← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ κ.α. ν. ΤΣΙΓΓΑ, Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 550/2024, 29/8/2025

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ κ.α. ν. ΤΣΙΓΓΑ, Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 550/2024, 29/8/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικο

§34ΕΔ Εναγομένης).

• Στην πρόσκληση του δικηγόρου της Αιτήτριας για συμμετοχή της Εναγομένης, αν επιθυμεί, σε εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς τους δια μέσω διαμεσολάβησης είτε μέσω εναλλακτικής μεθόδου (Τεκμήριο 6 σελίδα 3 σημείο (θ) ΕΔ Σιμιλλίδη), η Αιτήτρια δήλωσε προθυμία να συμμετάσχει σε τέτοια διαδικασία (

§50ΕΔ Εναγομένης).

Όπως ήδη έχει αναφερθεί, το πρώτο κριτήριο είναι να καταδειχτεί ότι 'η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης επί των συγκεκριμένων ζητημάτων για τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης'. Τα ζητήματα αυτά αφορούν την παράδοση κατοχής, χρήσης, εκμετάλλευσης και απαγόρευσης εισόδου στην ισόγεια κατοικία με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή που βρίσκονται στο τεμάχιο αρ.2, το οποίο αποτελεί μέρος του υπό διαχώριση επίμαχου ακινήτου. Ως προς το ποιος διάδικος οφείλει να ικανοποιήσει την εν λόγω ουσιαστική προϋπόθεση, παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice', 4η έκδοση, §9.59, σελίδα 418: «An applicant for summary judgment must establish that the respondent has no real prospect of succeeding; it is not for the respondent to show a real prospect of success. A respondent will be called upon to show its hand only if the applicant has established that there are grounds for concluding that the respondent has no real prospect of success.» Green v. Hancocks [2000] Lloyd's Rep. P.N. 813. [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Υπάρχει όμως και αγγλική νομολογία επί του σημείου αυτού. Στην υπόθεση ED & F Man Liquid Products Ltd v. Patel and another [2003] All ER (D) 75 λέχθηκε ότι γενικά το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του απαιτητή να καταδείξει ότι υπάρχει βάσιμη πεποίθηση πως ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος. Η λέξη «πραγματική προοπτική επιτυχίας» ερμηνεύτηκε να σημαίνει ότι το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει εάν υπάρχει «ρεαλιστική» σε αντίθεση με μια «φαινομενική/φανταστική» προοπτική επιτυχίας. Όπως λέχθηκε στην αγγλική υπόθεση Swain v. Hillman [2001] 1 All ER 91: «The word 'real'distinguishes fanciful prospects of success or they [sic] direct the court to the need to see whether there is a 'realistic' as opposed to a 'fanciful' prospect of success.» Έχει λεχθεί ότι όταν υπάρχει «πραγματική προοπτική επιτυχίας» σημαίνει ότι ο εναγόμενος έχει υπόθεση που είναι καλύτερη από απλά συζητήσιμη (αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice', 4η έκδοση, §9.60, σελίδα 418, International Finance Corp v. Utexafrica Sprl [2001] C.L.C. 1361, E D & F Man Liquid Products v. Patel [2003] (D) All ER 75). Σε ότι αφορά πότε ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, χρήσιμο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Zuckerman on Civil ProcedurePrinciples of Practice', 4η έκδοση, §9.63 - §9.65, σελίδα 419, το οποίο μέσα από το σχολιασμό και παραπομπή σε αγγλική νομολογία ομιλεί από μόνο του. Το καταγράφω αυτούσιο: «Whether a party has a real prospect of success therefore depends on an assessment of two distinct matters: first, whether the party has a real prospect of success on the basis of the facts that are known at the time; and second whether there is a real prospect that some material support for the party's case would emerge if the case followed the normal procedural route (ICI Chemicals & Polymers Ltd v, TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725, Easyair Ltd v. (t/a Openair) v. Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339). It is only when the court is convinced that the party has no real prospect in respect of both these matters that the use of the normal process would be wasteful. Support of this interpretation of the test is found in S v. Gloucestershire County Council [2000] 3 All ER 346 where the Court of Appeal explained that before giving summary judgment the court must be satisfied of the following matters:

(1)that it had before it all substantial relevant facts that were reasonably capable of being before it;
(2)that those facts were undisputed or there was no real prospect of successfully disputing them; and
(3)that there was no real prospect of oral evidence affecting the court's assessment of the facts. The Court of Appeal stressed that even where there were gaps in the evidence, the court could proceed to summary judgment if there was no real prospect that the gaps would be filled. In deciding whether the test is satisfied, the court should bear in mind what material is and is not available to it (Tchenguiz v. Grant Thornton UK LLP [2015] EWHC 339), and hesitate before making a final decision without trial where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts would add to or alter the evidence available, thereby affecting the outcome of the case (Bolton Pharmaceuticals v Doncaster Pharmaceuticals [2006] EWCA Civ 661, TFL Management Services Ltd v. Lloyd's Bank plc [2013] EWCA Civ 1415).» [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Στην αγγλική υπόθεση Three Rivers District Council v. Governors and Company of the Bank of England (No.3) [2001] 2 All ER 513 το τριτοβάθμιο Δικαστήριο (House of Lords) επέτρεψε την έφεση του εφεσείοντα ακυρώνοντας την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου για διαγραφή ή συνοπτική απόφαση απόρριψης της απαίτησης με το σκεπτικό ότι η «πραγματική πιθανότητα επιτυχίας» δεν μπορούσε να εκτιμηθεί βάση μόνο του μαρτυρικού υλικού που είχε παρουσιαστεί και χωρίς την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας στο Δικαστήριο. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην §9.67 στη σελίδα 421 του αγγλικού νομικού συγγράμματος 'Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice', 4η έκδοση, μεταγενέστερες εξελίξεις στη νομολογία σημειώνουν ότι ο απαιτητής που επικαλείται ανεντιμότητα θα πρέπει να δείξει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του προβλήθηκε πάνω σε κατάλληλη βάση και ότι η πιθανότητα πως κάτι μπορεί να παρουσιαστεί κατά την αντεξέταση δεν είναι επαρκής. Βέβαια είναι διαφορετικό αν από το μαρτυρικό υλικό που προσάχθηκε αποκαλύπτεται λογικά εκ πρώτης όψεως υπόθεση οπότε ο αντίδικος καλείται να το αντικρούσει μέσα από την ακρόαση στη βάση προφορικής μαρτυρίας. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι η Αιτήτρια στο στάδιο αυτό επιδιώκει τη λήψη κατοχής, χρήσης, εκμετάλλευσης της ισόγειας κατοικίας με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή που βρίσκονται στο τεμάχιο αρ.2, το οποίο αποτελεί μέρος του υπό διαχώριση επίμαχου ακινήτου. Παράλληλα επιδιώκει την απαγόρευση εισόδου της Εναγομένης σ' αυτά. Βασικό επιχείρημα της Αιτήτριας είναι ότι η ίδια πλέον έχει την κυριότητα του μεριδίου της Εναγομένης επί του επίμαχου ακινήτου. Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η Αιτήτρια είναι πλέον η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου επί του επίμαχου ακίνητου, το οποίο με βάση συμφωνία διανομής τελεί υπό διαχωρισμό σε δύο οικόπεδα. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι με βάση τη συμφωνία διανομής το τεμάχιο αρ.2, ένα από τα δύο οικόπεδα του υπό διαχώριση επίμαχου ακινήτου, θα ήταν υπό την κατοχή της Εναγομένης. Αποτελεί ακόμη κοινό έδαφος των διαδίκων ότι εντός του τεμαχίου αρ.2 έχει ανεγερθεί ισόγεια κατοικία με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή, τα οποία κατέχει, χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται η Εναγόμενη μέχρι σήμερα, παρά τις οχλήσεις της Αιτήτριας προς την Εναγόμενη να της παραδώσει την κατοχή τους. Το γεγονός ότι η κυριότητα του ½ μεριδίου του ακινήτου περιήλθε στην Αιτήτρια και η έκδοση σχετικού πιστοποιητικού εγγραφής από την αρμόδια αρχή που το υποστηρίζει, σε συνδυασμό με το ότι ζητήθηκε από την Εναγόμενη να παραδώσει την κατοχή της ισόγειας κατοικίας που διαμένει εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, εκ πρώτης όψεως της παρέχει δικαίωμα διεκδίκησης της κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης της υπό την ιδιότητα της εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας. Η ύπαρξη τίτλου επί του επίμαχου ακινήτου από μέρους της Αιτήτριας αποτελεί, με βάση τη νομολογία, εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ιδιοκτησίας (Πίριλλου v. Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1153) και μ' αυτό το υπέρ της δεδομένο, δηλαδή την κτηματολογική απόδειξη, σε συνδυασμό με τις σχετικές πρόνοιες δυνάμει του Κεφ.224 αλλά και του Μέρους VIA του Ν.9/1965 που αφορούν τη μεταβίβαση και εγγραφή ακινήτου, η Αιτήτρια θεωρεί ότι δικαιωματικά απαιτεί την κατοχή της ισόγειας κατοικίας μαζί με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή, τα οποία αποτελούν μέρος του επίμαχου ακινήτου, έχοντας ανεγερθεί εντός του τεμαχίου αρ.2 που είναι ένα εκ των δύο εν δυνάμει οικοπέδων που συνιστούν το υπό διαχώριση επίμαχο ακίνητο. Επικαλούμενη το συμφωνητικό έγγραφο διανομής που προφανώς συνοδεύει τη σχετική αίτηση διαχωρισμού που καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, η Αιτήτρια αξιώνει ουσιαστικά κατοχή του τεμαχίου αρ.2 και κατ' επέκταση οι κατασκευές που βρίσκονται σ' αυτό, τα οποία με βάση τη συμφωνία διανομής θα αναλογούσαν στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη αρνείται να παραδώσει την κατοχή των πιο πάνω στην Αιτήτρια και προβάλλει υπεράσπιση, η οποία σε σχέση με τα συγκεκριμένα ζητήματα, εδράζεται σε τρεις πυλώνες. Βασικά η Εναγόμενη αμφισβητεί τη νομιμότητα και εγκυρότητα της διαδικασίας εγγραφής του επίμαχου ακινήτου εις το όνομα αρχικά της Ενάγουσας αρ.1 και μετέπειτα της Αιτήτριας κατόπιν σχετικής μεταβίβασης. Το τεκμήριο της ιδιοκτησίας είναι μαχητό και μπορεί να προσβληθεί (Socratous v. Mezou
(1975)1 C.L.R. 62, Παναγιώτου ν. Χ" Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362). Εξ όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό, οι τρεις πυλώνες επί των οποίων εδράζεται η υπεράσπιση της Εναγομένης είναι: (α) επίδειξη συμπεριφοράς από την Ενάγουσα αρ.1 και την Αιτήτρια που σύμφωνα με την Εναγόμενη συνιστά δόλο/απάτη (δόλιες ψευδείς παραστάσεις/δόλιες ενέργειες) από μέρους τους εις βάρος της, (β) παράβαση νομοθεσίας από μέρους της Ενάγουσας αρ.1 και της Αιτήτριας, (γ) για την πιο πάνω κατ' ισχυρισμό επιλήψιμη συμπεριφορά τους εις βάρος της, η Ενάγουσα αρ.1 και η Αιτήτρια έτυχαν βοήθεια από την εταιρεία Dovalue Cyprus Ltd (πρώην Altamira Asset Management Cyprus Ltd), πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Ενάγουσας αρ.1, η οποία συνέργησε/συνωμότησε με την Ενάγουσα αρ.1 και την Αιτήτρια. Σε ότι αφορά την πρώτη πτυχή της υπεράσπισης της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ενώ επήλθε συμφωνία μεταξύ της ιδίας και της Αιτήτριας, η τελευταία προχώρησε σε ανάκτηση του επίμαχου ακινήτου. Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη, βάση μαρτυρικού υλικού που η ίδια παρουσίασε στο Δικαστήριο, η προβαλλόμενη θέση της δεν φαίνεται να συγκεντρώνει προοπτική επιτυχίας. Πρόχειρη ανάγνωση στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου στην όψη τους και μόνο, δίδουν την σαφή εντύπωση ότι όταν ανακτήθηκε το ακίνητο από την Ενάγουσα αρ.1, προφανώς περί τα τέλη του έτους 2023 (με γνώμονα ότι η αδιαμφισβήτητη ημερομηνία πλειστηριασμού ήταν 18.05.23), η Εναγόμενη βρισκόταν σε συζητήσεις με την Ενάγουσα αρ.1 με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Η τελευταία αλληλογραφία που υπήρξε, κατά το χρόνο εκείνο, προέρχεται από τον ιδιώτη σύμβουλο Φιλίππου που ενεργούσε κατόπιν οδηγιών της Εναγομένης. Με επιστολή του ημερ. 13.12.23 (Τεκμήριο 16 ΕΔ Εναγομένης & Τεκμήριο ΧΙ ΕΔ Φιλίππου), η οποία αποστάληκε «άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της Εναγομένης» προς την αρμόδια λειτουργό της Dovalue Cyprus Ltd, ο κος Φιλίππου σημειώνει, μεταξύ άλλων τα εξής: «Η αρχική Πρόταση ως σας έχουμε καταθέσει τηλεφωνικώς χθες, αναλύετο σε καταβολή εφάπαξ ποσού ύψους €160.000, προϊόν πώλησης του υποθηκευμένου τεμαχίου αρ.4 (ως η ισχύουσα Συμφωνία Διαχωρισμού) για το οποίο υπάρχει άμεσο ενδιαφέρον. Παρενθετικά σημειώνουμε, ότι έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες για παράλληλη πώληση και του δεύτερου τεμαχίου αρ.2 χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα ή ενδιαφέρον. . Κατά τη χθεσινή τηλεφωνική μας επικοινωνία, μας έχετε θέσει τους ενδοιασμούς σας σχετικά με την πρόθεση της δανειολήπτριας να διασώσει πέραν της κύριας κατοικίας και το δεύτερο τεμάχιο και έχετε αντιπροτείνει ως πιθανή λύση αναδιάρθρωσης, το ενδεχόμενο παραχώρησης και των δύο πιο πάνω τεμαχίων αρ.2 & 4 μέσω DFAS, για την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της δανειολήπτριας. . ., και καθότι θεωρώ τους ενδοιασμούς σας ως βάσιμους και λογικούς, έχω αποταθεί στη δανειολήπτρια και έχω εξασφαλίσει θετική αποδοχή στη καταρχή εισήγηση σας. Εξ' αυτού η δεύτερη Πρόταση μας αναλύεται σε, παραχώρηση μέσω DFAS των δύο υποθηκευμένων τεμαχίων 2 & 4, για την πλήρη εξόφληση των υφιστάμενων υποχρεώσεων. Παρενθετικά και μόνο εάν εξυπηρετεί τα δικά σας συμφέροντα, αφού έχουμε ήδη εξεύρει πιθανό αγοραστή για το τεμάχιο αρ.4 στη τιμή των €160.000, αν το τίμημα αγοράς σας εξυπηρετεί, είμαστε στη διάθεση σας για διαμόρφωση της Πρότασης, σε συνδυασμό παραχώρησης μέσω DFAS του άλλου τεμαχίου και καταβολής του συνολικού ποσού πώλησης του άλλου. . . αφού η τελική Πρόταση μας, έρχεται σε πλήρη ταύτιση με τις κατευθυντήριες γραμμές που εσείς μας έχετε υποδείξει. . Η παρούσα υποβάλλεται άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της δανειολήπτριας που αναφέρεται πιο πάνω.» [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Τα πιο πάνω αποσπάσματα από την επιστολή Φιλίππου που ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης, τείνουν να καταδείξουν ότι κατά το χρόνο ανάκτησης του ακινήτου από την Ενάγουσα αρ.1 ουδεμία τελική συμφωνία είχε επίσημα συνομολογηθεί μεταξύ της Ενάγουσας αρ.1 και της Εναγομένης. Εκείνο που υπήρχε ήταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δια των εκπροσώπων τους, χωρίς αυτές να έχουν καταλήξει σε δεσμευτική γι' αυτούς μορφή και οι οποίες μάλιστα διεξάγονταν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους. Αν βέβαια ήταν ηθικά ορθό από μέρους της Ενάγουσας αρ.1 να προβεί σε ανάκτηση του ακινήτου τη στιγμή που διαπραγματευόταν την επίλυση των προβλημάτων χωρίς τη δικαστική οδό, αυτό είναι ένα άλλο εντελώς διαφορετικό και ανεξάρτητο ζήτημα που εκφεύγει του πλαισίου που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει στην παρούσα περίπτωση. Στην απουσία άλλων στοιχείων, εκ πρώτης όψεως δεν μπορεί να αποδοθεί στην Ενάγουσα αρ.1 δόλια συμπεριφορά και/ή δόλιες ενέργειες υπό τη μορφή που η Εναγόμενη εισηγείται. Παράλληλα, έχοντας υπόψη μου την εμπλοκή της Αιτήτριας σε χρόνο μεταγενέστερο της ανάκτησης του ακινήτου, αντικειμενικά είναι δύσκολο να της επιρριφθεί οποιαδήποτε ευθύνη για δόλια συμπεριφορά και/ή δόλιες ενέργειες από μέρους της εις βάρος της Εναγομένης. Σχετικά με τον δεύτερο άξονα υπεράσπισης της, η Εναγόμενη επικαλείται παράβαση της Περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγίας τους 2025 έως 2022 ισχυριζόμενη μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της από την Ενάγουσα αρ.1 και την Αιτήτρια. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι το πιο πάνω δεν είναι νομοθεσία αλλά Οδηγία που εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα και αναθεωρείται κατά καιρούς. Είναι ένας κώδικας συμπεριφοράς για το χειρισμό οφειλετών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, βάση του οποίου τα πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων και αδειοδοτημένοι διαχειριστές πιστωτικών διευκολύνσεων οφείλουν να εξετάζουν και να αξιολογούν κάθε περίπτωση ξεχωριστά προτείνοντας λύσεις για την επίτευξη δίκαιων και βιώσιμων αναδιαρθρώσεων των πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες λύσεις θα ανταποκρίνονται στις συγκεκριμένες ανάγκες και την οικονομική κατάσταση του κάθε οφειλέτη. Ωστόσο οι πρόνοιες του κώδικα αυτού δεν ισχύουν για τερματισμένες πιστωτικές διευκολύνσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι» ημερ. 16.11.20 που η Εναγόμενη αναγνωρίζει ότι της επιδόθηκε στις 02.12.20 (Τεκμήριο 6 ΕΔ Εναγόμενης) όσο και στην Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ημερ. 01.02.23 που η Εναγόμενη αναγνωρίζει ότι της επιδόθηκε στις 14.03.23 (Τεκμήριο 11 ΕΔ Εναγόμενης), σημειώνεται ρητά και με σαφήνεια ότι το ενυπόθηκο οφειλόμενο χρέος κατέστη απαιτητό και πληρωτέο από την 01.07.
  1. Αυτό προϋποθέτει προγενέστερο τερματισμό των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες εξασφαλίζονται ενυπόθηκα. Έπεται πως το επιχείρημα της Εναγομένης ότι οι πρόνοιες του συγκεκριμένου κώδικα έχουν παραβιαστεί να μην διαθέτει ορατή προοπτική επιτυχίας αφού, εκ των πραγμάτων, δεν μπορούν εδώ να τύχουν εφαρμογής. Αναφορικά με το τρίτο σκέλος της υπεράσπισης της Εναγομένης παρατηρώ ότι ενώπιον μου δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να τείνει να καταδείξει πως υπήρξε οποιαδήποτε συνέργεια από μέρους της Dovalue Cyprus Ltd. Κανένα έγγραφο ή πληροφορία που να δίδει την εντύπωση συνομολόγησης συμφωνίας ανάμεσα στην Ενάγουσα αρ.1, στην Αιτήτρια και στην Dovalue Cyprus Ltd προς την κατεύθυνση αυτή. Δεν εξηγήθηκε ποια, πότε και πως Dovalue Cyprus Ltd βοήθησε είτε την Ενάγουσα αρ.1 είτε την Αιτήτρια. Το ότι η Dovalue Cyprus Ltd ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας αρ.1 δεν την καθιστά αυτόματα συνεργό είτε της Ενάγουσας αρ.1 είτε της Αιτήτριας και δεν της προσδίδει την ταυτότητα του συνωμότη εις βάρος της Εναγομένης. Κάτω από αυτά τα δεδομένα και στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κατόπιν αντικειμενικής εξέτασης τους, καταλήγω ότι η εκδοχή της υπεράσπισης της Εναγομένης αναφορικά με τους τρεις πυλώνες στους οποίους έχω αναφερθεί, όπως αυτή έχει προβληθεί, δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί των συγκεκριμένων ζητημάτων της απαίτησης για τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έπεται ότι το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται. Το δεύτερο κριτήριο που χρήζει ικανοποίησης είναι να μην 'υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.' Είναι ένα κριτήριο με σχετικά ευρύ πεδίο εξέτασης του. Το Δικαστήριο εδώ καλείται να εξετάσει αν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίον τα συγκεκριμένα ζητήματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης, πρέπει να επιλυθούν μέσα από ακροαματική διαδικασία. Το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Zuckerman on Civil Procedure-Principles of Practice', 4η έκδοση, καταγράφει περιπτώσεις, με παραπομπή σε αγγλική νομολογία, κατά τις οποίες υπάρχει λόγος που χαρακτηρίζεται 'επιτακτικός' ώστε τα επίδικα ζητήματα να πρέπει να επιλυθούν σε ακρόαση. Οι αναφορές αυτές δεν συνιστούν εξαντλητικό κατάλογο αλλά επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κάθε φορά να κρίνει αν ενδείκνυται ή όχι η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Πιο κάτω ενδεικτικά αναφέρω τέτοιες περιπτώσεις οι οποίες κρίνονται ακατάλληλες για έκδοση συνοπτικής απόφασης, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλες τέτοιες περιπτώσεις: (α) όταν η εκδοχή γεγονότων είναι αντικρουόμενη ή δεν υποστηρίζεται από το υλικό, (β) όταν υπάρχουν περίπλοκα γεγονότα και/ή σοβαρά και/ή σύνθετα πραγματικά ή νομικά ζητήματα που δεν μπορεί να εκτιμηθούν παρά μόνο μέσα από περαιτέρω έρευνα, (γ) όταν η έκδοση συνοπτικής απόφασης θα αποστερήσει το δικαίωμα της άλλης πλευράς σε δίκαιη δίκη, (δ) όταν τα περιστατικά απαιτούν την εξέταση μαρτύρων και ιδιαίτερα εμπειρογνωμόνων, δηλαδή την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας στο Δικαστήριο, (ε) όταν χρειάζεται αξιολόγηση μαρτυρίας και η ανάγκη κατάληξης σε ευρήματα. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να χειριστεί μία διαδικασία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης ως υποκατάστατη μέθοδος εκδίκασης της ουσίας της αγωγής διεξάγοντας μίνι ακρόαση (mini-trial). Ερχόμενος στη δική μας υπόθεση, αποτελεί θέση της Εναγομένης ότι η Ενάγουσα αρ.1 δεν προέβηκε σε τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες εξασφαλίζονται ενυπόθηκα. Να σημειωθεί ότι ενώπιον μου δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει τερματισμό των επίμαχων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες εξασφαλίζονται ενυπόθηκα, καθιστώντας έτσι το επικαλούμενο ενυπόθηκο χρέος που προέκυψε αμέσως απαιτητό και πληρωτέο. Η θέση αυτή της Εναγομένης σχετίζεται άμεσα με τον πυρήνα της υπεράσπισης της που είναι η αμφισβήτηση της νομιμότητας και εγκυρότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την ανάκτηση κατοχής του ακινήτου από την Ενάγουσα αρ.1 και ακολούθως για τη μεταβίβαση και εγγραφή του στο όνομα της Αιτήτριας. Παράλληλα σχετίζεται με τη θέση της περί παραβίασης προνοιών της Περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγίας τους 2025 έως
  2. Προφανώς ο εν λόγω ισχυρισμός της θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για απόδειξη στη βάση ένορκης προφορικής μαρτυρίας που θα προσκομιστεί. Ο μάρτυρας θα υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης και το Δικαστήριο θα κληθεί να αξιολογήσει τη μαρτυρία αυτή και να κρίνει αν μπορεί ή όχι να καταλήξει σε εύρημα σχετικά με το όποιο περιεχόμενο της. Πέραν και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, γίνεται αντιληπτό ότι στο Ε.Δ. Πάφου εκκρεμεί η απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice η οποία καταχωρίστηκε από την εδώ Εναγόμενη και στρέφεται εναντίον των εδώ Ενάγουσας αρ.1 και της Αιτήτριας καθώς επίσης εναντίον της Dovalue Cyprus Ltd. Η υπόθεση εκείνη αφορά την παρούσα περίπτωση και ουσιαστικά δικογραφεί την εκδοχή της Εναγομένης μέσα από προβαλλόμενες θέσεις και ισχυρισμούς. Το περιεχόμενο της θα μπορούσε να συνιστούσε την υπεράσπιση της Εναγομένης και ανταπαίτηση της στην παρούσα υπόθεση. Δεν θα ήταν υπερβολή αν κάποιος έλεγε ότι η παρούσα υπόθεση συμπληρώνεται από την απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice υπό την έννοια ότι αμφότερες περιλαμβάνουν τη δικογραφημένη εκδοχή της Εναγομένης στην ολοκληρωμένη της διάσταση σε σχέση με την προκειμένη περίπτωση. Μία πρόχειρη ανάγνωση του τροποποιημένου εντύπου της έκθεσης απαίτησης στην υπόθεση αρ. 97/25 I-Justice (Τεκμήριο 28 ΕΔ Εναγομένης) καθιστά αντιληπτό ότι η εδώ Εναγόμενη (εκεί Ενάγουσα) εγείρει επιπρόσθετες θέσεις και ισχυρισμούς αξιώνοντας διάφορες θεραπείες. Για παράδειγμα ενώ στην παρούσα υπόθεση αμφισβητεί την νομιμότητα και εγκυρότητα της διαδικασίας εγγραφής του επίμαχου ακινήτου, στην απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice επεκτείνεται απαιτώντας διάταγμα ακύρωσης της εγγραφής του επίμαχου ακινήτου. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η Εναγόμενη στην απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice, ως Ενάγουσα που είναι, εγείρει σωρεία νομικών θεμάτων, επιπρόσθετων αυτών που επικαλείται στην παρούσα υπόθεση στα πλαίσια της υπεράσπισης της, τα οποία το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει στη βάση μαρτυρικού υλικού που προφανώς θα προσκομιστεί, μέρος του οποίου έχει τη μορφή προφορικής ένορκης μαρτυρίας και λεπτομερούς νομικής επιχειρηματολογίας. Ενδεικτικά αναφέρω τις νομικές θέσεις περί αμφισβήτησης της νομιμότητας και εγκυρότητας εκποίησης υποθηκών επί του επίμαχου ακινήτου, παράβασης διατάξεων του Συντάγματος, παράβαση ευρωπαϊκών κανονισμών, κακοπιστία, παράβαση εμπιστευτικής σχέσης, παράβαση σύμβασης, επίδειξη αμελούς συμπεριφοράς/συμπεριφοράς εκτός του πλαισίου του επαγγελματικού καθήκοντος, κατάχρηση εξουσίας, σύγκρουση συμφερόντων, άσκηση τοκογλυφίας, πλασματικά υπόλοιπα λογαριασμών που σύμφωνα με την Εναγόμενη περιέχουν παράνομες χρεώσεις, υπερχρεώσεις, παράνομη επιβολή επιτοκίου και απόκτηση παράνομου οφέλους, όλα τα οποία χρεώνονται στην Ενάγουσα αρ.1, στην Αιτήτρια και στην Dovalue Cyprus Ltd εις βάρος της Εναγομένης. Γι' αυτό η Εναγόμενη στην απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice απαιτεί, ανάμεσα σ' άλλα, την επιδίκαση παραδειγματικών/τιμωρητικών/ειδικών και γενικών αποζημιώσεων, ακύρωση εξασφάλισης παράνομου οφέλους, απόφαση ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο, διάταγμα ακύρωσης της εγγραφής του επίμαχου ακινήτου αρχικά στο όνομα της Ενάγουσας αρ.1 και ακολούθως στο όνομα της Αιτήτριας και διάταγμα ακύρωσης της εκποίησης υποθηκών που σχετίζονται με το επίμαχο ακίνητο. Παράλληλα δεν είναι αμφισβητούμενο ότι η απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice καταχωρίστηκε στις 28.02.25 και ότι την ίδια ημέρα, στα πλαίσια της υπόθεσης εκείνης, προωθήθηκε ενδιάμεση αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με την οποίαν, εξ όσον γίνεται κατανοητό, η Εναγόμενη αξιώνει μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης εκείνης την έκδοση διαταγμάτων που προφανώς θα απαγορεύουν προσωρινά την παράδοση κατοχής, κατοχής και εκμετάλλευσης της επίμαχης ισόγειας κατοικίας μαζί με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή, τα οποία αποτελούν μέρος του επίμαχου ακινήτου, έχοντας ανεγερθεί εντός του τεμαχίου αρ.2 που είναι ένα εκ των δύο εν δυνάμει οικοπέδων που συνιστούν το υπό διαχώριση επίμαχο ακίνητο. Η ενδιάμεση αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2025 ενώ παράλληλα εκκρεμεί για εκδίκαση και η ουσία της υπόθεσης. Με γνώμονα ότι η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθηκε στις 11.03.25, καθίσταται σαφές ότι η απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice και η ενδιάμεση αίτηση της, η εκδίκαση αμφοτέρων των οποίων που συναρτώνται άμεσα με την παρούσα υπόθεση εκκρεμούν, καταχωρίστηκαν προγενέστερα της υπό κρίση αίτησης. Η άμεση συνάρτηση της παρούσας υπόθεσης με την απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice επιφέρει αναπόφευκτα βαθμό αλληλεξάρτησης. Η πορεία της μίας υπόθεσης σαφώς επηρεάζει την πορεία της άλλης. Συνεπώς σε περίπτωση που εκδοθεί συνοπτική απόφαση στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης η Εναγόμενη θα αποστερηθεί του δικαιώματος η υπόθεση της, δηλαδή η απαίτηση αρ. 97/25 IJustice, μαζί με την ενδιάμεση αίτηση, η εκδίκαση των οποίων εκκρεμεί, να τύχουν δίκαιης δίκης. Είναι προφανές ότι τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην υπό κρίση αίτηση θα εμποδίσει τη δίκαιη εξέταση πρώτα της ενδιάμεσης αίτησης της Εναγομένης στην απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice και ακολούθως τη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης εκείνης. Το Δικαστήριο που θα ασχοληθεί με την υπόθεση εκείνη δεν είναι το ίδιο με το παρόν Δικαστήριο που εξετάζει την παρούσα υπόθεση με αποτέλεσμα τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης από το Δικαστήριο αυτό να εγκλωβίσει το άλλο Δικαστήριο κατά την εξέταση της άλλης υπόθεσης του καθότι η έκδοση τελικής απόφασης, ως είναι η συνοπτική απόφαση, έχει δεσμευτική ισχύ για τους διαδίκους μέχρι αυτή να ανατραπεί από Δικαστήριο ανώτερου βαθμού. Σε τελευταία ανάλυση, η έκδοση συνοπτικής απόφασης θα καταστήσει την εξέταση της ενδιάμεσης αίτησης της Εναγομένης στην απαίτηση αρ. 97/25 I-Justice και την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης εκείνης άνευ αντικειμένου. Κατ' ανάλογο τρόπο, σε περίπτωση που εκδοθεί συνοπτική απόφαση δεν θα δοθεί η ευκαιρία στην ολοκλήρωση διεξαγωγής διαπραγματεύσεων μέσω διαμεσολάβησης ή άλλης εναλλακτικής μεθόδου για εξώδικη επίλυση των διαφορών, όπως πρότεινε η πλευρά της Αιτήτριας με την επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 26.09.24 (Τεκμήριο 6 σελίδα 3 σημείο (θ) ΕΔ Σιμιλλίδη) και αποδέχτηκε η Εναγόμενη με επιστολή της δικηγόρου της ημερ. 22.10.24 (

σελίδα 12 §50 ΕΔ Εναγομένης). Ένα άλλο σημείο που με έχει προβληματίσει είναι το ότι στην επίμαχη ισόγεια κατοικία διαμένουν, εκτός από την Εναγόμενη, άλλα πρόσωπα. Ειδικότερα έχει γνωστοποιηθεί από την Εναγόμενη στην Αιτήτρια χωρίς να αντικρουστεί (

§34

ΕΔ Σιμιλλίδη) ότι στην επίμαχη οικία διαμένουν επίσης οι δύο θυγατέρες της Εναγομένης μαζί με τους αρραβωνιαστικούς της. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για ενήλικα πρόσωπα. Η αναφορά της Αιτήτριας ότι αντιπρόσωποι της μετέβηκαν στο επίδικο ακίνητο για επιθεώρηση σε διάφορες ημερομηνίες μέχρι και σήμερα όπου διαπίστωσαν την παρουσία της Εναγομένης στην επίμαχη οικία εξυπακούει ότι δεν μπορεί μην έχει γίνει αντιληπτή η παρουσία και των υπολοίπων ενοίκων. Μάλιστα θα έλεγα δε ότι αυτό είναι εις γνώση της Αιτήτριας. Χωρίς δεύτερη σκέψη αυτό αποδεικνύεται από το λεκτικό των διαταγμάτων που επιδιώκονται στην υπό κρίση αίτηση. Συγκεκριμένα η αξίωση για έκδοση διατάγματος που να διατάζει «την Εναγόμενη και/ή φιλοξενουμένους της» να παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή της ισόγειας κατοικίας μαζί με υπόστεγο χώρο και κολυμβητική δεξαμενή και συνάμα η αξίωση για έκδοση διατάγματος που να απαγορεύουν «στην Εναγόμενη και/ή φιλοξενουμένους της» να εισέρχονται και/ή να επεμβαίνουν στις εν λόγω κατασκευές καθώς επίσης η έκδοση απόφασης ότι «η Εναγόμενη και/ή οι φιλοξενούμενοι της» παράνομα κατέχουν και εκμεταλλεύονται τις κατασκευές αυτές, καταδεικνύει με τον πλέον θετικό τρόπο τη γνώση που η Αιτήτρια είχε και έχει για το θέμα αυτό. Ο πυρήνας της εκδοχής της Αιτήτριας είναι η παράνομη κατοχή και επέμβαση σε περιουσία που θεωρεί ότι της ανήκει. Θεωρεί όχι μόνο την Εναγόμενη αλλά και τα υπόλοιπα πρόσωπα που διαμένουν σ' αυτή ότι είναι παράνομοι επεμβασίες. Γι' αυτό η Αιτήτρια ζητεί την έξωση και ουσιαστικά απομάκρυνση όλων αυτών των προσώπων από την επίμαχη περιουσία και παράδοση της κατοχής της στην ίδια από αυτούς που διαμένουν σ' αυτήν. Στο κυπριακό δίκαιο μία αγωγή με την οποίαν ζητείται ανάκτηση κατοχής ακινήτου πρέπει να επιδίδεται σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Είτε αυτά κατέχουν νόμιμα είτε παράνομα το ακίνητο. Άτομα που διαμένουν και έχουν πραγματική κατοχή της ακίνητης περιουσίας που ζητείται η ανάκτηση της, θεωρούνται ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Ενδιαφερόμενο πρόσωπο που επίσης πρέπει να συνενώνεται στην αγωγή ως διάδικος θεωρείται και ο συνιδιοκτήτης σε ακίνητη ιδιοκτησία (Γεωργιάδου v. Γεωργιάδη

(1999)1 Α.Α.Δ. 1210). Στην αγωγή πρέπει να συγκεντρώνονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Η υποχρέωση αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Προτού ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση που άπτεται και επηρεάζει τα δικαιώματα τους και μάλιστα με τέτοιο δεσμευτικό και τελεσίδικο τρόπο, όπως ζητείται εδώ με την έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι η αγωγή έχει επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ως αναγκαίοι διάδικοι που είναι, ώστε οποιοσδήποτε από αυτούς, αν επιθυμεί, να λάβει μέρος στη διαδικασία και να θέσει τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου για να εξεταστούν. Στην Αναφορικά με την Αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 68/2019 ημερ. 08.05.20 σημειώθηκαν, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, τα εξής: «Υπενθυμίζουμε επί του προκειμένου ότι κατά πάγια νομολογία (Hadjipetrouv. Petsoloukas
(1965)1 CLR 83, HjiSavva and Others v. Loizou
(1982)1 CLR 218, Tιτινίδου ν. Ρεσιάντ
(1993)1 Α.Α.Δ. 429, Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1210 και Κωνσταντίνου κ.α. ν. Διευθυντή Κτηματολογίου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1990), σε διαδικασίες που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία επιβάλλεται να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, κάτι που στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έγινε. » [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι δεν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι στον τίτλο της υπόθεσης. Εφόσον η Αιτήτρια επιθυμεί την έξωση όλων των ατόμων που διαμένουν στην επίμαχη οικία και παράδοση της κατοχής της στην ίδια από αυτούς, θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει στον τίτλο της υπόθεσης, εκτός από την Εναγόμενη που το έπραξε, τις δύο θυγατέρες και τους αρραβωνιαστικούς τους, κάτι που δεν έκανε. Μάλιστα υπό το σημερινό καθεστώς ιδιοκτησίας θα πρέπει να συμπεριληφθεί και ο συνιδιοκτήτης του επίμαχου ακινήτου. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, το δεύτερο ουσιαστικό κριτήριο δεν ικανοποιείται. Η μη σωρευτική εκπλήρωση των δύο ουσιαστικών κριτηρίων μοιραία σφραγίζει την κατάληξη της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Περαιτέρω, ασκώντας τις εξουσίες που μου παρέχουν οι πρόνοιες του Κ.24.6 του Μέρους 24, δίδονται οι πιο κάτω οδηγίες: (α) Αν η παρούσα απαίτηση προωθηθεί ως έχει, τότε εντός 15 ημερών από σήμερα να καταχωριστεί αίτηση τροποποίησης του τίτλου ώστε να συμπεριληφθούν ως εναγόμενοι όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι με τον δέοντα τρόπο και η απαίτηση να επιδοθεί σε όλα τα πρόσωπα αυτά με τον προβλεπόμενο τρόπο. (β) Στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας να καταχωριστεί αίτηση συνένωσης της παρούσας υπόθεσης με την απαίτηση αρ. 97/2025 του Ε.Δ. Πάφου προκειμένου οι δύο υποθέσεις να συνενωθούν και να συνεκδικαστούν ώστε να τύχουν εκδίκασης όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που εγείρονται σ' αυτές. Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2 και 39.4
(1)(α) του Μέρους 39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, θεωρώ ότι υπάρχει βάσιμος λόγος που δικαιολογεί παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Με γνώμονα ότι η Εναγόμενη μπορούσε να είχε καταχωρίσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην παρούσα υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε προσώπου έκρινε ότι ενδεικνυόταν πλην όμως επέλεξε να καταχωρίσει νέα υπόθεση που αφορά την ίδια περίπτωση, κρίνω ότι είναι ορθό, λογικό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. Συνεπώς ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία κάθε πλευρά επωμίζεται τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.