← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΛΕΝΟΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Ανδρέας Μιχαήλ, Αρ. Aγωγής: 1822/2021, 18/11/2025

ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΛΕΝΟΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Ανδρέας Μιχαήλ, Αρ. Aγωγής: 1822/2021, 18/11/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Κ. Κύζη, προσ. Ε.Δ Αρ. Aγωγής: 1822/2021 Μεταξύ: ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΛΕΝΟΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΗΕ 21033, εκ Λάρνακας Ενάγουσα και Ανδρέας Μιχαήλ, εκ Ξυλοτύμβου, Λάρνακα Εναγόμενος Ημερομηνία: 18/11/2025 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος Ν. Καλλένος για Ανδρέου, Χατζηχριστοφής Δ.Ε.Π.Ε Για τον Εναγόμενο: κος. Α. Μάρκου ΑΠΟΦΑΣΗ Α.ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  1. Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των €4060 δυνάμει πώλησης αγαθών και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμό πλέον νόμιμο τόκο. Β. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ I. Έκθεση Απαίτησης
  2. Η Ενάγουσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη, στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, με έδρα την Λάρνακα και ασχολείται με την εμπορία καυσίμων, πετρελαιοειδών και διαχειρίζεται πρατήριο καυσίμων «ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ» στο δρόμο Ορμήδειας - Λάρνακας.
  3. Κατά ή περί την 13/5/2018, η Ενάγουσα συμφώνησε να προμηθεύσει με υγρά καύσιμα τον Εναγόμενο για την κάλυψη των επαγγελματικών και προσωπικών του αναγκών. Για τον σκοπό αυτό διατηρούσε λογαριασμό στο όνομα του στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι χρεωοπιστώσεις.
  4. Κατά την 1/2/2018 ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €4060.Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να οφείλει το ποσό των €
  5. II. Υπεράσπιση
  6. Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση του, η οποία καταχωρήθηκε την 24/3/2023 επί της ουσίας προβαίνει σε γενική άρνηση όλων των ισχυρισμών της Ενάγουσας. Οι μόνοι θετικοί ισχυρισμοί που προωθεί με την Υπεράσπιση του είναι ότι η Ενάγουσα αυθαίρετα και αντισυμβατικά χρέωνε τον Εναγόμενο με μεγαλύτερα ποσά από την αξία του εμπορεύματος και ότι δεν έλαβε τις επιστολές της Ενάγουσας με τις οποίες η Ενάγουσα απαιτούσε την καταβολή του εν λόγω ποσού. Γ. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΣΤΙΣ ΤΑΧΕΙΑΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΑΓΩΓΕΣ
  7. Η αγωγή κατόπιν συγκατάθεσης των συνηγόρων των διαδίκων δυνάμει της Δ.30 Θ.5

(4), εκδικάστηκε ως ταχείας εκδίκασης, με την καταχώριση των γραπτών δηλώσεων των μαρτύρων, χωρίς ωστόσο να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα αντεξέτασης των μαρτύρων. 7. Σε σχέση με την εκδίκαση των αγωγών ταχείας εκδίκασης, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα λεχθέντα στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 19/7/2024 στην Πολ. Έφ. 104/2019 Συμβούλιο Αποχευτεύσεων Λάρνακας ν. Α.Σ. Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Δυο λόγια πρώτα για το βάρος απόδειξης. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις, το βάρος απόδειξης ή το γενικό βάρος όπως κάποτε περιγράφεται (burden/onus of proof) το έχει κατά κανόνα ο ενάγοντας και το επίπεδο απόδειξης (standard of proof) το οποίο θα πρέπει να αποσείσει είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities), δηλαδή να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not). Σχετική είναι η υπόθεση Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1295, όπου λέχθηκαν τα ακολούθα: Όπως διευκρινίστηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1858‑ «το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδειχτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). » Το βάρος απόδειξης, όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υποβαθμίζεται ούτε αντιμετωπίζεται εκπτωτικά σε υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» που διέποντο από τις πρόνοιες της Διαταγής
  1. Ο ενάγοντας έχει το ίδιο βάρος απόδειξης και θα πρέπει να το αποσείσει στο ίδιο επίπεδο, αν θέλει να δικαιούται σε απόφαση.Ο συνοπτικός τρόπος εκδίκασης, ήτοι δια της προσαγωγής ενόρκων δηλώσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δεδηλωμένης δικογραφημένης αντίθεσης, θα πρέπει να θέτει σε εγρήγορση τον ενάγοντα κατά τη διεργασία απόδειξης της υπόθεσης του. Θα πρέπει να προσκομίσει ένορκες δηλώσεις από τα αρμόδια πρόσωπα με συνημμένα όλα τα σχετικά τεκμήρια, και αναλόγως αμφισβήτησης, να είναι έτοιμος να ζητήσει την κατ' εξαίρεση ενεργοποίηση του μηχανισμού αντεξέτασης ή ακόμα και προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας δυνάμει της Διαταγής 30, Θεσμός
  2. ..»
  3. Επίσης, υπενθυμίζεται και η πάγια νομολογιακή αρχή ότι αν ο Ενάγων έχει καταφέρει να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof), τότε το ερώτημα είναι αν ο Εναγόμενος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), παρουσίασε με την σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησε επίδικα με την δική του εκδοχή, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον Ενάγοντα να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε από τον Εναγόμενο (βλ Σοφοκλέους Κυριάκος v Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ 665). Δ. ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μαρτυρία Ενάγουσας (Μ.Ε.1)
  1. Εκ μέρους της Ενάγουσας καταχωρήθηκε γραπτή μαρτυρία, υπό μορφή ένορκης δήλωσης εκ μέρους του διευθυντή της, κ. Δημήτρη Καλλένου στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα. Η Ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη εταιρεία και ο Μ.Ε 1 επισυνάπτει ως τεκμήριο 1, αντίγραφο έρευνας από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Στην συνέχεια αναφέρεται στην ύπαρξη συμφωνίας με τον Εναγόμενο για την προμήθεια στον ίδιο και/ή στους αντιπροσώπους και/ή στους εργαζομένους του με υγρά καύσιμα προς κάλυψη των επαγγελματικών αναγκών του ιδίου.
  2. Επί αυτού, αναφέρει ότι η Ενάγουσα διατηρούσε λογαριασμό για τα προϊόντα που πωλούσε με πίστωση στον Εναγόμενο, τα οποία ήταν πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση σε λογικές και/ή συμφωνημένες και/ή τρέχουσες τιμές. Αναφορικά με την πορεία της συνεργασίας τους, επισυνάπτει ως τεκμήριο 2, το οποίο ονομάζει ως «κατάσταση τιμολογίων», στο οποίο ως ισχυρίζεται φαίνονται οι αγορές επί πιστώσει, δηλαδή οι χρεώσεις καθώς και οι πληρωμές του Εναγόμενου από την 10/3/2015 μέχρι και την 1/2/2018, ημερομηνία κατά την οποία έγινε η τελευταία συναλλαγή. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, ο Εναγόμενος με βάση το τεκμήριο 2 διατηρούσε τον Φεβρουάριο του 2018 χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €4060,00.Έγιναν επανειλημμένες οχλήσεις και μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής, ουδέν ποσό έχει καταβληθεί από τον Εναγόμενο. Μαρτυρία Εναγόμενου (Μ.Υ.1)
  3. Εκ μέρους του Εναγόμενου καταχώρησε γραπτή μαρτυρία, υπό μορφή ένορκης δήλωσης ο ίδιος, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα. Κηρύχθηκε πτωχεύσας με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου αρ. αίτησης 64/10, στις 16/11/2012 και αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στις 07/11/
  4. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α, αντίγραφο του διατάγματος Πτώχευσης και του Πιστοποιητικού Αποκατάστασης.
  5. Η επαγγελματική του συνεργασία άρχισε με την Ενάγουσα το 2014 και αφορούσε προμήθεια καυσίμων χωρίς να έχει υπογραφεί έγγραφη σύμβαση. Ισχυρίζεται ότι οι τελευταίες προμήθειες καυσίμων που έλαβε ή εξουσιοδότησε έλαβαν χώρα μέχρι και την 25 Αυγούστου του 2015 και έκτοτε δεν πραγματοποιήθηκε καμία συναλλαγή. Επίσης, είναι ισχυρισμός του ότι αποδέχεται τις χρεώσεις της περιόδου 2014 έως και 25 Αυγούστου 2015, πολλές από τις οποίες έχουν ήδη εξοφληθεί όπως προκύπτει από την ένδειξη «PAID» του πρώτου τιμολογίου. Σε ότι αφορά το τεκμήριο 2, είναι η θέση του ότι περιλαμβάνει υπογεγραμμένες χρεώσεις από 10/5/2015 έως και 25/8/2015 και ότι από τις 16/4/2016 μέχρι και τις 17/12/2018 πρόκειται περί άτυπων, ανυπόγραφων καταχωρίσεων με μεγάλα στρογγυλά ποσά που δεν αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και χωρίς την υπογραφή του. Αρνείται ρητά κάθε χρέωση που φέρει ημερομηνία μετά την 25/8/2015 διότι δεν φέρει την υπογραφή ή την έγκριση του και ουδέποτε παρέλαβε καύσιμα ή άλλο προϊόν μετά την 25/8/
  6. Σε ότι αφορά τις χρεώσεις που δημιουργήθηκαν εντός της περιόδου πτώχευσης του, ισχυρίζεται ότι αποτελούν απαιτήσεις στην διαδικασία πτώχευσης και επειδή δεν αναγγέλθηκαν στον διαχειριστή, αποσβέστηκαν μετά την αποκατάσταση του στις 7/11/
  7. Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
  8. H αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πρωτίστως στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και με γνώμονα τις καλά καθιερωμένες νομομολογιακές αρχές. (Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, Περατικού ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Π.Ε. 287/13, ημ. 16.6.21, ECLI:CY:AD:2021:A254, AI Ittihad AI Watani κ.α Χρίστου Παπαδοπούλου
(2000)1 Α.Α.Δ 1924). Στο πλαίσια εκδίκασης αγωγών «ταχείας εκδίκασης», το καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογεί την ενώπιον του μαρτυρία δεν αλλάζει. Με γνώμονα λοιπόν τις πάνω αρχές εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου εγγράφως. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μ.Ε.1
  1. Η ουσία της υπόθεσης του Μ.Ε.1 στηρίζεται στο Τεκμήριο 2, το οποίο ο ίδιος ονομάζει «Κατάσταση Τιμολογίων». Μελετώντας το Τεκμήριο 2 και παρόλο που αυτό αποτελεί τυποποιημένο έντυπο για έκδοση τιμολογίων της Ενάγουσας, επί της ουσίας αυτό χρησιμοποιήθηκε από την Ενάγουσα, ως κατάσταση λογαριασμού, στην οποία καταχωρούνταν χειρόγραφα οι χρεώσεις και οι πιστώσεις. Το Τεκμήριο 2 αποτελείται από τρεις σελίδες, οι οποίες φέρουν το τίτλο «Τιμολόγιο», και το έντυπο είναι χωρισμένο σε 8 κάθετες στήλες, με τις ακόλουθες επικεφαλίδες: Ημερομηνία, Ποσότητα /Λίτρα, Λεπτομέρειες, Χρέωση, Πίστωση, Υπόλοιπο, Αρ. αυτοκ. και Υπογραφή. Οι χρεώσεις ξεκινούν από την τρίτη σελίδα με ημερομηνία 26/2/2015 και καταλήγουν στην πρώτη σελίδα με τελευταία ημερομηνία την 1/2/
  2. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 το ποσό που αξιώνεται με την αγωγή είναι το ποσό που αναγράφεται δίπλα από την 1/2/2018 ήτοι το ποσό των €4060, το οποίο παραμένει οφειλόμενο.
  3. Η θέση του Εναγόμενου όπως προκύπτει από την Υπεράσπιση και ακολούθως από την προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ότι παραδέχεται κάποιες χρεώσεις ενώ αμφισβητεί ρητά τις χρεώσεις τις περιόδου 16/4/2016 μέχρι και την 1/2/2018, όπου είναι η θέση του ότι δεν είναι πραγματικές χρεώσεις, ότι δεν έλαβε κανένα προϊόν για την εν λόγω περίοδο και ότι είναι ανυπόγραφες. Μελετώντας τις χρεώσεις της περιόδου 16/4/2016 μέχρι και την 1/2/2018, διαπιστώνω από το Τεκμήριο 2 ότι όντως οι χρεώσεις της περιόδου αυτής είναι ανυπόγραφες. Με δεδομένο ότι οι χρεώσεις είναι ανυπόγραφες από πλευράς του Εναγομένου αλλά και της θέσης του Μ.Ε.1 ότι δεν του παραδόθηκαν προϊόντα κατά την εν λόγω περίοδο, αναμένετο θεωρώ να δίδετο κάποια εξήγηση από τον Μ.Ε.1 ή να δίδετο μαρτυρία ότι παραδόθηκαν τα προϊόντα, κάτι το οποίο δεν έγινε. Περαιτέρω, σημειώνω ότι ο Μ.Ε.1 δεν έχει προσκομίσει τα αντίστοιχα τιμολόγια που εξέδιδε για κάθε χρέωση ή τις επιταγές που λάμβανε προς πίστωση ή τις αντίστοιχες αποδείξεις για τις πληρωμές που έγιναν, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να διασταυρώσει την ορθότητα του λογαριασμού (Τεκμηρίου 2) για τις εν λόγω ημερομηνίες. Επιπλέον, ενώ με την Υπεράσπιση υπάρχει ισχυρισμός για αυθαίρετες χρεώσεις και αντισυμβατικές, ο Μ.Ε1 στην μαρτυρία του προβαίνει σε διαζευκτικούς ισχυρισμούς σχετικά τις τιμές των προϊόντων, ισχυριζόμενος δε ότι αποτελούν λογικές τιμές και/ή συμφωνημένες και/ή τρέχουσες τιμές, με αποτέλεσμα να μην δίδει στο Δικαστήριο ξεκάθαρη και σαφή εικόνα το ύψος των χρεώσεων. Εν ολίγοις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στις χρεώσεις ημ. 16/4/2016 μέχρι και την 1/2/2018, όπως αυτές καταγράφονται στο Τεκμήριο 2, ως ασφαλές υπόβαθρο για να καταλήξει σε συμπεράσματα.
  4. Σε ότι αφορά τις καταγραφές που υπάρχουν στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2) για την περίοδο από την 26/2/2015 όπου ξεκινά η καταγραφή των χρεώσεων και των πιστώσεων στην 3η σελίδα του Τεκμηρίου 2 μέχρι και την 25/8/2015, οι οποίες είναι και υπογραμμένες, όχι μόνο δεν τις αμφισβητεί ο Εναγόμενος αλλά είναι αποδεκτές από τον ίδιο όπως προκύπτει ξεκάθαρα μέσα από την μαρτυρία του Μ.Υ.
  5. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μ.Υ.1
  6. Ερχόμενη στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, διαπιστώνω ως προαναφέρθηκε, ότι όχι μόνο δεν αμφισβητεί αλλά αποδέχεται ρητά τις χρεώσεις από την περίοδο του 2014 (ως αναφέρει στην μαρτυρία του) έως και την 25ην Αυγούστου
  7. Επισημαίνεται ότι στο Τεκμήριο 2, η καταγραφή των χρεώσεων ξεκινά από την 26/2/2015, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει ενώπιον του μαρτυρία για προηγούμενες χρεώσεις μέχρι και το
  8. Μέχρι και την 25/8/2015 όπου ο Μ.Ε.1 παραδέχεται τις χρεώσεις, το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 2 είναι ύψους €
  9. Αναφορικά με την θέση του Μ.Υ.1 ότι πολλές από αυτές τις χρεώσεις, τις οποίες αποδέχεται δηλαδή μέχρι την 25/8/2015 έχουν ήδη εξοφληθεί όπως προκύπτει από την ένδειξη «PAID» του Τεκμηρίου 2, προκύπτουν τα ακόλουθα. ¨Όντως από την 26/2/2015 μέχρι και την 25/8/2015 όπου ο Μ.Υ.1 παραδέχεται τις χρεώσεις, υπάρχουν και αρκετές πιστώσεις τις οποίες αποδέχομαι. Ωστόσο, όπως φαίνεται στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 2, από την 13/5/2015 μέχρι και την 25/8/2015, μία πίστωση φαίνεται να έγινε την ίδια ημέρα με επιταγή ύψους €369.00, την οποία επίσης αποδέχομαι με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 25/8/2025 να μειώνεται στο ποσό των €
  10. Με δεδομένο ότι ο Μ.Υ.1 δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής οποιουδήποτε άλλου ποσού, από αυτά που αναγράφονται ως πίστωση στο Τεκμήριο 2, κρίνω ότι το ποσό των €4344 που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο) 2, ως χρεωστικό υπόλοιπο την 25/8/2015 είναι ορθό.
  11. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι παρόλο που ο Μ.Υ.1 αμφισβητεί τις χρεώσεις για την περίοδο από 16/4/2016 μέχρι και την 1/2/2018, εντούτοις εντοπίζω ότι δεν αμφισβητούνται οι πιστώσεις τις εν λόγω περιόδου, οι οποίες με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς του Δικαστηρίου συμποσούνται στο ποσό των €1344 τις οποίες κάνω και αποδεκτές.
  12. Επιπρόσθετα, παρατηρώ ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του περιστρέφεται γύρω από το ότι ως ισχυρίστηκε κηρύχθηκε πτωχεύσας την 16/11/2012 και αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως την 07/11/2015, γι' αυτό και σύμφωνα με τον ίδιο οι χρεώσεις που εμπίπτουν εντός αυτής της περιόδου έχουν αποσβεστεί. Επισημαίνεται ότι η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αλλά θα πρέπει να αγνοηθεί καθότι δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα το γεγονός της πτώχευσης και της αυτοδίκαιης αποκατάστασης του. Είναι πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι είναι ανεπίτρεπτη η επίλυση θεμάτων που δεν είναι επίδικα και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας και ως εκ τούτου αγνοείται (βλ Βοσκού Σόλωνας κ.ά Ανδρέα Ζήνωνος
(2003)1 Α.ΑΔ 695). Προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης, παραπέμπω και στην Απόφαση του Εφετείου στην Πολιτική Έφεση 99/2018, Απόφαση ημερομηνίας 19/6/2024: «Περαιτέρω το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιον του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δεν συνάδει με αυτά και δεν μπορεί να επεκτείνεται στην επίλυση θεμάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Καθητζιώτης v. Μέλιος & Παφίτης Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 252, Εταιρεία Bulk Oil AG v. Α.Η.Κ. κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1277, Latifundia Prop. Ltd (ανωτέρω), Παπαδόπουλος κ.α. v. Cyp-Cana Alarms Ltd
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 704, Βαριάνου v. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541 και Federal Bank of Libanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1422).»
  1. Κατόπιν της πιο πάνω αξιολόγησης, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα: α. Μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου υπήρξε επαγγελματική συνεργασία για προμήθεια καυσίμων από την 26/2/2015 μέχρι και την 25/8/
  2. β. Για την περίοδο μεταξύ 26/2/2015 μέχρι και την 25/8/2015, οι χρεώσεις και οι πιστώσεις είναι αποδεκτές από τον Εναγόμενο. γ. Το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 25/8/2015 όπως αυτό καταγράφεται στο Τεκμήριο 2 ανέρχεται σε €
  3. δ. Μεταξύ της περιόδου 16/4/2016 και 1/2/2028 υπήρξαν πιστώσεις από τον Εναγόμενο, οι οποίες δεν αμφισβητούνται και οι οποίες συμποσούνται στο ποσό των €
  4. Στ. NOMIKH ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
  5. Αναφορικά με την αποδεικτική αξία μιας κατάστασης λογαριασμού, παραπέμπω στην Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Κυριάκου κ.ά.
(2016)1 Α.Α.Δ. 1628 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί αφ' εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφονται,(βλ. D and G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 263 και Παναγιώτης Μαστρης Λτδ v. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ 728). Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, καθίστανται επίδικα και θα πρέπει απαρέγκλιτα να αποδειχθούν (βλ. A.I. Mantovani & Sons Ltd v. Christie Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156, Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 734) και Marketrends Finance Ltd v. Ξενοφώντος
(2009)1 Α.Α.Δ.1418). Με άλλα λόγια οι εκάστοτε καταχωρήσεις σε ένα λογαριασμό, είτε πρόκειται για χρεώσεις είτε για πιστώσεις (με εξαίρεση αποδεδειγμένο λογαριασμό-account stated), θα πρέπει να αποδειχθούν μία προς μία, ούτως ώστε να επαληθευτεί στο τέλος πως η εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού είναι αυθεντική και ακριβής.»
  1. Η κατάσταση λογαριασμού δεν αποδεικνύει αφ' εαυτής το ισχυριζόμενο υπόλοιπο αλλά θα πρέπει να προσκομιστεί η απαραίτητη μαρτυρία προς απόδειξη αυτού. (Βλ Απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 22/9/2023 στην Πολιτική Έφεση με αριθμό 52/2015).
  2. Σε ότι αφορά τα ανυπόγραφα τιμολόγια, παραπέμπω στην Απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 19/5/2025 στην Πολιτική Έφεση με αριθμό: 141/2019, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Υπενθυμίζουμε την πάγια αρχή της νομολογίας ότι ένα τιμολόγιο και δη ανυπόγραφο δεν συνιστά βάση αγωγής αλλά ούτε μαρτυρία για την πώληση των εμπορευμάτων που καταγράφει».
  3. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και με δεδομένη την αμφισβήτηση των χρεώσεων της περιόδου 16/4/2016 μέχρι και την 1/2/2018 από τον Εναγόμενο, διαπιστώνω ότι εκ μέρους του Ενάγοντα δεν προσκομίστηκε μαρτυρία, η οποία να αποδεικνύει μία προς μία τις χρεώσεις αυτές, οι οποίες ήταν μάλιστα και ανυπόγραφες όπως προκύπτει από το Τεκμήριο
  4. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, αυτούσιο το Τεκμήριο 2 δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με αυτές τις χρεώσεις. Ταυτόχρονα, επισημαίνω ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από τον Μ.Ε.1 η οποία να επεξηγεί με σαφήνεια και λεπτομέρεια το πώς λειτουργούσε το Τεκμήριο
  5. Παράλληλα, δεν προσκομίστηκαν από τον Μ.Ε.1 τα τιμολόγια για έκαστη χρέωση ή έστω αποδείξεις ή επιταγές που λάμβανε από τον Εναγόμενο ο Μ.Ε.1 έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να αντιπαραβάλει τις εν λόγω χρεώσεις με αυτά τα στοιχεία και να διαπιστώσει εάν όντως οι χρεώσεις αυτές είναι ορθές (βλ Γεώργιος & Στάυρος Τσσαπή Λτδ v Πολυβίου
(2009)1 .Α.Α.Δ. 339). Επίσης, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε περί παράδοσης των προϊόντων για αυτή την επίμαχη περίοδο ενόψει της θέσης του Εναγομένου περί ανύπαρκτων συναλλαγών.
  1. Επί του προκειμένου, σε αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω και στην Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/1/2020 στην Πολιτική Έφεση με αριθμό 177/2013, της οποίας τα γεγονότα ομοιάζουν με την παρούσα αφού αφορούσε αγωγή για υπόλοιπο λογαριασμού, ο οποίος τηρείτο στη βάση «καρτέλας πελάτη», όπως ακριβώς και στην παρούσα υπόθεση. Στην πιο πάνω Έφεση, το Ανώτατο επικύρωσε πρωτόδικη Απόφαση, με την οποία εκδόθηκε απόφαση προς όφελος του Ενάγοντα και σε βάρος του Εναγόμενου στη βάση υπόλοιπου λογαριασμού, ο οποίος τηρείτο στη βάση «καρτέλας πελάτη». Η πιο πάνω υπόθεση θεωρώ ότι διαφοροποιείται ουσιωδώς από την παρούσα καθότι στην πιο πάνω υπόθεση, είχαν κατατεθεί υπογραμμένα τιμολόγια, τα οποία και αξιολογήθηκαν μαζί με την κατάσταση λογαριασμού, δόθηκε σαφής μαρτυρία από τον μάρτυρα των Εναγόντων στην οποία επεξηγείτο πως λειτουργούσε η κατάσταση λογαριασμού και επίσης δόθηκε μαρτυρία για παράδοση των προϊόντων. Εν αντιθέσει, στην παρούσα υπόθεση, όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω, δεν κατατέθηκε κανένα τιμολόγιο, ούτε και απόδειξη, ούτε και εξηγήθηκε με λεπτομέρεια και σαφήνεια πως λειτουργούσε το Τεκμήριο 2, ούτε δόθηκε μαρτυρία περί παράδοσης των προϊόντων για την περίοδο όπου αμφισβητούνταν οι χρεώσεις.
  2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η αξίωση του Ενάγοντα δεν μπορεί να επιτύχει καθότι δεν αποδείχθηκαν οι χρεώσεις της περιόδου 16/4/2016 μέχρι και την 1/2/2018 και ούτε αποδείχθηκε ότι υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €4060 εκ μέρους του Εναγομένου.
  3. Ωστόσο, το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ ενόψει της παραδοχής του Εναγομένου για τις χρεώσεις της περιόδου 15/2/2015 μέχρι και την 25/8/
  4. Η θέση του Εναγόμενου όπως αναπτύσσεται στην γραπτή αγόρευση του, είναι ότι παρόλο που αποδέχεται τις εν λόγω χρεώσεις, δεν έχει ευθύνη να καταβάλλει το ποσό που προκύπτει από αυτές για τους ακόλουθους λόγους. Πρώτον, σύμφωνα με την θέση του, οι χρεώσεις αυτές αποτελούν χρεώσεις που δημιουργήθηκαν ενώ ήταν σε πτώχευση και έχουν αποσβεστεί με την αυτοδίκαια αποκατάσταση του την 7/11/2015 και κατά δεύτερον ότι εν λόγω αξιώσεις έχουν παραγραφεί.
  5. Σε σχέση με το ότι οι χρεώσεις της περιόδου 15/2/2015 μέχρι και την 25/8/2015, έχουν δημιουργηθεί εντός της περιόδου όπου ο Μ.Υ 1 ήταν σε πτώχευση και έχουν αποσβεστεί με την αποκατάσταση του, σημειώνω ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλέπεται στα δικόγραφα του και επομένως ούτε και η μαρτυρία που προσάχθηκε επί τούτου μπορεί να ληφθεί υπόψη και ως εκ τούτου απορρίπτεται ο εν λόγω ισχυρισμός.
  6. Σε ότι αφορά την θέση ότι η αγωγή έχει παραγραφεί, διότι κατά δική του παραδοχή, η τελευταία του συναλλαγή με τον Ενάγοντα ήταν τον Αύγουστο του 2015 και η αγωγή καταχωρήθηκε τέλος του 2021 και ως εκ τούτου με βάση τον (Ν. 66
(1)/2012) είναι εκπρόθεσμη, σημειώνω ότι η θέση αυτή προωθείται για πρώτη φορά στις αγορεύσεις και δεν έχει εγερθεί με το δικόγραφο της Υπεράσπισης. Ως προκύπτει από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αν το θέμα παραγραφής δεν εγερθεί στο δικόγραφο του διαδίκου υπέρ του οποίου επενεργεί ο χρόνος παραγραφής, τότε η αγωγή προχωρεί κανονικά για εκδίκαση. (βλ Φεσσά Δημήτρης και άλλη v Ευανθίας Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ 337). Ως εκ τούτου, ούτε αυτός ο ισχυρισμός μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο και απορρίπτεται.
  1. Συνοψίζοντας, με δεδομένη την ξεκάθαρη αποδοχή του Μ.Υ1 στην μαρτυρία του για τις χρεώσεις και τις πιστώσεις της περιόδου 15/2/2015 μέχρι και την 25/8/2025, όπως αυτές αποτυπώνονται στο Τεκμήριο 2, το οποίο την 25/8/2015 παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €4344 και αφαιρώντας τις κοινές αποδεκτές πιστώσεις που υπάρχουν μεταξύ της περιόδου 16/4/2016 μέχρι και την 1/2/2018, οι οποίες συμποσούνται στο ποσό των €1344, τότε αυτό που παραμένει οφειλόμενο όπως προκύπτει το Τεκμήριο 2, από τον Εναγόμενο προς τον Ενάγοντα είναι το ποσό των €3000 όπου και θεωρώ ότι δικαιολογείται η έκδοση απόφασης εναντίον του. Ζ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  2. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €3000 ως υπόλοιπο λογαριασμού πλέον νόμιμο τόκο από την 1/2/2018 μέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα, δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και ως εκ τούτου επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου όπως υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)........ Κ. Κύζη, προσ.Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.