντηρητική θεραπεία 5 εβδομάδων με σκελετική έλεξη. Στις 18.12.13 ο Ενάγοντας έλαβε εξιτήριο από το νοσοκομείο. Στις 8.1.14, ο Ενάγοντας υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση, όπου έγινε μεταφορά αγγειούμενου οστικού μοσχεύματος και οστεοσύνθεση του αριστερού σκαφοειδούς. Εξήλθε της κλινικής την επόμενη μέρα. Έγινε ακινητοποίηση για 4 εβδομάδες και του συνεστήθη φυσιοθεραπεία. Στις 16.5.14, ο Ενάγοντας υπεβλήθη σε μαγνητική τομογραφία (MRI) αριστερού ώμου, όπου και ανευρέθηκε συμφυτική θυλακίτιδα. Στις 27.5.14, ο Ενάγοντας υπεβλήθη σε μαγνητική τομογραφία (MRI) στο δεξί του γόνατο, όπου διαπιστώθηκε ρήξη του οπίσθιου χιαστού και ρήξη των μηνίσκων. Στις 11.8.14, ο Ενάγοντας υπεβλήθη σε κλειστή ανάταξη αριστερού ώμου (manipulation) και ενδαρθρική έγχυση του αριστερού ώμου. Στις 13.10.14, ο Ενάγοντας υπεβλήθη σε αρθροσκοπική αποκατάσταση οπίσθιου χιαστού συνδέσμου του δεξιού γόνατος. Στις 4.8.16, ο Ενάγοντας υπεβλήθη σε επέμβαση κλειστής ανάταξης δεξιού ώμου και του χορηγήθηκε ενδοαρθρική ένεση κορτιζόνης λόγω συμφυτικής θυλακίτιδας. Στις 3.10.23, ο Ενάγοντας υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση για ολική αρθροπλαστική του δεξιού ισχίου, λόγω μετατραυματικής αρθρίτιδας δεξιού ισχίου. Ο Ενάγοντας μέχρι τις 30.9.15, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 18 και 34, ακολούθησε φυσικοθεραπευτικό πρόγραμμα αποκατάστασης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προχωρώ στη συνέχεια να παραθέσω την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία, έχοντας πάντοτε κατά νουν τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Η Μ.Ε.1, λειτουργός στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προσκόμισε στο Δικαστήριο επιστολή (Τεκμήριο 1) του Τμήματος της, με την οποία εγκρίθηκε το αίτημα που υπέβαλε ο Ενάγοντας (Τεκμήριο 2) για την χορήγηση σε αυτόν σύνταξης ανικανότητας, σε ποσοστό 75%, από 16.9.

  1. Εξήγησε, ότι το πιο πάνω ποσοστό στην πράξη σημαίνει πως ο Ενάγοντας κρίθηκε ότι δικαιούται να εργάζεται σε ποσοστό 25% και ότι μπορεί να ασκήσει ελαφριά την προγενέστερη του εργασία, δηλαδή να οδηγεί το 25% των ωρών που οδηγούσε σαν οδηγός λεωφορείου. Για τη χορήγηση της εν λόγω σύνταξης, ο Ενάγοντας κλήθηκε για εξέταση από ιατροσυμβούλιο, στη βάση σχετικής αίτησης που υπέβαλε, η οποία συνοδεύετο και από ιατρική έκθεση του θεράποντος ιατρού του (Τεκμήριο 3). Ο Ενάγοντας επανεξετάστηκε στη συνέχεια στις 16.12.16, 20.2.18, 10.1.19 και 3.5.22, αντιστοίχως, και πάλι από αρμόδιο ιατροσυμβούλιο (Τεκμήρια 4, 6 και 9). Εξήγησε ότι μέχρι την 10.6.22 ο Ενάγοντας συνέχιζε να λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας σε ποσοστό 75%, όπου και του ζητήθηκε να επανεξεταστεί σε 3 χρόνια. Ο Ενάγων, υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 13). Εξήγησε σε αυτήν τις σωματικές βλάβες που υπέστη και τις θεραπείες που υπεβλήθη προς αποκατάσταση τους. Ήταν η θέση του ότι λόγω του κατάγματος στο αριστερό του χέρι, παρουσιάζει περιορισμό στην κάμψη και έκταση της πηχεοκαρπικής και που τον εμποδίζει στο να εξασκεί βαριά χειρωνακτική εργασία. Λόγω της κατάστασης του και της εικόνας που παρουσιάζει δεν μπορεί να τρέξει ή να στέκεται ή να κάθεται για πολλή ώρα και ότι δεν είναι ικανός να ασκήσει το επάγγελμα του, δηλαδή αυτό του οδηγού λεωφορείου. Μετά το ατύχημα, μέχρι και σήμερα, δεν είναι σε θέση να εργαστεί αφού, μετά το τέλος της αναρρωτικής άδειας που του παραχωρήθηκε, δεν μπόρεσε να επανέλθει στην εργασία του λόγω της κατάστασης της υγείας του, του πόνου και των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε. Εξ ου και κρίθηκε από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανίκανος προς εργασία σε ποσοστό 75% μέχρι και τις 3.5.
  2. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος ήταν υγιής και αρτιμελής και ήταν ιδιαίτερα δραστήριο άτομο. Εργαζόταν ως οδηγός στην ΕΜΕΛ (Εταιρεία Μεταφοράς Επιβατών Λεμεσού) με μηνιαίο μισθό περίπου €2.200, πλέον 13ον και 14ον μισθό (Τεκμήρια 27 εώς 30). Λόγω της κατάστασης της υγείας του, η εργοδότρια του, προχώρησε σε τερματισμό των υπηρεσιών του στις 3.3.16 (Τεκμήριο 31). Μετά από το τροχαίο δυστύχημα, δεν έχει καταφέρει να επανέλθει στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτό, πόσο μάλλον να συνεχίσει την εργασία του. Συνεπεία του ατυχήματος θα υποφέρει και στο μέλλον από αρκετό πόνο και ταλαιπωρία και η ανικανότητα του, του άλλαξε ριζικά τη ζωή του, την ανέτρεψε ολοκληρωτικά και επηρέασε σε πολύ μεγάλο βαθμό την επαγγελματική και μελλοντική του αποκατάσταση. O M.E.3, ορθοπεδικός χειρούργος και ένας από τους θεράποντες ιατρούς του Ενάγοντα, υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, το ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε για λογαριασμό του τελευταίου, ημερομηνίας 5.2.16 (Τεκμήριο 18). Αφού παραθέτει το ιστορικό του Ενάγοντα, από την ημέρα του τραυματισμού του μέχρι και την ημερομηνία όπου τον εξέτασε για πρώτη φορά, δηλαδή στις 13.11.14, περιγράφει στη συνέχεια την μετατραυματική του κλινική πορεία. Εξήγησε ότι, στις 13.11.14, ο Ενάγοντας βρισκόταν στο μετεγχειρητικό στάδιο της αποθεραπείας του, από την επέμβαση και αποκατάσταση της ρήξης του οπίσθιου χιαστού. Τον επανεξέτασε στις 20.2.15, 21.5.15, 11.9.15 και 4.11.15, αντιστοίχως, για έλεγχο της πορείας ανάρρωσης του από τις χειρουργικές επεμβάσεις. Ο Ενάγοντας ακολούθησε φυσικοθεραπευτικό πρόγραμμα αποκατάστασης για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι και τις 30.9.15, για την προσπάθεια αποκατάστασης της λειτουργικότητας των τραυματισμένων αρθρώσεων του, οπότε και συνέχισε μετά με φυσικοθεραπευτικές ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης μόνος του στο σπίτι. Η προσπάθεια ανάρρωσης του, ήταν αργή και απαίτησε μεγάλη επιμονή και υπομονή από μέρους του, λόγω της έκτασης των τραυμάτων του σε πολλά σημεία του σώματος του. Ο Ενάγων δεν μπορούσε να επιστρέψει πίσω στα εργασιακά καθήκοντα του, ως οδηγός βαρέων οχημάτων. Τον εξέτασε τελευταία φορά στις 21.1.16 με σκοπό την έκδοση του παρόντος πιστοποιητικού. Λόγω των χειρουργικών επεμβάσεων, στις οποίες αναγκάστηκε να υποβληθεί ο Ενάγοντας, βίωσε έντονο σωματικό πόνο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Διαπίστωσε ότι η υπαστραγαλική άρθρωση παρουσιάζει επώδυνο κρηνισμό και υπτιασμό λόγω του κατάγματος στην κάτω επιφάνεια της πτέρνας και της συνεπακόλουθης μετατραυματικής αρθρίτιδας. Η άρθρωση της ποδοκνημικής παρουσιάζει μειωμένη κινητικότητα κατά 20% σε σχέση με την φυσιολογική αριστερή. Αποτέλεσμα τούτου είναι η αδυναμία του Ενάγοντα για πλήρη βαθύ κάθισμα και στα δύο πόδια. Επίσης ο Ενάγοντας αδυνατεί να βαδίζει παρατεταμένα ειδικά σε ανηφορικό έδαφος και αδυνατεί να χρησιμοποιεί σκάλα τόσο για την άνοδο όσο και για την κάθοδο. Το δεξιό του γόνατο παρουσιάζει καλή κινητικότητα με πλήρη έκταση και απώλεια της κάμψης κατά 10 μοίρες από το φυσιολογικό αριστερό. Η περιφέρεια του τετρακέφαλου μυός 12 εκ. κεντροαριστερά από τον άνω πόλο της επιγονατίδας, δείχνει ότι είναι 4.5 εκ. μικρότερης της αντίστοιχης αριστερής, ενδεικτικό της μεγάλης απώλειας μυϊκής μάζας, με αποτέλεσμα την αδυναμία του μυός να αντεπεξέλθει στα λειτουργικά του καθήκοντα. Αδυναμία υπάρχει και στη δεξιά γαστροκνημία, η οποία είναι κατά 1.5 εκ. μικρότερη της αντίστοιχης δεξιάς. Παρουσιάζει πόνο στο δεξιό ισχίο (πλην όμως έχει καλή κινητικότητα) σε όλα τα τόξα κίνησης της άρθρωσης λόγω της μετατραυματικής αρθρίτιδας και υμενίτιδας. Λόγω των πιο πάνω, ο Ενάγοντας παρουσιάζει χωλότητα κατά τη βάδιση καθώς και όλα τα ανωτέρω ενοχλήματα και περιορισμοί δεν είναι αναστρέψιμοι. Η άρθρωση του αριστερού καρπού, παρουσιάζει σημαντική ελάττωση της κινητικότητας της στο τόξο κάμψης - έκτασης κατά 50% από τη φυσιολογική δεξιά. Η άρθρωση του αριστερού ώμου παρουσιάζει μείωση της κινητικότητας κατά 20% σε όλα τα επίπεδα και το κυριότερο τα τόξα κίνησης της άρθρωσης του ώμου είναι επώδυνα στην καθημερινή χρήση του χεριού. Ο συνδυασμός των τραυματισμών αυτών των δύο αρθρώσεων είναι η προβληματική χρήση του χεριού σε μεταφορά φορτίων και σε καθημερινές εργασίες και ενέργειες. Τα εν λόγω τραύματα στο άκρο είναι πλέον μόνιμα χωρίς δυνατότητα βελτίωσης. Η δυνατότητα για επιστροφή στο επάγγελμα του οδηγού κάτω από τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του, πρέπει να αποκλειστεί. Στη βάση όλων των πιο πάνω, ήταν το τελικό του συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας θα συνεχίζει να χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή για αντιμετώπιση του πόνου καθώς και φυσικοθεραπεία για συντήρηση της λειτουργικότητας αυτών των αρθρώσεων και της μυϊκής ισχύος των εμπλεκόμενων μυών. Δεν μπορεί να επανέλθει στο επάγγελμα του οδηγού λόγω των πιο πάνω αλλά και λόγω της αρθροπλαστικής ισχύος που υπεβλήθηκε. Ανάλογα με τα γνωστικά αντικείμενα που διαθέτει μπορεί να εργοδοτείται σε καθιστικά επαγγέλματα που απαιτούν ελαφριά χειρωνακτική εργασία. Ο Μ.Ε.5, ορθοπεδικός ιατρός, προήδρευσε του ιατροσυμβουλίου, το οποίο εξέτασε τον Ενάγοντα στις 16.2.
  3. Υιοθέτησε τη σχετική έκθεση (Τεκμήριο 4) που το εν λόγω ιατροσυμβούλιο κατάρτισε, εξετάζοντας το αίτημα του Ενάγοντα όπως του χορηγηθεί σύνταξη ανικανότητας. Το εν λόγω ιατροσυμβούλιο διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας είχε πόνο στο δεξιό ισχίο, δεξιό γόνατο και δεξιά ποδοκνημική άρθρωση. Είχε επίσης αδυναμία στο αριστερό άνω άκρο. Κατέληξαν στο συμπέρασμα, λαμβάνοντας υπόψη το επάγγελμα του, ότι ο Ενάγοντας ήταν ανίκανος για εργασία σε ποσοστό 75%. Το ποσοστό αυτό διευκρίνισε το λαμβάνουν οι ασθενείς που παρουσιάζουν κλινική εικόνα και που είναι σε θέση να εξυπηρετούν τις προσωπικές τους ανάγκες, αλλά όχι τις επαγγελματικές. Σκοπός του ιατροσυμβουλίου, ως εξήγησε στο δικαστήριο, ήταν να ελέγξει μόνον του κατά πόσο ο Ενάγοντας ήταν ικανός να επιστρέψει πίσω στην εργασία του ως οδηγός λεωφορείου και όχι αν ήταν ικανός να ασκήσει οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα. Αποδέχθηκε όμως ότι ο Ενάγοντας μπορεί να ασκήσει άλλο επάγγελμα για λίγες ώρες αναλόγως των γνωστικών του ικανοτήτων. Ο Ενάγοντας εξετάστηκε και στις 3.5.22 (Τεκμήριο 9) από άλλο ιατροσυμβούλιο, στο οποίο και πάλι ο ίδιος προήδρευσε. Διαπιστώθηκε επίσης, κατά την κλινική εξέταση που υπεβλήθη, προβλήματα στο χέρι, στο δεξιό γόνατο, δεξιό ισχίο, μια δυσκολία στη βάδιση καθώς και μια αδυναμία του δεξιού κάτω άκρου. Διαπιστώθηκε, επίσης, αστάθεια και στο δεξιό γόνατο (μπρόσθιο συρταροειδές σημείο). Ο Μ.Ε.6, επίσης ορθοπεδικός χειρούργος και ένας από τους θεράποντες ιατρούς του Ενάγοντα, υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, τις ιατρικές εκθέσεις που ετοίμασε (Τεκμήριο 16 και 22, αντιστοίχως). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 16, ο εν λόγω ιατρός εξέτασε για πρώτη φορά τον Ενάγοντα στις 8.8.
  4. Η κλινική εξέταση έδειξε πόνο και δυσκολία στη βάδιση του στο δεξιό γόνατο, πόνο και ακαμψία στον αριστερό ώμο και πόνο στον αριστερό αστράγαλο. Επανεξετάστηκε στις 30.5.16, όπου ο Ενάγοντας παραπονέθηκε για πόνο στο δεξιό ώμο και δεξί ισχίο. Του συνέστησε φυσιοθεραπεία με σκοπό επαναξιολόγησης της κατάστασης του. Λόγω του ότι μετά την ολοκλήρωση αυτής, ο Ενάγοντας συνέχιζε να πονά, του συνεστήθη να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση δεξιού ώμου. Αφού τον υπέβαλε σε ακτινολογικό έλεγχο, η διάγνωση του ήταν ότι ο Ενάγοντας υπέστη ρήξη μηνίσκου και οπίσθιου χιαστού δεξιού γόνατος, κάταγμα πτέρνας, τενοντίτιδα αριστερού ώμου/θυλακίτιδα και τενοντίτιδα δεξιού ώμου. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του, του συνέστησε αποχή από τα εργασιακά του καθήκοντα και του χορήγησε άδεια ασθενείας από τις 6.11.13 μέχρι και σήμερα. Θέση του ήταν ότι ο ενάγοντας δεν ήταν ικανός να ασκήσει το επάγγελμα που ασκούσε ως οδηγός λεωφορείου, μπορεί όμως, σύμφωνα πάντοτε με τη θέση του, να ασκήσει μόνο ελαφριά εργασία. Λόγω των τραυμάτων του είναι πιθανή στο μέλλον μια επέμβαση αρθροπλαστικής δεξιού ισχίου. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 22, ο Ενάγοντας, όταν εξετάστηκε στις 22.7.24, διαπιστώθηκε ότι περπατούσε ανεξάρτητα αλλά με χρήση μιας πατερίτσας στη δεξιά πλευρά και με ελαφρά χωλότητα στο δεξιό άκρο. Δεν διαπίστωσε ανισοσκέλια αλλά διαπίστωσε μετρίου βαθμού ατροφία του δεξιού τετρακέφαλου μυός και πόνο στην κάμψη του δεξιού γόνατος με μειωμένο εύρος κάμψης και έκτασης. Διαπίστωσε επίσης μειωμένη κίνηση στη δεξιά υπαστραγαλική άρθρωση και ελαφρά μειωμένη κάμψη και έκταση στην αριστερή πηχεοκαρπική άρθρωση. Σχετικά με τον σοβαρό τραυματισμό και το υποκεφαλικό κάταγμα στο δεξιό ισχίο λόγω της επιδείνωσης των συμπτωμάτων πόνου, μείωσης της απόστασης βάδισης, χωλότητας και δυσκαμψίας λόγω μετατραυματικής αρθρίτιδας, ο Ενάγοντας υπεβλήθηκε τελικά σε χειρουργική επέμβαση αρθροπλαστικής αντικατάστασης του δεξιού ισχίου. Για τον τραυματισμό στο δεξιό γόνατο όπου λόγω του κτυπήματος και της πτώσης του στο έδαφος υπέστη ρήξη οπίσθιου χιαστού, και έσω και έξω μηνίσκου, ακολούθησε χειρουργική επέμβαση για να διορθωθεί η βλάβη στον οπίσθιο χιαστό και για να επανέλθει η πλήρης σταθερότητα και η λειτουργία του δεξιού γόνατος στο οποίο αντιμετώπιζε πόνο, πρήξιμο, δυσκολία στη βάδιση, αστάθεια και δυσκαμψία. Κατά την τελευταία μαγνητική τομογραφία στις 15.5.24, αυτή δείχνει αρχόμενη οστεοαρθρίτιδα στο δεξιό γόνατο, όπου συνεχίζει να νιώθει πόνο και αδυναμία μετά από ορθοστασία ή βάδιση. Λόγω της σοβαρότητας των πιο πάνω τραυματισμών του αναγκάστηκε να απέχει από τα εργασιακά του καθήκοντα για αποφυγή επιδείνωσης ή υποτροπής της κατάστασης της υγείας του. Δεν είναι ικανός να τρέξει ή να ανεβοκατεβαίνει σκάλες ή να στέκεται ή να κάθεται πολλή ώρα και να περπατά μεγάλες αποστάσεις. Στην καθημερινή του ζωή περπατά μόνιμα με βαθμό χωλότητας και με βοήθεια πατερίτσας. Δεν είναι ικανός να ασκήσει το επάγγελμα που ασκούσε ως οδηγός. Ο Μ.Υ.1, ορθοπεδικός χειρούργος-τραυματιολόγος, ετοίμασε ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 37) αναφορικά με τον Ενάγοντα, κατόπιν εξέτασης του, μετά από κοινό αίτημα που του υπέβαλαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Προς το σκοπό αυτό του αποστάληκε ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 39), ώστε να απαντήσει σε συγκεκριμένες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ειδικότερα, ως προς το 1ο ερώτημα, δηλαδή του κατά πόσο ο Ενάγοντας είναι σε θέση να εργαστεί, ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε καταφατική απάντηση. Σε σχέση με το 2ο ερώτημα, δηλαδή ως προς το τί εργασία μπορούσε ο Ενάγοντας να εκτελέσει, ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε πως λόγω της κατάστασης του «θα ήταν καλύτερα να κάνει κάποια άλλη πιο ελαφρά εργασία όπως δουλειά γραφείου, τηλεφωνητής, περιπτεράς κλπ ή οποιαδήποτε άλλη εργασία που δεν έχει έντονες απαιτήσεις από το δεξιό ισχίο». Ως προς το 3ο ερώτημα και το ποια είναι η κατάσταση του Ενάγοντα σήμερα (κατά τις 11.2.18 όπου εκδόθηκε το εν λόγω πιστοποιητικό), η θέση του εν λόγω ιατρού ήταν ότι «η σημερινή κατάσταση είναι πολύ καλή και μπορεί να βελτιωθεί και περαιτέρω. Αυτοεξυπηρετείται πλήρως χωρίς προβλήματα και μπορεί να έχει μια φυσιολογική ζωή». Αναφορικά με το 4ο ερώτημα και του κατά πόσο δηλαδή «μπορεί η κατάσταση του να βελτιωθεί, να χειροτερέψει ή να θεωρηθεί μόνιμη» ο εν λόγω ιατρός ανέφερε ότι η κατάσταση του μπορεί να βελτιωθεί όσον αφορά τη μυϊκή ισχύ και κάποιας ατροφίας, μπορεί όμως να επιδεινωθεί όσον αφορά την εξέλιξη της μετατραυματικής αρθρίτιδας στο δεξιό ισχίο. Πιθανόν να χρειαστεί επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής του δεξιού ισχίου. Σε αυτή την περίπτωση ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας θα μπορεί πιθανόν να επιστρέψει και στις πρότερες δραστηριότητες του. Ο Μ.Υ.2, χειρούργος ορθοπεδικός, εξέτασε τον Ενάγοντα στις 20.11.23 και 16.2.24, αντιστοίχως, για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρείας που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο, και προς τούτο ετοίμασε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 40). Ήταν η θέση του, με βάση αυτό, ότι 6 μήνες μετά την αρθροπλαστική δεξιού ισχίου στην οποία υποβλήθηκε ο Ενάγοντας, δηλαδή στις 3.10.23, θα μπορούσε να επιστρέψει στην εργασία του ως οδηγός λεωφορείου. Ήταν περαιτέρω η θέση του, ότι ο Ενάγοντας μπορεί να εργοδοτείται και σε καθιστικά επαγγέλματα ή επαγγέλματα που δεν απαιτούν βαριά χειρωνακτική εργασία όπως έλξη μεγάλου βάρους και ή χρήσης βαριών εργαλείων. Ο Μ.Υ.3 ιδιώτης ερευνητής, ο οποίος ασκεί το εν λόγω επάγγελμα μέσω ιδιωτικής εταιρείας, υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 41). Σύμφωνα με αυτήν, του ζητήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία, η οποία εκπροσωπεί τον Εναγόμενο, να παρακολουθήσει τον Ενάγοντα, ούτως ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο αυτός εργαζόταν ή ήταν σε θέση να εργαστεί και γενικότερα να αντληθούν στοιχεία για τις δραστηριότητες του. Η παρακολούθηση έγινε μεταξύ της χρονικής περιόδου 4.9.17 - 12.10.
  5. Κατά την εν λόγω παρακολούθηση, διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας τον περισσότερο χρόνο βρισκόταν εντός της οικίας του, τον εντόπισε 3 φορές να φεύγει από αυτήν μεταβαίνοντας σε άγνωστο μέρος αλλά και να επιστρέφει πίσω εντός 2 ωρών. Την Παρασκευή, 6.10.17, τον εντόπισε να επιστρέφει στην οικία του οδηγώντας το όχημα του και αφού το πάρκαρε, κατέβηκε και εισήλθε εντός αυτής. Διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας περπατούσε χωρίς κανένα εμφανές πρόβλημα. Δεν φαίνεται να εργαζόταν και οδηγούσε το αυτοκίνητο με μεγάλη άνεση. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης κατέγραψε με ψηφιακή κινηματογραφική μηχανή διάφορες σκηνές οι οποίες καταδεικνύουν τα πιο πάνω. Τον Απρίλιο του 2021, του ζητήθηκε εκ νέου από την ασφαλιστική εταιρεία όπως διεξάγει νέα παρακολούθηση του Ενάγοντα. Αυτή έλαβε χώρα μεταξύ της χρονικής περιόδου 27.12.21 - 21.1.
  6. Το περισσότερο χρόνο διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας βρισκόταν εντός της οικίας του. Τον εντόπισε δύο φορές να μεταβαίνει σε τζαμί για προσευχή και μια φορά να μεταβαίνει σε κηδεία στο χωριό Διερώνα. Ήταν το συμπέρασμα του, στη βάση των όσων είδε τόσο κατά την 1η όσο και κατά τη 2η παρακολούθηση, ότι ο Ενάγοντας δεν φαινόταν να παρουσιάζει κανένα εμφανές κινητικό πρόβλημα. Τουναντίον, παρουσίαζε την εικόνα οποιουδήποτε άλλου υγιούς ανθρώπου της ηλικίας του και όχι ενός ατόμου που αντιμετωπίζει οποιοδήποτε σοβαρό κινητικό πρόβλημα ή προσώπου που δεν μπορεί να εκτελεί βαριά εργασία. Οι διάφορες σκηνές μεταφέρθηκαν από τη ψηφιακή κινηματογραφική μηχανή του σε ψηφιακά δισκάκια (DVD) (Τεκμήρια 47 και 48). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγησή των μαρτύρων θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία σε σχέση με το ζήτημα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v . A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v.Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ, η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αποτελεί επίσης βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v. Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται και υπό το πρίσμα της δικογραφηθείσας εκδοχής της κάθε πλευράς. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσω να αξιολογήσω την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, τo πρώτο ζήτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας, συνεπεία των τραυματισμών του, ήταν σε θέση να επιστρέψει πίσω στην προ του δυστυχήματος εργασία του ως οδηγός λεωφορείου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν συνολικά 5 ιατροί ως εμπειρογνώμονες. Τρεις εκ μέρους του Ενάγοντα και δύο εκ μέρους του Εναγομένου. Καταρχάς, προτού αξιολογήσω την μαρτυρία τους, αφού έλαβα υπόψη του το επάγγελμα τους, την εκπαίδευση που έτυχαν, την πείρα τους και τα προσόντα τους τα οποία, ειρρήσθω εν παρόδω, ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί από καμία πλευρά, αντιστοίχως, και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Τσαγγαρίδης Βασίλης και Άλλη ν. Ανδρέα Αυγουστή
(2000)1 ΑΑΔ 528) αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες είναι εμπειρογνώμονες. Από τη στιγμή λοιπόν που ένας μάρτυρας κρίνεται εμπειρογνώμονας, έχει νομολογηθεί ότι αυτός μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με τα ζητήματα που εμπίπτουν εντός της σφαίρας της ειδικότητας του, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από ένα μάρτυρα (Νικολάου v Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ 746). Ο ρόλος και τα καθήκοντα των εμπειρογνωμόνων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Πιττάλης και άλλων v. Ianira Εnterprises Ltd
(1997)1(B) A.A.Δ.814, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298). Στις εν λόγω αποφάσεις λέχθηκε ότι ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσας μαρτυρίας, όλοι οι ιατροί που κατέθεσαν εκ μέρους του Ενάγοντα, ακόμη και ο Μ.Υ 1 ιατρός, που κλήθηκε προς υπεράσπιση του Εναγομένου, εξέφρασαν όλοι τους την κοινή ιατρική θέση, πως ο Ενάγοντας, λόγω του ότι ήταν πολυτραυματίας αλλά και στην βάση της έκτασης των τραυμάτων του, δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει πίσω στα εργασιακά καθήκοντα του, ως οδηγός λεωφορείου. Ειδικότερα, οι Μ.Ε 3, Μ.Ε 5 και Μ.Ε 6 ήταν ξεκάθαροι ως προς το ζήτημα αυτό, εφόσον αποτελεί θέση τους ότι ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να επιστρέψει πίσω στην προ του τροχαίου δυστυχήματος εργασία του, δηλαδή ως οδηγός βαρέων οχημάτων (λεωφορείου), λόγω των χειρουργικών επεμβάσεων που υποβλήθηκε, συμπεριλαμβανομένης και της αρθοπλαστικής ισχίου, των σωματικών πόνων, την προβληματική χρήση του χεριού σε μεταφορά φορτίων και σε καθημερινές εργασίες αλλά και τους πολλαπλούς τραυματισμούς του που υπέστη, σε ισχίο, γόνατο, ποδοκνημική, ώμους, τα οποία είναι πλέον μόνιμα και χωρίς δυνατότητα βελτίωσης. Δείγμα του ότι ακόμη ο Ενάγοντας δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει λεωφορείο, ως υποστήριξαν ο Μ.Ε 3 και Μ.Ε 6, ισχυρισμό τον οποίο και αποδέχομαι, αποτελεί και το γεγονός ότι το 2023 ο Ενάγοντας υπεβλήθη σε επέμβαση αρθροπλαστικής ισχίου λόγω του ότι ένιωθε έντονο πόνο. Απόλυτα λογική κρίνεται και η θέση τους την οποία και αποδέχομαι ότι θα ήταν επικίνδυνο και για τους ίδιους τους χρήστες του λεωφορείου να επιτραπεί στον Ενάγοντα, ενόψει των ιατρικών του προβλημάτων, να οδηγεί ένα τέτοιο μεταφορικό μέσο. Με τις πιο πάνω ιατρικές θέσεις συμφώνησε και ο Μ.Υ.1, ο οποίος σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, δηλαδή ως προς το ποια εργασία ο Ενάγοντας μπορεί να εκτελέσει, ανάφερε τόσο στο ιατρικό του πιστοποιητικό (Τεκμήριο 37), όσο και κατά τη προφορική του μαρτυρία, ότι θα ήταν καλύτερα για τον Ενάγοντα, λόγω των τραυμάτων που υπέστη, να κάνει άλλη πιο ελαφριά εργασία, η οποία δεν έχει έντονες απαιτήσεις από το δεξιό ισχίο, παρά να εργάζεται ως οδηγός λεωφορείου. Ο μόνος ιατρός, ο οποίος είχε κάπως διαφορετική ιατρική άποψη, ως αυτή καταγράφηκε στο ιατρικό του πιστοποιητικό (Τεκμήριο 40), την οποία εν τέλει διαφοροποίησε, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ήταν ο Μ.Υ 2. Εκεί και όπου το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει διιστάμενη ιατρική μαρτυρία, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει να αναλύσει και αντιπαραβάλει την συγκρουόμενη επιστημονική μαρτυρία ώστε στο τέλος να καταλήξει στη δική του ανεξάρτητη κρίση, αιτιολογώντας με επαρκή τρόπο την κατάληξη του ως προς την προτίμηση του (Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111). Ο εν λόγω ιατρός εξέφρασε την ιατρική θέση ότι ο Ενάγοντας, 6 μήνες μετά την ολική αρθροπλαστική ισχίου στην οποία υποβλήθηκε (δηλαδή στις 3.10.23), ήταν σε θέση να επιστρέψει πίσω στα καθήκοντα του ως οδηγός λεωφορείου. Δεν αποδέχομαι την ιατρική του γνώμη επί του προκειμένου και εξηγώ ευθύς αμέσως το γιατί. Η πιο πάνω θέση του, την οποία καταγράφει στο ιατρικό του πιστοποιητικό, δεν παρέμεινε σταθερή, αλλά αυτή έρχεται σε αντίφαση με άλλη θέση την οποία και προέβαλε αντεξεταζόμενος. Και τούτο γιατί, κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας, 6 μήνες μετά το χειρουργείο που υποβλήθηκε την 13.10.14 (σε αποκατάσταση της ρήξης του οπίσθιου χιαστού του γόνατος), ήταν σε θέση να ασκήσει ελαφρά μορφής εργασία με πλήρες ωράριο. Από την μια προβάλλει τη θέση ότι ο Ενάγοντας, μετά την αρθοπλαστική ισχίου που υπεβλήθη το 2023 ήταν σε θέση να επιστρέψει πίσω στα καθήκοντα του ως οδηγός λεωφορείου, και από την άλλη, προβάλλει μία εντελώς αντίθετη θέση, ότι δηλαδή, από το 2015 ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει πίσω στη προ του τροχαίου δυστυχήματος εργασία του, αλλά ήταν σε θέση να ασκήσει ελαφριά μορφής εργασία. Στην συνέχεια ο Μ.Υ 2 ανασκεύασε τη θέση του επί του ζητουμένου υπό την έννοια ότι δεν εξέφρασε την ίδια βεβαιότητα, κατά πόσο δηλαδή ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να επιστρέψει πίσω στην εργασία του. Και τούτο γιατί κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του (βλ. σελίδα 3 των πρακτικών, ημερομηνίας 6.6.25) σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, κατά πόσο δηλαδή ο Ενάγοντας μπορούσε να επιστρέψει στην εργασία του ως οδηγός αλλά και τί οδηγός, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι: «.θεωρώ ότι μετά την αρθροπλαστική ισχίου το κάτω άκρο είναι αρκετά λειτουργικό που να μπορεί να οδηγήσει ίσως ένα λεωφορείο, ένα mini van, ένα mini bus. E: Τώρα, θα μπορούσε να οδηγήσει ένα mini van, ένα λεωφορείο, ένα mini bus κανονικό οκτάωρο; A: Θεωρώ πως ναι.» (υπογράμμιση του δικαστηρίου) Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του (βλ. σελίδα 15 των πιο πάνω πρακτικών) ανασκεύασε και πάλι την πιο πάνω θέση του αλλά και την θέση του που κατέγραψε στο ιατρικό του πιστοποιητικό, αναφέροντας ότι ο Ενάγοντας δεν είναι σε θέση να επιστρέψει πίσω στην εργασία του ως οδηγός λεωφορείου. Για του λόγου του αληθές ανέφερε ότι: «Κοιτάξετε, λόγω του επαγγέλματος προφανώς είμαι και δρομέας, ξέρω τι σημαίνει να στρεσάρεις την επιγονατηδομηριαία άρθρωση, οπότε θεωρώ ότι το να οδηγείς ένα αυτοκίνητο, mini van, mini bus, θεωρώ ότι ο συγκεκριμένος ασθενής θα μπορούσε να κάνει αυτή τη δραστηριότητα. Τώρα δεν μιλούμε να οδηγά έξι, επτά, οκτώ ώρες συνεχόμενες. Εξού και εγώ που ήρθα από Λευκωσία σήμερα, σε κάποια στιγμή ένιωθα ότι τα πόδια μου ήταν μουδιασμένα. Δεν τον βάζουμε να πάει να οδηγήσει 6, 7, 8 ώρες συνεχόμενες αλλά να πάει να κάνει οδήγηση μισή ώρα, θεωρώ ότι στη μια ώρα δεν θα έχει πρόβλημα.». Με βάση τα όσα ανάφερε πιο πάνω ο εν λόγω ιατρός αποδέχεται εν τέλει ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει πίσω στην εργασία του, ως οδηγός λεωφορείου, αλλά ήταν σε θέση να οδηγήσει ένα mini bus, van και αυτό μάλιστα όχι για συνεχόμενες ώρες, δηλαδή να δουλεύει με μερική απασχόληση (part time). Η μόλις πιο πάνω εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από τα όσα ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε στη συνέχεια της αντεξέτασης του (βλ. σελ. 7 των στενοτυπημένων πρακτικών, ημερομηνίας 6.6.2025) και στην ερώτηση που του υποβλήθηκε «Όταν λέτε γιατρέ, θεωρώ ότι 6 μήνες μετά την ολική αρθροπλαστική ισχίου θα μπορούσε να επιστρέψει στην εργασία του ως οδηγός, εννοείτε ως οδηγός βαρέων οχημάτων;» αυτός απάντησε τα εξής: «Όχι βαρέων οχημάτων, mini bus, van, αυτοκίνητο κανονικό». (υπογράμμιση του δικαστηρίου) Στη δε σελίδα 9 των ίδιων πρακτικών ανέφερε και τα ακόλουθα: «Οπότε ναι, δεν έχω αρνηθεί ότι ο συγκεκριμένος ασθενής είχε τραυματισμούς στο συγκεκριμένο άκρο, θεωρώ όμως ότι με τη θεραπεία την οποία έλαβε θα μπορούσε ναι, να ασκήσει ελαφριά εργασία, να οδηγήσει ένα αυτοκίνητο, ένα mini van, ένα mini bus για κάποιες αποστάσεις. Να κάνει ελαφριά εργασία ως έχουμε πει και προηγουμένως.» Επομένως, ενόψει των πιο πάνω αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών του θα ήταν ακροσφαλές για το δικαστήριο να καταλήξει σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα μέσω της μαρτυρίας του επί του ζητουμένου, έξω και μακριά από το γεγονός ότι εν τέλει η τελική του θέση ήταν και αυτού, σε συμφωνία με την αποδεκτή μαρτυρία των λοιπών ιατρών, ότι ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να επιστρέψει πίσω στην προ του δυστυχήματος εργασία του, δηλαδή ως οδηγός λεωφορείου που είναι εν προκειμένω και το ζητούμενο. Επομένως, αποδεχόμενος τη μαρτυρία των Μ.Ε.3, Μ.Ε.5, Μ.Ε.6 και Μ.Υ.1, αποτελεί τελικό εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας συνεπεία του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος και των τραυμάτων που υπέστη σε διάφορα μέρη του σώματος του δεν είναι σε θέση μέχρι και σήμερα να επιστρέψει πίσω στο προ του τροχαίου δυστυχήματος επάγγελμα του, δηλαδή ως οδηγός λεωφορείου. Επιβεβαιωτική της πιο πάνω θέσης του δικαστηρίου αποτελεί και το γεγονός ότι αφαιρέθηκε από τον Ενάγοντα, στην βάση των ιατρικών πιστοποιητικών που απέστειλε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (ΤΟΜ), η επαγγελματική του άδεια ώστε να είναι σε θέση να οδηγεί λεωφορείο(Τεκμήριο 32) αλλά και ότι στη βάση των ιατρικών πιστοποιητικών που ο ίδιος προσκόμισε στην εργοδότρια του, η τελευταία τερμάτισε τις υπηρεσίες του (Τεκμήριο 31) εφόσον έκρινε ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει πίσω στην εργασία του. Με δεδομένη την πιο πάνω τελική κρίση του δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας δεν είναι σε θέση να επιστρέψει στην προ του τροχαίου δυστυχήματος εργασία του ως οδηγός λεωφορείου, προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το αμέσως επόμενο επίδικο ζήτημα που χρήζει απάντησης από το δικαστήριο, και που δεν είναι άλλο από του κατά πόσο ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να ασκήσει οποιαδήποτε άλλη εργασία. Τυχόν καταφατική απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα, το δικαστήριο θα πρέπει να προσδιορίσει και από πότε χρονικά ήταν σε θέση ο Ενάγοντας να ασκήσει τούτη. Και επί του ζητήματος αυτού δεν υπάρχει ιδιαίτερη διάσταση μεταξύ των ιατρών που κλήθηκαν να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακόμη και οι ίδιοι οι ιατροί που κλήθηκαν να καταθέσουν εκ μέρους του Ενάγοντα, αποδεχόμενος τη μαρτυρία τους, ήταν η θέση τους ότι ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να ασκήσει ελαφράς μορφής εργασία. Ειδικότερα, ο Μ.Ε.3, στο ιατρικό του πιστοποιητικό (Τεκμήριο 16) καταγράφει ότι ο Ενάγοντας είναι σε θέση να ασκήσει ελαφράς μορφής εργασία. Στο επόμενο του ιατρικό πιστοποιητικό, ημερομηνίας 1.8.24 (Τεκμήριο 22), αναφέρει επιπρόσθετα ότι συστήνεται στον Ενάγοντα «μόνο ελαφρά εργασία για όχι περισσότερο από 2 συνεχόμενες ώρες για να μην επιδεινωθεί η κατάσταση του δεξιού γόνατος ώστε να χρειαστεί αρθροπλαστική αντικατάσταση και να προστατευθεί η αρθροπλαστική επέμβαση στο δεξιό ισχίο από μελλοντική χαλάρωση και πιθανή αναθεώρηση». Ο δε Μ.Ε.6 στο ιατρικό του πιστοποιητικό αναφέρει ότι ο Ενάγοντας «ανάλογα με τα γνωστικά αντικείμενα που διαθέτει μπορεί να εργοδοτείται σε καθιστικά επαγγέλματα που απαιτούν ελαφριά χειρωνακτική εργασία». Επίσης, κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, εξέφρασε την ιατρική γνώμη ότι ο Ενάγοντας μπορεί να ασκεί ελαφριές εργασίες με συνεχόμενο οκτάωρο, όπως για παράδειγμα περιπτεράς, τηλεφωνητής που δεν απαιτούν πολλή ορθοστασία και την ανύψωση βαριών αντικειμένων. Για του λόγου του αληθές, ο Μ.Ε.6 ανέφερε, κατά την αντεξέταση του (βλ. σελ. 14 των πρακτικών ημερομηνίας 20.5.25), τα ακόλουθα: «Ε. Λέτε όμως στο Τεκμήριο 16 στη γνωμάτευση σας στην προτελευταία παράγραφο «Δεν είναι ικανός να εξασκήσει το επάγγελμα ως οδηγός. Μπορεί να ασκεί μόνο ελαφριά εργασία». Α. Ναι. Ε. Όταν λέμε «ελαφριά εργασία» μπορεί να κάνει τον περιπτερά; A. Nαι. Ε. Μπορεί να κάνει τον τηλεφωνητή στη Cablenet; A. Aν έχει το κατάλληλο training σαν τηλεφωνητής μπορεί να δουλέψει. Ε. Μπορεί να κάνει τον τηλεφωνητή στην CYTA; Δικαστήριο: Έχει διαφορά; Aντεξέταση συνεχίζεται: E. Μπορεί να κάνει εργασίες οι οποίες στην πραγματικότητα είναι ελαφριές. Α. Εντάξει, αν δεν χρειάζεται να ανεβοκατεβαίνει σκάλες. Ε. Να περπατά. A. Πολλή ορθοστασία, να μην σηκώνει βάρη, να μην μετακινεί βαρετά αντικείμενα, βαρετή εργασία. Ε. Αυτό μας το λέτε για το
  1. Το ίδιο ισχύει και το 2024; A. Το 2016 μέχρι το 2024 με την πάροδο του χρόνου, δεν ξέρω το 2016, δεν ήξερα το 2016 πως θα ήταν το
  2. Ε. Αντιλαμβάνομαι η θέση αυτή που μας έχετε πει, αφορά και το 2024 που τον είδατε; A. Σίγουρα υπήρχε κάποια εξέλιξη γιατί έκανε αρθροπλαστική. Λαμβάνοντας υπόψη τους τραυματισμούς που υπέστη το 2013, τις εγχειρήσεις που έκανε, τις εγχειρήσεις που υπολογίζαμε ότι θα έκανε στο μέλλον και τα πολλαπλά τραύματα, ήταν ένα λογικό συμπέρασμα ότι αυτός ο ασθενής ήταν πάρα πολύ πιθανό να μην κάνει αυτού του είδους τις εργασίες. Αν του δώσετε μια δουλειά στη CYTA ας πάει να σηκώνει το τηλέφωνο.» Ο Μ.Ε 5 εξέφρασε επίσης την ιατρική άποψη ότι ιατρικά ο Ενάγοντας μπορεί να ασκήσει άλλο επάγγελμα για λίγες ώρες αναλόγως των γνωστικών του ικανοτήτων. Ο Μ.Υ.1, εξέφρασε τη θέση ότι λόγω της κατάστασης του θα ήταν καλύτερα για τον Ενάγοντα «να κάνει κάποια άλλη πιο ελαφρά εργασία όπως δουλειά γραφείου, τηλεφωνητής, περιπτεράς κλπ ή οποιαδήποτε άλλη εργασία που δεν έχει έντονες απαιτήσεις από το δεξιό ισχίο». Προφορικά ανέφερε ότι ο Ενάγοντας θα μπορούσε να εκτελέσει ελαφριά εργασία με πλήρες ωράριο (οκτάωρο), που δεν θα επιβαρύνει τα μέρη και τις περιοχές που είχε πρόβλημα. Ο δε Μ.Υ 2 εξέφρασε τη θέση ότι ο Ενάγοντας μπορούσε να ασκήσει ελαφριά εργασία με πλήρες ωράριο εργασίας, όπως κάποια γραφειακή δουλειά, να εργάζεται σε περίπτερο αλλά και ως κλητήρας. Στην βάση επομένως της πιο πάνω προσκομισθείσας μαρτυρίας, όλοι οι ιατροί εξέφρασαν την από κοινού θέση ότι ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να ασκήσει ελαφράς μορφή εργασία. Διαφωνία υπάρχει όμως ως προς το χρονικό σημείο εκτέλεσης αυτής, εφόσον ο Μ.Ε 3 και Μ.Ε 5, σε αντίθεση με τους υπολοίπους, ισχυρίστηκαν περαιτέρω ότι, στην βάση των τραυμάτων που υπέστη ο Ενάγοντας, μπορεί να ασκήσει τέτοια μόνο για κάποιες ώρες και όχι επί πλήρους ωραρίου. Ιατρική θέση την οποία δεν κάνω αποδεκτή. Και τούτο γιατί ο Μ.Ε 3, σε αντίθεση με την πιο πάνω καταγεγραμμένη στο ιατρικό του πιστοποιητικό του θέση, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του διαφοροποίησε τη θέση του αυτή. Ειδικότερα, ο Μ.Ε 3 ισχυρίστηκε ότι ο περιορισμός της απασχόλησης του Ενάγοντα σε ελαφρά μορφής εργασία περιορίζεται μόνο σε σχέση με εργασία όπου απαιτείτο οδήγηση και μόνον, όπως για παράδειγμα ως οδηγός ταξί. Για του λόγου του αληθές παραπέμπω σε αυτούσιο μέρος των πρακτικών (βλέπε σελίδα 25 των πρακτικών, ημερομηνίας 10.4.2025) όπου ανάφερε τα εξής: «Ε: Περιμένετε αφού δεν σας εξήγησα και εξηγώ. Θα μπορούσε να δουλέψει και ως περιπτεράς και ως τηλεφωνητής και ως ταξιτζής. Μπορούσε να κάνει οποιοδήποτε επάγγελμα το οποίο δεν ήταν βαρετής χειρωνακτικής ασχολίας. Α: Τι λέω εγώ στο ιατρικό μου πιστοποιητικό; Ε: Ανάλογα που διαθέτει. Α: Aυτό λέω που ότι και αν σημαίνει αυτό. Ε: Άρα μπορούσε να δουλέψει και σαν τηλεφωνητής και σαν περιπτεράς και σαν ταξιτζής; Α: Δούλεψα περιπτεράς, είναι δύσκολη δουλειά. Ε: Τζαιί εγώ δούλεψα γκαρσόνι όταν ήμουν φοιτητής. Α: πρέπει να τα πάρουμε ένα ένα. Δεν θα ήμουν αρνητικός να κάνει τον τηλεφωνητή αφού είναι μια καθιστική δουλειά. Ε: Ούτε όμως αρνητικό να κάνει τον ταξιτζή; A: Για οκτάωρο είναι δύσκολο.» Επομένως, δεν αποδέχομαι τη πιο πάνω θέση του Μ.Ε 3 ως αυτή καταγράφηκε στο ιατρικό του πιστοποιητικό εφόσον αποτελεί τελική του θέση, με την διευκρίνιση που έδωσε ανωτέρω ότι ο Ενάγοντας μπορεί να ασκήσει ελαφράς μορφή εργασίας, επί πλήρους ωραρίου, πλην επαγγέλματος στο οποίο απαιτείται οδήγηση. Ο δε Μ.Ε.5 επί του ίδιου θέματος ανάφερε τα ακόλουθα (βλέπε σελίδα 33 και 34 των πρακτικών, ημερομηνίας 13.5.2025): «Ε: Ο άνθρωπος τούτος γιατρέ μου όπως τον είδατε εσείς μπορεί να ασκήσει άλλου είδους επαγγέλματα εκτός από το επάγγελμα του οδηγού λεωφορείου; A: Εγώ προσωπικά αυτή την ερώτηση συνήθως δεν την απαντώ. Ε: Γιατί; A: Διότι στην ουσία ένας πενηντάρης, πενηνταπεντάρης που κάνει 20-25 χρόνια ένα επάγγελμα να αποταθεί να βρει άλλη δουλειά δεν είναι τόσο απλό. Ε: Γιατρέ, ακούστε με. Εν σας ρωτώ αν θέλει να βρει άλλη δουλειά, ούτε σας ρωτώ, Δικαστήριο: Iατρικά, από την πείρα σας. Α: Iατρικά ναι. Το συγκεκριμένο ασθενή αν τον βάλεις και ξέρει υπολογιστή μπορεί να δουλέψει λίγες ώρες αν ξέρει υπολογιστή αν ξέρει να απαντά τηλέφωνα να μιλά αγγλικά και ελληνικά. Πολλοί παράμετροι, αν το γενικεύσουμε, οι πάντες μπορούν να κάνουν κάποια δουλειά, και ο τετραπληγικός και ο παραπληγικός. Στην πράξη τι γίνεται όμως; Τι ισχύει». Ούτε αποδέχομαι επί του προκειμένου τη θέση του Μ.Ε 5, εφόσον ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ξεκάθαρα ότι σκοπός της εξέτασης του ιατροσυμβουλίου δεν ήταν να γνωματεύει κατά πόσο ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να ασκήσει οποιαδήποτε άλλη εργασία, αλλά αποκλειστικά σκοπός της εξέτασης του ήταν να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο ο τελευταίος ήταν σε θέση να επιστρέψει πίσω στα καθήκοντα του ως οδηγός λεωφορείου. Έχοντας και ως δεδομένο ότι ο εν λόγω ιατρός δεν ήταν ο θεράπων ιατρός του Ενάγοντα, δεν τον παρακολουθούσε κατά την διάρκεια της αποθεραπείας του αλλά και δεν τον εξέτασε με σκοπό να απαντήσει στο ζητούμενο, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του αυτή, η οποία ήταν εν πάση περιπτώσει θεωρητική, γενική, αόριστη και όχι απόλυτα βέβαιη. Πέραν της πιο πάνω ιατρικής μαρτυρίας, ακόμη και των ίδιων των θεραπόντων ιατρών του Ενάγοντα, η θέση του τελευταίου ήταν ότι ο ίδιος είναι μόνιμα και ολικά ανίκανος για να εκτελέσει οποιασδήποτε μορφής ελαφράς εργασίας. Δεν αποδέχομαι τη θέση του αυτή. Ο Ενάγοντας επί του ζητήματος αυτού διαπίστωσα ότι υπερέβαλε και προσπάθησε με κάθε δυνατό τρόπο να παρουσιάσει μια πλασματική εικόνα ως προς την έκταση των τραυμάτων του και τις συνέπειες αυτών, η οποία δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Και τούτο γιατί η βασική αυτή του θέση, ότι δηλαδή ο ίδιος κατέστη μόνιμα και ολικά ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία, δεν υποστηρίζεται από καμία επιστημονική ιατρική μαρτυρία, με αποτέλεσμα οι οποιοιδήποτε σχετικοί ισχυρισμοί του να είναι γενικοί, ατεκμηρίωτοι και χωρίς το οποιοδήποτε πραγματικό έρεισμα. Τουναντίον, οι εμπειρογνώμονες και θεράποντες ιατροί που ο ίδιος κάλεσε στο Δικαστήριο, εξέφρασαν αντίθετη άποψη από τον ίδιο, αναφέροντας ρητά και με ξεκάθαρο τρόπο ότι ο ίδιος ήταν σε θέση να ασκήσει ελαφράς μορφής εργασία και μάλιστα επί πλήρους ωραρίου. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας προέβη, αντεξεταζόμενος, σε σχετική αναπαράσταση στο Δικαστήριο για το πως o ίδιος βαδίζει. Με βάση την εικόνα που παρουσίασε στο δικαστήριο περπατούσε με έντονη χωλότητα και δεν μπορούσε να βαδίσει χωρίς την βοήθεια πατερίτσας. Εξήγησε στο δικαστήριο ότι επειδή ο ίδιος καθόταν στο εδώλιο του μάρτυρα αρκετή ώρα, δεν μπορεί να περπατήσει αμέσως. Όταν είναι όμως στο σπίτι δεν χρησιμοποιεί την πατερίτσα και χρησιμοποιεί τα χέρια του, ακουμπώντας στον τοίχο. Αν αφήσει την πατερίτσα διευκρίνισε ότι θα σωριαστεί στο έδαφος, λόγω του ότι μερικές φορές δεν ελέγχει το πόδι του, εφόσον όπως χαρακτηριστικά ανάφερε αυτό «φέφκει». Η πιο πάνω εικόνα για το πως ο ίδιος βαδίζει, ότι δηλαδή χρησιμοποιεί το μπαστούνι κατά τις μετακινήσεις του αλλά και ότι χωρίς αυτό δεν μπορεί να περπατήσει, διαψεύδεται μέσα από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 47 και 48 που κατέθεσε ο Μ.Υ.3, τη μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι. Κρίνω ότι τα όσα ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε και παρουσίασε σε σχέση με τον Ενάγοντα προήλθαν μετά από παρακολούθηση του, που διενήργησε ο ίδιος μεταξύ της χρονικής περιόδου 4.9.2017-12.10.17 και 27.12.21-21.1.2022, αντιστοίχως. Στα πλαίσια της έρευνας του, ο εν λόγω μάρτυρας εξασφάλισε και βιντεογραφημένα στιγμιότυπα από τον Ενάγοντα, τα οποία κατέγραψε σε USB stick το οποίο παρουσίασε στο Δικαστήριο. Δεν έχω αμφιβολία ότι στο USB stick απεικονίζεται ο Ενάγοντας, γεγονός το οποίο εξάλλου ο ίδιος δεν αμφισβήτησε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και τα όσα περιέχονται σε αυτό αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία. Κατά το στάδιο της τελικής του αγόρευσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του, εισηγείται ότι το δικαστήριο δεν θα πρέπει να λάβει υπόψιν το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων εφόσον παραβιάζουν το δικαίωμα του Ενάγοντα στην ιδιωτική ζωή. Και τούτο γιατί τα όσα απεικονίζονται σε αυτά λήφθηκαν αφενός χωρίς την συγκατάθεση του. Τίθεται επομένως ζήτημα νομιμότητα τους. Παρά το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε ένσταση κατά την κατάθεση τους, από τη στιγμή που η πλευρά του Ενάγοντα εγείρει ζήτημα νομιμότητα τους, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει το ζήτημα αυτό και να εξετάσει την αποδεκτότητα τους (Miorage Popovic Slopodan v Dubranvka Radivojenik
(1998)1 A.A.Δ 1162). Σχετικός, μεταξύ άλλων, είναι και ο Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος του 2001 (Ν.138(Ι)/2001), ο οποίος περιέχει διατάξεις που αποσκοπούν στην προστασία του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, το οποίο επιτυγχάνεται μέσω συγκεκριμένων περιορισμών στην συλλογή και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η συλλογή των οποίων είναι επιτρεπτή μόνο υπό εξαιρέσεις. Βάσει του ερμηνευτικού άρθρου 2 του εν λόγω Νόμου, «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» ή «δεδομένα» σημαίνει: «κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δε δύνανται πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων». Ο όρος «επεξεργασία» ή «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» σημαίνει: «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από οποιοδήποτε πρόσωπο με η χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και που εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και περιλαμβάνει τη συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση, αποθήκευση, τροποποίηση, εξαγωγή, χρήση, διαβίβαση, διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, τη συσχέτιση ή το συνδυασμό, τη διασύνδεση, το κλείδωμα, τη διαγραφή ή την καταστροφή». Η έννοια συγκατάθεση σημαίνει: «.συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επίγνωση, και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν». H δε απαγόρευση επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εκτός αν δώσει τη ρητή συγκατάθεση του το υποκείμενο των δεδομένων αυτών, προνοείται από το άρθρο 5 του εν λόγω Νόμου. Στην εν λόγω απαγόρευση όμως υπάρχουν εξαιρέσεις, με την συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων αυτών να κρίνεται ως επιτρεπτή, ακόμη και χωρίς την συγκατάθεση του υποκείμενου. Η παράγραφος 2(ε) του άρθρου 5 προνοεί ως ακολούθως: 2 (ε) «'Όταν η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει των δικαιωμάτων, συμφερόντων και θεμελιωδών ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων». Αντίστοιχη εξαίρεση περιέχεται και στην παράγραφο 2 (ε) του άρθρου 6 του εν λόγω Νόμου, όπου γίνεται πρόνοια σε σχέση με την απαγόρευση συλλογής και επεξεργασίας «ευαίσθητων δεδομένων». Αυτή δε προνοεί ότι: «2(ε) «H επεξεργασία αφορά αποκλειστικά δεδομένα τα οποία το υποκείμενο των δεδομένων δημοσιοποιεί ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση ή άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον του δικαστηρίου». Στη βάση των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων είμαι της γνώμης ότι το περιεχόμενο του οπτικοακουστικού υλικού που απεικονίζει τον Ενάγοντα έλαβε χώρα σε δημόσιο δρόμο, με πρωταρχικό σκοπό και στόχο, την παράθεση από μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας, που εκπροσωπεί τον Εναγομένο, του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου ούτως ώστε ο Ενάγοντας να απαντήσει εάν αναγνωρίζει εαυτόν ως το υποκείμενο που εκεί αποτυπώνεται. Ο Ενάγοντας αποδέχθηκε ότι είναι το πρόσωπο που απεικονίζουν τα βίντεο και έδωσε τις δικές του εξηγήσεις. Θεωρώ ότι η κατάθεση των εν λόγω τεκμηρίων εμπίπτει κάτω από τις εξαιρέσεις των άρθρων 5
(2)(ε) και 6
(2)(ε), που εν τη σοφία του εισήγαγε ο νομοθέτης εντός του πιο πάνω Νόμου, και στην οποία η ασφαλιστική εταιρεία, ενεργώντας μέσω του ασφαλισμένου της, δηλαδή του Εναγομένου, έχει έννομο συμφέρον για την λήψη τέτοιων πληροφοριών. Και τούτο γιατί με βάση τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (Ν. 96(I)/2000) στις περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων, ως είναι και η προκειμένη περίπτωση, το πρόσωπο που αποζημιώνει σε περιπτώσεις ατυχημάτων, είναι η ασφαλιστική εταιρεία, τα συμφέροντα της οποίας θίγονται και για τον λόγο αυτό διατηρεί ασφαλώς έννομο συμφέρον. Στην παρούσα, σκοπός της περιορισμένης αυτής παρακολούθησης του Ενάγοντα, ήταν η προώθηση της υπεράσπισης του Εναγομένου, ότι δηλαδή αυτός δεν ήταν μόνιμα και ολικά ανίκανος για εργασία ως διατείνει. Απόλυτα σχετική επί του προκειμένου είναι και η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Mehmedovic v. Switzerland (application no. 17331/11), ημερομηνίας 17.1.19. Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο διαπραγματεύτηκε το ζήτημα κατά πόσο η παρακολούθηση των Αιτητών από ιδιώτες ερευνητές, κατόπιν οδηγιών που έλαβαν από ασφαλιστική εταιρεία, παραβίαζε το άρθρο 8 Συνθήκης (δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή). Η απάντηση που δόθηκε από το δικαστήριο ήταν αρνητική, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα εξής σχετικά: «. the insurer had a duty to verify whether the victim's claim for reparation was justified, as it was also acting in the interests of all the insured collectively. On that basis, they had concluded that the insurer was entitled to conduct private investigation and that the victim was under a duty to cooperate in establishing the facts and to accept that the insurer might conduct investigations, even though without the insured person's knowledge, when that was necessary to achieve the aim pursued». Στην βάση των πιο πάνω αποτελεί τελική κρίση του Δικαστηρίου ότι τα εν λόγω Τεκμήρια που κατάθεσε ο Μ.Υ 3 είναι μαρτυρία αποδεκτή, επιτρεπτή και μη παράνομη. Επομένως το δικαστήριο θα προσδώσει σε αυτά την αναγκαία βαρύτητα. (Σχετικές επί του θέματος είναι και η υπόθεση Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών ν. Berriman Properties (Overseas) Ltd και Άλλων
(2016)2 ΑΑΔ 640 καθώς και οι πρωτόδικες αποφάσεις στις υποθέσεις 294/2007 Λένιν Θεοδούλου ν Moustafa Svavadi, ημερομηνίας 14.9.2011 του Ε.Δ. Λεμεσού, Βικτώριας Δημητρίου ν
  1. Κυριάκου Κακουλλή, Αριθμός αγωγής 2394/16, ημερομηνίας 9.12.16 και Διανέλλου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λίμιτεδ, Αγωγή αρ.1173/14, 10/5/2022, από τις οποίες άντλησα καθοδήγηση και υιοθετώ το δικαστικό τους λόγο). Ως διαφαίνεται, μέσω των πιο πάνω τεκμηρίων, ο Ενάγοντας βαδίζει κανονικά, με κάποια όμως περιορισμένη χωλότητα, και την περισσότερη ώρα για να είναι σε θέση να βαδίσει δεν κάνει χρήση της βακτηρίας του. Είναι επίσης σε θέση να οδηγήσει αυτοκίνητο και να ανέβει το πεζοδρόμιο και πάλι χωρίς την χρήση βακτηρίας. Για να εισέλθει στην οικία του την βακτήρια την αφήνει στο όχημα του. Επομένως, η εικόνα του Ενάγοντα, ως αυτή καταγράφηκε από τον Μ.Υ 3, διαψεύδει τους ισχυρισμούς του τελευταίου αλλά και την αναπαράσταση που ο ίδιος προέβη στο δικαστήριο για το πως βαδίζει σήμερα. Ούτε αποδέχομαι τη θέση του ότι ο ίδιος έκανε προσπάθειες να εξεύρει εργασία, έστω και περιστασιακά, εφόσον λόγω της υπάρχουσας κατάστασης του κανένας δεν τον προσλάμβανε. Η θέση του αυτή είναι γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη. Κανένα ίχνος μαρτυρίας και λεπτομερειών δεν προσκόμισε ο Ενάγοντας περί τούτου. Περαιτέρω, με σκοπό να πείσει το δικαστήριο ότι ο ίδιος είναι ολικά ανίκανος για εργασία, παράπεμπε συνεχώς στο γεγονός ότι ο ίδιος κρίθηκε από το Ιατροσυμβούλιο σε ποσοστό 75% ανίκανος για εργασία. Ως όμως εξήγησε ο Μ.Ε 5, του οποίου την μαρτυρία επί του προκειμένου κάνω αποδεκτή, σκοπός του Ιατροσυμβούλιου ήταν να γνωματεύσει μόνον το κατά πόσο ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να επιστρέψει στην προ του τροχαίου δυστυχήματος εργασία του και όχι αν ήταν ικανός να εξασκήσει οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα. Αντιφατική επίσης ήταν και η εξής του θέση. Αρχικά ανάφερε ότι ήταν σε θέση να εργαστεί σε ελαφρά εργασία μόνο για περίοδο δύο ωρών, ενώ στη συνέχεια ανασκεύασε τη θέση του, ισχυριζόμενος ότι δεν είναι σε θέση να εργαστεί καθόλου. Προέβαλε, επίσης σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, ότι οι θεράποντες ιατροί του επιβεβαιώνουν τις θέσεις του (βλέπε σελίδα 49 των πρακτικών), γεγονός το οποίο στη βάση της πιο αξιολόγησης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Συνεπακόλουθα, ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, αποτελεί τελικό εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας είναι σε θέση να ασκήσει ελαφριά μορφής εργασία επί πλήρους ωραρίου, η οποία δεν απαιτεί βαριά χειρωνακτική εργασία αλλά και πολλή ορθοστασία, όπως για παράδειγμα κλητήρας, τηλεφωνητής, γραφέας αλλά και υπάλληλος περιπτέρου. Από πότε όμως χρονικά ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να ασκήσει τέτοια μορφής ελαφρά εργασία είναι το αμέσως επόμενο ερώτημα που χρήζει απάντησης. Σχετική επί τούτου ήταν από πλευράς Ενάγοντα η μαρτυρία του Μ.Ε.
  2. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 16 ο εν λόγω ιατρός καταγράφει στο ιατρικό του πιστοποιητικό ότι συνέστησε στον Ενάγοντα αποχή από τα εργασιακά του καθήκοντα για αποφυγή υποτροπιασμού της υγείας του, και ότι του χορηγήθηκε άδεια ασθενείας από 6.11.2013 μέχρι την ημερομηνία κατάρτισης του εν λόγω πιστοποιητικού, δηλαδή μέχρι τις 1.12.
  3. Από την άλλη, από πλευράς Εναγομένου, σχετική ήταν η μαρτυρία των Μ.Υ 1 και Μ.Υ.
  4. Οι εν λόγω ιατροί ισχυρίστηκαν ότι ο Ενάγοντας μπορούσε να ασκήσει ελαφράς μορφή εργασία, 6 με 8 μήνες μετά την 13.10.14, ημερομηνία όπου ο τελευταίος υποβλήθηκε σε αποκατάσταση της ρήξης του οπίσθιου χιαστού του γόνατος. Επί του προκειμένου αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε 3 και απορρίπτω τις θέσεις των Μ.Υ 1 και Μ.Υ
  5. Και τούτο γιατί ο Μ.Ε 3, ο οποίος ήταν ένας εκ των θεράποντων ιατρών του Ενάγοντα και ο οποίος τον παρακολουθούσε επί τακτικής βάσης, κρίνω ότι ήταν άμεσα γνώστης επί υποκειμενικών και όχι αντικειμενικών δεδομένων των προβλημάτων και των πόνων που αυτός αντιμετώπιζε, αλλά ήταν και σε καλύτερη θέση και είχε καλύτερη αντίληψη της γενικότερης ιατρικής του κατάστασης και μετεγχειρητικής του πορείας. Εξάλλου, η διαφορά της ιατρικής μαρτυρίας του Μ.Ε 3 και των ιατρών του Εναγομένου ως προς το χρονικό σημείο που ήταν σε θέση να εργαστεί ο Ενάγοντας, είναι μόνο 16 μήνες. Ούτε και βρίσω τη θέση του Μ.Ε 3 υπερβολική, εφόσον ήταν ειλικρινής ότι από την 1.12.16 ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να εργαστεί. Επιπρόσθετα, η πιο πάνω θέση του Μ.Ε 3, συμβαδίζει και με το όλο ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα εφόσον ο ίδιος συνέχιζε να πονά και να υποφέρει, εξ ου και στις 4.8.16 υπεβλήθη σε επέμβαση κλειστής ανάταξης δεξιού ώμου και του χορηγήθηκε ενδοαρθρική ένεση κορτιζόνης λόγω συμφυτικής θυλακίτιδας. Από την άλλη, η μαρτυρία των Μ.Υ 1 και Μ.Υ 2 επί του προκειμένου κινήθηκε επί θεωρητικού επιπέδου, εφόσον οι ίδιοι δεν είχαν πλήρη υποκειμενική άποψη περί των προβλημάτων και του πόνου που αντιμετώπιζε ο Ενάγοντας τον επίδικο χρόνο. Τον εξέτασαν μόνο κατά το έτος 2023 και 2024 και οι οποιεσδήποτε εκτιμήσεις τους στηρίζονται επί θεωρητικής και αντικειμενικής βάσης και όχι επί πραγματικού επιπέδου, χωρίς να έχουν άμεση γνώση των προβλημάτων του, εφόσον κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχαν υπό την ιατρική τους επίβλεψη τον Ενάγοντα. Επομένως, με δεδομένη την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε 3 επί του ζητήματος αυτού και λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη ιατρική μαρτυρία ότι του συνεστήθη μετέπειτα από την 1.12.2016 περαιτέρω άδεια ασθενείας περί αποχής του από τα εργασιακά του καθήκοντα, αποτελεί τελικό εύρημα του Δικαστηρίου ότι από την 2.12.2016 ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να ασκήσει ελαφράς μορφής εργασία επί πλήρους ωραρίου. Η παροχή στον Ενάγοντα σύνταξη αναπηρίας σε ποσοστό 75% δεν σημαίνει ότι αυτός δεν ήταν ικανός για πάσης φύσεως εργασία. (Μιχαηλίδου ν. Χατζηνικόλα Πολ. Έφεση 26/13, ημερ. 26.11.19), ECLI:CY:AD:2019:A
  6. Στη βάση των πιο πάνω τελικών ευρημάτων, προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τις αξιώσεις του Ενάγοντα. ΑΠΩΛΕΙΑ ΑΠΟΛΑΒΩΝ O Eνάγοντας αξιώνει, στη βάση των δικογραφημένων του απαιτήσεων, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, απώλεια απολαβών από την εργασία του, για την περίοδο από 6.11.2013 μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας Έκθεσης Απαίτησης προς €2.200 μηνιαίως, πλέον 13ον και 14ον μισθό, αφού, σύμφωνα πάντοτε με την εκδοχή του, αδυνατεί πλέον να εργαστεί. Στην ίδια βάση, αξιώνει περαιτέρω και απώλεια απολαβών από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης του μέχρι την δίκη του. Το ποσό αυτό το καθόρισε, σύμφωνα πάντοτε με τους υπολογισμούς του, στο ποσό των €140.948,
  7. Η απώλεια εισοδημάτων που έχει υποστεί ένας Ενάγοντας, και η οποία έχει αποκρυσταλλωθεί μέχρι την ημέρα της δίκης, έχει νομολογηθεί ότι αποτελεί είδος ειδικής ζημιάς (Κολάνη v. Ταμπούρα
(2010)1 Α.Α.Δ. 1108). Με βάση όμως τα πιο πάνω τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Ενάγοντας, συνεπεία του δυστυχήματος και των τραυμάτων που υπέστη, μπορούσε και ήταν σε θέση να εκτελέσει ελαφράς μορφής εργασία από την 1.12.
  1. Συνεπακόλουθα, η πραγματική απώλεια απολαβών που υπέστη, στη βάση της άδειας ασθενείας που του χορηγήθηκε, θα πρέπει να υπολογιστεί για τη χρονική περίοδο από 6.11.13 μέχρι 1.12.16, σύνολο δηλαδή 37 μηνών. Για να υπολογιστεί ποια ακριβώς ήταν η πραγματική απώλεια μισθού που υπέστη ο Ενάγοντας θα πρέπει να καθορισθεί ποιος ήταν ο καθαρός μηνιαίος του μισθός. Υπενθυμίζω εδώ, ότι το ύψος των απολαβών του Ενάγοντα, στο βαθμό που συνιστά ειδική ζημιά, πέραν του ότι πρέπει να εξειδικεύεται στην απαίτηση με λεπτομέρεια, πρέπει να αποδεικνύεται με αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (GEVOREST SLEEP DESIGNS LTD ν. AΡΚΑΔΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 456/2011, 25/1/2018), ECLI:CY:AD:2018:A
  2. Ο Ενάγοντας προβάλλει δικογραφικά τη θέση ότι λάμβανε μηνιαίο μισθό €2.200 καθαρά. Επί του προκειμένου, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 35, αντίγραφο του 13ου μισθού που έλαβε ο Ενάγοντας από την εργοδότρια του για το έτος
  3. Ως προκύπτει μέσα από αυτό, ο Ενάγοντας έλαβε ως 13ο μισθό, ακαθάριστα, το ποσό των €1384, το οποίο αποτελεί και τον βασικό του μισθό (βασικός μισθός €1050.28 πλέον €334.20 ως τιμάριθμο). Ως προκύπτει περαιτέρω, ο καθαρός 13ος μισθός του, μετά την αποκοπή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (€101,66), ανέρχεται στο ποσό των €1.282.
  4. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, αυτός ήταν ο καθαρός μηνιαίος μισθός του Ενάγοντα. Με κάθε σεβασμό δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση αυτή. Και τούτο γιατί ως προκύπτει και πάλι από το Τεκμήριο 35, από το μισθό του Ενάγοντα, πέραν της αποκοπής των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αποκόπτονταν μηνιαίως και διάφορα άλλα ποσά όπως, μεταξύ άλλων, ταμείο αδειών και ταμείο πλεονασμού, και τα οποία συμποσούνται, στη βάση των όσων αναφέρονται στο εν λόγω Τεκμήριο, στο συνολικό ποσό των €267.
  5. Οι αποκοπές αυτές δεν αποκόπτονταν από τον 13ο του μισθό. Ο εν λόγω ακαθάριστος 13ος μισθός αποτυπώνεται στην κατάσταση του ασφαλιστικού του λογαριασμού (Τεκμήριο 29), στην οποία αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας έλαβε το ποσό των €
  6. Το σύνολο των ακαθάριστων αποδοχών του Ενάγοντα, για το έτος 2012, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 29, ανερχόταν στο ποσό των €34,532, συμπεριλαμβανομένου και του 13ου και 14ου μισθού. Με μια μαθηματική πράξη, αν το πιο πάνω ποσό διαιρεθεί δια 14, τότε ο ακαθάριστος μηνιαίος μισθός του Ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των €2,466.
  7. Αν από αυτό το ποσό αφαιρεθεί το ποσό των €101.66 (αποκοπή Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως προκύπτει από το Τεκμήριο 35) καθώς και οι υπόλοιπες μηνιαίες αποκοπές ύψους €267.70 (ως προκύπτει και πάλι από το Τεκμήριο 35), και αφού αφαιρεθεί ο φόρος εισοδήματος, τον οποίο και καθορίζω σε ποσοστό 10% και που ανέρχεται στο ποσό των €209.72, τότε ο καθαρός μέσος όρος μηνιαίος μισθός του Ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των €1.887,5 Στην υπόθεση Αριστοδήμου v. Πέτρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 980, τονίστηκε ότι θα πρέπει να αφαιρείται από το απωλεσθέν εισόδημα κατά την ανάρρωση, ο φόρος εισοδήματος, η έκτακτη εισφορά για την άμυνα και η εισφορά κοινωνικών ασφαλίσεων (Γεωργίου v. Αντωνίου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 967 και Χαραλάμπους v. Χριστοφόρου
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2812). Επομένως, ο Ενάγοντας στη βάση των πιο πάνω υπολογισμών, υπέστη συνολική απώλεια απολαβών ύψους €69.837.5 (€1.887,50 x 37 μήνες), το οποίο αποτελεί την πραγματική απώλεια απολαβών του. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Ενάγοντας λάμβανε σύνταξη ανικανότητας, από 16.9.15, ύψους €684 (Τεκμήριο 1), το οποίο όμως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν στα πλαίσια υπολογισμού των αποζημίωσεων. Επί του ζητήματος αυτού παρέχεται νομοθετική ρύθμιση στο άρθρο 65(β) του Κεφ. 148, το οποίο διαλαμβάνει ότι: «Πoσά πoυ δεv λαμβάvovται υπόψη κατά τov υπoλoγισμό της απoζημίωσης 65. Κατά τov υπoλoγισμό της απoζημίωσης πoυ πρέπει vα πληρωθεί εξαιτίας αστικoύ αδικήματoς δεv λαμβάvεται καθόλoυ υπόψη oπoιoδήπoτε πoσό- (α). (β) τo oπoίo καταβλήθηκε ή τo oπoίo πρέπει vα καταβληθεί από τo Ταμείo Κoιvωvικώv Ασφαλίσεωv ως παρoχή ή επίδoμα σε ασφαλισμέvo πρόσωπo συvεπεία τωv ίδιωv περιστάσεωv oι oπoίες δημιoυργoύv τη voμική υπoχρέωση για απoζημίωση σε σχέση με τo αστικό αυτό αδίκημα». Επομένως με βάση την πιο πάνω νομοθετική ρύθμιση δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη οποιοδήποτε ποσό που καταβλήθηκε ή είναι καταβλητέο από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως παροχή ή επίδομα Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Παντελή Κρίκκη
(2004)Ι Α.Α.Δ. 398. Ο Ενάγοντας αξιώνει περαιτέρω και απώλεια απολαβών από την ημέρα καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης του μέχρι και την δίκη του. Αποτελεί όμως εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας κατέστη ολικά ανίκανος για εργασία μόνο κατά το χρονικό διάστημα όπου του χορηγήθηκαν οι σχετικές άδειες ασθενείας του, δηλαδή για συνολική περίοδο 37 μηνών. Με τη λήξη αυτών, δηλαδή την 1.12.16 ο Ενάγοντας ναι μεν δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει πίσω στην εργασία του ως οδηγός λεωφορείου αλλά ήταν σε θέση να ασκήσει άλλη εργασία πιο ελαφρότερης, περιορισμένης και βοηθητικής μορφής, χωρίς να έχει τεθεί σχετική μαρτυρία ως προς το ποια θα ήταν τα μειωμένα εισοδήματα του εφόσον δεν αναζήτησε και δε εξηύρε εργασία (Ερωτοκρίτου Γεώργιος ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Δημήτρη Kουμπαρή και Άλλος ν. Δήμου Xρίστου Φουτρή
(2001)1 ΑΑΔ 921 και Iacovou Brothers (Constructions) Ltd ν. Παντελή Κρίκκη
(2004)1 ΑΑΔ 398). Επομένως δεν δικαιούται να αξιώνει μέχρι την ημέρα της δίκης του αποζημίωση για την πλήρη απώλεια των απολαβών του εφόσον ήταν σε θέση να ασκήσει κάποια εργασία, ως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω περίοδος δηλαδή από το 2016 μέχρι την δίκη του και η οποιαδήποτε απώλεια απολαβών θα υπολογιστεί μαζί με την μελλοντική απώλεια εισοδήματος εφόσον συμπλέκονται (Καρδανάς κ.α. ν. Καραμούζης
(2007)1 Α.Α.Δ. 191). Επομένως, θα τη συνυπολογίσω σε αυτό το πλαίσιο. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει σαφέστατα μείωση της ικανότητας του Ενάγοντα για εργασία που έχει άμεση σχέση με το γεγονός ότι δεν μπορεί πλέον να ασκήσει την εργασία του ως οδηγός λεωφορείου και να λαμβάνει το ίδιο εισόδημα που θα λάμβανε. Όταν κάποιος έχει καταστεί, λόγω του τραυματισμού του, ανίκανος για την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας και αν λόγω του τραυματισμού του δεν είναι ικανός στο μέλλον να κερδίζει τα ίδια εισοδήματα όπως πριν το ατύχημα, δικαιούται σε αποζημίωση. Σε ποια όμως εργασία μπορούσε ο Ενάγοντας να εργαστεί αλλά και τί μηνιαίο μισθό θα μπορούσε να λαμβάνει, παρέμειναν στοιχεία άγνωστα για το Δικαστήριο εφόσον δεν τέθηκε περί τούτου οποιαδήποτε σχετική και αποδεκτή μαρτυρία. Έχοντας όμως ως δεδομένο ότι ο Ενάγοντας δεν θα μπορεί να κερδίζει ότι θα κέρδιζε από την ίδια ή ανάλογη εργασία που ασκούσε πριν από το δυστύχημα και ότι η εργασία του θα είναι ελαφρύτερη και συνακόλουθα δυνητικά χαμηλότερο το εισόδημα του (Iacovou Brothers (Constructions) Ltd ν. Κρίκκη
(2004)Α.Α.Δ. 398 και ANDREAS V VRONDIS & SONS (CONSTRUCTIONS) LTD ν. ΣΟΦΟΚΛΗ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 189/2011, 15/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:A177) καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δικαιούται κάποιας αποζημίωσης. Η βάση για τον υπολογισμό της απώλειας μελλοντικών απολαβών υπολογίζεται με βάση τη διαφορά μεταξύ του τι κέρδιζε ο ενάγων πριν το επίδικο ατύχημα και τι κέρδιζε μετά τον τραυματισμό του (Δαϋίδ Γεωργίου ν. Κυριάκος Αντωνίου, Πολ. Έφεση 11583, 7.7.06). Σύμφωνα με τη νομολογία υπάρχουν δύο τρόποι αποκατάστασης της ζημιάς αυτής. Η πρώτη μέθοδος είναι αυτή του συντελεστή ή φόρμουλα πολλαπλασιαστή και πολλαπλασιαστέου. Ο συντελεστής ή πολλαπλασιαστής είναι ο αριθμός στον οποίο καταλήγει το Δικαστήριο για να καθορίσει την απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων που μπορεί να υπολογιστεί κατά το χρόνο της ακρόασης (Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, 247 και Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66) . Η άλλη μέθοδος είναι αυτή της επιδίκασης ενός κατ΄ αποκοπή σφαιρικού ποσού χωρίς τη χρήση της μεθόδου του συντελεστή (Ηρακλέους (ανωτέρω), Μαυροπετρή (ανωτέρω), Kouris Dam Joint Venture v. Λουρουτζιάτης
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 716 και Χαραλάμπους ν. Πογιατζής
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 726) Η δεύτερη μέθοδος συνίσταται στον υπολογισμό κατά προσέγγιση ενός συνολικού ποσού και προσφέρεται όπου ο κίνδυνος για μελλοντική ζημιά κρίνεται ως ορατός και υπαρκτός αλλά ελλείπουν κάποια συγκεκριμένα αριθμητικά δεδομένα ή κριτήρια πάνω στα οποία το Δικαστήριο θα ενεργήσει. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προσφέρεται η μέθοδος του συντελεστή για τον καθορισμό των αποζημιώσεων που αφορούν στην απώλεια εισοδημάτων λόγω της μειωμένης ικανότητας του Ενάγοντα για εργασία, εφόσον δεν έχουν προκύψει από τα γεγονότα της υπόθεσης σταθερά στοιχεία στη βάση των οποίων το Δικαστήριο θα μπορούσε να εφαρμόσει τη δυνατότητα εφαρμογής της μεθόδου του συντελεστή και του πολλαπλασιασταίου. Η μόνη επιλογή με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι αυτή της επιδίκασης ενός κατά αποκοπή ποσού. Έτσι, όπου ελλείπουν τα στοιχεία για αριθμητικό προσδιορισμό της μελλοντικής ζημιάς με τη μέθοδο του πολλαπλασιαστή και του πολλαπλασιαστέου, η διαφαινόμενη ζημιά συμπλέκεται με τις γενικές αποζημιώσεις και αποτιμάται κάτω από πλατιά σκοπιά υπό το φως του συνόλου των δεδομένων της υπόθεσης (Συκοπετρίτη ν. Αθηνάκη
(2005)1 Α.Α.Δ. 844, . Το δε ύψος της ζημιάς αυτής συναρτάται μ΄ όλους εκείνους τους παράγοντες που τείνουν να διαφωτίσουν για την πιθανότητα απώλειας εισοδήματος στο μέλλον. Μεταξύ των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται, υπόψη είναι η ηλικία του ενάγοντα, η επαγγελματική του κατάσταση και κατάρτιση, καθώς και η φύση της ανικανότητας του για εργασία. Η περιορισμένη μόρφωση αποτελεί πρόσθετο επιβαρυντικό παράγοντα για τις μελλοντικές εισοδηματικές του προοπτικές (Θεοφάνους Ανθή και Άλλος ν. Γιάννη Κουρουκλά και Άλλης
(2006)1 ΑΑΔ 528). Στην υπόθεση Καρδανάς κ.α. ν. Καραμούζης
(2007)1 Α.Α.Δ. 191 κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων για μελλοντική απώλεια εισοδήματος με τη χρήση της μεθόδου του πολλαπλασιαστή-πολλαπλασιαστέου ήταν εσφαλμένη εφόσον δεν προσκομίσθηκε μαρτυρία για καθορισμό του εισοδήματος που θα μπορούσε να έχει ο Εφεσίβλητος αν απασχολείτο σε γραφειακή εργασία. Όπως τονίστηκε ήταν υποχρέωση του Εφεσίβλητου να κινηθεί, να αναζητήσει εργασία και να φέρει, με μαρτυρία, τα όποια αποτελέσματα στο Δικαστήριο ώστε να κριθεί η λογικότητα των ενεργειών του στο πλαίσιο του πρακτικώς εφικτού και να υπολογιστεί η ενδεχόμενη μείωση στο εισόδημα του. Η μελλοντική απώλεια υπολογίστηκε και πάλι στη βάση ενός κατ΄αποκοπήν ποσού, η οποία καθορίστηκε στο ποσό των τότε Λ.Κ 30.
  1. Στην υπόθεση ANDREAS V VRONDIS & SONS (CONSTRUCTIONS) LTD ν. ΣΟΦΟΚΛΗ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 189/2011, 15/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:A177, το Δικαστήριο επεδίκασε κατά αποκοπή το ποσό των €30.000 για τη μείωση της εισοδηματικής ικανότητας του Εφεσίβλητου στη βάση του ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο Εφεσίβλητος ήταν ανίκανος για εργασία για συγκεκριμένη περίοδο (περίοδος όπου του δόθηκε άδεια εργασίας), μετέπειτα κρίθηκε ικανός να ασκεί κάποιου είδους εργασία. Στην εν λόγω υπόθεση επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων αναφορικά με την απώλεια μελλοντικών απολαβών και οι οποίες καθορίστηκαν στο ποσό των €30.
  2. Ο Εφεσίβλητος ήταν 54 ετών, από την ημερομηνία υπολογισμού από το Δικαστήριο της απώλειας μελλοντικών απολαβών, με μέσες μηνιαίες απολαβές το ποσό των €1.523,
  3. Στην υπόθεση Εγγλέζου v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 284/2018, ημερομηνίας 10.7.2025 επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απερρίφθη ο σχετικός λόγος έφεσης ότι το κατ' αποκοπήν ποσό που δόθηκε στον Εφεσείοντα για απώλεια μελλοντικών απολαβών ύψους €30.000, και το οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο το ενέταξε στην κατηγορία των γενικών αποζημιώσεων, ήταν υπερβολικά χαμηλό. Στην εν λόγω υπόθεση ο Εφεσείοντας κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης ήταν 50 ½ χρονών, λάμβανε σύνταξη ανικανότητας σε ποσοστό 75% και ότι δεν μπορούσε να εργαστεί πλέον ως οικοδόμος. Στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει κατά πόσο έχει προσπαθήσει να εξεύρει άλλη εργασία. Αντίθετα, αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας δεν κατέβαλε ουσιαστικά οποιαδήποτε προσπάθεια να αναζητήσει κάποια εργασία την οποία θα μπορούσε ευχερώς να εκτελέσει. Ήταν υποχρέωση του Ενάγοντα να κινηθεί να αναζητήσει εργασία και να φέρει, με μαρτυρία, τα όποια αποτελέσματα στο Δικαστήριο ούτως ώστε να κριθεί το εύλογο των ενεργειών του στο πλαίσιο του πρακτικώς εφικτού και να υπολογιστεί η ενδεχόμενη μείωση στο εισόδημα του. Συνεπώς, υπάρχει μείωση της ικανότητας του Ενάγοντα για εργασία χωρίς, όμως, αυτή η μείωση να καθιστά αδύνατη την εξάσκηση καθιστικής εργασίας ή γενικά οποιασδήποτε εργασίας η οποία δεν συνεπάγεται τα πιο πάνω, δεν έχει πίεση και αυξημένες φυσικές απαιτήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προανέφερα, δεν έχω πεισθεί ότι ο Ενάγοντας, έπραξε ότι θα μπορούσε να πράξει για να εξεύρει εναλλακτική εργασία, έστω ελαφρότερη με μειωμένα εισοδήματα και να μετριάσει έτσι τη χρηματική του απώλεια. Εδώ η μαρτυρία, είναι μάλλον επανάπαυση και εφησυχασμό που καταδεικνύει. Ό,τι τελικά μπορεί να επιδικαστεί είναι ένα κατ΄ αποκοπή ποσό ως γενικές αποζημιώσεις για τη μείωση που επήλθε στην εργασιακή του ικανότητα λόγω των καταλοίπων που του παρέμειναν μετά τον τραυματισμό του στο επίδικο ατύχημα. Προχωρώ, λοιπόν, να υπολογίσω και να αποτιμήσω τη διαφαινόμενη ζημιά ένεκα της μείωσης της εισοδηματικής ικανότητας του Ενάγοντα υπό το φως του συνόλου των δεδομένων της υπόθεσης. Λαμβάνω για το σκοπό αυτό υπόψιν την ηλικία του Ενάγοντα, σήμερα είναι ηλικίας 60 ετών, ότι θα ήταν σε θέση να ασκήσει ελαφριάς μορφής εργασία όταν ήταν σε ηλικία 51 ετών, ότι θα έβγαινε σε σύνταξη στα 65 του χρόνια, την επαγγελματική του κατάσταση και κατάρτιση, δηλαδή το ότι δεν έχει ιδιαίτερες ή εξειδικευμένες γνώσεις, καθώς και τη φύση της ανικανότητας του για εργασία εφόσον δεν μπορεί να ασκήσει βαριά χειρωνακτική εργασία, αλλά ούτε και εργασία, η οποία απαιτεί πολλή ορθοστασία, και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα είναι η κρίση μου ότι ο Ενάγοντας δύναται να αποζημιωθεί για τον πραγματικό και υπαρκτό κίνδυνο μείωσης της ικανότητας του για μελλοντική εργασία αλλά και της μείωσης των εισοδημάτων του για το συνολικό ποσό των €40.000, ανεβάζοντας έτσι το σύνολο των γενικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης σε €148.000 (€108.000 το οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός αναφορικά με τις γενικές αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρία, πλέον €40.000). Ο Ενάγοντας αξιώνει, πέραν της απώλειας απολαβών, και ειδικές αποζημιώσεις. Ως έχει προαναφερθεί κατατέθηκε κατάλογος παραδεκτών ειδικών ζημιών (Τεκμήριο 12). Σύμφωνα με αυτό το σύνολο των συμφωνηθείσων ειδικών αποζημιώσεων που ο Ενάγοντας δικαιούται ανέρχεται το συνολικό ποσό των €16.433,
  4. Πέραν των πιο πάνω συμφωνηθείσων ειδικών αποζημιώσεων, ο Ενάγοντας αξιώνει επιπρόσθετα και τις πιο κάτω αποζημιώσεις: α) Iατρικά έξοδα Δρα Σολομωνίδη ύψους €500 β) Έξοδα διενέργειας MRI ύψους €95 γ) Ζημιά μοτοσικλέτας ύψους €1.800 δ) Έξοδα πολυκλινικής Υγείας και αμοιβής ιατρών ύψους €10.128,75 ε) Ζημιά και καταστροφή του κινητού του τηλεφώνου ύψους €399 στ) Χρεώσεις επισκέψεων στο νοσοκομείο ύψους €43 ζ) Επιβάρυνση τόκων στο στεγαστικό του δάνειο λόγω παράλειψης καταβολής των δόσεων του ύψους €5.159,
  5. η) Έξοδα για αναλύσεις αίματος ύψους €
  6. θ) Έξοδα επίσκεψης στον Δρα. Δημητρίου ύψους €50 ι) Μεταφορικά έξοδα ύψους €2.
  7. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρειες και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η Νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία, αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Ανδρέα Πίριλλου v Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1153, Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239), Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 2126). Σε σχέση με τις υπό παραγράφους (στ), (η), (θ), και (ι) ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε οποιεσδήποτε αποδείξεις αλλά και οποιαδήποτε σχετικά στοιχεία. Ούτε και αυτές προωθήθηκαν στην γραπτή του αγορεύση (γεγονός που τεκμαίρεται ότι αυτές έχουν εγκαταλειφθεί). Συνεπακόλουθα αυτές απορρίπτονται και ο Ενάγοντας δεν δικαιούται την επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού σε σχέση με αυτές. Σε σχέση με υποπαράγραφο (γ) δηλώθηκε, μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας, ως παραδεκτό γεγονός ότι η ζημιά που υπέστη η μοτοσικλέτα του Ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των €1.100 και ως εκ τούτου δικαιούται την επιδίκαση αυτού του ποσού. Σε σχέση με τα ιατρικά έξοδα του Δρα. Σολομωνίδη, προσκομίστηκε σχετική απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού σε σχέση με το πιο πάνω κονδύλι και επομένως ο Ενάγοντας απέδειξε την εν λόγω ειδική ζημιά. Το πότε καταβλήθηκε αυτό το ποσό από τον Ενάγοντα είναι άσχετο. Ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει, είναι ότι αυτό πράγματι έχει καταβληθεί, σύμφωνα και με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.
  1. Σε σχέση με τα έξοδα της Πολυκλινικής Υγείας ο Ενάγοντας αξιώνει το ποσό των €10.128,
  2. Ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί το πιο πάνω ποσό εξόδων. Εξάλλου δηλώθηκε ως μέρος των παραδεκτών γεγονότων (βλ. σημείο 3 του Τεκμηρίου 12). Ό,τι αμφισβητεί όμως είναι πως το εν λόγω ποσό δεν το κατέβαλε ο ίδιος ο Ενάγοντας, εφόσον δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία ότι αυτό κατεβλήθη εκ μέρους του, αλλά αντίθετα αυτό κατεβλήθη από το Υπουργείο Υγείας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ο πρώτος να το αξιώνει από τον Εναγόμενο, γιατί είναι σαν να αποζημιώνεται διπλά. Σε σχέση με το MRI (υποπαράγραφο β) κατατέθηκε σχετική απόδειξη (Τεκμήριο 33), η οποία αναφέρει ότι το κονδύλι αυτό περιλαμβάνεται στο κονδύλι του ποσού των πιο πάνω εξόδων της Πολυκλινικής Υγείας (Τεκμήριο 17). Το κονδύλι για το MRI ύψους €95, αφορά μέρος του τιμολογίου υπ' αριθμόν 0090101805, το οποίο η Πολυκλινική Υγεία εξέδωσε για το συνολικό ποσό των €10.128,
  3. Στο Τεκμήριο 33 καταγράφεται ότι το ποσό των €95 καταβλήθηκε από το Υπουργείο Υγείας. Το εν λόγω τιμολόγιο υπ' αρ. 0090101805, το οποίο η Πολυκλινική Υγεία εξέδωσε για το πιο πάνω ποσό, δεν έχει προσκομιστεί στο δικαστήριο ώστε να διαπιστωθεί σε ποιο πρόσωπο αυτό έχει εκδοθεί αλλά και ποιός το έχει εξοφλήσει. Στο δε Τεκμήριο 17 , το οποίο προσκόμισε ο Ενάγοντας, βεβαιώνεται απλά ότι το πιο πάνω ποσό έχει εξοφληθεί πλήρως. Το μόνο ασφαλές συμπέρασμα το οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε, άγνωστο από ποιόν. Ο Ενάγοντας κανένα στοιχείο δεν προσκόμισε στο δικαστήριο ότι ο ίδιος κατέβαλε το εν λόγω ποσό , παρά την αμφισβήτηση από τον Εναγόμενο στο στάδιο της αντεξέτασης του περί καταβολής αυτού του ποσού από τον ίδιο. Με δεδομένο ότι το MRI, το οποίο αποτελεί μέρος των εξόδων της Πολυκλινικής Υγείας, καταβλήθηκε από το Υπουργείο Υγείας και στην απουσία οποιονδήποτε σχετικών αποδείξεων ότι είναι ο Ενάγοντας που κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί με θετικό, σαφή και ξεκάθαρο τρόπο η απόδειξη της εν λόγω ζημιάς και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επιδικαστεί στον Ενάγοντα το εν λόγω ποσό. Επομένως στην απουσία των πιο πάνω δεν μπορεί το Δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσο το Υπουργείο Υγείας πλήρωσε τα εν λόγω ποσά και αν αυτά δόθηκαν χαριστικά (Λαζάρου Θεόδωρος ν. Nέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ και Άλλου
(2011)1 ΑΑΔ 1325). Σε σχέση με την καταστροφή του κινητού του τηλεφώνου και του ποσού των €399 ο Ενάγοντας προσκόμισε σχετική απόδειξη συναλλαγής για την αγορά του (Τεκμήριο 25). Με βάση αυτήν κατέβαλε το ποσό των €399 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε με την προσκόμιση σχετικού κουπονιού από τον Ενάγοντα ύψους €350 καθώς και με την καταβολή του ποσού των €49 σε μετρητά. Ανεξαρτήτως του πως αυτό πληρώθηκε είμαι της άποψης ότι ο Ενάγοντας δεν απέδειξε την εν λόγω ζημιά με αυστηρό τρόπο. Στο σύγγραμμα McGregor On Damages 19th edition par. 35-060 αναφέρονται τα ακόλουθα ως προς το σύνηθες μέτρο αποζημίωσης σε περίπτωση καταστροφής αγαθών: «The normal measure of damages is the market value of the goods destroyed at the time and place of destruction.» Επίσης στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 13th ed σελ. 380 αναφέρονται τα εξής ως προς το μέτρο αποζημιώσεων σε περίπτωση καταστροφής αγαθών: «Destruction of goods. Where goods are destroyed by the wrongful act of the defendant the plaintiff is normally entitled to the market value of the goods in order that he may be put in a position to replace them, and if there is no market value the tendency is to look to the cost of replacement.» Στην προκειμένη, ναι μεν ο Ενάγοντας αγόρασε το εν λόγω κινητό 2 μήνες πριν το δυστύχημα, αλλά για την περίοδο αυτή το χρησιμοποιούσε. Συνεπώς η αξία του κατά το χρόνο του τροχαίου δυστυχήματος (market value at the time) δεν θα μπορούσε να ήταν το ποσό της αγοράς, την οποία αξιώνει ως αποζημίωση ο Ενάγοντας, καθώς το εν λόγω ποσό αντιστοιχούσε στην αγορά του κινητού τηλεφώνου ως καινούριου. Αποτελεί κοινή λογική ότι από τη στιγμή που ένα προϊόν χρησιμοποιείται, τότε χάνει από την αρχική αξία του. Ενώπιον του Δικαστηρίου όμως δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ως προς την αξία του τηλεφώνου κατά το χρόνο που αυτό καταστράφηκε. Συνεπώς η αξίωση του αυτή απορρίπτεται. Σε σχέση με τους τόκους και το ποσό των €5.159,69, τους οποίους ο Ενάγοντας αξιώνει, συνεπεία του ότι λόγω του τροχαίου δυστυχήματος δεν μπορούσε να αποπληρώσει τις δόσεις του στεγαστικού του δανείου, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί τους πιο πάνω τόκους, αναφέρω τα εξής. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του ο Ενάγοντας προσκόμισε σχετική βεβαίωση (Τεκμήριο 26). Μελετώντας το περιεχόμενο αυτής, οι πιο πάνω αξιώσεις του Ενάγοντα δεν τεκμηριώνονται με επαρκή και σαφή τρόπο. Και τούτο γιατί δεν επιβεβαιώνεται ότι το πιο πάνω ποσό των τόκων χρεώθηκε στο στεγαστικό δάνειο του Ενάγοντα λόγω καθυστέρησης πληρωμής των δόσεων του. Απλά η εν λόγω βεβαίωση βεβαιώνει το γεγονός ότι το δάνειο του Ενάγοντα χρεώθηκε με τόκους που ούτως ή άλλως αυτό θα χρεώνετο, έστω και αν ο Ενάγοντας κατέβαλλε κανονικά τις δόσεις του. ΤΟΚΟΣ Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου τόσο επί των πιο πάνω αξιούμενων ποσών, με βάση τις καθιερωμένες αρχές, εκτός αν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων καθώς και επί των ειδικών αποζημιώσεων, μειωμένος όμως κατά το ήμισυ για να αντισταθμιστεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή (Φοινικαρίδης v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Θεοδούλου v. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134, Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκης Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Όλα αυτά μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Ακολούθως, ολόκληρα τα ποσά φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι εξόφλησης. Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου, παρατηρώ ότι ενώ το τροχαίο δυστύχημα έλαβε χώρα στις 6.11.2013, η δε παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε υπό μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 8.12.2014 και η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε στις 26.3.
  1. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από την πλευρά του Ενάγοντα για την καθυστέρησή σε σχέση με την έγερση της παρούσας αγωγής. Εν απουσία οποιασδήποτε δικαιολογίας θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικασθεί τόκος επί των γενικών αποζημιώσεων (πλην του ποσού των €40.000 που επιδικάστηκαν ως απώλεια μελλοντικών απολαβών), όχι από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος, αλλά από την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής, δηλαδή από τις 8.12.
  2. Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικασθεί νόμιμος τόκος από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής, μειωμένος όμως κατά το ήμισυ. Οι αξιώσεις υπό τις παραγράφους Γ', Δ' και Ε' της Έκθεσης Απαίτησης απορρίπτονται εφόσον δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπερ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου ως ακολούθως: α) Γενικές Αποζημιώσεις ύψους €108.000, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, δηλαδή από την 8.12.2014 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον του ποσού των €40.000 ως απώλεια εισοδημάτων με νόμιμο τόκο από σήμερα μέχρι εξοφλήσεως β) Ειδικές Αποζημιώσεις συνολικού ύψους €77,741.96, με νόμιμο τόκο από 8.12.2014, μειωμένος κατά το ήμισυ, από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι την έκδοση της απόφασης, πλέον νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων της παρούσας αγωγής, προτού εκδώσω την οποιαδήποτε διαταγή, θα ακούσω πρώτα τις εισηγήσεις και των δύο διαδίκων σήμερα. Και τούτο γιατί ως αναφέρθηκε στην τελική αγόρευση του συνηγόρου του Εναγομένου, κατατέθηκε εκ μέρους του τελευταίου σχετική πληρωμή εξόδων (payment into Court) στο Δικαστήριο για την απαίτηση και έναντι των εξόδων του Ενάγοντα, χωρίς όμως να γίνει αναφορά ως προς το ύψος αυτής (Κυριάκου v Πιλόττου, Πολιτική Έφεση Αρ. 98/2012, ημερομηνίας 14.3.2018), ECLI:CY:AD:2018:A
  3. (Υπ.) ................................ Μ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.