← Κύπρος

A. ARISTOTELOUS (CONSTRUCTION) LTD & LAKIS GEORGIOU CONSTRUCTION LIMITED J.V. ν. ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ, Συνενωμένες Αγωγές Αρ.: 144/2015 & 1243/2014, 28

A. ARISTOTELOUS (CONSTRUCTION) LTD & LAKIS GEORGIOU CONSTRUCTION LIMITED J.V. ν. ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ, Συνενωμένες Αγωγές Αρ.: 144/2015 & 1243/2014, 28/2/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές Αρ.: 144/2015 & 1243/2014 Αρ. Αγωγής: 144/2015 Μεταξύ: Α. ARISTOTELOUS (CONSTRUCTION) LTD & LAKIS GEORGIOU CONSTRUCTION LIMITED J.V., από την Πάφο Εναγόντων και ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 10.09.21 Αρ. Αγωγής: 1243/2014 Μεταξύ: Α. ARISTOTELOUS (CONSTRUCTION) LTD & LAKIS GEORGIOU CONSTRUCTION LIMITED J.V., από την Πάφο Εναγόντων και ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 28.02.25 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες σε κάθε μία από τις αγωγές: κος Α. Γεωργιάδης μαζί με κα Γλ. Αλεξάνδρου και κα. Στ. Τρύφωνος για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους σε κάθε μία από τις αγωγές: κα Α. Κορακίδου μαζί με κα Κ. Χρ/φόρου για ARISTI KORAKIDOU- MAKRIDOU L.L.C. και με κα Σ. Χατζηνεοφύτου για Γ. Χατζηνεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (στην αγωγή αρ. 1243/2014) ΑΠΟΦΑΣΗ Δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερ. 17.01.17 οι αγωγές 144/15 και 1243/14 με οδηγό την αγωγή υπ' αριθμό 144/15 συνενώθηκαν αναφορικά με όλα τα επίδικα θέματα. Οι διαφορές που προέκυψαν μεταξύ των διαδίκων κατά την διάρκεια κατασκευής εργοληπτικού έργου αποτέλεσε την αιτία καταχώρησης των εν λόγω συνενωμένων αγωγών. Ιστορικό Εργοληπτικού Έργου: Οι Εναγόμενοι, υπό την ιδιότητα του εργοδότη, ανάθεσαν στους Ενάγοντες, υπό την ιδιότητα του κυρίως εργολάβου, την ανέγερση του Νέου Δημοτικού Μεγάρου Πάφου (στο εξής το «έργο») δυνάμει εγγράφων συμβολαίου ημερ. 09.12.11 που υπεγράφησαν εκ μέρους των διαδίκων. Το αρχικό ποσό κατασκευής συμφωνήθηκε στα €9.784.979,56 πλέον Φ.Π.Α. (στο εξής το «αρχικό ποσό συμβολαίου»). Ημερομηνία έναρξης των εργασιών του έργου ορίστηκε η 16η Ιανουαρίου 2012 ενώ η συμβατική ημερομηνία συμπλήρωσης των εργασιών καθορίστηκε η 16.01.

  1. Στο έργο υπήρχε ομάδα ιδιωτών συμβούλων που, ανάμεσα σ' άλλα, επέβλεπαν, εξέδιδαν οδηγίες, συντόνιζαν και ρύθμιζαν την εκτέλεση των κατασκευαστικών εργασιών, εξέδιδαν πιστοποιητικά πληρωμών που αφορούσαν την αξία εκτελεσθείσας εργασίας καθώς επίσης ζητημάτων που σχετίζονταν με την τεχνική και οικονομική πτυχή των εργασιών και ότι το έργο θα αποπερατωνόταν σύμφωνα με τους όρους και τις πρόνοιες των εγγράφων συμβολαίου. Οι ιδιώτες σύμβουλοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στους Εναγόμενους έναντι αμοιβής. Την ομάδα των ιδιωτών συμβούλων αποτελούσαν αρχιτέκτονες, πολιτικοί μηχανικοί, ηλεκτρολόγοι μηχανικοί, μηχανολόγοι μηχανικοί και επιμετρητές ποσοτήτων του έργου. Στο έργο υπήρχαν διορισμένοι υπεργολάβοι, οι οποίοι ανέλαβαν την εκτέλεση των ηλεκτρολογικών εργασιών και μηχανολογικών υπηρεσιών δυνάμει σχετικών συμβάσεων υπεργολαβίας. Τόσο αυτοί όσο και οι Εναγόμενοι υπέβαλαν στους Ενάγοντες, μεταξύ άλλων, εγγύηση προκαταβολής ως μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων τους. Συγκεκριμένα οι Ενάγοντες έδωσαν δύο εγγυητικές επιστολές ύψους €278.180 η κάθε μία ενώ οι διορισμένοι υπεργολάβοι ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εργασιών €55.000 και €131.715 αντίστοιχα. Στην πορεία εκτέλεσης των εργασιών προέκυψαν διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες οδήγησαν σε τερματισμό των εργασιών του έργου. Οι διαφορές αυτές παραπέμπουν σε εκατέρωθεν αξιώσεις που οι Ενάγοντες απαιτούν και οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν. Διορισμένος Υπεργολάβος Μηχανολογικών Εργασιών: Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστούν τα εξής: (α) Ο εν λόγω διορισμένος υπεργολάβος διεκδικεί επιστροφή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προκαταβολής ύψους €131.715 που έχει ρευστοποιηθεί στα πλαίσια της αγωγής αρ. 2521/15 στο Ε.Δ. Λευκωσίας που εγείρει εναντίον των Εναγόντων και των Εναγομένων. (β) Ο εν λόγω διορισμένος υπεργολάβος αξιώνει απώλειες και ζημιές ύψους €405.206,45 που θεωρεί ότι υπέστηκε λόγω παράβασης και/ή τερματισμού σύμβασης υπεργολαβίας στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4135/15 στο Ε.Δ. Λευκωσίας που εγείρει εναντίον των Εναγόντων και των Εναγομένων. Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι ο συγκεκριμένος διορισμένος υπεργολάβος δεν θα μας απασχολήσει εδώ. Διορισμένος Υπεργολάβος Ηλεκτρολογικών Εργασιών: Σε σχέση με τις διεκδικήσεις του διορισμένου υπεργολάβου ηλεκτρολογικών εργασιών, θα πρέπει να αναφερθεί ότι αυτές έχουν ενσωματωθεί στις απαιτήσεις των Εναγόντων. Ενδιάμεσα Πιστοποιητικά Πληρωμής Αρ.1-9: Οι διαφορές των διαδίκων που αφορούσαν τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά πληρωμής αρ. 1-9 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων έχουν πλήρως διευθετηθεί στην αγωγή αρ. 3116/13 Ε.Δ. Πάφου, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση η οποία έχει εκτελεστεί και ικανοποιηθεί. Η απόφαση του Ε.Δ. Πάφου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω έγγραφα δεν αποτελούν επίδικο ζήτημα στις παρούσες συνενωμένες αγωγές. Αγωγή Αρ. 1243/14: Η αγωγή αυτή καταχωρίστηκε στις 05.06.14 από τον κυρίως εργολάβο του έργου (Ενάγοντες) και στρέφεται εναντίον του εργοδότη του έργου (Εναγόμενοι). Επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή είναι κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να πληρωθεί το ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής αρ.
  3. Οι Ενάγοντες προβάλλουν τη θέση ότι στις 17.12.13 ο επιβλέποντας αρχιτέκτονας του έργου εξέδωσε και τους παρέδωσε το ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής αρ.10 για το ποσό των €38.763,00 πλέον Φ.Π.Α., το οποίο παρόλο ότι δυνάμει των εγγράφων συμβολαίου ήταν πληρωτέο εντός 28 ημερών από την παράδοση του, δηλαδή μέχρι τις 15.01.14, εντούτοις δεν έχει μέχρι σήμερα πληρωθεί. Συνεπεία της παράλειψης πληρωμής του, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν ζημιές αντίστοιχες με το ποσό του εν λόγω πιστοποιητικού πλέον τόκου προς 4,25% ετησίως επί του ποσού αυτού από 15.01.14 μέχρι 05.06.14 και ακολούθως νόμιμο τόκο επικαλούμενοι τις πιο κάτω διαζευκτικές βάσεις αγωγής: (α) ανάκτηση οφειλής λόγω συμβατικού χρέους, (β) αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης, (γ) αποζημιώσεις λόγω σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική, (δ) αποζημιώσεις στη βάση αρχών αδικαιολόγητου πλουτισμού/δικαίου αποκατάστασης. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται την έκδοση του επίμαχου ενδιάμεσου πιστοποιητικού πληρωμής ημερ. 17.12.13 από τον επιβλέπον αρχιτέκτονα του έργου, πλην όμως ισχυρίζονται ότι το επίμαχο έγγραφο ανακλήθηκε και διορθώθηκε με την έκδοση του ενδιάμεσου πιστοποιητικού αρ.
  4. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων, κρίθηκε αναγκαία η διόρθωση του εν λόγω πιστοποιητικού επειδή: (α) το συγκεκριμένο έγγραφο περιλαμβάνει πληρωμή επιπλέον εργασιών για τις οποίες ο επιβλέπον αρχιτέκτονας του έργου δεν εξασφάλισε την έγκριση των Εναγομένων κατόπιν μεταξύ τους προηγούμενης διαβούλευσης, όπως επικαλούνται ότι προβλέπεται από τον όρο 53.5 των Όρων του Συμβολαίου (Τόμος Β), (β) το εν λόγω έγγραφο προνοεί πληρωμή μέρους υλικών (οπλισμός) που είχαν μεταφερθεί στο εργοτάξιο (επί τόπου), (γ) με βάση το πιστοποιητικό πληρωμής αρ.11 αν γινόταν πληρωμή του πιστοποιητικού πληρωμής αρ.10, οι Ενάγοντες θα ήταν υπερπληρωμένοι κατά €32.943 πλέον Φ.Π.Α. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι μετά την ετοιμασία του προσωρινού τελικού λογαριασμού διαπίστωσαν πως κανένα ποσό είναι πληρωτέο στους Ενάγοντες επειδή εκ πρώτης όψεως τους οφείλονται χρήματα περισσότερα του ποσού των €5.820 πλέον Φ.Π.Α. που φαίνεται να δικαιούνται με βάση το πιστοποιητικό πληρωμής αρ.
  5. Οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι εκ πρώτης όψεως του οφείλεται ποσό €115.908 με το σκηνικό όμως των εκατέρωθεν απαιτήσεων να ξεκαθαρίζει όταν θα ετοιμαστεί ο τελικός λογαριασμός, πράγμα που μέχρι σήμερα δεν έγινε εξ' υπαιτιότητας των Εναγόντων. Αγωγή Αρ. 144/15: Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 03.02.15 και περιλαμβάνει τους ίδιους διαδίκους. Εδώ, με βάση την υφιστάμενη δικογραφία, παρατηρώ ότι υπάρχουν διάφορα επίδικα θέματα που χρήζουν εξέτασης. Ενδεικτικά αναφέρω ότι τέτοιες διαφορές αφορούν το αν υπήρξε παράβαση σύμβασης και από ποιον, το ποιος ευθύνεται για τον τερματισμό της σύμβασης και για ποιους λόγους και πότε χρονικά αυτό συνέβηκε, για το αν υπήρξε καθυστέρηση στην εκτέλεση εργασιών και ποιος τυχόν ευθύνεται γι' αυτό και για ποιους λόγους, εάν υπάρχουν ή όχι απλήρωτα ενδιάμεσα πιστοποιητικά πληρωμής και σε τέτοια περίπτωση κατά πόσο χρήζουν πληρωμής, εάν υπήρξε εκτέλεση επιπρόσθετων και/ή τροποποιητικών εργασιών και σε τέτοια περίπτωση εάν προκύπτει επιπλέον πληρωμή μέσα από την κοστολόγηση τους, εάν υπήρξαν αυξήσεις εργατικών και υλικών κατά τον ουσιώδη χρόνο της κατασκευής, ποιο το ύψος τους και ποιος πρέπει να τις επιβαρυνθεί, εάν δικαιολογείται ή όχι η επιδίκαση αποζημιώσεων συνεπεία ύπαρξης παράτασης χρόνου εκτέλεσης εργασιών, κατά όσο ορθά ή εσφαλμένα ρευστοποιήθηκε ποσό ύψους €394.088 ως μέρος των εγγυητικών επιστολών των Εναγόντων και εάν ή όχι οπλισμός που τυχόν παρέμεινε στο εργοτάξιο χρήζει ή όχι πληρωμής. Επίσης οι οικονομικές απαιτήσεις των Εναγομένων που αξιώνονται υπό τη μορφή ανταπαίτησης, όπως για παράδειγμα η πληρωμή υπολογισμένης αξίας οπλισμού, η επιστροφή συγκεκριμένου ποσού ως υπερπληρωμή και η αξίωση πληρωμής του υπολοίπου ποσού των εγγυητικών επιστολών των Εναγόντων, μπορούν να θεωρηθούν ως επιπλέον διαφορές των διαδίκων τις οποίες το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ακολούθως να αποφασίσει γι' αυτές. Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών στο έργο προκλήθηκε επιμήκυνση του χρόνου κατασκευής για λόγους που δεν ευθύνονται με αποτέλεσμα να αιτηθούν στον επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικό του έργου παράταση χρόνου που υπολόγισαν σε 212 ημέρες καθώς και σε αποζημιώσεις. Παράλληλα επικαλούμενοι καθυστερήσεις και/ή μη πληρωμές σε ενδιάμεσα πιστοποιητικά πληρωμής αρ.5, 7, 8 και 9 αλλά και κάλεσμα των Εναγομένων δυνάμει γραπτής ειδοποίησης τους ημερ. 26.09.13 προς τον σκοπό αυτό, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 05.12.13 τερμάτισαν το συμβόλαιο του έργου. Ως αποτέλεσμα του τερματισμού του κυρίως συμβολαίου, περί τις 11.12.13 οι Ενάγοντες προχώρησαν σε τερματισμό των συμβολαίων υπεργολαβίας. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, το εργοτάξιο παραδόθηκε στους Εναγόμενους περί τις 02.05.14 και παρόλο που περί τις 10.11.14 οι Ενάγοντες υπέβαλαν στον επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικό του έργου αίτηση για υπολογισμό ποσών που κατέστησαν πληρωτέα ένεκα του τερματισμού και συμψηφισμό τους με άλλα ποσά, οι Εναγόμενοι μαζί με τους συμβούλους τους αρνήθηκαν να το πράξουν μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι εξαιτίας του τερματισμού του συμβολαίου, των λόγων που προκάλεσαν διατάραξη στην πρόοδο και καθυστέρηση στην εκτέλεση των εργασιών, ποσότητας οπλισμού που μεταφέρθηκε στο εργοτάξιο και η πληρωμή της αξίας της οποίας, σύμφωνα με τους ιδίους, εξακολουθεί να οφείλεται, ζητήματος αύξησης εργατικών και υλικών που θεωρούν ότι υφίστατο κατά τον ουσιώδη χρόνο των κατασκευαστικών εργασιών και της ρευστοποίησης μέρος των εγγυητικών επιστολών προκαταβολής την ισχύ των οποίων ζητούν να ακυρωθεί, οι ίδιοι έχουν υποστεί ζημιές και έξοδα χρηματοδότησης συνολικού ύψους €1.379.941,87 που στη συνέχεια περιόρισαν σε €1.318.741,07, εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων από τους οποίους τις αξιώνουν. Οι Εναγόμενοι στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους απορρίπτουν όλες τις θέσεις των Εναγόντων και ισχυρίζονται ότι οι τελευταίοι παρέλειψαν να υποβάλουν στον επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικό του έργου προσωρινό τελικό λογαριασμό του έργου ως όφειλαν, κατά παράβαση του όρου 60.5 του συμβολαίου. Επικαλούμενοι τους όρους 60.11 και 69.1 του συμβολαίου, οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι δικαιούνται στην είσπραξη ποσού €417.270 από τις εγγυητικές επιστολές προκαταβολής των Εναγόντων αλλά λόγω των παράνομων παραστάσεων εισέπραξε με επιφύλαξη ποσό €394.008 με το υπόλοιπο να το αξιώνει ανταπαιτητικώς. Παράλληλα ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται δια διαγωγής και εγγράφων αλλά και δυνάμει των όρων του συμβολαίου να αξιώνουν τερματισμό της ισχύς των εγγυητικών επιστολών προκαταβολής. Σε ότι αφορά την εγγυητική επιστολή προκαταβολής του διορισμένου υπεργολάβου ηλεκτρολογικών εργασιών, δεν κατέστη δυνατή η ανάκτηση οποιουδήποτε ποσού. Είναι ακόμη η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να αξιώνουν πληρωμή της αξίας οπλισμού που κατά παράβαση του συμβολαίου μετέφεραν πρόωρα στο εργοτάξιο, χωρίς έτσι να έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής του. Σύμφωνα με τους Εναγόμενους, ποσότητα ίση με το 15% των 750 τόνων σιδήρου χρησιμοποιήθηκε από τους Ενάγοντες για δικούς τους σκοπούς ενώ η υπόλοιπη ποσότητα έπρεπε να είχε διατεθεί από τους Ενάγοντες για σκοπούς μείωσης της ζημιάς τους. Την ίδια στιγμή είναι η θέση των Εναγομένων ότι με βάση την επιστολή ημερ. 10.04.14 του επιμετρητή ποσοτήτων προς τον επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικό του έργου, ποσότητα 750 τόνοι σιδήρου προς €530 ανά τόνο θα πρέπει να αφαιρεθεί από τις αξιώσεις των Εναγόντων. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το συμβόλαιο τερματίστηκε από τους ιδίους στη βάση του όρου 69

(1)(γ) και κατ' επέκταση ο όρος 60.11 είναι εφαρμόσιμος στην προκειμένη περίπτωση. Ο λόγος που προβάλλεται είναι η οικονομική κρίση του 2013 και οι συνέπειες που αυτή επέφερε στην κυπριακή οικονομία και στις εμπορικές συναλλαγές. Επικαλούμενοι το τελικό πιστοποιητικό πληρωμής, οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι υπάρχει υπερπληρωμή στους Ενάγοντες ύψους €148.343,
  1. Σε ότι αφορά το θέμα της παράτασης χρόνου, είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι η κατ' ισχυρισμό επιμήκυνση του χρόνου εκτέλεσης των εργασιών δεν παρέχει δικαίωμα στους Ενάγοντες σε αποζημιώσεις αφού οι λόγοι που προβάλλονται δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Σύμφωνα με τους Εναγόμενους, τέτοια αξίωση για αποζημιώσεις θα μπορούσε να είχε έρεισμα αν το έργο αποπερατωνόταν με καθυστέρηση και οι Εναγόμενοι ζητούσαν αποζημιώσεις λόγω καθυστέρησης στην παράδοση του έργου. Σε τέτοια περίπτωση οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να προβάλουν λόγους που σχετίζονται με την επιμήκυνση προκειμένου να αποφύγουν τις αποζημιώσεις της καθυστέρησης. Ωστόσο, σύμφωνα με τους Εναγόμενους, το έργο δεν αποπερατώθηκε για να μπορούν οι Ενάγοντες να διεκδικήσουν αποζημιώσεις από την καθυστέρηση στην εκτέλεση των εργασιών. Στη βάση των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν υπό τη μορφή δηλώσεων Δικαστηρίου ότι Δικαστηρίου ότι κατά παράβαση του συμβολαίου οι Ενάγοντες μετέφεραν πρόωρα μεγάλη ποσότητα σιδήρου στο εργοτάξιο και ότι οι ίδιοι δικαιούνται σε είσπραξη του υπολοίπου των εγγυητικών επιστολών προκαταβολής των Εναγόντων. Στο δικόγραφο τους οι Εναγόμενοι ακόμη ανταπαιτούν ποσό €337.785 που είναι η αξία του οπλισμού στο εργοτάξιο που θα μπορούσε να είχε διατεθεί και δεν έγινε, δηλαδή 750 τόνοι σιδήρου χ €530 ανά τόνο μείον 15% που διατέθηκε από τους Ενάγοντες, ποσό €23.000 που είναι το υπόλοιπο των εγγυητικών επιστολών προκαταβολής των Εναγόντων και ποσό €172.522,00 που θεωρούν ότι υπερπληρώθηκαν οι Ενάγοντες και γι' αυτό θα πρέπει να τους επιστραφεί. Πρόκειται για τις θεραπείες υπό τα σημεία (β), (δ) και (ε) της §56 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Εναρκτήριες Αγορεύσεις: Οι συνήγοροι των διαδίκων προέβηκαν σε εναρκτήριες αγορεύσεις. Μέσα από αυτές αναφέρθηκαν οι βάσεις απαίτησης και ανταπαίτησης που θα προωθηθούν καθώς επίσης η γραμμή υπεράσπισης που θα παρουσιαστεί στο Δικαστήριο από έκαστη πλευρά. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν τα επίδικα νομικά και πραγματικά θέματα που θα εξεταστούν από το Δικαστήριο και οι εκδοχές των διαδίκων σε σχέση με αυτά. Στο στάδιο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι με δήλωση της ενώπιον του Δικαστηρίου η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων δήλωσε πως δεν επιμένει στην προώθηση των συγκεκριμένων ποσών που περιέχονται στα σημεία (β), (δ) και (ε) της §56 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης και στα οποία έγινε αναφορά αμέσως προηγουμένως, αλλά στα ποσά αυτά που θα αποκρυσταλλωθούν μέσα από την διαμόρφωση του τελικού λογαριασμού στο Δικαστήριο υπό το φως του μαρτυρικού υλικού που θα προσκομιστεί (πρακτικά ημερ. 16.10.23, σελίδες 14-16). Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περισσότερο αφού το πλήρες περιεχόμενο τους είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Κατά την εξέταση των επιδίκων νομικών και πραγματικών ζητημάτων εκεί και όπου κριθεί ότι απαιτείται θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά. Προσαχθείσα Μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης τους και προβολή της υπεράσπισης τους στην ανταπαίτηση των Εναγομένων οι Ενάγοντες παρουσίασαν τρεις μάρτυρες. Προς υπεράσπιση τους και παράλληλα για σκοπούς τεκμηρίωσης της ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι κάλεσαν ένα μάρτυρα. Παράλληλα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 160 τεκμήρια. Θα σκιαγραφήσω τώρα την ουσία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου. ΜΕ1 ήταν ο κύριος Γεώργιος Χαραλάμπους, πολιτικός μηχανικός στην υπηρεσία των Εναγόντων κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο. Μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η γραπτή του δήλωση (Ένδειξη 'Α'). Η κυρίως εξέταση του ολοκληρώθηκε με διευκρινίσεις και επεξηγήσεις του ιδίου για την εκδοχή των Εναγόντων μέσα από έγγραφα που άπτονται ορισμένων επιδίκων θεμάτων. Ακολούθησε η αντεξέταση του από την συνήγορο των Εναγομένων. Συνοπτική καταγραφή του περιεχομένου της μαρτυρίας του περιλαμβάνει την αναφορά του ότι οι Ενάγοντες συνιστούν ομόρρυθμη εταιρεία (συνεταιρισμό) εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών, η οποία κοινοπραξία αποτελείται από δύο εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν εγγεγραμμένοι εργολήπτες. Όπως ακόμη είπε, οι Εναγόμενοι ανάθεσαν στους Ενάγοντες την ανέγερση του έργου δυνάμει συμβολαίου εργολαβίας ημερ. 09.12.11 και συμπληρωματικής συμφωνίας ημερ.08.12.11 έναντι του ποσού των €9.784.979,56 πλέον Φ.Π.Α. Ημερομηνία έναρξης εργασιών του έργου ήταν η 16η Ιανουαρίου
  2. Οι πληρωμές θα γίνονταν με τη μέθοδο έκδοσης πιστοποιητικών πληρωμής από τον επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικό και επιμετρητή ποσοτήτων του έργου. Με την έναρξη των εργασιών και συγκεκριμένα με τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά αρ. 1 & 2 οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στους Ενάγοντες την προκαταβολή που δικαιούνταν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη εξόδων στο έργο όπως για προκράτηση υλικών, για συμφωνίες με υπεργολάβους και εκτέλεση προπαρασκευαστικών/προκαταρκτικών εργασιών. Ως μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων τους για σκοπούς εξασφάλισης της προκαταβολής που τους δόθηκε, οι Ενάγοντες εξέδωσαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους δύο εγγυητικές επιστολές προκαταβολής ύψους €278.180,00 η κάθε μία. Παράλληλα οι Εναγόμενοι διόρισαν υπεργολάβο για τις ηλεκτρολογικές εργασίες και υπεργολάβο για τις μηχανολογικές εργασίες του έργου. Ο μάρτυρας κάνει αναφορά στις διάφορες πληρωμές που έγιναν υπό τη μορφή ενδιάμεσων πιστοποιητικών πληρωμής. Ένα από αυτά ήταν το πιστοποιητικό πληρωμής αρ.10 που εκδόθηκε στις 17.12.13 από τον επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικό του έργου για το ποσό των €38.763,00 πλέον Φ.Π.Α. Οι Ενάγοντες αξιώνουν την πληρωμή επί της οποίας επιπρόσθετα αξιώνουν προς 4,25% ετησίως από 15.01.14 μέχρι εξόφλησης. Σε σχέση με το ποσό αυτό, οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τιμολόγιο στις 17.01.14 αλλά αρνήθηκαν να το πληρώσουν. Προς ενίσχυση της θέση του ο μάρτυρας παρέπεμψε στις επιστολές ημερ. 09.05.14 και 28.05.
  3. Ο μάρτυρας διαφώνησε με την ανάκληση του εν λόγω πιστοποιητικού και αντικατάσταση του με την έκδοση του ενδιάμεσου πιστοποιητικού αρ.11, λέγοντας πως το πιστοποιητικό αρ.10 εσφαλμένα ανακλήθηκε και αυτό έγινε όχι από τον επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικό του έργου που είναι ο αρμόδιος ως ορίζει το συμβόλαιο αλλά από τον επιμετρητή ποσοτήτων. Το δε πιστοποιητικό αρ.11 ουδέποτε πληρώθηκε. Συνεπώς το συνολικό ποσό που οι Ενάγοντες εισέπραξαν για τις εργασίες του έργου ανέρχεται στα €2.879.378 και προέρχεται από την πληρωμή του ενδιάμεσου πιστοποιητικού αρ.
  4. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών προκλήθηκε επιμήκυνση του χρόνου για λόγους που ευθύνονται οι Εναγόμενοι. Ένεκα αυτού οι Ενάγοντες αιτήθηκαν παράταση χρόνου 212 ημερών και αποζημιώσεις. Ο μάρτυρας επίσης ανάφερε ότι οι Εναγόμενοι με γραπτή ειδοποίηση τους ημερ. 26.09.13 ενημέρωσαν τους Ενάγοντες ότι αδυνατούσαν να συνεχίσουν να εκπληρώνουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, τους οποίους και κάλεσαν να τερματίσουν λόγω υπαιτιότητας τους. Με γραπτή ειδοποίηση τους ημερ. 05.12.13, οι Ενάγοντες τερμάτισαν το συμβόλαιο στις 19.12.
  5. Έπειτα τερμάτισαν και τις συμφωνίες υπεργολαβίας. Ο εν λόγω μάρτυρας υπέδειξε ότι από τον τερματισμό και την προαναφερόμενη καθυστέρηση στην εκτέλεση των εργασιών οι Ενάγοντες υπέστησαν ζημιές τις οποίες υπολόγισε σε €1.317.642,
  6. Σχετικό έγγραφο αίτησης παράτασης χρόνου και απαίτησης τέτοιων αποζημιώσεων κατατέθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου
  7. Την ίδια στιγμή απέρριψε τη θέση των Εναγομένων ότι υπεβλήθηκε εκπρόθεσμα με βάση το συμβόλαιο. Ένα από τα ζητήματα που ο μάρτυρας αναφέρθηκε ότι συμπεριλαμβάνονται στο κεφάλαιο αποζημιώσεων συνεπεία τερματισμού και παράτασης χρόνου είναι διαφυγόντα κέρδη. Για τον υπολογισμό τους παρέπεμψε στο Τεκμήριο 144 που είναι έκθεση η οποία, όπως ο ΜΕ1 είπε, ετοιμάστηκε από ανεξάρτητο λογιστικό οίκο. Εξηγώντας πρόχειρα τον υπολογισμό τους, ο μάρτυρας είπε λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος κερδών των δύο εταιρειών που συγκροτούν το συνεταιρισμό τα τελευταία τρία χρόνια πριν τη σύναψη του συμβολαίου. Στρεφόμενος στα υλικά που παρέμειναν στο χώρο, ο μάρτυρας είπε ότι στο εργοτάξιο μεταφέρθηκε συνολική ποσότητα οπλισμού 1.729,246 τόνοι. Με βάση την μαρτυρία του μάρτυρα, ο οπλισμός που αφέθηκε στο εργοτάξιο έγινε αποδεκτός, παραλήφθηκε και κατακρατήθηκε από τους Εναγόμενους, πράγμα που επιβεβαίωσε ο επιμετρητής ποσοτήτων με επιστολές ημερ. 12.06.14 και 23.06.
  8. Από την ποσότητα που μεταφέρθηκε, τελικά παρέμειναν στο εργοτάξιο 772,541 τόνοι σιδήρου η οποία χρησιμοποιήθηκε στις εργασίες από άλλο εργολάβο. Προς υποστήριξη της αναφοράς του αυτής, ο μάρτυρας παρέπεμψε στην επιστολή του επιμετρητή ποσοτήτων ημερ.10.04.14 αλλά και στην Προκήρυξη Διαγωνισμού για Συμπληρωματικές και Σωστικές εργασίες λόγω Διακοπής Εργασιών στο Υπό Ανέγερση Νέο Δημοτικό Μέγαρο. Ποσότητα οπλισμού 772.541 τόνοι, όπως ο μάρτυρας είπε, χρησιμοποιήθηκε από τους Εναγόμενους στα πλαίσια κατασκευής της Σχολής Διοίκησης Τουρισμού Φιλοξενίας και Επιχειρηματικότητας του Τ.Ε.Π.Α.Κ. Προς ενίσχυση της εν λόγω αναφοράς του, ο μάρτυρας παρέπεμψε σε Δελτίο Ποσοτήτων Αρ.2 του Διαγωνισμού 24/2022 (σελίδα 7). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, από την ποσότητα 855.230 κιλά σιδήρου που έχει τοποθετηθεί πληρώθηκε μόνο το 85% της αξίας τους. Κατά τον μάρτυρα το 15% της αξίας οπλισμού που διεκδικείται για πληρωμή ανέρχεται στα €411.764,35 [(855,230 τόνοι σιδήρου χ €530 ανά τόνο) μείον το ποσό που έχει πληρωθεί]. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι οι μετρήσεις που σημειώνονται στην επιστολή ημερ. 25.02.14 έγιναν από τον ίδιο. Περαιτέρω, όπως ο μάρτυρας επισημαίνει, οι Εναγόμενοι αυθαίρετα προχώρησαν με ρευστοποίηση μέρους των εγγυητικών επιστολών προκαταβολής των Εναγόντων ύψους €394.088,00, ποσό το οποίο οι Ενάγοντες απαιτούν να τους επιστραφεί. Συνεπεία αυτής της εξέλιξης, ο μάρτυρας αναφέρει ότι οι Ενάγοντες υπέστηκαν έξοδα χρηματοδότησης ύψους €20.000, τα οποία διεκδικούν ως μέρος της απαίτησης τους μαζί με τόκο προς 9% ετησίως επί του συνολικού ποσού αυτού (€414.088,00) και με κεφαλαιοποίηση κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους από 26.03.15 μέχρι εξόφλησης. Επιπλέον ο μάρτυρας επισήμανε ότι υπάρχουν αυξήσεις εργατικών και υλικών, τις οποίες είπε ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε πληρωμή και υπολόγισε σε €31.661,
  9. Όλα τα πιο πάνω περιλαμβάνονται σε έγγραφο που ετοιμάστηκε από τον μάρτυρα μαζί με κάποιον Ανδρέα (Άντη) Σφήκα. Πρόκειται για το Τεκμήριο 110, στο οποίο επισυνάπτονται υποστηρικτικά έγγραφα. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι κατά την ετοιμασία του συγκεκριμένου εγγράφου ορισμένες χρήσιμες πληροφορίες δεν ήταν εις γνώση των Εναγόντων. Όπως είπε, αργότερα που περιήλθαν εις γνώση τους, ο ίδιος προέβηκε σε διορθωτικούς υπολογισμούς μέσα από τη γραπτή δήλωση του μειώνοντας το συνολικό ποσό. Απορρίπτοντας όλες τις περί του αντιθέτου θέσεις που του υπεβλήθηκαν από την συνήγορο των Εναγομένων, ο μάρτυρας ανάφερε ότι το συνολικό ποσό που διεκδικείται ως ειδικές αποζημιώσεις για τις απώλειες και ζημιές που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν ανέρχεται σε €904.653,07 πλέον Φ.Π.Α. πλέον τόκο προς 4,5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 19.12.13 μέχρι εξόφλησης ή διαδοχικά μέχρι 03.02.15 και νόμιμο τόκο από 04.02.15 μέχρι εξόφλησης, το οποίο έχει περιοριστεί σε σχέση μ' αυτό που δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης της αγωγής αρ. 144/15 (§27) και μ' αυτό που δηλώθηκε αρχικά στην γραπτή δήλωση του (§19), πλέον επιστροφή ποσού από την εξαργύρωση μέρους των εγγυητικών επιστολών προκαταβολής των Εναγόντων μαζί με επικαλούμενα συνεπαγόμενα έξοδα ύψους €414.088,00 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του συνολικού ποσού αυτού (€414.088,00) και με κεφαλαιοποίηση κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους από 26.03.15 μέχρι εξόφλησης, πλέον το ποσό που πιστοποιήθηκε στο πιστοποιητικό πληρωμής αρ.10 ημερ. 17.12.13 ύψους €38.763,00 πλέον Φ.Π.Α. πλέον τόκο προς 4,25% ετησίως επί του ποσού αυτού από 15.01.14 μέχρι εξόφλησης (αυτό που απαιτείται στην αγωγή αρ. 1243/14). Επιπροσθέτως ο μάρτυρας σημείωσε ότι διεκδικούνται γενικές αποζημιώσεις καθώς και διάταγμα που να τερματίζει την ισχύ της εγγυητικής επιστολής προκαταβολής του διορισμένου υπεργολάβου ηλεκτρολογικών εργασιών ύψους €55.000 της Λαϊκής Τράπεζας με αρ. 51183/153/2012 που οι Εναγόμενοι δεν κατάφεραν να εξαργυρώσουν (§23 (ε) & (στ) γραπτής δήλωσης ΜΕ1). Με βάση ακόμη τη μαρτυρία του μάρτυρα, στις 02.05.24 οι Ενάγοντες παρέδωσαν το εργοτάξιο στους Εναγόμενους, ενέργεια που στις 06.05.14 πιστοποιήθηκε από τον επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικό του έργου. Ο μάρτυρας επιπροσθέτως επεξήγησε τους υπολογισμούς του στο έγγραφο του τελικού λογαριασμού και της έκθεσης απαίτησης παράτασης χρόνου και αποζημιώσεις που συνθέτουν το Τεκμήριο 110 με παραπομπή σε έγγραφα και στοιχεία που θεωρεί ότι υποστηρίζουν την ορθότητα τους. Επίσης ανέπτυξε τους λόγους που κατά τη γνώμη του οδήγησαν σε επιμήκυνση του χρόνου εκτέλεσης εργασιών και ανέλυσε τη χρονική διάρκεια της παράτασης που απαιτείται να εγκριθεί με βάση τους λόγους που έθεσε, επεξηγώντας το μέρος που συνδέεται με την διεκδίκηση αποζημιώσεων. Ακολούθως αντιπαρέβαλε δικούς του υπολογισμούς με τους υπολογισμούς του επιμετρητή ποσοτήτων που έγιναν για το ίδιο θέμα μέσα από το Τεκμήριο 132 λέγοντας πως οι θέσεις του τελευταίου χαρακτηρίζονται από ασάφειες και έλλειψη λογικής. Επόμενος μάρτυρας για λογαριασμό των Εναγόντων ήταν ο κύριος Ανδρέας (Άντης) Σφήκας (ΜΕ2). Στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 110 (τελικός λογαριασμός των Εναγόντων που περιλαμβάνει, εκτός από την αξία εκτελεσθείσας εργασίας είτε αυτή προνοείτο από την αρχή στο συμβόλαιο είτε ήταν επιπρόσθετη, απαίτηση για παράταση χρόνου και απαιτήσεις επιπρόσθετων πληρωμών και αποζημιώσεων), στο οποίο έγγραφο, όπως είπε συνέβαλε στην ετοιμασία του μαζί με τον ΜΕ
  10. Ακόμη αναγνώρισε το Τεκμήριο 95 ως την απαίτηση του διορισμένου υπεργολάβου ηλεκτρολογικών εργασιών για οικονομικές αποζημιώσεις λόγω της διακοπής των εργασιών και αποχώρησης του από το έργο, το περιεχόμενο του οποίου επίσης υιοθέτησε αφού, όπως είπε, ο ίδιος το συνέταξε. Με βάση το έγγραφο αυτό διεκδικούνται αποζημιώσεις ύψους €177.382,60, οι οποίες όπως έχει σημειωθεί προηγουμένως, ενσωματώνονται στις απαιτήσεις των Εναγόντων. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός επεξήγησε συγκεκριμένες πτυχές που του ζητήθηκαν από το Τεκμήριο
  11. Ανάμεσα σ' άλλα, σχολίασε τι καλύπτει το ζήτημα «αυξήσεις εργατικών και υλικών» και με ποιο τρόπο υπολογίζεται το κονδύλι που τους αναλογεί. Όπως είπε, για τον υπολογισμό τους χρησιμοποιείται μία φόρμουλα η οποία «αποδίδει τη διαφορά μεταξύ της τιμής που υπήρχε κάποιο χρόνο πριν την προσφορά και της τιμής που υπάρχει όταν εκδίδεται ένα συγκεκριμένο πιστοποιητικό». Μέρος της εξίσωσης είναι η χρήση ενός ποσοστού που στην οικοδομική βιομηχανία έχει καθοριστεί να είναι 40%, το οποίο λαμβάνεται ως δεδομένο. Έπειτα ανάφερε τι σημαίνει η έννοια «μη εφαρμοσμένα υλικά» με ιδιαίτερη μνεία στο επίμαχο θέμα του επεξεργασμένου οπλισμού που δεν τοποθετήθηκε λόγω της διακοπής των εργασιών. Μέρος του σχολιασμού του αποτέλεσαν και οι εργασίες που οι Ενάγοντες θεωρούν ότι ήταν 'επιπρόσθετες' αυτών που προνοούσε το συμβόλαιο τους, μία εκ των οποίων υπέδειξε ότι είναι αυτές που ονόμασε «εργασίες απομάκρυνσης». Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ο μάρτυρας ανάφερε ότι η αναποφασιστικότητα που επέδειξαν οι Εναγόμενοι οδήγησε σε καθυστερημένη λήψη απόφασης οι Ενάγοντες να επιμηκύνουν την εργοδότηση του προσωπικού τους στο εργοτάξιο. Άλλο σημείο της αντεξέτασης του εστιάστηκε στο ζήτημα της παράτασης χρόνου. Όπως είπε, η παράταση χρόνου που ζητείται υπολογίστηκε σε 75 εργάσιμες ημέρες που ισοδυναμεί με 15 εβδομάδες, δηλαδή 105 ημερολογιακές ημέρες. Με αναφορά στο Τεκμήριο 110, ο μάρτυρας εξήγησε τους λόγους που οι Ενάγοντες θεωρούν ότι δημιούργησαν καθυστέρηση στην πρόοδο των εργασιών ξεχωρίζοντας αυτούς που ευθύνονται για την πρόκληση ζημιών με αποτέλεσμα να αξιώνονται αποζημιώσεις, το ύψος των οποίων έχει υπολογιστεί. Επ' αυτού ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι για τις αιτίες που συνδέονται με απεργίες και ακραίες καιρικές συνθήκες κάθε συμβαλλόμενο μέρος αναλαμβάνει τα δικά του έξοδα επειδή πρόκειται για ουδέτερα συμβάντα. Την ίδια στιγμή απέρριψε τη θέση ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται σε παράταση χρόνου επειδή δεν εξαντλήθηκε η συμβατική περίοδος αποπεράτωσης του έργου λέγοντας πως εκείνο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι οι Ενάγοντες εξαιτίας των ενεργειών των Εναγομένων αποστερήθηκαν να λάβουν «γενικά έξοδα και κέρδος» από τη μη ολοκλήρωση του έργου, σε μία περίοδο όπου λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης δεν υπήρχε εύκολη εξασφάλιση νέων έργων. Επίσης απέρριψε τη θέση ότι δεν διαταράχθηκε καθόλου το πρόγραμμα των Εναγόντων από την εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών διότι αυτές γίνονταν παράλληλα με τις υπόλοιπες εργασίες, λέγοντας πως μόνο για τη λήψη απόφασης για τη μόνωση του τοίχου αντιστήριξης δαπανήθηκε χρόνος 6 μηνών προκαλώντας έτσι αναστάτωση του έργου. Όπως ακόμη ο μάρτυρας υπέδειξε, το πρόγραμμα εργασίας των διορισμένων υπεργολάβων αναγκαστικά ακολουθεί το πρόγραμμα εργασιών των Εναγόντων με ότι αυτό συνεπάγεται. Ο εν λόγω μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση που του υπεβλήθηκε ότι ο τερματισμός του συμβολαίου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα των Εναγομένων αλλά σε γεγονότα εκτός του ελέγχου των δύο συμβαλλομένων μερών που κατέστησαν αδύνατη την εκτέλεση του έργου και από τους δύο. Επίσης διαφώνησε και με τη θέση ότι οι Ενάγοντες παρότρυναν τους Εναγόμενους να τερματίσουν το συμβόλαιο λόγω των γεγονότων που συνέβησαν, παραπέμποντας σε επιστολή ημερ. 23.07.13 των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους (Τεκμήριο 34). Περαιτέρω αναφέρθηκε στο μέρος της απαίτησης που αφορά αποζημιώσεις για διαφυγόν κέρδος επί των δικών του εργασιών και όχι επί των εργασιών των διορισμένων υπεργολάβων. Όπως είπε, για τον υπολογισμό τους χρησιμοποιήθηκε η φόρμουλα του Γενικού Ελεγκτή που υιοθετεί μία, κατά τη γνώμη του, απλή φιλοσοφία. Περιγράφοντας την είπε ότι ασχολείται με την αποδοτικότητα της επιχείρησης που αποτυπώνεται σε ποσοστό στις οικονομικές καταστάσεις της των τελευταίων 3 ετών. Με βάση την επικαλούμενη φιλοσοφία, η περίοδος αυτή είναι αρκετή για να αποδείξει την αποδοτικότητα της εταιρείας. Ο μάρτυρας σημείωσε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι οικονομικές καταστάσεις της κοινοπραξίας επειδή αυτή ήταν νεοσύστατη. Έτσι κρίθηκε αναγκαίο να είναι οι οικονομικές καταστάσεις των δύο εταιρειών που συγκροτούν την κοινοπραξία. Μέσα από αυτές υπολογίστηκε ποσοστό 10,71% που χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς υπολογισμού του διαφυγόντος κέρδους της κοινοπραξίας επί των δικών της εργασιών (Τεκμήριο 110, Παράρτημα 4, σελίδα 11, §1). Σε ερώτηση από που συνάγεται το επικαλούμενο ποσοστό 10,71% ο μάρτυρας παρέπεμψε στο λογιστή που ετοίμασε το Τεκμήριο 144 (έκθεση οικονομικών αποζημιώσεων από λογιστικό οίκο Provision International Accountants Ltd ημερ. 09.11.22). Επιπροσθέτως ο μάρτυρας ανάφερε ότι οι Ενάγοντες ορθά διεκδικούν «έξοδα κεντρικών γραφείων και κέρδος» επί των εργασιών διορισμένων υπεργολάβων επειδή στερήθηκαν του δικαιώματος τους να ανακτήσουν αυτό το όφελος λόγω των οδηγιών τερματισμού. Όπως είπε, δεν αφορούν βοήθειες (γενικές ή ειδικές) στους διορισμένους υπεργολάβους αλλά έξοδα κεντρικών γραφείων και κέρδος επί των εργασιών των εν λόγω διορισμένων υπεργολάβων. Προς τούτο παρέπεμψε στο Τεκμήριο 110, Παράρτημα 4, σελίδα 11, §6.
  12. Σε ερώτηση για το δηλωμένο ποσό προς πληρωμή που άπτεται του τελικού λογαριασμού, ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι ενώ στην έντυπο του τελικού λογαριασμού και στην ανάλυση αυτού που ετοίμασαν οι Ενάγοντες σημειώνεται υπερπληρωμή των Εναγόντων κατά €148.343,19 (Τεκμήριο 110, Παράρτημα 1, σελίδες 1 & 2), στο έγγραφο απαίτησης παράτασης χρόνου και αποζημίωσης που σχετίζεται με τον τελικό λογαριασμό και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 110 παρουσιάζεται ότι οι Ενάγοντες έχουν να λαμβάνουν για εκτελεσθείσα εργασία ποσό €131.296,70 (Τεκμήριο 110, Παράρτημα 4, σελίδα 9, §6). Ένα άλλο σημείο για το οποίο αντεξετάστηκε ο μάρτυρας ήταν για την απαίτηση αποζημίωσης λόγω επικαλούμενη μείωσης παραγωγικότητας τόσο των Εναγόντων όσο και των διορισμένων υπεργολάβων. Απορρίπτοντας τη θέση των Εναγομένων ότι ουδεμία αποζημίωση δικαιούνται οι Ενάγοντες, ο μάρτυρας ανάφερε ότι το προσωπικό των Εναγόντων δεν μπορούσε να μετακινηθεί και να απασχοληθεί σε άλλα έργα επειδή έπρεπε να παραμείνουν έτοιμοι ώστε ανά πάσα στιγμή να προχωρήσουν με το έργο αυτό. Αντίθετα είπε ότι το προσωπικό των διορισμένων υπεργολάβων υποαπασχολείτο μόνο κατά 20% επειδή το προσωπικό τους μπόρεσε να μετακινηθεί σε άλλα έργα. Σε ότι αφορά το ποσό των €2.000 που απαιτείται, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι πρόκειται για την αμοιβή που ο ίδιος χρέωσε κάθε ένα από τους Ενάγοντες και αμφότερους διορισμένους υπεργολάβους για την ετοιμασία των εγγράφων απαίτησης τους. Τελευταίος μάρτυρας στην υπόθεση των Εναγόντων ήταν ο κύριος Ιωάννης Πούγιουρος (ΜΕ3), ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του λογιστή και είναι μέτοχος σε λογιστικό οίκο. Στην κυρίως εξέταση απλά του υποδείχτηκε ένα έγγραφο, το οποίο αναγνώρισε ως την έκθεση που ο ίδιος ετοίμασε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Πρόκειται για το Τεκμήριο
  13. Περίληψη της μαρτυρίας που έδωσε στο στάδιο της αντεξέτασης του περιλαμβάνει αναφορά του ότι περί τον Ιούλιο 2022 έλαβε οδηγίες από τους Ενάγοντες να ετοιμάσει το Τεκμήριο 144, προς τον σκοπό ετοιμασίας του οποίου έλαβε ελεγμένους λογαριασμούς της κοινοπραξίας, εισπράξεις και έξοδα από τις εργασίες που έγιναν, έξοδα διαχείρισης, έξοδα του εργοταξίου και των εργασιών που θα γίνονταν. Πέραν αυτού, του δόθηκαν μαθηματικά δεδομένα από το λογιστικό αρχείο της κοινοπραξίας. Επίσης για σκοπούς κατάρτισης της έκθεσης χρησιμοποίησε στοιχεία από το πιστοποιητικό πληρωμής αρ.10 που ως εκδομένο θεώρησε ότι ήταν αποδεκτό από τα μέρη καθώς και τη φόρμουλα από το εγχειρίδιο της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων (ΚΕΑΑ) για δημόσιες συμβάσεις που αφού μελέτησε αντιλήφθηκε ότι θα έπρεπε να το χρησιμοποιούσε (Τεκμήριο 145). Τα δεδομένα αυτά που του δόθηκαν από το λογιστικό αρχείο της κοινοπραξίας, καταχωρίστηκαν σε λογιστικό πρόγραμμα του οίκου στον οποίον ο μάρτυρας εργάζεται και ακολούθως έτυχαν επεξεργασίας μέσω της εφαρμογής διεθνών προτύπων. Στα πλαίσια ετοιμασίας της έκθεσης υπολογίστηκαν, ανάμεσα σ' άλλα, ο δείκτης κερδοφορίας της κοινοπραξίας, η απώλεια κέρδους των Εναγόντων και οικονομικές αποζημιώσεις των διορισμένων υπεργολάβων. Μοναδικός μάρτυρας των Εναγομένων ήταν ο κύριος Χρήστος Κωνσταντινίδης (ΜΥ), ο οποίος σήμερα είναι ο Δημοτικός Μηχανικός του Δήμου Πάφου. Κατά τον ουσιώδη, για τις παρούσες αγωγές, χρόνο ήταν λειτουργός τεχνικών υπηρεσιών με ειδικότητα την αρχιτεκτονική/πολεοδομία, στον οποίον είχαν αναθέσει καθήκοντα εκπροσώπου των Εναγομένων σε θέματα συντονισμού συμβάσεων υλοποίησης του έργου. Βασικό μέρος της κυρίως εξέτασης αποτέλεσε γραπτή δήλωση του, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και κατάθεσε ως Ένδειξη 'Β'. Στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του, ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε δύο έγγραφα που επισυνάπτονται στη γραπτή του δήλωση, παρουσίασε επιπρόσθετα έγγραφα (Τεκμήρια 147 - 160) και παράθεσε διευκρινίσεις επί εγγράφων που του υποδείχτηκαν. Η παρουσία του στο Δικαστήριο ολοκληρώθηκε με την αντεξέταση του από τον συνήγορο των Εναγόντων. Συνοψίζοντας το σύνολο της μαρτυρίας του μπορεί να λεχθεί η αναφορά του εν λόγω μάρτυρα κάτω από το δικό του φακό στα γεγονότα που περιβάλλουν την πορεία του έργου από την ανάθεση του μέχρι τον τερματισμό των εργασιών και την αποχώρηση των Εναγόντων από το εργοτάξιο, σε ενέργειες που έγιναν στο διάστημα εκείνο αλλά και μετέπειτα μέχρι που οι διαφορές των διαδίκων οδηγήθηκαν για επίλυση ενώπιον της δικαιοσύνης. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του αυτής, ο ΜΥ υπέδειξε την εξήγηση της πλευράς των Εναγομένων ως προς το γιατί δεν λήφθηκε υπόψη το πιστοποιητικό πληρωμής αρ.10, γιατί εκδόθηκε το πιστοποιητικό πληρωμής αρ.11 και γιατί αυτό δεν μπορούσε να πληρωθεί. Επικαλούμενος τα δύο έγγραφα που συνοδεύουν τη γραπτή δήλωση του, ο μάρτυρας είπε ότι εκείνο που έκαμε ήταν να καταγράψει την εκτελεσθείσα αξία των διαφόρων ομάδων εργασίας ως αυτές αναλύονται στο δελτίο ποσοτήτων, για παράδειγμα προκαταρκτικά - εκσκαφές και χωματουργικά - εργασίες σκυροδέματος - αποχετεύσεις και υδρορροές - εξωτερικές εργασίες - υλικά επί τόπου - επιπλέον εργασίες, καταγράφοντας παρουσιάζοντας τις διαφορετικές θέσεις των Εναγόντων, του επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικού και των Εναγομένων σε ότι αφορά τον τελικό λογαριασμό του έργου. Περαιτέρω, βασιζόμενος στα ίδια έγγραφα, παρουσίασε τις διαφορετικές θέσεις των Εναγόντων, του επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικού και των Εναγομένων σε ότι αφορά τις πληρωμές και αποκοπές που έγιναν στο έργο. Εστιάζοντας στις θέσεις των Εναγομένων, ο μάρτυρας υπέδειξε ότι μετά την πληρωμή και του πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής αρ.9, το συνολικό ύψος της οποίας ανήλθε στα €2.879.378, διαπίστωσαν ότι οι Ενάγοντες είχαν υπερπληρωθεί κατά €411.509,
  14. Ωστόσο με την ανάκτηση εγγυητικών προκαταβολής κυρίως εργολάβου και διορισμένου υπεργολάβου μηχανολογικών εγκαταστάσεων συνολικού ύψους €525.803 (€394.088 Εναγόντων και €131.715 διορισμένου υπεργολάβου μηχανολογικών εγκαταστάσεων) και περαιτέρω με την δέσμευση επιπλέον ποσού €55.000 λόγω μη ανάκτησης εγγυητικής προκαταβολής του διορισμένου υπεργολάβου ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων (€55.000), ο μάρτυρας ανάφερε ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν ποσό €59.293,92 στους Ενάγοντες το οποίο θα πλήρωναν αν οι διάδικοι συμφωνούσαν σε φιλικό διακανονισμό. Όπως ακόμη είπε, μία ουσιαστική διαφορά είναι τα υλικά επί τόπου και συγκεκριμένα ο οπλισμός. Με βάση τη μαρτυρία του, η θέση των Εναγομένων σε ότι αφορά την ποσότητα οπλισμού που έτυχε επεξεργασίας και χρησιμοποιήθηκε στο έργο και την ποσότητα που έτυχε επεξεργασίας αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε διαφέρει τόσο από αυτή των Εναγόντων αλλά και από αυτή του επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικού. Ο μάρτυρας σημείωσε ότι από τη συνολική ποσότητα 1.217.990Kg που είναι το σύνολο του οπλισμού που περιλήφθηκε στο δελτίο ποσοτήτων του έργου αφού αφαιρεθεί ποσότητα 824.505Kg που είναι αυτή η οποία χρησιμοποιήθηκε, η υπολειπόμενη ποσότητα οπλισμού 393.485Kg πολλαπλασιαζόμενη με 0,53 ανά κιλό που, σύμφωνα με τον μάρτυρα, είναι η αποδεκτή τιμή από τον επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικό του έργου και από τους Ενάγοντες ως η τιμή αγοράς του οπλισμού εκείνη την περίοδο οδηγεί στο ποσό των €208.
  15. Σε ότι αφορά δε την ποσότητα οπλισμού που δεν έτυχε επεξεργασίας και δε χρησιμοποιήθηκε, ο μάρτυρας επισήμανε ότι οι Εναγόμενοι δεν την αναγνωρίζουν ως υλικό επί τόπου επειδή, κατά τη γνώμη τους, αφίχθηκε πρόωρα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η θέση των Εναγομένων αυτή στηρίζεται στο ότι η πρόοδος των εργασιών ήταν καθυστερημένη και γι' αυτό η ποσότητα οπλισμού που θα έπρεπε να είχε αφιχθεί στο εργοτάξιο θα έπρεπε να ήταν μικρότερη από αυτή που τελικά ήλθε. Γι' αυτήν την επιπρόσθετη ποσότητα οπλισμού δεν εξασφαλίστηκε έγκριση από τους Εναγόμενους, μέσω του επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικού, για να έλθει στο εργοτάξιο ως όφειλαν επικαλούμενος παράβαση του όρου 2.
  16. Η δε παραμονή του οπλισμού στο εργοτάξιο που υπήρχε ήταν εκτεθειμένη στις καιρικές συνθήκες αφού δεν βρισκόταν κάτω από στέγαστρο. Η επιμονή του επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικού να πιστοποιεί τα υλικά αυτά ήταν, κατά τη γνώμη του μάρτυρα, εσφαλμένη και ερχόταν σε αντίθεση με τον όρο 60,1 και γι' αυτό οι Εναγόμενοι διαφώνησαν. Ωστόσο συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι μέχρι και τον τερματισμό του συμβολαίου οι Εναγόμενοι δεν απέστειλαν έγγραφο με το οποίο να διατύπωναν τη θέση τους για το τι έπρεπε να είχε γίνει με τον οπλισμό επί τόπου, παρόλο ότι οι Ενάγοντες προέβηκαν γραπτώς σε διάφορες εισηγήσεις σε σχέση με τον οπλισμό που δεν έτυχε επεξεργασίας και ούτε χρησιμοποιήθηκε αλλά βρισκόταν στο εργοτάξιο (Τεκμήριο 77). Ο μάρτυρας δεν αμφισβήτησε τη θέση των Εναγόντων ότι τέτοια ποσότητα οπλισμού ανερχόταν στα 85.823Kg και δεν έχει τιμολογηθεί και δεν είχε περιληφθεί σε πιστοποιητικό πληρωμής. Ο μάρτυρας ακόμη συμφώνησε ότι μετρήσεις σχετικά με την επί τόπου ποσότητα οπλισμού στο εργοτάξιο πραγματοποιήθηκε από τον σύμβουλο επιμετρητή ποσοτήτων στις 20.06.14 (Τεκμήριο 98) ενώ οι Ενάγοντες είχαν παραδώσει το εργοτάξιο μαζί με τα επί τόπου υλικά στον επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικό από τις 02.05.
  17. Περαιτέρω είπε ότι η καταμέτρηση οπλισμού έγινε μετά την παραλαβή του εργοταξίου από τον νέο εργολάβο που επιλέγηκε, μέσα από διαδικασία προσφορών, για την εκτέλεση σωστικών εργασιών. Παράλληλα ο εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε ότι ο νέος εργολάβος χρησιμοποίησε μέρος του οπλισμού στο έργο. Επίσης ο μάρτυρας ανάφερε ότι μέρος του οπλισμού που έμεινε στο εργοτάξιο πωλήθηκε στο Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο της Βηρυτού. Χωρίς να είναι σίγουρος, θεωρώντας ότι τέτοια ποσότητα είναι 65 τόνοι σιδήρου. Ακόμη μέρος του οπλισμού που ήταν στο εργοτάξιο χρησιμοποιήθηκε κατά την ανέγερση του ΤΕΠΑΚ, χωρίς να αναφέρει ποια ήταν τέτοια ποσότητα (Τεκμήριο 140). Στρεφόμενος στην πρόοδο των εργασιών, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι οι εργασίες δεν προχωρούσαν με βάση το χρονοδιάγραμμα. Υποδεικνύοντας το κατασκευαστικό πρόγραμμα των εργασιών σε συνάρτηση με φωτογραφίες που λήφθηκαν από το εργοτάξιο, ο ΜΥ αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες εργασίες που σύμφωνα με τον ίδιο δεν είχαν ακόμη κατασκευαστεί (πρακτικά ημερ. 13.12.23, σελίδες 19-24). Παρόλα αυτά ο μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι από τον Μάιο 2013 οι Εναγόμενοι ζήτησαν από τους πελάτες του να εκτελούν μόνο σωστικές εργασίες- μέχρι να αποφασίσουν για το ενδεχόμενο αναστολής εργασιών (Τεκμήριο 27). Επί τούτου μάλιστα αναγνώρισε ότι οι Εναγόμενοι ζήτησαν με επιστολή τους ημερ. 02.08.13 από τους Ενάγοντες επιβράδυνση των εργασιών μέχρι λήψεως από μέρους τους τελικής απόφασης, χωρίς να τερματίσουν το συμβόλαιο- (Τεκμήριο 38). Ακολούθως, μέσα από σχετικές ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο χρόνο που εκδόθηκε και στο χρόνο που εξοφλήθηκε κάθε ένα από τα πιστοποιητικά ενδιάμεσης πληρωμής αρ.1-
  18. Σε ερώτηση γιατί οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν το πιστοποιητικό αρ.11 ημερ. 24.03.15 (Τεκμήριο 129), ο μάρτυρας επικαλέστηκε τους λόγους που σημειώνονται στην επιστολή ημερ. 25.05.15 της δικηγόρου των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες (Τεκμήριο 130). Ερωτώμενος για το πιστοποιητικό πληρωμής αρ.10 αν αυτό είχε εκδοθεί κανονικά, ήταν έγκυρο και πληρωτέο, ο μάρτυρας είπε ότι ήταν ένα πιστοποιητικό όπως όλα τα άλλα που είχαν εκδοθεί. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ο μάρτυρας είπε ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν σχετικό τιμολόγιο που τους παραδόθηκε (Τεκμήριο 72). Στη συνέχεια η μαρτυρία του μάρτυρα περιστράφηκε στον τελικό λογαριασμό του έργου. Σύμφωνα με τον ΜΥ, οι Εναγόμενοι, με εξαίρεση το ζήτημα του οπλισμού, αποδέχονται την εισήγηση του επιμετρητή ποσοτήτων ως προς τον τελικό λογαριασμό που πρέπει να έχει το έργο όπως αυτή αποτυπώνεται σε σχετικό έγγραφο που τους δόθηκε (Τεκμήρια 132 & 133), θεωρώντας ότι η εισήγηση του βρίσκει σύμφωνο και τον επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικό. Ειδικά για τα προκαταρκτικά, ο μάρτυρας ανάφερε ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται μέχρι την ημερομηνία που οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι επήλθε τερματισμός του συμβολαίου. Τελευταίο κεφάλαιο της μαρτυρίας του μάρτυρα αφορούσε την απαίτηση των Εναγόντων να τους χορηγηθεί παράταση χρόνου 212 ημερών, για μέρος της οποίας διεκδικούνται επιπλέον αποζημιώσεις (Τεκμήριο 110 Παράρτημα 4). Σε σχέση με την πτυχή αυτή, ο μάρτυρας απέρριψε τις αξιώσεις των Εναγόντων και επανέλαβε τις θέσεις των Εναγομένων, οι οποίες διατυπώθηκαν στην γραπτή του δήλωση αλλά και στη δια ζώσης μαρτυρία του σχετικά με κατ' ισχυρισμό καθυστέρηση στην πρόοδο εκτέλεσης εργασιών. Αναφορά σ' αυτό έγινε προηγουμένως. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με εμπεριστατωμένη νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με αναφορά σε όρους συμβολαίου και με παραπομπή σε νομολογία που θεωρούν ότι υποστηρίζουν την εκδοχή τους, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο τους είναι πολυσέλιδο δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων. Μεθοδολογία Δικαστικής Κρίσης: Στο σημείο αυτό κρίνω χρήσιμο να αναφέρω ότι ο σχολιασμός και η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, η καταγραφή δεδομένων της υπόθεσης, η αναφορά στο περιεχόμενο των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εμπλεκομένων μερών και η κατάληξη σε ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία θα παραθέσω στη συνέχεια, γίνεται με τη σειρά η οποία κατά την κρίση μου αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασης μου (Adamos Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40, 97). Όπως άλλωστε επιβεβαιώθηκε και στην πρόσφατη απόφαση Χρίστος Χριστοδουλίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 141/13, απόφαση ημερομηνίας 16.02.15 «Δεν υπάρχουν στερεότυπα στη δικαστική συγγραφή αποφάσεων. Η δικαστική ανεξαρτησία και το αυτόνομο της δικαστικής κρίσης αφήνουν ευρύ πεδίο επιλογής του τρόπου συγγραφής μιας απόφασης». Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα:
  1. Οι Ενάγοντες συνιστούν ομόρρυθμη εταιρεία (συνεταιρισμός - κοινοπραξία) που έχει εγγραφεί στις 02.12.11 στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με την νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας (μέρος εγγράφων Τεκμηρίου 1, Τεκμήριο 4,), αποτελούμενη από δύο ιδιωτικές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να είναι εγγεγραμμένοι εργολήπτες βάση σχετικής ετήσιας άδειας που ήταν και συνεχίζει να είναι σε ισχύ και συνάμα της ισχύουσας νομοθεσίας, δυνάμει της οποίας μπορούσαν και δικαιούνταν να αναλάβουν από κοινού την ανέγερση του επίμαχου έργου (μέρος εγγράφων Τεκμηρίου 1).
  2. Οι Εναγόμενοι συνιστούν οργανισμό δημοσίου δικαίου ευρύτερου δημοσίου τομέα που κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελούσε τον Αναθέτοντα Φορέα για την ανέγερση του έργου.
  3. Δυνάμει εγγράφων συμβολαίου ημερ. 08.12.2011 που υπογράφηκε από εκπροσώπους των διαδίκων ως συμβαλλόμενα μέρη, οι Εναγόμενοι ανέθεσαν και οι Ενάγοντες ανέλαβαν την ανέγερση του επίμαχου έργου έναντι του συμφωνημένου ποσού των €9.784.979,86 πλέον ΦΠΑ.
  4. Η μελέτη και επίβλεψη του έργου ανατέθηκε από τους Εναγόμενους σε ιδιωτικό αρχιτεκτονικό γραφείο, οι οποίοι όρισαν στο έργο ιδιώτες συμβούλους και συγκεκριμένα πολιτικό μηχανικό, μηχανολόγο μηχανικό, ηλεκτρολόγο μηχανικό και επιμετρητή ποσοτήτων.
  5. Με βάση τα έγγραφα συμβολαίου ο χρόνος αποπεράτωσης των εργασιών ήταν 24 μήνες από την ημερομηνία έναρξης του έργου (μέρος εγγράφων Τεκμηρίου 1).
  6. Οι πληρωμές στο έργο θα γίνονταν με την έκδοση πιστοποιητικών ενδιάμεσης πληρωμής από τον επιβλέπων αρχιτέκτονα / μηχανικό του έργου.
  7. Δυνάμει συμπληρωματικής συμφωνίας ημερ. 08.12.2011 που υπογράφηκε από τους ιδίους διαδίκους, η διάρκεια της περιόδου αποπεράτωσης του έργου παρατάθηκε από 24 σε 36 μήνες καθώς επίσης συμφωνήθηκε όπως οι Εναγόμενοι πληρώσουν στους Ενάγοντες το κατ' αποκοπή ποσό των €100.000 πλέον Φ.Π.Α. που αφορά προκαταρκτικά έξοδα των Εναγόντων λόγω της παρατεταμένης παρουσίας τους στο εργοτάξιο για επιπρόσθετους 12 μήνες με το ποσό αυτό να συμπεριλαμβάνεται στα πιστοποιητικά ενδιάμεσης πληρωμής που θα εκδίδονταν και να είναι πληρωτέο σε 12 ίσες μηνιαίες δόσεις των €8.333,33 πλέον Φ.Π.Α. αρχής γενομένης από τον 25ον μήνα της περιόδου εκτέλεσης του έργου (Τεκμήριο 8).
  8. Για την εκτέλεση των ηλεκτρολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων στο έργο οι Εναγόμενοι διόρισαν υπεργολάβο με τον οποίον συνήψαν συμφωνία υπεργολαβίας.
  9. Για την εκτέλεση των μηχανολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων στο έργο οι Εναγόμενοι διόρισαν υπεργολάβο με τον οποίον συνήψαν συμφωνία υπεργολαβίας (Τεκμήριο 3).
  10. Το συμφωνημένο ποσό υπεργολαβίας των ηλεκτρολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων ήταν €550.000 ενώ των μηχανολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων ήταν €1.397.
  11. Για τις ανάγκες του έργου οι Εναγόμενοι κατέβαλαν προκαταβολή τόσο στους Ενάγοντες όσο και στους δύο διορισμένους υπεργολάβους ίση με το 10% του καθαρού ποσού του συμβολαίου για τους Ενάγοντες και έκαστης συμφωνίας υπεργολαβίας αντίστοιχα για αμφοτέρους διορισμένους υπεργολάβους.
  12. Συνεπεία της προκαταβολής που τους δόθηκε και στα πλαίσια των συμβατικών υποχρεώσεων τους, οι Ενάγοντες εξέδωσαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους δύο εγγυητικές επιστολές προκαταβολής της Τράπεζας Κύπρου αρ. [ ] και [ ] για το ποσό των €278.180,00 έκαστη (Τεκμήριο 7).
  13. Συνεπεία της προκαταβολής που του δόθηκε και στα πλαίσια των συμβατικών υποχρεώσεων του, ο υπεργολάβος ηλεκτρολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων έκδωσε και παρέδωσε στους Ενάγοντες και Εναγομένους εγγυητική επιστολή προκαταβολής της πρώην Λαϊκής Τράπεζας με αρ. 51183/153/2012 για το ποσό των €55.000,00 (Τεκμήρια 9 & 110).
  14. Συνεπεία της προκαταβολής που του δόθηκε και στα πλαίσια των συμβατικών υποχρεώσεων του, ο υπεργολάβος μηχανολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων έκδωσε και παρέδωσε στους Ενάγοντες και Εναγομένους εγγυητική επιστολή προκαταβολής της της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 0193-[ ] για το ποσό των €131.715,00 (Τεκμήρια 10 & 120).
  15. Οι εργασίες στο έργο ξεκίνησαν τον Ιανουάριο
  16. Στα πλαίσια εκτέλεσης των εργασιών στο έργο εκδόθηκαν τα πιστοποιητικά ενδιάμεσης πληρωμής αρ.1-
  17. Συνεπεία οδηγιών του επιβλέποντα αρχιτέκτονα / μηχανικού που εκδόθηκαν αναφορικά με το έργο, οι Ενάγοντες εκτέλεσαν επιπρόσθετες εργασίες.
  18. Την 01.03.13 δόθηκαν οδηγίες για αναστολή εργασιών, η άρση της οποίας έγινε στις 21.03.
  19. Στις 02.08.13 ο επιβλέπον αρχιτέκτονας/μηχανικός έδωσε οδηγίες στους Ενάγοντες να εκτελούνται μόνο σωστικές εργασίες στο έργο, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ μέχρι τον τερματισμό του συμβολαίου.
  20. Οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 26.09.2013 ανάφεραν στους Ενάγοντες ότι συνεπεία απρόβλεπτων συνθηκών αποφάσισαν τη διακοπή των εργασιών η οποία επιδόθηκε στους Ενάγοντες με ιδιώτη επιδότη στις 27.09.13 (Τεκμήριο 47).
  21. Στις 17.12.13 ο επιβλέπον αρχιτέκτονας/μηχανικός εξέδωσε το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 για το ποσό των €38.763,00 πλέον Φ.Π.Α. (μέρος Τεκμηρίου 65).
  22. Στις 17.01.14 οι Εναγόμενοι υπέγραψαν σχετικό τιμολόγιο σε σχέση με το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 αλλά αρνήθηκαν να το πληρώσουν (Τεκμήριο 72).
  23. Οι εργασίες του έργου τελικά τερματίστηκαν και στις 02.05.14 οι Ενάγοντες αποχώρησαν από το χώρο ανέγερσης του έργου παραδίδοντας το εργοτάξιο μαζί με υλικά που βρίσκονταν επιτόπου στον επιβλέπον αρχιτέκτονα/μηχανικό του έργου, οι οποίοι τα παρέλαβαν και πιστοποίησαν την παράδοση στις 06.05.14 εκδίδοντας Πιστοποιητικό Τμηματικής Ολοκλήρωσης του έργου.
  24. Μετά την αποχώρηση των Εναγόντων από το έργο, ανατέθηκε σε νέο εργολάβο, ο οποίος μέσα από διαδικασία προσφορών, επιλέγηκε για την εκτέλεση σωστικών εργασιών.
  25. Μέρος του οπλισμού που βρισκόταν στο εργοτάξιο χρησιμοποιήθηκε από τον νέο εργολάβο για την εκτέλεση σωστικών εργασιών.
  26. Οπλισμός που έμεινε στο εργοτάξιο πωλήθηκε στο Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο της Βηρυτού.
  27. Οι Ενάγοντες εισέπραξαν από τους Εναγόμενους αναφορικά με την εκτέλεση των εργασιών του έργου, περιλαμβανομένων ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων, το συνολικό ποσό των €2.879.378,00 πλέον Φ.Π.Α. που είναι τα πιστοποιημένα και παράλληλα πληρωμένα ποσά μέχρι το εκδομένο πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.9 ημερ. 04.09.13 συμπεριλαμβανομένου (μέρος Τεκμηρίου 43 & μέρος Τεκμηρίου 121).
  28. Οι Εναγόμενοι ρευστοποίησαν ποσό €394.088,00 από τις δύο εγγυητικές επιστολές προκαταβολής των Εναγόντων.
  29. Οι Εναγόμενοι δεν κατάφεραν να ρευστοποιήσουν την εγγυητική επιστολή προκαταβολής του διορισμένου υπεργολάβου ηλεκτρολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων ύψους €55.
  30. Προς τον σκοπό ανάκτησης του ποσού €55.000 από την εγγυητική επιστολή προκαταβολής του διορισμένου υπεργολάβου ηλεκτρολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την αγωγή αρ. 970/19 στο Ε.Δ. Πάφου εναντίον του συγκεκριμένου υπεργολάβου.
  31. Οι Εναγόμενοι δέσμευσαν ποσό €55.000 από τους Ενάγοντες λόγω μη ανάκτησης της εγγυητικής προκαταβολής του διορισμένου υπεργολάβου ηλεκτρολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων.
  32. Στις 10.11.14 οι Ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση για ρύθμιση του τελικού ποσού του συμβολαίου (τελικό λογαριασμό του έργου) μαζί έγγραφο απαίτησης με το οποίο αιτούνται παράταση χρόνου 212 εργασίμων ημερών και αποζημιώσεις για 105 εργάσιμες ημέρες από αυτές (Τεκμήριο 110).
  33. Στις 10.06.15 ο επιβλέπον αρχιτέκτονας/μηχανικός απέστειλε στους διάδικους προσχέδιο ρύθμισης του τελικού ποσού του συμβολαίου (τελικού λογαριασμού του έργου) που ετοίμασε ο σύμβουλος επιμετρητής ποσοτήτων με έγγραφο ημερ. 08.06.15, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης συνεπεία τερματισμού των εργασιών και αποχώρησης των Εναγόντων από το εργοτάξιο (Τεκμήρια 132 & 133). Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Άλλα τέτοια γεγονότα που εντοπίζονται κατά την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού καταγράφονται και αποτελούν επίσης ευρήματα του Δικαστηρίου. Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Μέσα από την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού προκύπτουν ευρήματα τα οποία σε συνδυασμό με την νομική πτυχή που παρατίθεται και εφαρμόζεται στα περιστατικά και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης οδηγούν στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα - Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα: Η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάζεται στη δίκη αποτελεί σημαντικό καθήκον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για πολυσύνθετο και λεπτό έργο μεγάλης σημασίας που πρέπει να εκτελείται με προσοχή και επιμέλεια. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1273 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν. Πρόκειται για άτομα που δήλωσαν ότι με κάποιον τρόπο είχαν ανάμιξη στα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής. Κάποιοι κατέθεσαν ταυτόχρονα ως μάρτυρες γεγονότων και ως εμπειρογνώμονες ενώ κάποιοι έδωσαν ένορκη μαρτυρία μόνο υπό την ιδιότητα του πραγματογνώμονα. Ενόσω αυτοί κατέθεταν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, την πηγή της γνώσης τους, το καλό ή κακό μνημονικό τους, την παρουσία ή απουσία είτε ουσιαστικών αντιφάσεων είτε υπερβολών στην μαρτυρία τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, Γεώργιος και Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 339 και Κυριάκου ν. Γ. Νικόλας (Μακρή) Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 869). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων έγινε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Τα όσα αναφέρονται από τους μάρτυρες συναρτώνται, αντιπαραβάλλονται και συγκρίνονται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών προκειμένου να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 165). Το δε μαρτυρικό υλικό δεν εξετάστηκε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση επί της ουσίας του. Σε ότι αφορά την αξιολόγηση μαρτυρίας ατόμου που καταθέτει με την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει. Ποιος μπορεί να θεωρηθεί πραγματογνώμονας και να καταθέσει στο Δικαστήριο υπό αυτή την ιδιότητα εξηγείται μέσα από την υπόθεση Νικολάου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 162/2014 ημερομηνίας 02.05.17, στην οποίαν και παραπέμπω. Εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι όντως εμπειρογνώμονας στον τομέα που κλήθηκε να καταθέσει, προχωρεί να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά και αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Με λίγα λόγια ο πραγματογνώμονας παρέχει στο Δικαστήριο την αναγκαία επιστημονική γνώση, ώστε να κατανοήσει, το ίδιο, δεδομένα επιστημονικού περιεχομένου, που έχουν τεθεί ενώπιον του, προκειμένου να καταλήξει στη δική του ανεξάρτητη κρίση σε σχέση με συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης (Α.Α.-Ι v. Δρ. Μιχάλη Χρυσοστόμου Πολιτική Έφεση Αρ. 298/2014 ημερ. 14.12.23). Όπως ακόμη λέχθηκε στην υπόθεση R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87, το Δικαστήριο δικαιούται να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα ή μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814) νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη και το δικαστήριο να εξηγεί γιατί. Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεμελιώνει επιστημονικώς τη μια ή την άλλη εκδοχή των διαδίκων, αλλά το πράττει συμπληρωματικώς και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ιδίων των μερών (Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1682). Οι πιο πάνω αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας ενός πραγματογνώμονα συγκεφαλαιώνονται στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ιωάννου v. Yiangos I Socratous & Sons Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. 149/2015 ημερ. 03.02.25. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα που ομιλεί από μόνο του: «Είναι χρήσιμο να επαναλάβουμε, και σε αυτή την περίπτωση, τις καλά εδραιωμένες αρχές στη βάση των οποίων προσεγγίζεται και αξιολογείται η μαρτυρία των ειδικών μαρτύρων. Οι τελευταίοι, δεν αξιολογούνται στη βάση άλλων αρχών από τις καθιερωμένες, ούτε αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό από τους υπόλοιπους μάρτυρες (βλ. Star Fiberglass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875). Κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με καλά καθιερωμένες αρχές (Cross on Evidence 5η έκδοση, σελ. 446, Republic v Chacholiades
(1992)1 ΑΑΔ σελ. 446 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1Γ ΑΑΔ 2298). Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε υποκαθιστά το έργο του, παρά μόνο το βοηθά - με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων - να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα, ενώ παράλληλα η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία οι ως άνω μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες προσέγγισαν το έργο τους, αποτελεί επίσης σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους. (βλ. Μιτσιγιώργη και άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811). Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Μπορεί δε να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, (βλ. Vasilikos Cements Works ν. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 746). Όπως άλλωστε υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παρ. 27-35, πλανάται ακόμα και σήμερα η υποψία ότι οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες πιθανόν να διάκεινται ευνοϊκά υπέρ του διαδίκου που τους καλεί να μαρτυρήσουν (βλ. Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1977)2 C.L.R. 97 και Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1).» [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου] Να αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει προσαχθεί, περιλαμβανομένου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχω ακόμη θέσει ενώπιον μου τα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους διαδίκους. Περαιτέρω έχω λάβει υπόψη μου τις εμπεριστατωμένες νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων, οι οποίες οφείλω να πω ότι επικεντρώθηκαν στα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Να σημειωθεί επίσης ότι η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού έγινε έχοντας κατά νου όλες τις εισηγήσεις των μερών. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Οι ΜΕ1 και ΜΥ κατέθεσαν τόσο ως μάρτυρες γεγονότων όσο και ως εμπειρογνώμονες. Συνεπώς η μαρτυρία τους διαχωρίζεται σε δύο ανεξάρτητες πτυχές. Η πρώτη πτυχή αφορά γεγονότα και είναι αυτά που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Χωρίς αμφιβολία τα αποδέχομαι. Έχω ήδη καταγράψει προηγουμένως τέτοια γεγονότα και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Όπως έχω ακόμη πει, τυχόν άλλα τέτοια γεγονότα που επίσης αποτελούν μέρος της πρώτης πτυχής της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΥ θα προβληθούν στη συνέχεια και γίνονται και αυτά αποδεκτά από το Δικαστήριο. Το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας τους αφορά αναφορές που τις κατέθεσαν ενόρκως στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Αμφότεροι δήλωσαν ότι είχαν εμπλοκή στο έργο υπό την επαγγελματική τους ταυτότητα. Ανάμιξη στην υπόθεση είχαν και οι μάρτυρες ΜΕ2 και ΜΕ3. Αμφότεροι κατέθεσαν ενόρκως και αυτοί υπό τον μανδύα του εμπειρογνώμονα. Η μαρτυρία τους είναι εξ' ολοκλήρου επιστημονική. Έχοντας πειστεί ότι όλοι οι μάρτυρες της υπόθεσης αυτής είναι εμπειρογνώμονες στο τομέα που έκαστος έχει καταθέσει, προχωρώ να αξιολογήσω την μαρτυρία τους καθοδηγούμενος από τις προαναφερόμενες αρχές της νομολογίας. Για σκοπούς καλύτερη αντίληψης του σκεπτικού της απόφασης, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων και γενικά του επιστημονικού μαρτυρικού υλικού επί του οποίου αυτή βασίζεται, θα γίνεται σταδιακά και σε ενότητες. Κάθε επίδικο θέμα της υπόθεσης θα αποτελεί διαφορετική ενότητα με την οποίαν θα ασχοληθώ ξεχωριστά. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας καθενός εμπειρογνώμονα θα γίνεται κατά την ενασχόληση μου με το κάθε ένα επίδικο ζήτημα ξεχωριστά, αναλόγως της εμπλοκής που είχε ο κάθε ένας από αυτούς στο εν λόγω θέμα. Πρώτα βεβαίως θα εξεταστεί κατά πόσο κάθε ένας από τους μάρτυρες δύναται να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας στο πεδίο που κατέθεσε ενόρκως. Ο ΜΕ1 στην μαρτυρία του σχολίασε τεχνικής φύσεως θέματα. Παρόλο ότι έχω αναφερθεί σ' αυτήν, σημειώνω επιγραμματικά ότι η μαρτυρία του επεκτείνεται στον επί τόπου οπλισμό που αφίχθηκε και παρέμεινε στο εργοτάξιο σε ότι αφορά τον υπολογισμό της ποσότητας και αξίας του, επεξήγησε το έγγραφο απαίτησης των Εναγόντων που ο ίδιος ετοίμασε μαζί με τον ΜΕ2 για χορήγηση παράτασης χρόνου και αποζημίωσης, στον προσδιορισμό εργασιών που εκτελέστηκαν και θεωρούνται επιπρόσθετες του συμβολαίου και την κοστολόγηση τους, αναφέρθηκε στον καθορισμό της αύξησης εργατικών και υλικών καθώς επίσης τα στοιχεία και δεδομένα που είχε ενώπιον του για να ετοιμάσει την εισήγηση των Εναγόντων σε ότι αφορά την τελική ρύθμιση του ποσού του συμβολαίου (τελικό λογαριασμό του έργου). Ο ΜΕ1 δήλωσε ότι κατά τον ουσιώδη για τις αγωγές χρόνο ασκούσε και συνεχίζει μέχρι σήμερα να ασκεί το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού. Εργάζεται σε εργοληπτική εταιρεία εγγεγραμμένη στο μητρώο εργολήπτη της που κατασκευάζει έργα της πολυπλοκότητας και μεγέθους όπως το επίμαχο. Αν τώρα ληφθεί υπόψη ότι τουλάχιστον ασκεί το επάγγελμα αυτό από το έτος 2011 όταν υπογράφτηκε το συμβόλαιο, προκύπτει ότι κατά το χρόνο της ένορκης μαρτυρίας του είχε τουλάχιστον 13 χρόνια επαγγελματική εμπειρία στην εργοληπτική βιομηχανία. Την ίδια στιγμή δεν παραγνωρίζω ότι τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα του μάρτυρα αυτού ουδέποτε αποτέλεσαν σημείο διαφωνίας. Κατ' επέκταση μπορεί να λεχθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη του συγκεκριμένου μάρτυρα δεν αμφισβητείται. Η καθημερινή του τριβή- υπό την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού σε εργοληπτική εταιρεία έχει να κάνει, μεταξύ άλλων, με κοστολόγηση εργασιών, τιμολόγηση υλικών και εργατικών, απαιτήσεις για παράταση χρόνου και αποζημιώσεις για έξοδα που τυχόν επιβαρύνεται η εταιρεία στην οποίαν εργάζεται από ενδεχόμενη επιμήκυνση του χρόνου εκτέλεσης εργασιών και ετοιμασία εισήγησης ως προς τον τελικό λογαριασμό του έργου. Τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα σε συνδυασμό με την εμπειρία που διαθέτει στον αντικείμενο της πολιτικής μηχανικής, στοιχεία που δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά των Εναγόμενων, της επιτρέπουν να καταθέσει μαρτυρία για τα εξειδικευμένα ζητήματα που κλήθηκε να μαρτυρήσει υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα (Σιακόλα v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110), Yaacoub v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 72/13 ημερ. 19.03.14, Ακρίδας v. Eman (Buses) Ltd και άλλων
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 355). Ο ΜΕ2 είναι αυτός που, όπως ήδη λέχθηκε, μαζί με τον ΜΕ1 ετοίμασαν το έγγραφο απαίτησης των Εναγόντων για χορήγηση παράτασης χρόνου και αποζημίωσης (Τεκμήριο 110). Η μαρτυρία του περιορίστηκε σε ανάλυση και επεξήγηση επί του συγκεκριμένου εγγράφου. Επίσης από τη μαρτυρία του διαφάνηκε ότι ετοίμασε παρόμοια έγγραφα απαίτησης και για τους δύο διορισμένους υπεργολάβους. Εφόσον η εμπειρογνωμοσύνη δεν αποτέλεσε λόγο διαφωνίας, δεν έχω λόγο να την αμφισβητήσω. Κατά συνέπεια, θεωρώ τον εν λόγω μάρτυρα αρμόδιο να καταθέσει για τα εξειδικευμένα ζητήματα που κλήθηκε να μαρτυρήσει υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα σε ότι βέβαια αφορά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  1. Ο ΜΕ3 ανάφερε ότι ασκεί το επάγγελμα του λογιστή εδώ και 20 έτη. Παράλληλα δήλωσε ότι είναι εγγεγραμμένος στο σύνδεσμο International Accountants με μεγάλη εμπειρία στους ελέγχους και διαδικασίες που παρακολουθούνται για έλεγχο. Είναι το άτομο που ετοίμασε έκθεση οικονομικών αποζημιώσεων των Εναγόντων για το έργο αναφερόμενος σε έξοδα διοίκησης και κέρδους, στην απώλεια παραγωγικότητας, σε ανάλυση οικονομικών αποτελεσμάτων των εταιρειών που συγκροτούν την κοινοπραξία, στην πραγματική κερδοφορία και στο πραγματικό κέρδος της κοινοπραξίας από τη σύναψη του συμβολαίου μέχρι τον τερματισμό του. Πρόκειται για το έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Η μαρτυρία του πηγάζει μέσα από το έγγραφο αυτό. Τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα δεν έχουν αμφισβητηθεί. Εν πάση περιπτώσει, το αδιαμφισβήτητο πεδίο γνώσης του, όπως αυτό προκύπτει από τη φύση του επαγγέλματος του σε συνδυασμό με την μεγάλη επαγγελματική του εμπειρία που διαθέτει στον τομέα της λογιστικής και των οικονομικών, επιτρέπουν στο συγκεκριμένο μάρτυρα να καταθέσει μαρτυρία για τα εξειδικευμένα ζητήματα που εγείρονται στο έγγραφο που αυτός ετοίμασε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Ο ΜΥ1 δήλωσε πως είναι αρχιτέκτονας/μηχανικός, ο οποίος κατά τον ουσιώδη για τις αγωγές χρόνο κατείχε τη θέση Λειτουργού Τεχνικών Υπηρεσιών με ειδικότητα την αρχιτεκτονική/πολεοδομία. Από 01.03.23 μέχρι σήμερα είναι ο Δημοτικός Μηχανικός του Δήμου Πάφου. Καθ' όλη τη διάρκεια του έργου ασκούσε καθήκοντα συντονισμού των συμβάσεων υλοποίησης του έργου. Το πεδίο της ένορκης μαρτυρίας του περιλαμβάνει σχολιασμό και επεξήγηση των τεχνικών θέσεων των Εναγόντων στα ίδια ζητήματα που ασχολήθηκε ο ΜΕ1 στη δική του μαρτυρία. Τα προσόντα, η εμπειρία του και τα επαγγελματικά καθήκοντα του δεν αμφισβητούνται. Χωρίς δεύτερη σκέψη η εμπειρογνωμοσύνη του εν λόγω μάρτυρα δεν αμφισβητείται. Σε κάθε περίπτωση η θέση και τα καθήκοντα του μάρτυρα σε συνδυασμό με τις ακαδημαϊκές του γνώσεις και τη μεγάλη του επαγγελματική εμπειρία, δεδομένα που δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους Ενάγοντες, του επιτρέπουν να καταθέσει για τα επιστημονικά κριτήρια που κλήθηκε να μαρτυρήσει υπό τον μανδύα του εμπειρογνώμονα. Τα όσα έχω αναφέρει για τον ΜΕ1 στο ζήτημα αυτό, ισχύουν ακριβώς και για τον μάρτυρα αυτό. Στο σκέλος της ένορκης μαρτυρίας του που περιέχει αναφορές υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, ο ΜΕ1 δημιούργησε γενικά θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Οι αναφορές του περιορίστηκαν στον τομέα της ενασχόλησης του και στις οποίες ο ίδιος είχε προσωπική εμπλοκή. Στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε με σαφήνεια και επί της ουσίας τους χωρίς να είναι φλύαρος. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του μου έδωσε την εντύπωση ότι απέφευγε να καταθέσει την εμπειρογνωμοσύνη ή ότι κατασκεύαζε μαρτυρία ή ότι προσπαθούσε να με παραπλανήσει. Αντίθετα, εκεί που δεν γνώριζε κάτι επειδή δεν ενέπιπτε στη σφαίρα της επαγγελματικής του γνώσης, το έλεγε ευθέως και αμέσως, στοιχείο που αναδεικνύει την ειλικρίνεια του ως μάρτυρα. Οι περισσότερες από τις απαντήσεις του ήταν επεξηγηματικές και υποστηρίζονται από πραγματική μαρτυρία. Το γεγονός της επιβεβαίωσης της από άλλο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και της μη αντίκρουσης της από άλλη μαρτυρία, σε συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε στοιχείου που θα έπληττε την αξιοπιστία της, είναι παράγοντες που της προσδίδουν αποδεικτική βαρύτητα και πειστικότητα (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Σε τελευταία ανάλυση, θα έλεγα ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν διαφωτιστική υπό την έννοια ότι με τις εμπεριστατωμένες επιστημονικές του αναφορές με βοήθησε να σχηματίσω τη δική μου ανεξάρτητη κρίση εφαρμόζοντας τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Κάτω από αυτά τα δεδομένα η μαρτυρία του ΜΕ1 γίνεται αποδεκτή στο βαθμό και στην έκταση που σχολιάζεται στη συνέχεια, περιλαμβανομένου της Ένδειξης Α που αποτελεί μέρος της. Ο ΜΕ2 καλόπιστα απάντησε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν και με φιλότιμο τρόπο εξήγησε το ρόλο του στην υπόθεση αυτή. Ωστόσο για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια η μαρτυρία του δεν βοήθησε σε οτιδήποτε. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΕ2. Ο ΜΕ3 είχε περιορισμένη ανάμιξη στην υπόθεση. Ήταν αυτός που αξιολόγησε συγκεκριμένες απαιτήσεις των Εναγόντων ετοιμάζοντας προς τούτο σχετική έκθεση (Τεκμήριο 144). Ο εν λόγω μάρτυρας έντιμα και ειλικρινά εξήγησε το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου επισημαίνοντας τα δεδομένα που έλαβε από τους Ενάγοντες και με ποιο τρόπο τα χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα δικά του επιστημονικά ευρήματα. Η μαρτυρία του ΜΕ3, αν και ενδιαφέρουσα, για τους λόγους που διαφαίνονται στη συνέχεια δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει σε οτιδήποτε. Κατά συνέπεια, της αποδίδω μηδενική βαρύτητα. Ο ΜΥ ήταν άτομο που επίσης κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας στο Δικαστήριο. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ως μάρτυρας δεν μου δημιούργησε καλή εντύπωση. Ήταν πρόχειρος και επιφανειακός στις τοποθετήσεις του. Σε κρίσιμες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν ο ίδιο απέφευγε να απαντήσει επί της ουσίας. Προέβηκε σε αυθαίρετες ερμηνείες όρων συμβολαίου. Αναφέρθηκε σε σενάρια που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η μαρτυρία του είναι διάτρητη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει το Δικαστήριο με τοποθετήσεις που με κάθε σεβασμό στερούνται σοβαρότητας, με αναφορές που στερούνται επιστημονικής τεκμηρίωσης και με δηλώσεις που μόνο παραπλανητικές μπορούν να χαρακτηριστούν. Επίσης προέβηκε σε συμπεράσματα που στερούνται επεξήγησης και δεν συνοδεύονται από σχετικές λεπτομέρειες ή δεν υποστηρίζονται από πραγματική μαρτυρία με αποτέλεσμα να καθίστανται αυθαίρετα. Παρόλο ότι κατέθετε υπό τον μανδύα του εμπειρογνώμονα, η παρουσίαση της δικής του επιστημονικής μαρτυρίας ήταν μηδαμινή αφού συχνά βασιζόταν σε μαρτυρία άλλου εμπειρογνώμονα για να προβάλει τις θέσεις του. Προς επίρρωση των πιο πάνω αναφέρομαι στη συνέχεια σε διάφορες περιπτώσεις από τη μαρτυρία του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η αξιοπιστία του ΜΥ ως εμπειρογνώμονα έχει υποστεί ανεπανόρθωτο ρήγμα εκμηδενίζοντας παράλληλα την πειστικότητα της μαρτυρίας του απέναντι στο Δικαστήριο. Δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του ΜΥ και να καταλήξω με ασφάλεια σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Ως εκ τούτου, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου της Ένδειξης Β που αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του. Ακολούθως μέσα από τα επίδικα θέματα σχολιάζεται η μαρτυρία των μαρτύρων και καταδεικνύονται αυτά που ανάφερα πιο πάνω. Η θέση των Εναγόμενων ότι το συμβόλαιο υπεγράφη κατά παράβαση του άρθρου 64
(1)του Περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν.111/85): Στην τελική αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων εγείρει θέμα νομιμότητας και εγκυρότητας τους συμβολαίου επειδή, όπως ισχυρίζεται, η εν λόγω σύμβαση κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 64
(1)του Περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν.111/85) αφού, σύμφωνα με την ίδια, υπογράφηκε μόνο από τον τότε Δήμαρχο Πάφου και όχι και από δύο συμβούλους εξουσιοδοτημένους για τον σκοπό αυτό από το Δημοτικό Συμβούλιο Πάφου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση αυτή προβάλλεται για πρώτη φορά στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Συνεπώς δεν πρόκειται για δικογραφημένη θέση των Εναγομένων. Ως μη δικογραφημένη θέση που είναι δεν μπορεί να εξεταστεί. Εφόσον η αναφορά αυτή δεν είναι δικογραφημένη τότε δεν είναι επίδικο θέμα. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων και μόνο θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται από τη δικογραφία, χωρίς να επιτρέπεται η διεύρυνση των επιδίκων ζητημάτων από δική του πρωτοβουλία (Inter-Global (Financial Services Ltd) v. Πεππή και άλλης
(2005)1Α Α.Α.Δ. 213). Η εξέταση θεμάτων που δεν αποτελούν επίδικο ζήτημα καθιστά εσφαλμένη τη δικαστική απόφαση (Καθητζιώτης v. Επιχειρήσεις Μέλιος και Παφίτης Λτδ
(1997)1Α Α.Α.Δ.252). Πέραν και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, για χάριν συζήτησης, παρατηρώ ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να αποδεικνύει ότι πράγματι στα έγγραφα συμβολαίου υπάρχει μόνο μία υπογραφή και ότι αυτή ανήκει στον τότε Δήμαρχο Πάφου. Σε κανένα μάρτυρα υπεβλήθηκε η θέση αυτή προκειμένου να τοποθετηθεί σε σχέση με το πραγματικό υπόβαθρο του εν λόγω ζητήματος. Στη βάση των πιο πάνω, η εκ των υστέρων προβαλλόμενη θέση δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα για να χρήζει εξέτασης. Σε κάθε όμως περίπτωση στερείται πραγματικού υποβάθρου που θα την θεμελίωνε. Πιστοποιητικό Πληρωμής Αρ.10: Ένα από τα επίδικα θέματα αποτελεί το πιστοποιητικό πληρωμής αρ.
  1. Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι στις 17.12.13 εκδόθηκε το επίμαχο πιστοποιητικό πληρωμής για το ποσό των €38.763 πλέον Φ.Π.Α. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι στις 17.01.14 οι Εναγόμενοι παρέλαβαν και προς τούτο υπέγραψαν το τιμολόγιο αρ. 0012 αλλά αρνήθηκαν να πληρώσουν το ποσό που αναγράφεται σ' αυτό (€38.763). Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ υπεραμύνθηκε της στάσης των Εναγομένων λέγοντας τα εξής: «E. Στο Τεκμήριο 92, έχετέ το; A. Ναι. E. Εδώ λέτε ότι δεν θα πληρώσετε το πιστοποιητικό 10, γιατί ο Δήμος Πάφου έχει επιφυλάξεις αναφορικά με την ορθότητα του ενδιάμεσου πιστοποιητικού αυτού. Αυτή είναι η θέση σας; A. Αυτή είναι η θέση μου και αυτή είναι η θέση μας και να συμπληρώσω σε σχέση με τα προηγούμενα που με διακόψατε ότι ναι αφού κάναμε την εσωτερική διαδικασία, ετοιμασίας του πιστοποιητικού πληρωμής αριθμός 10 και αφού παραλάβαμε το τιμολόγιο από την εργοληπτική εταιρεία, εντοπίσαμε ενώ το συγκεκριμένo πιστοποιητικό βρίσκετουν ακόμα στο τμήμα τεχνικών υπηρεσιών ότι μας διέφυγε ότι συγκεκριμένα ποσά που είχαν περιληφθεί στο συγκεκριμένο πιστοποιητικό αφορούσαν επιπλέον εργασίες, που όπως είπαμε σε διάφορες φορές κατά τη διάρκεια της εξέτασης, αφορούσαν εργασίες για τις οποίες οι μελετητές δεν είχαν κανένα δικαίωμα να περιλάβουν σε οποιοδήποτε πιστοποιητικό πληρωμής αφού δεν είχαν προηγουμένως διαβουλευτεί και εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη του εργοδότη. Όπως είπα και προηγουμένως με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 2.1 του τόμου Β των προνοιών του συμβολαίου. Οπότε και διακόπηκε η διαδικασία πληρωμής του συγκεκριμένου πιστοποιητικού.» (πρακτικά ημερ. 21.12.23, σελίδα 30, γραμμές 1-17) Τα πιο πάνω αφορούν την εξήγηση που δόθηκε από τον ΜΥ ως προς το γιατί δεν πληρώθηκε το ενδιάμεσο πιστοποιητικό αρ.10 και είναι η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε μέσα από τις δύο συνενωμένες αγωγές (§3 υπεράσπισης στην αγωγή αρ. 1243/14, §37 υπεράσπισης στην αγωγή αρ. 124/15). Εκείνο που τελικά προωθήθηκε στην ακρόαση ως η θέση των Εναγομένων στο ζήτημα αυτό από τον ΜΥ ήταν ότι η συμπερίληψη επιπλέον εργασίες στο επίμαχο πιστοποιητικό χωρίς την έγκριση τους δημιούργησε κίνδυνο υπερπληρωμής στους Ενάγοντες εφόσον πληρωνόταν το ποσό που σημειωνόταν σ' αυτό. Η πληρωμή των εργασιών που θα εκτελούνται θα γινόταν μηνιαίως. Αυτό προνοείται στο συμβόλαιο. Τα έγγραφα περιλαμβανομένου των όρων των εγγράφων συμβολαίου αναγνωρίζουν πιστοποιητικά ενδιάμεσης μορφής και πιστοποιητικό τελικής πληρωμής (όρος 60.8). Από τη στιγμή της έκδοσης πιστοποιητικού αρ.11 και με την εκκρεμότητα της τελικής ρύθμισης του ποσού συμβολαίου, το επίμαχο πιστοποιητικό έχει την έννοια και σημασία μιας ενδιάμεσης πληρωμής. Σαφώς και το εν λόγω έγγραφο δεν συνιστά πιστοποιητικό τελικής πληρωμής δυνάμει του όρου 60.
  2. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, αμφότερα μέρη ασπάζονται την πιο πάνω αναφορά του Δικαστηρίου. Δεν αμφισβητείται ότι οι πληρωμές στο έργο θα γίνονταν με την έκδοση πιστοποιητικών ενδιάμεσης πληρωμής. Συνδυασμένη μελέτη των όρων 60.2 και 1.1(α)(iv) του Μέρους Ι και του Μέρους ΙΙ καθιστά αντιληπτό ότι αρμόδιος για την έκδοση ενός τέτοιου πιστοποιητικού είναι μόνο ο επιβλέπον μηχανικός με ειδικότητα αρχιτέκτονα. Στην προκειμένη περίπτωση το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 εκδόθηκε από τον αρμόδιο και διαβιβάστηκε για πληρωμή στους Εναγόμενους. Συνεπώς η τοποθέτηση του ΜΥ ότι έκαναν «την εσωτερική διαδικασία ετοιμασίας του πιστοποιητικού πληρωμής αριθμός 10» ουδεμία σημασία μπορεί να έχει. Δεν υπήρχε ζήτημα ετοιμασίας του από τους Εναγόμενους. Στις 17.12.13 που ετοιμάστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες των όρων του συμβολαίου, υπογράφηκε από τον αρμόδιο και απευθυνόταν στους Ενάγοντες, το εν λόγω πιστοποιητικό είχε νομικά εκδοθεί (μέρος Τεκμηρίου 65). Με την έκδοση του εκείνο που έπρεπε να γίνει ήταν η πληρωμή του ποσού που πιστοποιήθηκε εντός του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος. Με βάση τον όρο 60.10, το ποσό που πιστοποιείται σε ένα πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής καθίσταται οφειλόμενο και οι Εναγόμενοι καλούνται να το πληρώσουν στους Ενάγοντες εντός 28 ημερών μετά που το εν λόγω πιστοποιητικό παραδοθεί σ' αυτούς (Keating on Building Contracts, 7η έκδοση, σελίδα 128, §5-11). Αυτό σημαίνει ότι οι Εναγόμενοι είχαν στην διάθεση τους μέχρι 28 ημέρες από την ημερομηνία που τους διαβιβάστηκε για πληρωμή του ποσού που πιστοποιείται ως οφειλόμενο στο επίμαχο πιστοποιητικό ημερ. έκδοσης 17.12.13 από τον επιβλέπον μηχανικό με ειδικότητα αρχιτέκτονα. Σε αντίθετη περίπτωση, χωρίς να επηρεάζονται άλλα συμβατικά δικαιώματα των Εναγόντων, το ποσό αυτό επιβαρύνεται με τόκο ως καθορίζεται στις πρόνοιες του όρου 60.
  3. Η αναφορά του ΜΥ ότι ο λόγος που δεν υπήρξε συμμόρφωση με το επίμαχο πιστοποιητικό είναι επειδή σ' αυτό περιέχονταν επιπλέον εργασίες για τις οποίες ο επιβλέπον μηχανικός με ειδικότητα αρχιτέκτονα δεν είχε προηγουμένως διαβουλευτεί με τους Εναγόμενους ώστε να εξασφαλίσει την έγκριση τους (Τεκμήριο 92), έρχεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες του συμβολαίου και γι' αυτό, ως λανθασμένη που κρίνεται να είναι, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο ΜΥ επικαλέστηκε τον όρο 2.1 θεωρώντας ότι οι πρόνοιες αυτού παρέχουν δικαίωμα στους Εναγόμενους να μην πληρώσουν το ποσό του επίμαχου πιστοποιητικού για το λόγο που προέβαλαν. Εάν κάποιος μελετήσει με κοινή λογική τον όρο αυτό θα αντιληφθεί ότι η εν λόγω αναφορά του ΜΥ είναι εκτεθειμένη σε απόρριψη. Συγκεκριμένα ο εν λόγω όρος προνοεί ότι «οποιαδήποτε εκτίμηση, προσδιορισμός ή ενέργεια του Μηχανικού σχετικά με τα πιο πάνω κοινοποιηθεί στον Εργολάβο θα θεωρείται ότι έχει ληφθεί με την έγκριση του Εργοδότη.». Ερμηνεύοντας τον πιο πάνω όρο σε σχέση με το επίμαχο πιστοποιητικό, καθιστά σαφές ότι η έκδοση του θεωρείται ότι έγινε με την έγκριση των Εναγομένων. Εννοείται ότι ένα τέτοιο πιστοποιητικό, όπως το επίμαχο, δεν εκδίδεται προτού ληφθεί η έγκριση των Εναγομένων. Ωστόσο πουθενά στους όρους υπάρχει σημείωση ότι αν εκδοθεί τέτοιο πιστοποιητικό χωρίς τέτοια έγκριση, οι Εναγόμενοι δικαιούνται να μην πληρώσουν το ποσό που πιστοποιείται. Ο ρόλος των εκπροσώπων του εργοδότη (επιθεωρητής εργοταξίου και υπεύθυνος συντονιστής) στο θέμα της έκδοσης πιστοποιητικών ενδιάμεσης πληρωμής είναι καθαρά επικουρικός προς τον επιβλέπον μηχανικό με ειδικότητα αρχιτέκτονα που αναγνωρίζεται από τους όρους του συμβολαίου ως ο αρμόδιος και κατ' επέκταση υπεύθυνος για την έκδοση τους. Προς επίρρωση του σκεπτικού, πέραν των πιο πάνω, παραπέμπω επιπρόσθετα στον όρο 72.1 και στο Μέρος ΙΙ όρων. Συνεπώς η έκδοση του πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 εξυπακούει ότι ο επιβλέπον μηχανικός με ειδικότητα αρχιτέκτονα είχε εξασφαλίσει την έγκριση των Εναγομένων. Εάν όμως αυτό δεν συνέβηκε, ως είναι η θέση των Εναγομένων, τότε αυτό είναι θέμα μεταξύ του επιβλέπον μηχανικός με ειδικότητα αρχιτέκτονα και των Εναγομένων στη βάση της δικής τους σύμβασης παροχής υπηρεσιών και/ή στα πλαίσια επιμελούς εκτέλεσης επαγγελματικών καθηκόντων. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι λόγος που δικαιολογεί την μη πληρωμή του έστω αν αυτό θα οδηγούσε σε υπερπληρωμή των Εναγόντων ή ακόμη σε περαιτέρω υπερπληρωμή τους (ως αφήνεται να εννοηθεί με τα Τεκμήριο 117, 123 & 151). Η άρνηση πληρωμής από τους Εναγόμενους δεν ισοδυναμεί με διαφωνία με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού πληρωμής αρ.10 που εκδόθηκε από επιβλέπον μηχανικό με ειδικότητα αρχιτέκτονα. Εκείνο που μπορούσε να γίνει, βάση συμβολαίου, από μέρους των Εναγομένων είναι να πληρωθεί και έπειτα, εφόσον διαφωνούν, να ακολουθήσουν τη διαδικασία επίλυσης διαφορών που περιγράφεται στον όρο 67 για σκοπούς τελικής ρύθμισης του ποσού συμβολαίου. Δεν ακολουθήθηκε ο μηχανισμός επίλυσης διαφορών επειδή προφανώς δεν υπήρχε διαφωνία με την απόφαση του επιβλέπον μηχανικού με ειδικότητα αρχιτέκτονα. Κατ' επέκταση δεν εκδηλώθηκε δυνάμει των προνοιών του συμβολαίου διαφωνία με το περιεχόμενο του επίμαχου πιστοποιητικού. Η έννοια και σημασία ενός πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής στα πλαίσια ανέγερσης ενός εργοληπτικού έργου εξηγείται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 7η έκδοση, σελίδα 125, §5-
  4. Καταγράφω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Progress or interim certificates. These certificates are issued from time to time during the course of the work certifying that, in the opinion of the architect, work has been carried out, and, in some cases, materials supplied, to the value of £x. "Certification may be a complex exercise involving an exercise of judgment and an investigation and assessment of potentially complex and voluminous material. An assessment by an engineer of the appropriate interim payment may have a margin of error either way .. At the interim stage it cannot always be a wholly exact exercise. It must include an element of assessment and judgement. Its purpose is not to produce a final determination of the remuneration to which the contractor is entitled but is to provide a fair system of monthly progress payments to be made to the contractor." (Hobhouse J. in Secretary of State for Transport v. Birse-Farr Joint Venture
(1993)62 B.L.R.). They are thus approximate estimates, made in some instances for the purpose of determining whether the employer is safe in making a payment in advance of the contract sum, (see Tharsis Sulphur and Copper Co. v. M'Elroy
(1878)2 App. Cas. 1040, HL; cf. Canterbury Pipe Lines v. Christchurch Drainage
(1979)16 B.L.R. 76 at 95 (New Zealand CA) in others whether he is under a duty to pay an instalment and, if so, how much he is to pay (see Standard Form of Building Contract, clause 30.1 at para. 18-394 et seq.). Such certificates are not normally binding upon the parties as to quality or amount and are subject to adjustment on completion (Lamprell v. Billericay Union
(1849)18 L.J.Ex. 282). They have been described as having "provisional validity" (Beaufort Developments v. Gilbert-Ash [1999]1 A.C. 266 at 276, HL).» Στην υπόθεση Chr. Petrides Tradelinks Ltd v. Παντελής Κυριάκου και Υιοί Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. η πρωτόδικη απόφαση πως ο αρχιτέκτονας δεν είχε δικαίωμα αναστολής του πιστοποιητικού πληρωμής κρίθηκε ορθή από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Hudson's Building and Engineering Contracts, 11η έκδοση, σελίδα 838, §6-167 σημειώνεται η δυνατότητα διόρθωσης λαθών που εντοπίζονται σε ένα πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής με την έκδοση άλλου μεταγενέστερα. Πανομοιότυπη αναφορά υπάρχει και στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 7η έκδοση, σελίδες 621-622, §18-53 & §18-
  1. Αυτό που υποδεικνύεται είναι ότι όταν στους όρους του συμβολαίου προνοείται ρύθμιση του ποσού συμβολαίου και δυνατότητα αυξομείωσης ποσών, όπως εδώ με τις πρόνοιες του όρου 60.2, τότε το υπολογισμένο ποσό λαμβάνεται υπόψη στην έκδοση του επόμενου πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής. Εφόσον δε εκδοθεί το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής, οποιαδήποτε αναπροσαρμογή ποσών γίνεται κατά την ετοιμασία του επόμενου πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής. Tα έγγραφα συμβολαίου δεν παρέχουν είτε εξουσία στον επιβλέπον μηχανικό με ειδικότητα αρχιτέκτονα είτε δικαίωμα στους Εναγόμενους για ανάκληση ή ακύρωση του επίμαχου πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής. Εκείνο που συμβατικά αναγνωρίζεται σε περίπτωση που διαπιστώνεται υπερπληρωμή στους Ενάγοντες, είναι διόρθωση και/ή αναθεώρηση με την έκδοση άλλου πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής, στο οποίο γίνονται οι δέουσες λογιστικές τροποποιήσεις προς διόρθωση του λάθους που οδήγησε σε υπερπληρωμή. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στον όρο 60.
  2. Στην πράξη σημαίνει ότι ο εργολάβος δεν θα πληρώνεται για εργασίες που εκτελεί στη συνέχεια μέχρι που η αξία τους καλύψει την υπερπληρωμή. Αυτό αποτυπώνεται λογιστικά στα πιστοποιητικά ενδιάμεσης πληρωμής που η έκδοση τους θα ακολουθήσει. Εάν βέβαια το λάθος εντοπιστεί προς το τέλος του κύκλου εργασιών του εργολάβου στο έργο, τότε τέτοια κάλυψη αναζητείται μέσω εγγυητικών επιστολής προκαταβολής, αναλόγως βέβαια αν αυτό δικαιολογείται από το στάδιο τερματισμού των εργασιών, και από της πιστής εκτέλεσης εργασιών. Στην προκειμένη περίπτωση εκδόθηκε το πιστοποιητικό αρ.
  3. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 παραμένει απλήρωτο. Η δε έκδοση του πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής αρ.11 και κάθε άλλου αναγκαίου πιστοποιητικού πληρωμής λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο του εκδομένου πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 και προβαίνει στις δέουσες λογιστικές διορθώσεις με τον τρόπο που έχω εξηγήσει προηγουμένως για σκοπούς ρύθμισης του ποσού συμβολαίου. Δεν έχω αντιληφθεί κάτι τέτοιο κατόπιν προσεκτικής ανάγνωσης του πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής αρ.11 ημερ. 24.03.15 (Τεκμήριο 129). Εκείνο που εδώ ανορθόδοξα έγινε και κατά παράβαση των εγγράφων συμβολαίου, είναι να εκδοθεί στις 17.12.13 το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10, το οποίο αγνοήθηκε και δεν πληρώθηκε και μετά από ένα χρόνο και τρεις μήνες περίπου και συγκεκριμένα στις 24.03.15 να εκδοθεί το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.11 χωρίς να λαμβάνει υπόψη το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 ώστε να περιλαμβάνει τις ανάλογες λογιστικές τροποποιήσεις. Το γεγονός ότι οι εργασίες του έργου τερματίστηκαν στις 19.12.13 ουδεμία σημασία έχει. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι με τον τρόπο που εκδόθηκε το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.11 υπήρξε ανάκληση και έμμεση ακύρωση του πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής αρ.
  4. Το σκεπτικό του τρόπου έκδοσης του πιστοποιητικού αρ.11 (Τεκμήριο 129) σε σχέση με το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 ουδέποτε εξηγήθηκε στο Δικαστήριο. Ο επιβλέπον μηχανικό με ειδικότητα αρχιτέκτονα που το εξέδωσε δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να δώσει σχετική μαρτυρία και να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης. Εκείνο όμως που εξόφθαλμα φαίνεται είναι το Τεκμήριο 129 δεν περιέχει τις δέουσες λογιστικές διορθώσεις που θα έπρεπε. Το γεγονός αυτό εκμηδενίζει την οποιαδήποτε αξία και σημασία που μπορούσε να έχει. Κατά λογική προέκταση, αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο Τεκμήριο 129 το οποίο δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ, ως εκ της θέσεως του, των ακαδημαϊκών προσόντων του και τη μεγάλη επαγγελματική εμπειρία που διαθέτει στον κατασκευαστικό τομέα, ερωτήθηκε εάν μπορούσε να υποδείξει οποιαδήποτε αναφορά είτε στο συμβόλαιο είτε σε βιβλιογραφία που να επιτρέπει ανάκληση εκδοθέντος πιστοποιητικού πληρωμής σε κατασκευαστικό έργο. Ωστόσο ο ίδιος απέφυγε να απαντήσει επί της ουσίας τοποθετούμενος κατά τρόπο ασαφή και συγκεχυμένο. Αρχικά παρέπεμψε στον επιβλέπον μηχανικό με ειδικότητα αρχιτέκτονα, έπειτα προέβηκε σε γενική αναφορά περί δυνατότητας διόρθωσης ενός πιστοποιητικού, η οποία βεβαίως δεν ήταν η ουσία της ερώτησης και ακολούθως επικαλέστηκε τον όρο 2.1 που δεν βοηθά τη θέση των Εναγομένων. Κατόπιν παρέμβασης του Δικαστηρίου υπό τη μορφή διευκρίνισης ο μάρτυρας τελικά έδωσε την προσωπική του άποψη, η οποία όμως δεν στηρίζεται σε επιστημονικά στοιχεία. Προς επίρρωση των πιο πάνω παραπέμπω στις τοποθετήσεις του μάρτυρα επί του σημείου αυτού με αυτούσια καταγραφή τους από τα πρακτικά ημερ. 13.12.23 στις σελίδες 28-31: «E. Αναφέρεσαι στο πιστοποιητικό 10 και ισχυρίζεσαι ότι αυτό ανακλήθηκε. Είσαι αρχιτέκτονας, έχεις εντοπίσει, μπορείς να μας υποδείξεις μάλλον οποιαδήποτε αναφορά, είτε στο συμβόλαιο, είτε σε οποιαδήποτε άλλη έγκυρη πηγή, όπως βιβλιογραφία για παράδειγμα που να επιτρέπει ανάκληση πιστοποιητικού πληρωμής σε κατασκευαστικό έργο; A. Αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι η ανάκληση του συγκεκριμένου πιστοποιητικού ή αλλιώς εάν θέλετε να το πούμε διόρθωση του σε μηδέν, έγινε από τους μελετητές του έργου. E. Εγώ μίλησα γενικά, δεν μίλησα ειδικά για το πιστοποιητικό αριθμό 10, θα επανέλθουμε σε αυτό το θέμα πιο μετά. Γενικά, έχετε δει στο συμβόλαιο το συγκεκριμένο σε βιβλιογραφία ή σε οποιαδήποτε άλλη έγκυρη πηγή να υπάρχει δυνατότητα να ανακληθεί ένα πιστοποιητικό πληρωμής σε κατασκευαστικό συμβόλαιο; A. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι υπάρχει η έννοια της διόρθωσης πιστοποιητικού σε οποιοδήποτε μετέπειτα πιστοποιητικό. Ενδεχομένως αυτό να συνάγεται από το περιεχόμενο της επιστολής των μελετητών, υπάρχουν δύο τρεις, αλλά δεν θυμούμαι τώρα το νούμερο των τεκμηρίων, με τις οποίες οι μελετητές δικαιολογούν για ποιον λόγο θεωρούσαν ότι αυτό το πιστοποιητικό δεν έπρεπε να πληρωθεί, άρα εν πολλοίς το διόρθωναν σε μηδέν ή σε κάτι κοντά στο μηδέν, οπότε και εμείς δεν έπρεπε να προχωρήσουμε στην πληρωμή του. E. Μένω λίγο στην τελευταία φράση που είπατε. «Εμείς δεν έπρεπε να προχωρήσουμε στην πληρωμή του» και σας βάζω πάλι το ερώτημα σαν αρχιτέκτονας που είστε να μας πείτε, και μιλώ γενικά όχι ειδικά για το πιστοποιητικό. Εκδίδεται ένα πιστοποιητικό σήμερα, το συμβόλαιο λέει ότι αυτό το πιστοποιητικό πρέπει να πληρωθεί εντός Χ ημερών, ας πούμε
  5. Μπορεί ο εργοδότης να πει δεν το πληρώνω στις 15 ημέρες, επειδή διαφωνώ και μπορεί να διορθωθεί αυτό το πιστοποιητικό σε μεταγενέστερο πιστοποιητικό; Υπάρχει τέτοια δυνατότητα; A. Περιγραφή αυτής της ενέργειας ακριβώς όπως τη λέτε, δεν θυμούμαι να υπάρχει στους όρους του συμβολαίου. Αλλά σε άλλες παραγράφους του συμβολαίου που να ορίζει ότι οι εργασίες που θα περιλαμβάνονται στο οποιοδήποτε ενδιάμεσο πιστοποιητικό εάν αυτές αφορούν επιπλέον εργασίες ή κάτι το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο, πρέπει να έχει λάβει γνώση εκ των προτέρων ο εργοδότης ναι υπάρχει. Άρα να προσθέσω εάν μου επιτρέπετε. Εάν ο εργοδότης στη διάρκεια εξέτασης ενός πιστοποιητικού που υποβλήθηκε ενώπιόν του έχει διαπιστώσει ότι εντός του πιστοποιητικού υπάρχουν τέτοιες εργασίες, δεν σημαίνει κατά την άποψή μας ότι πρέπει να το αφήσει, να προωθηθεί ένα λάθος, δημιουργώντας ένα δεύτερο λάθος, δηλαδή μία υπερπληρωμή. E. Αναφέρεστε στον όρο 2.1 τον γενικό όρο; A. Δεν θυμούμαι τι λέει. E. Ορίστε. (Υποδεικνύεται στον μάρτυρα το Τεκμήριο 1, οι γενικοί όροι) A. Επιτρέπετε μου να μετροφυλλήσω παρακάτω; Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Ναι, ναι μετροφυλλήστε όσο θέλετε. Ο μάρτυρας συνεχίζει: A. Στο Άρθρο 60.4‑‑ E. Λίγο πιο δυνατά. A. Όχι δεν αναφερόμουν στο Άρθρο 2.1 που μου υποβάλλατε. Να πω άλλα Άρθρα, στο 60.4 αναφέρει ότι ο μηχανικός μπορεί να διορθώνει πιστοποιητικά με οποιοδήποτε μετέπειτα πιστοποιητικό. Και προσπαθώ να θυμηθώ τώρα το άρθρο... (Ο μάρτυρας το επιθεωρεί το Τεκμήριο 1) έχω την εντύπωση ότι το αναφέρνω και στη δήλωσή μου το συγκεκριμένo άρθρο, απλώς τώρα μου διαφεύγει από το μυαλό μου. Το συγκεκριμένο άρθρο που ψάχνω είναι ότι εάν υπάρχουν οποιεσδήποτε εργασίες πρέπει να ρωτείται ο εργοδότης. E. Το 2.1, αυτό που σας έδωσα. A. Μάλιστα, εδώ λέει ότι οφείλει να λαμβάνει προηγουμένως την έγκριση του εργοδότη, αλλά εγώ θυμούμαι και κάποιο άλλο άρθρο, αυτήν τη στιγμή δεν μπορώ να το εντοπίσω. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Μάλιστα. Ο κος Α. Γεωργιάδης συνεχίζει: E. Αν ο μηχανικός δεν πάρει μία τέτοια έγκριση και βάλει στο πιστοποιητικό κάποιο ποσό χωρίς να προηγηθεί αυτή η έγκριση, ξέρετε ποια είναι η συνέπεια όσον αφορά στο πιστοποιητικό πληρωμής; A. Να υπάρξει πληρωμή για μία εργασία, δηλαδή να απολεσθούν λεφτά από τον εργοδότη χωρίς να υπάρχει η κατάλληλη έγκριση. E. Άρα το πιστοποιητικό παραμένει πληρωτέο; A. Πληρωτέο περιλαμβανόμενων και των εργασιών, για τις οποίες δεν έχει υπάρξει πρότερη διαβούλευση με τον εργοδότη, εν αυτό που με ρωτάτε; E. Ναι ναι αυτό. A. Θεωρώ ότι πρέπει να προηγηθεί η προηγούμενη διαδικασία και μετά να ενσωματωθούν στο πιστοποιητικό. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Η ερώτηση είναι εάν δεν εξασφαλιστεί αυτή η έγκριση, παραμένει πληρωτέο το πιστοποιητικό; Μάρτυρας: Κατά την άποψή μου χωρίς αυτές τις εργασίες. Ο κος Α. Γεωργιάδης συνεχίζει: E. Αυτή είναι η άποψή σας, όμως υποστηρίζεται αυτή η άποψη είτε από κάποιον όρο του συμβολαίου, είτε από βιβλιογραφία ή άλλη πηγή; A. Ε ναι αλλά αφού για να καταλήξει να ενσωματωθεί στο οποιοδήποτε ενδιάμεσο πιστοποιητικό έπρεπε να προηγηθεί η διαδικασία που όριζε το συμβόλαιο, εφόσον δεν προηγήθηκε η εργασία πώλησης στο συμβόλαιο, σημαίνει ότι ήταν παράτυπο να ενσωματωθεί στο όποιο πιστοποιητικό. Αυτό καυτηριάζουμε. Πάει το μυαλό μου σε ποιο πιστοποιητικό αναφέρεστε, γιατί έγινε σε κάποιο πιστοποιητικό.» Η απόδοση μηδενικής βαρύτητας στο Τεκμήριο 129 καθιστά κατανοητό ότι το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 είναι το τελευταίο πιστοποιητικό που εκδόθηκε και έχει την αξία που του αναλογεί. Το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 συνοδεύτηκε από το τιμολόγιο υπ' αρ. 0012 (Τεκμήριο 72). Το τιμολόγιο δεν αποτελεί ξεχωριστή βάση αγωγής και δεν έχει αυτοδύναμη αποδεικτική αξία (Ανδρέας Νεοκλέους & Σία v. Μάριος Αφαμής Γενικές Κατασκευές Λίμιτεδ
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1661). Το τιμολόγιο δεν συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε, αλλά σημείωση γι' αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι' αυτά που κατέγραψε (Θεοδώρου v. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)Α.Α.Δ. 1492). Στην προκειμένη περίπτωση ο ΜΕ1 στην μαρτυρία του συνέδεσε την έκδοση του τιμολογίου με την έκδοση του επίμαχου πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής (§11 Ένδειξη 'Α'). Κατ' επέκταση το τιμολόγιο αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ
  1. Ο ΜΕ1 συνέδεσε το εν λόγω τιμολόγιο με την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας που είχε πιστοποιηθεί από τον επιβλέπον μηχανικό με ειδικότητα αρχιτέκτονα. Το επίμαχο πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής εκδόθηκε και στις 17.01.14 οι Ενάγοντες εξέδωσαν σχετικό τιμολόγιο. Το τιμολόγιο αυτό παραδόθηκε στους Ενάγοντες την ίδια ημέρα, οι οποίοι το υπέγραψαν χωρίς διαμαρτυρία ή επιφύλαξη. Το περιεχόμενο του τιμολογίου επιβεβαιώνεται από το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 που εκδόθηκε στα πλαίσια της συμφωνίας εργολαβίας. Η ανεπιφύλακτη υπογραφή του τιμολογίου χωρίς οποιαδήποτε σημείωση περί του αντιθέτου επισφραγίζει τον εκμηδενισμό της προοπτικής αμφισβήτησης του ενώπιον αρμοδίου οργάνου και κατ' επέκταση συνιστά έμπρακτη αποδοχή των Εναγομένων στην πληρωμή του ποσού που έχει πιστοποιηθεί στο επίμαχο πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής και ταυτίζεται με το ποσό που σημειώνεται στο εν λόγω τιμολόγιο. Η εκ των υστέρων αποστολή αλληλογραφίας στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους (ενδεικτικά αναφέρω το Τεκμήριο 92) δεν διαφοροποιεί το σκηνικό. Συνεπώς οι Εναγόμενοι κωλύονται να προβάλουν υπεράσπιση σε σχέση με τη μη πληρωμή του. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως ορθή την θέση του ΜΕ1 ότι το ποσό που πιστοποιήθηκε στο πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής ημερ. 17.12.13 έπρεπε να είχε πληρωθεί στα πλαίσια συμμόρφωσης με συμβατική υποχρέωση πληρωμής και/ή ως συμβατική οφειλή. Σε ότι αφορά τόκο επί εκκρεμουσών πληρωμών σε απλήρωτα πιστοποιητικά ενδιάμεσης πληρωμής, το συμβόλαιο προνοεί την επιδίκαση τόκου. Σχετικός είναι ο όρος 60.
  2. Με βάση τον όρο αυτό, το ποσό που δεν έχει πληρωθεί επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας με το εκάστοτε καθοριζόμενο από τον Υπουργό Οικονομικών ή άλλο αρμόδιο διοικητικό όργανο επιτόκιο. Συνεπώς το ποσό που έχει πιστοποιηθεί από το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 και κατέστη οφειλόμενο αλλά δεν έχει πληρωθεί, επιβαρύνεται με τον συμφωνημένο τόκο. Επειδή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από αρμόδιο πρόσωπο που να παρουσιάζει και συνάμα να επεξηγεί το ύψος- αυτού του τόκου, επιδικάζεται νόμιμος τόκος επί του ποσού αυτού (€38.763 πλέον Φ.Π.Α.) από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέο (με τη λήξη 28 ημερών από την ημερομηνία που το επίμαχο πιστοποιητικό διαβιβάστηκε στους Εναγόμενους που στην απουσία περί του αντιθέτου μαρτυρίας θεωρώ ότι έγινε την ίδια ημερομηνία που αυτό εκδόθηκε - 17.12.13), δηλαδή από 15.01.14 μέχρι εξόφλησης. Τερματισμός Συμβολαίου: Αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι εργασίες στο έργο έχουν τερματιστεί. Αμφότερα μέρη προέβηκαν σε τερματισμό του συμβολαίου. Το επίδικο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι ποιο συμβαλλόμενο μέρος έχει νόμιμα και έγκυρα τερματίσει το συμβόλαιο και βάση ποιου λόγου. Η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων αποτυπώνεται στις §39 και §51 της υπεράσπισης & ανταπαίτησης στην αγωγή αρ.144/
  3. Συγκεκριμένα προβάλλεται η θέση ότι οι Εναγόμενοι έχουν τερματίσει το συμβόλαιο σύμφωνα με τον όρο 69.1(γ). Ο όρος 69.1(γ) παρέχει δικαίωμα στους Ενάγοντες να λύσουν την εργοδότηση τους στην περίπτωση που τους επιδοθεί γραπτή ειδοποίηση από τους Εναγόμενους ότι για απρόβλεπτους οικονομικούς λόγους είναι αδύνατο γι' αυτούς (τους Εναγόμενους) να συνεχίσουν να εκπληρώνουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου παρατηρώ ότι στις 23.09.13 οι Εναγόμενοι αποφάσισαν τη διακοπή των εργασιών συνεπεία απρόβλεπτων οικονομικών συνθηκών που τον οδήγησαν σε δυσχερή οικονομική θέση και δεν του επέτρεπαν να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του με αποτέλεσμα στις 26.09.13 με επιστολή τους στους Ενάγοντες να ζητούν ενεργοποίηση των προνοιών του άρθρου 69.1(γ) προχωρώντας σε λύση του συμβολαίου εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων (Τεκμήριο 47). Ακολούθως με επιστολή τους ημερ. 25.11.13 προς τους Ενάγοντες, την οποίαν ο ΜΥ ασπάζεται, οι Εναγόμενοι αναφέρουν τα εξής (Τεκμήριο 56): «Ο Δήμος Πάφου θεωρεί ότι μετά την ειδοποίηση του ημερομηνίας 26.09.13 η οποία σας επιδόθηκε στις 27.09.13, το συμβόλαιο εργολαβίας σας λύθηκε και η λύση κατέστη ενεργός μετά την πάροδο 14 ημερών από τότε.» Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 47 & 56 δεν αμφισβητήθηκε ως γεγονός που συνέβηκε και ως εκ τούτου αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επί της ουσίας οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι με την επίδοση του Τεκμηρίου 47 στους Ενάγοντες το συμβόλαιο έχει λυθεί και η λύση ενεργοποιήθηκε μετά από 14 ημέρες. Με κάθε σεβασμό η εκτίμηση αυτή των Εναγομένων είναι νομικά εκτεθειμένη. Όπως κάποιος μπορεί να παρατηρήσει από απλή ανάγνωση του όρου 69.1(γ) επί του οποίου βασίζεται η προώθηση του Τεκμηρίου 47, η αποστολή του εν λόγω τεκμηρίου δεν συνιστά αυτόματα λύση του συμβολαίου που ενεργοποιείται έπειτα από 14 ημέρες. Ούτε βέβαια οι πρόνοιες του όρου αυτού εναποθέτουν στους ώμους των Εναγόντων υποχρέωση λύσης συμβολαίου. Εκείνο που παρέχουν είναι δικαίωμα. Η αποστολή του εγγράφου αυτού δίδει την ευκαιρία στους Ενάγοντες να αποφασίσουν αν θα προχωρήσουν οι ίδιοι με λύση της εργοδότησης τους ή όχι. Αν κρίνουν ότι θα το πράξουν τότε αποστέλλουν σχετική ειδοποίηση στους Εναγόμενους με κοινοποίηση στον επιβλέπον μηχανικό με ειδικότητα αρχιτέκτονα και η λύση αυτή καθίσταται ενεργή 14 ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης. Συνεπώς καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 47 δεν συνιστά τερματισμό του συμβολαίου. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στο Τεκμήριο 56 γίνεται αναφορά για λύση του συμβολαίου επιπρόσθετα δυνάμει του όρου 66.
  4. Ωστόσο ο εν λόγω ισχυρισμός δεν θα εξεταστεί επειδή δεν δικογραφείται. Αυτό σημαίνει ότι δεν καθίσταται επίδικο θέμα που χρήζει εξέτασης. Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων και μόνο θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται από τη δικογραφία. Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να διευρύνει τα επίδικα θέματα εξ ιδίας πρωτοβουλίας (Inter-Global (Financial Services Ltd) v. Πεππή και άλλης
(2005)1Α Α.Α.Δ. 213). Η εξέταση θεμάτων που δεν αποτελούν επίδικο ζήτημα καθιστά εσφαλμένη τη δικαστική απόφαση (Καθητζιώτης v. Επιχειρήσεις Μέλιος και Παφίτης Λτδ
(1997)1Α Α.Α.Δ.252). Στην προκειμένη περίπτωση υποδεικνύεται, μέσα από το σχετικό δικόγραφο, ότι ο τερματισμός του συμβολαίου έγινε κατ' επίκληση του όρου 69.1(γ). Η προβαλλόμενη θέση περί τερματισμού είναι σαφής και συγκεκριμένη, χωρίς έτσι να παρέχεται ευχέρεια για παρέκκλιση. Είναι προφανές ότι η αναφορά στα γεγονότα του 2013 στην §51 της υπεράσπισης & ανταπαίτησης στην αγωγή αρ.144/15 που συνοδεύει τη δικογραφημένη θέση συμπληρώνει το σκεπτικό των Εναγομένων στην καταγεγραμμένη εκδοχή τους που βασίζεται στον όρο 69.1(γ). Επειδή δεν δικογραφείται η θέση των Εναγομένων για τερματισμό δυνάμει του όρου 66.1, μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου γραπτώς ή προφορικά ενόρκως από τον ΜΥ δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων για τερματισμό του συμβολαίου ήταν γενική και εφόσον στην πορεία δεν ζητούνταν λεπτομέρειες εξειδίκευσης. Πέραν και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, η ενεργοποίηση των προνοιών του όρου 66.1 επιτυγχάνεται μέσα από κοινή πρόθεση των συμβαλλομένων μερών. Αυτό προφανώς προϋποθέτει μεταξύ τους διαβούλευση και λήψη κοινής απόφασης με ότι αυτό συνεπάγεται. Δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ ο όρος αυτός κατόπιν απόφασης ενός συμβαλλομένου μέρους και αυτή να συμπαρασύρει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος με τις συνέπειες που επιφέρει χωρίς αυτό να συγκατατίθεται. Είναι κοινό έδαφος και προς τούτο εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο βρίσκονταν σε δυσχερή οικονομική θέση που δεν τους επέτρεπε να εκπληρώσουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους ως αποτέλεσμα των σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων που είχε η οικονομία της Κύπρου με τα γεγονότα του Μαρτίου 2013 και τις αποφάσεις που λήφθηκαν/περιορισμούς που τέθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα. Δεν παραγνωρίζω ότι για τον ίδιο λόγο αντιμετώπιζαν και οι Ενάγοντες σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Το γεγονός αυτό αναγνωρίζεται από τους ίδιους τους Ενάγοντες αλλά και από τους Εναγόμενους και αντικατοπτρίζεται μέσα από μεταξύ τους αλληλογραφία. Ενδεικτικά θα αναφερθώ σε κάποια από αυτή με τα γεγονότα που περιέχονται να αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Παραπέμπω στην επιστολή ημερ. 21.03.23 των Εναγόντων (Τεκμήριο 20) στην οποίαν οι Ενάγοντες εκδήλωσαν πρόθεση διακοπής εργασιών σε μέρος του έργου επειδή τα αποθεματικά ρευστότητας τους σε μετρητά είχαν εξαντληθεί και δεν θα μπορούσαν να συναλλάσσονται με προμηθευτές υλικών που πλέον απαιτούσαν πληρωμή μόνο σε μετρητά χωρίς περίοδο πίστωσης. Σχετική ακόμη είναι η επιστολή ημερ.22.03.13 των Εναγόντων (Τεκμήριο 21). Επίσης με την επιστολή τους ημερ. 25.04.13 (Τεκμήριο 23) οι Ενάγοντες επικαλέστηκαν αδυναμία να ανταποκριθούν στην αποπληρωμή των τρέχων εξόδων του έργου λόγω παγοποίησης των κεφαλαίων τους. Παρόλα αυτά, οι Ενάγοντες δεν κατέφυγαν και ούτε συναίνεσαν σε ενεργοποίηση των προνοιών του όρου 66.
  1. Η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων καταγράφεται στην §17 της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή αρ.144/15, η οποία επικαλείται γνωστοποίηση τερματισμού του συμβολαίου με την επιστολή ημερ. 05.12.13, η οποία αναφέρει λύση των εργασιών στο έργο 14 ημέρες μετά την επίδοση της εν λόγω επιστολής (Τεκμήριο 59). Δεν αμφισβητείται η αυθημερόν επίδοση της επιστολής αυτής στους Εναγόμενους. Οι Ενάγοντες επικαλούνται τρεις λόγους που κατά την άποψη τους δικαιολογούν τερματισμό του συμβολαίου. Πρώτος λόγος είναι σε σχέση με την γραπτή ειδοποίηση ημερ. 26.09.13 των Εναγόμενων (Τεκμήριο 47) στην οποίαν ζήτησαν ενεργοποίηση των προνοιών του άρθρου 69.1(γ) προχωρώντας σε λύση του συμβολαίου εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων. Έχω ερμηνεύσει τις πρόνοιες του όρου αυτού προηγουμένως. Εναπόκειται στους Ενάγοντες να εκτιμήσουν την κατάσταση και να κρίνουν αν θα αποδεχτούν το αίτημα των Εναγομένων που τους διαβιβάστηκε μέσω του Τεκμηρίου
  2. Το αίτημα των Εναγόμενων ουδέποτε αποσύρθηκε. Η εν λόγω επιστολή τους δεν ανακλήθηκε σε κανένα στάδιο του έργου αλλά παρέμεινε μέχρι την αποστολή του Τεκμηρίου
  3. Συνεπώς με την αποστολή του εν λόγω τεκμηρίου, οι Ενάγοντες αποφάσισαν να αποδεχτούν τη γραπτή ειδοποίηση των Εναγομένων ημερ. 26.09.13 προχωρώντας με λύση της εργοδότησης τους στη βάση των προνοιών του όρου 69.1(γ). Να σημειωθεί ότι η εν λόγω επιστολή αποστάλθηκε στους Εναγόμενους με κοινοποίηση, μεταξύ άλλων, στον επιβλέπον μηχανικό με ειδικότητα αρχιτέκτονα ως απαιτούν οι πρόνοιες του όρου 69.
  4. Περαιτέρω, η εν λόγω επιστολή αναφέρει ρητά ότι η λύση της εργοδότησης των Εναγόντων καθίσταται ενεργή 14 ημέρες μετά την επίδοση της στους Εναγόμενους, ως επίσης απαιτούν οι πρόνοιες του όρου 69.
  5. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση των προνοιών του άρου 69.1(γ). Ο δεύτερος λόγος αφορά σε ενέργεια των Εναγομένων να τερματίσουν το συμβόλαιο δυνάμει του όρου 66.
  6. Έχω ερμηνεύσει πιο πάνω τις πρόνοιες του όρου αυτού. Ουσιαστικά πρόκειται για μονομερή ενέργεια των Εναγομένων, οι οποίοι κατά τρόπο αυθαίρετο και αντισυμβατικό αποφάσισαν και για τους Ενάγοντες χωρίς να εξασφαλίσουν τη συγκατάθεση τους. Εφόσον συγκρούεται με τον συγκεκριμένο όρο, η προσπάθεια τους στερείται νομιμότητας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συγκεκριμένη ενέργεια των Εναγομένων προσκρούει στον πυρήνα του συμβολαίου. Με κάθε σεβασμό στους Εναγόμενους, η εν λόγω συμπεριφορά τους που στερείται νομιμότητας εκλαμβάνεται ως υπαναχώρηση από τις συμβατικές υποχρεώσεις τους και κατ' επέκταση θεωρείται απάρνηση συμβολαίου από μέρους τους. Το γεγονός αυτό συνιστά ουσιώδης παράβαση του συμβολαίου από τους Εναγόμενους. Επομένως, ορθά οι Εναγόμενοι τερμάτισαν το συμβόλαιο δυνάμει αυτού του λόγου. Ο τρίτος λόγος αφορά σε ισχυρισμό των Εναγόντων για απλήρωτα πιστοποιητικά ενδιάμεσης πληρωμής αρ. 5, 7, 8 &
  7. Οι Εναγόμενοι απορρίπτουν αυτή τη θέση. Έχω αναφέρει προηγουμένως ότι το ποσό που πιστοποιείται σε ένα εκδομένο πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής καθίσταται οφειλόμενο και οι Εναγόμενοι καλούνται να το πληρώσουν στους Ενάγοντες εντός 28 ημερών μετά που το εν λόγω πιστοποιητικό παραδοθεί σ' αυτούς (όρος 60.10). Εξίσου σημαντικός είναι ο όρος 69.1, ο οποίος σημειώνει ότι: «Σε περίπτωση που ο Εργοδότης: (α) παραλείψει να καταβάλει στον Εργολάβο το ποσό που είναι οφειλόμενο σύμφωνα με οποιοδήποτε πιστοποιητικό πληρωμής εντός 56 ημερών μετά την πάροδο του χρόνου που αναφέρεται στο εδάφιο 60.10 ως χρονικό όριο για καταβολή της πληρωμής, αυτής υποκείμενης σε οποιαδήποτε μείωση που σύμφωνα με το Συμβόλαιο έχει δικαίωμα να εφαρμόσει ο Εργοδότης, (β) . (γ) . ο Εργολάβος θα έχει δικαίωμα να λύσει την εργοδότηση του σύμφωνα με το Συμβόλαιο δίνοντας ειδοποίηση στον Εργοδότη, με κοινοποίηση στον Μηχανικό. Η λύση αυτή καθίσταται ενεργός 14 ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης.» Για σκοπούς εξέτασης του λόγου αυτού, είναι σημαντικό να εντοπιστεί η ημερομηνία πληρωμής του καθενός επίμαχου πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής και να συγκριθεί με την ημερομηνία έκδοσης του και αν ο χρόνος πληρωμής υπερβαίνει τις 56 ημέρες που προνοείται στον όρο 69.1(α), τότε οι Ενάγοντες δύναται να ενεργοποιήσουν τις πρόνοιες του. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό δεν έχω εντοπίσει στοιχεία που να μου υποδεικνύουν συγκεκριμένες ημερομηνίες πληρωμής εκάστου πιστοποιητικού ενδιάμεσης πληρωμής. Ο δε ΜΕ1 στην ένορκη μαρτυρία του- δεν ήταν σε θέση όχι μόνο να παραπέμψει το Δικαστήριο σε τέτοια στοιχεία αλλά ούτε καν να υποδείξει τέτοιες ημερομηνίες για οποιοδήποτε από αυτά τα πιστοποιητικά. Προς επίρρωση της αναφοράς αυτής παραπέμπω στα πρακτικά ημερ. 17.10.23 σελίδες 17-
  8. Περιορίστηκε σε αόριστες τοποθετήσεις μέσα από τη γραπτή μαρτυρία του (§7 Ένδειξη 'Α'). Χωρίς δεύτερη σκέψη δεν μπορώ να στηριχτώ στη γενική και αόριστη του μαρτυρία στο συγκεκριμένο θέμα. Ούτε ο ΜΥ στη δική του μαρτυρία παρουσίασε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τις αναφορές του. Στην αντεξέταση του απλά επανέλαβε δηλώσεις του από την κυρίως εξέταση του χωρίς την παρουσίαση συγκεκριμένων στοιχείων, τα οποία θα τις θεμελίωναν. Συνεπώς οι τοποθετήσεις του, όπως αυτές περιέχονται στη γραπτή δήλωση του (§10 Ένδειξη 'Β'), παρέμειναν στη σφαίρα της θεωρίας χωρίς να υποστηρίζονται από οποιαδήποτε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που να τις επαληθεύουν. Να σημειωθεί ότι οι αναφορές του ΜΕ1 δεν ταυτίζονται με τις δηλώσεις του ΜΥ στο συγκεκριμένο θέμα. Εν πάση περιπτώσει, τα επίμαχα πιστοποιητικά ενδιάμεσης πληρωμής αρ. 5, 7, 8 & 9 αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης στη αγωγή αρ. 3116/13 Ε.Δ. Πάφου που η εκδίκαση της ολοκληρώθηκε και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν εξυπηρετεί σε οτιδήποτε περαιτέρω αναφορά στο θέμα αυτό. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν λεπτομέρειες για το αποτέλεσμα της αγωγής εκείνης και γι' αυτό το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να γνωρίζει οτιδήποτε για την εν λόγω υπόθεση. Στη βάση των πιο πάνω, οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν αν αποδείξουν ότι ο συγκεκριμένος λόγος τερματισμού είναι βάσιμος. Συνοψίζοντας καταλήγω ότι οι Ενάγοντες με την επιστολή τους ημερ. 05.12.13 (Τεκμήριο 59) προς τους Εναγόμενους για τερματισμό των εργασιών του έργου για τους δύο λόγους που έχω αποδεχτεί και έχω εξηγήσει προηγουμένως εντός 14 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής στους Εναγόμενους. Η επιστολή αυτή επιδόθηκε την ίδια ημέρα στους Εναγόμενους, δηλαδή στις 05.12.13 (Τεκμήριο 61). Με βάση το περιεχόμενο της επιστολής, ο τερματισμός τέθηκε ισχύ στις 19.12.
  9. Περαιτέρω δεν αμφισβητείται ότι οι Ενάγοντες: (α) με επιστολή τους ημερ. 11.12.13 προς τον διορισμένο υπεργολάβο μηχανολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων με κοινοποίηση στον επιβλέπον μηχανικού με ειδικότητα αρχιτέκτονα και στους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες προέβηκαν σε λύση της σύμβασης υπεργολαβίας δυνάμει του όρου 17.1 αυτής (μέρος Τεκμηρίου 62), (β) με ξεχωριστή επιστολή τους ημερ. 11.12.13 προς τον διορισμένο υπεργολάβο ηλεκτρολογικών εργασιών και εγκαταστάσεων με κοινοποίηση στον επιβλέπον μηχανικού με ειδικότητα αρχιτέκτονα και στους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες προέβηκαν σε λύση της σύμβασης υπεργολαβίας δυνάμει του όρου 17.1 αυτής (μέρος Τεκμηρίου 62). Με τον τερματισμό των εργασιών στο έργο το τελευταίο πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής που εκδόθηκε είναι το πιστοποιητικό ενδιάμεσης πληρωμής αρ.10 ημερ. 17.12.13 (μέρος Τεκμηρίου 65). Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Παράδοση κατοχής χώρου του Έργου: Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων και προς τούτο εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες παρέδωσαν επίσημα κατοχή του χώρου στους Εναγόμενους και τα υλικά στο εργοτάξιο, μέσω του επιβλέπον μηχανικού με ειδικότητα αρχιτέκτονα, στις 02.05.14 οι οποίοι τα παρέλαβαν και πιστοποίησαν την παράδοση στις 06.05.14 εκδίδοντας Πιστοποιητικό Τμηματικής Ολοκλήρωσης του έργου. Με τον τρόπο αυτό οι Ενάγοντες αποχώρισαν επίσημα από το εργοτάξιο. Επί του σημείου αυτού η θέση του ΜΥ ότι οι Εναγόμενοι παρέλαβαν το έργο από τον επιβλέπον μηχανικού με ειδικότητα αρχιτέκτονα στις 06.05.14, με κάθε σεβασμό, δεν έχει νομικό αντίκρισμα. Οι Ενάγοντες παρέδωσαν τις εργασίες του έργου και τα υλικά του εργοταξίου στον επίσημο αντιπρόσωπο των Εναγόμενων, οι οποίοι, ενεργώντας με την έγκριση των Εναγομένων, τις παρέλαβαν. Το τι ακολούθησε μεταξύ των Εναγόμενων και των συμβούλων του δεν έχει νομική σημασία. Ανάκτηση Εγγυητικών Επιστολών Εναγόντων (Κυρίως Εργολάβου) και Διορισμένων Υπεργολάβων Ηλεκτρολογικών & Μηχανολογικών Εγκαταστάσεων από τους Εναγόμενους (Εργοδότης): Στην κυπριακή εργοληπτική βιομηχανία αποτελεί όχι απλά σύνηθες πρακτική αλλά αναπόσπαστο μέρος των εμπορικών συναλλαγών η παροχή εγγυητικής που εκδίδεται από τραπεζικό ίδρυμα ή πιστωτικό οργανισμό. Ένα είδος εγγυητικής που παρέχεται από εργολάβο σε εργοδότη αφορά την προκαταβολή που ο πρώτος λαμβάνει από τον δεύτερο αμέσως μετά την υπογραφή του συμβολαίου για σκοπούς λήψης προπαρασκευαστικών ενεργειών και εκτέλεσης ενεργειών στο έργο. Η υποχρέωση έκδοσης της βαρύνει τον εκάστοτε εργολάβο και ρυθμίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελεί μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων του. Η εγγυητική είναι έγγραφο υψίστης εμπορικής πίστης. Είναι υπόσχεση πληρωμής αποτυπωμένη σε έγγραφο. Στο εμπόριο το έγγραφο αυτό θεωρείται μετρητά χρήματα που στις κατάλληλες περιπτώσεις πληρώνονται. Η χρήση του έχει χαρακτηριστεί ως οξυγόνο για το εμπόριο. Σκοπός της είναι η διασφάλιση της αξιοπιστίας και της εμπορικής πίστης, ανάμεσα σ' άλλα, στην εργοληπτική αγορά. Είναι έγγραφο που έχει τη δική του αυτοτέλεια (αυτονομία και ανεξαρτησία) χωρίς έτσι η τίμηση του να εξαρτάται ή να επηρεάζεται από την ευρύτερο πλαίσιο της συμφωνίας των μερών. Σκοπός της εγγυητικής δεν είναι η διασφάλιση της συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Εφόσον ικανοποιηθούν οι όροι και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο έγγραφο, όσο τυπικοί και αν είναι, το τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα που το εξέδωσε υποχρεούται να πληρώσει το ποσό της εγγυητικής (Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 837). Η έννοια και σημασία της εγγυητικής εξηγείται στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235 με αναφορά και σε άλλες υποθέσεις. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό: «Είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε στις 14.2.2001 και σε αυτό το ζήτημα συμφωνούν και τα δύο μέρη, (Δέστε σχετικά το σύγγραμμα των Pollock & Mulla: Indian Contract and Specific Relief Acts 13η έκδ. Επαναδημοσίευση 2000, Τόμος Β΄, σελ. 1777-1793, καθώς και την υπόθεση Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd [1978] 1 All E.R. 976). Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι' αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί. Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, (Δέστε σχετικά τις υποθέσεις RD Harbottle (Mercantile) Ltd a.o. v. National Westminster Bank Ltd a.o. [1877] 2 All E.R. 862, Malas (trading as Hamzen Malas & Sons) v. British Imex Industries Ltd [1958] 2 Q.B.D. 127 και Themelhelp Ltd v. West a.o. [1995] 4 All E.R. 215). . Στη βάση της αυτοτέλειας της εγγυητικής αυτής επιστολής, οι εφεσίβλητοι δεν ήσαν πλέον συμβαλλόμενα μέρη. Είναι δε σαφές από τη νομολογία που έχει προαναφερθεί, ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μια εγγυητική επιστολή είναι ανεξάρτητες από τις μεταξύ των μερών ή των εμπορευομένων διαφορές, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια δεν επεμβαίνουν στις εγγυητικές επιστολές, στην απουσία εμφανούς δόλου.» Επίσης ο ρόλος και ο σκοπός της εγγυητικής σημειώνονται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Mulla - Indian Contract and Specific Relief Acts' σελίδες 1754-1755 κάτω από τον υπότιτλο 'Performance Bond'. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα, το οποίο και καταγράφω αυτούσιο: «The 'performance bond' loan was like a promissory note payable on demand (Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd [1978] 1 All ER 976]. Performance bonds fulfil a most useful role in international trade. If the seller defaults in making delivery, the buyer can operate the bond. The bond is given so that, on notice of default being given, the buyer can have his money in hand to meet his claim for damages for the seller's non-performance of the contract. The courts must see that performance bonds are honoured (Cargill Intl SA v. Bangladesh Sugar and Food Inds Corp [1998] 2 All ER 406 (CA).» Περαιτέρω στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Keating on Building Contracts' 7η έκδοση §10-40 & §10-41 σελίδες 313-314 σημ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.