← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΙΝΤΗ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Κ. ΧΑΤΖΗΣΟΛΟΜΗ, Αρ. Αγωγής: 293/2023, 9/7/2025

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΙΝΤΗ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Κ. ΧΑΤΖΗΣΟΛΟΜΗ, Αρ. Αγωγής: 293/2023, 9/7/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €50.000 - €100.000 Αρ. Αγωγής: 293/2023(
  2. i)Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΙΝΤΗ Ενάγοντος και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Κ. ΧΑΤΖΗΣΟΛΟΜΗ Εναγόμενου Ημερομηνία: 9 Ιουλίου 2025 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Γ. Μιντής Για Εναγόμενο / Καθ' ου η αίτηση: κ. Π. Αριστοτέλους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερ. 29.11.2024) Εισαγωγή Δια της αγωγής του ο Ενάγων διεκδικεί από τον Εναγόμενο το ποσό των €82.500 πλέον το ποσό των €13.101,43 έναντι του ήμισυ των εξόδων που ο Ενάγων κατ' ισχυρισμό πλήρωσε, ως συνεγγυητής και/ή ως εισφορά και/ή ως συνεισφορά στην αποπληρωμή εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλής, δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερ. 21.9.2018. Μετά την επίδοση της αγωγής και προτού ο Εναγόμενος καταχωρίσει Υπεράσπιση, ο Ενάγων καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση, δια της οποίας αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγομένου, ως η Έκθεση Απαίτησης του. Οι Θέσεις των Διαδίκων Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 ΘΘ 1-2, Δ.18 ΘΘ 1 - 7, Δ.14 των αγγλικών θεσμών του 1960 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση, εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω συνοπτικώς: - Ο Ενάγων ήταν κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο μέτοχος στην VITON ESTATES LIMITED (στο εξής η «VΙΤON») κατά 50%, όπως επίσης και Γραμματέας της. - Ο Εναγόμενος ήταν κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο μέτοχος κατά 50% στη VITON, όπως επίσης και Διευθυντής της. - Κατά ή περί την 6.8.2010 η VITON συνήψε συμφωνία δανείου με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα») για το ποσό των €700.000 με σκοπό την αγορά τεμαχίου γης στην επαρχία Λευκωσίας. - Τόσο ο Ενάγων, όσο και ο Εναγόμενος, δυνάμει σύμβασης εγγυήσεως ημερ. 6.8.2010, παραχώρησαν προσωπικές εγγυήσεις αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για την αποπληρωμή του ανωτέρω δανείου, μέχρι τελείας εξοφλήσεως. - Προς περαιτέρω εξασφάλιση και κάλυψη των υποχρεώσεων της VITON, ο Ενάγων ενέγραψε Υποθήκη επί ακινήτου δικής του ιδιοκτησίας, το οποίο βρίσκεται στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου. - Ένεκα παράβασης των όρων της συμφωνίας δανείου, η Τράπεζα καταχώρισε την αγωγή υπ' αρ. 847/2011 εναντίον της VITON, του Εναγομένου και του Ενάγοντα, αξιώνοντας ποσό €757.357,93 πλέον τόκους, καθώς επίσης και εκποίηση των κτημάτων της VITON και του Ενάγοντος. - Την 21.9.2018 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση μέσα στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής εναντίον όλων των Εναγομένων, από κοινού και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €165.000 πλέον δικηγορικά έξοδα εκ €17.428 πλέον νόμιμο τόκο 5,5% ετησίως επί του ποσού των €17.294 από 6.9.2011 μέχρι 31.12.2014 και ακολούθως 4% από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016 και ακολούθως 3,5% από 1.1.2017 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €16.594. - Ακολούθησε υποκατάσταση της Τράπεζας από την Gordian Holdings Limited (στο εξής η «Gordian»), δυνάμει των προνοιών του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2015, Ν. 169(Ι)/2015. Ως εκ τούτου, η Gordian κατέστη δικαιούχος όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις διευκολύνσεις, εξασφαλίσεις και υποχρεώσεις της Τράπεζας, περιλαμβανομένης της αγωγής υπ' αρ. 847/2011 και της δικαστικής απόφασης ημερ. 21.9.2018 που εκδόθηκε μέσα στο πλαίσιο αυτής. - Την 17.7.2020 υπογράφτηκε συμφωνία διευθέτησης, μεταξύ του Ενάγοντος, του Εναγομένου και της Gordian, για τη διευθέτηση διαφόρων ζητημάτων που αφορούσαν τα αναγκαία διαβήματα για τη μεταβίβαση στην Gordian του ενυπόθηκου ακινήτου ιδιοκτησίας της VITON και συγκεκριμένα μέσα στο πλαίσιο διαδικασίας Dept for Αsset Swap (DFAS), καθώς επίσης και για την πληρωμή του ποσού των €165.000 πλέον των δικηγορικών εξόδων που ανέρχονται σε €26.202,86. - Κατά ή περί την 14.8.2020, ο Ενάγων κατέβαλε και πλήρωσε εξ ολοκλήρου ως εγγυητής της VITON και ως εγγυητής, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό που αφορά η εκ συμφώνου εκδοθείσα δικαστική απόφαση, για πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της VITON, πλέον τα δικηγορικά έξοδα. - Ο Εναγόμενος, παρόλο που υποχρεούτο ως συνεγγυητής του Ενάγοντος και ως εγγυητής της VITON, να καταβάλει είτε ολόκληρο, είτε το ήμισυ του οφειλόμενου ποσού, ουδέν ποσό κατέβαλε, εξαναγκάζοντας έτσι εκ των πραγμάτων τον Ενάγοντα, να καταβάλει ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος. Συνεπακόλουθα, ο Εναγόμενος οφείλει στον Ενάγοντα ποσό €82.500 ως εισφορά και ως συνεισφορά για την πληρωμή του ποσού των €165.000 από τον Ενάγοντα, πλέον το ποσό των €13.101,43 για την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων. - Ο Εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, όχι όμως Υπεράσπιση. - Ο Εναγόμενος δεν έχει καμία προοπτική επιτυχούς Υπεράσπισης της απαίτησης, ούτε ουσιαστική Υπεράσπιση, και δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα να πρέπει να αποφασιστεί σε ακροαματική διαδικασία. - Τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα και είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον Καθ' ου η αίτηση να υπερασπιστεί, για σκοπούς καθυστέρησης. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο ομνύων επισυνάπτει σχετικά τεκμήρια, αναφορά στα οποία θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο. Η Αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση της άλλης πλευράς, στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: 1. Ο Ενάγοντας κωλύεται ένεκα συμπεριφοράς (estoppel by conduct) και/ή ένεκα υποσχέσεως (estoppel by promise) να εγείρει την παρούσα αγωγή και την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση, καθώς πριν την υπογραφή της συμφωνίας διευθέτησης ημερ. 17/07/2020 (επισυνάπτεται ως τεκμήριο 6 στην ένορκη του δήλωση) και κατά τον Ιούλιο του 2020 παρέστησε στον Εναγόμενο προφορικά ότι για το ποσό των €165.000 που προβλέπεται στην συμφωνία διευθέτησης που θα υπογραφεί, θα φροντίσει να το καταβάλει ο ίδιος είτε από χρήματα δικά του είτε από χρήματα που προέρχονται από τρίτο πρόσωπο και δεν θα διεκδικήσει κανένα ποσό ως συνεισφορά είτε από τον Εναγόμενο είτε από την εταιρεία VITON ESTATES LTD, ΗΕ 195913. 2. Η ενδιάμεση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθώς ο Ενάγοντας παρέλειψε ως όφειλε να εγείρει την παρούσα αγωγή και εναντίον του πρωτοφειλέτη, ήτοι της εταιρείας VITON ESTATES LTD, ΗΕ 195913, η οποία είναι αναγκαίος διάδικος και δεν το έχει πράξει. Ο Ενάγοντας δεν μπορεί να εγείρει αγωγή για συνεισφορά και/ή κάλυψη εναντίον συνεγγυητή χωρίς να έχει στραφεί και εναντίον του πρωτοφειλέτη. 3. Ο Ενάγοντας με βάση τις καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και Δικηγόρος της υπόθεσης του και την ίδια στιγμή να δίνει και μαρτυρία. O Ενάγοντας έχει το ασυμβίβαστο να είναι και Δικηγόρος της υπόθεσης και ορκίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ενδιάμεση αίτηση για συνοπτική απόφαση και η ένορκη του δήλωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητα της. 4. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. 5. Ο Εναγόμενος έχει υπεράσπιση σε όλο το μέρος της απαίτησης του Ενάγοντα και θα πρέπει να του δοθεί άδεια από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης, καθώς έχει καλή υπεράσπιση και/ή παρουσιάζει γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης. 6. Ο Ενάγοντας κανένα ποσό δικηγορικών εξόδων ύψους €26.202,86 όπως ισχυρίζεται, δεν πλήρωσε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή στην Gordian Holdings Ltd, καθώς κανένα τιμολόγιο και/ή απόδειξη και/ή βεβαίωση περί τούτου δεν επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ενδιάμεση αίτηση του. 7. Με βάση το drawn — up της απόφασης ημερ. 21/09/2018 στην αγωγή με αρ. 847/2011 που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, ο κανόνας δικαστηρίου προβλέπει ότι αν εντός της περιόδου αναστολής της απόφασης καταβληθεί συνολικά το ποσό των €165.000, τότε η απόφαση και τα δικηγορικά έξοδα θεωρούνται πλήρως εξοφληθέντα. 8. Αναφορικά με την αξίωση του Ενάγοντα για το ήμισυ των δικηγορικών εξόδων ύψους €26.202,86 που ισχυρίζεται ότι δήθεν κατέβαλε, στην συμφωνία διευθέτησης που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 6 στην ένορκη του δήλωση στον όρο 3 αναφέρεται μόνο ότι θα καταβληθεί το ποσό των €165.000 και θα μεταβιβαστεί το ενυπόθηκο ακίνητο και στον όρο 7 αναφέρεται ότι κάθε μέρος θα επωμιστεί όλα τα δικηγορικά έξοδα που προκύπτουν αναφορικά με την σύναψη, εφαρμογή και υλοποίηση της συμφωνίας. 9. Για το επίδικο δάνειο που εγγυήθηκαν οι διάδικοι, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πριν την έκδοση απόφασης στην αγωγή με αρ. 847/2011 κατάσχεσε το ποσό των €60.000 που ήταν σε προσωπικό λογαριασμό του Εναγόμενου στην Τράπεζα Κύπρου δυνάμει των όρων της συμφωνίας εγγύησης και ο Ενάγοντας μέχρι την έκδοση απόφασης στην πιο πάνω αγωγή κανένα ποσό δεν κατέβαλε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ούτε του κατασχέθηκε οιοδήποτε ποσό αφού σε αντίθεση με τον Εναγόμενο δεν διατηρούσε κανένα προσωπικό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου. 10. Οι επιταγές που επισυνάπτονται ως τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα δεν φαίνεται ξεκάθαρα ότι προέρχονται από κάποιο λογαριασμό του Ενάγοντα αλλά πολύ πιθανό να προέρχονται από τραπεζικό λογαριασμό τρίτου προσώπου και ο Ενάγοντας δεν έχει κανένα έννομο συμφέρον να εγείρει την παρούσα αγωγή. 11. Ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή και ενδιάμεση αίτηση για κάλυψη και/ή συνεισφορά, καθώς πριν την καταβολή του ποσού των €165.000 ως ο όρος 3.1.1. της συμφωνίας διευθέτησης ημερ. 17/07/2020 (τεκμήριο 6 στην ένορκη του δήλωση) δεν ειδοποίησε γραπτώς τον Εναγόμενο ότι έχει τέτοια πρόθεση και να καλέσει τον Εναγόμενο και να του δώσει την ευκαιρία να καταβάλει το οποιοδήποτε μερίδιο της συνεισφοράς που του αναλογεί. Η Ένσταση βασίζεται στην Δ.18 Κ. 1 - 9, Δ.19 Κ. 1 -27, Δ.21 Κ. 1 - 15, Δ.39, Δ.48 Κ. 1 - 4, 8 και 9, Δ.64, στις αρχές της επιείκειας και του κωλύματος, στα άρθρα 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω επίσης συνοπτικώς: - Ο Εναγόμενος αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ως αυτοί περιλαμβάνονται στην ένορκη του δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, εξαιρουμένων των όσων αφορούν στην υποκατάσταση της Τράπεζας από τη Gordian. - Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. - Ο Ενάγων δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και δικηγόρος της υπόθεσης και να δίνει μαρτυρία, καθώς ορκίζεται την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση. - Ο Ενάγων κωλύεται ένεκα συμπεριφοράς και/ή υποσχέσεως να εγείρει την παρούσα αγωγή, καθώς πριν την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 17.7.2020, κατά τον Ιούλιο του 2020, παρέστησε στον Εναγόμενο προφορικά ότι θα φροντίσει να πληρώσει, είτε από δικά του χρήματα, είτε από χρήματα τρίτου προσώπου, το ποσό των €165.000 και δεν θα διεκδικήσει συνεισφορά από αυτόν ή από την VITON. - Ο Ενάγων παρέλειψε να ενάξει την VITON που είναι η πρωτοφειλέτιδα και αναγκαίος διάδικος, καθώς δεν μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον συνεγγυητή χωρίς σαν έχει στραφεί εναντίον του πρωτοφειλέτη, επομένως η αγωγή του πάσχει και θα πρέπει να απορριφθεί. - Η Τράπεζα κατάσχεσε από τον προσωπικό του λογαριασμό ποσό €60.000 για μερική αποπληρωμή του δανείου, αλλά κανένα ποσό από τον Ενάγοντα. - Ο Ενάγων δεν ειδοποίησε γραπτώς τον Εναγόμενο ότι θα καταβάλει το ποσό των €165.000, ως ο σχετικός όρος της συμφωνίας ημερ. 17.7.2020, ώστε να του δώσει την ευκαιρία να καταβάλει το οποιοδήποτε μερίδιο συνεισφοράς που του αναλογεί. Επομένως ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή. - Αποτελεί κανόνα Δικαστηρίου, στην απόφαση ημερ. 21.9.2018, ότι αν το ενυπόθηκο ακίνητο στην επαρχία Λευκωσίας μεταβιβαστεί επ' ονόματι της Τράπεζας και καταβληθεί σε αυτήν το ποσό των €165.000, τότε η δικαστική απόφαση και τα έξοδα θα θεωρούνται πλήρως εξοφληθέντα. - Ο Ενάγων παραπλανεί το Δικαστήριο, καθώς ουδέν ποσό πλήρωσε έναντι δικηγορικών εξόδων, ούτε και επισύναψε σχετική απόδειξη. - Από τις επιταγές που επισυνάπτει ο Ενάγων, για σκοπούς τεκμηρίωσης του ισχυρισμού του ότι έχει πληρώσει την Gordian, δεν φαίνεται ξεκάθαρα εάν τα χρήματα προέρχονται από προσωπικό του λογαριασμό, αλλά πολύ πιθανό να προέρχονται από λογαριασμό τρίτου προσώπου, επομένως ο Ενάγων στερείται έννομου συμφέροντος να εγείρει την παρούσα. Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[1] Νομική Πτυχή Η δυνατότητα έκδοσης συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Διαταγή 18 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «(α) Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ' όσων πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση, για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας ή για την παράδοση συγκεκριμένου ακινήτου, αναλόγως της περίπτωσης και για τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός αν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί». Συνεπώς, τα κριτήρια τα οποία ο ενάγων πρέπει να ικανοποιήσει σωρευτικά, είναι τα εξής: (α) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο (2.6). (β) Πρέπει να έχει καταχωρηθεί εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η Αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή από πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, τη βάση της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει). Ο ομνύων πρέπει επίσης να δηλώνει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, αφού πρώτα πείσει ο ίδιος το Δικαστήριο ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζει το αίτημα του είναι τόσο ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα που επιτρέπουν την έκδοση απόφασης υπέρ του.[2] Από την άλλη, ο εναγόμενος, νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή (β) αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του. Επίσης ο εναγόμενος πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπισή του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. Αφής στιγμής ο ενάγων ικανοποιεί τα αναφερθέντα κριτήρια, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο, να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα, που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί εαυτόν.[3] Η αυστηρή προσέγγιση όσον αφορά στην επάρκεια ή στην πληρότητα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, οφείλεται στο ότι κατά κανόνα, η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης.[4] Σύμφωνα με την παγίως καθιερωμένη νομολογία που διέπει το ζήτημα, η Δ.18 εφαρμόζεται σε ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις και σκοπός της είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να λάβει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί.[5] Η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης. Ως λέχθηκε στην CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries

(1982)1 C.L.R. 897: «.judgment for the plaintiff may be given unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend; [.] .that since the defendants failed to show that they have a prima facie answer to the plaintiffs' claim, whether by way of defence or counterclaim; and that since the statement of claim, though rather laconical, it fully complies with the provisions of 0.19, r.4, as it sets out all the material facts and it does not fall short of the requirements of the Rules, the plaintiffs are entitled to judgment;» Στην Παναγιώτης Νεάρχου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Ltd
(2005)1 Α. Α. Δ.818 αναφέρονται τα εξής επί του θέματος: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Διαφωτιστικά είναι επίσης τα όσα αναφέρθηκαν στην Λούκος Λτδ κ.ά. v Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 ΑΑΔ 418: «Συνοπτική απόφαση δεν θα πρέπει να εκδίδεται από το Δικαστήριο όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». (Η υπογράμμιση και η έμφαση έγινε από το Δικαστήριο). Εξέταση της Αίτησης και Συμπεράσματα Δικαστηρίου Στρέφομαι αρχικά σε εξέταση του λόγου ένστασης, σύμφωνα με τον οποίο ο Ενάγων δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και δικηγόρος της υπόθεσης του και να δίνει μαρτυρία, ο οποίος προωθείται στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου. Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, η θέση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας, ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, εκτός βέβαια και αν αυτό είναι αναγκαίο, οπόταν και ο δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του.[6] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Rybolovlev κ.α. ν. Rybolovleva κ.α.
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 82: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω).». (Η υπογράμμιση και η έμφαση έγινε από το Δικαστήριο). Οι πιο πάνω αυθεντίες, αφορούν σε περιπτώσεις όμνυσης δικηγόρου αντί διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγων είναι δικηγόρος και εκπροσωπεί τον εαυτό του. Δεν εκπροσωπεί άλλο πρόσωπο, είτε φυσικό, είτε νομικό. Εκ των πραγμάτων, είναι γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης, επομένως είναι το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. Κάθε πολίτης, έχει με βάση το αρ. 30
(3)(β) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δικαίωμα αυτοπρόσωπης παράστασης ενώπιον Δικαστηρίου. Ο δε διορισμός δικηγόρου της εκλογής του, αποτελεί δικαίωμα με βάση το αρ. 30
(3)(δ) του Συντάγματος. Η ιδιότητα του δικηγόρου, δεν δημιουργεί εξαίρεση σε αυτή την κατηγορία πολιτών. Σχετικά παραπέμπω στην Re Αλέκα Παπακόκκινου
(1993)1 Α.Α.Δ. 31), όπου λέχθηκαν τα εξής: «Ο χειρισμός που έγινε, στόχευε σίγουρα στην τήρηση νομολογιακών αρχών αλλά απέληξε σε αποστέρηση των πιο πάνω θεμελιακών δικαιωμάτων της αιτήτριας και βρίσκεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις που τα κατοχυρώνουν. Η άποψη του δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση πως η αιτήτρια απώλεσε το δικαίωμα που της αναγνωρίζει ο Νόμος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση και χειρισμό της υπόθεσης της, επειδή, από τη στιγμή που ενώ ήταν δικηγόρος των υπόλοιπων εναγουσών επέλεξε να καταθέσει ως μάρτυρας είναι αστήρικτη και δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η υπόθεση In Re Efthymiou που επικαλέστηκε συναφώς, σαφώς δεν αναφέρεται στο δικαίωμα δικηγόρου που είναι διάδικος να εμφανίζεται και να χειρίζεται την υπόθεσή του αυτοπροσώπως κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Διαφορετική προσέγγιση θα συνιστούσε εντελώς αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση». (Η υπογράμμιση και η έμφαση έγινε από το Δικαστήριο). Προχωρώ σε εξέταση της ουσίας της Αίτησης, έχοντας κατά νου τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα. Στρέφομαι αρχικά σε εξέταση του κατά πόσον ο ενάγων έχει καταδείξει την σωρευτική συνύπαρξη των προϋποθέσεων που έχουν αναλυθεί ανωτέρω. Ως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου και οι τρείς προϋποθέσεις πληρούνται, καθότι:
  1. Την 7.8.2023 καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα.
  2. Ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 3.10.
  3. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση γίνεται από τον ίδιο τον Ενάγοντα, ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και συνεπώς είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά σε σχέση με αυτά. Περαιτέρω, στην ένορκη του δήλωση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος δεν έχει καλή υπεράσπιση, εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ως αυτά εκτέθηκαν ανωτέρω στην συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας του, προσκομίζοντας σχετικά Τεκμήρια, προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. Κρίνω συνεπώς ότι η ένορκη του δήλωση πληροί τα κριτήρια της Διαταγής
  4. Εφόσον έχω ικανοποιηθεί ότι οι ανωτέρω προϋποθέσεις πληρούνται, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσον ο Εναγόμενος παρουσιάζει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρει άλλο θέμα το οποίο χρήζει εκδίκασης. Σύμφωνα με το αρ. 104 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, στο οποίο παρέπεμψε ο κ. Μιντής το Δικαστήριο: «
  5. Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα είναι συνεγγυητές για το ίδιο χρέος ή υποχρέωση, είτε από κοινού είτε χωριστά, και είτε δυνάμει της ίδιας είτε δυνάμει διαφόρων συμβάσεων, και είτε εν γνώσει των υπολοίπων είτε όχι, οι συνεγγυητές, αν δεν υπάρχει συμβατικός όρος για το αντίθετο, ευθύνονται μεταξύ τους, εξίσου για την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου χρέους ή του μέρους αυτού που δεν καταβλήθηκε ακόμη από τον πρωτοφειλέτη». Αναφορικά με την αρχή της συνεισφοράς μεταξύ των συνεγγυητών, η οποία πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας, σχετικά παραπέμπω στις Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Μ. Πολυδωρίδη και άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 68 και Γεωργιάδη ν. Γεωργιάδη
(1988)1 Α Α.Α.Δ. 1883. Επισημαίνω, ότι με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν αμφισβητείται η συνομολόγηση της αρχικής συμφωνίας δανείου, οι ιδιότητες των διαδίκων σε σχέση με την εταιρική δομή της VITON και η συνομολόγηση της συμφωνίας διευθέτησης ημερ. 17.7.2020 με την Gordian. Ο Εναγόμενος ωστόσο, αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα, ισχυριζόμενος ότι ο τελευταίος κωλύεται να εγείρει την παρούσα, καθώς του υποσχέθηκε προφορικώς ότι δεν θα αξιώσει συνεισφορά από τον ίδιο. Εγείρει επίσης, διάφορα ζητήματα νομικής υφής, τα οποία καταγράφονται λεπτομερώς ανωτέρω, ενώ θέτει υπό αμφισβήτηση την πληρωμή του ποσού των εξόδων. Διερχόμενη του μαρτυρικού υλικού το οποίο τέθηκε ενώπιόν μου, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, διαπιστώνω ότι οι επιταγές που ο Ενάγων επισύναψε ως Τεκμήριο 7, συμποσούνται στο ποσό των €165.000 και δεν προσκομίστηκε απόδειξη πληρωμής του ποσού των εξόδων, ως ο ισχυρισμός του. Το θέμα ωστόσο δεν τελειώνει εδώ, καθώς ο Εναγόμενος εγείρει και ζήτημα κωλύματος διεκδίκησης ολόκληρου του ποσού που ο Ενάγων αξιοί δια της αγωγής του, επικαλούμενος κώλυμα λόγω συμπεριφοράς και/ή υποσχέσεως, στη βάση προφορικών παραστάσεων του Ενάγοντα προς αυτόν. Συνεκτιμώντας όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, καταλήγω ότι ο Εναγόμενος έχει εγείρει ζητήματα τα οποία χρήζουν εκδίκασης και ότι η υπό εξέταση περίπτωση, δεν μπορεί να αποφασισθεί χωρίς την διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας, όπου μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο θα μπορέσει να αξιολογήσει την αξιοπιστία της μαρτυρίας που κάθε πλευρά θα προσκομίσει. Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί στην Χαραλάμπους (Καρούσου) ν. Μελά Πολ. Έφ. υπ' αρ. Ε242/2014 ημερ. 3.9.2020, ECLI:CY:AD:2020:A292: «Όπως αποκαλύπτει η ίδια η πρόνοια, η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, στις περιπτώσεις εκείνες που η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και o εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του παράσχουν το δικαίωμα υπεράσπισης.Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση(βλ. N. V. Caterchef v P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Για όλους τους ανωτέρω λόγους, δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις είναι ορθό και δίκαιο όπως ενεργοποιηθεί η δραστική εξουσία του Δικαστηρίου και εκδοθεί συνοπτική απόφαση, αποστερώντας από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί. Συνεπακόλουθα, η Αίτηση απορρίπτεται και παρέλκει η ανάγκη εξέτασης οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον του Ενάγοντα, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, καθώς δεν θεωρώ ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τον γενικό κανόνα που υπαγορεύει ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. (Υπ.) ........ Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238. [2] Παναγιώτης Ζερβός ν Euro Investment & Finance Ltd
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Ratio TV ν Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου του
(2005)1 Α. Α. Δ. 408. [3] Παναγιώτης Νεάρχου ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Ltd
(2005)1 Α. Α. Δ.818. [4] Symon & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259. [5] Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782. [6] Νικολάου Γεώργιος ν. Total Properties Ltd κ.α.
(2011)1 ΑΑΔ 1358, Ιnvestylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφιν Γαβριηλιδου
(2013)1 ΑΑΔ 1202. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.