ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Α. ΒΡΟΝΤΗΣ (ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΚΚΑΣ, Αρ. Απαίτησης: 82/2024, 16/5/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €10.000 - €50.000 Αρ. Απαίτησης: 82/2024 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Α. ΒΡΟΝΤΗΣ (ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσα και ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΚΚΑΣ Εναγόμενος Ημερομηνία: 16 Μαΐου 2025 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Ενάγουσα: κ. Παυλήμπεης για ΘΕΟΦΑΝΗΣ Β. ΠΑΥΛΗΜΠΕΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η αίτηση/Εναγόμενο: κ. Ν. Νικολάου για Ν. Γ. Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερ. 16.10.2024) ΕΙΣΑΓΩΓΗ Δια της υπό κρίση Αίτησης ζητείται από την Ενάγουσα η έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως το Έντυπο και η Έκθεση Απαίτησης. Ειδικότερα: i. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες δικαιούνται αμέσως την κενή και ελεύθερη κατοχή της οικίας που βρίσκεται στην οδό [ ] 1, με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ --/2-288-381, Τεμάχιο [ ], Τμήμα 5, στην Τοποθεσία «ΣΤΑΥΡΙ» του Δήμου Παραλιμνίου της Επαρχίας Αμμοχώστου (στο εξής αναφερόμενη ως η «οικία»). ii. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει στον εναγόμενο και/ή στους αντιπροσώπους του και/ή σε άτομα που αντλούν δικαίωμα από αυτόν από του να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο και/ή να κατέχουν και/ή να εισέρχονται με οποιονδήποτε τρόπο στην οικία ή από του να προκαλούν την είσοδο και/ή επέμβαση άλλων προσώπων στην οικία. iii. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει αμέσως την άρση κάθε επέμβασης του εναγόμενου στην οικία. iv. €12.600.- υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου ως αποζημιώσεις και/ή ως οφειλόμενα ενοίκια της οικίας για την περίοδο από 01/10/2022 μέχρι 30/06/2024 και/ή μέχρι 30/06/
- v. €600.- μηνιαίως ως αποζημιώσεις και/ή ως ενδιάμεσα οφέλη ή κέρδη από την 01/07/2024 μέχρι την άρση της παράνομης επέμβασης του εναγόμενου στην οικία και/ή μέχρι την παράδοση της ελεύθερης και κενής κατοχής της οικίας στους ενάγοντες. vi. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον εναγόμενο και/ή τους αντιπροσώπους του και/ή οποιοδήποτε κάτοχο της οικίας όπως παραδώσουν αμέσως στους ενάγοντες την κενή και ελεύθερη κατοχή και χρήση της οικίας vii. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει αμέσως την έξωση του εναγόμενου και/ή οποιουδήποτε κατόχου της οικίας από την οικία viii. Δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση (declaratory judgment) ότι η όποια ρητή και/ή προφορική και/ή εξυπακουόμενη ενοικίαση είχε ή έχει παραχωρηθεί στον εναγόμενο αναφορικά με την οικία, έχει νόμιμα τερματιστεί από τους ενάγοντες. ix. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει το Δικαστήριο δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. x. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α πλέον έξοδα επίδοσης. xi. Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού από την ημερομηνία καταχώρησης αυτής της απαίτησης. ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ Εν πρώτοις, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω με συνοπτικό τρόπο, το περιεχόμενο της δικογραφίας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μίας οικίας η οποία βρίσκεται στον Δήμο Παραλιμνίου και η οποία ανεγέρθηκε μετά την 31.12.1999 (στο εξής η «επίδικη οικία»). Κατά ή περί την 31.1.2014, η Ενάγουσα ενοικίασε την επίδικη οικία στον Εναγόμενο για την περίοδο από 1.2.2014 μέχρι 31.1.2015 δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 31.1.2014, με μηναίο ενοίκιο ύψους €
- Με τη λήξη της περιόδου ενοικιάσεως, η ενοικίαση συνεχίστηκε από μήνα σε μήνα και κατόπιν συνεννόησης και/ή συμφωνίας μεταξύ των μερών, κατά ή περί το 2018 και/ή το 2019, το ενοίκιο διαμορφώθηκε σε €
- Ο Εναγόμενος μέχρι σήμερα κατέχει την επίδικη οικία και πλήρωσε τα ενοίκια για την περίοδο από 1.2.2014 μέχρι την 30.9.
- Έκτοτε ο Εναγόμενος παραλείπει και/ή αρνείται να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι ενοικίου, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να τερματίσει την ενοικίαση της οικίας με επιστολή της ημερ. 3.4.2024 και να απαιτήσει την καταβολή των οφειλόμενων ενοικίων. Δια της Υπεράσπισής του ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστικές ενστάσεις σύμφωνα με τις οποίες (α) το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επιδικάσει την επίδικη διαφορά καθώς τυγχάνει εφαρμογής ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος και (β) η αγωγή είναι πρόωρη καθώς ουδέποτε η σύμβαση ενοικίασης τερματίστηκε. Ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και την καλεί σε απόδειξή των, ισχυρίζεται δε, ότι μετά τη λήξη του ενοικιαστηρίου εγγράφου συνήφθη προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών ότι το ενοίκιο θα καταβάλλετο χρονιαία, η δε συμφωνία ενοικιάσεως ουδέποτε τερματίστηκε, επομένως η αγωγή είναι πρόωρη. Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ήταν πάντοτε συνεπής στις υποχρεώσεις του, ενώ προέβαινε σε επιδιορθώσεις στην επίδικη οικία η οποία είναι παλιά και τα έξοδα θα συμψηφίζονταν με τα ενοίκια, βάσει συνεννόησής του με την Ενάγουσα. Ειδικότερα, σύμφωνα με ισχυρισμό του Εναγομένου, κατέβαλε περί το ποσό των €2.000 για επιδιόρθωση φθαρμένων σωλήνων και/ή υδραυλικών της επίδικης οικίας, ποσό το οποίο θα έπρεπε να συμψηφιστεί. Τέλος, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η επιστολή ημερ. 3.4.2024 την οποία παρέλαβε, δεν αποτελεί προδικαστηριακό πρωτόκολλο βάσει των Κανονισμών εφόσον δεν επισυνάπτεται σε αυτήν το σχετικό έντυπο και δεν μπορεί να αποτελεί νόμιμο τερματισμό της συμφωνίας ενοικιάσεως. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Το υπόβαθρο των γεγονότων που υποστηρίζουν την Αίτηση, εμφαίνεται στη γραπτή μαρτυρία του Διευθυντή της Ενάγουσας, ο οποίος, αφού εξηγεί την ιδιότητά του, επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο 1 έρευνα από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών, εκφράζει την πεποίθηση ότι η απαίτησή του, ως εκτίθεται στο Έντυπο και στην Έκθεση Απαίτησης, είναι ορθή και αληθινή. Ακολούθως ο ομνύων επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 τον τίτλο ιδιοκτησίας της επίδικης οικίας και περαιτέρω αναφέρει ότι ο Εναγόμενος κωλύεται ένεκα της σύμβασης ημερ. 31.1.2014 από το να επικαλείται ότι η Ενάγουσα δεν είναι η ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας, λόγω των πράξεων και της συμπεριφοράς του, καθώς επίσης και λόγω των ίδιων των παραδοχών του στην Υπεράσπισή του. Η επίδικη οικία, συνεχίζει ο ενόρκως δηλών, ανεγέρθηκε μετά την 31.12.1999 και συνεπώς η επίδικη ενοικίαση δεν εμπίπτει στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 την άδεια οικοδομής της επίδικης οικίας, τον αριθμό του σχετικού φακέλου, καθώς επίσης και αντίγραφο από τη διαδικτυακή πύλη του Κτηματολογίου στο οποίο αναφέρεται ότι η οικία ανεγέρθηκε το
- Σε κάθε περίπτωση, συνεχίζει ο ομνύων, ο Εναγόμενος δεν έχει εγείρει οποιαδήποτε διαδικασία για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το Μέρος 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ακολούθως ο ομνύων επαναλαμβάνει επί της ουσίας τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και προς επίρρωση των ισχυρισμών του, επισυνάπτει τα ακόλουθα τεκμήρια: - Τεκμήριο 4: Σύμβαση ενοικιάσεως της επίδικης οικίας ημερ. 31.1.
- - Τεκμήριο 5: Επιστολή ημερ. 3.4.
- - Τεκμήριο 6: Ηλεκτρονικό μήνυμα Εναγομένου ημερ. 17.4.
- - Τεκμήριο 7: Ηλεκτρονικό μήνυμα δικηγόρων Ενάγουσας ημερ. 17.4.2025, εις απάντηση του ηλεκτρονικού μηνύματος του Εναγομένου ιδίας ημερομηνίας. - Τεκμήριο 8: Αποδείξεις πληρωμών ενοικίων από 1.3.2014 μέχρι 30.9.
- - Τεκμήριο 9: Επιστολή Ενάγουσας ημερ. 19.2.2019 δια της οποίας η Εναγόμενη κλήθηκε να καταβάλει μίσθια ύψους €7.000 για την περίοδο 1.1.2018 - 28.2.2019 και δια της οποίας η επίδικη συμφωνία ενοικιάσεως τερματίστηκε. - Τεκμήριο 10: Κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας όπου φαίνονται διάφορες πληρωμές στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος. Ως επίσης ο ομνύων αναφέρει, ουδέποτε συμφωνήθηκε όπως το ενοίκιο καταβάλλεται ετησίως, πλην όμως την 11.9.2019 ο Εναγόμενος πλήρωσε 12 καθυστερημένα ενοίκια με μια πληρωμή, αφού έλαβε σχετική επιστολή από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 9), ενώ την 11.10.2021 πλήρωσε καθυστερημένα ενοίκια 11 μηνών για την περίοδο από 1.2.2021 μέχρι 31.12.
- Μέχρι σήμερα, συνεχίζει ο ομνύων, ο Εναγόμενος κατέχει την επίδικη οικία και δεν έχει πληρώσει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό, οι δε ισχυρισμοί περί μη νόμιμου τερματισμού δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς από το Τεκμήριο 5 προκύπτει ότι όλα τα έντυπα επιδόθηκαν δεόντως στον Εναγόμενο, ενώ η υπό κρίση περίπτωση δεν αφορά σε εφαρμογή του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Τέλος, ο ομνύων παραθέτει υπό μορφή πίνακα τις κατ' ισχυρισμό μηνιαίες οφειλές του Εναγομένου, σημειώνοντας ότι αυτές ανέρχονται στο ποσό των €15.
- Αναφορικά δε με τις κατ' ισχυρισμό επιδιορθώσεις της επίδικης οικίας και συμψηφισμό των εξόδων αυτών με τα οφειλόμενα ενοίκια, κατά τον ομνύοντα, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του Εναγομένου, ενώ σε κάθε περίπτωση, δεν έχει εγερθεί ανταπαίτηση. Η Αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση της άλλης πλευράς, στην οποία παρατίθενται οι κάτωθι λόγοι ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους:
- Η επίδικη αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
- Η επίδικη αίτηση είναι ελλιπής και ανυπόστατη και εν πάση περιπτώσει δεν δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης.
- Υπάρχει καλή Υπεράσπιση από τον Εναγόμενο/Καθού η Αίτηση στην αγωγή.
- Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν νομιμοποιούνται για την έγερση της παρούσης αίτησης και κατ' επέκταση της αγωγής, καθότι το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο συνάφθηκε μεταξύ του κ. Π.Β. και του Εναγόμενου.
- Ουδέ ποσό οφείλεται από τον Εναγόμενο/Καθού η Αίτηση στους Ενάγοντες/Αιτητές ως οφειλόμενα και/ή καθυστερημένα ενοίκια για την περίοδο από 01/10/2022 μέχρι 30/06/2024 και/ή μέχρι 30/06/
- Τα διατάγματα που αιτούνται οι Ενάγοντες/Αιτητές να εκδοθούν είναι καταχρηστικά, καθότι στην εν λόγω κατοικία ο Καθού η Αίτηση διαβιεί καθόλα νόμιμα σύμφωνα με προφορική συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του κ. Π.Β. όπως το ενοίκιο καταβάλλεται χρονιαία και δεν υπάρχει κανένας νόμιμος λόγος τερματισμού της συμφωνίας του Εναγόμενου με τον κ. Π.Β.
- Ουδέποτε ο Εναγόμενος/Καθού η Αίτηση ενοχλήθηκε από τον Ενάγοντα/Αιτητή να καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προς εξόφληση καθυστερημένων ενοικίων, καθότι δεν οφείλονταν ενοίκια και/ή καθυστερημένα ενοίκια προτού σταλούν επιστολές τερματισμού.
- Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρείται ούτως ώστε οι Ενάγοντες/Αιτητές να εκδιώξουν τον Εναγόμενο/Καθού η Αίτηση από το επίδικο υποστατικό και η παρούσα αίτηση προωθείται καταχρηστικώς προς επίτευξη τούτου του σκοπού.
- Τα χρηματικά ποσά που διεκδικούν οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούνται καταχρηστικά, καθότι αυτά δεν οφείλονται.
- Η παρούσα αίτηση γίνεται καταχρηστικά και/ή κακόπιστα από τους Ενάγοντες/Αιτητές και/ή προς σκοπό άσκησης πίεσης προς τον Εναγόμενο/Καθού η Αίτηση.
- Η επίδικη αίτηση και κατ' επέκταση η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι πρόωρη, αφού υπήρξε νεότερη προφορική συμφωνία μεταξύ του Εναγόμενου/Καθού η Αίτηση και του κ. Π.Β., όπως το ενοίκιο καταβάλλεται χρονιαία και/ή εν πάση περιπτώσει ένεκα του γεγονότος ότι καταβλήθηκαν από τον Εναγόμενο/Καθού η Αίτηση διάφορα χρηματικά ποσά για επιδιορθώσεις της επίδικης κατοικίας τα οποία θα συμπεριλαμβάνονταν ή και θα συμψηφίζονταν με το συμφωνημένο ενοίκιο.
- Οι Ενάγοντες/Αιτητές με την παρούσα αίτηση επιζητούν θεραπεία η οποία ισοδυναμεί με την εκδίκαση της απαίτησης τους, όπως αυτή αποτυπώνεται στο έντυπο απαίτησης.
- Οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν μετέλθει διαβημάτων και/ή απόπειρας κατάχρησης της διαδικασίας με απώτερο και/ή αλλότριο σκοπό να αποστερήσουν δίκαιης εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης του Εναγόμενου/Καθού η Αίτηση.
- Το επίδικο υποστατικό εμπίπτει στις πρόνοιες του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου 23/1983, καθότι αυτό ανεγέρθηκε και αποπερατώθηκε πριν την 31/12/
- Συνεπώς, η παρούσα αγωγή στερείται νομικής και ουσιαστικής βαρύτητας, είναι καταχρηστική και εκτεθειμένη σε απόρριψη από το σεβαστό Δικαστήριο και κατά συνέπεια την ίδια τύχη θα πρέπει να έχει και η παρούσα αίτηση.
- Τα αιτούμενα διατάγματα δεν εξυπηρετούν τα συμφέρον της δικαιοσύνης, παρά μόνο τους αλλότριους σκοπούς των Εναγόντων/Αιτητών και/ή των εκβιαστικών σκοπών των τελευταίων, καθώς είναι τόσο δραστικά εναντίον του Εναγόμενου/Καθού η Αίτηση με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εμφαίνονται στη γραπτή μαρτυρία του Εναγομένου, στην οποία επαναλαμβάνονται επί της ουσίας οι ισχυρισμοί του Εναγομένου, ως η Υπεράσπισή του. Περαιτέρω ο ομνύων αναφέρει ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, η έγκριση της υπό κρίση Αίτησης δεν δικαιολογείται, καθώς ουδεμία παραδοχή προκύπτει από πλευράς του σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης οικίας, η δε συμφωνία ημερ. 31.1.2014 υπεγράφη μεταξύ του ιδίου και του κ. Π.Β. ο οποίος παρουσίαζε τον εαυτό του ως ιδιοκτήτη της επίδικης οικίας. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή, αφού δεν αποτελεί μέρος του ενοικιαστηρίου εγγράφου και ουδέποτε ο ίδιος συνεβλήθη με αυτήν. Ο Εναγόμενος αναφέρει επίσης ότι το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας εκδίκασης της υπό κρίση υπόθεσης, εφόσον η επίδικη οικία βρίσκεται στα τοπικά όρια που ορίζει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος και ήταν διαθέσιμη προς ενοικίαση πριν την 31.12.1999 και ο χρόνος έκδοσης της άδειας οικοδομής σε καμία περίπτωση δεν καθορίζει τον χρόνο που το επίδικο υποστατικό ανεγέρθηκε και διατέθηκε πρώτη φορά για ενοικίαση. Ως προς την επιστολή ημερ. 3.4.2024, πέραν των όσων αναφέρονται στην Υπεράσπισή του, ο Εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι στην εν λόγω επιστολή δεν επισυνάφθηκε η συμφωνία ενοικιάσεως, λόγος για τον οποίο η πλευρά του δεν μπόρεσε να τοποθετηθεί επί της συγκεκριμένης συμφωνίας, ενώ παραλείπει η Ενάγουσα να αναφέρει ότι με το ηλεκτρονικό του μήνυμα προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας, επιφύλαξε το δικαίωμά του να τοποθετηθεί στις θέσεις τους σε κατοπινό στάδιο. Οι αποδείξεις που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια, συνεχίζει ο ομνύων, επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του περί ετήσιας πληρωμής των ενοικίων και ο κ. Β. επέλεγε να εκδίδει ξεχωριστή απόδειξη για κάθε μήνα, για δικούς του λόγους. Τέλος, ο Εναγόμενος διευκρινίζει ότι η Υπεράσπισή του αφορά στο γεγονός ότι αφενός μεν το ενοίκιο καταβάλλεται χρονιαία, αφετέρου δε στο ότι έχει καταβάλει κάποια σημαντικά ποσά που αφορούν σε επιδιορθώσεις της επίδικης οικίας, τα οποία συμφωνήθηκε όπως συμψηφιστούν με το ποσό των ενοικίων. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΓΡΑΠΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Συμφώνως των οδηγιών του Δικαστηρίου, τα μέρη καταχώρισαν αμφότερα συμπληρωματική γραπτή μαρτυρία, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω συνοπτικά. Τη συμπληρωματική γραπτή μαρτυρία που καταχωρίστηκε από πλευράς Ενάγουσας υπογράφει Γραμματέας αυτής, η οποία αρχικά απορρίπτει τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς. Περαιτέρω η ομνύουσα απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι ο κ. Β. παρουσιάστηκε ως ιδιοκτήτης της επίδικης οικίας στον Εναγόμενο και ότι το ενοικιαστήριο συμβόλαιο υπεγράφη μεταξύ αυτών των δύο προσώπων, υποδεικνύει δε, ότι εν πάση περιπτώσει οι ισχυρισμοί αυτοί δεν δικογραφούνται. Η ομνύουσα επίσης αναφέρει ότι οι αποδείξεις εκδίδονταν πάντοτε επ' ονόματι της Ενάγουσας, ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας ήταν η Ενάγουσα και όχι ο κ. Β. και ότι το αρχικό ενοικιαστήριο συμβόλαιο έληξε το 2015 και ανανεώνετο από μήνα σε μήνα, επομένως είναι άσχετο το ποιοι το υπέγραψαν αρχικά. Επιπρόσθετα, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η επίδικη κατοικία ανεργέθηκε μετά την 31.12.1999, συνεπώς δεν ήταν διαθέσιμη προς ενοικίαση πριν την εν λόγω ημερομηνία. Επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο 11 τις αποδείξεις της περιόδου από τον Απρίλιο του 2022 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2022, οι οποίες ως εξηγεί εκ παραδρομής δεν είχαν επισυναφθεί στο Τεκμήριο 8, η ομνύουσα περαιτέρω αναφέρει ότι η πληρωμή των €1000.- που έγινε την 31.10.2022 κατανεμήθηκε στα οφειλόμενα ενοίκια Φεβρουαρίου και Ιανουαρίου του 2022 που ήταν τα παλαιότερα οφειλόμενα ενοίκια, ενώ ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι τα οφειλόμενα ενοίκια έπρεπε να αρχίζουν από τον Μάρτιο του 2022, συνιστά παραδοχή της οφειλής του. Με συμπληρωματική του γραπτή μαρτυρία, ο Εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και περαιτέρω αναφέρει ότι ο ισχυρισμός του σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης κατοικίας, δικογραφείται στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης του. Ως άλλωστε προκύπτει από το Τεκμήριο 4 που επισύναψε η Ενάγουσα στην υπό κρίση Αίτηση, το πρόσωπο το οποίο ο Εναγόμενος πλήρωνε ήταν ο κ. Β. και ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι ήταν άλλο πρόσωπο ο ιδιοκτήτης της επίδικης κατοικίας. Σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ενοίκια, ο ομνύων αναφέρει ότι η Ενάγουσα έχει παρουσιάσει αντιφατικές εκδοχές, καθώς από τη μια ισχυρίζεται οφειλόμενα ενοίκια από τον Μάρτιο του 2022 και από την άλλη, ότι έγιναν πληρωμές την 31.10.2022 για τους μήνες Φεβρουάριο και Ιανουάριο του
- ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στην Αίτηση και την Ένσταση, καθώς επίσης και στη συμπληρωματική γραπτή μαρτυρία που καταχωρίστηκε από αμφότερα τα μέρη. Περαιτέρω, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διάδικων μερών περιορίστηκαν στην κατάθεση των γραπτών τους αγορεύσεων και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων των μερών, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο.[1] ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο διέπει το ζήτημα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Οι λόγοι για τους οποίους δυνατό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση προβλέπονται στον Κ. 24.2, η δε έκδοση συνοπτικής απόφασης, ανάγεται σε κάθε περίπτωση, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ειδικότερα: «24.
- Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης
(1)Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν: (α) κρίνει ότι: (
- i)ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή (
- ii)ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και (β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη». Ως προς την ακολουθητέα διαδικασία, σχετικές είναι οι πρόνοιες του Κ.24.3: «24.3. Διαδικασία
(1)Ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.
(2)Αν ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης προτού ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση πριν από την ακρόαση.
(3)Όταν ορίζεται ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, δίδεται στον καθ' ου η αίτηση (ή στους διαδίκους όταν η ακρόαση ορίζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο) ειδοποίηση τουλάχιστον 14 ημερών για την ημερομηνία ακρόασης». Ως περαιτέρω αναφέρεται στον Κ.24.4, Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23 και η Αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή ή επιδίδεται με αυτή, θα πρέπει: (α) να προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, ή/και (β) να αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί. Αναφορικά με την «πραγματική προοπτική επιτυχίας» διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Civil Procedure του White Book Service του 2021, παράγραφος 24.2.3.: «The following principles applicable to applications for summary judgment were formulated by Lewison J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) at [15] and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd's Rep. I.R. 301 at 24:
- i)The Court must consider whether the claimant has a realistic as opposed to a fanciful prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91;
- ii)A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8]; iii) In reaching its conclusion the Court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman;
- iv)This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases, it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted with contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10];
- v)However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550;
- vi)Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] F.S.R. 3; vii) On the other hand it is not uncommon for an application under Pt 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the Court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Ως λέχθηκε στην King v Stiefel [2021] EWHC 1045, μέσα στο πλαίσιο εκδίκασης αίτησης για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται από το να αξιολογήσει τη μαρτυρία, ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα αναφορικά με το κατά πόσο υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, έχοντας κατά νου τη διαθέσιμη μαρτυρία και την προοπτική προσκόμισης επιπρόσθετης μαρτυρίας στη δίκη, σε σχέση πάντοτε με τα επίδικα ζητήματα. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι αυτό το οποίο καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει, είναι το κατά πόσο ο Αιτών έχει ρεαλιστική και όχι φανταστική προοπτική επιτυχίας. Στις δε περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι τέθηκαν ενώπιόν του όλα τα αναγκαία στοιχεία για την ορθή εκτίμηση του ζητήματος, θα πρέπει να δράττει την ευκαιρία και να αποφασίζει οριστικώς. Συγχρόνως, το Δικαστήριο θα πρέπει να αντιμετωπίζει με πιο διστακτικό τρόπο το θέμα, στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι είναι ορθότερο να γίνει περαιτέρω διερεύνηση στα περιστατικά της υπόθεσης, μέσα στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας, έστω και αν η υπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα περίπλοκή. Ως προς το τι συνιστά «επιτακτικό λόγο για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί στη δίκη», τούτο φαίνεται να συναρτάται από τα περιστατικά εκάστης περίπτωσης. Σχετικά παραπέμπω στην παράγραφο 24.2.4 του Civil Procedure του White Book Service του 2021, όπου παρατίθενται διάφορες περιπτώσεις, στις οποίες κρίθηκε ότι συνέτρεχε επιτακτικός λόγος εκδίκασης της υπόθεσης. Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την υπόθεση Berntsen v Tail [2015] EWCA Civ 1001, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε σε έκδοση συνοπτικής απόφασης, παρόλο που τα περιστατικά της υπόθεσης ήγειραν ζητήματα που προκάλεσαν ανησυχία σε σχέση με την πρακτική δανειοδότησης των τραπεζών, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε επιτακτικός λόγος η υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη, ενόψει του ότι οι ενάγοντες δεν είχαν προοπτικές επιτυχίας, προσέγγιση η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Ως προς το βάρος αποδείξεως, διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα White Book του 2021, παράγραφος 24.2.5.: «In ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; EWCA 472, it was said that under r24.2 the overall burden of proof rests on the applicant to establish that there are grounds to believe that the respondent has no real prospect of success and that there is no other reason for a trial [...] If the applicant adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some reason for a trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant's statement of belief. The language or r. 24.2 ("no real prospect.no other reason.") indicates that, in determining the question, the court must apply a negative test. The respondent's case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] C.P. Rep. 51 at [10]). In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192 a [29]). However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini-trial (Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91). Therefore, the court hearing a Pt 24 application should be wary of trying issues of fact on evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side. Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it (Fashion Gossip Ltd v Esprit Telecoms UK Ltd 27 July 2000, unrep., CA; cf. Day v RAC Motoring Services Ltd [1999] 1 All E.R. 1007, per Ward LJ at 1013 propounding the adoption of a negative test on applications to se aside default judgments). When deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at the trial, namely the balance of probabilities on the evidence presented; on an application for summary judgment the court should also consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550, CA).» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Τέλος, στην παράγραφο 24.2.6 του ιδίου συγγράμματος, αναφέρεται ότι ο απαιτητής δυνατό να μην επιτύχει την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ του, είτε εν όλω είτε εν μέρει, εάν ο εναγόμενος καταδείξει ότι προτίθεται να εγείρει συμψηφισμό ή ανταπαίτηση που εγείρει συζητήσιμο θέμα, δηλαδή παρουσιάζει κάποια πιθανότητα επιτυχίας. Παράλληλα, η έγερση ισχυρισμού περί συμψηφισμού, δεν αποστερεί από τον απαιτητή τη δυνατότητα έκδοσης συνοπτικής απόφασης υπέρ του, με την έκδοση ανάλογης διαταγής. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός περί συμψηφισμού ή ανταπαίτησης δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη αίτησης για συνοπτική απόφαση, καθώς το Δικαστήριο καλείται να διερευνήσει τη φύση του συμψηφισμού ή της ανταπαίτησης και να εξετάσει κατά πόσον ο εναγόμενος έχει καταδείξει ότι έχει εύλογη πιθανότητα («reasonable prospect») να επιτύχει στην υπεράσπισή του.[2] ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, διαπιστώνω εν πρώτοις, ότι η υπό κρίση Αίτηση πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του Μέρους 24. Ειδικότερα: (α) Η Αίτηση καταχωρίστηκε αφότου ο Εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης. Συνεπώς ικανοποιούμαι ότι πληρείται η προϋπόθεση που θέτει ο Κ.24.3
(1). (β) Η Αίτηση υπεβλήθη βάσει του Μέρους 23 και σε αυτήν προσδιορίζονται περιεκτικά τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αιτήτρια. Περαιτέρω, υποστηρίζεται από γραπτή μαρτυρία η οποία επιβεβαιώνεται από δήλωση αληθείας, στην οποία κατά την κρίση μου προσδιορίζονται τα έγγραφα και τα σημεία επί των οποίων στηρίζεται η Ενάγουσα (βλ. Κ.24.4.2(α)). Επιπρόσθετα, στη γραπτή μαρτυρία η οποία συνοδεύει την Αίτηση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι αποτελεί ειλικρινή του πεποίθηση ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην απαίτηση της Ενάγουσας και ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί απόφαση υπέρ του ως η Αίτηση (βλ. Κ.24.4.2(β)). Επισημαίνω, ότι ο Κ.24.4
(2)θέτει κατά τρόπο διαζευκτικό την προϋπόθεση, είτε όπως στην Αίτηση ή τη μαρτυρία, προσδιορίζεται περιεκτικά το νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής, είτε να αναφέρει ότι η αίτηση υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος ή (ανάλογα με την περίπτωση) προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί. Η φράση «ή/και» έχει κατά την κρίση μου την έννοια ότι αρκεί να ικανοποιείται η μια από τις δυο αυτές απαιτήσεις.[3] Στρεφόμενη σε εξέταση της ουσίας της Αίτησης, διαπιστώνω καταρχάς, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι η συνομολόγηση της συμφωνίας ημερ. 31.1.2014 αναφορικά με την ενοικίαση της επίδικης οικίας από τον Εναγόμενο, δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Ούτε και το γεγονός ότι μετά τη λήξη της ρηθείσας συμφωνίας, η ενοικίαση της επίδικης οικίας από τον Εναγόμενο συνεχίστηκε, με την καταβολή ενοικίου έναντι €600.- για κάθε μήνα. Δεν έχει επίσης τεθεί υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι ο Εναγόμενος διαμένει μέχρι σήμερα στην επίδικη οικία. Ό,τι φαίνεται να προβάλλει η πλευρά του Εναγομένου, είναι ότι με τροποποιητική προφορική συμφωνία, το ενοίκιο θα καταβάλλετο ετησίως και όχι μηνιαίως, επομένως, είναι η θέση του Εναγομένου, ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε πρόωρα. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα, υποστηρίζει δε, ότι από τις αποδείξεις και τα όσα η Ενάγουσα επισύναψε ως Τεκμήρια, προκύπτει ότι η οφειλή του θα έπρεπε να αρχίζει από τον Μάρτιο του 2022 και όχι από τον Οκτώβριο του
- Αρχίζοντας από την τελευταία αυτή θέση του Εναγομένου, αρκούμαι να σημειώσω ότι η απαίτηση αφορά σε διεκδίκηση κατ' ισχυρισμό οφειλόμενων ενοικίων από τον Οκτώβριο του 2022 και εντεύθεν και δεν φαίνεται να προκύπτει οιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του Εναγομένου, από το γεγονός ότι δεν διεκδικούνται επιπρόσθετα ενοίκια. Επιπρόσθετα, η κατ' ισχυρισμό σύναψη προφορικής συμφωνίας, δεν εξουδετερώνει, σε κάθε περίπτωση, την υποχρέωση του Εναγομένου να πληρώσει τα οφειλόμενα ενοίκια. Πέραν ωστόσο της γενικής αυτής άρνησης του Εναγομένου και του ισχυρισμού του περί συμψηφισμού των εξόδων τα οποία ο ίδιος επωμίστηκε για επιδιορθώσεις της επίδικης οικίας με τα οφειλόμενα ενοίκια, ουδεμία λεπτομέρεια παρέθεσε και ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε, σε σχέση με το ότι από τον Οκτώβριο του 2022 και εντεύθεν, ουδέν ποσό κατέβαλε στην Ενάγουσα, έστω και μειωμένο, καθώς επικαλείται πληρωμή ποσού €2.000 έναντι επιδιορθώσεων της επίδικης οικίας, ποσό το οποίο είναι σαφώς χαμηλότερο από το συνολικό ποσό που έπρεπε να είχε πληρώσει έναντι της ενοικίασης της επίδικης οικίας, ακόμα και αν όντως το ενοίκιο έπρεπε να καταβάλλεται ετησίως και όχι μηνιαίως. Περαιτέρω, ουδεμία λεπτομέρεια παρέθεσε ο Εναγόμενος, ούτε και επισύναψε οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής των εξόδων επιδιόρθωσης της επίδικης οικίας τα οποία επικαλέστηκε, πέραν του ότι δεν αξιοί ανταπαιτητικώς τα εν λόγω ποσά, ούτε και έδωσε στο Δικαστήριο έστω κατ' ελάχιστο, την εικόνα της μαρτυρίας που ενδεχομένως να παρουσιάσει κατά τη δίκη. Από την άλλη, προς επίρρωση των ισχυρισμών της, η Ενάγουσα προσκόμισε τις αποδείξεις καταβολής των ενοικίων, καθώς επίσης και κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού (Τεκμήριο 10), όπου εμφαίνεται ότι η τελευταία πληρωμή που έγινε από τον Εναγόμενο, έχει την περιγραφή «RENT FOR JAN AND FEB» και έγινε την 31.10.
- Από το σύνολο λοιπόν των όσων ο Εναγόμενος προέταξε και των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν δύναμαι να καταλήξω ότι κατέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι η Υπεράσπισή του παρουσιάζει πραγματική προοπτική επιτυχίας, αντικρούοντας έστω στον ελάχιστο βαθμό τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς, ή καταδεικνύοντας στο Δικαστήριο τη μαρτυρία που θα παρουσιάσει κατά το ακροαματικό στάδιο, ώστε το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι υπάρχει κάποιος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Κοντολογίς, παραμένει αναντίλεκτη η μαρτυρία της Ενάγουσας αναφορικά με την οφειλή του Εναγομένου, ο οποίος απλώς αρκείται σε σχολιασμό της μαρτυρίας της άλλης πλευράς, δίχως να παρουσιάζει έστω κατ' ελάχιστο, ρεαλιστική υπεράσπιση επί του ισχυρισμού του ότι ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα. Παρεμβάλλω, για σκοπούς πληρότητας, ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν αφορά σε περίπτωση καθορισμού της ενοικιαστικής αξίας του επίδικου ακινήτου, εφόσον το μηνιαίο ενοίκιο κατά κοινό τόπο είχε καθοριστεί στα €600, επομένως δεν τίθεται θέμα ανάγκης παρουσίασης μαρτυρίας σχετικής με το θέμα αυτό μέσα στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίου, ούτε και προκύπτει οποιαδήποτε δυσκολία στον υπολογισμό των οφειλόμενων ενοικίων.[4] Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, προχωρώ σε εξέταση του ισχυρισμού ότι το Δικαστήριο δεν κέκτηται καθ' ύλην δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα απαίτηση. Σημειώνω αρχικά, ότι ως ορθά επιχειρηματολογεί η πλευρά της Ενάγουσας, δεν ενεργοποιήθηκαν από πλευράς Εναγομένου οι πρόνοιες του Μέρους 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, για σκοπούς αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ενόψει ωστόσο του ότι δυνάμει του Κ.12.1.
(5), η αποδοχή δικαιοδοσίας από διάδικο δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από Δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου, προχωρώ σε εξέταση του θέματος, βάσει των όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου, επισημαίνοντας, ότι ο Εναγόμενος ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού. Σύμφωνα με το αρ. 2 του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, «ακίνητο» σημαίνει κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου
- Ως λέχθηκε στην xxx Φυσεντζίδη ν K&C Snooker & Pool Entertainment, Πολ. Εφ. υπ' αρ. 30/2019 ημερ. 1.6.2020, βασική προϋπόθεση εφαρμογής του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου, είναι όπως το ακίνητο βρίσκεται εντός ελεγχόμενης περιοχής, όπως αυτές ισχύουν κατά τον χρόνο επίκλησης των δικαιωμάτων που αναφύονται από το Νόμο και όχι κατά την 31.12.1999 ή οιαδήποτε άλλη καθορισμένη ημερομηνία. Οι ελεγχόμενες περιοχές μπορούν να αλλάξουν και οποιαδήποτε περιοχή της Κύπρου μπορεί να κηρυχθεί ως τέτοια µε διάταγµα του Υπουργικού Συµβουλίου. Χρήσιμο είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την ανωτέρω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Εφόσον ο νόμος του ενοικιοστασίου δεν εφαρμοζόταν και η Εφεσίβλητη δεν είχε καταστεί θέσμιος ενοικιαστής, δεδομένης της μη ανανέωσης της συμβατικής ενοικίασης, όφειλε με την λήξη της περιόδου της ενοικίασης, την 1.1.2013 να εγκαταλείψει το κατάστημα, αφού κανένα δικαίωμα δεν είχε να διατηρεί την κατοχή του. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε εκδώσει εναντίον της Εφεσίβλητης το αξιούμενο διάταγμα εκκένωσης και παράδοσης της κατοχής του καταστήματος στον Εφεσείοντα και αποζημιώσεις προς €700 μηνιαία από 1.1.2013 μέχρι την παράδοση, μείον τα ποσά που η Εφεσίβλητη είχε ήδη πληρώσει στον Εφεσείοντα καθώς και τα ποσά που είχε καταβάλει ως Έκτακτη Εισφορά για την Άμυνα». Εν προκειμένω, η Ενάγουσα επισύναψε ως Τεκμήριο 3 την άδεια οικοδομής της επίδικης οικίας, η οποία φέρει ημερομηνία έκδοσης την 22.4.2004 και αρ. φακέλου [ ], καθώς επίσης και έντυπο από τη διαδικτυακή πύλη του Κτηματολογίου, στο οποίο αναφέρεται ότι η επίδικη οικία ανεγέρθη το
- Υπενθυμίζεται, ότι σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, έγγραφο το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος αρχείου δημόσιας αρχής, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη. Ως δημόσια αρχή, ορίζεται οποιαδήποτε κρατική υπηρεσία και περιλαμβάνει νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης. Συνεπακόλουθα, τα έντυπα τα οποία εκδόθηκαν από τον Δήμο Παραλιμνίου και το Κτηματολόγιο, τεκμαίρουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, οι οποίοι παρέμειναν σε κάθε περίπτωση αναντίλεκτοι, καθώς ο Εναγόμενος ουδεμία λεπτομέρεια παρέθεσε και ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού ή έστω, προς παρουσίαση μαρτυρίας η οποία θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε κατοπινό στάδιο. Ως εκ των άνω και έχοντας κατά νου τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983 και του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, δεν θεωρώ ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα διαφορά και δη την υπό κρίση Αίτηση. Προχωρώ σε εξέταση του ισχυρισμού ότι η παρούσα απαίτηση είναι πρόωρη. Ενόψει της συνάφειας του ισχυρισμού αυτού, με τον ισχυρισμό περί μη τήρησης του προδικαστηριακού πρωτοκόλλου, τα εν λόγω ζητήματα θα εξετασθούν μαζί, με την επισήμανση, ότι η θέση περί μη τήρησης του προδικαστηριακού πρωτοκόλλου από πλευράς Ενάγουσας δεν απαντάται στους λόγους ένστασης, πλην όμως δικογραφείται στην Υπεράσπιση του Εναγομένου. Ως εκ τούτου, αλλά και για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, καθώς το Δικαστήριο, μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, εξετάζει κατά πόσο έχει παρουσιαστεί ρεαλιστική υπεράσπιση από τον Εναγόμενο, προχωρώ σε εξέταση των ισχυρισμών αυτών. Αποτελεί θέση του Εναγομένου και προς τούτο προβάλλεται σχετική επιχειρηματολογία στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου που τον εκπροσωπεί, ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με το προδικαστηριακό πρωτόκολλο από πλευράς Ενάγουσας, ένεκα του ότι δεν επισυνάφθηκε στην επιστολή ημερ. 3.4.2024 ούτε η επίδικη συμφωνία ενοικιάσεως, ούτε το σχετικό έντυπο που προβλέπουν οι Κανονισμοί, αλλά ολόκληρο το Μέρος των Κανονισμών που αφορά στα προδικαστηριακά πρωτόκολλα, η δε έγγραφη συμφωνία ενοικιάσεως, έπρεπε να είχε επισυναφθεί επί του Εντύπου Απαίτησης, συμφώνως των προνοιών του Μέρους 16, Κ.16.12
(3). Συνεπεία των ανωτέρω παραλείψεων, επιχειρηματολογεί ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου, η επιστολή ημερ. 3.4.2024 δεν δημιουργεί έννομα αποτελέσματα και κατ' επέκταση, καθιστά την παρούσα απαίτηση πρόωρη. Στον αντίποδα, αποτελεί ισχυρισμό του ομνύοντα, στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, ότι ο Εναγόμενος δεν απάντησε εντός της τασσόμενης υπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας στην επιστολή ημερ. 3.4.2024, ο δε ευπαίδευτος συνήγορος που τον εκπροσωπεί, εισηγείται ότι η Αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Σύμφωνα με τον Κ.3.10
(1), τα μέρη οφείλουν να συμμορφώνονται ουσιωδώς με τους όρους εγκεκριμένου πρωτοκόλλου, ενώ ο Κ.3.10
(5), παραθέτει τις περιπτώσεις στις οποίες τόσο ο απαιτητής, όσο και ο εναγόμενος, δεν βρίσκονται σε συμμόρφωση με το πρωτόκολλο. Το Δικαστήριο, δύναται να λάβει υπόψη του παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της συγκεκριμένης ενότητας ή συγκεκριμένου προδικαστηριακού πρωτοκόλλου κατά την άσκηση των εξουσιών του, δυνάμει του Μέρους 28 ή του Μέρους 39 ή όταν αποφασίζει κατά πόσο πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις (Κ. 3.10.
(2)). Όταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η μη συμμόρφωση με το πρωτόκολλο έχει οδηγήσει σε έναρξη δικαστικής διαδικασίας, η οποία διαφορετικά δεν θα χρειαζόταν να είχε ξεκινήσει, ή έχει οδηγήσει στη δημιουργία εξόδων, τα οποία διαφορετικά δεν θα είχαν δημιουργηθεί, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα όπως αυτό κρίνει δίκαιο, ώστε να μην τεθεί το ανυπαίτιο μέρος σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν υπήρχε συμμόρφωση, περιλαμβανομένου διατάγματος που διατάζει το μέρος το οποίο βρίσκεται σε παράβαση, να καταβάλει το σύνολο ή μέρος των εξόδων της διαδικασίας ή του άλλου μέρους ή μερών (Κ. 3.10.
(4)). Η μη συμμόρφωση διαδίκου με το προδικαστηριακό πρωτόκολλο, σύμφωνα με τον Κ. 39.2.
(3)(α), αποτελεί έναν από τους λόγους τους οποίους το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την επιδίκαση των εξόδων, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια. Τέλος, σύμφωνα με το Μέρος 16, Κ.16.17
(1): «Καμία ένσταση δεν εγείρεται σε δικόγραφο στη βάση κατ' ισχυρισμόν παράβασης τύπου». Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, διερχόμενη της επιστολής ημερ. 3.4.2024, διαπιστώνω ότι σε αυτήν αναγράφεται ότι αποτελεί επιστολή βάσει του Τύπου ΙΙΙ, δηλαδή για περιπτώσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από το προδικαστηριακό πρωτόκολλο. Περαιτέρω, σε αυτήν αναφέρεται ότι επισυνάπτονται, μεταξύ άλλων, το Μέρος 3 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, συμπεριλαμβανομένου του Εντύπου Β σε σχέση με Απαντητική Επιστολή, καθώς επίσης και το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 31.1.2014. Ως προκύπτει από το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που ακολούθως ανταλλάχθηκε μεταξύ των μερών, ο Εναγόμενος βεβαίωσε λήψη της επιστολής ημερ. 3.4.2024 και οι δικηγόροι της Ενάγουσας, τον κάλεσαν να ακολουθήσει τα χρονοδιαγράμματα του προδικαστηριακού πρωτοκόλλου. Ενόψει ωστόσο του ότι ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στην επιστολή ημερ. 3.4.2024, καταχωρίστηκε η παρούσα απαίτηση. Αποτιμώντας το περιεχόμενο όλων των ανωτέρω, περιλαμβανομένων των ισχυρισμών του Εναγομένου, σε συνάρτηση με τα όσα ο Τύπος ΙΙΙ του Παραρτήματος Ι προβλέπει και τα όσα αναφέρονται στην επιστολή ημερ. 3.4.2024, δεν θεωρώ ότι η συμπεριφορά της Ενάγουσας μπορεί να θεωρηθεί συμπεριφορά η οποία οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας απαίτησης, ενόψει της μη τήρησης του προδικαστηριακού πρωτοκόλλου. Όπως μάλιστα προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 3.4.2024, ο Εναγόμενος ενημερώθηκε για τις πρόνοιες του προδικαστηριακού πρωτοκόλλου βάσει του οποίου η επιστολή ημερ. 3.4.2024 προωθήθηκε, πλην όμως ουδέν έπραξε. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι το εγερθέν ζήτημα απαντάται από τις πρόνοιες του Κ.16.17
(1)(βλ. ανωτέρω). Κατ' επέκταση, δεν συμπλέω με τη θέση ότι η επιστολή ημερ. 3.4.2024 δεν αποτελεί νόμιμο τερματισμό, καθώς σε αυτήν αναφέρεται ρητά ότι «.η ενοικίαση του μίσθιου προς εσάς τερματίζεται αμέσως λόγω απλήρωτων και οφειλόμενων ενοικίων.» Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι σε εξέταση του ισχυρισμού του Εναγομένου ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιάσεως δεν υπεγράφη μεταξύ του Εναγομένου και της Ενάγουσας, αλλά μεταξύ του κ. Βρόντη και του Εναγομένου, επομένως η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή. Διερχόμενη των δικογράφων, διαπιστώνω ότι στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης, ο Εναγόμενος αρνείται ότι η Ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας, ενώ στην παράγραφο 5, αποδέχεται τον ισχυρισμό της Έκθεσης Απαίτησης, ότι δηλαδή «κατά ή περί τις 31/1/2014, οι ενάγοντες ενοικίασαν την οικία στον Εναγόμενο για την περίοδο από 01/02/2014 μέχρι 31/01/2015 δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημ. 31/01/2014». Ακολούθως, στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «.μετά την λήξη του ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 31/01/2014 υπήρξε νεότερη προφορική συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου, η οποία τροποποίησε ουσιώδη όρο του ενοικιαστηρίου εγγράφου, ήτοι ότι το ενοίκιο θα καταβάλλετο χρονιαία και σε καμία περίπτωση όχι μηνιαίως.». Ό,τι δηλαδή φαίνεται να δικογραφείται στην Υπεράσπιση, είναι η αμφισβήτηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επίδικης οικίας, όχι όμως η νομιμοποίηση της ενάγουσας να εγείρει την παρούσα αγωγή ή η εγκυρότητα της συμφωνίας ημερ. 31.1.2014, ενώ σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος ο Εναγόμενος επικαλείται την ισχύ μεταγενέστερης τροποποιητικής συμφωνίας ενοικιάσεως, με αντικείμενο, την ενοικίαση της επίδικης οικίας. Από το δε περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία τέθηκαν ενώπιόν μου ως Τεκμήρια από πλευράς Ενάγουσας, προκύπτει ότι όλες οι αποδείξεις εκδίδονταν επ' ονόματι της Ενάγουσας, ο δε λογαριασμός στον οποίο γίνονταν τα σχετικά εμβάσματα, ήταν επ' ονόματι της Ενάγουσας. Υπενθυμίζεται, ότι ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων ζητημάτων εξαρτάται από τα δικόγραφα, τα οποία έχουν πολλάκις παρομοιαστεί με τις προκαθορισμένες γραμμές διαδρομής του τρένου.[5] Σχετικές είναι επίσης οι πρόνοιες του Μέρους 16, όπου αναφέρονται τα όσα πρέπει να περιέχονται στα δικόγραφα. Σημειώνεται επίσης, ότι ουδεμία λεπτομέρεια ή μαρτυρία προσκόμισε ο Εναγόμενος, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να διαμορφώσει εικόνα ως προς την πιθανή μαρτυρία που θα προσφέρει κατά το ακροαματικό στάδιο, σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αυτούς. Από την άλλη, η άδεια οικοδομής την οποία επισύναψε η Ενάγουσα ως Τεκμήριο 3, αναγράφει ότι αυτή παραχωρείται στην ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Α. ΒΡΟΝΤΗΣ (ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ από Διδυμότειχου 5, Λάρνακα. Ομοίως, ο τίτλος ιδιοκτησίας της επίδικης οικίας, αναγράφει τα ίδια στοιχεία ιδιοκτήτη με αυτά της Ενάγουσας. Στο σημείο αυτό, επαναλαμβάνω, ότι τα έντυπα αυτά συνιστούν βάσει του περί Αποδείξεως Νόμου, αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν χρήζουν περαιτέρω απόδειξης. Ενόψει όλων των ανωτέρω και αφού διήλθα και αποτίμησα όλα τα ενώπιόν μου τιθέμενα δεδομένα, καταλήγω ότι όλα τα γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να τεθούν ενώπιόν μου αναφορικά με την παρούσα απαίτηση έχουν τεθεί, δόθηκε δε η ευκαιρία στα διάδικα μέρη να επιχειρηματολογήσουν αναφορικά με το κατά πόσο τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, στοιχειοθετούν, στον απαιτούμενο βαθμό, ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέδειξε με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει, στον απατούμενο βαθμό, ότι έχει ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας. Στον αντίποδα, ο Εναγόμενος ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε, που να οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή ότι είναι ορθότερο, όπως η υπόθεση οδηγηθεί σε ακροαματική διαδικασία, οι δε ισχυρισμοί του είναι γενικοί και δεν υποστηρίζονται από οποιοδήποτε έγγραφο, ούτε και δόθηκαν σχετικές με αυτούς λεπτομέρειες. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ενόψει όλων των ανωτέρω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή οποιοδήποτε εγερθέν ζήτημα, θα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Συνεπακόλουθα, η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου. Αναφορικά με τα παρακλητικά υπό Α (ii), (iii) και (vi), ως χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται το χρονικό διάστημα των 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου στον Εναγόμενο. Σε σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........ Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- [2] AIS Pipework Limited v. Saxlund International Ltd [2017] ENCH
- [3] Βλ. απόφαση του Έντιμου K. Κωνσταντίνου Π.Ε.Δ. ημερ. 12.2.2025, Θεόδωρου Βουδάσκα κ.α. ν Παναγιώτη Μαδρίτη, αρ. απαίτησης 919/2024(i). [4] Mukhtar Mohamed Al Nwili n Maremonte Investements Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε205/2017 ημερ. 9.1.
- [5] Παπαγεωργίου ν Κλάππας Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο